Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

"Ο Αυτεπαγγέλτως Διοριζόμενος Συνήγορος και το Δικαίωμα Αναβολής ή Διακοπής της Δίκης" [του Βίκτωρα Τσιλώνη, Δικηγόρου, Υπ. δρ Νομικής ΑΠΘ, αρχισυντάκτη του περιοδικού Intellectum]

[Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύεται στα Ποινικά Χρονικά στον τόμο NH/2008, σελ. 758-763]

Η παρούσα μελέτη* επιχειρεί να εξετάσει τον θεσμό του αυτεπαγγέλτως διοριζόμενου συνηγόρου, όχι μόνο μέσα από την ανάλυση του νομικού πλαισίου αλλά και από πρακτική σκοπιά, μέσα δηλαδή από τις περιπτώσεις που συνήθως αυτός λαμβάνει χώρα σήμερα. Η λειτουργία του θεσμού, ο οποίος κρίνεται ιδιαίτερα σημαντικός για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και την προάσπιση των δικαιωμάτων πολιτών- κατηγορουμένων χωρίς άλλη δυνατότητα νομικής συνδρομής, αποτελεί εκτός των άλλων κάτοπτρο του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο ζήτημα αν ο αυτεπαγγέλτως διοριζόμενος συνήγορος έχει δικαίωμα να ζητήσει αναβολή ή διακοπή της δίκης ακόμη και παρά τη θέληση του κατηγορουμένου, ο οποίος στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων βρίσκεται ήδη έγκλειστος σε σωφρονιστικό κατάστημα και επιθυμεί διακαώς να (κατα)δικαστεί. Η σύγκρουση μεταξύ των επιθυμιών του κατηγορουμένου και της προβληματικής εφαρμογής του αυτεπάγγελτου διορισμού από τη μία πλευρά και των καθηκόντων του συνηγόρου και των λόγων ύπαρξης του θεσμού από την άλλη είναι εξόχως ενδιαφέρουσα αλλά και κρίσιμη. 

1. Οι από τον νόμο καθοριζόμενες περιπτώσεις αυτεπάγγελτου διορισμού συνηγόρου 
Οι περιπτώσεις αυτεπάγγελτου διορισμού συνηγόρου στη χώρα μας είναι ρητά περιορισμένες από το νόμο. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αυτεπάγγελτος διορισμός συνηγόρου συμβαίνει μόνο όταν: α) ο κατηγορούμενος εμφανιστεί και αποχωρήσει λόγω σοβαρής διαταραχής της υγείας ή άλλων λόγων και η δίκη αφορά κακούργημα (άρθρο 344 και 348 ΚΠΔ)[1], β) τεθεί ζήτημα υποβολής του κατηγορουμένου σε ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη (άρθρο 200 ΚΠΔ), γ) ο κατηγορούμενος ζητήσει ρητά από τον ανακριτή τον διορισμό συνηγόρου (άρθρο 100 § 3 ΚΠΔ), δ) ο συλληφθείς- κατηγορούμενος για αυτόφωρα πλημμελήματα υποβάλει αίτηση στο αρμόδιο δικαστήριο (άρθρο 423 ΚΠΔ), ε) ο κατηγορούμενος ζητήσει διορισμό συνηγόρου στη συζήτηση για την αιτηθείσα έκδοσή του (άρθρο 448 § 1 εδ. β΄ ΚΠΔ), και τέλος στ) ο κατηγορούμενος δικάζεται για μία ή περισσότερες κακουργηματικές πράξεις και δεν έχει συνήγορο (άρθρα 340 § 1, 376 και 402 ΚΠΔ)[2], [3]. 

Ωστόσο, οι παραπάνω περιπτώσεις θα πρέπει σήμερα να ιδωθούν μέσα από το πρίσμα του άρθρου 7 του ν. 3226/2004 με τίτλο «Παροχή νομικής βοήθειας σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος και άλλες διατάξεις», που ορίζει ότι υποχρεωτικός διορισμός συνηγόρου λαμβάνει χώρα όταν: α) ο κατηγορούμενος βαρύνεται για κακουργηματικές πράξεις, τόσο κατά το στάδιο της ανάκρισης όσο και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, β) ο κατηγορούμενος φέρεται να διέπραξε πλημμελήματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου για τα οποία ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο[4], γ) για εφέσεις κατά αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και για παράσταση κατά την εκδίκαση αυτών ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου εφόσον πρωτοδίκως έχει επιβληθεί στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον έξι μηνών, δ) για αναιρέσεις κατά αποφάσεων των ως άνω Δικαστηρίων και αποφάσεων του Μικτού Ορκωτού Εφετείου, του Πενταμελούς Εφετείου και του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων, εφόσον έχει επιβληθεί στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον ενός έτους, ε) για αιτήσεις επανάληψης της διαδικασίας, εφόσον έχει επιβληθεί στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον έξι μηνών, στ) για σύνταξη και υποβολή έγκλησης καθώς και παράσταση πολιτικής αγωγής σε κάθε βαθμό σε θύματα βασανιστηρίων και άλλων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (άρθρα 137Α και 137Β ΠΚ), διακρίσεων και παραβιάσεων της ίσης μεταχείρισης, εγκλημάτων κατά της ζωής, κατά της προσωπικής ελευθερίας και της γενετήσιας ελευθερίας, οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, κατά της ιδιοκτησίας και των περιουσιακών δικαιωμάτων, σωματικών βλαβών και εγκλημάτων σχετικών με το γάμο και την οικογένεια. 

2. Ο θεσμός του αυτεπαγγέλτως διοριζόμενου συνηγόρου στα κακουργήματα 

Η παρούσα μελέτη θα περιοριστεί στην ανάλυση των θεμάτων που ανακύπτουν στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος βαρύνεται με κακουργηματικές κατηγορίες και η υπόθεση εισάγεται στο ακροατήριο σε πρώτο βαθμό, δεδομένου ότι πρακτικά αυτή είναι η πλέον συνήθης περίπτωση που οι δικαστικές αρχές προβαίνουν σε αυτεπάγγελτο διορισμό συνηγόρου[5]. 

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και του άρθρου 7 του ν. 3226/2004 καθίσταται εμφανές ότι όταν κάποιος κατηγορείται για κακούργημα, η ελληνική πολιτεία έχει πλέον κρίνει[6] ότι σε τόσο σοβαρές υποθέσεις η παράσταση συνηγόρου είναι υποχρεωτική προς το συμφέρον της ορθής απονομής δικαιοσύνης. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο έχει θεσπιστεί απαρέγκλιτα σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις ο αυτεπάγγελτος διορισμός συνηγόρου, όχι μόνο δηλαδή όταν ο κατηγορούμενος δεν διαθέτει την οικονομική δυνατότητα για την πρόσληψη συνηγόρου[7], αλλά ακόμη και όταν δεν έχει ζητήσει τον διορισμό συνηγόρου ή δεν επιθυμεί καν την υπεράσπισή του με συνήγορο[8]. Στις περιπτώσεις αυτές η παρουσία του συνηγόρου κρίνεται επιβεβλημένη, επειδή θεωρείται ότι η ενεργή συμμετοχή του συνηγόρου στην ακροαματική διαδικασία συμβάλλει ουσιωδώς στην προάσπιση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου καθώς και στην αποφυγή μιας ενδεχόμενης δικαστικής πλάνης που θα προσέβαλε καίρια το κύρος της δικαιοσύνης. 


Με βάση τα προαναφερθέντα ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (όταν η διαδικασία δεν είναι αυτόφωρη[9] και ο κατηγορούμενος είναι παρών[10]) ρυθμίζει το ζήτημα του αυτεπάγγελτου διορισμού και ρητά θέτει σήμερα (στα άρθρα 340 § 1, 376 και 402 ΚΠΔ) την σωρευτική πλήρωση δύο μόνο προϋποθέσεων για τον διορισμό του συνηγόρου: 1) Η κατηγορία να αφορά κακούργημα και 2) ο κατηγορούμενος να μην έχει συνήγορο[11]. 

Αξίζει στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι στο παρελθόν (πριν δηλαδή την ψήφιση του ν. 3090/2002) είχε διαπιστωθεί ότι, όταν εμφανιζόταν ενώπιον του δικαστηρίου ένας κατηγορούμενος που βαρύνονταν για κακουργηματικές πράξεις, ο πρόεδρος του δικαστηρίου –βάσει της αρχής της δικαστικής βοήθειας προς τον κατηγορούμενο που συνίσταται στην εξήγηση των δικαιωμάτων του– συνήθιζε να τον ρωτά αν έχει συνήγορο. Εφόσον λάμβανε αρνητική απάντηση, διόριζε στον κατηγορούμενο ως συνήγορο έναν δικηγόρο απ’ όσους παρίσταντο στην αίθουσα (ανεξάρτητα, δηλαδή, από το εάν ο συγκεκριμένος συνήγορος ήταν εγγεγραμμένος στον ετήσιο κατάλογο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ή όχι)[12], μολονότι ευθέως σχετικό αίτημα εκ μέρους του κατηγορουμένου δεν είχε εξαρχής υποβληθεί[13]. Είτε επειδή η πρακτική αυτή έγινε σύντομα αντιληπτή είτε επειδή μεσολάβησε η κύρωση του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα με το ν. 2462/1997[14] είτε για άλλους λόγους[15], ο Έλληνας νομοθέτης αποφάσισε να προχωρήσει με το άρθρο 7 § 4 του ν. 3090/2002 στην τροποποίηση του άρθρο 340 § 1 ΚΠΔ και να ορίσει ρητά πλέον ότι ο διορισμός συνηγόρου σε κατηγορούμενο που φέρεται ότι διέπραξε κακουργηματικές πράξεις είναι υποχρεωτικός, ανεξαρτήτως δηλαδή από το αν το ζητήσει ο ίδιος ο κατηγορούμενος ή όχι. 

Πέμπτη 28 Απριλίου 2016

"Πρόσβαση στη φορολογική διοικητική δίκη (Access to justice in taxation cases)" [της Μαριλένας Ειρηνάκη, Πρωτοδίκη Δ.Δ.]

Access to justice in taxation cases
After the approval of a plethora of tax laws, in order to accelerate the procedure of collecting every pending tax penalty in general, an administrative procedure has been introduced and therefore it's strict implementation is nowadays the only means of access to the so called administrative tax trial.

I will briefly describe this administrative procedure.
According to article 63 of law 3174/2013 a specific administrative procedure is introduced – compalsory recaurse.  In paragraph 1 of the aforementioned article it is defined that the person who is liable for the payment of the tax, in case he defies any act has issued against him through the tax administration or in case of silent refusal he is obligated to submit compalsory recaurse asking for the re examination of the act in terms of the administrative procedure through the Internal Reexamination Authority  of the Tax Administration.

The apply is submitted to the tax authority that published the act or omitted its publication and has to refer to reasons and documents on to which the tax payer bases the apply. The apply has to be submitted within a 30 day period from the acts date of notification or omission.

I should also state that this by virtue of the aforementioned provision, delayis not suspended  between the 1st and the 31st of August.
It is pointed out that the appeal is necessary to include the applicants data for communication (address, e mail.) and also the attorneys data. The applicant alongside with this appeal submitts to Tax Authority an electronic file that includes:

The submitted compalsory recourse

The petition
The documentation invoked, accompanied by a statutory declaration in which the exact content of the electronic folder must be presented in full detail.

Subsequently, Tax Administration forwards the applicant' s application, within seven days, along with the attached documents and its legal reasoning report to the Internal Re examination Authority of Tax Administration in order for the latter to rule.

After the appeal, the payment of 50% of the tax under scruting is suspeded in condition  that the other 50% has already been paid.

The tax payer has the right to simultaneously submit a petition for the suspension of the payment.

The Internal Reexamination Authority is able to postpone the payment until it issues a final decision only on the grounds that the payment could cause an irreversible damage to the tax payer and it is valid until the final issue of the decision.

The Tax Cases Settlement Directory in order to evaluate irreversible damage is taking the following facts into account.

 -for a person: global income from every source for the two previous years needs to be declared and also the property and possessions of husband or wife and of minor children, by the time the appeal was submitted.

-for a legal  entity: global income from every source for the previous two years needs to be declared and also the property of legal entities the applicant is part of.

The ruling on the petition is issued within 30 days from the submission of the application to the Tax Authority, otherwise it is considered that the request is rejected. If no decision is issued within 30 days from the submission of the application, then the application is also considered as rejected.  Postponing of the payment does not exempt the tax payer  from the obligation to pay the interest, due to delayed tax payment. 

Δευτέρα 25 Απριλίου 2016

(video) 7o ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΝΩΣΗΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΟΙΝΙΚΟΛΟΓΩΝ ΜΕ ΘΕΜΑ: "ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ - Όψεις και όρια" [Πάτρα 15 & 16 Απριλίου 2016]

Δείτε σε video όλες τις εργασίες του Συνεδρίου :

7ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΟΙΝΙΚΟΛΟΓΩΝ
ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ - ΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΟΡΙΑ
ΠΑΤΡΑ, 15 ΚΑΙ 16 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2016
ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΠΑΤΡΩΝ


ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
Παρασκευή 15 Απριλίου 2016
17:00-18:00 Προσέλευση Συνέδρων 
18:00 Έναρξη Συνεδρίου
Προεδρία: Χριστόφορος Αργυρόπουλος, Δικηγόρος
Χαιρετισμοί 

18:45 Χρίστος Μυλωνόπουλος, Δικηγόρος, Καθηγητής ΕΚΠΑ "Δικαίωμα υπεράσπισης σε δίκες με διεθνείς όψεις" 
19:15 Γεώργιος Τριανταφύλλου Δικηγόρος, Επικ. Καθηγητής ΕΚΠΑ "Το δικαίωμα υπεράσπισης στις διαδικασίες έκδοσης και δικαστικής συνδρομής "
19:45 Δημήτριος Γιαννουλόπουλος Senior Lecturer Brunel University (London) "Το δικαίωμα συνηγόρου ως κατεξοχήν έκφανση του κοσμοπολιτικού δικαίου: Νομοθεσία της ΕΕ, νομολογία της ΕΣΔΑ και η «υιοθέτησή» 
τους από τα Κράτη Μέλη"


Σάββατο 16 Απριλίου 2016
Πρωινή Συνεδρίαση – Μέρος Α ́
Προεδρία: Γεώργιος Σπηλιωτόπουλος Πρόεδρος Εφετών
9:30 Παναγιώτης Χριστόπουλος Δικηγόρος, ΔΝ "Το δικαίωμα εξέτασης μαρτύρων και συλλογής αποδείξεων 
στην ποινική διαδικασία"
10:00 Άγγελος Κωνσταντινίδης, Δικηγόρος, Καθηγητής ΔΠΘ "Δικαίωμα υπερασπίσεως και δικηγορικό απόρρητο"

10:30 Θεοχάρης ΔαλακούραςΔικηγόρος, Καθηγητής ΔΠΘ "Η παραβίαση του δικαιώματος υπερασπίσεως και οι συνέπειές της"
Πρωινή συνεδρίαση – Μέρος Β ́
Προεδρία: Ηλίας Αναγνωστόπουλος Πρόεδρος ΕΕΠ
11:30 Αριστομένης Τζαννετής Δικηγόρος, Επικ. Καθηγητής ΕΚΠΑ "Η μετεξέλιξη του παραδοσιακού υπερασπιστικού προτύπου - Ο νέος ρόλος του συνηγόρου στην ποινική διαπραγμάτευση (Plea Bargaining)"
12:00 Αναστάσιος Τριανταφύλλου Δικηγόρος, Επικ. Καθηγητής ΔΠΘ "Δικαίωμα υπερασπίσεως σε διαδικασίες ειδικών χαρακτηριστικών"
12:30 Γεώργιος Φιτσιάλος Διευθύνων Σύμβουλος DNAlogy (παρέμβαση) 'Η χρησιμότητα και τα όρια των αναλύσεων DNA στην ποινική δίκη. Ο ρόλος του πραγματογνώμονα στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων"
12:40 -13:30 
Συζήτηση
Απογευματινή συνεδρίαση 
Προεδρία: Ελισάβετ Συμεωνίδου-Καστανίδου Δικηγόρος, Καθηγήτρια ΑΠΘ
17:30 Βασίλης Χειρδάρης Δικηγόρος

Δημήτριος Βούλγαρης, Δικηγόρος "Το δικαίωμα υπερασπίσεως των αδυνάτων (νομική βοήθεια, 
αυτεπαγγέλτως διοριζόμενος συνήγορος)" 

18:20 Σταύρος Τόγιας Δικηγόρος, ΜΔ Ποινικών Επιστημών ΕΚΠΑ (παρέμβαση) "Η επίδραση της πρόσφατης νομολογίας του ΔΕΕ στο δικαίωμα υπερασπίσεως (Με αφορμή τις υποθέσεις Radu, Melloni και Spasic)"
18:30-19:00 
Συζήτηση
19:00-20:00 
Στρογγυλή τράπεζα
Το δικαίωμα υπερασπίσεως: Αντίρροπες τάσεις
Συντονιστής: Πολυχρόνης Τσιρίδης Δικηγόρος, ΔΝ
Συμμετέχοντες: 
Διονυσία Μπιτζούνη,Αρεοπαγίτης 
Γεώργιος Σκλήρης Εισαγγελέας Εφετών
Ιωάννης Ηρειώτης, Αντιπρόεδρος ΕΕΠ
Αθανάσιος Ζαχαριάδης Δικηγόρος, Επικ. Καθηγητής ΑΠΘ
Όλγα Τσόλκα Δικηγόρος, Επικ. Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου
20:15 
Πέρας των εργασιών του Συνεδρίου - Πορίσματα

Κυριακή 24 Απριλίου 2016

«Το δικαίωμα υπερασπίσεως: Αντίρροπες τάσεις» [του Ιωάννη Θ. Ηρειώτη, Δικηγόρου]

[Εισήγηση στο 7o ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΝΩΣΗΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΟΙΝΙΚΟΛΟΓΩΝ ΜΕ ΘΕΜΑ: ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ: Όψεις και όρια, Πάτρα 15 & 16 Απριλίου 2016]

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
                                                                                                             Αρ. Σελίδας
1.
Εισαγωγικές σκέψεις
1



2.
Ενδεικτικές περιπτώσεις αντίρροπων τάσεων ως προς το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου
2



Ι.
Μη εφαρμογή του άρθρου 177 παρ. 2 Κ.Π.Δ. στα εγκλήματα διαφθοράς (Ν. 4022/2011) και στα φορολογικά αδικήματα (Ν. 2523/1997).
2



ΙΙ.
Τροποποίηση του άρθρου 340 παρ. 1 Κ.Π.Δ. – Δικαίωμα άπαξ άρνησης του κατηγορουμένου να εκπροσωπηθεί από αυτεπαγγέλτως διοριζόμενο συνήγορο
8



ΙΙΙ.

Τροποποιήσεις σχετικά με την εμφάνιση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του στο Δικαστικό Συμβούλιο:
Τροποποίηση του άρθρου 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ. και κατάργηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να ζητήσει αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου
Τροποποίηση του άρθρου 287 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ. και κατάργηση του δικαιώματος του προσωρινώς κρατουμένου να εμφανιστεί στο Συμβούλιο
11



   ΙV.
Τροποποίηση του άρθρου 364 παρ. 1 Κ.Π.Δ. – Περιορισμός του δικαιώματος του κατηγορουμένου να διαβαστεί πλήρως κάθε έγγραφο που χρησιμοποιεί για την υπεράσπισή του
17



3.
Αντί επιλόγου
20




Το δικαίωμα υπερασπίσεως: Αντίρροπες τάσεις
 του Ιωάννη Θ. Ηρειώτη

1. Εισαγωγικές σκέψεις

Η σύγχρονη οικονομική συγκυρία της Ελλάδας πυροδότησε μία κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στο κράτος, τους θεσμούς του και τους δημόσιους φορείς. Μέσα σε αυτή την κατάσταση η Πολιτεία επιχείρησε να στείλει ένα ηχηρό μήνυμα ότι καταπολεμά δραστικά την παρανομία, υποσχόμενη μεταξύ άλλων διαρθρωτικές αλλαγές και στον χώρο της δικαιοσύνης. Με την επίκληση της ανάγκης για επιτάχυνση της δίκης, για εξορθολογισμό και βελτίωση στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και για εκσυγχρονισμό της δικονομίας έχουν θεσπιστεί, από το 2010 μέχρι σήμερα, σημαντικές τροποποιήσεις σε βασικές διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ενώ συγχρόνως παρατηρείται η τάση του νομοθέτη για περιορισμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης του κατηγορουμένου και εκφράζονται βάσιμες επιφυλάξεις και αντιρρήσεις ως προς τη νομιμότητα των νέων αυτών μέτρων, τη συμβατότητά τους προς το Σύνταγμα και νόμους αυξημένης τυπικής ισχύος (λ.χ. Ε.Σ.Δ.Α.), τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, την εξασφάλιση μιας δίκαιης δίκης.
Η εμπέδωση στους πολίτες της αντίληψης ότι το κράτος λειτουργεί και ότι αποδίδεται δικαιοσύνη μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από μία δίκαιη δίκη όπου προστατεύεται η αξία του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.), όπου ο κατηγορούμενος ασκεί ουσιαστικά, πλήρως και ανεμπόδιστα τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματά του, και όχι μέσα από τεχνοκρατικές διατάξεις που με τα χαρακτηριστικά τους παραβιάζουν την έννοια της δικαιοσύνης καθαυτής, συρρικνώνουν τα δικαιώματα του κατηγορουμένου και υποβαθμίζουν την θέση του μετατρέποντάς τον από βασικό υποκείμενο της ποινικής δίκης σε αντικείμενο ενάσκησης κυριαρχικής δικαστικής εξουσίας. 
Έτσι, καλούμαστε σήμερα να διαχειριστούμε αντίρροπες τάσεις στην ποινική δίκη, όπου από την μία πλευρά δίνεται σαφές προβάδισμα στην επιτάχυνση της δίκης, ενώ από την άλλη περιορίζονται και υποχωρούν θεμελιώδη δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και παραβιάζονται θεσμικές εγγυήσεις του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α.

-2- Ενδεικτικές περιπτώσεις αντίρροπων τάσεων ως προς το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου

Ενδεικτικώς, θα μπορούσαν να αναφερθούν οι κάτωθι περιπτώσεις που προβληματίζουν έντονα την νομική κοινότητα λόγω της συρρίκνωσης ατομικών δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη:

Ι. Μη εφαρμογή του άρθρου 177 παρ. 2 Κ.Π.Δ. στα εγκλήματα διαφθοράς (Ν. 4022/2011) και στα φορολογικά αδικήματα (Ν. 2523/1997).

1. Ο κανόνας του άρθρου 177 Κ.Π.Δ. (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 3674/2008), προβλέπει ότι «αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία
Η ανωτέρω απαγόρευση ήταν απόλυτη και ίσχυε για όλα τα αποδεικτικά μέσα και για κάθε αδίκημα μέχρι την 24.12.2015.

2. Με το άρθρο 65 του ν. 4356/2015 (ΦΕΚ Α 181/24.12.2015) εισήχθη εξαίρεση στον ανωτέρω κανόνα του άρθρου 177 παρ. 2 Κ.Π.Δ. και συγκεκριμένα θεσπίστηκε ότι:
«1. Στις περιπτώσεις πράξεων κακουργηματικού χαρακτήρα, που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 2 του άρθρου 177 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εφόσον το αποδεικτικό μέσο αφορά πληροφορίες ή στοιχεία, στα οποία οι ανωτέρω εισαγγελείς έχουν δικαίωμα πρόσβασης κατά τις διατάξεις του άρθρου 17Α παρ. 8 εδάφιο α` του ν. 2523/1997 και του άρθρου 2 παρ. 5 εδάφιο α` του ν. 4022/2011.
  2. Η χρήση του παραπάνω αποδεικτικού μέσου κατά την παραπομπή και τη δίκη γίνεται δεκτή εφόσον κριθεί αιτιολογημένα ότι: α) η βλάβη που προκαλείται με την κτήση του είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος, τη σπουδαιότητα και την έκταση από τη βλάβη ή τον κίνδυνο που προκάλεσε η ερευνώμενη πράξη, β) η απόδειξη της αλήθειας θα ήταν διαφορετικά αδύνατη και γ) η πράξη με την οποία το αποδεικτικό μέσο αποκτήθηκε δεν προσβάλλει την ανθρώπινη αξία.»

Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

"Το δικαίωµα συνηγόρου στην αστυνοµική προανάκριση ως κατεξοχήν έκφανση του κοσµοπολιτικού δικαίου: Νοµοθεσία της ΕΕ, νοµολογία της ΕΣΔΑ και η «υιοθέτησή» τους από τα κράτη µέλη" (του Δηµήτριου Γιαννουλόπουλου, Επίκουρου Καθηγητή Ποινικού Δικαίου, Brunel University London]

[Σύνοψη εισήγησης στο 7ο Συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων (Πάτρα 15-16/4/2016)]


Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωµάτων του Ανθρώπου(ΕΔΔΑ) στηνυπόθεση  Salduz  κατά  Τουρκίας,  η  οποία  αναγνώρισε  για  πρώτη  φορά  στο  πλαίσιο  της νοµολογίας της Ευρωπαϊκής Σύµβασης των Δικαιωµάτων του Ανθρώπου(ΕΣΔΑ) το δικαίωµα πρόσβασης σε δικηγόρο ήδη από τα αρχικά στάδια της εξέτασης του κατηγορουµένου από την αστυνοµία έχει αποτελέσει τα τελευταία χρόνια τον κινητήριοµοχλό ριζοσπαστικών αλλαγών σε ευρωπαϊκά δικαϊικά συστήµατα αναφορικάµε τα δικαιώµατα του κατηγορουµένου κατά την αστυνοµική προανάκριση. Οι αλλαγές αυτές παρατηρούνται σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως η Γαλλία, το Βέλγιο, η Σκωτία, η Ιρλανδία και η Ολλανδία, στις οποίες θα κάνουµε ιδιαίτερη αναφορά στην εισήγησήµας και οι οποίες παραδοσιακά υπήρξαν εχθρικά διακείµενες στην ιδέα µιας πιο ενεργούς συµµετοχής του συνηγόρου υπεράσπισης στην αστυνοµική προανάκριση, µη διστάζοντας στην ουσία να περιορίσουν αυτόν σε παθητικό ρόλο κατά την εξέταση του κατηγορουµένου, αν όχι να τον κρατήσουν σε«απόσταση ασφαλείας»  από το αστυνοµικό τµήµα και τις διάφορες ανακριτικές πράξεις που τελούνται κατά αυτό το πρώιµο,  αλλά  τόσο  αποφασιστικής  σηµασίας  για  την µετέπειτα  αντιµετώπιση του κατηγορουµένου, στάδιο της προδικασίας.

Στις χώρες λοιπόν αυτές, σηµαντικές εξελίξεις – µε αφετηρία είτε νοµοθετική είτε τη νοµολογία ανωτάτων ή συνταγµατικών δικαστηρίων(είτε και τις δύο) – σηµατοδοτούνµια νέα  αντίληψη  ως  προς  το  ρόλο  του  συνηγόρου  υπεράσπισης  κατά  την  εξέταση  του κατηγορουµένου  από  την  αστυνοµία.  Σε  κάποιες  περιπτώσεις  οι  εξελίξεις  αυτές πραγµατώνονται µε ραγδαίους ρυθµούς,  µε τις αρµόδιες αρχές να κάνουν αποφασιστικά βήµατα στην κατεύθυνση ενόςµοντέλου αστυνοµικής προανάκρισης το οποίο να βρίσκεται σε µεγαλύτερη συνάρτησηµε τις αρχές της δίκαιης δίκης, ενώ σε άλλες περιπτώσεις ηµετάβαση σε ένα νέο καθεστώς αστυνοµικής προανάκρισης είναι επίπονη και αποτελεί προϊόν περαιτέρω διαπραγµάτευσης – πολλές φορές δε και σύγκρουσης – τόσο στο εσωτερικό εθνικών εννόµων τάξεων όσο καιµεταξύ αυτών και αρµόδιων ευρωπαϊκών θεσµών. Οι διαφορές αυτές στην αντιµετώπιση της νοµολογίας του ΕΔΔΑ µάλιστα δεν είναιµόνο ποσοτικές – για παράδειγµα δεν αφορούνµόνο το χρόνο που ενδεχοµένως χρειάζεται για να υιοθετήσουν διαφορετικάµέλη του Συµβουλίου της Ευρώπης τις λύσεις που προκρίνει η νοµολογία αυτή – συχνά είναι και διαφορές ποιοτικές, που αφορούν στο περιεχόµενο αυτό καθαυτό των δικαιωµάτων που κάθε εθνική έννοµη τάξη αναγνωρίζει ως πηγάζουσα από τη νοµολογία του Δικαστηρίου,  µε αποτέλεσµα να παρατηρείται ήδη σηµαντική ανοµοιογένεια ως προς τη θέση σε εφαρµογή της νοµολογίας Salduz σε διαφορετικές εθνικές έννοµες τάξεις.

Τετάρτη 20 Απριλίου 2016

"H ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΣ ΑΔΥΝΑΤΩΝ ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΔΔΑ" [Βασίλη Χειρδάρη, Δικηγόρου]

[Εισήγηση στο 7ο Συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων με θέμα : "ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ - Όψεις και Όρια" (Πάτρα 15 & 16/4/2016)]

Οι σημερινές οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες έχουν δημιουργήσει ένα εξαιρετικά δύσκολο πλαίσιο για τα υπερασπιστικά δικαιώματα των κατηγορουμένων και όχι μόνο. Η πρόσβαση στη δικαιοσύνη για ανθρώπους που έχουν οικονομική αδυναμία καθίσταται όχι μόνον προβληματική αλλά και τις περισσότερες φορές αδύνατη.
Στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια είναι πασιφανές ότι περνάμε μια πολύ δύσκολη οικονομική περίοδο. Μια περίοδο που έχει οδηγήσει πολλούς συμπολίτες μας σε οικονομική εξαθλίωση λόγω των συνθηκών, της μείωσης των αμοιβών, μισθών και συντάξεων, της ανεργίας, της φορολογικής πολιτικής κλπ.  
Παρά όμως τις συνθήκες αυτές το κόστος πρόσβασης στην ελληνική δικαιοσύνη όχι μόνον δεν έχει μειωθεί, όπως θα ήταν φυσιολογικό, αλλά αντίθετα έχει αυξηθεί και μάλιστα σημαντικά, με αποτέλεσμα η πρόσβαση σε αυτή να καθίσταται  απαγορευτική όχι μόνον για τους μη έχοντες  αλλά ακόμα και για όσους διαθέτουν μικρά ή ακόμα και μεσαία εισοδήματα.
Δεν είναι δυνατόν όμως να μιλάμε για σύγχρονο κράτος δικαίου, για ατομικά δικαιώματα και για  δίκαιη δίκη, όταν δεν υφίσταται στη πράξη η βάση στήριξης προστασίας όλων αυτών, που δεν είναι άλλη από την πρόσβαση σε δικαστήριο.
Έτσι καθίσταται εξαιρετικά χρήσιμη η παροχή δυνατότητας και αυτών που αδυνατούν οικονομικά στην αποτελεσματική πρόσβαση σε δικαστήριο, δεδομένου ότι η πρόσβαση δεν αποτελεί προνόμιο μιας μερίδας πολιτών (με οικονομικές δυνατότητες) αλλά θεμελιώδες δικαίωμα όλων.
Η παρούσα εισήγηση έχει ως σκοπό την συνοπτική παρουσίαση της νομολογίας του Δικαστηρίου του Στρασβούργου στην παροχή δωρεάν νομικής συνδρομής στους κατηγορουμένους και  στο καθεστώς του αυτεπαγγέλτως διοριζόμενου συνηγόρου και όχι την συνολική παρουσίαση και έρευνα του σοβαρού αυτού θέματος της υπεράσπισης των αδυνάτων.

I.                    ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΔΩΡΕΑΝ ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ
Το δικαίωμα της δωρεάν νομικής συνδρομής[1] θεμελιώνεται ρητά στο άρθρο 6 παρ. 3γ της Ευρωπαϊκής Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα («ΕΣΔΑ») αλλά και στο άρθρο 14 παρ. 3δ του Διεθνούς  Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά ∆ικαιώματα ("ΔΣΑΠΔ")[2]. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ("ΕΣΔΑ") έχει αναπτύξει μια λεπτομερειακή νομολογία σχετικά με το πώς θα πρέπει να παρασχεθεί η νομική συνδρομή, νομολογία που έχει ακολουθήσει στις βασικότερες πτυχές της και η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, που εφαρμόζει το Διεθνές  Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά ∆ικαιώµατα (ΔΣΑΠΔ).
Επίσης σχετικά πρόσφατα (20.12.2012) η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών υιοθέτησε το πρώτο αυτόνομο διεθνές κείμενο[3] το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής δωρεάν νομικής συνδρομής. Στο κείμενο αναγράφεται ότι : «… η δωρεάν νομική συνδρομή είναι ένα ουσιώδες στοιχείο μιας λειτουργικής και αποδοτικής ποινικής δικαιοσύνης, που βασίζεται στην αρχή του κράτους δικαίου, αποτελώντας τη βάση για την κατοχύρωση άλλων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος της δίκαιης δίκης» και συνεχίζει ότι «…τα κράτη μέλη οφείλουν να εγγυηθούν και να θεσπίσουν το δικαίωμα της δωρεάν νομικής συνδρομής στην εθνική έννομη τάξη τους  στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο …».
Πλέον των παραπάνω τόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων και η Επιτροπή  του ΟΗΕ για την πρόληψη των βασανιστηρίων , έχουν και οι δύο επανειλημμένως υπογραμμίσει την σοβαρότητα της νομικής συνδρομή ως θεμελιώδους εγγύησης ιδιαίτερα κατά του εκφοβισμού, της κακομεταχείρισης  και των βασανιστηρίων των συλλαμβανομένων, εντοπίζοντας τη σημασία  της στη χρονική περίοδο αμέσως μετά την σύλληψη των υπόπτων ή κατηγορουμένων, όπου υπάρχει άμεσος κίνδυνος για την εμφάνιση σοβαρών παραβιάσεων ατομικών δικαιωμάτων. Για τη αποτροπή τέτοιων περιστατικών και συνθηκών και για την πληρέστερη προστασία των ατόμων υπό κράτηση, συνιστούν ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να αναπτύξουν ένα κατάλληλο σύστημα νομικής συνδρομής για εκείνους που έχουν οικονομία αδυναμία να πληρώσουν δικηγόρο[4].

1. ΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΟΥ ΠΕΔΙΟΥ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΩΡΕΑΝ ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ[5]
Α. ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΔΩΡΕΑΝ ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ
 Κατά το άρθρο 6 παρ. 3γ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) κάθε άτομο έχει το δικαίωμα παροχής δωρεάν νομικής συνδρομής, εφόσον πληρούνται δύο προσθετικές προϋποθέσεις. Η πρώτη είναι το οικονομικό, εάν δηλ. ο κατηγορούμενος δεν διαθέτει επαρκή μέσα να πληρώσει δικηγόρο και η δεύτερη, όταν εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης[6]. Παρεμφερή διατύπωση ορίζει και το άρθρο 14 παρ. 3δ του ΔΣΑΠΔ. 
i.                    ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ
Εάν ένα πρόσωπο δεν έχει επαρκή μέσα για να πληρώσει δικό του δικηγόρο,  ικανοποιείται  η πρώτη προϋπόθεση που ορίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 3γ, της ΕΣΔΑ. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε πως το ΕΔΔΑ δεν παρέχει συγκεκριμένο ορισμό σχετικά με την έννοια επαρκή μέσα. Αντ ' αυτού, το Δικαστήριο του Στρασβούργου λαμβάνει υπ όψιν όλες τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε περίπτωσης, για να καθορίσει  κατά πόσο ο εναγόμενος δικαιούται χορήγησης της δωρεάν νομικής συνδρομής.

Τρίτη 19 Απριλίου 2016

"Δικαίωμα υπερασπίσεως και δικηγορικό απόρρητο" [του ΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ, Καθηγητή Πανεπιστημίου Θράκης]

Εισήγηση στο 7ο Συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων με θέμα : "ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ - Όψεις και Όρια" (Πάτρα 15 & 16/4/2016)


Διάγραμμα
 Ι. Εισαγωγή
ΙΙ. Νομοθετική ρύθμιση
1.      Καθήκον επαγγελματικής εχεμύθειας
2.      Απαγόρευση μαρτυρίας
3.      Κατασχέσεις και έρευνες σε γραφεία δικηγόρων
ΙΙΙ. Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότηση
      της τρομοκρατίας
IV. Συμπέρασμα
  
Ι. Εισαγωγή
Το δικηγορικό απόρρητο, το οποίο ανήκει στα κλασσικά απόρρητα, ευρίσκεται τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο των νομοθετικών και νομολογιακών εξελίξεων.
Το ότι υπάρχει ουσιαστική σχέση μεταξύ του δικαιώματος υπερασπίσεως κατά την αντίκρουση της κατηγορίας από πλευράς κατηγορουμένου στην ποινική δίκη και του δικηγορικού απορρήτου, είναι φανερό, όταν αναλογισθεί κανείς ότι η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ συνηγόρου υπερασπίσεως και κατηγορουμένου λόγω της κεφαλαιώδους σημασίας της εγγυάται την αποτελεσματική δικαστική προστασία του τελευταίου.
Συγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 20 § 1 του Συντ.: «Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του, όπως νόμος ορίζει».
Δηλαδή με την ανωτέρω διάταξη[1] καθιερώνονται συνταγματικά αφενός το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και αφετέρου το δικαίωμα δικαστικής ακροάσεως.
Αυτό σημαίνει ότι το πρόσωπο, που προστρέχει το δικηγόρο για νομική βοήθεια, αποκαλύπτει σε αυτόν στο πλαίσιο της μεταξύ τους σχέσης εμπιστοσύνης μυστικά γεγονότα της ιδιωτικής του ζωής[2], που αναφέρονται στον ιδιωτικό, οικογενειακό ή επαγγελματικό βίο του με σκοπό την πληρέστερη υπεράσπισή του.
Επίσης δεν πρέπει να αμφισβητείται ότι το δικηγορικό απόρρητο συνδέεται με το δικαίωμα που έχει ο καθένας να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να αξιώνει τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του[3]. Δηλαδή αυτή η συνταγματική προστασία της προσωπικής του ελευθερίας επεκτείνεται και στη σφαίρα απορρήτων του ατόμου (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντ.)[4].  
Επί πλέον το δικηγορικό απόρρητο κατοχυρώνεται τόσο στον ΠΚ όσο και στον ΚΠΔ[5]. Συγκεκριμένα με το άρθρο 371 ΠΚ τιμωρούνται οι δικηγόροι και οι βοηθοί τους με χρηματική ποινή ή με φυλάκιση μέχρι ενός έτους αν φανερώσουν ιδιωτικά απόρρητα που τους τα εμπιστεύθηκαν ή τα έμαθαν λόγω του επαγγέλματος τους ή της ιδιότητάς τους, ενώ με το άρθρο 212 ΚΠΔ επιβάλλεται στους συνηγόρους απαγόρευση εξέτασης τους ως μαρτύρων τόσο στην προδικασία όσοι και στη κύρια διαδικασία σχετικά με όσα τους εμπιστεύθηκαν οι πελάτες τους. Η ανωτέρω απαγόρευση διασφαλίζεται και από τις διατάξεις των άρθρων 261 και 262 ΚΠΔ, που απαγορεύουν την κατάσχεση εγγράφων των προσώπων, που αναφέρονται σ’αυτές.
Εκτός από τα άρθρα αυτά το δικηγορικό απόρρητο κατοχυρώνεται επίσης στο άρθρο 38 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013), ενώ το άρθρο 39 § 1 του ανωτέρω κώδικα ενίσχυσε την προστασία του δικηγορικού απορρήτου ορίζοντας ότι «απαγορεύεται η διεξαγωγή έρευνας για την αναζήτηση εγγράφων ή άλλων στοιχείων ή των ηλεκτρονικών μέσων αποθήκευσης αυτών, καθώς και η κατάσχεση αυτών για όσο χρόνο βρίσκονται στην κατοχή του δικηγόρου για υπόθεση που αυτός χειρίζεται».
Ακόμη το δικηγορικό απόρρητο διασφαλίζεται στο άρθρο 400 ΚΠολΔ, το οποίο απαγορεύει την εξέταση του δικηγόρου στην πολιτική δίκη σχετικά με γεγονότα, που καλύπτονται από το δικηγορικό απόρρητο.
Τέλος πρέπει να  επισημανθεί ότι η συνταγματική προστασία του δικηγορικού απορρήτου στα άρθρα 2 § 1 και 5 § 1 του Συντ. επεκτείνεται και στα άρθρα 9 (προστασία του ιδιωτικού βίου), 9A (προστασία των προσωπικών δεδομένων) και 19 του Συντ. (προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας) αφού επιβάλλει περιορισμούς στην απόδειξη, προκειμένου να διατηρηθεί μυστικός ένας κύκλος γεγονότων της ιδιωτικής ζωής κάθε ανθρώπου[6]. Με την έννοια αυτή είναι προφανής και η σχέση του δικηγορικού απορρήτου με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, όπως αυτό καθιερώνεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ[7].
Όμως σοβαρό ρήγμα στο στέρεο οικοδόμημα του δικηγορικού απορρήτου και στη σχέση του με τον εντολέα του έχει επιφέρει η θεσμοθέτηση ευρύτατων υποχρεώσεων για το δικηγόρο στο πεδίο του Ευρωπαϊκού-Κοινοτικού Δικαίου, που αναφέρονται στην αντιμετώπιση της νομιμοποίησης παράνομων εσόδων και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
Με άλλα λόγια με τις επιβαλλόμενες νέες υποχρεώσεις των δικηγόρων βάσει των διατάξεων του ν. 3691/2008, που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τη θεσμική κατοχύρωση του δικηγορικού λειτουργήματος, καταλύεται πλέον η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ δικηγόρου και εντολέα με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ουσιαστική υπεράσπιση του τελευταίου.

     ΙΙ. Νομοθετική ρύθμιση 
1. Καθήκον επαγγελματικής εχεμύθειας