Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

"Το δικαίωµα συνηγόρου στην αστυνοµική προανάκριση ως κατεξοχήν έκφανση του κοσµοπολιτικού δικαίου: Νοµοθεσία της ΕΕ, νοµολογία της ΕΣΔΑ και η «υιοθέτησή» τους από τα κράτη µέλη" (του Δηµήτριου Γιαννουλόπουλου, Επίκουρου Καθηγητή Ποινικού Δικαίου, Brunel University London]

[Σύνοψη εισήγησης στο 7ο Συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων (Πάτρα 15-16/4/2016)]


Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωµάτων του Ανθρώπου(ΕΔΔΑ) στηνυπόθεση  Salduz  κατά  Τουρκίας,  η  οποία  αναγνώρισε  για  πρώτη  φορά  στο  πλαίσιο  της νοµολογίας της Ευρωπαϊκής Σύµβασης των Δικαιωµάτων του Ανθρώπου(ΕΣΔΑ) το δικαίωµα πρόσβασης σε δικηγόρο ήδη από τα αρχικά στάδια της εξέτασης του κατηγορουµένου από την αστυνοµία έχει αποτελέσει τα τελευταία χρόνια τον κινητήριοµοχλό ριζοσπαστικών αλλαγών σε ευρωπαϊκά δικαϊικά συστήµατα αναφορικάµε τα δικαιώµατα του κατηγορουµένου κατά την αστυνοµική προανάκριση. Οι αλλαγές αυτές παρατηρούνται σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως η Γαλλία, το Βέλγιο, η Σκωτία, η Ιρλανδία και η Ολλανδία, στις οποίες θα κάνουµε ιδιαίτερη αναφορά στην εισήγησήµας και οι οποίες παραδοσιακά υπήρξαν εχθρικά διακείµενες στην ιδέα µιας πιο ενεργούς συµµετοχής του συνηγόρου υπεράσπισης στην αστυνοµική προανάκριση, µη διστάζοντας στην ουσία να περιορίσουν αυτόν σε παθητικό ρόλο κατά την εξέταση του κατηγορουµένου, αν όχι να τον κρατήσουν σε«απόσταση ασφαλείας»  από το αστυνοµικό τµήµα και τις διάφορες ανακριτικές πράξεις που τελούνται κατά αυτό το πρώιµο,  αλλά  τόσο  αποφασιστικής  σηµασίας  για  την µετέπειτα  αντιµετώπιση του κατηγορουµένου, στάδιο της προδικασίας.

Στις χώρες λοιπόν αυτές, σηµαντικές εξελίξεις – µε αφετηρία είτε νοµοθετική είτε τη νοµολογία ανωτάτων ή συνταγµατικών δικαστηρίων(είτε και τις δύο) – σηµατοδοτούνµια νέα  αντίληψη  ως  προς  το  ρόλο  του  συνηγόρου  υπεράσπισης  κατά  την  εξέταση  του κατηγορουµένου  από  την  αστυνοµία.  Σε  κάποιες  περιπτώσεις  οι  εξελίξεις  αυτές πραγµατώνονται µε ραγδαίους ρυθµούς,  µε τις αρµόδιες αρχές να κάνουν αποφασιστικά βήµατα στην κατεύθυνση ενόςµοντέλου αστυνοµικής προανάκρισης το οποίο να βρίσκεται σε µεγαλύτερη συνάρτησηµε τις αρχές της δίκαιης δίκης, ενώ σε άλλες περιπτώσεις ηµετάβαση σε ένα νέο καθεστώς αστυνοµικής προανάκρισης είναι επίπονη και αποτελεί προϊόν περαιτέρω διαπραγµάτευσης – πολλές φορές δε και σύγκρουσης – τόσο στο εσωτερικό εθνικών εννόµων τάξεων όσο καιµεταξύ αυτών και αρµόδιων ευρωπαϊκών θεσµών. Οι διαφορές αυτές στην αντιµετώπιση της νοµολογίας του ΕΔΔΑ µάλιστα δεν είναιµόνο ποσοτικές – για παράδειγµα δεν αφορούνµόνο το χρόνο που ενδεχοµένως χρειάζεται για να υιοθετήσουν διαφορετικάµέλη του Συµβουλίου της Ευρώπης τις λύσεις που προκρίνει η νοµολογία αυτή – συχνά είναι και διαφορές ποιοτικές, που αφορούν στο περιεχόµενο αυτό καθαυτό των δικαιωµάτων που κάθε εθνική έννοµη τάξη αναγνωρίζει ως πηγάζουσα από τη νοµολογία του Δικαστηρίου,  µε αποτέλεσµα να παρατηρείται ήδη σηµαντική ανοµοιογένεια ως προς τη θέση σε εφαρµογή της νοµολογίας Salduz σε διαφορετικές εθνικές έννοµες τάξεις.


Με βάση τα ανωτέρω, είναι προφανές ότι η µελέτη του τρόπου µε τον οποίο επιδρά η νοµολογία του ΕΔΔΑ στις εθνικές έννοµες τάξεις παρουσιάζει από µόνη της εξαιρετικό ενδιαφέρον, ειδικότερα ως έκφανσηµίας ιδιαίτερης δυναµικής πουµπορεί να προσλαµβάνει µία κοσµοπολιτική θεώρηση του δικαίου, η οποία ευνοείται από τον πολλαπλασιασµό των πηγών δικαίου και των θεσµικών παραγόντων που ναµπορούν να επηρεάσουν την εξέλιξη του δικαίου, τόσο σε διεθνές όσο και σε εσωτερικό επίπεδο. Οι σύγχρονεςµεταµορφώσεις του δικαιώµατος υπεράσπισης σε ευρωπαϊκά κράτη που απέρριπταν έως και την απόφαση Salduz την άσκηση του δικαιώµατος κατά το στάδιο της αστυνοµικής προανάκρισης αποτελούν προνοµιακό πεδίο περιπτωσιολογικής µελέτης του ιδιάζοντος πολλές φορές τρόπου µε τον οποίο εκδηλώνεται αυτή η δυναµική του κοσµοπολιτικού χαρακτήρα του δικαίου.

Η προσφορότητα της περιπτωσιολογικής αυτής µελέτης, την οποία και θα αναπτύξουµεµε λεπτοµέρεια  µε  την  ευκαιρία  του 7ου Συνεδρίου  της  Ένωσης  Ελλήνων Ποινικολόγων,  επαυξάνεται σε πολλαπλό βαθµό από το γεγονός ότι αλληλεπιδράσεις διεθνούς χαρακτήρα στο πεδίο αυτό δεν παρατηρούνται µόνο µεταξύ του Δικαστηρίου του Στρασβούργου και των ευρωπαϊκών κρατών που υποχρεούνται να εφαρµόζουν τη νοµολογία του, αλλά πλέον και σε
επίπεδο εφαρµογής της νοµοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης(ΕΕ), αλλά και της ερµηνείας αυτής από τη νοµολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ (όσον αφορά τα κράτηµέλη της ΕΕ φυσικά), µε τη διαφαινόµενηµάλιστα προοπτική διαλόγουµεταξύ του τελευταίου και του ΕΔΔΑ να αλλάζει  σε  σηµαντικό  βαθµό  τα  έως  τώρα  δεδοµένα  στο  χώρο  των  δικαιωµάτων  του κατηγορουµένου στην ΕΕ. Πιο αναλυτικά, οφείλουµε να παρατηρήσουµε ότι στην κατεύθυνση που χάραξε το Συµβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 2009 και έπειτα µε τον Οδικό Χάρτη  για  την  ενίσχυση  των  δικονοµικών  δικαιωµάτων  υπόπτων  ή  κατηγορουµένων προσώπων σε ποινικές διαδικασίες, έχουν ήδη ψηφιστεί τρεις σηµαντικότατες Οδηγίες οι οποίες  έχουν  τη  δυνατότητα  να  αλλάξουν  σταδιακά  τη  φυσιογνωµία  της  αστυνοµικής προανάκρισης  σε  χώρες  της  ΕΕ: η  Οδηγία  σχετικά µε  το  δικαίωµα  σε  διερµηνεία  και µετάφραση  και  η  Οδηγία  σχετικά µε  το  δικαίωµα  ενηµέρωσης  στο  πλαίσιο  ποινικών διαδικασιών, οι οποίες ήδη έχουν ενσωµατωθεί στο ελληνικό δίκαιοµε το ν. 4236/2014, όπως,  φυσικά, κατά κύριο λόγο, και η Οδηγία σχετικάµε το δικαίωµα πρόσβασης σε δικηγόρο, της οποίας η προθεσµία προς ενσωµάτωση παρέρχεται στις 27 Νοέµβρη 2016.  

Ταυτόχρονα είµαστε αυτή τη στιγµή προ των πυλών νέων εξελίξεων σε επίπεδο νοµοθεσίας  της ΕΕ η οποία να µπορεί  να  επιδράσει  καίρια  στη  φυσιογνωµία  της  ποινικής δίκης,  επηρεάζοντας  σε σηµαντικό βαθµό και την προδικασία: µόλις τον Οκτώβριο του 2015 υιοθετήθηκε (αλλά δεν έχει ακόµη δηµοσιευθεί) Οδηγία σχετικά µε το τεκµήριο αθωότητας, το Δεκέµβριο του 2015 συµφωνήθηκε  Οδηγία  που  αφορά  τις  δικονοµικές  εγγυήσεις για  ανήλικους  οι οποίοι εµπλέκονται σε ποινικές διαδικασίες, ενώ τέλος, σε µια εξέλιξη που µπορεί να αποδειχθεί αποφασιστικής  σηµασίας  για  την  εφαρµογή  όλων  των  ανωτέρω  Οδηγιών  στην πράξη, αντικείµενο σκληρής διαπραγµάτευσης στο πλαίσιο των τριλογιών ανάµεσα στα θεσµικά όργανα της ΕΕ αποτελεί κατά τους τελευταίους µήνες η συµφωνία ως προς την Οδηγία που αφορά τον αυτεπάγγελτο διορισµό συνηγόρου, και τη δωρεάν παροχή νοµικής βοήθειας, σε ποινικές υποθέσεις και υποθέσεις που αφορούν το ευρωπαϊκό ένταλµα σύλληψης. 

Εύκολα γίνεται λοιπόν αντιληπτός,  µε βάση την επιγραµµατική και µόνο αναφορά στις ανωτέρω Οδηγίες, ο βαθµός στον οποίο το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διεισδύει πλέον σε ένα έως τώρα ποινικοδικονοµικό άβατο, και εύκολα διαφαίνεται η προοπτική ανάπτυξης µιας ακόµη πιο έντονα διαδραστικής σχέσης ανάµεσα στη διεθνή και τις εσωτερικές έννοµες τάξεις, σχέση διαλόγου και συνεργασίας, πιθανώς όµως και συγκρουσιακή σχέση σε περίπτωση που αυτές οι«έξωθεν» παρεµβάσεις γίνουν αντιληπτές ωςµη συµβατέςµε την εκάστοτε εγχώρια νοµική παράδοση. Δεν θα πρέπει, άλλωστε, να ξεχνάµε ότι είναι κατεξοχήν στο χώρο της ποινικής δίκης όπου παρατηρούνται ιδιαίτερα οξείες αντιθέσεις ανάµεσα σε διαφορετικά ευρωπαϊκά δικαϊικά συστήµατα, ιδίως όταν έρχεται σε σύγκρουση η αγγλοσαξονική θεώρηση του δικαίου µε αυτή που επικρατεί στην ποινικοδικονοµική σκέψη στον ηπειρωτικό ευρωπαϊκό χώρο.

Ίσως λοιπόν δεν είναι υπερβολή να ισχυριστεί κάποιος ότι γινόµαστε την περίοδο αυτή µάρτυρες µιας πραγµατικής ευρωπαϊκής «κοσµογονίας» στο χώρο των δικαιωµάτων του κατηγορουµένου,  τηρουµένων  φυσικά  των  αναλογιών  και  δη  υπό  το  πρίσµα  των αυστηρότατων περιορισµών ως προς την πρόσβαση σε συνήγορο που υφίσταντο έως και την απόφαση Salduz σε χώρες που αποτελούν σηµαντικούς εκπροσώπους της ευρωπαϊκής νοµικής παράδοσης, είτε αυτοί ανήκουν στο χώρο του αγγλοσαξονικού δικαίου είτε πρόκειται για εκπροσώπους του ηπειρωτικού ευρωπαϊκού νοµικού πολιτισµού. Όπως µάλιστα η εισήγησή µας θα αφήσει να διαφανεί, το φαινόµενο παρατηρείται σε πολλαπλά επίπεδα, αναπτύσσεται µε διαφορετικές ταχύτητες και επιταχύνεται(ή αντιθέτως επιβραδύνεται) ως αποτέλεσµα των ενεργειών  πληθώρας  πρωταγωνιστών,  θετικών  ή αρνητικών,  σε µια  πορεία  ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης θεµελιωδών δικαιωµάτων του κατηγορουµένου. 

Σκοπός της εισήγησής µας είναι να εξετάσουµε σε µεγαλύτερο βάθος διαφορετικές πτυχές αυτού του φαινοµένου, χρησιµοποιώντας παραδείγµατα που αντανακλούν τη δυναµική του µοντέρνου κοσµοπολιτικού δικαίου, είτε αυτά αφορούν τη δυνατότητα του Δικαστηρίου του Στρασβούργου να επιφέρει θεµελιώδεις αλλαγές σε εθνικές έννοµες τάξεις ως προς την άσκηση του δικαιώµατος στη δίκαιη δίκη, είτε αυτά αφορούν έναν παραπλήσιο ρόλο τον οποίο προσφάτως διεκδικεί η ΕΕ, κατά αντιδιαστολή πάνταµε τις συνέπειες της διεθνοποίησης του δικαίου για τις εθνικές έννοµες τάξεις και τον ιδιάζοντα πολλές φορές τρόπο αντίδρασής τους σε αυτή, ενώ καίριο ερώτηµα το οποίο θα µας απασχολήσει είναι φυσικά και η θέση του ελληνικού  δικαίου  στις  ευρωπαϊκές  αυτές  εξελίξεις,  ερώτηµα  που  παρουσιάζει µεγάλο ενδιαφέρον από συγκριτική σκοπιά, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κάποιος τον αυξηµένο βαθµό προστασίας τον οποίο παρέχει στον κατηγορούµενο – στη θεωρία τουλάχιστον – ο ΚΠΔ και µάλιστα από περίοδο πολύ προγενέστερη της δραστηριοποίησης του ΕΔΔΑ και της ΕΕ στα θέµατα αυτά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου