Στο επιγραφόμενο
«Διαταγές» Δ΄ Κεφάλαιο του Τέταρτου Βιβλίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
(ΚΠολΔ) ως προς τις ειδικές διαδικασίες συνενώνονται, κατόπιν του Ν. 4335/23-7-2015,
σε δύο Τίτλους οι ρυθμίσεις της διαταγής πληρωμής και της διαταγής απόδοσης της
χρήσης μισθίου. Τούτο, διότι οι εν λόγω διαταγές συνιστούν
εκτελεστούς τίτλους, οι οποίοι εκδίδονται με μονομερή διαδικασία και τη μετάθεση
του δικαιώματος ακρόασης του καθ’ ου στο στάδιο που επακολουθεί την έκδοσή τους
και την άσκηση κατ’ αυτών ανακοπής. Η διαταγή πληρωμής διέπεται πλέον από τις
διατάξεις των άρθρων 623-636 ΚΠολΔ (Τίτλος Ι, πρώην ά. 623-634 ΚΠολΔ) και η
διαταγή απόδοσης της χρήσης μισθίου απ’ αυτές των άρθρων 637-645 του ίδιου
κώδικα (Τίτλος ΙΙ, πρώην ά. 662Α-662Θ ΚΠολΔ). Εξετάζονται λοιπόν εν συνεχεία οι
σημαντικότερες τροποποιήσεις των ρυθμίσεων των διαταγών, οι οποίες επέρχονται
διά του Ν. 4335/2015 και θα ισχύσουν, σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του
άρθρου ένατου του νόμου αυτού, από την 1-1-2016.
Ι.
Διαταγή πληρωμής[1]
1. Η προσθήκη στο άρθρο
623 ΚΠολΔ της προϋπόθεσης της ιδιωτικού δικαίου διαφοράς
Στη διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ εισάγεται
ως προϋπόθεση της έκδοσης της διαταγής πληρωμής να πρόκειται για ιδιωτικού
δικαίου διαφορά, δηλαδή η απαίτηση να υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών
δικαστηρίων. Τούτο συνάγεται επίσης ευχερώς από το συνδυασμό των ρυθμίσεων των
άρθρων 1στοιχ.α και 591§1εδ.α ΚΠολΔ, αλλά και από το άρθρο 94 του Συντάγματος,
οπότε η προδιαληφθείσα προσθήκη θα μπορούσε να παραλειφθεί[2].
Πρέπει πάντως να συσχετισθεί με τις διατάξεις των άρθρων 272Α επ. ΚΔΔ/μίας, οι
οποίες προστέθηκαν μέσω του άρθρου 1 Ν. 4329/2015 και διέπουν την έκδοση
διαταγής πληρωμής ως προς μη αμφισβητούμενες χρηματικές αξιώσεις που πηγάζουν από
διοικητικές συμβάσεις συναφθείσες στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών.
2. Η νέα ρύθμιση του άρθρου 624§2
ΚΠολΔ
Στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 624
ΚΠολΔ, η οποία προέρχεται από το εκπονηθέν από τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή
υπό την προεδρία του καθηγητή Κλαμαρή Σχέδιο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας[3],
καταργείται εν πρώτοις η αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση να μη διαμένει ο καθ’
ου η διαταγή πληρωμής στην αλλοδαπή κατά το χρόνο της έκδοσής της, με συνέπεια
να είναι πλέον επιτρεπτή η έκδοση διαταγής πληρωμής εναντίον προσώπων που έχουν
γνωστή κατοικία, έδρα ή διαμονή οπουδήποτε στην αλλοδαπή[4]. Διατηρείται
άλλωστε η απαγόρευση της έκδοσης διαταγής πληρωμής κατά προσώπου αγνώστου
διαμονής, εκτός αν έχει νόμιμα διορισμένο αντίκλητο, ήτοι μέσω δήλωσης στη
γραμματεία του οριζόμενου στο άρθρο 142 ΚΠολΔ Πρωτοδικείου ή ρήτρας σε σύμβαση,
διαφορετικά η διαταγή πληρωμής τυγχάνει άκυρη, πλην όχι αυτοδικαίως, αλλά
ακυρώνεται κατόπιν της άσκησης ανακοπής[5].
Η προαναφερθείσα ρύθμιση σχετικά με
τα πρόσωπα που κατοικούν, εδρεύουν ή διαμένουν στην αλλοδαπή έχει ως ratio τη
σημαντική βελτίωση των συνθηκών των διασυνοριακών επιδόσεων, εξαιτίας της
ισχύος αφενός, μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), του
Κανονισμού (Καν) 1393/2007 για τις επιδόσεις και αφετέρου, στις σχέσεις της
Ελλάδας με πολλές άλλες χώρες, της πολυμερούς Σύμβασης της Χάγης της
15-11-1965, που κυρώθηκε από την Ελλάδα διά του Ν. 1334/1983 (ά. 28§1 του
Συντάγματος), ως προς την επίδοση δικογράφων στην αλλοδαπή. Από το πεδίο ισχύος
των προμνημονευθέντων νομοθετημάτων περί των διασυνοριακών επιδόσεων
εξαιρούνται ωστόσο οι αφορώσες πρόσωπα αγνώστου διαμονής, οπότε είναι
δικαιολογημένη η διατήρηση της αρνητικής διαδικαστικής προϋπόθεσης της έκδοσης
διαταγής πληρωμής εις βάρος τέτοιων προσώπων, προκειμένου να διαφυλάσσεται το
καθιερούμενο μέσω των διατάξεων των άρθρων 20§1 του Συντάγματος, 47§2 του Χάρτη
των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. και 6§1 της Ε.Σ.Δ.Α. δικαίωμα ακρόασης του
καθ’ ου η διαταγή πληρωμής, εκτός αν έχει νόμιμα διορισθεί αντίκλητος[6].
