Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2018

Απάτη και ισάξια αντιπαροχή: Η περίπτωση των πλαστών τίτλων σπουδών [Σχολιασμός της ΑΠ 196/2015 - Δικηγορικό Γραφείο Μιχαήλ Πικραμένου]


Σχολιασμός της ΑΠ 196/2015
Aποτελεί πάγια παραδοχή της νομολογίας του Αρείου Πάγου, πως για τον υπολογισμό της ζημιάς στο έγκλημα της απάτης συμψηφίζεται κάθε όφελος, που απορρέει από την περιουσιακή διάθεση, εκτός κι αν είναι άχρηστη στον παθόντα, ενόψει των προσωπικών αντικειμενικών αναγκών, συνθηκών και επιδιώξεών του.
Τα παραπάνω αποτελούν, επίσης, και πάγια παραδοχή της θεωρίας, αφού, σύμφωνα με τον καθηγητή Μυλωνόπουλο [Χ. Μυλωνόπουλος, Ειδικό Ποινικό, εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλας 2006, σελ 511], απάτη περί την πρόσληψη στοιχειοθετείται, όταν ο εργοδότης ζημιώνεται, είτε εξ αιτίας της ανάληψης της υποχρέωσης να καταβάλλει αμοιβή υπερβαίνουσα την ποιότητα των προσδοκώμενων υπηρεσιών, είτε όταν η παρεχόμενη από τον δράστη εργασία δεν ανταποκρίνεται στον καταβαλλόμενο μισθό. Αν επομένως η παρεχόμενη εργασία αντισταθμίζει πλήρως την παρεχόμενη αμοιβή, δεν στοιχειοθετείται περιουσιακή ζημιά.
Όσον αφορά στην πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου με αριθμό 196/2015 και στην αναφορά της, ότι προϋπόθεση του παραπάνω συμψηφισμού είναι η νομιμότητα της αντιπαροχής, απαραίτητο είναι να διευκρινισθούν τα εξής: Η συγκεκριμένη απόφαση αφορά στην περίπτωση μίας ιατρού – χειρούργου, η οποία, με πλαστό πτυχίο, ασκούσε ένα λειτούργημα, το οποίο έχει ιδιαίτερους κανόνες δεοντολογίας και του οποίου πρέπει να εξασφαλίζεται η lege artis άσκηση προκειμένου να μην τίθεται σε κίνδυνο η υγεία και η ζωή εκατοντάδων ανθρώπων. Επιπλέον, εξαιτίας της φύσης του λειτουργήματος αυτού το Δημόσιο είναι εκτεθειμένο σε αγωγές αποζημιώσεως σε περίπτωση οποιουδήποτε ιατρικού σφάλματος.
Τα παραπάνω δεν ισχύουν σε καμία περίπτωση για τους υπαλλήλους, και ειδικά για εκείνους που εκτελούν εργασίες, που σύμφωνα με την λογική και την εμπειρία της καθημερινής ζωής δεν απαιτούν ορισμένο τίτλο σπουδών, προκειμένου να διεξαχθούν ορθά. Στις περιπτώσεις αυτές η νομοθετική απαίτηση για ορισμένο τίτλο σπουδών έχει το νόημα της εξασφάλισης της αξιοκρατίας και όχι της προστασίας της υγείας και της ζωής των συναλλασσόμενων πολιτών. Και είναι, επίσης, φανερό, ότι ουδεμία περίπτωση υπάρχει να υποχρεωθεί το Δημόσιο σε παροχή αποζημιώσεως, αφού ούτε ζημιά υφίστανται οι διοικούμενοι, ούτε κίνδυνος γι’ αυτούς μπορεί να προκύψει. Εύλογα, λοιπόν, εξάγει κανείς το συμπέρασμα, πως η ΑΠ 196/2015 αναφέρεται στην συγκεκριμένη περίπτωση άσκησης ενός σημαντικότατου λειτουργήματος, όπως το ιατρικό, χωρίς τους απαιτούμενους τίτλους σπουδών και δεν ανατρέπει την πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου περί συμψηφισμού άμεσου οφέλους και ζημίας στο έγκλημα της απάτης.
Άλλωστε, η απάτη είναι ένα έγκλημα κατά της περιουσίας, στην οποία ανήκουν όλα τα αγαθά ενός φυσικού ή νομικού προσώπου με οικονομική αξία, εφόσον δεν αποδοκιμάζονται από την έννομη τάξη. Έτσι στην περιουσία ανήκει και η εργασιακή δύναμη και αντίστοιχα τα αποτελέσματά της, εκτός κι αν ρητά αποδοκιμάζονται από την έννομη τάξη, όπως η «εργασία» ενός εκβιαστή ή δολοφόνου. Η εργασία ενός υπαλλήλου, όμως, έχει οπωσδήποτε οικονομική αξία, αφού δεν αποδοκιμάζεται αυτή καθεαυτή από την έννομη τάξη, ακόμα και στην περίπτωση που δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την πρόσληψη.
Το μοναδικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί εύλογα από τα παραπάνω είναι, πως η αντιπαροχή δεν συμψηφίζεται μονάχα, όταν αυτή καθεαυτή είναι μια παράνομη πράξη. Έτσι, η διενέργεια ιατρικών πράξεων χωρίς πτυχίο ιατρικής σχολής συνιστά παράνομη πράξη, καθώς πληρούται, στην περίπτωση μιας εγχείρισης λόγου χάρη, η αντικειμενική υπόσταση της σωματικής βλάβης, χωρίς, φυσικά, να αίρεται το άδικο και ο καταλογισμός του φερόμενου ως ιατρού, αφού ο τελευταίος δεν νοείται, πως ενεργεί σύμφωνα με τους όρους της ιατρικής επιστήμης. Αντίθετα πράξεις, όπως η αρχειοθέτηση εγγράφων, δεν μπορούν υπό καμία λογική εκδοχή να θεωρηθούν παράνομες και το όφελος, που πηγάζει από αυτές για τον εκάστοτε εργοδότη πρέπει να συμψηφιστεί με την όποια ζημιά προκαλεί σε αυτόν η απάτη.
Οποιαδήποτε διαφορετική ερμηνεία αδυνατεί να ενταχθεί αρμονικά στο νομολογιακό πλαίσιο, που έχει δημιουργηθεί από τον Άρειο Πάγο τις τελευταίες δεκαετίες και έχει επικυρωθεί από τους κορυφαίους εκπροσώπους της ποινικής επιστήμης. Και πέρα από το πλήγμα που θα δεχόταν το ποινικό δόγμα, θα οδηγούμασταν και σε καταφανώς ανεπιεική αποτελέσματα, αφού οποιοσδήποτε εργαζόμενος χωρίς τα απαιτούμενα για την ειδικότητά του έγγραφα (π.χ. βιβλιάριο υγείας), που έλαβε ακόμη και τις ελάχιστες αποδοχές για κάποια χειρονακτική εργασία, θα μπορούσε να καταδικασθεί για απάτη.
Κι ούτε είναι, βεβαίως, δυνατόν εκ προοιμίου να θεωρηθεί, πως κάθε δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος δεν διαθέτει ορισμένο νόμιμο δικαιολογητικό τίτλο, στερείται το ήθος και τις λοιπές ιδιότητες, που είναι απαραίτητες για την υπηρεσία του, αφού μια τέτοια παραδοχή θα οδηγούσε στο συμπέρασμα, πως κάθε πολίτης χωρίς ορισμένο τίτλο σπουδών είναι ανάξιος για την στοιχειώδη εργασία και ηθικά ελέγξιμος. Επομένως, είναι προφανές, πως η απαίτηση ορισμένων τίτλων σπουδών, ουδόλως σχετίζεται με το ήθος και την ικανότητα του μέσου δημοσίου υπαλλήλου, αλλά με την απαίτηση αξιοκρατίας στον δημόσιο τομέα, η οποία, όμως, αφορά, σύμφωνα με την συνταγματική διάκριση των λειτουργιών, την δημόσια διοίκηση και όχι τον ποινικό Δικαστή.
Δεν αμφισβητείται, λοιπόν, εν προκειμένου η ορθότητα της ως άνω απόφασης του Αρείου Πάγου, αλλά η ευρύτητα της διατυπώσεώς της και επισημαίνεται, πως η ερμηνεία της πρέπει να γίνει με προσοχή και με βάση τα συγκεκριμένα δεδομένα της κάθε υπόθεσης, που εξετάζεται. Και παρότι νομολογιακά τα Δικαστήρια δεν έχουν την υποχρέωση να αιτιολογούν το πώς ερμηνεύουν τον Νόμο και την νομολογία του Αρείου Πάγου, υπάρχει αναμφίβολα συνταγματικό καθήκον αιτιολόγησης, εάν επιλέγεται μια καινοφανής και δυσμενής για τον κατηγορούμενο ερμηνεία ενός ποινικού νόμου, που εδώ και δεκαετίες ερμηνεύεται από την απολύτως κρατούσα νομολογία και θεωρία με ορισμένο τρόπο.
Άλλωστε, όπως δέχτηκε και το Εφετείο Αθηνών στην υπ’ αρίθμ. 327/2017 απόφασή του (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), «Η πρόσληψή της ναι μεν δεν ήταν σύννομη, πλην όμως δεν προκύπτει σκοπός της να βλάψει το Δημόσιο, με αντίστοιχο δικό της παράνομο περιουσιακό όφελος, καθώς για όσο χρονικό διάστημα, της κατέβαλλε τις αντίστοιχες της θέσης της αποδοχές, η κατηγορούμενη παρείχε τις ως άνω υπηρεσίες της, όντας συνεπής στις απορρέουσες από τη θέση αυτή υποχρεώσεις της, δοθέντος μάλιστα ότι η συγκεκριμένη θέση εργασίας δεν απαιτούσε εξειδικευμένη γνώση ή άλλες πνευματικές δεξιότητες και επομένως η έλλειψη του ως άνω τίτλου σπουδών, δεν μπορούσε αντικειμενικά να επηρεάσει την ποιότητα των παρεχομένων από αυτήν υπηρεσιών. Άλλωστε, δεν προέκυψε ότι η κατηγορούμενη, ως υπάλληλος στη θυρίδα εξυπηρέτησης κοινού, χωρίς τον ως άνω απολυτήριο τίτλο σπουδών, είχε υποδεέστερες ικανότητες και δεξιότητες από κάποιον που κατείχε τον τίτλο αυτό. Ουδεμία συνεπώς ζημία επήλθε εξ αυτού του λόγου στο Δημόσιο, αφού η κατηγορουμένη προσέφερε πραγματική εργασία, τις σχετικές δε αμοιβές, που της καταβλήθηκαν, θα τις εισέπραττε οποιοσδήποτε άλλος παρείχε τις ως άνω υπηρεσίες, εάν δεν τις παρείχε η κατηγορούμενη. Συνεπώς, τα ως άνω ποσά που η κατηγορούμενη εισέπραξε, τα δικαιούνταν ανεξαρτήτως του σύννομου ή μη χαρακτήρα της πρόσληψής της, αφού και επί άκυρης σύμβασης εργασίας ο εργαζόμενος δικαιούται αμοιβή για την παρασχεθείσα εργασία του, έστω και υπό μορφή αποζημίωσης, κατά τις διατάξεις του ΑΚ περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (βλ. ΑΠ 627/2014 (ΠΟΙΝ) Τ.Ν.Π.- ΝΟΜΟΣ), τα δε επιδόματα (δώρα) εορτών, αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας δικαιούται ευθέως εκ του νόμου (ΑΠ 131/2015 Τ.Ν.Π-ΝΟΜΟΣ). Με βάση όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη και όσα αποδείχθηκαν δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά το έγκλημα της απάτης, καθόσον το σύνολο των αποδοχών, που το Δημόσιο κατέβαλε στην κατηγορουμένη εξαιτίας της απατηλής συμπεριφοράς της, ισοσταθμίστηκε με την ισάξια αντιπαροχή της – παροχή υπηρεσιών της – και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί αθώα κατά πλειοψηφία κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό».
Το ίδιο σκεπτικό είχε εκφραστεί από την μειοψηφήσασα άποψη και στην υπ’ αρίθμ 602/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, όπου μεταξύ άλλων είχε γίνει δεκτό, πως «Υπό τα δεδομένα αυτά, ενδεχομένως, το όφελος που προσπορίστηκαν οι κατηγορούμενοι να είναι κατά τι μεγαλύτερο σε σχέση με τις αποδοχές που θα ελάμβαναν με βάση τις ανωτέρω διατάξεις, πλην όμως το τυχόν υπερβάλλον τούτο ποσό αφενός δεν μπορεί να υπολογισθεί επακριβώς και αφετέρου σε καμιά περίπτωση δεν  υπερβαίνει  το  ποσό των 120.000 ευρώ, όπως εύκολα μπορεί να συναχθεί». Εξήχθη, λοιπόν, το εύλογο συμπέρασμα, πως «Κατά συνέπεια η πράξη των κατηγορουμένων δεν θεμελιώνει το έγκλημα της κακουργηματικής απάτης σε βάρος του Δημοσίου και έπρεπε να κηρυχθούν αθώοι της δεύτερης πράξης».
πηγή : https://pikramenoslaw.gr/

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2018

Θέματα αιχμής με διαχρονικά ερωτήματα. Ιατρική και Δικαιοσύνη «ενώπιος ενωπίω» [Δημήτριου Παπαγεωργίου, Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης]


Διάγραμμα
  1. Προλεγόμενα
  2. Το Δίκαιο και η άσκηση του ιατρικού λειτουργήματος
  3. Πραγματικό περιστατικό ελέγχου ιατρικής ευθύνης από αμέλεια
  4. Ποινική ευθύνη
  5. Αστική ευθύνη
  6. Πειθαρχική ευθύνη
  7. Ερωτήματα και προβληματισμοί περί την διερεύνηση της ιατρικής ευθύνης από αμέλεια
  8. Επίλογος

Ι. Προλεγόμενα
Εξ ορισμού εισαγωγική η πρώτη εισήγηση της ημερίδας, κατευθύνει τον ομιλούντα στη διατύπωση γενικών σκέψεων και επισημάνσεων αναφορικά με ζητήματα περί την ιατρική ευθύνη, που οι επόμενοι εισηγητές, αναλυτικά και  εξειδικευμένα, θα παρουσιάσουν.
Σπεύδω να υπενθυμίσω ότι η Ιατρική Επιστήμη και η Επιστήμη του Δικαίου πάντοτε συγκαταλέγονταν στις ευγενέστερες επιστήμες. «Ιητρική τεχνέων μεν πασέων εστίν επιφανεστάτη» (η Ιατρική είναι από όλες τις τέχνες η πιο διακεκριμένη) τόνιζε ο Ιπποκράτης[1]. Αντίστοιχα, ας φέρουμε στη σκέψη μας τον Θέογνι και τον Φωκυλίδη: «εν δε δικαιοσύνη συλλήβδην πάσ’ αρετή εστίν»[2].
Σήμερα, τα κοινού επιστημονικού ενδιαφέροντος ζητήματα εμφανίζονται αιχμηρά στο πεδίο της ιατρικής ευθύνης από αμέλεια. Η αμέλεια είναι η μορφή υπαιτιότητας που κατά κανόνα απασχολεί τη Δικαιοσύνη στις υποθέσεις ιατρικής ευθύνης. Έτσι, στις συζητήσεις της ημερίδας θα υπάρχουν αναφορές στο λεγόμενο «ιατρικό σφάλμα»[3], ενώ δεν θα γίνει λόγος για εκ δόλου ευθύνη των γιατρών στο πλαίσιο της επαγγελματικής δράσης τους που να σχετίζεται με ένα βλαπτικό αποτέλεσμα για τον ασθενή.

ΙΙ. Το Δίκαιο και η άσκηση του ιατρικού λειτουργήματος
Το Δίκαιο φαίνεται να είναι ιδιαίτερα «απαιτητικό» ως προς την άσκηση του ιατρικού λειτουργήματος, αφού, με βασικό νομικό πλαίσιο το πλέγμα των κανόνων του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (ΚΙΔ – Ν.3418/2005)[4] αξιώνει από τον γιατρό να μην διαπράξει ιατρικό σφάλμα, είτε με τη μορφή της διαγνωστικής αστοχίας (εκτίμηση των δεδομένων του ασθενούς), είτε με τη μορφή της θεραπευτικής αστοχίας (επιλογή ή εφαρμογή της θεραπευτικής μεθόδου), να ασκήσει την ιατρική LEGE ARTIS, δηλαδή (σύμφωνα με τον ΚΙΔ) με βάση τους γενικά παραδεκτούς (2 παρ.3, 10 παρ.1 ΚΙΔ) και ισχύοντες (2 παρ.3) κανόνες της ιατρικής επιστήμης, με κανόνες και μεθόδους (3 παρ.3) όπως αυτοί διαμορφώνονται με βάση τα αποτελέσματα της εφαρμοσμένης σύγχρονης επιστημονικής έρευνας (3 παρ.3), με τους κανόνες της τεκμηριωμένης και βασισμένης σε ενδείξεις ιατρικής επιστήμης (3 παρ.2γ), με βάση δε την πείρα και τις δεξιότητες που απέκτησε (3 παρ.2β) να συμμορφώνεται με ορισμένο «πρότυπο επιμέλειας», το οποίο ανταποκρίνεται στο μέσο συνετό γιατρό της ειδικότητάς του.[5]
Μία ατυχής έκβαση ιατρικής πράξης (θάνατος ή σωματική βλάβη του ασθενούς) μπορεί να αποτελέσει αφορμή για τη διερεύνηση της ευθύνης από αμέλεια των εμπλακέντων γιατρών σε τρία επίπεδα: ποινικό, αστικό και πειθαρχικό. Έτσι, γίνεται λόγος για ποινική[6], αστική[7] και πειθαρχική[8] ιατρική ευθύνη.

ΙΙΙ. Πραγματικό περιστατικό ελέγχου ιατρικής ευθύνης από αμέλεια
Καλύτερα, όμως, να συνδέσουμε, κατά το δυνατόν, τις αφηρημένες και γενικές επισημάνσεις με ένα καταγεγραμμένο στη νομολογία περιστατικό από την καθημερινή δικαστική πραγματικότητα.
Η (ποινική) απόφαση του Αρείου Πάγου 1659/2003[9] αναφέρεται στο ακόλουθο συμβάν (συνοπτικά): κατά τη διάρκεια εγχείρισης ανοικτής καρδιάς (διπλής αορτοστεφανιαίας παράκαμψης) σε δημόσιο νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης, ο καρδιοχειρουργός-θωρακοχειρουργός Χ, αναπληρωτής καθηγητής στο ΑΠΘ, χορήγησε αδρεναλίνη στη ρίζα της αορτής του ασθενούς χρησιμοποιώντας ειδική σύριγγα∙ μετά την έγχυση της αδρεναλίνης, αφαίρεσε αμέσως τη σύριγγα και στη βάση της αορτής παρέμεινε η βελόνη προκειμένου να εξασφαλισθεί η απομάκρυνση του τυχόν υπάρχοντος αέρος εντός της αορτής∙ στη συνέχεια, όμως, παρέλειψε να αφαιρέσει τη βελόνη, η οποία παρέμεινε εντός της περικαρδιακής κοιλότητας μετά τη σύγκλειση του χειρουργικού τραύματος και την ολοκλήρωση της επέμβασης, με συνέπεια, ο ασθενής, όταν παραπονούμενος για συνεχή βήχα και κόπωση, υποβλήθηκε σε ακτινογραφία θώρακος και πληροφορήθηκε το συμβάν, να υποστεί σοβαρό ψυχικό κλονισμό που εκδηλώθηκε αρχικά με λιποθυμία και κατόπιν η γνώση αυτή του προκάλεσε έντονη ανησυχία, φόβο και αγχώδη καταθλιπτική διαταραχή, για την αντιμετώπιση της οποίας έλαβε ειδική φαρμακευτική αγωγή με ψυχοφάρμακα.
Για το προαναφερθέν περιστατικό διερευνήθηκε, ή θα μπορούσε να έχει διερευνηθεί, η ύπαρξη ποινικής, αστικής και πειθαρχικής ευθύνης.[10]

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2018

ΑΠ 59/2018: Χωρεί αναστολή εκτέλεσης και της ποινής κράτησης




ΑΡΙΘΜΟΣ 59/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Μαρία Γκανιάτσου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Σ. Σ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ξανθίππη Μωυσίδου, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 3846/2017 αποφάσεως του Πταισματοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Πταισματοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαΐου 2017 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2017.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης μόνο κατά τη διάταξη μετατροπής ποινής και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 εδ. β’ του ΚΠοινΔ, "Αναίρεση κατά των αποφάσεων του πταισματοδικείου επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’, Γ’, Ε’, ΣΤ’ και Η’ ". Επομένως, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη της παρ. 1 στοιχ. Δ’ του τελευταίου άρθρου (510 Κ.Ποιν.Δ.) λόγος αναίρεσης, δηλαδή η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν παρέχει δικαίωμα προσβολής με αίτηση αναίρεσης των αποφάσεων των πταισματοδικείων, τυχόν δε προβαλλόμενος (κατ’ απόφασης πταισματοδικείου), απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Η ρύθμιση αυτή, κατά την οποία είναι ανεπίτρεπτη η άσκηση αίτησης αναίρεσης κατ’ απόφασης πταισματοδικείου για έλλειψη αιτιολογίας, δεν είναι αντίθετη με τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και μετά την τελευταία (κατά το έτος 2001) αναθεώρησή του, αφού η θέσπιση περιορισμών στην άσκηση των ένδικων μέσων είναι επιτρεπτή. Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της απόφασης 3846/25-4-2017 του Πταισματοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη κηρύχθηκε ένοχη για την αξιόποινη πράξη (πταίσμα) της παράβασης του άρθρου 45 παρ. 4 εδ. β’ του Ν. 2696/1999 και ειδικότερα για το ότι στον ... στις 23-5-2016 και περί ώρα 09.55’ καταλήφθηκε να οδηγεί το ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο ... και να συμπεριφέρεται με λόγια υβριστικά προς το όργανο της Τροχαίας Κίνησης, που εκτελούσε υπηρεσία, λέγοντας σ’ αυτό "γι’ αυτό σας λένε μπάτσους παλιομαλάκα". 
Για την πράξη αυτή επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα ποινή κράτησης δέκα (10) ημερών και ποινή προστίμου διακοσίων (200) ευρώ και, συνεπώς, εφόσον, κατά τη διάταξη του άρθρου 489 παρ. 1 περ. α’ του ΚΠοινΔ, η απόφαση αυτή, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση, υπόκειται, κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα, σε αίτηση αναίρεσης. Με τους λόγους αναίρεσης, που αναφέρονται με τα στοιχεία Α1Ι, Α1 ΙΙ (από προφανή παραδρομή αναφέρεται ως Α1Ι), Α1 ΙΙΙ, Α2 ΙΙ (ως προς το δεύτερο σκέλος του) και Β1 (ως προς το πρώτο σκέλος του) στην από 15-5-2017, με αρ. πρωτ. .../16-5-2017, έκθεση αναίρεσης, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα ο προβλεπόμενος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, λόγος αναίρεσης, ήτοι η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ως προς το περί ενοχής σκεπτικό οι τρεις πρώτες αιτιάσεις, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β’ του ΠΚ η τέταρτη και ως προς τη μη αναστολή της έκτισης της ποινής κράτησης η πέμπτη αιτίαση). Σύμφωνα, όμως, με όσα αναφέρονται στην αρχή της σκέψης αυτής, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, και, συνεπώς, απορριπτέοι, διότι δεν περιλαμβάνονται στους περιοριστικώς αναφερόμενους, στη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 εδ. β’ του ΚΠοινΔ, λόγους προσβολής με αίτηση αναίρεσης των αποφάσεων των πταισματοδικείων.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ’ του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, διότι στερείται, έτσι, ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 του ΚΠοινΔ), εκτός αν τα έγγραφα αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της απόφασης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ο συντάκτης αυτού ούτε και ο χρόνος σύνταξής τους, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. 

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταξύ των εγγράφων, τα οποία μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο και τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής της αναιρεσείουσας, περιλαμβάνεται και το έγγραφο με προσδιοριστική της ταυτότητάς του ένδειξη "η από 10-6-2006 έκθεση Αρχής". Με την αναφορά αυτή, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα του εν λόγω εγγράφου και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του (ονόματος συντάκτη, τίτλου αρχής, αντικειμένου κλπ), αφού, με την ανάγνωσή του, κατέστη αυτό γνωστό και κατά το περιεχόμενό του στην αναιρεσείουσα και έτσι αυτή, η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν προέβαλε καμία αντίρρηση για την ανάγνωση του εγγράφου αυτού, είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό του, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται αυτό στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι δεν δημιουργείται αμφιβολία για το αναλλοίωτο της ταυτότητάς του. Έτσι, ορθώς το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το εν λόγω έγγραφο και δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης Α2Ι, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα του ως άνω εγγράφου, είναι αβάσιμος και, συνεπώς, απορριπτέος.

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2018

ΜΔΠρΑθ 12852/2018 : "Επαγγελματικά δικαιώματα αποφοίτων Τ.Ε.Ι. - Απόφοιτοι Τ.Ε.Ι. Ανακαίνισης και Αποκατάστασης Κτιρίων"


Παράλειψη από την Διοίκηση έκδοσης κανονιστικής διοικητικής πράξης (Προεδρικού Διατάγματος) για την αναγνώριση επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αγωγή αποζημίωσης σύμφωνα με το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ. Δέχεται εν μέρει.
Αριθμός απόφασης 12852/2018
ΓΑΚ:…, /2012
ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΑΣ
Τμήμα 28ο Μονομελές
συνεδρίασε  δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13.12.2017, με δικαστή τον Βασίλειο Ζαχαρόπουλο, Πρωτοδίκη Δ.Δ., και γραμματέα την Ανατολή Κυριαζίδου, δικαστική υπάλληλο,
για  να εκδικάσει την αγωγή με χρονολογία κατάθεσης 08.10.2012,
των 1) ..., κατοίκου Τρικάλων (οδ.... αρ....) και 2)..., κατοίκου Αττικής (οδ.... αρ....), οι οποίοι παραστάθηκαν μαζί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο ΝΣ,
κατά  του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, αλλά παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίαςτης Δικαστικής Πληρεξουσίας Α΄ του Ν.Σ.Κ..
Κατά τη συζήτηση, οι διάδικοι που παραστάθηκαν ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
Αφού μελέτησε τη δικογραφία
Σκέφθηκε κατά το νόμο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, για την άσκηση της οποίας, μετά από τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 139Α του Κ.Δ.Δ., κατεβλήθησαν τα αναλογούντα τέλη δικαστικού ενσήμου (βλ. τα με κωδικούς … ηλεκτρονικά παράβολα του διαδικτυακού ιστοτόπου της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων, μετά των αποδεικτικών ηλεκτρονικής εισπράξεως της Εθνικής Τράπεζας), οι ενάγοντες, απόφοιτοι Τ.Ε.Ι., ζητούν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα τους, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 105 ΕισΝΑΚ, 57, 59 και 932 Α.Κ., χρηματική ικανοποίηση ύψους 30.000 ευρώ, νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την παράνομη, όπως υποστηρίζουν, παράλειψη των οργάνων του εναγόμενου να εκδώσουν εντός συγκεκριμένου χρόνου τα προεδρικά διατάγματα που είναι αναγκαία για την κατοχύρωση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων των Τ.Ε.Ι.
2. Επειδή, οι ενάγοντες ομοδικούν παραδεκτώς, σύμφωνα με το άρθρο 115 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄ 97), όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3226/2004 (Α΄ 24), που επιτρέπει την άσκηση κοινής αγωγής από περισσότερα πρόσωπα, εφόσον, μεταξύ άλλων, τα δικαιώματά τους στηρίζονται σε όμοια, κατά τα ουσιώδη, νομική και πραγματική βάση. Συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή είναι εξεταστέα ως προς όλους τους ενάγοντες.
3. Επειδή, στο άρθρο 105 Εισ. Ν.Α.Κ. (π.δ. 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος» και στο άρθρο 106 ΕισΝ.Α.Κότι«Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων  ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους».
4. Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω πράξης ή παράλειψης των οργάνων του κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σ’ αυτά δημόσιας εξουσίαςαπαιτείταιμεταξύ άλλωνη πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομηΕκ του ότι δε ο νομοθέτης είτε με νόμο είτε με διοικητική κανονιστική πράξη που εκδόθηκε κατ εξουσιοδότηση νόμουκαθορίζει γενικότερα τους όρους του αδίκου, παρέπεται ότι δεν μπορεί να προκύψει, έστω και αν προκαλείται ζημία σε τρίτο, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., από την εκ μέρους της πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια αυτής όργανα ή από την παράλειψη των οργάνων αυτών να νομοθετήσουν, εκτός αν από τη νομοθέτηση ή την παράλειψή της γεννάται αντίθεση προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος (ΣτΕ 479-482/2018 Ολ., 4741/2014 Ολ., πρβλΣτΕ 3901/2013, 2544/2013 επταμ.). Εξ άλλου, παράλειψη νομοθετήσεως συντρέχει και στην περίπτωση κατά την οποία η θέσπιση κατ’ ουσίαν κανόνων δικαίου έχει ανατεθείκατ εξουσιοδότηση νόμουσε διοικητικό όργανο που καθίσταται αρμόδιο για την έκδοση κανονιστικής πράξεωςη οποία περιλαμβάνει κανόνες του εξ αντικειμένου δικαίου. Η παράλειψη, στην περίπτωση αυτή, είναι παράνομη όταν, είτε η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει στην Διοίκηση την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξεως, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις (όπως στην περίπτωση που ο ίδιος ο νόμος καθιερώνει αμέσως και ευθέως ένα δικαίωμα, καταλείπει δε απλώς στον εξουσιοδοτούμενο από αυτόν κανονιστικό νομοθέτη να θεσπίσει συμπληρωματικούς κανόνες, αναγκαίους για τη ρύθμιση τεχνικών λεπτομερειών ή των όρων ασκήσεως του δικαιώματος) ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοικήσεως να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως εκ του Συντάγματος (πρβλΣτΕ 2544/2013 επτ., 4917/2012, 211/2006, 1978/2002, 672/2002 επτ., 537/2002 επτ., 31/2002, 246 5/2001, 1394/2001 επτ., 326/2001 επτ., 5/2001 επτ., 2546/1999 επτ., 2818/1997 επτ., 4396/1996, 3255/1996, 300/1989 επτ., 4334/1976 Ολομ. κ.ά.). Εξάλλου, για τη θεμελίωση της ευθύνης προς αποζημίωση απαιτείται, μεταξύ άλλων, να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας και της επελθούσας ζημίας. Ο σύνδεσμος αυτός υφίσταται όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και ενόψει των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν εξ αντικειμένου ικανή και πρόσφορη να επιφέρει το ζημιογόνο γεγονός (ΣτΕ 479-482/2018 Ολ., 4741/2014 Ολ., πρβλΣτΕ 4100/2012, 3124/2011).

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2018

Πρόσβαση σε ιατρικό φάκελο ασθενούς από τον θεράποντα ιατρό προς δικαστική υπεράσπισή του


Η ΑΠΔΠΧ χορήγησε άδεια (7 παρ. 2 του Ν. 2472/1997) σε διαγνωστικό θεραπευτικό κέντρο ως υπεύθυνο επεξεργασίας προκειμένου να διαβιβάσει σε αιτούντα τρίτο ιατρό ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα υγείας άλλου προσώπου για δικαστική χρήση. Πιο συγκεκριμένα, ο ενδιαφερόμενος ιατρός ζήτησε στοιχεία του ιατρικού φακέλου του ασθενούς έτσι ώστε να αντικρούσει ενώπιον του δικαστηρίου αγωγή αποζημίωσης εναντίον του. Η Αρχή αποφάσισε την χορήγηση της άδειας αφού προηγουμένως ενημερωθεί και ο ασθενών από το διαγωνιστικό κέντρο (άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 2472/1997) καθώς ο σκοπός της επεξεργασίας συνάδει με το άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. γ’ του Ν. 2472/1997 ενώ πληρούται και η αρχή της αναλογικότητας κατά το άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ. β του νόμου, εφόσον τα στοιχεία του ιατρικού φακέλου τυγχάνουν πρόσφορα για την αντίκρουση της αγωγής. Επομένως, η Αρχή προκρίνει τον περιορισμό του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων έναντι της απονομής της δικαιοσύνης.
Δείτε την απόφαση εδώ : ΑΠΟΦΑΣΗ 37/2017
Σχολιασμός της απόφασης:
Η συν τω νόμω πρόσβαση του τρίτου σε ευαίσθητα δεδομένα για δικαστική χρήση: Το πρόβλημα της έκτασης αρμοδιότητας ανάμεσα στις Εισαγγελικές Αρχές και την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα [Σιουμάλα Ν. Ευαγγελία, Υποψήφια Π.Μ.Σ. Φιλοσοφίας του Δικαίου, Νομική Σχολή Ε.Κ.Π.Α.]
Εισαγωγη
Αφορμή για το παρόν σχόλιο αποτελεί η προσφάτως εκδοθείσα υπ’ αριθμόν 37/2017 απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα[1] (στο εξής ΑΠΔΠΧ) αλλά και η προ τριετίας γνωμοδότηση του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου υπ’ αριθμόν 4/2014[2], με την οποία και συντηρείται ακόμα θολό το νομικό πλαίσιο της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Με την υπ’ αριθμόν 37/2017 απόφαση της, η Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα χορήγησε άδεια σε διαγνωστικό θεραπευτικό κέντρο ως υπεύθυνο επεξεργασίας, ώστε το τελευταίο να παραδώσει έγγραφο που περιέχει ευαίσθητα δεδομένα σε  ενδιαφερόμενο τρίτο για δικαστική χρήση , έπειτα από αίτηση του τελευταίου. Ο ενδιαφερόμενος είναι γιατρός και ζήτησε στοιχεία του ιατρικού φακέλου του ασθενούς έτσι ώστε να αντικρούσει ενώπιον του δικαστηρίου αγωγή αποζημίωσης του ασθενούς εναντίον του. Η ΑΠΔΠΧ εξέτασε την συνδρομή των προϋποθέσεων που τίθενται στο άρθρο 7 παρ. 2γ) του νόμου 2472/1997 καθώς και την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 4 παρ. 1β) του ίδιου νόμου. Σε συνέχεια, αποφάσισε τη χορήγηση της άδειας με την παράλληλη γνωστοποίηση στον ενάγοντα ασθενή της επεξεργασίας των δεδομένων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 11 παρ.3 του ν. 2472/1997. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε και η άδεια χορηγήθηκε στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της ΑΠΔΠΧ όπως αυτά καθορίζονται στο άρθρο 19 του νόμου 2472/2017.
Με την υπ’ αριθμόν 4/2014 γνωμοδότηση, ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου απεφάνθη ότι εφόσον έχει προηγηθεί εισαγγελική παραγγελία, οι υπεύθυνοι επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων οφείλουν να επιτρέπουν την πρόσβαση σε ευαίσθητα δεδομένα, χωρίς να προηγείται άδεια της ΑΠΔΠΧ. Με την ανωτέρω απόφαση της ΑΠΔΠΧ και την εισαγγελική γνωμοδότηση αλλά και με πλήθος αντιφατικών γνωμοδοτήσεων και δικαστικών αποφάσεων, μνεία των οποίων θα γίνει παρακάτω, η σχέση μεταξύ των εισαγγελικών αρχών και των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών αναδεικνύεται επισφαλής. Οι αλληλοσυγκρουόμενες τοποθετήσεις του Αντιεισαγγελέα και της ΑΠΔΠΧ προβληματίζουν και θέτουν σε δοκιμασία το κύρος της ΑΠΔΠΧ ενώ καταδεικνύεται απερίφραστα και το πρόβλημα της πολυνομίας στην ελληνική έννομη τάξη. Γι’ αυτό εξάλλου και το ζήτημα που πραγματεύεται το παρόν, έχει απασχολήσει τόσο την ελληνική δικαστηριακή πρακτική[3] όσο και την ελληνική θεωρία[4].
Μέρος Α: Το πρόβλημα
Ι. Οριοθέτηση του προβλήματος
Το ζήτημα που ερείδεται είναι αφενός μεν η διαφάνεια της κρατικής δράσης συνάμα με το δικαίωμα πρόσβασης στην πληροφορία όπως τα δικαιώματα αυτά κατοχυρώνονται στα άρθρα 5Α και 20 του Συντάγματος καθώς και στα λοιπά συναφή νομοθετήματα, αφετέρου δε το αμυντικό δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 9Α του Συντάγματος και καθορίζεται από το νόμο 2742/1997[5]. Στο παρόν, θα εξεταστεί το πρόβλημα των αντιτιθέμενων αρμοδιοτήτων ανάμεσα στην ΑΠΔΠΧ να εκδίδει άδειες σύμφωνα με το άρθρο 19 του ν.2472/1997 και στο εισαγγελικό σώμα να προβαίνει σε παραγγελίες χορήγησης εγγράφων κατά άρθρο 25 παρ. 4 ν.1756/1988.  Πιο συγκεκριμένα, στο μικροσκόπιο θα τεθεί  η χορήγηση αδειών καθώς και η εισαγγελική παραγγελία επεξεργασίας των ευαίσθητων δεδομένων και όχι των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα γενικά. Επιπλέον, η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων ενδιαφέρει όταν πραγματοποιείται έπειτα από αίτηση τρίτου ενδιαφερόμενου, δηλαδή από πρόσωπο διαφορετικό από το υποκείμενο των δεδομένων και τον υπεύθυνο επεξεργασίας, ήτοι αυτόν που καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασία και πρόσβασης του τρίτου στα δεδομένα για δικαστική χρήση[6],.
ΙΙ. Η πολυνομοθετική πραγματικότητα
Η διάκριση των ευαίσθητων δεδομένων από τα απλά ή άλλως κοινά προσωπικά δεδομένα επιχειρείται καταρχήν στο άρθρο 2 του ν. 2472/1997 αλλά εντοπίζεται επισήμανση της διάκρισης αυτής και σε δικαστικές αποφάσεις[7] αλλά και γνωμοδοτήσεις του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους[8], με σκοπό την προσεκτικότερη νομική αντιμετώπιση των ευαίσθητων δεδομένων. Σύμφωνα με τον ορισμό που τίθεται στο νόμο, τα ευαίσθητα δεδομένα αφορούν στη φυλετική ή εθνική προέλευση, στα πολιτικά φρονήματα, στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, στη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, στην υγεία, στην κοινωνική πρόνοια και στην ερωτική ζωή, στα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων. Η σημασία τους καταδεικνύεται με τη θεσπισμένη στο άρθρο 7 του νόμου απαγόρευση επεξεργασίας τους, εκτός και αν συντρέχουν ειδικές εξαιρέσεις και πάντα έπειτα από σχετική άδεια της ΑΠΔΠΧ[9]. Έτσι, η προστασία των ευαίσθητων δεδομένων καθίσταται μεγάλης σημασίας και η ΑΠΔΠΧ αναλαμβάνει το ρόλο να αποφαίνεται ad hoc για τη σκοπιμότητα ή μη της επεξεργασίας τους[10].
Σύμφωνα όμως με το άρθρο 25 παρ. 4 περ. β΄ του ν.1756/1988, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών δικαιούται να παραγγέλλει στις υπηρεσίες του δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των οργανισμών κοινής ωφέλειας και όλων γενικά των επιχειρήσεων του δημόσιου τομέα, να παραδώσουν έγγραφα ή να χορηγήσουν αντίγραφά τους, όταν το ζητήσουν νομικά ή φυσικά πρόσωπα που έχουν δικαίωμα ή έννομο συμφέρον, εκτός αν πρόκειται για έγγραφα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 261 του Κ.Π.Δ.

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2018

ΣτΕ (7μελής) 1887/2018 : Λαθρεμπορία. Πρόστιμο. Ποινική Καταδίκη. Όταν η επιβληθείσα ποινή είναι εμφανώς ελαφριά σε σχέση με την παράβαση, ο διοικητικός δικαστής δεν τερματίζει την διαφορά με την ακύρωση της διοικητικής πράξης, αλλά ερευνά την υπόθεση χωρίς να δεσμεύεται από το δεδικασμένο.

Αριθμός 1887/2018
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2018, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Ε. Νίκα, Σ. Βιτάλη, Κ. Νικολάου, Α. Γαλενιανού-Χαλκιαδάκη, Σύμβουλοι, Β. Μόσχου, Ι. Δημητρακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.
Για να αποφανθεί επί των προδικαστικών ερωτημάτων που του υποβλήθηκαν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010, με την 556/2018 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, σχετικά με την από 6 Μαΐου 2009 προσφυγή :
του … , κατοίκου ..(οδός …), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο ΙΜ (Α.Μ. ....... Δ.Σ. Θεσσαλονίκης), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, η οποία παρέστη με την ΔΓ, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος και την εκπρόσωπο της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, οι οποίοι διατύπωσαν τις απόψεις τους επί των προδικαστικών ερωτημάτων.
Με την προσφυγή αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. ../4.3.2009 καταλογιστική πράξη του Διευθυντή του .΄ Τελωνείου .. .
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Β. Μόσχου.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
1. Επειδή, ο …. άσκησε προσφυγή κατά της ../4-3-2009 πράξης του Διευθυντή του. Τελωνείου .., με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος του, κατά το άρθρο 142 παρ. 2 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (ν. 2960/2001, Α’ 265), κατ' επιμερισμό πολλαπλό τέλος, ύψους 219.168,23€, ως υπαίτιου λαθρεμπορίας, παράλληλα δε κηρύχθηκε εις ολόκληρον υπόχρεος μαζί με τους λοιπούς δύο συνυπαιτίους για την καταβολή του συνολικώς επιβληθέντος πολλαπλού τέλους, ύψους 657.504,69€, ανερχόμενου στο τριπλάσιο των διαφυγουσών φορολογικών επιβαρύνσεων, πλέον συνεισπραττόμενων τελών χαρτοσήμου και εισφορών υπέρ Ο.Γ.Α. 2,4%. Η προσφυγή του εισήχθη προς συζήτηση, κατόπιν της 376/2014 παραπεμπτικής αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (σε Συμβούλιο), στο Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο, προκειμένου να επιλύσει την ενώπιόν του τεθείσα διαφορά, υπέβαλε στο Συμβούλιο της Επικρατείας με την 556/2018 απόφασή του, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) τα κατωτέρω στη σκέψη 3 αναφερόμενα προδικαστικά ερωτήματα.
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
2. Επειδή, η από 16.4.2018 πράξη της Προέδρου του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας περί ορισμού δικασίμου και εισηγητή της υπόθεσης και περί εισαγωγής της στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος δημοσιεύθηκε προσηκόντως, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 3900/2010 και τα οριζόμενα στην πράξη αυτή.
3. Επειδή, με την ως άνω παραπεμπτική απόφασή του το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε τα εξής: Στις 26-11-2003, στο λιμένα του Λίβερπουλ, κατασχέθηκε από το αντίστοιχο Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος της Αγγλίας ποσότητα 1.966.400 τσιγάρων μάρκας., τα οποία δεν έφεραν τη σχετική ταινία, η οποία αποδεικνύει την καταβολή δασμών, φόρων-τελών και λοιπών δικαιωμάτων του Δημοσίου. Τα λαθραία αυτά τσιγάρα βρέθηκαν εντός εμπορευματοκιβωτίου (κοντέινερ) φορτωθέντος από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, επιμελώς κρυμμένα εντός ξυλοκιβωτίων, τα οποία, σύμφωνα με τα φορτωτικά έγγραφα, περιείχαν φύλλα γυαλιού. Τα εμπορεύματα του εν λόγω εμπορευματοκιβωτίου συνοδεύονταν από δελτίο αποστολής και τιμολόγιο της επιχείρησης του …., με την επωνυμία "…” και έδρα τη …, με παραλήπτη την εταιρεία με την επωνυμία “…..", η οποία, σύμφωνα με τις αγγλικές αρχές, ήταν ανύπαρκτη. Με βάση τα ως άνω έγγραφα, τα οποία προσκόμισε στο .΄ Τελωνείο … στις 24-10-2003, συνυποβάλλοντας και σχετική αίτηση, ο εξουσιοδοτηθείς από την προαναφερόμενη επιχείρηση του … εκτελωνιστής … , εκδόθηκε από το ανωτέρω Τελωνείο το …/24-10-2003 ..πιστοποιητικό, που αποδεικνύει το διακοινοτικό χαρακτήρα της αποστολής “φύλλων γυαλιού” βάρους 8.000 κιλών. Τη θαλάσσια μεταφορά του ανωτέρω εμπορευματοκιβωτίου ανέλαβε και πραγματοποίησε το ναυτιλιακό γραφείο με το διακριτικό τίτλο «…..», που ανήκει στον προσφεύγοντα, ….. και έχει έδρα τη…., ενώ η εσωτερική μεταφορά από τις ευρισκόμενες στο … εγκαταστάσεις της ναυτιλιακής εταιρείας … μέχρι το πάρκινγκ στο… , όπου έλαβε χώρα η φόρτωσή του με τσιγάρα και η επιστροφή του πάλι στη … της … , πραγματοποιήθηκε από τον αυτοκινητιστή … , αντί του αυτοκινητιστή …., ο οποίος επρόκειτο αρχικά να πραγματοποιήσει τη μεταφορά, κύριος συντονιστής δε όλων των παραπάνω ενεργειών ήταν ο … . Τελικά, το ανωτέρω εμπορευματοκιβώτιο φορτώθηκε στο πλοίο …. από το λιμένα της . και έφθασε στο Λίβερπουλ, αφού, προηγουμένως, μεταφορτώθηκε στο πλοίο …στο λιμένα της Αμβέρσας. Στη συνέχεια, και κατόπιν υποβολής αιτήματος αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής των Αγγλικών αρχών, η ΥΠ.Ε.Ε. Κεντρικής Μακεδονίας, με την ../04 εντολή, μετέβη για έλεγχο των βιβλίων και στοιχείων της επιχείρησης του … με την επωνυμία "…….” στο κεντρικό κατάστημα και στην έδρα του υποκαταστήματος, διαπιστώθηκε, όμως, ότι η επιχείρηση δεν υπήρχε πλέον. Η ίδια υπηρεσία, αφού αναζήτησε και εντόπισε το … , του επέδωσε την …/20-4-2004 πρόσκληση της ΥΠ.Ε.Ε. για την προσκόμιση των βιβλίων και θεωρηθέντων στοιχείων της επιχείρησής του και για μαρτυρική κατάθεση σχετικά με τις δραστηριότητες της τελευταίας. Ενόψει, όμως, του ότι αυτός με την από 28-4-2004 ανωμοτί κατάθεσή του ισχυρίστηκε ότι όλα τα θεωρημένα στοιχεία του κεντρικού καταστήματος και του υποκαταστήματός του εκλάπησαν από την τσάντα που είχε στο αυτοκίνητό του στις 10-2-2003, σύμφωνα και με το …/29-3-2004 υπηρεσιακό σημείωμα του . Τμήματος Ασφάλειας .. που προσκόμισε, η ΥΠ.Ε.Ε. δεν είχε τη δυνατότητα να συγκρίνει τα ανωτέρω συνοδευτικά στοιχεία του εμπορευματοκιβωτίου με το περιεχόμενο που αναφέρεται σε αυτά και τα οποία πρόσφεραν αληθοφάνεια στην αποστολή, καθόσον, τελικά, στο εν λόγω εμπορευματοκιβώτιο μαζί με τα φύλλα γυαλιού βρέθηκαν και 1.966.400 τσιγάρα μάρκας .. . Ακολούθως, η ΥΠ.Ε.Ε. Κ. Μακεδονίας υπέβαλε την ./ΤΔΙΚ.833/2005/14-9-2005 δικογραφία προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με τα συνημμένα της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η από 28-7-2005 έκθεση προσδιορισμού δασμών και λοιπών φόρων, σύμφωνα με την οποία το σύνολο των αναλογουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων στην ανωτέρω ποσότητα τσιγάρων ανέρχεται στο ποσό των 219.168,23€. Στη συνέχεια, με την 22730/20-11-2008 απόφαση του Γ΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης καταδικάστηκαν οι …, … και ο προσφεύγων … σε φυλάκιση ενός έτους ο καθένας από αυτούς (με αναστολή για μια τριετία για τους πρώτο και τρίτο και μετατροπή της ποινής του δεύτερου σε χρηματική) για την τέλεση της ως άνω πράξης της λαθρεμπορίας τσιγάρων. Κατόπιν αυτών, ο Διευθυντής του .΄ Τελωνείου …, αφού έλαβε, μεταξύ άλλων, υπόψη του: 1) την υποβολή της προαναφερθείσης δικογραφίας από την ΥΠ.Ε.Ε. Κ. Μακεδονίας προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με τα συνημμένα της, 2) την 22730/2008 απόφαση του Γ΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, 3) την από 26-1-2009 απολογία του …… και τα σχετικά απολογητικά υπομνήματα των ….. και ….. και 4) τα λοιπά στοιχεία του φακέλου, με την ../4-3-2009 πράξη του, επέβαλε σε βάρος του προσφεύγοντος, του .. και του …, ως υπαιτίων τέλεσης τελωνειακής παράβασης (λαθρεμπορίας), το αναφερόμενο στη σκέψη 1 πολλαπλό τέλος.