Πέμπτη 31 Μαρτίου 2016

European Court of Human Rights : CASE OF M.S.S. v. BELGIUM AND GREECE (Application no. 30696/09)


Πραγματικά περιστατικά (το κείμενο της απόφασης σε link στο τέλος του κειμένου) : 
Ο προσφεύγων, Αφγανός υπήκοος, εισήλθε στην Ευρωπαϊκή Ένωση από την Ελλάδα. Τον Φεβρουάριο του 2009 έφτασε στο Βέλγιο, όπου ζήτησε άσυλο. Σύμφωνα με τον κανονισμό Δουβλίνο (165), το βελγικό Γραφείο Αλλοδαπών ζήτησε από τις ελληνικές αρχές να αναλάβουν την ευθύνη για την αίτηση ασύλου και διέταξε τον αιτούντα να φύγει από τη χώρα. Ο προσφεύγων υπέβαλλε αίτηση για την αναστολή της απόφασης απέλασής του στην Ελλάδα, η οποία απορρίφθηκε. Στο μεσοδιάστημα, οι ελληνικές αρχές διαβίβασαν στο βελγικό γραφείο αλλοδαπών, ένα τυποποιημένο έγγραφο με το οποίο αναλάμβαναν την ευθύνη τους να εξετάσουν την αίτηση ασύλου, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι ο αιτών θα είναι σε θέση να υποβάλει αίτηση ασύλου κατά την άφιξή του στη χώρα. Ακολούθως, στις 15 Ιουνίου του 2009 ο αιτών στάλθηκε πίσω στην Ελλάδα. Κατά την άφιξή του τέθηκε αμέσως υπό κράτηση για τέσσερις ημέρες, σε ένα κτίριο δίπλα στο αεροδρόμιο, με άθλιες συνθήκες, κατά τους ισχυρισμούς του. Στις 18 Ιουνίου του 2009 απελευθερώθηκε και του χορηγήθηκε πράσινη κάρτα, με την προειδοποίηση να παρουσιαστεί στις αρμόδιες αρχές και να δηλώσει τη διεύθυνση του, ώστε να του κοινοποιηθεί η πορεία της αίτησής του. Ο αιτών, καθώς δεν είχε κατοικία και άρα διεύθυνση, δεν παρουσιάστηκε καν στις αρμόδιες αρχές και μην έχοντας κανένα μέσο επιβίωσης, έζησε στο δρόμο. Αργότερα, καθώς προσπαθούσε να φύγει παρανόμως από την Ελλάδα, συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση για μία εβδομάδα στο κτίριο δίπλα στο αεροδρόμιο, όπου φέρεται να ξυλοκοπήθηκε από την αστυνομία. Μετά την απελευθέρωσή του, συνέχισε να ζει στο δρόμο.
Όταν η κάρτα του αιτούντος άσυλο ανανεώθηκε το Δεκέμβριο του 2009, ελήφθησαν μέτρα για να βρεθεί κάποιο κατάλυμα, χωρίς κανένα όμως αποτέλεσμα. 

Το ΕΔΑΔ με την απόφασή του καταδίκασε τόσο την Ελλάδα, όσο και το Βέλγιο για παραβίαση των άρθρων 3 και 13 της ΕΣΔΑ. Την μεν Ελλάδα άμεσα, λόγω της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης που επιφυλάσσεται στους αιτούντες άσυλο στα κέντρα συγκέντρωσής τους, και ιδίως για τις συνθήκες κράτησης και διαβίωσης (166), καθώς και τις αποτυχίες της διαδικασίας ασύλου και τον κίνδυνο της απέλασης στη χώρα καταγωγής τους, χωρίς σοβαρή εξέταση της ουσίας της αίτησης τους και χωρίς πρόσβαση σε μια αποτελεσματική θεραπεία (167). 
Το δε Βέλγιο, εμμέσως, εξαιτίας της απομάκρυνσης του αιτούντος άσυλο στην Ελλάδα, όπου εκτέθηκε σε μεταχειρίσεις που είναι αντίθετες με τις εγγυήσεις της Σύμβασης. 

Η απόφαση αυτή είναι διδακτική από πολλές απόψεις. 
Καταρχάς, από πλευράς ουσίας ενισχύει τα δικαιώματα των προσώπων αιτούντων άσυλο (168), επιβεβαιώνοντας την αρχή της μη επαναπροώθησης (169). Όσον αφορά το κρίσιμο ζήτημα της ευθύνης του Βελγίου - λόγω της μεταφοράς του αιτούντος άσυλο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 παρ. 1 του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ- το Δικαστήριο, αφού παρέθεσε τις βασικές αρχές της Bosphorus (170), κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν τίθεται πεδίο εφαρμογής της, δεδομένου ότι: 
«…οι Βελγικές Αρχές θα μπορούσαν, σύμφωνα με τον Κανονισμό, να μην προωθήσουν τον προσφεύγοντα, αν είχαν θεωρήσει ότι το κράτος προορισμού, δηλαδή η Ελλάδα, δεν πληρούσε τις υποχρεώσεις της απέναντι στη Σύμβαση (…) Συνεπώς το Δικαστήριο θεωρεί ότι το επίδικο μέτρο που έλαβαν οι Βελγικές Αρχές δεν υπαγόταν αυστηρά στις διεθνείς έννομες υποχρεώσεις που δεσμεύουν το Βέλγιο». (171)
Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο στηριζόμενο στο γράμμα της παρ. 2 του άρθρου 3 του Κανονισμού, γνωστή και ως «ρήτρα κυριαρχίας», εκτίμησε ότι οι Βελγικές Αρχές διέθεταν τη διακριτική ευχέρεια - γεγονός που τις τοποθετεί αυτόματα εκτός του πεδίου της Bosphorus - να εφαρμόσουν τη ρήτρα κυριαρχίας και να εξετάσουν οι ίδιες, την αίτηση ασύλου. Επιπλέον, έλαβε δεόντως υπόψη του ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της απόφασής των αρμόδιων εθνικών αρχών, είχαν ήδη δημοσιευτεί μια σειρά από αντικειμενικά στοιχεία (172), τα οποία τους επέτρεπαν, να γνωρίζουν την επικρατούσα κατάσταση στην Ελλάδα και την έλλειψη εγγυήσεων προστασίας σε αυτή, των αιτούντων άσυλο. 

Δεν μπορεί παρά να διακρίνει κανείς τη μομφή που επιρρίπτει το Δικαστήριο, μέσω της διαπίστωσης παραβίασης σε βάρος της Ελλάδος και του Βελγίου, στο σύστημα του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ της ΕΕ και στις εγγενείς του αδυναμίες (173), επισημαίνοντας εμμέσως, πλην σαφώς, την ανάγκη τροποποίησης του (174). Το ΕΔΑΔ με την απόφασή του εφιστά την προσοχή των κρατών μελών σε ένα ζήτημα ιδιαίτερα ευαίσθητο και πολιτικά λεπτό, όπως αυτό του ασύλου. 
Από την άλλη, μια δεύτερη ανάγνωση της απόφασης αναδεικνύει κρίσιμα ζητήματα που έχουν προκαλέσει έντονη συζήτηση και προβληματισμό, στο πλαίσιο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Ένωσης στην ΕΣΔΑ. Πιο αναλυτικά, αποφαινόμενο το ΕΔΑΔ ότι οι Βελγικές Αρχές, κατ’ ενάσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας, απέκλεισαν την εφαρμογή της ρήτρας κυριαρχίας, εκ των πραγμάτων κλήθηκε να ερμηνεύσει - έστω κι ακροθιγώς - την επίμαχη διάταξη του ενωσιακού δικαίου. Και ναι μεν, η συγκεκριμένη διάταξη φάάνηκε αρκετά σαφής, ώστε εύκολα το Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμά του, όμως διερωτάται κανείς τι θα γίνει σε μια μελλοντική περίπτωση, όπου τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό πλαίσιο της υπόθεσης θα είναι πιο περίπλοκα. (175) Ο ως άνω προβληματισμός άπτεται ενός γενικότερου· εκείνου της διατήρησης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της ΕΕ (176) κατά τη διαδικασία προσχώρησης, πρωτίστως δε του αποκλειστικού προνομίου (177) του Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου να «εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου κατά την εφαρμογή και την ερμηνεία των Συνθηκών» (178).
Μαγδαληνή Ε. Γαλίτου
----------------------------------------------------
163 ΕΔΑΔ(Τμήμα μείζονος συνθέσεως) 21.01.2011, MSS/Βελγίου και Ελλάδος, 30696/09, Reports of Judgements and Décisions 2011. 
164 Το «σύστημα του Δουβλίνου» στοχεύει στην εφαρμογή ενός κοινού συστήματος ευρωπαϊκού ασύλου και καθορίζει, μεταξύ άλλων, τους κανόνες προσδιορισμού του Κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση μιας αίτησης ασύλου από υπήκοο τρίτης χώρας. Βασική επιδίωξή του είναι η εξασφάλιση ότι κάθε αιτών έχει πρόσβαση σε διαδικασία ασύλου, εμποδίζοντας την εξέταση της αίτησης από περισσότερα του ενός κράτη μέλη. Ειδικότερα, τα κριτήρια και οι μηχανισμοί καθορισμού του αρμόδιου κράτους προβλέπονται από τον υπ’ αριθμ. 343/2003 Κανονισμό του Συμβουλίου της 18.02.2003 («Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ» ΕΕ L 50 της 25.2.2003, σ. 1-10). Ο κανονισμός αυτός αντικατέστησε με πράξη κοινοτικού δικαίου, τις διατάξεις της Σύμβασης Δουβλίνου του 1990 («Δουβλίνο Ι»). 
165 Το άρθρο 3 παρ. 1 του Κανονισμού 343/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ. 1 αυτού, ορίζει ως αρμόδιο κράτος για την εξέταση της αιτήσεως ασύλου, το κράτος εκείνο στο οποίο ο αιτών εισήλθε για πρώτη φορά στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 
166 MSS,ό.π. σκ.264. 
167 MSS,ό.π. σκ.321. 
168 Ωστόσο, και λαμβάνοντας υπόψη τον απόλυτο χαρακτήρα του άρθρου 3 της Σύμβασης, έχει επισημανθεί από τον πρώην Πρόεδρο του Δικαστηρίου, Costa J. ότι «δεν είναι στις προθέσεις και στους σκοπούς του Δικαστηρίου να αποτελέσει ένα δικαστήριο επόμενου βαθμού στις υποθέσεις μεταναστευτικού χαρακτήρα από όλη την Ευρώπη, καθώς και ότι ένα διεθνές δικαστήριο δεν μπορεί να επωμιστεί ένα τέτοιο βάρος. Γι’ αυτό εναπόκειται στα κράτη μέλη να προβλέψουν και να θεσπίσουν εσωτερικές διαδικασίες που να αντιμετωπίζουν τα ζητήματα αυτά».[Costa J.P., On the Legitimacy of the European Court of Human Rights’ Judgments, EuConst:2 (2011)σ.173-182 (181)]. 169 Άρθρο 33 Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για τους πρόσφυγες, διαθέσιμη σε http://www2.ohchr.org/english/law/refugees.htm, επίσκεψη 22.11.2012 και σε Παπασιώπη-Πασιά Ζ. Δίκαιο καταστάσεως αλλοδαπών, Β’ έκδοση (2004), Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.157-158 και 177). 
170 MSS,ό.π. σκ.338. 
171 MSS,ό.π. σκ.340.
172 MSS, ό.π. σκ.347-350. Με τις σκέψεις του αυτές το Δικαστήριο δικαιολόγησε και τους λόγους που οδήγησαν το ίδιο στην αλλαγή της προηγούμενης οικείας νομολογίας του, την οποία και επικαλέστηκε η Βελγική Κυβέρνηση, σύμφωνα με την οποία: α) στην περίπτωση κράτους που έχει την ιδιότητα του μέλους της Σύμβασης και φαίνεται να έχει προβλέψει διαδικασία αιτήσεως ασύλου που τηρεί την Σύμβαση, τότε η μεταφορά αιτούντος άσυλο σε αυτό, από άλλο κράτος δεν συνιστά έμμεση επαναπροώθηση και παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του τελευταίου [ΕΔΑΔ (απόφαση παραδεκτού) 07.03.2000, Τ.Ι/Ηνωμένου Βασιλείου, 43844/1998, Reports of Judgments and Decisions 2000-III] και β) η Ελλάδα, ελλείψει αντίθετης αποδείξεως τεκμαίρεται ότι θα τηρήσει το άρθρο 3 της Σύμβασης καθώς και τις υποχρεώσεις της από το κοινοτικό δίκαιο, σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις σε θέματα διαδικασίας και υποδοχής αιτούντων άσυλο [ΕΔΑΔ (απόφαση παραδεκτού) 02.12.2008, K.R.S./Ηνωμένου Βασιλείου,32733/08, αδημ]. 
173 Βλ. τη συγκλίνουσα γνώμη στην απόφαση του δικαστή Ροζάκη, ο οποίος περιγράφει με γλαφυρό τρόπο τη σημερινή κατάσταση στα εξωτερικά σύνορα των ευρωπαϊκών χωρών, ιδίως των ελληνικών, γεγονός που φαίνεται να μη λαμβάνεται επαρκώς υπόψη από τη μεταναστευτική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου και του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ. 
174 Η πεποίθηση αυτή ότι η εν λόγω απόφαση θα ωθήσει τη διαδικασία αναθεώρησης του συστήματος ασύλου, όπως διαμορφώνεται από τον Κανονισμό Δουβλίνου σήμερα, αποκαλύπτεται με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο στην μερικώς συγκλίνουσα-μερικώς διαφωνούσα γνώμη στην απόφαση του Δικαστή Sajo, ο οποίος «χαιρετεί το μεγαλύτερο μέρος των συνεχειών που θα δοθούν κατά πάσα πιθανότητα στην απόφαση αυτή, δηλαδή την αναμενόμενη βελτίωση της διαχείρισης των διαδικασιών ασύλου που υπάγονται στο σύστημα του Δουβλίνο».
175 Αναλυτικά για το ζήτημα αυτό βλ. Jacque (2011) ό.π. σ.1013-1014. 
176 Το Πρωτόκολλο υπ’ αριθμ. 8 της Συνθήκης Λισαβόνας και συγκεκριμένα το άρθρο 1 απαιτεί η συμφωνία προσχώρησης στην ΕΣΔΑ μεταξύ της ΕΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης να «εκφράζει την ανάγκη διαφύλαξης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της ΕΕ και του δικαίου της, ιδίως όσον αφορά α) την ενδεχόμενη συμμετοχής της Ένωσης στα ελεγκτικά όργανα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, β) τα μέσα για τον προσδιορισμό στις ατομικές προσφυγές του αρμόδιου καθ’ ου ή των αρμοδίων καθ’ ων, μεταξύ της ΕΕ και ενός ή περισσότερων Κρατών Μελών. Για μια ενδελεχής παρουσίαση των ερμηνειών της σχετικής πρόβλεψης, βλ. Mahoney P. (2011), ό.π. (18-22). 
177 Πρβλ. Γνωμοδότηση 1/91 του Δικαστηρίου της 14.12.1991 σχετικά με τη σχέδιο συμφωνίας της Κοινότητας με τις Χώρες της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών και την δημιουργία Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, Συλλογή 1991, Ι-6079 με κρίσιμες σκέψεις τις 34-35. 
178 Άρθρο 19 ΣΕΕ/Λ. 

Διαβάστε την απόφαση του Δικαστηρίου : CASE OF M.S.S. v. BELGIUM AND GREECE (Application no. 30696/09)

Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

"Αποδεικτικές απαγορεύσεις στην ποινική δίκη" [της Μαριάνθης Δ. Νούσκαλη, δικηγόρου]


Εισαγωγικά
Το ζήτημα των αποδεικτικών απαγορεύσεων αποτέλεσε διεθνώς ένα από τα γονιμότερα πεδία διαλόγου στον τομέα του ποινικού δικονομικού δικαίου, με αφετηρία τη σχετική μονογραφία  του Beling στις αρχές του 20ου αιώνα [1], και την εν συνεχεία αυξανόμενη, μέχρι και σήμερα, συγγραφική δραστηριότητα για την εν λόγω θεματική. Η ελληνική επιστήμη, όπως ήταν αναμενόμενο δεν έμεινε ανέπαφη  με την προβληματική  των αποδεικτικών απαγορεύσεων, με αποτέλεσμα να σημειωθεί μια πλούσια θεωρητική επεξεργασία του θεσμού αυτού, η οποία οδήγησε από τη δεκαετία του 1990 και μετά σε μία ραγδαία νομοθετική κινητικότητα.
Η παρούσα εργασία επιχειρεί στο πρώτο μέρος αυτής την αποσαφήνιση της έννοιας, των διακρίσεων και της λειτουργίας των αποδεικτικών απαγορεύσεων στο χώρο της ποινικής δικαιοσύνης, κάνοντας συνάμα μια σύντομη ιστορική αναφορά στα δικονομικά συστήματα αποδείξεων που ίσχυσαν παγκοσμίως από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα και στην εξέλιξη του θεσμού στην ελληνική έννομη τάξη. Στο δεύτερο μέρος της παρούσας γίνεται μια προσπάθεια προσέγγισης της δογματικής θεμελίωσης τόσο των εξαρτημένων όσο και των ανεξάρτητων αποδεικτικών απαγορεύσεων, με τη συνοπτική ανάλυση των σημαντικότερων θεωριών που αναπτύχθηκαν στην επιστήμη και την υιοθέτηση της ορθότερης κατά τη γνώμη της γράφουσας. Εν συνεχεία, στο τρίτο μέρος, εξετάζονται αναλυτικά τα επιμέρους στοιχεία της σημαντικότερης από τις ρυθμισμένες στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αποδεικτικές απαγορεύσεις, ήτοι η εξαρτημένη απαγόρευση αξιοποίησης της διάταξης του α. 177 παρ. 2, με αναφορά στις πιο συνηθισμένες περιπτώσεις απόκτησης  αποδεικτικών μέσων με αξιόποινες πράξεις από τις διωκτικές αρχές, που απασχόλησαν και απασχολούν μέχρι και σήμερα τη θεωρία και τη νομολογία. Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος της παρούσης ερευνάται η κάμψη της απαγόρευσης αξιοποίησης των παράνομων αποδεικτικών μέσων που κατατείνουν στην αθώωση ή την ελάφρυνση της θέσης του κατηγορουμένου, οι δικονομικές συνέπειες της αξιοποίησης των απαγορευμένων αποδείξεων στην ποινική δίκη και η καταγραφή των συμπερασμάτων που προέκυψαν από την μελέτη του υπό εξέταση θεσμού με την παράλληλη πρόταση κάποιων βελτιωτικών ρυθμίσεων
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΕΝΝΟΙΑ, ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ, ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΩΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΕΩΝ
1.      Εννοιολογική προσέγγιση και διακρίσεις των αποδεικτικών απαγορεύσεων.
Υπό τον όρο αποδεικτικές απαγορεύσεις νοείται ο θεσμός εκείνος του ποινικού δικονομικού συστήματος, αντικείμενο του οποίου αποτελούν όλοι οι νομικοί κανόνες που θέτουν περιορισμούς στην εν ευρεία έννοια αποδεικτική διαδικασία, δηλαδή τόσο στην απόκτηση όσο και στην αξιοποίηση ορισμένων αποδεικτικών μέσων σε όλα τα στάδια της ποινικής δίκης.[2]
Στην γερμανική και ελληνική επιστήμη έχει παγιωθεί η διάκριση των αποδεικτικών απαγορεύσεων σε επιμέρους κατηγορίες, προς διευκόλυνση της δογματικής θεώρησης τους. Από τον ίδιο τον ορισμό των αποδεικτικών απαγορεύσεων διαφαίνεται η πρώτη διάκρισή τους σε απαγορεύσεις κτήσεως και σε απαγορεύσεις αξιοποίησης του αποδεικτικού μέσου. Υπό τον όρο « κτήση» του αποδεικτικού υλικού νοείται η διαδικασία συγκέντρωσης πληροφοριών σχετικά με τη διάπραξη ενός εγκλήματος, η οποία περατούται στο χρονικό εκείνο σημείο κατά το οποίο το αποδεικτικό υλικό τίθεται στη διάθεση της αρμόδιας αρχής και υπό τον όρο «αξιοποίηση» του αποδεικτικού υλικού εκλαμβάνεται η επεξεργασία του περιεχομένου του, αρχομένης από τη λήψη γνώσης αυτού από την αρμόδια αρχή και διαρκούσης καθ’ όλης της έκτασης αξιολόγησής του[3]. Οι απαγορεύσεις κτήσεως με τους περιορισμούς που θέτουν στη συγκέντρωση αποδείξεων αποτελούν εξαίρεση από τη θεμελιώδη δικονομική αρχή της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας[4] , ενώ οι απαγορεύσεις αξιοποίησης με τους περιορισμούς που θέτουν στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού συνιστούν εξαίρεση από την αρχή της ηθικής απόδειξης[5].
Οι απαγορεύσεις αξιοποίησης διακρίνονται περαιτέρω σε εξαρτημένες ή μη αυτοτελείς και σε ανεξάρτητες ή αυτοτελείς. Οι εξαρτημένες αποδεικτικές απαγορεύσεις  προϋποθέτουν πάντοτε την προηγούμενη παράνομη συλλογή του αποδεικτικού υλικού  και συνεπώς εμφανίζονται ως επακόλουθο κάποιας παραβίασης συγκεκριμένης απαγόρευσης απόκτησης αποδείξεων. Έτσι, εξαρτημένη απαγόρευση αξιοποίησης είναι για παράδειγμα η ρυθμισμένη από τη διάταξη του α. 177 παρ. 2 ΚΠΔ. Τουναντίον, οι αυτοτελείς αποδεικτικές απαγορεύσεις καταφάσκονται ανεξάρτητα από την προηγούμενη παράνομη δραστηριότητα των διωκτικών αρχών ή των ιδιωτών κατά την απόκτηση του αποδεικτικού υλικού, η αξιοποίηση του οποίου από μόνη της θα πρόσβαλε θεμελιώδη έννομα αγαθά του ατόμου[6]. Οι περισσότερες αυτοτελείς αποδεικτικές απαγορεύσεις προκύπτουν ερμηνευτικά από διατάξεις του Συντάγματος, για το λόγο αυτό ονομάζονται και «συνταγματικές», π.χ. η αξιοποίηση ενός ημερολογίου που βρέθηκε στα πλαίσια μιας μια νόμιμης κατ΄ οίκον έρευνας και συμπεριλήφθηκε στη δικογραφία, χωρίς να λείπουν όμως και οι νομοθετικά θεσπισμένες ανεξάρτητες αποδεικτικές απαγορεύσεις, π.χ. οι προβλεπόμενες στις διατάξεις των α. 31 παρ. 2, 211 και 224 παρ. 2 ΚΠΔ.

2.  Σκοπός και λειτουργία των αποδεικτικών απαγορεύσεων.
Είναι παγκόσμια αποδεκτό ότι η αποστολή του ποινικού δικαίου συνίσταται στην εμπέδωση της κοινωνικής ειρήνης με αναγόρευση σε έννομα αγαθά και την προστασία όλων εκείνων των παραγόντων που συντελούν στη διατήρηση της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης[7]. Η αποστολή αυτή πραγματώνεται με την αποτελεσματικότητα της απονομής της ουσιαστικής ποινικής δικαιοσύνης, δηλαδή με την τιμωρία των πραγματικά ενόχων και την απαλλαγή των πραγματικά αθώων και έχει ως απώτατο συνταγματικό θεμέλιό της την αρχή του κράτους δικαίου σε συνδυασμό με την προστασία της αξίας του ανθρώπου[8]. Η πραγμάτωση αυτής της αποστολής συνεπάγεται αναπόφευκτα τον περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων, είτε των διαδίκων είτε τρίτων ( έρευνα σε κατοικία α. 253 ΚΠΔ, σωματική έρευνα 257 ΚΠΔ, ακρόαση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων 253Α παρ. 1 γ’ ΚΠΔ κ.ο.κ.), δεν επιτρέπεται όμως να λαμβάνει χώρα έναντι οποιουδήποτε τιμήματος[9], καθώς η άλλη όψη της αρχής του κράτους δικαίου συνίσταται στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ατόμων από την αυθαιρεσία της ποινικής καταστολής[10] .
Με το «άνοιγμα» μιας ποινικής δίκης τίθενται λοιπόν σε σύγκρουση δυο αντίρροπα συμφέροντα, αφενός η ταχεία και ορθή απονομή της δικαιοσύνης και αφετέρου η προστασία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, αλλά και τρίτων ενίοτε, η ικανοποίηση των οποίων αποτελεί συνταγματική υποχρέωση της Πολιτείας[11]. Μόνον μέσα από μια διαδικασία ορθολογικής στάθμισης των δυο αυτών αντικρουόμενων συμφερόντων καθίσταται δυνατή η  εξυπηρέτηση των στόχων του Ποινικού Δικαίου στα πλαίσια μιας δικαιοκρατούμενης κοινωνίας.

Κυριακή 27 Μαρτίου 2016

ΜονΔιοικΠρωτ. Λαρισας 153/2016 : "Ακύρωση πράξης επιβολής προστίμου Σ.ΕΠ.Ε. για μη αναγραφή εργαζόμενου σε ισχύοντα Πίνακα Προσωπικού και Ωρών Εργασίας"

Αριθμός απόφασης 153/2016

Το ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ -  ΤΜΗΜΑ Γ’ - ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαΐου 2015, με δικαστή τον Στυλιανό Παπαδόπουλο, Πρωτοδίκη Δ.Δ. και γραμματέα τη Χρυσάνθη Κατσίουλα, δικαστική υπάλληλο,
Για να δικάσει την προσφυγή με αριθμό κατάθεσης …..,
Της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «…» , που εδρεύει στη Λάρισα (..) και εκπροσωπείται από τον διαχειριστή αυτής …., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξ. δικηγόρου Λάρισας ΧΤ,
Κατά  του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται στην προκείμενη περίπτωση , κατ΄ άρθρο 326 παρ. 4 του ν 4072/2012 (ΦΕΚ Α’ 86), από τον κ. Προϊστάμενο του Περιφερειακού Κέντρου Πρόληψης Επαγγελματικού  Κινδύνου (ΚΕ.Π.Ε.Κ.) Κεντρικής Μακεδονίας και ήδη Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Θεσσαλίας – Στερεάς Ελλάδας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, για τον οποίο παραστάθηκε η εξουσιοδοτούμενη υπάλληλος της ίδιας υπηρεσίας …..
Κατά τη συζήτηση οι διάδικοι ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά .
Το Δικαστήριο αφού μελέτησε τη δικογραφία.
Σκέφτηκε σύμφωνα με το νόμο.
  1. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (……), επιδιώκεται η ακύρωση, άλλως η μεταρρύθμιση, της …/… πράξης επιβολής προστίμου των αρμόδιων Επιθεωρητών Εργασίας του Τμήματος Τεχνικής και Υγειονομικής Επιθεώρησης Λάρισας του Περιφερειακού ΚΕ.Π.Ε.Κ. Κεντρικής Ελλάδας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος της προσφεύγουσας πρόστιμο ύψους 10.549,44 ευρώ, για την αποδιδόμενη σ’ αυτήν παράβαση της εργατικής νομοθεσίας, και, ειδικότερα, του άρθρου 16 παρ. 5 εδ. α’ του ν 2874/2000, όπως ισχύει (διαπιστώθηκε η απασχόληση και η μη αναγραφή σε Πίνακα Απασχολούμενου Προσωπικού και Ωρών εργασίας της εργαζόμενης … ). Με τέτοιο αντικείμενο, η προσφυγή αυτή αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, για το λόγο δε ότι ασκήθηκε εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στην ουσία της.
  2. Επειδή, στο άρθρο 16 του ν. 2874/2000 (ΦΕΚ Α’ 286) ορίζεται ότι : «1. Κάθε εργοδότης υπαγόμενος στις διατάξεις του παρόντος υποχρεούται όπως μία φορά το χρόνο και κατά το χρονικό διάστημα από 15 Σεπτεμβρίου έως 15 Νοεμβρίου καταθέτει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, στην αρμόδια υπηρεσία του Σ.ΕΠ.Ε. – Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης, εις διπλούν, πίνακα με την επωνυμία, το είδος, τον τόπο λειτουργίας και το Α.Φ.Μ. της επιχείρησης ο οποίος θα περιλαμβάνει τα παρακάτω στοιχεία ενός εκάστου των απασχολούμενων σε αυτή μισθωτών…2. … 4. Με μέριμνα του εργοδότη το ένα αντίτυπο του ανωτέρω πίνακα παραλαμβάνεται από την υπηρεσία κατάθεσης σφραγισμένο και αναρτάται σε εμφανές σημείο του τόπου εργασίας χωρίς τη στήλη των καταβαλλόμενων αποδοχών προφυλασσόμενο κατάλληλα από τυχόν φθορές …5. (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο υποπαρ. ΙΑ.13 εδ 1 του ν. 4093/2012, ΦΕΚ Α΄222) 0 εργοδότης υποχρεούται να καταθέσει συμπληρωματικούς πίνακες προσωπικού ως προς τα μεταβληθέντα στοιχεία : α) για την πρόσληψη νέου εργαζόμενου, το αργότερο την ίδια μέρα της πρόσληψης και πάντως πριν την ανάληψη υπηρεσίας από τον εργαζόμενο, β) … Η κατάθεση συμπληρωματικών στοιχείων μπορεί να γίνει γραπτά ή ηλεκτρονικά».
  3. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 24 του ν 3996/2011 «Αναμόρφωση του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας, ρυθμίσεις θεμάτων Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 170) ορίζεται ότι : «1. (όπως το πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 23 του ν 4144/2013, ΦΕΚ Α’ 88) Στον εργοδότη που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας επιβάλλεται ύστερα από προηγούμενη πρόσκληση για παροχή εξηγήσεων Α. Πρόστιμο για καθεμία παράβαση από τριακόσια (300) ευρώ μέχρι πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ με αιτιολογημένη πράξη είτε του αρμοδίου Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης κατόπιν σχετικής εισήγησης του Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο είτε του αρμοδίου Προϊσταμένου Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης κατόπιν σχετικής εισήγησης του αντίστοιχου Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης είτε του Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο …2. …4. Προκειμένου περί των κάτωθι ευθέως αποδεικνυόμενων παραβιάσεων της νομοθεσία, επιβάλλεται κατά περίπτωση διοικητική κύρωση της παρ. 1 περίπτωση Α’ ή/και της παρ. 3 του άρθρου 26, μόλις αυτές διαπιστωθούν κατά δέσμια αρμοδιότητα του Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο :α. στις περιπτώσεις της παρ. 3 του άρθρου 26 και β. στις εξής περιπτώσεις :αα. μη ανάρτηση πίνακα προσωπικού και προγράμματος ωρών εργασίας, ββ. μη επίδειξη βιβλίου αδειών, γγ. μη επίδειξη ειδικού βιβλίου υπερωριών, δδ. μη επίδειξη βιβλίου ημερήσιων δελτίων απασχολούμενου προσωπικού οικοδομικών και τεχνικών έργων, εε. μη ανάρτηση κανονισμού εργασίας σε υπόχρεες επιχειρήσεις, στστ. μη επίδειξη εντύπων όρων ατομικών συμβάσεων εργασίας του προσωπικού, ζζ. μη επίδειξη εκκαθαριστικών σημειωμάτων αποδοχών προσωπικού για το τελευταίο τρίμηνο, ηη. μη χρήση ή/και μη χορήγηση Μέσων Ατομικής Προστασίας (ΜΑΠ) σε οικοδομικές εργασίες, θθ. μη επίδειξη της απαιτούμενης άδειας σε χειριστές Μηχανημάτων Έργου, ιι. μη επίδειξη πιστοποιητικού απαλλαγής από επικίνδυνα αέρια σε ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες, ιαια. μη επίδειξη πιστοποιητικού ελέγχου ανυψωτικών μηχανημάτων, ιβιβ. μη επίδειξη του βιβλίου δρομολογίων των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων και οδηγών τουριστικών λεωφορείων και ιγιγ. μη επίδειξη του βιβλιαρίου εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης κατηγοριοποιούνται οι παραβάσεις, καθορίζεται και ανακαθορίζεται το ύψος του προστίμου σε περίπτωση παραβίασης της εργατικής νομοθεσίας, καθώς και το ύψος του προστίμου του εδαφίου γ’ της παρ. 9 του άρθρου 3 και προσδιορίζονται συγκεκριμένα ποσά ανά παράβαση της περίπτωσης Β’ της παραγράφου 4. 6. Η πράξη επιβολής προστίμου κατά τα ανωτέρω κοινοποιείται με απόδειξη στον παραβάτη. Κατά της πράξης επιβολής προστίμου ασκείται προσφυγή ουσίας μέσα σε εξήντα μέρες από την κοινοποίηση της ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου …7. … 8. Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μπορεί να τροποποιούνται τα όρια του προστίμου που προβλέπεται από την περίπτωση Α’ της παραγράφου 1. 9. …». Δυνάμει του άρθρου αυτού, εκδόθηκε η 27397/122/19.8.2013 απόφαση του Υπουργού και του Υφυπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλειας και Πρόνοιας «Επιβολή διοικητικών κυρώσεων για τις ευθέως αποδιδόμενες παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας, κατά δέσμια αρμοδιότητα του Επιθεωρητή Εργασίας» 9ΦΕΚ Β’ 2062), στο άρθρο 1 της οποίας ορίζεται ότι : « α)Ειδικός Επιθεωρητής Εργασίας ή Επιθεωρητής Εργασίας που διαπιστώνει την μη αναγραφή εργαζόμενου στον ισχύοντα πίνακα προσωπικού που τηρείται από τον εργοδότη, επιβάλλει διοικητική κύρωση (πρόστιμο) σύμφωνα με το άρθρο 3 της παρούσης, κατά δέσμια αρμοδιότητα, χωρίς προηγούμενη πρόσκληση του για παροχή εξηγήσεων ως κατωτέρω : Παράβαση : Μη αναγραφή εργαζόμενου στον πίνακα προσωπικού. Επιβαλλόμενο πρόστιμο : ο κατώτατος νόμιμος νομοθετημένος μισθός, μη προσαυξημένος για κάθε τριετία προϋπηρεσίας επί (18) δεκαοκτώ μήνες εργασίας για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο – υπάλληλο και το κατώτατο νόμιμο νομοθετημένο ημερομίσθιο, μη προσαυξημένο για κάθε τριετία προϋπηρεσίας επί τετρακόσιες τρεις (403) ημέρες εργασίας για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο – εργατοτεχνίτη, ανάλογα με την ηλικιακή διάκριση που θεσπίζει η υποπαράγραφος ΙΑ 11 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012. Συγκεκριμένα για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο : για υπάλληλο ηλικίας άνω των 25 ετών … 10.549,44€ …».

Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

"Η ΒΙΩΣΙΜΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΩΣ ΣΥΝΙΣΤΑΜΕΝΗ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΘΑΛΑΣΣΙΑΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ" [του Τηλεμαχου Μπουρτζη, Δρ. Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας και Θαλάσσιας Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο]


Ι. Εισαγωγή: Η Ανάπτυξη στη Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας μέχρι το 1992


Η εξελικτική διαδικασία της κωδικοποίησης του Δικαίου της Θάλασσας, ήδη από τη δεκαετία του 1950 και το Συμβατικό Πλαίσιο των Συμβάσεων της Γενεύης του 1958, είχε αποδώσει στα παράκτια κράτη σημαντικά αποκλειστικά κυριαρχικά δικαιώματα οικονομικού χαρακτήρα σε νέες εκτεταμένες περιοχές, όπως η Ηπειρωτική Υφαλοκρηπίδα τους, ενώ παράλληλα κωδικοποίησε το εθιμικό δικαίωμα όλων των κρατών για την εκμετάλλευση φυσικών πόρων στην Ανοικτή Θάλασσα. Τα παραπάνω στοιχεία, σε συνδυασμό με τις ανάλογες ενέργειες σε επίπεδο άσκησης κυριαρχίας που συνδέονται με τα οικονομικά συμφέροντα των παράκτιων κρατών στην Αιγιαλίτιδα Ζώνη, καθιστούν αρκετά σαφές, ότι η οικονομική εκμετάλλευση των θαλασσών και των πόρων τους βρίσκεται στον πυρήνα του Δικαίου της Θάλασσας τόσο στην εθιμική όσο και τη σύγχρονη μορφή του.
Παρόλα αυτά, οι επιστημονικές ανησυχίες για τη σχέση πόρων και περιβάλλοντος σε σύνδεση με την οικονομική ανάπτυξη, εμφανίζονται ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και τις αρχές της επόμενης, σε ακαδημαϊκό αλλά και πολιτικό επίπεδο. Σε ακαδημαϊκό επίπεδο, καθοριστική υπήρξε η συμβολή των έργων Tragedy of the Commons και Limits to Growth[1], για την κατανόηση και ευαισθητοποίηση της ανάγκης προσδιορισμού της σχέσης της οικονομικής μεγέθυνσής και περιβάλλοντος και ζητημάτων ισότητας και δικαιοσύνης. Ειδικότερα σε σχέση με το θαλάσσιο χώρο, οι πρώτες πολιτικές απαντήσεις της διεθνούς κοινότητας εντοπίζονται στις αρχές της δεκαετίας του 1970, τόσο σε επίπεδο θεσμικών οργάνων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών με την εισαγωγή της έννοιας της Κοινής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας[2], όσο και σε επίπεδο Διεθνούς Κοινότητας[3].
Συνέπεια των παραπάνω υπήρξε το γεγονός ότι η Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας του 1982, αν και προηγήθηκε του εννοιολογικού προσδιορισμού της έννοιας της Βιώσιμης Ανάπτυξης με την μορφή που θα λάμβανε στα μέσα της δεκαετίας του 1980, αποτέλεσε την πρώτη ολιστική παγκόσμια νομική αντιμετώπιση περιβαλλοντικών αλλά και αναπτυξιακών ζητημάτων στο θαλάσσιο χώρο[4]

Είναι χαρακτηριστικό το περιεχόμενο του έργου των δύο από τις τρεις επιτροπές της Τρίτης Συνδιάσκεψης του Δικαίου της Θάλασσας (UNCLOS III – 1ης και 3ης), όπως και της προγενέστερης Seabed Committee (1η και 3η Υποεπιτροπή). Φαίνεται δηλαδή, ότι πέραν του έργου της 2ης Επιτροπής σε σχέση με το κλασικό Δίκαιο της Θάλασσας, οι ουσιαστικές προσθήκες της νέας τότε Σύμβασης, είχαν έναν ευρύτερο αναπτυξιακό χαρακτήρα. Παράλληλα στο κομμάτι του κλασικού Δικαίου της Θάλασσας εμφανίζονται στοιχεία που ξεφεύγουν από την παραδοσιακή κωδικοποίηση, αποδίδοντας δικαιώματα τόσο υπέρ τρίτων αλλά και της ανθρωπότητας στο σύνολο της, εισάγοντας το δικαίωμα και την υποχρέωση ορθολογικής χρήσης των ζώντων πόρων, καθώς και αναφορές σε ειδικές γεωγραφικές ομάδες κρατών, όπως τα αρχιπελαγικά, τα περίκλειστα και τα γεωγραφικά μειονεκτούντα. Συνοψίζοντας, μπορεί να θεωρηθεί ότι η Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας, αν και στο γενικό χαρακτήρα των οικονομικών δικαιωμάτων που αποδίδει στις θαλάσσιες ζώνες διατηρεί την παραδοσιακή προσέγγιση της κρατικής αρμοδιότητας, περιλαμβάνει εμφανώς στοιχεία και θεματικές που περιέχουν ψήγματα της μετέπειτα προσέγγισης της Βιώσιμης Ανάπτυξης.
Το επόμενο χρονικά κομβικό σημείο για τον εννοιολογικό προσδιορισμό της Βιώσιμης Ανάπτυξης με τη σημερινή μορφή της υπήρξε η έκθεση του 1987 “Our Common Future”[5], γνωστή και ως έκθεση Brutdland. Σε αυτή οριστικοποιήθηκε η τριπλή διάσταση που θα έπρεπε να λάβει το αναπτυξιακό φαινόμενο και η διαγενεακή του φύση. Ειδικά ως προς το ζήτημα των ωκεανών και θαλασσών, η έκθεση τόνισε ότι αυτοί θα αποτελούσαν σημαντικό ζήτημα για τη μελλοντική βιώσιμη προσέγγιση, ιδιαίτερα ως προς τη διαχείριση των πόρων τους, και, αναγνωρίζοντας τη σημασία της προόδου της ορθής διακυβέρνησης του θαλασσίου χώρου, αξιολόγησε ως ζωτικής σημασίας την επικύρωση και θέση σε ισχύ της Σύμβασης του Δικαίου της Θάλασσας[6]. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, παρά την ολοένα και μεγαλύτερη αναγνώριση του ρόλου των θαλασσών και των ωκεανών για ένα υγιή πλανήτη στο πλαίσιο των σχετικών διεθνών πολιτικών εξελίξεων, η ένταξη των θαλάσσιων δραστηριοτήτων στο πλήρες φάσμα της Βιώσιμης Ανάπτυξης ως προς τη συμβολή και τις επιπτώσεις τους αποτελούσε ακόμα μακρινή εξέλιξη.


ΙΙ. Ωκεανοί και Βιώσιμη Ανάπτυξη μετά το 1992: Αναζητώντας τη Συνέργεια

Μεταξύ των δύο Παγκόσμιων Συνδιασκέψεων για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη του 1972 και του 1992 εντοπίζεται μία σημαντική διαφοροποίηση της αντιμετώπισης του θαλασσίου περιβάλλοντος, μέσα και από την επιρροή νέων θεωρητικών προσεγγίσεων, όπως της Βιώσιμης Ανάπτυξης και της Περιβαλλοντικής Διακυβέρνησης. Αποτέλεσμα ήταν μία μετατόπιση από την τομεακή προσέγγιση (που χαρακτηρίζει και τις ρυθμίσεις της Σύμβασης του Δικαίου της Θάλασσας) σε πιο ολοκληρωμένες περιβαλλοντικές προσεγγίσεις, όπως αυτές αποτυπώθηκαν στο σχετικό Κεφάλαιο 17 της Agenda 21[7]. Επιπλέον, οι παγκόσμιες Συνδιασκέψεις για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη το 1992, 2002, 2012 και άλλες σημαντικές αναπτυξιακές Συνδιασκέψεις, όπως η Διάσκεψη της Χιλιετίας το 2000 ανέδειξαν σε παγκόσμιο πολιτικό ζήτημα την επίτευξη της βιωσιμότητας, εστιάζοντας άλλοτε στην περιβαλλοντική και άλλοτε στις κοινωνικό – οικονομικές παραμέτρους της.
Παράλληλα και υπό την επιρροή των παραπάνω στοιχείων, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 αρχίζει να λαμβάνει χώρα στο χώρο του Δικαίου της Θάλασσας μία μετεξέλιξή του από συμβατικό νομικό πλαίσιο σε σύστημα διακυβέρνησης, ιδιαίτερα δε μετά τη θέση σε ισχύ της Σύμβασης το 1994[8]. Πάντως παρά το γεγονός της ύπαρξης όρων άμεσα σχετιζόμενων με τη βιωσιμότητα και τις αρχές της Βιώσιμης Ανάπτυξης ήδη εντός της Σύμβασης του Δικαίου της Θάλασσας του 1982, μία πλήρης ενσωμάτωση των τριών παραμέτρων της (κατά τα πρότυπα της Συνδιάσκεψης του Rio το 1992) δεν εμφανίζεται μέχρι αρκετά πρόσφατα σε παγκόσμια κλίμακα, και παρά το γεγονός ότι η Σύμβαση έχει συστηματικά αναγνωριστεί ως όργανο για την επίτευξη των αρχών αυτών τόσο στην Έκθεση Brutdland, όσο και στην Agenda 21, τη Συνδιάσκεψη του Γιοχάνεσμπουργκ το 2002 αλλά και του Rio+20 το 2012[9]. Παραμένει όμως ένα συμβατικό κείμενο, το οποίο λόγω της γενικής και ευαίσθητης πολιτικά φύσης του δεν μπορεί εύκολα να ανανεωθεί και να προσαρμοστεί σε νέα δεδομένα. Το ρόλο αυτό έχει παίξει, τουλάχιστον στο κομμάτι της αλιείας, η σχετική ειδική συμφωνία του 1995, που υιοθέτησε αρκετά από τα σύγχρονα στοιχεία που είχαν εισαχθεί μεταξύ 1982 και 1995 στη διαχείριση πόρων όπως η βιώσιμη διαχείριση και η οικοσυστημική προσέγγιση[10]. Για το λόγο αυτό, ιδιαίτερα σημαντικός μοιάζει να είναι ο ρόλος του πολιτικού πυλώνα της Θαλάσσιας Διακυβέρνησης προς την κατεύθυνση αυτή, αφού οι θεσμοί και τα Όργανα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, μοιάζουν να αποτελούν τη γνήσια έκφραση των κρατών στο πεδίο[11].

Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Noμολογιακές διευκρινίσεις σχετικά με την αστική ευθύνη του Δημοσίου και των νπδδ από παράνομες ευμενείς πράξεις και με το αντικείμενο της αγωγής (ΣτΕ 7/2016)


της Ευγενίας Β. Πρεβεδούρου, Αναπληρώτριας Καθηγήτριας Διοικητικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Noμολογιακές διευκρινίσεις σχετικά με την αστική ευθύνη του Δημοσίου και των νπδδ από παράνομες ευμενείς πράξεις και με το αντικείμενο της αγωγής (ΣτΕ 7/2016)
1. H απόφαση ΣτΕ 7/2016 [7_2016] επαναλαμβάνει, συστηματοποιεί και διευκρινίζει περαιτέρω τις βασικές πτυχές της θεματικής σχετικά τόσο με την αστική ευθύνη του Δημοσίου και των νπδδ από παράνομες πράξεις όσο και με το αντικείμενο της αγωγής αποζημίωσης. Κατ’αρχάς, υπενθυμίζει τις προϋποθέσεις θεμελίωσης της αστικής ευθύνης του Δημοσίου και των νπδδ, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς, ενώ αναλύει την έννοια του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ πράξης και ζημίας. Στη συνέχεια, εξειδικεύει το περιεχόμενο της αποζημίωσης, διευκρινίζοντας ότι όταν ο λόγος ευθύνης του Δημοσίου ή νπδδ είναι η έκδοση ευνοϊκής για τον ζημιωθέντα πράξης παρά την έλλειψη των νόμιμων προϋποθέσεων έκδοσής της (όπως παράνομη οικοδομική άδεια), στο κύρος της οποίας ο ζημιωθείς ανυπαιτίως πίστεψε, η ευθύνη του Δημοσίου ή του νπδδ προς αποζημίωση εκτείνεται στην αποκατάσταση του αρνητικού διαφέροντος (διαφέροντος εμπιστοσύνης), το οποίο περιλαμβάνει τόσο την αποκατάσταση της περιουσίας του ζημιωθέντος στη θέση, στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε μεσολαβήσει η έκδοση της μη νόμιμης πράξης (θετική ζημία), όσο και το κέρδος που ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε εξ άλλης αιτίας, αν αυτός δεν είχε πιστέψει ανυπαιτίως στο κύρος της πράξης (αποθετική ζημία). Στην περίπτωση αυτή δεν νοείται αποκατάσταση θετικού διαφέροντος, δηλαδή αποζημίωση για ό,τι θα αποκόμιζε ο ζημιωθείς, αν η πράξη ήταν νόμιμη και, επομένως, στην εν λόγω περίπτωση ευθύνης του Δημοσίου δεν νοείται αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη (ΣτΕ 866/2011 7μ). Εν προκειμένω, η ευθύνη είναι ανάλογη προς την κατά τον Αστικό Κώδικα ευθύνη επί αδικοπραξίας (άρθρα 914 επ.), την προσυμβατική ευθύνη (άρθρα 197 επ.) και την ευθύνη λόγω διάψευσης εμπιστοσύνης στο ότι καταρτίσθηκε έγκυρη δικαιοπραξία (άρθρα 132, 145, 153, 171 παρ. 2, 225, 231 παρ. 2, 234 κτλ).
2. Στη συνέχεια, η απόφαση αναλύει το ένδικο βοήθημα της αγωγής αποζημίωσης, αναδεικνύοντας εμμέσως τη διάκρισή του από το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ουσίας. Αντικείμενο της αγωγής μπορεί να είναι η αναγνώριση ή η καταψήφιση χρηματικής αξίωσης από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου. Επομένως, με την αγωγή δεν μπορεί να ζητηθεί η αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας εννόμων σχέσεων ή δικαιωμάτων αλλά μόνον η αναγνώριση ή καταψήφιση χρηματικής αξίωσης (ΣτΕ 2112/1995, 1468/2008 σκ. 4, ΣτΕ 3872/2009 σκ. 3, 615/2012 7μ. Βλ. συναφώς Π. Λαζαράτου, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, Θέμις, 2014, αρ. περ. 651, ο οποίος επισημαίνει ότι υπό το διαπλαστικό ένδυμα της προσβολής διοικητικής πράξης με προσφυγή ή αίτηση ακύρωσης υποκρύπτονται θετικά ή αρνητικά αναγνωριστικά αιτήματα, αλλά τονίζει ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος de lege lata στο ελληνικό διοικητικό δίκαιο για την ύπαρξη γενικής αναγνωριστικής αγωγής έννομης σχέσης διοικητικού δικαίου υπό την τυπική έννοια). Η πράξη ή παράλειψη, την οποία έχει ως βάση η χρηματική αυτή αξίωση, ελέγχεται, ως προς την νομιμότητά της, σύμφωνα με το άρθρο 80 παρ. 2 του ΚΔΔ, μόνο παρεμπιπτόντως, εφόσον δεν υφίσταται δεδικασμένο (ΣτΕ 615/2012 7μ). Περαιτέρω, δεν είναι νοητή η άσκηση αγωγής με αίτημα την αποκατάσταση ζημίας, η οποία να προέρχεται από έννομες σχέσεις ή δικαιώματα των οποίων ζητείται η αναγνώριση, παρά μόνον η άσκηση αγωγής με αίτημα την αποκατάσταση ζημίας η οποία είναι απότοκος συγκεκριμένης παράνομης πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης με την οποία εκδηλώνεται άρνηση της Διοίκησης να ικανοποιήσει συγκεκριμένο αίτημα του διοικουμένου, το οποίο προβλέπεται από διάταξη νόμου. Εν προκειμένω, όταν κατεδαφίζεται διατηρητέο κτήριο ύστερα από άδεια των αρμόδιων αρχών, αγωγή αποζημίωσης κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ με αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας που αντιστοιχεί στις δαπάνες αποκατάστασης του διατηρητέου κτίσματος, ασκείται παραδεκτώς μόνον εφόσον έχει προηγηθεί άρνηση ή έχει στοιχειοθετηθεί παράλειψη της Διοίκησης να ικανοποιήσει εν όλω ή εν μέρει σχετικό αίτημα του διοικουμένου, αίτημα, δηλαδή, για απόδοση της σχετικής δαπάνης, ύστερα από τον υπολογισμό της. Αντιθέτως, δεν είναι παραδεκτή η άσκηση ευθείας αγωγής με αίτημα την απόδοση των σχετικών δαπανών αποκατάστασης του διατηρητέου κτίσματος χωρίς να έχει προηγηθεί η υποβολή σχετικού αιτήματος ενώπιον της Διοίκησης.
3. Δεδομένου ότι η υπόθεση αφορά οικοδομή η οποία χαρακτηρίσθηκε διαδοχικά ως επικινδύνως ετοιμόρροπη και ως διατηρητέα, ενώ στη συνέχεια εκδόθηκε για το ακίνητο στο οποίο βρίσκεται η οικοδομή οικοδομική άδεια, το Δικαστήριο αναλύει τις αυτοτελείς διαδικασίες χαρακτηρισμού οικοδομών ως διατηρητέων κατά τον Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό (ΓΟΚ) και κατ’ επιταγή των άρθρων 24 παρ. 1 και 6 του Συντάγματος, αφενός, και χαρακτηρισμού οικοδομών ως επικινδύνως ετοιμόρροπων, αφετέρου, και τη μεταξύ τους σχέση. Εν προκειμένω, για το ίδιο ακίνητο εκδόθηκε στις 9.2.1995 «πρωτόκολλο αυτοψίας επικίνδυνα ετοιμόρροπης οικοδομής» από υπαλλήλους του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας Αχαΐας, με συνέπεια την υποχρέωση κατεδάφισής του εντός 3 ημερών, στις 31.3.1997 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, με την οποία χαρακτηρίσθηκαν ως διατηρητέα κτήρια που βρίσκονταν εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Πατρέων, μεταξύ δε αυτών και το επίμαχο κτήριο, και στις 5.3.1998 χορηγήθηκε από τη Διεύθυνση ΧΟΠ της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αχαΐας άδεια οικοδομής(κατόπιν της από 22.12.1997 αίτησής του) για την ανέγερση στο ως άνω ακίνητο νέας τετραώροφης οικοδομής. Η άδεια αυτή δεν μπόρεσε να υλοποιηθεί, εφόσον διατάχθηκε η διακοπή των οικοδομικών εργασιών, η οποία καταλήγει σε ανάκληση της οικοδομικής άδειας (βλ. ΣτΕ 3824/2007: η διακοπή οικοδομικών εργασιών για την ανέγερση οικοδομής πλησίον κτηρίου χαρακτηρισθέντος ως μνημείου συνιστά, ενόψει της αιτιολογίας της, ανάκληση της οικοδομικής αδείας). Πρόκειται για αντιφατική συμπεριφορά συναρμοδίων οργάνων, η οποία καταλήγει, αρχικά, στην έκδοση ευμενούς παράνομης πράξης, δηλαδή της οικοδομικής άδειας, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσής της, πράγμα που καλοπίστως αγνοεί ο ενδιαφερόμενος, και εν συνεχεία στην οιονεί ανάκλησή της. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους ως αποζημίωση το ποσό των 13.808,77 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στη δαπάνη στην οποία υποβλήθηκαν για την έκδοση της παράνομης οικοδομικής άδειας η οποία, στη συνέχεια, ανακλήθηκε (βλ. συναφώς ΣτΕ 980/2002: η μη οφειλόμενη σε υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου έκδοση της παράνομης πράξης διορισμού του και η ανάκληση της πράξης αυτής αποτελούν μία αδιάσπαστη ενότητα, η οποία περιέχει τα στοιχεία του παρανόμου και του ζημιογόνου και, επομένως, δύναται κατ’ αρχήν να θεμελιώσει αξίωση αποζημίωσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ).

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα στην υπόθεση C-484/14 Tobias Mc Fadden κατά Sony Music Entertainment Germany GmbH Κατά τον γενικό εισαγγελέα M. Szpunar, ο εκμεταλλευόμενος κατάστημα, μπαρ ή ξενοδοχείο ο οποίος προσφέρει δωρεάν στο κοινό ένα δίκτυο Wi-Fi δεν ευθύνεται για τις προσβολές του δικαιώματος του δημιουργού εκ μέρους ενός χρήστη

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 28/16
Λουξεμβούργο, 16 Μαρτίου 2016
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα στην υπόθεση C-484/14
Tobias Mc Fadden κατά Sony Music Entertainment Germany GmbH
"Κατά τον γενικό εισαγγελέα M. Szpunar, ο εκμεταλλευόμενος κατάστημα, μπαρ ή ξενοδοχείο ο οποίος προσφέρει δωρεάν στο κοινό ένα δίκτυο Wi-Fi δεν ευθύνεται για τις προσβολές του δικαιώματος του δημιουργού εκ μέρους ενός χρήστη.
Μολονότι διαταγή δικαστηρίου που σκοπεί στην παύση ή την πρόληψη της προσβολής αυτής μπορεί να απευθύνεται στον διατηρούντα σε λειτουργία το δίκτυο, αντιθέτως, δεν είναι δυνατό να απαιτείται η απενεργοποίηση της διαδικτυακής συνδέσεως, η προστασία της με κωδικό προσβάσεως ή ο γενικευμένος έλεγχος των επικοινωνιών"

Στην υπόθεση αυτή το Δικαστήριο καλείται να διευκρινίσει αν και κατά πόσον ένας επιτηδευματίας, ο οποίος, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του, διατηρεί σε λειτουργία ένα δίκτυο Wi-Fi με ανοικτή και δωρεάν πρόσβαση στο κοινό, μπορεί να ευθύνεται για προσβολή των δικαιωμάτων του δημιουργού εκ μέρους χρήστη του δικτύου αυτού.
Ο Tobias Mc Fadden εκμεταλλεύεται ένα κατάστημα τεχνικού εξοπλισμού εικόνας και ήχου πλησίον του Μονάχου, εντός του οποίου προσφέρει ένα δίκτυο Wi-Fi ανοικτό στο κοινό. Το 2010 ένα μουσικό έργο, τα δικαιώματα του οποίου έχει η Sony, προσφέρθηκε παράνομα προς τηλεφόρτωση μέσω του δικτύου αυτού. Το Landgericht München I (1ο πρωτοδικείο Μονάχου, Γερμανία), επιληφθέν της διαφοράς μεταξύ της Sony και του T. Mc Fadden, εκτιμά ότι δεν προσέβαλε ο ίδιος τα σχετικά δικαιώματα του δημιουργού. Εξετάζει όμως τη δυνατότητα να θεωρηθεί ότι ο T. Mc Fadden ευθύνεται εμμέσως για την προσβολή αυτή, λόγω της ελλείψεως προστασίας του δικτύου του Wi-Fi. Διατηρώντας πάντως αμφιβολίες ως προς το αν η οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο1 αντιτίθεται σε μια τέτοια έμμεση ευθύνη, το Landgericht υπέβαλε μια σειρά ερωτημάτων στο Δικαστήριο.
Συγκεκριμένα, η οδηγία περιορίζει την ευθύνη των ενδιάμεσων φορέων παροχής υπηρεσιών λόγω παράνομης δραστηριότητας εκ μέρους τρίτου, όταν η παροχή υπηρεσίας τους συνίσταται σε μια «απλή μετάδοση (mere conduit)» των πληροφοριών.
Ο ως άνω περιορισμός ευθύνης ισχύει υπό την επιφύλαξη ότι πληρούνται τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις, ήτοι ότι
1) ο φορέας παροχής υπηρεσιών δεν πρέπει να αποτελεί την αφετηρία της μεταδόσεως των πληροφοριών,
2) δεν πρέπει να επιλέγει τον αποδέκτη της μεταδόσεως και
3) δεν πρέπει να επιλέγει ούτε να τροποποιεί τις πληροφορίες που αποτελούν το αντικείμενο της μεταδόσεως.
Το Landgericht München I φρονεί ότι αυτές οι εξαντλητικώς απαριθμούμενες προϋποθέσεις πληρούνται εν προκειμένω, διερωτάται όμως αν ο T. Mc Fadden είναι πράγματι φορέας παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια της οδηγίας.
Με τις σημερινές προτάσεις του ο γενικός εισαγγελέας Maciej Szpunar εκτιμά ότι ο περιορισμός αυτός ευθύνης έχει επίσης εφαρμογή σε πρόσωπο όπως ο T. Mc Fadden, το οποίο διατηρεί σε λειτουργία, παρεπομένως σε σχέση με την κύρια οικονομική του δραστηριότητα, ένα ανοικτό δωρεάν στο κοινό δίκτυο Wi-Fi2. Κατ’ αυτόν, δεν είναι αναγκαίο να εμφανίζεται το πρόσωπο αυτό έναντι του κοινού ως φορέας παροχής υπηρεσιών ή ακόμη να προβαίνει εμφανώς σε ενέργειες προωθήσεως της δραστηριότητάς του, απευθυνόμενος σε εν δυνάμει πελάτες.
Πάντοτε κατά τον γενικό εισαγγελέα, ο περιορισμός αυτός αντιτίθεται όχι μόνο στην επιβολή υποχρεώσεως αποζημιώσεως στον ενδιάμεσο φορέα παροχής υπηρεσιών, αλλά και στην καταδίκη του στα έξοδα οχλήσεως και στα δικαστικά έξοδα σε σχέση με την προσβολή των δικαιωμάτων του δημιουργού εκ μέρους τρίτου.
Ο γενικός εισαγγελέας διευκρινίζει πάντως ότι η οδηγία, ενώ περιορίζει κατ’ αυτόν τον τρόπο την ευθύνη του φορέα παροχής υπηρεσιών απλής μεταδόσεως, δεν τον προστατεύει από διαταγή δικαστηρίου, συνοδευόμενη με απειλή χρηματικής ποινής.
Το εθνικό δικαστήριο, όταν εκδίδει μια τέτοια διαταγή, οφείλει πάντως να βεβαιώνεται 1) ότι τα μέτρα είναι, μεταξύ άλλων, αποτελεσματικά, σύμφωνα προς την αρχή της αναλογικότητας και αποτρεπτικού χαρακτήρα, 2) ότι σκοπό έχουν την παύση συγκεκριμένης προσβολής δικαιώματος ή την πρόληψή της και δεν συνεπάγονται γενική υποχρέωση ελέγχου και 3) ότι τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των εφαρμοστέων θεμελιωδών δικαιωμάτων, ήτοι, αφενός, της ελευθερίας της εκφράσεως και της πληροφορήσεως, καθώς και της επιχειρηματικής ελευθερίας, και, αφετέρου, του δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας.
Ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά εξάλλου ότι η οδηγία δεν αντιτίθεται, κατ’ αρχήν, στην έκδοση διαταγής που αφήνει στον αποδέκτη της την επιλογή των συγκεκριμένων προς λήψη μέτρων. Εναπόκειται παρά ταύτα στον επιληφθέντα αιτήσεως εκδόσεως διαταγής εθνικό δικαστή να βεβαιωθεί για την ύπαρξη κατάλληλων μέτρων, σύμφωνα με τους περιορισμούς που απορρέουν από το ενωσιακό δίκαιο.
Αντιθέτως, ο γενικός εισαγγελέας διευκρινίζει ότι η οδηγία αντιτίθεται σε κάθε διαταγή η οποία απευθύνεται σε πρόσωπο που διατηρεί σε λειτουργία ένα ανοικτό στο κοινό δίκτυο Wi-Fi, παρεπομένως σε σχέση με την κύρια οικονομική του δραστηριότητα, όταν ο αποδέκτης της διαταγής για να συμμορφωθεί προς αυτή, πρέπει 1) να απενεργοποιήσει τη διαδικτυακή σύνδεση ή 2) να την προστατεύσει με κωδικό προσβάσεως ή 3) να ελέγχει κάθε επικοινωνία που διεξάγεται μέσω αυτής της συνδέσεως προκειμένου να εξακριβώνει αν το συγκεκριμένο έργο που προστατεύεται από το δικαίωμα του δημιουργού μεταδίδεται εκ νέου παρανόμως3.
Ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά συναφώς ότι η επιβολή υποχρεώσεως προστασίας με κωδικό της προσβάσεως στο δίκτυο Wi-Fi, ως μέθοδος προστασίας του δικαιώματος του δημιουργού εντός του διαδικτύου, δεν θα ήταν σύμφωνη προς την απαίτηση δίκαιης ισορροπίας μεταξύ, αφενός, της προστασίας του δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας, της οποίας απολαύουν οι κάτοχοι του δικαιώματος του δημιουργού, και, αφετέρου, της προστασίας της επιχειρηματικής ελευθερίας η οποία ισχύει για τους φορείς παροχής των σχετικών υπηρεσιών. Περιορισμός της προσβάσεως σε νόμιμες επικοινωνίες θα συνεπαγόταν επιπλέον περιορισμό της ελευθερίας εκφράσεως και πληροφορήσεως. Υπό γενικότερο πρίσμα, η ενδεχόμενη γενίκευση της υποχρεώσεως προστασίας των δικτύων Wi-Fi, ως μέθοδος προστασίας του δικαιώματος του δημιουργού εντός του Διαδικτύου, θα ήταν ικανή να έχει μειονεκτήματα για όλη την κοινωνία τα οποία ενδέχεται να υπερβούν το ενδεχόμενο όφελός της για τους κατόχους αυτών των δικαιωμάτων.
--------------------------------------------------------------------
1 Οδηγία 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2000 για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά («οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο») (ΕΕ L 178, σ. 1).
2 Ο γενικός εισαγγελέας διευκρινίζει συναφώς ότι δεν είναι αναγκαίο να εξετασθεί αν η οδηγία θα μπορούσε επίσης να έχει εφαρμογή στην περίπτωση διατηρήσεως σε λειτουργία ενός ανοικτού δικτύου Wi-Fi, όταν αυτή στερείται οποιουδήποτε άλλου οικονομικού πλαισίου.

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016

ΟΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 2016/343 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 9ης Μαρτίου 2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας"

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 82 παράγραφος 2 στοιχείο β),
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),
Αφού ζήτησαν τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1)
H αρχή του τεκμηρίου αθωότητας και το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη κατοχυρώνονται στα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ο Χάρτης), στο άρθρο 6 της ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), στο άρθρο 14 του διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ) και στο άρθρο 11 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
(2)
Η Ένωση έχει θέσει ως στόχο τη διατήρηση και την ανάπτυξη ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε της 15ης και 16ης Οκτωβρίου 1999, ιδίως σύμφωνα με το σημείο 33, η ενισχυμένη αμοιβαία αναγνώριση των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών και η αναγκαία προσέγγιση των νομοθεσιών θα διευκολύνουν τη συνεργασία μεταξύ αρμόδιων αρχών και τη δικαστική προστασία των δικαιωμάτων των προσώπων. Η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης θα πρέπει συνεπώς να αποτελέσει τον ακρογωνιαίο λίθο της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές και ποινικές υποθέσεις εντός της Ένωσης.
(3)
Σύμφωνα με τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), η δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις στην Ένωση θεμελιώνεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών.
(4)
Η εφαρμογή της εν λόγω αρχής βασίζεται στην αποδοχή ότι τα κράτη μέλη έχουν αμοιβαία εμπιστοσύνη στα συστήματα απονομής ποινικής δικαιοσύνης καθενός από αυτά. Η έκταση της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης εξαρτάται από διάφορες παραμέτρους και περιλαμβάνει μηχανισμούς προστασίας των δικαιωμάτων των υπόπτων και των κατηγορούμενων προσώπων και τον καθορισμό ελάχιστων κοινών κανόνων, αναγκαίων για τη διευκόλυνση της εφαρμογής της εν λόγω αρχής.
(5)
Μολονότι τα κράτη μέλη είναι συμβαλλόμενο μέρος της ΕΣΔΑ και του ΔΣΑΠΔ, η εμπειρία έχει δείξει ότι το γεγονός αυτό από μόνο του δεν εξασφαλίζει πάντοτε επαρκή βαθμό εμπιστοσύνης στα συστήματα απονομής ποινικής δικαιοσύνης των άλλων κρατών μελών.
(6)
Στις 30 Νοεμβρίου 2009 το Συμβούλιο εξέδωσε ψήφισμα για έναν οδικό χάρτη για την ενίσχυση των δικονομικών δικαιωμάτων των υπόπτων ή κατηγορουμένων σε ποινικές διαδικασίες (3) («οδικός χάρτης»). Με τον οδικό χάρτη ζητείται, βάσει σταδιακής προσέγγισης, η έγκριση μέτρων όσον αφορά το δικαίωμα μετάφρασης και διερμηνείας (μέτρο Α), το δικαίωμα ενημέρωσης για τα δικαιώματα και τις κατηγορίες (μέτρο Β), το δικαίωμα σε νομικές συμβουλές και σε δικαστική αρωγή (μέτρο Γ), το δικαίωμα επικοινωνίας με συγγενείς, εργοδότες και προξενικές αρχές (μέτρο Δ) και τις ειδικές διασφαλίσεις για ευάλωτους υπόπτους ή κατηγορουμένους (μέτρο Ε).
(7)
Στις 11 Δεκεμβρίου 2009 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εξέφρασε την ικανοποίησή του για τον οδικό χάρτη και τον κατέστησε μέρος του «Προγράμματος της Στοκχόλμης — Μια ανοικτή και ασφαλής Ευρώπη που εξυπηρετεί και προστατεύει τους πολίτες» (4) (σημείο 2.4). Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υπογράμμισε τον μη εξαντλητικό χαρακτήρα του οδικού χάρτη, καλώντας την Επιτροπή να εξετάσει περαιτέρω στοιχεία των ελάχιστων δικονομικών δικαιωμάτων των υπόπτων και κατηγορουμένων και να εκτιμήσει κατά πόσον πρέπει να εξεταστούν άλλα ζητήματα, όπως το τεκμήριο της αθωότητας, για την προώθηση της βελτίωσης της συνεργασίας στον τομέα αυτό.
(8)
Σχετικά με τα δικονομικά δικαιώματα κατά τις ποινικές διαδικασίες έχουν εκδοθεί τρία μέτρα σύμφωνα με τον οδικό χάρτη, δηλαδή οι οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2010/64/ΕΕ (5), 2012/13/ΕΕ (6) και 2013/48/ΕΕ (7).
(9)
Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να ενισχυθεί το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών, με τη θέσπιση κοινών ελάχιστων κανόνων για ορισμένες πτυχές του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη.
(10)
Με τη θέσπιση κοινών ελάχιστων κανόνων για την προστασία των δικονομικών δικαιωμάτων των υπόπτων και κατηγορουμένων η παρούσα οδηγία έχει σκοπό να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των κρατών μελών στα συστήματα απονομής ποινικής δικαιοσύνης των άλλων κρατών μελών και, ως εκ τούτου, να συμβάλει στη διευκόλυνση της αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων σε ποινικές υποθέσεις. Οι κοινοί αυτοί ελάχιστοι κανόνες δύνανται να άρουν επίσης τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών στην επικράτεια όλων των κρατών μελών.
(11)
Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να ισχύει μόνο για τις ποινικές διαδικασίες σύμφωνα με την ερμηνεία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δικαστήριο), με την επιφύλαξη της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να ισχύει για διοικητικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που μπορούν να επισύρουν κυρώσεις, όπως είναι οι διαδικασίες που αφορούν τον ανταγωνισμό, εμπορικά ζητήματα, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, οδική κυκλοφορία, φορολογικά ζητήματα ή πρόσθετους φόρους, ούτε για έρευνες που διεξάγονται από διοικητικές αρχές σε σχέση με τέτοιου είδους διαδικασίες.
(12)
Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται στα φυσικά πρόσωπα που είναι ύποπτα ή κατηγορούμενα σε ποινικές διαδικασίες. Θα πρέπει να εφαρμόζεται από τη στιγμή που ένα πρόσωπο είναι ύποπτο ή κατηγορείται για τέλεση αξιόποινης πράξης ή εικαζόμενης αξιόποινης πράξης και, κατά συνέπεια, ακόμα και πριν το εν λόγω πρόσωπο ενημερωθεί από τις αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους, μέσω επίσημης ειδοποίησης ή με άλλο τρόπο, ότι θεωρείται ύποπτο ή ότι κατηγορείται. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας μέχρι να εκδοθεί η τελική απόφαση ως προς το αν ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος διέπραξε τη σχετική αξιόποινη πράξη και να καταστεί η εν λόγω απόφαση οριστική. Οι νομικές ενέργειες και τα ένδικα μέσα που διατίθενται αφού η εν λόγω απόφαση έχει καταστεί οριστική, συμπεριλαμβανομένης της προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεν θα πρέπει να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.
(13)
Η παρούσα οδηγία αναγνωρίζει τις διαφορετικές ανάγκες και τα διαφορετικά επίπεδα προστασίας ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας όσον αφορά φυσικά πρόσωπα και νομικά πρόσωπα. Όσον αφορά φυσικά πρόσωπα, η εν λόγω προστασία αντικατοπτρίζεται στην πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το Δικαστήριο ωστόσο έχει αναγνωρίσει ότι τα νομικά πρόσωπα δεν καθίστανται υποκείμενα των δικαιωμάτων που απορρέουν από το τεκμήριο αθωότητας με τον ίδιο τρόπο όπως τα φυσικά πρόσωπα.
(14)
Επειδή στο παρόν στάδιο είναι πρόωρη η θέσπιση νομοθεσίας σε επίπεδο Ένωσης για το δικαίωμα του τεκμηρίου αθωότητας των νομικών προσώπων. Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε νομικά πρόσωπα. Με την επιφύλαξη της εφαρμογής στα νομικά πρόσωπα του δικαιώματος στο τεκμήριο αθωότητας, όπως ορίζεται ειδικότερα στην ΕΣΔΑ και σύμφωνα με την ερμηνεία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Δικαστηρίου.
(15)
Το τεκμήριο αθωότητας όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα θα πρέπει να διασφαλίζεται από τις υφιστάμενες νομοθετικές εγγυήσεις και τη νομολογία, η μελλοντική εξέλιξη των οποίων θα καθορίσει εάν υφίσταται ανάγκη για ανάληψη δράσης εκ μέρους της Ένωσης.
(16)
Το τεκμήριο αθωότητας παραβιάζεται σε περίπτωση που δημόσιες δηλώσεις δημόσιων αρχών ή δικαστικές αποφάσεις, με εξαίρεση τις αποφάσεις περί ενοχής, αναφέρονται στον ύποπτο ή στον κατηγορούμενο ως να είναι ένοχος κατά το χρονικό διάστημα που το πρόσωπο αυτό δεν έχει αποδειχτεί ένοχο κατά τον νόμο. Οι εν λόγω δηλώσεις και δικαστικές αποφάσεις δεν θα πρέπει να δημιουργούν την αίσθηση ότι το πρόσωπο αυτό είναι ένοχο. Η διάταξη αυτή δεν θα πρέπει να θίγει τις πράξεις της εισαγγελικής αρχής που αποσκοπούν να αποδείξουν την ενοχή του υπόπτου ή του κατηγορουμένου, όπως η απαγγελία κατηγορίας, ούτε να θίγει τις δικαστικές αποφάσεις ως αποτέλεσμα των οποίων μια καταδικαστική απόφαση που είχε ανασταλεί τίθεται σε εφαρμογή, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται τα δικαιώματα της υπεράσπισης. Δεν θα πρέπει να θίγει επίσης τις προκαταρκτικές αποφάσεις δικονομικής φύσης, που λαμβάνονται από δικαστικές ή άλλες αρμόδιες αρχές και βασίζονται σε υπόνοιες ή ενοχοποιητικά στοιχεία, όπως αποφάσεις προφυλάκισης, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω αποφάσεις δεν αναφέρονται στον ύποπτο ή στον κατηγορούμενο ως να είναι ένοχος. Προτού λάβει προκαταρκτική απόφαση, η αρμόδια αρχή ενδεχομένως να οφείλει να διαπιστώσει πρώτα ότι υφίστανται επαρκή ενοχοποιητικά στοιχεία σε σχέση με τον ύποπτο ή τον κατηγορούμενο τα οποία να δικαιολογούν τη σχετική απόφαση, η οποία μπορεί και να περιέχει αναφορά στα εν λόγω στοιχεία.