Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2020

Νέος Πτωχευτικός Κώδικας, ρύθμιση οφειλών, δεύτερη ευκαιρία: Τι περιλαμβάνει το νομοσχέδιο του ΥΠΟΙΚ


Κατατέθηκε στη Βουλή το νoμοσχέδιο του υπουργείου Οικονομικών με τίτλο «Ρύθμιση οφειλών και παροχή δεύτερης ευκαιρίας».

Με το νομοσχέδιο, ενσωματώνονται όλα τα εργαλεία ρύθμισης οφειλών που υπάρχουν σήμερα (υπερχρεωμένα νοικοκυριά, προστασία πρώτης κατοικίας, εξωδικαστικός μηχανισμός, κ.λπ.) σε ένα ενιαίο πλαίσιο και μια ενιαία διαδικασία για να ρυθμιστεί το ιδιωτικό χρέος. Επίσης, όπως αναφέρεται στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, αναμορφώνεται το πλαίσιο αντιμετώπισης της οικονομικής αδυναμίας, συλλογικής ικανοποίησης των πιστωτών και απαλλαγής από χρέη κάθε προσώπου, φυσικού ή νομικού το οποίο αναλαμβάνει οικονομική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως του αν η δραστηριότητα αυτή είναι επιχειρηματική ή όχι.

Εξαιρούνται μόνο φορείς του Δημοσίου και χρηματοδοτικά ιδρύματα για τα οποία προβλέπονται ειδικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Οι διαδικασίες που εισάγονται με τον παρόντα νόμο είναι εναρμονισμένες με τις διατάξεις της Οδηγίας 1023/2019 «περί πλαισίου για την προληπτική αναδιάρθρωση, την απαλλαγή από τα χρέη και τις ανικανότητες ή την έκπτωση οφειλετών, καθώς και περί μέτρων βελτίωσης των διαδικασιών αυτών, και για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132 (Οδηγία για την αναδιάρθρωση και την αφερεγγυότητα)».


Δηλαδή διασφαλίζεται ότι βιώσιμες επιχειρήσεις και οι επιχειρηματίες που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσχέρειες θα έχουν πρόσβαση σε αποτελεσματικά πλαίσια προληπτικής αναδιάρθρωσης τα οποία θα τους επιτρέψουν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους·, ότι οι έντιμοι αφερέγγυοι ή υπερχρεωμένοι επιχειρηματίες θα μπορούν να απαλλάσσονται πλήρως από τα χρέη τους μετά από εύλογο διάστημα που θα τους προσφέρει μια δεύτερη ευκαιρία και ότι θα βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών αναδιάρθρωσης, αφερεγγυότητας και απαλλαγής από το χρέος, ιδίως περιορίζοντας τη διάρκειά τους.


Απαλλαγή από τα χρέη εντός τριετίας

Κρίσιμο ρόλο στο όλο πλαίσιο αποκτά η δυνατότητα όλων των φυσικών προσώπων να απαλλαγούν από χρέη εντός τριετίας από την κήρυξη της πτώχευσης εκτός αν ελέγχονται για δόλιες ενέργειες ή αρνούνται να συνεργαστούν με τα όργανα της πτώχευσης. Μάλιστα, στην περίπτωση που τα φυσικά πρόσωπα που πτωχεύουν εισφέρουν στη πτωχευτική περιουσία στοιχεία σημαντικής αξίας, όπως λ.χ. την κύρια κατοικία τους, η απαλλαγή επέρχεται ταχύτερα, μετά την πάροδο ενός έτους από την κήρυξη της πτώχευσης. Με τον τρόπο αυτό το νομοσχέδιο ανταποκρίνεται στην υπόδειξη της οδηγίας για την αναδιάρθρωση και την αφερεγγυότητα για την εφαρμογή των διατάξεων περί απαλλαγής από τα χρέη στους καταναλωτές το συντομότερο δυνατόν.


Πρόληψη και αποφυγή αφερεγγυότητας

Το νέο πλαίσιο ενσωματώνει όλες τις διαδικασίες που αποσκοπούν είτε στην πρόληψη και αποφυγή της αφερεγγυότητας είτε στην αντιμετώπισή της. Τα βασικά του χαρακτηριστικά είναι η απλοποίηση των διαδικασιών για την επιτάχυνσή τους, η αξιοποίηση της ψηφιοποίησης με την δημιουργία ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας που δεν αποτυπώνει μόνο κάθε στάδιο της διαδικασίας χρησιμεύοντας ως τόπος δημοσιοποίησης των σχετικών αποφάσεων, αλλά λειτουργεί και ως μέσο επικοινωνίας των οργάνων της πτώχευσης με τα εμπλεκόμενα μέρη, αλλά και των πιστωτών για την λήψη αποφάσεων ως συνέλευσης. Οι πλειστηριασμοί γίνονται επίσης ηλεκτρονικά με χρήση της πλατφόρμας e-auction για την διασφάλιση της μεγαλύτερης δυνατής διαφάνειας και δημοσιότητας.


Εξωδικαστικός μηχανισμός

Το νέο πλαίσιο αποβλέπει στην ταχύτερη δυνατή επιστροφή παραγωγικών μέσων σε παραγωγικές χρήσεις. Στοχεύει στην ταχύτερη ανάκτηση απαιτήσεων από τους πιστωτές μέσω της εκποίησης της πτωχευτικής περιουσίας σε αγοραίες αξίες, όπως αυτές αποκαλύπτονται από τον πλειστηριασμό.


Ως πρώτο ανάχωμα στην διαμόρφωση συνθηκών υπερχρέωσης και αδυναμίας εξυπηρέτησης οφειλών προβλέπεται η δυνατότητα πρόσβασης οφειλετών σε εργαλεία έγκαιρης προειδοποίησης, όπως πχ ηλεκτρονικό μηχανισμό προειδοποίησης και συμβουλευτικές υπηρεσίες από ειδικά κέντρα και φορείς.


Επίσης βασική επιδίωξη είναι η διατήρηση των βιώσιμων επιχειρήσεων μέσω της διαδικασίας εξωδικαστικού συμβιβασμού ή της διαδικασίας εξυγίανσης. Τα παραπάνω προληπτικά πλαίσια αναδιάρθρωσης είναι διαθέσιμα σε πρώιμο στάδιο και στοχεύουν στην αποφυγή της αφερεγγυότητας από φορείς ή ως προς επιχειρηματικές δραστηριότητες που εφόσον αναδιαρθρωθούν δύναται να διατηρήσουν την βιωσιμότητά τους διασφαλίζοντας τις θέσεις εργασίας του απασχολούμενου σε αυτές προσωπικού περιορίζοντας τις ζημίες για τους πιστωτές στην αλυσίδα εφοδιασμού και διαφυλάσσοντας την τεχνογνωσία και τις δεξιότητες, προς όφελος της οικονομίας ευρύτερα. Στις διαδικασίες προληπτικής αναδιάρθρωσης ο οφειλέτης διατηρεί τον έλεγχο της περιουσίας του και της λειτουργίας της επιχείρησής του, παρέχεται όμως η δυνατότητα στην διαδικασία εξυγίανσης του διορισμού από το αρμόδιο δικαστήριο ειδικού εντολοδόχου με συγκεκριμένες αρμοδιότητες.


Στην αποφυγή της αφερεγγυότητας των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων αναμένεται να συμβάλει η διαδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού. Μεταξύ άλλων, παρέχεται η δυνατότητα διαμόρφωσης προτάσεων αναδιάρθρωσης βάσει αυτοματοποιημένου εργαλείου που θα δεσμεύει το σύνολο των πιστωτών της επιχείρησης που συμμετέχουν στην ηλεκτρονική πλατφόρμα μέσω της οποίας διεξάγεται η διαδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού. Η διαδικασία αυτή είναι πλήρως εξωδικαστική και δεν προβλέπεται οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή δικονομικό δικαίωμα αφενός επειδή η ανταπόκριση των πιστωτών στο αίτημα οφειλετών για ρύθμιση εναπόκειται στην διακριτική τους ευχέρεια και εξαρτάται από την αξιολόγηση των τελευταίων (κατά πλειοψηφία των συμμετεχόντων χρηματοδοτικών φορέων) και αφετέρου προκειμένου να επιτυγχάνεται η απλοποίηση και επιτάχυνση της εμπιστευτικής αυτής διαδικασίας, η οποία, σημειωτέον, εφόσον οδηγεί σε ρυθμίσεις επιτυγχάνει την ελάφρυνση του δανειακού βάρους του οφειλέτη αλλά και την βελτίωση της θέσης των τρίτων πιστωτών που έχουν πλέον απέναντί τους οφειλέτη αυξημένης φερεγγυότητας χωρίς οποιαδήποτε απώλεια ή περιορισμό των δικαιωμάτων τους. Η διαδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού είναι διαθέσιμη σε κάθε είδους οφειλέτη (νομικά και φυσικά πρόσωπα, επιχειρήσεις και καταναλωτές) και αποτελεί το πρώτο ανάχωμα για την πρόληψη της οικονομικής αδυναμίας.

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2020

Παραδεκτό πρόσθετου λόγου αναίρεσης περί εφαρμογής της αρχής ne bis in idem: δημοσίευση αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου μετά τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του ΔΕφ (ΣτΕ 400/2020)



πηγή : https://www.prevedourou.gr/

Η απόφαση ΣτΕ 400/2020 φαίνεται ότι επιλύει (έστω παραπέμποντας στην 7μελή σύνθεση του Β΄ Τμήματος), ένα βασικό δικονομικό ζήτημα που αφορά το παραδεκτό πρόσθετου λόγου αναίρεσης αντλούμενου από την παραβίαση της αρχής ne bis in idemστο πεδίο των φορολογικών/τελεωνειακών διαφορών, μολονότι δεν υπάρχει σφάλμα (και πιθανότατα ούτε καν κρίση) της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης όσον αφορά την ερμηνεία ή/και την εφαρμογή της εν λόγω αρχής. Τούτο διότι η δημοσίευση της αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου πραγματοποιείται μετά τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του Διοικητικού Εφετείου, με συνέπεια την επιγενόμενη στοιχειοθέτηση παραβίασης της ως άνω αρχής σύμφωνα με τη σχετική νομολογία ΕΔΔΑ και ΣτΕ. Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή, υπάρχει οψιγενής (μεταγενέστερη της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του Διοικητικού Εφετείου) νομική πλημμέλεια της επίδικης καταλογιστικής πράξης της φορολογικής/τελωνειακής Διοίκησης και η αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας συνιστά τη μόνη δικονομική δυνατότητα που μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αναιρεσείων προκειμένου να αποτρέψει την παραβίαση των δικαιωμάτων που έλκει από την αρχή ne bis in idem. Περαιτέρω το Συμβούλιο της Επικρατείας, έστω και ως Αναιρετικό Δικαστήριο, αποτελεί το μοναδικό δικαιοδοτικό όργανο της Ελληνικής Πολιτείας που μπορεί να θεραπεύσει την παραβίαση της αρχής, διασφαλίζοντας την αποτελεσματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος, κατά το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο και την ΕΣΔΑ. Δικονομική αδυναμία του Συμβουλίου της Επικρατείας να εξετάσει την παραβίαση αυτή θα κατέληγε σε προσβολή του δικαιώματος δικαστικής προστασίας και σε καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας από το Δικαστήριο του Στρασβούργο, εάν ο αναιρεσείων προσέφευγε σε αυτό.

 

ΣτΕ 400/2020

Αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

2… με την υπό κρίση αίτηση, … ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1973/2012 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά της 776/06/2008 πράξης του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης του Ζ΄ Τελωνείου Επίβλεψης Συγκροτημάτων Πειραιά, με την οποία καταλογίστηκαν σε βάρος του, ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία “ΑΙΓΑΙΟΝ ΟΙΛ ΑΕΒΕ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ”, πολλαπλά τέλη 2.218.721,06 ευρώ και ισόποσοι διαφυγόντες φόροι για αποδοθείσες σ’ αυτόν τελωνειακές παραβάσεις, που χαρακτηρίστηκαν ως λαθρεμπορίες, κηρύχθηκε δε αυτός αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπόχρεος για την καταβολή πολλαπλών τελών ποσού 4.437.442,12 ευρώ, που καταλογίστηκαν με την ίδια πράξη εις βάρος των δύο άλλων συνυπαιτίων προσώπων, και επιβλήθηκαν εις βάρος του, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, πρόστιμα συνολικού ποσού 20.000 ευρώ για αποδοθείσες σ’ αυτούς απλές τελωνειακές παραβάσεις. Ειδικότερα, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η προσφυγή του αναιρεσείοντος έγινε δεκτή μόνον όσον αφορά την κήρυξή του ως αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υποχρέου για την καταβολή προστίμων για απλές τελωνειακές παραβάσεις.

 

Παράθεση και ερμηνεία του άρθρο 53 του πδ 18/1989

3. … οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) και η παράγραφος 3 και με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240), ορίζουν τα εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ […]». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, προκειμένου να κριθεί παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως επί διαφοράς με χρηματικό αντικείμενο, πρέπει, σωρευτικώς, αφ’ ενός μεν το ποσό να υπερβαίνει τα 40.000 ευρώ, αφ’ ετέρου δε με το εισαγωγικό δικόγραφο να προβάλλονται ισχυρισμοί με το περιεχόμενο της ανωτέρω παραγράφου 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989. Ειδικότερα, η αίτηση αναιρέσεως ασκείται παραδεκτώς μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που περιέχονται στο ίδιο το εισαγωγικό δικόγραφο, ότι με καθένα από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο, κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς, νομικό ζήτημα, ήτοι ζήτημα ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικου ή δικονομικού δικαίου, που κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και επί του οποίου είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, είτε οι σχετικές κρίσεις της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως έρχονται σε αντίθεση προς μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου, ή, ελλείψει τέτοιας νομολογίας, προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, ως τέτοια δε νομολογία νοείται η διαμορφωθείσα επί αυτού τούτου του κρίσιμου νομικού ζητήματος και όχι επί ανάλογου ή παρόμοιου (ΣτΕ 1102, 1365, 2934/2017 κ.ά.).

 

Συμβατότητα προς το άρθρο 95 παρ. 1 περ. β΄του Συντάγματος

4….. οι ανωτέρω διατάξεις, κατά το μέρος που επιβάλλουν τους εν λόγω περιορισμούς, δεν αντίκεινται στο άρθρο 95 παρ. 1 περ. β του Συντάγματος, όπως, μάλιστα, η διάταξη αυτή ισχύει μετά την αναθεώρησή της (βλ. πρακτικό 6/2000 διοικητικής Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας), διότι, ενόψει της επιφύλαξης νόμου που περιέχεται σε αυτήν, αλλά και στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου, δεν κωλύεται ο κοινός νομοθέτης να θεσπίζει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, δικονομικές προϋποθέσεις για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι συγκεκριμένες, δε διατάξεις στοχεύουν στην ανάγκη αποσυμφόρησης του Συμβουλίου της Επικρατείας από μεγάλο όγκο αναιρετικών υποθέσεων που είτε είναι μικρού χρηματικού αντικειμένου, είτε θέτουν νομικά ζητήματα τα οποία έχουν ήδη επιλυθεί, προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο προορισμός αυτού ως ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου και να επιτευχθεί μεγαλύτερη ταχύτητα στην απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης, την στιγμή, άλλωστε, που υφίσταται τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και διαφυλάσσεται έτσι το κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας. Εξάλλου, οι διατάξεις αυτές, κατά το μέρος που για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως απαιτούν την προβολή ισχυρισμών περί ελλείψεως νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας ή περί αντίθεσης της προσβαλλομένης αποφάσεως προς την νομολογία του εν λόγω Δικαστηρίου ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου, θεσπισθείσες ενόψει του ότι, κατά την οικεία αιτιολογική έκθεση, βασικός σκοπός του ανωτάτου δικαστηρίου είναι η ενότητα της νομολογίας και, εν τέλει, η ασφάλεια δικαίου, δεν αποκλείουν μελλοντική μεταβολή υπάρχουσας νομολογίας, όταν το Συμβούλιο της Επικρατείας, επιλαμβανόμενο πάλι σχετικού ζητήματος που άγεται ενώπιόν του κατά νόμο, κρίνει ότι επιβάλλεται μία τέτοια μεταστροφή. Επομένως, τα προβαλλόμενα περί αντίθεσης του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 προς τα άρθρα 26 (παρ. 1) και 20 (παρ. 1) του Συντάγματος, διότι η νομολογία ανάγεται σε πηγή δικαίου και αποκλείεται ο αναιρετικός έλεγχος της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα (βλ. ΣτΕ 4474/2013 επταμ., 1924/2014 επταμ., 1987/2015 επταμ., 1880/2015, 3719/2015 κ.ά.).