Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #ΔΣΠ #Δικηγορικός Σύλλογος Πατρών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #ΔΣΠ #Δικηγορικός Σύλλογος Πατρών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Απριλίου 2017

"Ζητήματα του δικαίου της απόδειξης κατά τον ΚΠολΔ (μετά το Ν. 4335/2015)" [Εισήγηση του Κων/νου Ρήγα, Πρωτοδίκη Πατρών]


Α. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

            Στο δίκαιο της απόδειξης του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), όπως έχει διαμορφωθεί κατόπιν του Ν. 4335/23-7-2015, ανακύπτουν θεμελιώδη ερμηνευτικά ζητήματα, τα οποία παρουσιάζουν ιδιαίτερο δογματικό και πρακτικό ενδιαφέρον. Τα σημαντικότερα από τα περί ων ο λόγος ζητήματα εξετάζονται εν συνεχεία[1], ενώ επιχειρείται η προσέγγιση αυτών υπό το φως της συνταγματικής κατοχύρωσης του δικαιώματος απόδειξης, το οποίο απορρέει από το προστατευόμενο μέσω της ρύθμισης του άρθρου 20§1 του Συντάγματος (Σ.) δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας. Η επίλυσή τους επιδιώκεται κατ’ επέκταση με γνώμονα την πληρέστερη πραγμάτωση της πρωταρχικής τελολογίας του εν γένει δικονομικού δικαίου, η οποία συνίσταται, σύμφωνα ιδίως με τις διατάξεις των άρθρων 20§1, 25, 93 επ. Σ., 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., 6§1 ΕΣΔΑ και 2§3 του κυρωθέντος μέσω του Ν. 2462/1997 Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, στη διασφάλιση της ορθής και ταχείας εφαρμογής του ουσιαστικού δικαίου για τη διευθέτηση των αγόμενων προς κρίση διαφορών, με απώτερο σκοπό την κοινωνική ευρυθμία και ευημερία.

Β. Οι ευρύτερης εμβέλειας τροποποιήσεις του δικαίου της απόδειξης μέσω του Ν. 4335/2015

Ι. Η αποδεικτική διαδικασία

1. Η υποχώρηση των αρχών της προφορικότητας και της αμεσότητας στην τακτική διαδικασία

Δυνάμει της ρύθμισης της έκτης παραγράφου του νέου άρθρου 237 ΚΠολΔ, το οποίο ισχύει για τις κατατιθέμενες μετά την 1-1-2016 αγωγές (βλ. την πρώτη παράγραφο του άρθρου ένατου του Ν. 4335/2015), στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας δε λαμβάνει κατά κανόνα χώρα διεξαγωγή μαρτυρικής απόδειξης, παρά μόνον εφόσον κρίνεται από το δικαστήριο απολύτως αναγκαία συνεπεία της μελέτης του φακέλου της δικογραφίας (βλ. και την πέμπτη παράγραφο του άρθρου 237). Εκδίδεται προς τούτο, είτε, στην περίπτωση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, από τον πρόεδρο αυτού είτε, επί Μονομελούς Πρωτοδικείου ή Ειρηνοδικείου, από το δικάζοντα δικαστή, διάταξη για την επανάληψη της (ενιαίας) συζήτησης της υπόθεσης, στο ακροατήριο και σε μη συντομότερο των δεκαπέντε ημερών χρόνο, ώστε να εξετασθεί, ενώπιον του ήδη ορισθέντος εισηγητή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ή δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή του Ειρηνοδικείου (βλ. επιπροσθέτως το ά. 237§4 ΚΠολΔ), ένας συγκεκριμένος μάρτυρας ανά διάδικη πλευρά (βλ. και το ά. 396 του ίδιου κώδικα), στον τόπο, κατά την ημέρα και την ώρα που προβλέπει η προειρημένη διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου, εντός του ίδιου δικαστικού έτους, εκτός αν αυτό τυγχάνει χρονικά αδύνατο. Όταν λοιπόν οι διάδικοι έχουν προσκομίσει ένορκες βεβαιώσεις (βλ. επιπλέον τις §§1,2 του άρθρου 237), δεν επιτρέπεται η εν θέματι εξέταση τρίτου προσώπου, διότι οι μάρτυρες προέρχονται τότε υποχρεωτικά από τους ενόρκως βεβαιώσαντες, αλλά η επιλογή των εξεταστέων στο ακροατήριο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου (βλ. και το ά. 107 ΚΠολΔ). Στην περίπτωση αντιθέτως της μη προσκόμισης ένορκων βεβαιώσεων, η εξέταση μάρτυρα προϋποθέτει σωρευτικά ότι προτείνεται από το διάδικο τέτοιος και το δικαστήριο την αξιολογεί ως σκόπιμη, οπότε πρέπει να καταθέσει ο προτεινόμενος μάρτυρας (βλ. το ά. 106 ΚΠολΔ). Η καταχώριση της διάταξης για την επανάληψη της συζήτησης στο οικείο βιβλίο του δικαστηρίου, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων. Η καταχώριση αυτή δύναται επίσης να γνωστοποιείται, ύστερα από πρωτοβουλία του γραμματέα του δικαστηρίου, μέσω της αποστολής ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων. Εντός προθεσμίας οκτώ εργάσιμων ημερών από την εξέταση των μαρτύρων, οι διάδικοι δικαιούνται μάλιστα με προσθήκη να προβούν στην αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, αλλά νέοι ισχυρισμοί και προσκομιζόμενα για πρώτη φορά αποδεικτικά μέσα (π.χ. ένορκες βεβαιώσεις) δε λαμβάνονται υπόψη (ά. 237§7 ΚΠολΔ).
Τα προαναφερθέντα δεν ισχύουν στην τακτική διαδικασία ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ά. 524§1 ΚΠολΔ), δηλαδή του δικάζοντος κατ’ έφεση Μονομελούς Πρωτοδικείου, του Μονομελούς ή του Τριμελούς Εφετείου (ά. 17Α και 19 ΚΠολΔ), παρά μόνον όταν η έφεση έχει ασκηθεί από τον ερημοδικασθέντα στον πρώτο βαθμό διάδικο (ά. 524§2εδ.α και 528 ΚΠολΔ). Αν πάλι η πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε, με την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, η ενδεχόμενη εξέταση μαρτύρων στο δεύτερο βαθμό γίνεται ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου κατά την ίδια συζήτηση, όπως συνέβαινε πριν από τη θέση σε εφαρμογή του Ν. 4335/2015 (ά. 529 ΚΠολΔ).
Επί πολυμελών δικαστηρίων, των διαδικαστικών ζητημάτων της απόδειξης επιλαμβάνεται ειδικότερα, στο πλαίσιο της νέας δομής της τακτικής διαδικασίας, ο εισηγητής (ά. 237§6εδ.δ ΚΠολΔ), αλλά ως προς την αναγκαιότητα της εξέτασης μαρτύρων αποφαίνεται η σύνθεση μετά από διάσκεψη (αναλογία από το ά. 235εδ.α του ίδιου κώδικα). Η εν λόγω εξέταση διενεργείται, σύμφωνα με τα προμνημονευθέντα, από τον εισηγητή και ενώπιον αυτού, ο οποίος επιφορτίζεται με τα καθήκοντα του διευθύνοντος τη συζήτηση (ά. 233 και 234 ΚΠολΔ, πρβλ. το ά. 235εδ.β του ίδιου κώδικα).
Η προειρημένη διάταξη του προέδρου ή του δικαστή δε συνιστά εξάλλου απόφαση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προσβληθεί αυτοτελώς με ένδικα μέσα. Συμπροσβάλλεται ωστόσο με την εκδοθησόμενη για την υπό κρίση διαφορά οριστική απόφαση (επιχ. από το ά. 513§2 ΚΠολΔ), οπότε είναι δυνατό να προβληθεί ως λόγος έφεσης κατά της τελευταίας η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (πρβλ., για την αναίρεση, το ά. 561§1 ΚΠολΔ). Δεν αποκλείεται πάντως ο έλεγχος της εν θέματι διάταξης ως διαδικαστικής πράξης, κατόπιν άσκησης της γενικής ανακοπής των άρθρων 583 επ. (σε συνδ. με τα ά. 159 επ.) ΚΠολΔ.
Επέρχεται, ενόψει των προαναφερθέντων, σημαντική κάμψη των αρχών της προφορικότητας και, περαιτέρω, της αμεσότητας των αποδείξεων στην τακτική διαδικασία, ένεκα ακριβώς τόσο των προπεριγραφέντων θεσπιζόμενων μέσω του Ν. 4335/2015 περιορισμών σχετικά με την εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο ως κύρια έκφανση των προμνημονευθεισών θεμελιωδών αρχών όσο και της συνακόλουθης διεύρυνσης της χρήσης ένορκων βεβαιώσεων. Οι αρχές αυτές συνιστούν εντούτοις conditiones sine quibus non της άσκησης του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος απόδειξης και της πραγμάτωσης της υπερνομοθετικής επιταγής για δημόσια, ταχεία και δίκαιη διεξαγωγή της δίκης (ά. 20§1, 93 Σ. και 6§1 ΕΣΔΑ). Καθιστούν κατ’ επέκταση ευχερέστερες, εξαιτίας της αναγόμενης στην εντεύθεν προσωπική αντίληψη των δικαστών πληρέστερης αξιολόγησης του εμμάρτυρου μέσου, τη διασάφηση των ισχυρισμών των διαδίκων και την εκτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, προκειμένου να επιτυγχάνεται η ορθότερη και ταχύτερη θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματος. Η προειρημένη νέα ρύθμιση του άρθρου 237§6 ΚΠολΔ πρέπει επομένως να ερμηνεύεται προς την κατεύθυνση της ευρύτερης δυνατής αξιοποίησης του εμμάρτυρου μέσου, εφόσον κάτι τέτοιο αποβαίνει in concreto, κατόπιν στάθμισης των προαναφερθέντων υπό το φως των συνθηκών της ατομικής περίπτωσης, απολύτως αναγκαίο, λαμβανομένης επιπροσθέτως υπόψη της παραμέτρου ότι η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο δεν αποτελεί την κύρια αιτία καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης.

Δευτέρα 25 Απριλίου 2016

(video) 7o ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΝΩΣΗΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΟΙΝΙΚΟΛΟΓΩΝ ΜΕ ΘΕΜΑ: "ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ - Όψεις και όρια" [Πάτρα 15 & 16 Απριλίου 2016]

Δείτε σε video όλες τις εργασίες του Συνεδρίου :

7ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΟΙΝΙΚΟΛΟΓΩΝ
ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ - ΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΟΡΙΑ
ΠΑΤΡΑ, 15 ΚΑΙ 16 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2016
ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΠΑΤΡΩΝ


ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
Παρασκευή 15 Απριλίου 2016
17:00-18:00 Προσέλευση Συνέδρων 
18:00 Έναρξη Συνεδρίου
Προεδρία: Χριστόφορος Αργυρόπουλος, Δικηγόρος
Χαιρετισμοί 

18:45 Χρίστος Μυλωνόπουλος, Δικηγόρος, Καθηγητής ΕΚΠΑ "Δικαίωμα υπεράσπισης σε δίκες με διεθνείς όψεις" 
19:15 Γεώργιος Τριανταφύλλου Δικηγόρος, Επικ. Καθηγητής ΕΚΠΑ "Το δικαίωμα υπεράσπισης στις διαδικασίες έκδοσης και δικαστικής συνδρομής "
19:45 Δημήτριος Γιαννουλόπουλος Senior Lecturer Brunel University (London) "Το δικαίωμα συνηγόρου ως κατεξοχήν έκφανση του κοσμοπολιτικού δικαίου: Νομοθεσία της ΕΕ, νομολογία της ΕΣΔΑ και η «υιοθέτησή» 
τους από τα Κράτη Μέλη"


Σάββατο 16 Απριλίου 2016
Πρωινή Συνεδρίαση – Μέρος Α ́
Προεδρία: Γεώργιος Σπηλιωτόπουλος Πρόεδρος Εφετών
9:30 Παναγιώτης Χριστόπουλος Δικηγόρος, ΔΝ "Το δικαίωμα εξέτασης μαρτύρων και συλλογής αποδείξεων 
στην ποινική διαδικασία"
10:00 Άγγελος Κωνσταντινίδης, Δικηγόρος, Καθηγητής ΔΠΘ "Δικαίωμα υπερασπίσεως και δικηγορικό απόρρητο"

10:30 Θεοχάρης ΔαλακούραςΔικηγόρος, Καθηγητής ΔΠΘ "Η παραβίαση του δικαιώματος υπερασπίσεως και οι συνέπειές της"
Πρωινή συνεδρίαση – Μέρος Β ́
Προεδρία: Ηλίας Αναγνωστόπουλος Πρόεδρος ΕΕΠ
11:30 Αριστομένης Τζαννετής Δικηγόρος, Επικ. Καθηγητής ΕΚΠΑ "Η μετεξέλιξη του παραδοσιακού υπερασπιστικού προτύπου - Ο νέος ρόλος του συνηγόρου στην ποινική διαπραγμάτευση (Plea Bargaining)"
12:00 Αναστάσιος Τριανταφύλλου Δικηγόρος, Επικ. Καθηγητής ΔΠΘ "Δικαίωμα υπερασπίσεως σε διαδικασίες ειδικών χαρακτηριστικών"
12:30 Γεώργιος Φιτσιάλος Διευθύνων Σύμβουλος DNAlogy (παρέμβαση) 'Η χρησιμότητα και τα όρια των αναλύσεων DNA στην ποινική δίκη. Ο ρόλος του πραγματογνώμονα στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων"
12:40 -13:30 
Συζήτηση
Απογευματινή συνεδρίαση 
Προεδρία: Ελισάβετ Συμεωνίδου-Καστανίδου Δικηγόρος, Καθηγήτρια ΑΠΘ
17:30 Βασίλης Χειρδάρης Δικηγόρος

Δημήτριος Βούλγαρης, Δικηγόρος "Το δικαίωμα υπερασπίσεως των αδυνάτων (νομική βοήθεια, 
αυτεπαγγέλτως διοριζόμενος συνήγορος)" 

18:20 Σταύρος Τόγιας Δικηγόρος, ΜΔ Ποινικών Επιστημών ΕΚΠΑ (παρέμβαση) "Η επίδραση της πρόσφατης νομολογίας του ΔΕΕ στο δικαίωμα υπερασπίσεως (Με αφορμή τις υποθέσεις Radu, Melloni και Spasic)"
18:30-19:00 
Συζήτηση
19:00-20:00 
Στρογγυλή τράπεζα
Το δικαίωμα υπερασπίσεως: Αντίρροπες τάσεις
Συντονιστής: Πολυχρόνης Τσιρίδης Δικηγόρος, ΔΝ
Συμμετέχοντες: 
Διονυσία Μπιτζούνη,Αρεοπαγίτης 
Γεώργιος Σκλήρης Εισαγγελέας Εφετών
Ιωάννης Ηρειώτης, Αντιπρόεδρος ΕΕΠ
Αθανάσιος Ζαχαριάδης Δικηγόρος, Επικ. Καθηγητής ΑΠΘ
Όλγα Τσόλκα Δικηγόρος, Επικ. Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου
20:15 
Πέρας των εργασιών του Συνεδρίου - Πορίσματα

Κυριακή 24 Απριλίου 2016

«Το δικαίωμα υπερασπίσεως: Αντίρροπες τάσεις» [του Ιωάννη Θ. Ηρειώτη, Δικηγόρου]

[Εισήγηση στο 7o ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΝΩΣΗΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΟΙΝΙΚΟΛΟΓΩΝ ΜΕ ΘΕΜΑ: ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ: Όψεις και όρια, Πάτρα 15 & 16 Απριλίου 2016]

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
                                                                                                             Αρ. Σελίδας
1.
Εισαγωγικές σκέψεις
1



2.
Ενδεικτικές περιπτώσεις αντίρροπων τάσεων ως προς το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου
2



Ι.
Μη εφαρμογή του άρθρου 177 παρ. 2 Κ.Π.Δ. στα εγκλήματα διαφθοράς (Ν. 4022/2011) και στα φορολογικά αδικήματα (Ν. 2523/1997).
2



ΙΙ.
Τροποποίηση του άρθρου 340 παρ. 1 Κ.Π.Δ. – Δικαίωμα άπαξ άρνησης του κατηγορουμένου να εκπροσωπηθεί από αυτεπαγγέλτως διοριζόμενο συνήγορο
8



ΙΙΙ.

Τροποποιήσεις σχετικά με την εμφάνιση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του στο Δικαστικό Συμβούλιο:
Τροποποίηση του άρθρου 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ. και κατάργηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να ζητήσει αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου
Τροποποίηση του άρθρου 287 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ. και κατάργηση του δικαιώματος του προσωρινώς κρατουμένου να εμφανιστεί στο Συμβούλιο
11



   ΙV.
Τροποποίηση του άρθρου 364 παρ. 1 Κ.Π.Δ. – Περιορισμός του δικαιώματος του κατηγορουμένου να διαβαστεί πλήρως κάθε έγγραφο που χρησιμοποιεί για την υπεράσπισή του
17



3.
Αντί επιλόγου
20




Το δικαίωμα υπερασπίσεως: Αντίρροπες τάσεις
 του Ιωάννη Θ. Ηρειώτη

1. Εισαγωγικές σκέψεις

Η σύγχρονη οικονομική συγκυρία της Ελλάδας πυροδότησε μία κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στο κράτος, τους θεσμούς του και τους δημόσιους φορείς. Μέσα σε αυτή την κατάσταση η Πολιτεία επιχείρησε να στείλει ένα ηχηρό μήνυμα ότι καταπολεμά δραστικά την παρανομία, υποσχόμενη μεταξύ άλλων διαρθρωτικές αλλαγές και στον χώρο της δικαιοσύνης. Με την επίκληση της ανάγκης για επιτάχυνση της δίκης, για εξορθολογισμό και βελτίωση στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και για εκσυγχρονισμό της δικονομίας έχουν θεσπιστεί, από το 2010 μέχρι σήμερα, σημαντικές τροποποιήσεις σε βασικές διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ενώ συγχρόνως παρατηρείται η τάση του νομοθέτη για περιορισμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης του κατηγορουμένου και εκφράζονται βάσιμες επιφυλάξεις και αντιρρήσεις ως προς τη νομιμότητα των νέων αυτών μέτρων, τη συμβατότητά τους προς το Σύνταγμα και νόμους αυξημένης τυπικής ισχύος (λ.χ. Ε.Σ.Δ.Α.), τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, την εξασφάλιση μιας δίκαιης δίκης.
Η εμπέδωση στους πολίτες της αντίληψης ότι το κράτος λειτουργεί και ότι αποδίδεται δικαιοσύνη μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από μία δίκαιη δίκη όπου προστατεύεται η αξία του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.), όπου ο κατηγορούμενος ασκεί ουσιαστικά, πλήρως και ανεμπόδιστα τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματά του, και όχι μέσα από τεχνοκρατικές διατάξεις που με τα χαρακτηριστικά τους παραβιάζουν την έννοια της δικαιοσύνης καθαυτής, συρρικνώνουν τα δικαιώματα του κατηγορουμένου και υποβαθμίζουν την θέση του μετατρέποντάς τον από βασικό υποκείμενο της ποινικής δίκης σε αντικείμενο ενάσκησης κυριαρχικής δικαστικής εξουσίας. 
Έτσι, καλούμαστε σήμερα να διαχειριστούμε αντίρροπες τάσεις στην ποινική δίκη, όπου από την μία πλευρά δίνεται σαφές προβάδισμα στην επιτάχυνση της δίκης, ενώ από την άλλη περιορίζονται και υποχωρούν θεμελιώδη δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και παραβιάζονται θεσμικές εγγυήσεις του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α.

-2- Ενδεικτικές περιπτώσεις αντίρροπων τάσεων ως προς το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου

Ενδεικτικώς, θα μπορούσαν να αναφερθούν οι κάτωθι περιπτώσεις που προβληματίζουν έντονα την νομική κοινότητα λόγω της συρρίκνωσης ατομικών δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη:

Ι. Μη εφαρμογή του άρθρου 177 παρ. 2 Κ.Π.Δ. στα εγκλήματα διαφθοράς (Ν. 4022/2011) και στα φορολογικά αδικήματα (Ν. 2523/1997).

1. Ο κανόνας του άρθρου 177 Κ.Π.Δ. (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 3674/2008), προβλέπει ότι «αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία
Η ανωτέρω απαγόρευση ήταν απόλυτη και ίσχυε για όλα τα αποδεικτικά μέσα και για κάθε αδίκημα μέχρι την 24.12.2015.

2. Με το άρθρο 65 του ν. 4356/2015 (ΦΕΚ Α 181/24.12.2015) εισήχθη εξαίρεση στον ανωτέρω κανόνα του άρθρου 177 παρ. 2 Κ.Π.Δ. και συγκεκριμένα θεσπίστηκε ότι:
«1. Στις περιπτώσεις πράξεων κακουργηματικού χαρακτήρα, που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 2 του άρθρου 177 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εφόσον το αποδεικτικό μέσο αφορά πληροφορίες ή στοιχεία, στα οποία οι ανωτέρω εισαγγελείς έχουν δικαίωμα πρόσβασης κατά τις διατάξεις του άρθρου 17Α παρ. 8 εδάφιο α` του ν. 2523/1997 και του άρθρου 2 παρ. 5 εδάφιο α` του ν. 4022/2011.
  2. Η χρήση του παραπάνω αποδεικτικού μέσου κατά την παραπομπή και τη δίκη γίνεται δεκτή εφόσον κριθεί αιτιολογημένα ότι: α) η βλάβη που προκαλείται με την κτήση του είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος, τη σπουδαιότητα και την έκταση από τη βλάβη ή τον κίνδυνο που προκάλεσε η ερευνώμενη πράξη, β) η απόδειξη της αλήθειας θα ήταν διαφορετικά αδύνατη και γ) η πράξη με την οποία το αποδεικτικό μέσο αποκτήθηκε δεν προσβάλλει την ανθρώπινη αξία.»

Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

"Το δικαίωµα συνηγόρου στην αστυνοµική προανάκριση ως κατεξοχήν έκφανση του κοσµοπολιτικού δικαίου: Νοµοθεσία της ΕΕ, νοµολογία της ΕΣΔΑ και η «υιοθέτησή» τους από τα κράτη µέλη" (του Δηµήτριου Γιαννουλόπουλου, Επίκουρου Καθηγητή Ποινικού Δικαίου, Brunel University London]

[Σύνοψη εισήγησης στο 7ο Συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων (Πάτρα 15-16/4/2016)]


Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωµάτων του Ανθρώπου(ΕΔΔΑ) στηνυπόθεση  Salduz  κατά  Τουρκίας,  η  οποία  αναγνώρισε  για  πρώτη  φορά  στο  πλαίσιο  της νοµολογίας της Ευρωπαϊκής Σύµβασης των Δικαιωµάτων του Ανθρώπου(ΕΣΔΑ) το δικαίωµα πρόσβασης σε δικηγόρο ήδη από τα αρχικά στάδια της εξέτασης του κατηγορουµένου από την αστυνοµία έχει αποτελέσει τα τελευταία χρόνια τον κινητήριοµοχλό ριζοσπαστικών αλλαγών σε ευρωπαϊκά δικαϊικά συστήµατα αναφορικάµε τα δικαιώµατα του κατηγορουµένου κατά την αστυνοµική προανάκριση. Οι αλλαγές αυτές παρατηρούνται σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως η Γαλλία, το Βέλγιο, η Σκωτία, η Ιρλανδία και η Ολλανδία, στις οποίες θα κάνουµε ιδιαίτερη αναφορά στην εισήγησήµας και οι οποίες παραδοσιακά υπήρξαν εχθρικά διακείµενες στην ιδέα µιας πιο ενεργούς συµµετοχής του συνηγόρου υπεράσπισης στην αστυνοµική προανάκριση, µη διστάζοντας στην ουσία να περιορίσουν αυτόν σε παθητικό ρόλο κατά την εξέταση του κατηγορουµένου, αν όχι να τον κρατήσουν σε«απόσταση ασφαλείας»  από το αστυνοµικό τµήµα και τις διάφορες ανακριτικές πράξεις που τελούνται κατά αυτό το πρώιµο,  αλλά  τόσο  αποφασιστικής  σηµασίας  για  την µετέπειτα  αντιµετώπιση του κατηγορουµένου, στάδιο της προδικασίας.

Στις χώρες λοιπόν αυτές, σηµαντικές εξελίξεις – µε αφετηρία είτε νοµοθετική είτε τη νοµολογία ανωτάτων ή συνταγµατικών δικαστηρίων(είτε και τις δύο) – σηµατοδοτούνµια νέα  αντίληψη  ως  προς  το  ρόλο  του  συνηγόρου  υπεράσπισης  κατά  την  εξέταση  του κατηγορουµένου  από  την  αστυνοµία.  Σε  κάποιες  περιπτώσεις  οι  εξελίξεις  αυτές πραγµατώνονται µε ραγδαίους ρυθµούς,  µε τις αρµόδιες αρχές να κάνουν αποφασιστικά βήµατα στην κατεύθυνση ενόςµοντέλου αστυνοµικής προανάκρισης το οποίο να βρίσκεται σε µεγαλύτερη συνάρτησηµε τις αρχές της δίκαιης δίκης, ενώ σε άλλες περιπτώσεις ηµετάβαση σε ένα νέο καθεστώς αστυνοµικής προανάκρισης είναι επίπονη και αποτελεί προϊόν περαιτέρω διαπραγµάτευσης – πολλές φορές δε και σύγκρουσης – τόσο στο εσωτερικό εθνικών εννόµων τάξεων όσο καιµεταξύ αυτών και αρµόδιων ευρωπαϊκών θεσµών. Οι διαφορές αυτές στην αντιµετώπιση της νοµολογίας του ΕΔΔΑ µάλιστα δεν είναιµόνο ποσοτικές – για παράδειγµα δεν αφορούνµόνο το χρόνο που ενδεχοµένως χρειάζεται για να υιοθετήσουν διαφορετικάµέλη του Συµβουλίου της Ευρώπης τις λύσεις που προκρίνει η νοµολογία αυτή – συχνά είναι και διαφορές ποιοτικές, που αφορούν στο περιεχόµενο αυτό καθαυτό των δικαιωµάτων που κάθε εθνική έννοµη τάξη αναγνωρίζει ως πηγάζουσα από τη νοµολογία του Δικαστηρίου,  µε αποτέλεσµα να παρατηρείται ήδη σηµαντική ανοµοιογένεια ως προς τη θέση σε εφαρµογή της νοµολογίας Salduz σε διαφορετικές εθνικές έννοµες τάξεις.

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Ημερίδα ΔΣ Πατρών για τον ΚΠολΔικ. (III) : Παρέμβαση με θέμα «Ο νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας» [Αθανάσιος Π.Πανταζόπουλος, ΔΝ - Πρωτοδίκης] (βλ. και video)



Α) Οι τροποποιήσεις στο συγκεντρωτικό σύστημα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με το Ν. 4334/2015

       Ο νομοθέτης με το Ν.4334/2015 επιφέρει σοβαρές τροποποιήσεις στο συγκεντρωτικό σύστημα, το οποίο είναι θεμελιώδους σημασίας για την πολιτική δίκη, καθώς οριοθετεί χρονικά τους ισχυρισμούς των διαδίκων και το συζητητικό σύστημα[1].  Η ευρεία δε επισκόπηση του συστήματος συγκέντρωσης ξεφεύγει από τα στενά όρια της παρούσας, ενώ έχει τύχει ευρείας ανάπτυξης στη θεωρία και πυκνής νομολογιακής εφαρμογής. Ας σημειωθεί τηλεγραφικά ότι πρόκειται για τα «μέσα επίθεσης και άμυνας» των διαδίκων, εξαιρούμενων εκείνων που ρυθμίζονται ειδικώς στο νόμο (π.χ. περιεχόμενο αγωγής – άρθρο 111§2 ΚΠολΔ, ισχυρισμοί άρθρου 263 κλπ). Σε συστηματική ενότητα με το καταργούμενο άρθρο 269 ΚΠολΔ, ο νομοθέτης προβλέπει στο άρθρο 527 ΚΠολΔ απαράδεκτο προβολής νέων ισχυρισμών πλην εκείνων που προτείνονται από τον κυρίως παρεμβαίνοντα, των οψιγενών μεταξύ πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας δίκης, ως και εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 269 ΚΠολΔ. Ενώπιον δε του Αρείου Πάγου, κατ’ άρθρο 562 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται η ισχυρισμών αποσβεστικών της απαιτήσεως, έστω και οψιγενών, αν δεν τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας, [2] καθώς ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να καθίσταται τρίτος βαθμός δικαιοδοσίας.[3] Τέλος, στην αναγκαστική εκτέλεση σε αντίθεση με το προγενέστερο δίκαιο,[4] καθιερώνεται σύστημα συγκέντρωσης των ισχυρισμών με το άρθρο 935 ΚΠολΔ, το οποίο καλύπτει όλες τις εξαιρέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ,[5] σύμφωνα με το οποίο γεγενημένοι λόγοι ανακοπής που μπορούσαν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής είναι απαράδεκτοι σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της εκτέλεσης. Καθιερώνεται δηλαδή με την εξαίρεση των οψιγενών ισχυρισμών μεταξύ πρώτης και δεύτερης δίκης περί την εκτέλεση αυστηρό συγκεντρωτικό σύστημα.[6]

Σύντομη συγκριτική επισκόπηση του συγκεντρωτικού συστήματος

            Στο αγγλοαμερικανικό δίκαιο το δικονομικό σύστημα κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση του συγκεντρωτικού συστήματος επίκλησης και εξέτασης των ισχυρισμών των διαδίκων σε μία συνεδρίαση δικαστηρίου, επιλέγοντας οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων και τα αποδεικτικά τους μέσα να προσκομίζονται στην προδικασία (pre trial stage) με χορήγηση αυξημένων εξουσιών στο δικαστή κρίνοντας όχι μόνο ζητήματα αρμοδιότητας, συνάφειας, αλλά και ισχυρισμών που πρέπει να ξεκαθαρίσουν και αποδείξεων που πρέπει να προσκομιστούν ή να διενεργηθούν, μέχρι η υπόθεση να είναι ώριμη για συζήτηση στο ακροατήριο.[7]
            Στο γερμανικό δίκαιο, το οποίο ενέπνευσε τους συντάκτες της ΚΠολΔ,[8] καθιερώνεται μεν συγκεντρωτικό σύστημα με σημείο αναφοράς την προφορική συζήτηση της υπόθεσης (§282 ΖΡΟ), πλην όμως με τη διάταξη της §296 παρ.2 ΖΡΟ συγχωρούνται εκπροθέσμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα μέσα επίθεσης και άμυνας και πριν την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης,[9] κατά την ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου εφόσον δεν οδηγούν σε παρέλκυση της δίκης και δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια του διαδίκου. Η διάταξη έχει κριθεί από το συνταγματικό δικαστήριο ως σύμφωνη με το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα ακρόασης, καθώς αποτρέπει την απόρριψη ισχυρισμών που ανυπαίτια δεν προβλήθηκαν από τον διάδικο στις ανωτέρω περιπτώσεις.[10]
            Στο αυστριακό δίκαιο [11] επιτρέπεται μεν η υποβολή πραγματικών ισχυρισμών και αποδεικτικών μέσων μέχρι την τελευταία συζήτηση, πλην όμως το δικαστήριο δύναται κατόπιν αίτησης ή και αυτεπάγγελτα να τους απορρίψει, εφόσον κρίνει ότι αυτά από βαριά αμέλεια δεν προσκομίστηκαν προηγουμένως και η επίκληση τους δεν προκαλεί σοβαρή επιβράδυνση της διαδικασίας.
             Τέλος, στο γαλλικό δίκαιο[12] δεν καθιερώνεται συγκεντρωτικό σύστημα στον πρώτο βαθμό,[13] παρά μόνο στην δευτεροβάθμια δίκη ως συνέπεια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος. Και στο χρονικό αυτό στάδιο όμως προβλέπονται εξαιρέσεις[14], μετά δε από πρόσφατη τροποποίηση της σχετικής διάταξης η τελευταία θεωρείται δημοσίας τάξης και ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.[15]

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

Ημερίδα ΔΣ Πατρών για τον ΚΠολΔικ. (II) : "Οι τροποποιήσεις του ΚΠολΔ (ν. 4335/2015)" [του Δημητρίου Κράνη, αεροπαγίτη] (βλ. και video)

     
Οι τροποποιήσεις του ΚΠολΔ (ν. 4335/2015)- Εισήγηση σε διημερίδα του Δικηγορικού Συλλόγου Πάτρας/12-13 Δεκεμβρίου 2015 

     ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ
     Ι. Βιβλίο πρώτο: Γενικές διατάξεις [άρθρ. 47, 79 (89, 91), 94§2, 115§§2&3, 128§1, 143§1] 
     ΙΙ. Βιβλίο δεύτερο: Διαδικασία στα πρωτοβάθμια δικαστήρια [άρθρ. 208 -214, 214 Α-Γ (233§§ 2-4), 215§2, 223, 228 (231, 237-238), 244, 260§2, 283§2, 287§1, 294§1, 302§1, 340§1, 393§1, 421-424,       
     ΙΙΙ. Βιβλίο τρίτο: Ένδικα μέσα [άρθρ. 496§3, 498§2, 518§2, 524§2, 527, 544 αριθ. 6, 560 αριθ. 5&6, 562§4, 565§1, 571, 581§2, 585].  
     ΙV. Βιβλίο τέταρτο: Ειδικές διαδικασίες [άρθρ. 591].
     V. Βιβλίο πέμπτο: Ασφαλιστικά μέτρα [άρθρ. 682§1, 686§§1,5&6, 689, 691§3, 691 Α, 693, 697, 724, 729§5, 734§5].

Ι. Βιβλίο πρώτο: Γενικές διατάξεις.

Άρθρ. 47: Δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που παραπέμπει την υπόθεση σε ανώτερο (κίνδυνος καταστρατήγησης ή υπερβολικής επιβάρυνσης του ανώτερου δικαστηρίου· κατά τα λοιπά η νέα ρύθμιση αντινομεί προς τις διατάξεις των άρθρ. 513§1(α) και 553§1(α), κατά τις οποίες εξακολουθεί να επιτρέπεται έφεση και αναίρεση κατά των αποφάσεων που παραπέμπουν την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο λόγω αναρμοδιότητας ).
‘Αρθρ. 79: Κύρια παρέμβαση μόνο στον πρώτο βαθμό (στόχος η επιτάχυνση της δίκης, αμφίβολο όμως αν εξυπηρετείται και η οικονομία ευρύτερα της δίκης, αφού αντί για κύρια παρέμβαση στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης θα ξεκινήσει νέα δίκη).
Άρθρ. 94§2: Παράσταση χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο στις μικροδιαφορές και προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου (υποθέσεις άρα ειρηνοδικείου που υπερβαίνουν το όριο των 5.000 ευρώ, οπότε και δεν είναι μικροδιαφορές, απαιτούν πλέον δικηγόρο, ενώ προηγουμένως δεν ήταν αναγκαίος για υποθέσεις αξίας μέχρι τις 12.000 ευρώ· εξ άλλου προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου στοχεύουν, κατά κανόνα, οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων και συνεπώς χωρίς δικηγόρο είναι δυνατή η παράσταση και στις υποθέσεις αυτές, στις οποίες γινόταν προηγουμένως ρητή αναφορά· συνακόλουθα ως περιττά καταργούνται τα άρθρ. 251 και 311 που αφορούν υποδείξεις του ειρηνοδίκη σε διάδικο που παρίσταται χωρίς δικηγόρο).
Άρθρ. 115§§2&3: Υποχρεωτική η προφορική συζήτηση στον πρώτο βαθμό και στην εκούσια δικαιοδοσία με την επιφύλαξη των άρθρ. 237 και 238 (δηλαδή αίρεται “εν μέρει” η υποχρεωτικότητα της προφορικής συζήτησης στην τακτική διαδικασία με την έννοια ότι δεν εξετάζονται, κατ’ αρχήν, μάρτυρες, αλλά η διαδικασία είναι κυρίως έγγραφη). Ωστόσο δεν μπορεί με μόνη την ως άνω επιφύλαξη να θεωρηθεί ότι καταργείται πλήρως η προφορικότητα της συζήτησης στην τακτική διαδικασία στον πρώτο βαθμό, ώστε να επιτρέπεται κατά το άρθρ. 242§2 ΚΠολΔ η παράσταση στο ακροατήριο με απλή δήλωση (στο δεύτερο βαθμό η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική κατά το άρθρ. 524§2  μόνο στην περίπτωση του άρθρ. 528). Η κατάθεση προτάσεων είναι γενικώς υποχρεωτική με εξαίρεση τις υποθέσεις μικροδιαφορών (στις οποίες όμως δεν ορίζεται ο χρόνος κατάθεσής τους· αναγκαία έτσι η συμπλήρωση στο άρθρ. 468§1 ότι κατατίθενται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο)
Άρθρ. 128§1: Οι επιδόσεις γίνονται σε ενήλικο σύνοικο, χωρίς άλλες  διακρίσεις.
Άρθρ. 143§1: Ο δικαστικός πληρεξούσιος είναι και αντίκλητος όχι μόνο μέχρι την επίδοση της οριστικής απόφασης, αλλά μέχρι και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (η διάταξη εγκυμονεί κινδύνους υφαρπαγής τελεσίδικων ή αμετάκλητων αποφάσεων).

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

Ημερίδα ΔΣ Πατρών για τον ΚΠολΔικ. (I) : "Οι Διαταγές και η Εκουσία Δικαιοδοσία στο νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (μετά το Ν. 4335/2015)" [του Κωνσταντίνου Ηρ. Ρήγα, Δ.Ν., Πρωτοδίκη και Εισηγητή των Πτωχεύσεων Πατρών] (βλ. και video)

           

            Α. Διαταγές

            Στο επιγραφόμενο «Διαταγές» Δ΄ Κεφάλαιο του Τέταρτου Βιβλίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) ως προς τις ειδικές διαδικασίες συνενώνονται, κατόπιν του Ν. 4335/23-7-2015, σε δύο Τίτλους οι ρυθμίσεις της διαταγής πληρωμής και της διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου. Τούτο, διότι οι εν λόγω διαταγές συνιστούν εκτελεστούς τίτλους, οι οποίοι εκδίδονται με μονομερή διαδικασία και τη μετάθεση του δικαιώματος ακρόασης του καθ’ ου στο στάδιο που επακολουθεί την έκδοσή τους και την άσκηση κατ’ αυτών ανακοπής. Η διαταγή πληρωμής διέπεται πλέον από τις διατάξεις των άρθρων 623-636 ΚΠολΔ (Τίτλος Ι, πρώην ά. 623-634 ΚΠολΔ) και η διαταγή απόδοσης της χρήσης μισθίου απ’ αυτές των άρθρων 637-645 του ίδιου κώδικα (Τίτλος ΙΙ, πρώην ά. 662Α-662Θ ΚΠολΔ). Εξετάζονται λοιπόν εν συνεχεία οι σημαντικότερες τροποποιήσεις των ρυθμίσεων των διαταγών, οι οποίες επέρχονται διά του Ν. 4335/2015 και θα ισχύσουν, σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου ένατου του νόμου αυτού, από την 1-1-2016.

            Ι. Διαταγή πληρωμής[1]

1. Η προσθήκη στο άρθρο 623 ΚΠολΔ της προϋπόθεσης της ιδιωτικού δικαίου διαφοράς

            Στη διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ εισάγεται ως προϋπόθεση της έκδοσης της διαταγής πληρωμής να πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά, δηλαδή η απαίτηση να υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Τούτο συνάγεται επίσης ευχερώς από το συνδυασμό των ρυθμίσεων των άρθρων 1στοιχ.α και 591§1εδ.α ΚΠολΔ, αλλά και από το άρθρο 94 του Συντάγματος, οπότε η προδιαληφθείσα προσθήκη θα μπορούσε να παραλειφθεί[2]. Πρέπει πάντως να συσχετισθεί με τις διατάξεις των άρθρων 272Α επ. ΚΔΔ/μίας, οι οποίες προστέθηκαν μέσω του άρθρου 1 Ν. 4329/2015 και διέπουν την έκδοση διαταγής πληρωμής ως προς μη αμφισβητούμενες χρηματικές αξιώσεις που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις συναφθείσες στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών.

            2. Η νέα ρύθμιση του άρθρου 624§2 ΚΠολΔ

            Στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 624 ΚΠολΔ, η οποία προέρχεται από το εκπονηθέν από τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή υπό την προεδρία του καθηγητή Κλαμαρή Σχέδιο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας[3], καταργείται εν πρώτοις η αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση να μη διαμένει ο καθ’ ου η διαταγή πληρωμής στην αλλοδαπή κατά το χρόνο της έκδοσής της, με συνέπεια να είναι πλέον επιτρεπτή η έκδοση διαταγής πληρωμής εναντίον προσώπων που έχουν γνωστή κατοικία, έδρα ή διαμονή οπουδήποτε στην αλλοδαπή[4]. Διατηρείται άλλωστε η απαγόρευση της έκδοσης διαταγής πληρωμής κατά προσώπου αγνώστου διαμονής, εκτός αν έχει νόμιμα διορισμένο αντίκλητο, ήτοι μέσω δήλωσης στη γραμματεία του οριζόμενου στο άρθρο 142 ΚΠολΔ Πρωτοδικείου ή ρήτρας σε σύμβαση, διαφορετικά η διαταγή πληρωμής τυγχάνει άκυρη, πλην όχι αυτοδικαίως, αλλά ακυρώνεται κατόπιν της άσκησης ανακοπής[5].
            Η προαναφερθείσα ρύθμιση σχετικά με τα πρόσωπα που κατοικούν, εδρεύουν ή διαμένουν στην αλλοδαπή έχει ως ratio τη σημαντική βελτίωση των συνθηκών των διασυνοριακών επιδόσεων, εξαιτίας της ισχύος αφενός, μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), του Κανονισμού (Καν) 1393/2007 για τις επιδόσεις και αφετέρου, στις σχέσεις της Ελλάδας με πολλές άλλες χώρες, της πολυμερούς Σύμβασης της Χάγης της 15-11-1965, που κυρώθηκε από την Ελλάδα διά του Ν. 1334/1983 (ά. 28§1 του Συντάγματος), ως προς την επίδοση δικογράφων στην αλλοδαπή. Από το πεδίο ισχύος των προμνημονευθέντων νομοθετημάτων περί των διασυνοριακών επιδόσεων εξαιρούνται ωστόσο οι αφορώσες πρόσωπα αγνώστου διαμονής, οπότε είναι δικαιολογημένη η διατήρηση της αρνητικής διαδικαστικής προϋπόθεσης της έκδοσης διαταγής πληρωμής εις βάρος τέτοιων προσώπων, προκειμένου να διαφυλάσσεται το καθιερούμενο μέσω των διατάξεων των άρθρων 20§1 του Συντάγματος, 47§2 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. και 6§1 της Ε.Σ.Δ.Α. δικαίωμα ακρόασης του καθ’ ου η διαταγή πληρωμής, εκτός αν έχει νόμιμα διορισθεί αντίκλητος[6].