Ο καταλογισμός εις βάρος
δημοσιονομικώς υπευθύνων υπόκειται στην αρχή της αναλογικότητας, που απαιτεί,
για την επιβολή του εν λόγω μέτρου, να τηρείται μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ
αφενός του δημοσίου συμφέροντος σκοπού της αποκατάστασης της δημόσιας διαχείρισης
και αφετέρου της προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων του καταλογιζομένου,
ώστε να μην υφίσταται δυσανάλογη και υπερβολική επιβάρυνση. Κριτήρια που
σταθμίζει για τον λόγο αυτό το Δικαστήριο αποτελούν ιδίως η βαρύτητα της
δημοσιονομικής παράβασης, το επελθόν δημοσιονομικό αποτέλεσμα, ο
βαθμός υπαιτιότητας του δημοσιονομικά υπευθύνου, καθώς και η επερχόμενη
εξαιτίας του καταλογισμού βλάβη της περιουσίας του. Δεκτή εν μέρει η έφεση.
Περιορίζει το ποσό του καταλογισμού.
Απόφαση 0537/2026
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ - ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ - ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο
ακροατήριό του, στις 12 Νοεμβρίου 2024, με την ακόλουθη σύνθεση: Άννα
Λιγωμένου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Γεωργία Τζομάκα και
Νικολέτα Ρένεση (εισηγήτρια της υπόθεσης), Σύμβουλοι, Κωνσταντίνος
Δήμου και Κωνσταντίνος Ροντογιάννης, Πάρεδροι που μετέχουν με συμβουλευτική
ψήφο.
Γενικός Επίτροπος της
Επικράτειας: Παραστάθηκε ο Αντεπίτροπος Επικράτειας Ευάγγελος Καραθανασόπουλος,
ως νόμιμος εκπρόσωπος της Γενικής Επιτροπείας της Επικράτειας.
Γραμματέας: Ιωάννης
Αθανασόπουλος, Γραμματέας του Τμήματος.
Για να δικάσει την από 25.2.2022 (Α.Β.Δ. ./2022) έφεση της …, με Α.Φ.Μ. ., κατοίκου Παραλίας . Νομού Πιερίας, η οποία παραστάθηκε μετά των πληρεξούσιων δικηγόρων ΑΚ () και ΑΠ (),
κατά: α) του Ελληνικού
Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη
από 1.8.2023 Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (άρθρο 1 του π.δ/τος
82/2023, Α' 139), ο οποίος παραστάθηκε διά δηλώσεως του άρθρου 231 παρ. 1 του
ν. 4700/2020, της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ΒΠ (ΑΜ/ΝΣΚ
284) και β) του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία «…………..», όπως
εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν παραστάθηκε και
κατά α) της 1/2021 καταλογιστικής πράξης
της Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην Περιφερειακή Ενότητα Πιερίας και β)
κάθε άλλης συναφούς προγενέστερης ή μεταγενέστερης πράξης η παράλειψης της
Διοίκησης
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους
της εκκαλούσας, οι οποίοι ζήτησαν την παραδοχή της έφεσης.
Τον Αντεπίτροπο της Επικράτειας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε την έκδοση προδικαστικής απόφασης.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε τηλεδιάσκεψη μέσω της πλατφόρμας e: Presence.gov.gr, σύμφωνα με τα άρθρα 295 παρ. 2 της Δικονομίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου (ν. 4700/2020, Α’ 127) και 36 του ν. 4745/2020.
Αφού άκουσε την εισήγηση της Συμβούλου Νικολέτας Ρένεση
Μελέτησε τη δικογραφία,
Σκέφθηκε σύμφωνα με τον νόμο
και
Αποφάσισε τα ακόλουθα:
1.. Με την υπό κρίση έφεση, όπως οι λόγοι αυτής αναπτύσσονται με το από 12.11.2024 νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, ζητείται η ακύρωση της 1/2021 απόφασης της Υπηρεσίας Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην Περιφερειακή Ενότητα Πιερίας της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, κατά το μέρος που με αυτήν καταλογίστηκε η εκκαλούσα, υπεύθυνη για θέματα μετανάστευσης στο Γραφείο Αλλοδαπών της Δημοτικής Ενότητας …….. του Δήμου ……….. κατά το χρονικό διάστημα από 30.3.2011 έως 10.11.2011, με το ποσό των 26.130,00 ευρώ (6.480,00 ευρώ υπέρ του Δήμου …….. και 19.650,00 ευρώ υπέρ της ΔΟΥ Κατερίνης), που φέρεται ότι αντιστοιχεί σε έλλειμμα στη χρηματική διαχείριση του Δήμου …………., το οποίο προκλήθηκε από την μη απόδοση της αξίας των εισπραχθέντων παραβόλων, που καταβαλλόταν για έκδοση και ανανέωση αδειών διαμονής αλλοδαπών.
3. Από
τις διατάξεις των άρθρων 98 παρ.1 του Συντάγματος, 15, 17, 22, 25, 27 και 33
του π.δ/τος 774/1980 (Α' 189, Οργανισμός του Ελεγκτικού Συνεδρίου),
των ομοίου περιεχομένου άρθρων 28, 38, 44 και 46 του Κώδικα Νόμων για
το Ελεγκτικό Συνέδριο (κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013, Α'
52), των άρθρων 32 και 35 παρ. 1 του ν.δ/τος 496/1974 «Περί λογιστικού των
Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου» (Α' 204), καθώς και 54 παρ. 1 και 56 παρ. 1,
2 και 3 του ν. 23 62/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του
Κράτους και άλλες διατάξεις» (Α' 110) [βλ. και τις ομοίου περιεχομένου
διατάξεις των άρθρων 150 και 152 του ν. 4270/2014, Α' 143] προκύπτει ότι
δημόσιοι υπόλογοι είναι οι δημόσιοι λειτουργοί οι εντεταλμένοι την είσπραξη
εσόδων ή την πληρωμή εξόδων του Δημοσίου, των ο.τ.α. ή των ν.π.δ.δ.,
καθώς και όσοι, με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση,
διαχειρίζονται χρήματα, αξίες ή υλικό που ανήκει στο Δημόσιο, σε ο.τ.α. ή
σε ν.π.δ.δ. και κάθε άλλο πρόσωπο που ειδικώς από το νόμο θεωρείται
ως δημόσιος υπόλογος. Περαιτέρω, όπως έχει ειδικότερα κριθεί, οι ταμειακοί
διαχειριστές, οι δημοτικοί εισπράκτορες και λοιποί επί της εισπράξεως των
δημοτικών εσόδων υπάλληλοι λογοδοτούν για τη χρηματική τους διαχείριση στον
δημοτικό ταμία, για κάθε δε χρηματικό έλλειμμα ή άλλη ανωμαλία στις ανωτέρω
ταμειακές διαχειρίσεις, αυτοί υπέχουν την πλήρη δημοσιολογιστική ευθύνη
του δημοσίου υπολόγου (ΕλΣυν VII Τμ. 473/2018). Ως έλλειμμα
διαχείρισης χρηματικού νοείται κάθε επί το έλαττον αδικαιολόγητη
διαφορά μεταξύ της ποσότητας των χρημάτων που έπρεπε να υπάρχει σε μία δεδομένη
στιγμή, σύμφωνα με τους τηρούμενους λογαριασμούς και με βάση νόμιμα
διαχειριστικά στοιχεία και εκείνης που πράγματι υπάρχει (ΕλΣυν Ολ. 2/2023,
34/2018, 2218/2014, Δεύτερο Τμ. 1252/2024, 1349/2023).
4. Περαιτέρω,
ο ν. 4820/2021 «Οργανικός Νόμος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και άλλες ρυθμίσεις»
(Α' 130/23.7.2021) ορίζει στο άρθρο 144 με τίτλο «Μέτρο ευθύνης» ότι «1. Με την
επιφύλαξη όσων ορίζονται στην παρ. 4, τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 142
και 143 ευθύνονται, αν προκάλεσαν το έλλειμμα από δόλο, βαρεία ή ελαφρά
αμέλεια. (...) 2. Η υπαιτιότητα τεκμαίρεται μαχητά στις περιπτώσεις έλλειψης ή
απώλειας χρημάτων, αξιών ή υλικού ή επί εσφαλμένης καταμέτρησης αυτών που
οδήγησε σε δημιουργία ελλείμματος. (...)» και στο άρθρο 164 με τίτλο «Έλεγχος
εκκρεμών διαχειρίσεων και έλεγχος νομιμότητας καταλογιστικών πράξεων»
ότι «1. (...) 2. Τα άρθρα 144 και 150 εφαρμόζονται από το Ελεγκτικό Συνέδριο,
κατά την εκδίκαση του ένδικου μέσου της έφεσης ενώπιον των Τμημάτων του σε
υποθέσεις από καταλογιστικές πράξεις, που εκδόθηκαν μέχρι τη
δημοσίευση του παρόντος». Στο δε άρθρο 142, στο οποίο παραπέμπει το -εφαρμοστέο
εν προκειμένω από το Ελεγκτικό Συνέδριο- άρθρο 144 του ν. 4820/2021, ορίζεται
περαιτέρω ότι «1. Για τα υλικά ελλείμματα ταμείου (...) ευθύνονται οι υπόλογοι
οι οποίοι είχαν αναλάβει τη φύλαξη, αντιστοίχως, των χρημάτων (...) που
ελλείπουν». Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, βασική
καινοτομία του νέου συστήματος είναι ότι η γέννηση δημοσιολογιστικής ευθύνης
συναρτάται με τα ειδικότερα καθήκοντα, έτσι ώστε κάθε πρόσωπο να ευθύνεται,
κατ’ αρχήν, για πράξεις ή παραλείψεις που ανάγονται στη σφαίρα της δικής του
ευθύνης (ΕλΣυν Δεύτερο Τμ. 279-281/2024, 643/2023 κ.α.). Ως εκ
τούτου, ο δημοτικός υπάλληλος που είναι εντεταλμένος για την είσπραξη εσόδων
του Δήμου και έχει, παράλληλα, οριστεί και ειδικός υπόλογος για την είσπραξη
και απόδοση εσόδων του Δημοσίου ευθύνεται σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις για
κάθε έλλειψη χρημάτων που διαπιστώνεται στη διαχείρισή του, προερχόμενη από
δόλο, βαριά ή ελαφρά αμέλεια, η δε υπαιτιότητα του τεκμαίρεται μαχητά.
5. Ελαφρά
αμέλεια υπάρχει, όταν κατά τη διενέργεια των διαχειριστικών πράξεων ή
παραλείψεων από τις οποίες προέκυψε το έλλειμμα, δεν καταβάλλεται η απαιτούμενη
από τον νόμο ή τους σχετικούς κανονισμούς ή η αποκτώμενη από τη συνήθη εκτέλεση
των υπηρεσιακών καθηκόντων επιμέλεια του μέσου συνετού και ευσυνείδητου
προσώπου του οικείου κοινωνικού και επαγγελματικού κύκλου. Βαρεία αμέλεια
υπάρχει όταν κατά τη διενέργεια των διαχειριστικών πράξεων ή παραλείψεων, από
τις οποίες προέκυψε το έλλειμμα, δεν καταβάλλεται όχι μόνο η απαιτούμενη στις
συναλλαγές (αντικειμενικά και αφηρημένα) επιμέλεια του μέσου συνετού και
ευσυνείδητου υπολόγου (άρθρο 330 Α.Κ.), αλλά ούτε η στοιχειώδης
επιμέλεια του κοινού και συνηθισμένου ανθρώπου, με αποτέλεσμα η απόκλιση της
συμπεριφοράς του υπολόγου κατά τη διεξαγωγή των διαχειριστικών του
πράξεων από το μέτρο της επιμέλειας που αναμένεται από τον μέσο συνετό και
επιμελή υπόλογο του επαγγελματικού κύκλου στον οποίο αυτός ανήκει, να είναι
πρόδηλη, ιδιαιτέρως σοβαρή και αδικαιολόγητη (ΕλΣυν Ολ. 744/2020,
Δευτ. Τμ. 147/2024, 643, 642/2023).
6. Εξάλλου,
στο άρθρο 11 του ν. 3 3 86/2005 «Είσοδος, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων
τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια» (Α' 212), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο
χρόνο, ορίζεται ότι «1. (...) Οι αιτήσεις για τη χορήγηση και ανανέωση των
αδειών διαμονής κατατίθενται στο δήμο ή την κοινότητα του τόπου κατοικίας ή
διαμονής του αιτούντος. Οι δήμοι και οι κοινότητες ελέγχουν την πληρότητα των
δικαιολογητικών και διαβιβάζουν το σχετικό φάκελο στην αρμόδια Υπηρεσία
Αλλοδαπών της Περιφέρειας, το αργότερο εντός δεκαπέντε ημερών, αφότου
υποβληθούν. (...) 2. Μαζί με την αίτηση χορήγησης ή ανανέωσης άδειας διαμονής,
ο αϊτών πρέπει να καταθέτει παράβολο, όπως τούτο ορίζεται στο άρθρο 92 του
νόμου αυτού, και να επισυνάπτει τα απαιτούμενα για κάθε περίπτωση
δικαιολογητικά που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας
Διοίκησης και Αποκέντρωσης. (...)». Στο άρθρο 92 του ίδιου νόμου ορίζεται
επίσης ότι «1. Η αίτηση για τη χορήγηση και την ανανέωση των αδειών διαμονής
συνοδεύεται από παράβολο, το οποίο, αν για λόγους αμοιβαιότητας δεν ορίζεται
διαφορετικά, ορίζεται ως ακολούθως: α. Για τις άδειες διάρκειας μέχρις ενός
έτους σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ. β. Για τις άδειες διάρκειας μέχρι
δύο έτη σε τριακόσια (300) ευρώ. γ. Για τις άδειες διάρκειας μέχρι τρία έτη σε
τετρακόσια πενήντα (450) ευρώ. Τα παράβολα του άρθρου αυτού εισπράττονται μόνο
με την έκδοση αποδεικτικού διπλοτύπου τύπου Β' από την αρμόδια για την παραλαβή
της αίτησης υπηρεσία. 2. Το παράβολο το οποίο καταβάλλεται κατά την υποβολή της
αίτησης για την υπαγωγή στο καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος ανέρχεται στο
ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ. Δεν υπόκεινται στην καταβολή του ανωτέρω παραβόλου όσοι
κατέχουν ήδη άδεια διαμονής αόριστης διάρκειας και ζητούν να υπαχθούν στο
καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος. Στο ίδιο παράβολο υπόκειται, όπου
προβλέπεται, η δυνατότητα χορήγησης άδειας διαμονής αόριστης διάρκειας. 3. Τα
πρόστιμα και τα παράβολα που προ βλέπονται από τον παρόντα νόμο εισπράττονται
υπέρ του Δημοσίου και αναπροσαρμόζονται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών,
Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και Δημόσιας
Τάξης (...) 6.α. Ποσοστό 30% επί των εισπραττόμενών εσόδων από τα παράβολα της
παραγράφου 1 παρακρατείται από τον οικείο Ο.Τ.Α. κατά την πληρωμή του
παράβολου, β. Ποσοστό 25% των εσόδων από τα παράβολα των παραγράφων 1 και 2
διατίθεται για την κάλυψη δαπανών Υπουργείων, Περιφερειών και Ν.Π.Δ.Δ. που
διαχειρίζονται θέματα μεταναστευτικής πολιτικής, καθώς και για την επιχορήγηση
του Ινστιτούτου Μεταναστευτικής Πολιτικής. Από τους ίδιους πόρους καλύπτεται
και η δαπάνη για την αποζημίωση των μελών, του γραμματέα και του εισηγητή των
συλλογικών οργάνων που προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού. Οι ίδιες
πιστώσεις μπορούν να διατίθενται και για την αντιμετώπιση δαπανών στις οποίες
υποβάλλονται οι προαναφερόμενοι φορείς για την πρόσληψη εποχιακού προσωπικού
ορισμένου χρόνου από τις αρμόδιες υπηρεσίες των παραπάνω φορέων σύμφωνα με τις
διατάξεις του ν. 3812/2009 και της εκάστοτε ισχύουσας συναφούς νομοθεσίας. Οι
σχετικές πιστώσεις εγγράφονται στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εσωτερικών,
Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και κατανέμονται με κοινές αποφάσεις των
Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και
Οικονομικών. Με όμοια απόφαση καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή των
διατάξεων της παρούσας υποπαραγράφου. (...)».
7. Επίσης,
στο άρθρο 2 του ν. 4018/2011 «Αναδιοργάνωση του συστήματος αδειοδότησης για
τη διαμονή αλλοδαπών στη χώρα υπό όρους αυξημένης ασφάλειας, ρυθμίσεις θεμάτων
Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας του
Υπουργείου Εσωτερικών» (Α' 215), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται
ότι «(...) 4. Τα έσοδα από τα παράβολα του άρθρου 92 του ν. 3386/2005
εμφανίζονται και παρακολουθούνται σε ειδικούς Κωδικούς Αριθμούς Εσόδων (ΚΑΕ)
του Κρατικού Προϋπολογισμού ως εξής: α) Τα εισπραττόμενα έσοδα από τα παράβολα
της παρ. 1 του άρθρου 92 του ν. 3386/2005, που συνοδεύουν τις κατατιθέμενες σε
κάθε Δήμο αιτήσεις, μετά την παρακράτηση από αυτόν του ποσοστού 30%, σύμφωνα με
το πρώτο εδάφιο της παρ. 6α του άρθρου 92 του ν. 3386/ 2005, όπως
αντικαταστάθηκε από την παρ. 4 του άρθρου 26 του ν. 3613/2007 (Α' 263), έως την
έκδοση της προβλεπόμενης στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου κοινής απόφασης,
με την οποία μεταφέρεται η σχετική αρμοδιότητα παραλαβής των υποβαλλόμενων
αιτήσεων από το Δήμο στις υπηρεσίες της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, β) Τα
εισπραττόμενα έσοδα από τα παράβολα της παρ. 2 του άρθρου 92 του ν. 3386/2005,
σε συνδυασμό με την παρ. 2 του άρθρου 30 του ν. 3 83 8/ 2010 (Α' 49), που
συνοδεύουν τις κατατιθέμενες σε κάθε Δήμο αιτήσεις, για όσο χρόνο οι Δήμοι
διατηρούν την αρμοδιότητα για την παραλαβή των αιτήσεων αυτών, γ) Τα
εισπραττόμενα έσοδα από όλα τα παράβολα που συνοδεύουν όσες αιτήσεις
κατατίθενται στα οριζόμενα με τις κοινές αποφάσεις της παραγράφου 1 του
παρόντος σημεία υποδοχής. Όσον αφορά τη διάθεση των εσόδων που εγγράφονται
στους ΚΑΕ των περιπτώσεων α' και β' της παρούσας παραγράφου, εξακολουθούν να
εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 6α και 6β του άρθρου 92 του ν.
3386/2005, όπως ισχύουν, έως την έκδοση των αποφάσεων της παραγράφου 1 του
άρθρου 2 του παρόντος. (...)».
8. Στο
πλαίσιο εφαρμογής του ανωτέρω νομοθετικού πλαισίου, εκδόθηκε η εγκύκλιος
υπ’ αριθμ. 03 και με αριθμ. πρωτ. 7533/6.2.2008, με την οποία
διευκρινίστηκε αναφορικά με την ως άνω διαδικασία ότι «Οι ΟΤΑ εκδίδουν
υποχρεωτικά δύο αποδεικτικά διπλότυπα τύπου Β'. Αυτό που τους έχει χρεώσει η
Δ.Ο.Υ. και ένα της ταμειακής υπηρεσίας τους. Και στα δύο πρέπει να αναγράφεται
στο είδος εσόδου ότι, πρόκειται για παράβολο άδειας διαμονής μέχρι ένα, δύο ή
τρία έτη. (...) Εννοείται ότι η αίτηση για τη χορήγηση ή την ανανέωση της
άδειας διαμονής, θα συνοδεύεται πλέον από τα δύο αποδεικτικά διπλότυπα.
Τονίζεται ιδιαιτέρως ότι, προς διευκόλυνση των ενδιαφερομένων, η έκδοση και των
δύο διπλοτύπων θα πρέπει να γίνεται από τον ίδιο υπάλληλο, ο οποίος έχει
ορισθεί ειδικός υπόλογος, ενώ η απόδοση των εισπράξεων πραγματοποιείται σύμφωνα
με τα οριζόμενα στην υπ’ αριθμ. 1049222/3926/0016/25.4.96 Απόφαση του
Υπουργού Οικονομικών και τις διατάξεις του Β.Δ/τος 17.5-15.6.1959 «Περί
οικονομικής διοικήσεως και λογιστικού των Δήμων και Κοινοτήτων».
