Τετάρτη 25 Μαΐου 2022

ΜονΠρωτΠειρ 1356/22 : ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΑ - ΠΥΡΚΑΓΙΑ - ΖΗΜΙΑ ΟΧΗΜΑΤΩΝ. ΑΣΦΑΛΙΣΗ. ΕΥΘΥΝΗ ΜΕΤΑΦΟΡΕΑ


ΜονΠρωτΠειρ 1356/22 : ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΑ - ΠΥΡΚΑΓΙΑ - ΖΗΜΙΑ ΟΧΗΜΑΤΩΝ. ΑΣΦΑΛΙΣΗ. ΕΥΘΥΝΗ ΜΕΤΑΦΟΡΕΑ. Περίπτωση εκδήλωσης πυρκαγιάς κατά τη διάρκεια θαλάσσιας μεταφοράς, με συνέπεια την καταστροφή φορτηγών οχημάτων που ήταν ασφαλισμένα στην ενάγουσα.  Θαλάσσιες μεταφορές - Κανόνες Χάγης – Βίσμπυ - Ευθύνη του μεταφορέα για τη ζημία - Προϋποθέσεις αδικοπραξίας. Εν προκειμένω, δεν προέκυψε παράβαση των διατάξεων της Διεθνούς Συνθήκης για την Ασφάλεια της Ζωής στη Θάλασσα, ούτε όμως και του του Γενικού Κανονισμού Λιμένα - Επίσης, η χρήση μέσων πυρόσβεσης ήταν αποτελεσματική - Δεν θεμελιώνεται ενδοσυμβατική ευθύνη της πρώτης εναγόμενης - θαλάσσιας μεταφορέα, αφού δεν αποδείχθηκε «προσωπικό πταίσμα», ούτε και αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγόμενων και των προστηθέντων τους. Απορρίπτει την έφεση.


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1356/2022

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αντωνία Κοντογεωργάκη, Πρωτοδίκη, που όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Πειραιά, και από τη Γραμματέα Κούλα Κουντούρη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 28η Σεπτεμβρίου 2021 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: …), η οποία στη Γερμανία αντιπροσωπεύεται νόμιμα από την εταιρεία με την επωνυμία … και στην Ελλάδα από το ασφαλιστικό πρακτορείο με την επωνυμία …), για την οποία κατέθεσε εμπρόθεσμα προτάσεις ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, δυνάμει του από 25.11.2020 πληρεξουσίου εγγράφου, που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής από τον ίδιο δικηγόρο, κατ’ άρθρο 96 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΖ του ......... (ΑΜ/ΔΣΑ ....), κάτοικος Αθήνας (…), που προσκόμισε το υπ’ αριθ. … γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών & ενσήμων ΔΣΠ, και δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο.

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) Της Κοινοπραξίας με την επωνυμία … που εδρεύει στην … 2) Της εταιρείας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στα … και 3) Της αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία … (άνευ ΑΦΜ), για τις οποίες κατέθεσε εμπρόθεσμα προτάσεις η πληρεξούσια δικηγόρος τους, δυνάμει αντιστοίχως α) του υπ’ αριθ. … ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πειραιά ....., β) του υπ’ αριθ. … πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Χανίων ..... και γ) του υπ’ αριθ. … ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πειραιά ....., κατ’ άρθρο 96 παρ. 1 ΚΠολΔ, ..... του ... (…), κάτοικος Πειραιά (…), που προσκόμισε το υπ’ αριθ. … γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών & ενσήμων ΔΣΠ, και δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 21.8.2020 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου υπ’ αριθ. κατάθεσης ...../26.8.2020 και, μετά το πέρας των προθεσμιών που προβλέπουν τα άρθρα 237 και 238 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4335/2015, προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, η οποία ορίστηκε δυνάμει της από 23.8.2021 πράξης ορισμού δικαστή και συζήτησης του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης, οπότε και γράφτηκε στο πινάκιο με πρωτοβουλία του αρμόδιου Γραμματέα του παρόντος Δικαστηρίου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 237 ΚπολΔ. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση, η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με το ν. 2107/1992 κυρώθηκε από την Ελλάδα η Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών της 25.8.1924, για την ενοποίηση ορισμένων νομικών κανόνων σχετικά με τις φορτωτικές και τα τροποποιητικά αυτής πρωτόκολλα της 23.2.1968 και της 21.12.1979 (Κανόνες Χάγης – Βίσμπυ). Από τις διατάξεις των άρθρων 1 περ. β΄, 2, 3 παρ. 1, 5 και 10 παρ. 2 της άνω Δ.Σ., που εφαρμόζονται στην Ελλάδα από 23.6.1993, προκύπτει ότι αυτές έχουν ισχύ: α) στις θαλάσσιες μεταφορές στις οποίες τα λιμάνια φόρτωσης και εκφόρτωσης βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη και εφόσον καλύπτονται από φορτωτική ή άλλο παρόμοιο έγγραφο που αποτελεί τίτλο για θαλάσσια μεταφορά πραγμάτων και β) στις θαλάσσιες μεταφορές μεταξύ ελληνικών λιμένων είτε εκδόθηκε φορτωτική είτε όχι (ΑΠ 343/2019 ΕΕμπΔ 2020.177, ΑΠ 376/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 219/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1241/2019 ΕπισκΕμπΔ 2019.627, ΕφΠειρ 738/2009 ΕΝαυτΔ 2009.384). Στην πρώτη από τις παραπάνω περιπτώσεις, η φορτωτική που εκδόθηκε πρέπει να είναι σε διαταγή και να κυκλοφόρησε, οπότε αποτελεί τον τίτλο για τη θαλάσσια μεταφορά [ΕφΠατρ (Μον) 55/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 1206/2005 ΕΕμπΔ 2006.693]. Έγγραφο παρόμοιο με τη φορτωτική, το οποίο να αποτελεί τίτλο για τη θαλάσσια μεταφορά, είναι προδήλως το έγγραφο που έχει παρόμοια λειτουργία με τη φορτωτική, δηλαδή που μεταβιβάζεται με οπισθογράφηση και ενσωματώνει την αξίωση του κατόχου (κομιστή) αυτού για την παράδοση των πραγμάτων που φορτώθηκαν στον τόπο προορισμού τους. Τέτοιο πάντως, παρόμοιο με τη φορτωτική, έγγραφο δεν προβλέπεται στην ελληνική νομοθεσία ούτε χρησιμοποιείται στη ναυτιλιακή πρακτική χωρών με μεγάλη ναυτική παράδοση. Επομένως, δεν εφαρμόζεται η παραπάνω Δ.Σ., αλλά οι διατάξεις του Κ.Ι.Ν.Δ. και του Α.Κ. σε περίπτωση διεθνούς θαλάσσιας μεταφοράς για την οποία δεν έχει εκδοθεί φορτωτική με την παραπάνω έννοια, αλλά έχει καταρτιστεί ναύλωση που διέπεται μόνο από ναυλοσύμφωνο ή έχει εκδοθεί δελτίο θαλάσσιας μεταφοράς ή εισιτήριο οχήματος ή απόδειξη παραλαβής ή δελτίο επιβίβασης οχήματος (τα οποία εκδίδονται συνήθως στις περιπτώσεις μεταφοράς πραγμάτων με οχηματαγωγά πλοία, εντός εμπορευματοκιβωτίων ή φορτηγών οχημάτων), δηλαδή έγγραφα που δεν έχουν αξιογραφική και εμπράγματη λειτουργία και χρησιμοποιούνται σε μεταφορές στις οποίες δεν υπάρχει ενδεχόμενο να μεταβιβαστούν τα πράγματα κατά τη διάρκεια της μεταφοράς [ΕφΠειρ (Μον) 545/2020, www.efeteio-peir.gr , ΕφΠειρ 219/2021 ό.π., ΕφΠατρ 55/2018 ό.π., ΕφΠειρ 738/2009 ό.π., ΕφΠειρ 76/2006 ΕΝαυτΔ 2006.278, ΕφΠειρ 1206/2005 ό.π., ΕφΠειρ 286/2004 ΠειρΝομ 2004.205· contra Ν. Γερασίμου, Το νομικό καθεστώς που διέπει τη διεθνή θαλάσσια μεταφορά φορτίων και συνοδευόμενων οχημάτων χωρίς την έκδοση φορτωτικής (με αφορμή το ναυτικό ατύχημα του …, 9ο Διεθνές Συνέδριο Ναυτικού Δικαίου – Δ.Σ.Πειραιά, σελ. 339, ιδίως σελ. 357 επ.]. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 Κ.Ι.Ν.Δ., ο εκναυλωτής είναι υποχρεωμένος να διατηρεί το πλοίο κατάλληλο προς πλουν και προς διατήρηση του φορτίου. Το ελάττωμα του πλοίου, που προξενεί την ακαταλληλότητά του προς πλου είναι δυνατό να οφείλεται σε διάφορες αιτίες, όπως στην έλλειψη των καταλλήλων οργάνων πλεύσης ή τηλεπικοινωνίας, στην κανονική σύνθεση του πληρώματος κ.λπ., συνεπεία των οποίων επιβάλλεται στο πλοίο διοικητική απαγόρευση απόπλου ή συνεχίσεως του πλου του. Το πιστοποιητικό του νηογνώμονα δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη της αξιοπλοΐας του πλοίου, αλλά συνεκτιμάται με τις λοιπές αποδείξεις, πράγμα που σημαίνει ότι ο ναυλωτής μπορεί να αποδείξει την ακαταλληλότητα του πλοίου και συνακόλουθα τη μη εκτέλεση της συμβατικής υποχρέωσης του εκναυλωτή, δηλαδή τη μη εκτέλεση της αναληφθείσας μεταφοράς μέχρι την παράδοση του φορτίου στον παραλήπτη, σύμφωνα με τους ορισμούς του ανωτέρω άρθρου 111 Κ.Ι.Ν.Δ. (ΕφΠειρ 219/2021 ό.π. με παραπομπές σε Ι. Κοροτζή, Ναυτικό Δίκαιο, 2005, σελ. 198, Δ. Καμβύση, Ιδιωτικό Ναυτικόν Δίκαιον, 1982, σελ. 390). Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 135 και 138 Κ.Ι.Ν.Δ. προκύπτει ότι ο εκναυλωτής ευθύνεται για κάθε ζημιά που προέρχεται από ελάττωμα του πλοίου, το οποίο υπήρχε κατά την έναρξη του πλου, ως προς την καταλληλότητα αυτού προς πλου και προς διατήρηση του φορτίου, η ευθύνη του μάλιστα αυτή έχει θεσπιστεί έναντι παντός έχοντος συμφέρον επί του φορτίου, δηλαδή έναντι του φορτωτή (κι αν ακόμη δεν είναι ο ναυλωτής), του παραλήπτη, του ασφαλίσαντος αυτό (φορτίο) ή του έχοντος ενέχυρο επ’ αυτού. Ειδικότερα δε ο εκναυλωτής – μεταφορέας είναι υπεύθυνος για κάθε αποκαλυπτόμενη προϋπάρχουσα πλημμέλεια του πλοίου συναπτόμενη με την καταλληλότητα αυτού, έστω και αν η μέριμνα ως προς αυτήν ανατέθηκε απ’ αυτόν (που δεν έχει τα προσόντα να ενεργεί προς τούτο προσωπικά) σε πρόσωπο ειδικευμένο που επέλεξε με επιμέλεια [ΕφΠειρ (Μον) 545/2020 ό.π.]. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 134 Κ.Ι.Ν.Δ., ο εκναυλωτής, δηλαδή ο θαλάσσιος μεταφορέας, υποχρεούται σε κάθε επιμέλεια του φορτίου, κυρίως ως προς τη φόρτωση, τη στοιβασία, τη φύλαξη, την καλή διατήρηση, τη μεταφορά και την εκφόρτωση, ευθυνόμενος σε αποζημίωση για κάθε ζημία που οφείλεται στην απώλεια ή βλάβη των μεταφερομένων πραγμάτων και η οποία προκλήθηκε κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της παραλαβής αυτών προς μεταφορά και της παράδοσής τους στον παραλήπτη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 139 Κ.Ι.Ν.Δ., που είναι αυστηρού δικαίου (jus cogens), εάν υπάρχει ευθύνη του εκναυλωτή (θαλάσσιου μεταφορέα) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 134 Κ.Ι.Ν.Δ. για ολική ή μερική απώλεια των μεταφερθέντων δια θαλάσσης πραγμάτων, ο εκναυλωτής υποχρεούται να αποζημιώσει τον δικαιούχο αυτών, δηλαδή να αποκαταστήσει την αξία που είχαν τα πράγματα του αυτού γένους και της αυτής ποιότητας στο λιμάνι προορισμού τους, ήτοι στο λιμάνι εκφόρτωσής τους από το πλοίο, κατά το χρόνο έναρξης της εκφόρτωσής τους από αυτό. Τα ανωτέρω εκτεθέντα περί του καθορισμού της αποζημίωσης του παραλήπτη και της ευθύνης του εκναυλωτή σε αποκατάσταση της αξίας των απολεσθέντων πραγμάτων ισχύουν και επί συρροής αξιώσεων από αδικοπραξία και από σύμβαση, λόγω ταυτότητας της νομικής αιτίας καθορισμού της ιδιόμορφης ως άνω αποζημίωσης, καθόσον και η με βάση την αδικοπραξία αξίωση νοείται μόνο εντός των ορίων του συμβατικού πταίσματος, για να μη (άλλως) ματαιώνεται το εκ των προτέρων καθορισμένο όριο ευθύνης με την επιλογή της αγωγής με βάση την αδικοπραξία. Επομένως, οι προϋποθέσεις υπολογισμού της ζημίας και το είδος αυτής δεν είναι άλλες από αυτές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 139 και 140 Κ.Ι.Ν.Δ., σύμφωνα με τις οποίες, εάν υπάρχει ευθύνη του εκναυλωτή για ολική ή μερική απώλεια των πραγμάτων, η αποζημίωση την οποία οφείλει στην περίπτωση συμβατικής ευθύνης είναι ίση με την αξία που έχουν τα πράγματα του αυτού γένους και της αυτής ποσότητας στον τόπο του προορισμού, ήτοι τον τόπο εκφόρτωσης (ΑΠ 1307/2006 ΕΝαυτΔ 2006.269, ΑΠ 504/2003 ΕΝαυτΔ 2003.257, ΕφΘεσ 1241/2019 ό.π., ΕφΠειρ 738/2009 ό.π., ΕφΠειρ 76/2006 ό.π., ΕφΠειρ 286/2004 ό.π.). Ο ναυλωτής ή άλλος νομιμοποιούμενος επί του φορτίου, έναντι του οποίου ευθύνεται κατ’ άρθρο 135 Κ.Ι.Ν.Δ. ο εκναυλωτής, εκτός από την παραπάνω διαφορά δεν δικαιούται να αξιώσει άλλη ζημία, έστω και αν επικαλείται εξωσυμβατική ευθύνη του εκναυλωτή. Δεν δικαιούται δηλαδή να αξιώσει ούτε το κατά το άρθρο 298 Α.Κ. διαφυγόν κέρδος ούτε άλλη περαιτέρω ζημία, θετική ή αποθετική, προκύπτουσα από τη μη παράδοση ή τη βλάβη του πράγματος ή από τη στέρηση του κέρδους ή της ωφέλειας από τη μη χρησιμοποίησή του [ΕφΠειρ (Μον) 545/2020 ό.π., ΕφΘεσ 1241/2019 ό.π., ΕφΠειρ 142/2012 ΕΝαυτΔ 2012.185, ΕφΠειρ 835/2010 ΕΕμπΔ 2011.656, ΕφΠειρ 738/2009 ό.π., ΕφΠειρ 76/2006 ό.π., ΕφΠειρ 286/2004 ό.π., ΕφΠειρ 159/1996 ΕΝαυτΔ 1996.337· Αλ. ΚιάντουΠαμπούκη, Ναυτικό Δίκαιο, 3η έκδοση, παρ. 100, σελ. 355357]. Περαιτέρω, κατά την εκτέλεση της σύμβασης είναι δυνατόν να ανακύψει αδικοπραξία των αντισυμβαλλομένων έναντι αλλήλων, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη είναι υπαίτια και παράνομη και χωρίς τη συμβατική σχέση. Υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται κάποια σύμβαση, μπορεί πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττομένη, θα ήταν παράνομη. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει συρροή συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης, ο δε δανειστής έχει το δικαίωμα να στηρίξει τη σχετική αξίωσή του για αποζημίωση είτε στη σύμβαση είτε στην αδικοπραξία είτε επιβοηθητικά και στις δύο. Ειδικότερα, επί θαλάσσιας μεταφοράς, που διέπεται από τους Κανόνες Χάγης – Βίσμπυ, περίπτωση κατά την οποία αντιμετωπίζεται συρροή συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης του θαλάσσιου μεταφορέα – εκναυλωτή είναι η απώλεια ή βλάβη των μεταφερομένων πραγμάτων. Κατά την κρατούσα στη θεωρία και τη νομολογία άποψη, η μη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προφύλαξη του φορτίου αποτελεί απλή συμβατική παράλειψη του εκναυλωτή – θαλάσσιου μεταφορέα και των προστηθέντων αυτού προσώπων. Ως εκ τούτου, η συμπεριφορά αυτή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πράξη παράνομη και υπαίτια χωρίς την ύπαρξη σύμβασης ναύλωσης – θαλάσσιας μεταφοράς, μη υφισταμένης συνεπώς αδικοπραξίας [ΕφΠειρ 219/2021 ό.π., ΕφΠειρ (Μον) 545/2020 ό.π., ΕφΘεσ 1241/2019 ό.π., ΕφΠειρ 76/2006 ό.π., ΕφΠειρ 106/1994 ΕΝαυτΔ 1994.375, ΕφΠειρ 1741/1990 ΕΝαυτΔ 1991.159]. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 135 Κ.Ι.Ν.Δ., ο εκναυλωτής ευθύνεται για κάθε ζημία του φορτίου που προέρχεται από ελάττωμα του πλοίου ως προς την καταλληλότητα προς πλου ή προς διατήρηση του φορτίου, εκτός εάν αγνοούσε το ελάττωμα και δεν μπορούσε να το ανακαλύψει, έστω και καταβάλλοντας την απαιτούμενη επιμέλεια στις συναλλαγές, σε περίπτωση δε που το ελάττωμα δημιουργήθηκε μετά την έναρξη του πλου, εφαρμόζεται και η διάταξη του άρθρου 138. Το θεσπιζόμενο σύστημα της ευθύνης του θαλάσσιου μεταφορέα στα προαναφερθέντα άρθρα 134 και 135 Κ.Ι.Ν.Δ., που περιέχουν εν μέρει διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με αυτήν της άνω Διεθνούς Σύμβασης των Βρυξελλών, βασίζεται στο τεκμαιρόμενο πταίσμα του οφειλέτη, δηλαδή στη νόθο αντικειμενική ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα. Ειδικότερα, σε περίπτωση απώλειας ή βλάβης του φορτίου, ο τελευταίος έχει το βάρος της απόδειξης ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα ως προς την τήρηση της απαιτούμενης επιμέλειας (συνετού εκναυλωτή), κυρίως ως προς τη φόρτωση, τη στοιβασία, τη φύλαξη, την καλή διατήρηση, τη μεταφορά και την εκφόρτωση των μεταφερόμενων πραγμάτων κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της παραλαβής αυτών προς μεταφορά και της παράδοσής τους στον παραλήπτη (ΕφΘεσ 1241/2019, ΕφΠειρ 738/2009, ΕφΠειρ 76/2006, ΕφΠειρ 286/2004 ό.π.). Η διαβάθμιση του πταίσματος είναι όμοια με αυτή του αστικού δικαίου στη συμβατική ευθύνη (άρθρο 330 και 334 Α.Κ.), δηλαδή ο μεταφορέας ευθύνεται για δόλο, βαριά και ελαφρά αφηρημένη αμέλεια. Η ελαφρά αφηρημένη αμέλεια έχει την έννοια της μη καταβολής της επιμέλειας του μέσου συνετού μεταφορέα (ΕφΠειρ 142/2012, ΕφΠειρ 835/2010, ΕφΠειρ 738/2009, ΕφΠειρ 76/2006 ό.π.). Περαιτέρω, στο άρθρο 138 Κ.Ι.Ν.Δ. ορίζεται ότι «Ο εκναυλωτής ευθύνεται δια το πταίσμα των υπ’ αυτού προστηθέντων, ιδία του πλοιάρχου και του πληρώματος, ως δι’ ίδιον αυτού πταίσμα. Εάν η ζημία προεκλήθη εκ πράξεως ή παραλείψεως περί την διακυβέρνησιν ή τον χειρισμόν του πλοίου, ο εκναυλωτής ευθύνεται μόνον δι’ ίδιον αυτού πταίσμα. Εις την διακυβέρνησιν ή τον χειρισμόν του πλοίου δεν περιλαμβάνονται μέτρα λαμβανόμενα κυρίως προς το συμφέρον του φορτίου. Εάν η ζημία προήλθεν εκ πυρκαγιάς, ο εκναυλωτής ευθύνεται μόνον δι’ ίδιον αυτού πταίσμα». Με την τελευταία αυτή διάταξη καθιερώνεται το ανεύθυνο του μεταφορέα για ζημιές, μεταξύ άλλων, από πυρκαγιά και μόνον όταν η πυρκαγιά οφείλεται σε δικό του προσωπικό πταίσμα αναβιώνει η ευθύνη του. Πταίσμα του πλοιάρχου, του πληρώματος και γενικά των προσώπων που έχουν προστηθεί από το μεταφορέα δεν αρκεί για τη θεμελίωση της ευθύνης του για ζημιές από πυρκαγιά, αλλά απαιτείται «ίδιον», δηλαδή προσωπικό, πταίσμα του ή, εφόσον πρόκειται για εταιρεία, των προσώπων που την εκπροσωπούν ή ασκούν τη διοίκησή της, αφού η ως άνω διάταξη απαλλάσσει στη συγκεκριμένη περίπτωση το μεταφορέα από την ευθύνη για το πταίσμα των προστηθέντων του. Για το λόγο αυτό γίνεται δεκτό ότι με τη διάταξη αυτή εισάγεται μαχητό τεκμήριο υπέρ του μεταφορέα για την έλλειψη ευθύνης του για ζημιές από πυρκαγιά, το οποίο μπορεί να ανατραπεί με την απόδειξη προσωπικού πταίσματος αυτού και συνεπώς ο μεταφορέας, για να απαλλαγεί από την ευθύνη, αρκεί να αποδείξει ότι η ζημία οφείλεται σε πυρκαγιά, ενώ ο αντίδικός του που ζημιώθηκε μπορεί να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό αποδεικνύοντας ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από προσωπικό πταίσμα του μεταφορέα [ΕφΠειρ 219/2021, ΕφΠειρ (Μον) 545/2020, ΕφΠατρ 55/2018, ΕφΠειρ 142/2012, ΕφΠειρ 835/2010 ό.π., ΕφΠειρ 543/2010 ΕΝαυτΔ 2010.337, ΕφΠειρ 830/2004 ΕΕμπΔ 2005.108· Αλ. Κιάντου – Παμπούκη, ό.π., παρ. 108, σελ. 390-391]. 

Τετάρτη 18 Μαΐου 2022

ΣυμβΠλημΘεσ 707/2022 : "Covid-19 – Δεκτή προσφυγή κατά απόρριψης αιτήματος διενέργειας νεκροψίας-νεκροτομής– Υπόνοιες ιατρικής αμέλειας"




Θάνατος νοσηλευόμενου. Έκδοση πιστοποιητικού θανάτου από το νοσηλευτικό ίδρυμα με αιτιολογία θανάτου, μεταξύ άλλων, την λοίμωξη Covid-19. Μη έκδοση ιατροδικαστικής παραγγελίας νεκροψίας νεκροτομής. Δεκτή η προσφυγή κατά απορρίψεως από τον αρμόδιο εισαγγελέα διενέργειας νεκροψίας-νεκροτομής στη σορό του θανόντος για τη διερεύνηση τυχόν ευθυνών για τον θάνατό του και διαταγή, στο πλαίσιο της διενεργούμενης αστυνομικής προανάκρισης για τη διερεύνηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, διενέργειας νεκροψίας-νεκροτομής από την αρμόδια ιατροδικαστική υπηρεσία.

 

ΒΟΥΛΕΥΜΑ 707/2022

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές, Ιωάννα Σερβέτα, Πρόεδρο Πλημμελειοδικών, Ελένη Θεοδωρίδου, Πλημμελειοδίκη-Εισηγήτρια και Αλεξάνδρα Παπαχρίστου, Πλημμελειοδίκη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ στο γραφείο της Προέδρου στις 29 Απριλίου 2022, παρουσία και της Γραμματέα Αικατερίνης Αντωνιάδου, προκειμένου να αποφανθεί για ποινική υπόθεση, περί της οποίας ο Αντεισαγγελέας Χρίστος Σ. Σπηλιόπουλος εισήγαγε τη με αριθμό 873/21-4-2022 έγγραφη πρότασή του, η οποία έχει ως εξής:

«Εισάγω στο Συμβούλιό σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 2 και 4, 13Β παρ. 1 εδ. β’ και 307 περ. γ' του νέου ΚΠΔ την από 15-4-2022 εγχειρισθείσα στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης τιτλοφορούμενη ως «προσφυγή κατά της απορρίψεως από τον Εισαγγελέα υπηρεσίας του αιτήματος για τη διενέργεια νεκροψίας - νεκροτομής» της … του …, κατοίκου …. (οδός …), προκειμένου να αρθεί η προκύψασα κατά τη διάρκεια της αστυνομικής προανάκρισης διαφορά μεταξύ αυτής και του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα ακόλουθα:

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 307 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (όπως κυρώθηκε με το άρθρο 1 Ν. 4620/2019) «Κατά την διάρκεια της ανάκρισης το συμβούλιο των πλημμελειοδικών με πρόταση του εισαγγελέα ή ενός διαδίκου ή με αίτηση του ανακριτή αποφασίζει: α) όταν ο ανακριτής νομίζει ότι δεν πρέπει να συμμορφωθεί με πρόταση των παραπάνω, β) όταν πρόκειται να κανονιστεί στην προδικασία ένα δύσκολο ζήτημα, όπως η κατάσχεση κ.τ.λ., γ) για όλες τις διαφορές που προκύπτουν στην προδικασία μεταξύ των διαδίκων ή μεταξύ αυτών και του εισαγγελέα, δ) για την αποπεράτωση ή την εξακολούθηση της ανάκρισης, ε) για την προσφυγή του κατηγορουμένου κατά του εντάλματος προσωρινής κράτησης ή για την προσφυγή του κατηγορουμένου ή του εισαγγελέα κατά της διάταξης του ανακριτή που αφορά την αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους και στ) για κάθε άλλο θέμα που προβλέπεται σε ειδικές διατάξεις». Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 245 παρ.1 και 2 νέου ΚΠΔ (όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 122 Ν. 4855/2021) «1. Η προανάκριση ενεργείται από οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο μετά από γραπτή παραγγελία του εισαγγελέα, είναι συνοπτική και δεν περατώνεται πριν ληφθεί η απολογία του κατηγορουμένου. Εφόσον ο κατηγορούμενος κλητεύθηκε νόμιμα και δεν εμφανίστηκε, η προανάκριση περατώνεται και χωρίς την απολογία του. Παραγγελία για προανάκριση δίνεται μόνο στις περιπτώσεις του εδ. δ' της παρ. 3 του παρόντος άρθρου, καθώς και στις περιπτώσεις των άρθρων 43 παρ. 2 εδ. β', 322 παρ. 3 εδ. α' περ. γ' και 323 εδ. γ' περ. γ’. Ο ανακριτικός υπάλληλος που ορίζεται σύμφωνα με το εδ. α' είναι υποχρεωμένος να διενεργήσει όλες τις προανακριτικές πράξεις που αφορούν την υπόθεση για την οποία η παραγγελία και καλεί ενώπιον του τους μάρτυρες για εξέταση και τους κατηγορούμενους για να απολογηθούν εφόσον αυτοί κατοικούν στην περιφέρεια του εφετείου της έδρας του. Αν οι μάρτυρες και οι κατηγορούμενοι είναι κάτοικοι άλλων εφετειακών περιφερειών, ο ανωτέρω ανακριτικός υπάλληλος ζητεί την εξέταση των μαρτύρων και τη λήψη των απολογιών των κατηγορουμένων από τον αρμόδιο ανακριτικό υπάλληλο, ο οποίος πρέπει να εκτελέσει αυτήν μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών. Ο αρχικά ορισθείς ανακριτικός υπάλληλος μετά το πέρας των άνω ενεργειών επιστρέφει τη δικογραφία με εκτελεσμένη πλήρως την παραγγελία στον παραγγείλαντα εισαγγελέα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα Εφετεία Αθηνών και Πειραιώς θεωρούνται ως ανήκοντα σε μία εφετειακή περιφέρεια. Η προανάκριση περατώνεται: α) με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο ή β) με πρόταση του εισαγγελέα στο δικαστικό συμβούλιο ή γ) με παραγγελία του εισαγγελέα στον ανακριτή, εφόσον προκύπτει τέλεση κακουργήματος. Στην τελευταία περίπτωση, η προανάκριση μπορεί και να διακοπεί κατά τον ίδιο τρόπο. Πρόταση στο συμβούλιο γίνεται, εφόσον ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Αν υπάρχουν περισσότεροι κατηγορούμενοι και δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος μερικών από αυτούς ή πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ή να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, ο εισαγγελέας μπορεί να χωρίσει την υπόθεση και να την εισαγάγει μόνο ως προς αυτούς στο δικαστικό συμβούλιο. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται αναλόγως και επί συναφών εγκλημάτων, είτε πρόκειται για έναν είτε για περισσότερους κατηγορούμενους. 2. Αν υπάρχουν ενδείξεις ότι τελέστηκε αδίκημα και από την καθυστέρηση απειλείται άμεσος κίνδυνος απώλειας των αποδεικτικών στοιχείων ή υπάρχει δυσχέρεια πραγματοποίησης συγκεκριμένης ανακριτικής πράξης ή κτήσης αποδεικτικού στοιχείου στο μέλλον ή αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα, οι κατά το άρθρο 31 ανακριτικοί υπάλληλοι είναι υποχρεωμένοι να επιχειρούν όλες τις ανακριτικές πράξεις που είναι αναγκαίες για να βεβαιωθεί η πράξη και να ανακαλυφθεί ο δράστης, έστω και χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέα. Στην περίπτωση αυτή ειδοποιούν τον εισαγγελέα με το ταχύτερο μέσο και του υποβάλλουν χωρίς χρονοτριβή τις εκθέσεις που συντάχθηκαν. Ο εισαγγελέας, αφού λάβει τις εκθέσεις, ενεργεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 43 κ.ε.».

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 243 παρ.1 και 2 ΚΠΔ (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 26 1. Η προκαταρκτική εξέταση ενεργείται σύμφωνα «με τα άρθρα 240, 241 και 245 παρ.1 εδάφιο δ' έως ζ'» και με αυτή επιδιώκεται η συλλογή των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων για να αποφασισθεί αν πρέπει να κινηθεί η ποινική δίωξη. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού κατά την προκαταρκτική εξέταση μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλα τα αναφερόμενα στο άρθρο 178 αποδεικτικά μέσα και να διενεργηθούν όλες οι ανακριτικές πράξεις των άρθρων 253, 256, 257, 259, 260, 264 και 265 καθώς και όσες προβλέπονται σε ειδικούς νόμους... 2. Η προκαταρκτική εξέταση είναι συνοπτική και το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την κατά το άρθρο 37 πληροφόρηση της αρμόδιας αρχής μέχρι την κίνηση ή όχι της ποινικής δίωξης δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι μήνες. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο χρόνος αυτός μπορεί να παραταθεί έως τρεις το πολύ μήνες ή, εφόσον η φύση της υπόθεσης ή της πράξης που πρέπει να διενεργηθεί το επιβάλλει, για εύλογο χρονικό διάστημα, με ειδικά αιτιολογημένη πράξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή εφετών κατά περίπτωση». Η προκαταρκτική εξέταση, η οποία είχε ήδη αναβαθμιστεί με τις νομοθετικές παρεμβάσεις (άρθρο 2 του Ν. 3160/2003 και άρθρο 5 του Ν. 3346/2005) που προσάρμοσαν τη νομοθεσία στις επιταγές της ΕΣΔΑ και της νομολογίας του ΕΔΔΑ σε μεγάλο βαθμό, αναβαθμίσθηκε σε σχέση με τη μορφή που είχε πριν από την επελθούσα νομοθετική μεταβολή (Λάμπρος Μαργαρίτης, «Ο Νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας - Ερμηνεία κατ' άρθρο του Ν.4620/2019» τόμος Α', έκδ. 2020, υπό άρθρο 243, αρ. περιθ. 1 σελ. 1337). Στη δε Αιτιολογική Έκθεση στο σχέδιο νόμου «Κύρωση του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας» αναφέρονται -μεταξύ άλλων - τα ακόλουθα: «Οι διατάξεις για την προκαταρκτική εξέταση εντάχθηκαν για λόγους νομοτεχνικής αρτιότητας στο δεύτερο κεφάλαιο του πρώτου τμήματος του τρίτου βιβλίου, αφού η προηγούμενη ρύθμισή τους στο πλαίσιο του άρθρου 31 ΚΠΔ, πέραν του ότι ήταν εμβόλιμη, έδιδε την εντύπωση διαφοροποίησης της από τις λοιπές ανακριτικές διαδικασίες της προανάκρισης και ανάκρισης. Ύστερα από ευρεία συζήτηση στο πλαίσιο της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής αποφασίστηκαν, εξάλλου, τόσο τα ζητήματα σε σχέση με τη φυσιογνωμία, το εύρος της εφαρμογής της, την υποχρεωτικότητα και τη διάρκεια της, όσο και τα ειδικότερα σημεία πρόσθετης μεταρρύθμισής της... Υπό το φως των στατιστικών στοιχείων, που αποτυπώνουν τη ζώσα δικαστηριακή πραγματικότητα, αλλά και των γενικότερων αξιακών αναφορών ως προς την αμιγώς δικονομική φυσιογνωμία και τον διευρυμένο ρόλο της προκαταρκτικής εξέτασης στο πλαίσιο του ισχύοντος δικονομικού μοντέλου (σε συνδυασμό και με την αποδυνάμωση της τακτικής προανάκρισης), η επιτροπή προέκρινε τη διεύρυνση του πεδίου υποχρεωτικής εφαρμογής της προκαταρκτικής εξέτασης και στα πλημμελήματα αρμοδιότητας Τριμελούς Πλημμελειοδικείου (άρθρο 43 ΣχΚΠΔ), ενώ παράλληλα θέσπισε τόσο τη δυνατότητα διενέργειας όλων των μη στερητικών της προσωπικής ελευθερίας ανακριτικών πράξεων (λ.χ. ερευνών, κατασχέσεων, παρακολουθήσεων,  άρσης απορρήτων, δεσμεύσεων) στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης, όσο και την αναγνώριση της διαδικαστικής θέσης του υποστηρίζοντος την κατηγορία στη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης (άρθρ. 107 ΣχΚΠΔ), την ενδυνάμωση των δικαιωμάτων του υπόπτου, όσο τέλος και την υποχρέωση του εισαγγελέα για σύνταξη κατηγορητηρίου μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης... Τέλος, ειδικά ρυθμίστηκε στην παρ. 5 του άρθρου 244 ΣχΚΠΔ ότι οι διαφορές ή αμφισβητήσεις που τυχόν ανακύπτουν κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης μεταξύ του υπόπτου και εκείνου που υποστηρίζει την κατηγορία ή μεταξύ αυτών και του εισαγγελέα θα επιλύονται από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών και όχι από τον Εισαγγελέα» (βλ. Μιχ. Μαργαρίτη – Αν. Μαργαρίτη «Κώδικας Ποινικής Δικονομίας - Θεωρία Νομολογία», έκδ. 2020, Εισαγ. σημ. στα άρθρα 243-244, σελ. 602-603). Πράγματι, στη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 244 ΚΠΔ ορίζεται ότι «το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο επιλύει όλες τις διαφορές ή αμφισβητήσεις που προκύπτουν κατά την προκαταρκτική εξέταση μεταξύ του υπόπτου και εκείνου που υποστηρίζει την κατηγορία ή μεταξύ αυτών και του εισαγγελέα». Υπό το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς γινόταν παγίως δεκτό ότι η διάταξη του άρθρου 307 ΚΠΔ εφαρμόζεται μόνο στα πλαίσια της κύριας ανάκρισης (βλ. Χαρ. Σεβαστίδη: Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, τομ. ΙΙΙ, σελ. 3733, όπου και σχετικές παραπομπές σε Φ. Ανδρέου: άρθρο 307, σελ., 1133, Α. Ζαχαριάδη: ΚΠΔ (επιμέλεια Λ. Μαργαρίτη), 2012, άρθρο 307, αριθ. 2, σελ. 1224-1225 και αριθ. 3, σελ. 1225, Ι. Ζησιάδη: Αρμοδιότης συμβουλίου πλημμελειοδικών προ της ενάρξεως της ανακρίσεως και διαρκούσης ταύτης, ΤιμΤομ Γ. Σιμωνέτου, 1958, σελ. 158, Π. Καίσαρη: άρθρο 307, σελ. 3930, Μ. Παπαδογιάννη: άρθρο 307, σελ. 585). Η διαπίστωση αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία κατά την ερμηνεία του άρθρου 307 ΚΠΔ, καθώς στο άρθρο 307 περ. β' και γ' ΚΠΔ γίνεται αναφορά κατά τρόπο γενικό στην «προδικασία». Αντιθέτως, εκ του γεγονότος ότι στην προανάκριση και στην προκαταρκτική εξέταση τη διεύθυνση έχει ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, γινόταν δεκτό ότι αποκλειστικά αυτός αποφαίνεται σχετικά, ενώ κατά της απόφασης του δεν χωρεί προσφυγή στο συμβούλιο (βλ. και ΣυμβΑΠ 1575/2012 (: μη εφαρμογή άρθρου 307 ΚΠΔ στην προκαταρκτική εξέταση), ΠοινΧρ 2013. 518, ΠοινΔικ 2013. 860 (περίλ.), Α.Ζαχαριάδη: ό.π., άρθρο 307, αριθ. 2, σελ. 1224-1225 και αριθ. 3, σελ. 1225, Π. Καίσαρη: άρθρο 307, σελ. 3930, Α Κονταξή: άρθρο 307, σελ. 1935 και 1937. Βλ. όμως αντίθ. αίτηση αναίρεσης ΕισΑΠ (Ν. Παντελή), ΠοινΧρ 2013. 521, Η. Αναγνωστόπουλο, παρατηρήσεις στη ΣυμβΑΠ 1575/2012, ΠοινΧρ 2013, σελ. 523 επ., που δέχονται ότι η εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠΔ δεν περιορίζεται μόνο στα πλαίσια της κύριας ανάκρισης, αλλά επεκτείνεται σε όλα τα στάδια της ποινικής προδικασίας και καταλαμβάνει και την προκαταρκτική εξέταση). Ωστόσο, ήδη με τη νεοεισαχθείσα με τον νέο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας διάταξη του άρθρου 244 παρ.5 προβλέφθηκε ρητά (σε αντιστοίχιση ως προς τη γραμματική διατύπωση με την ήδη υπάρχουσα διάταξη του άρθρου 307 περ. γ' ΚΠΔ) ότι το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο επιλύει τις διαφορές που προκύπτουν κατά την προκαταρκτική εξέταση μεταξύ των διαδίκων ή μεταξύ αυτών και του εισαγγελέα. Συνεπώς, τυπικά αρρύθμιστη παραμένει η περίπτωση που οι σχετικές διαφορές προκύπτουν κατά το στάδιο της προανάκρισης (είτε της τακτικής της παραγράφου 1 του άρθρου 245 ΚΠΔ είτε της λεγόμενης  «αυτεπάγγελτης» αστυνομικής προανάκρισης της παραγράφου 2 του ίδιου ανωτέρω άρθρου). Ωστόσο, για την ταυτότητα του νομικού λόγου θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι είναι επιτρεπτή η αναλογική εφαρμογή του άρθρου 307 περ. β' και γ' ΚΠΔ και κατά το ανωτέρω δικονομικό στάδιο. Και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, η προκαταρκτική εξέταση έχει αναβαθμιστεί (μέσω της δυνατότητα διενέργειας όλων των μη στερητικών της προσωπικής ελευθερίας ανακριτικών πράξεων κ.λπ.) και ενόψει του γεγονότος της συρρίκνωσης της τακτικής προανάκρισης. Επομένως, θα παρουσιαζόταν ως ανακόλουθη τυχόν επιλογή του νομοθέτη τα ζητήματα που αναφύονται κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης (κατά την οποία το πρόσωπο σε βάρος του οποίου αυτή διενεργείται έχει την ιδιότητα του υπόπτου) να επιλύονται από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, πλην όμως αυτό να μη συμβαίνει στο δικονομικό στάδιο της προανάκρισης, κατά το οποίο το πρόσωπο σε βάρος του οποίου αυτή διενεργείται έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου κατ' άρθρο 72 ΚΠΔ (ως γνωστόν γίνεται δεκτό ότι ως «ανάκριση» κατά τη διάταξη αυτή νοείται η κύρια ανάκριση, η προανάκριση, αλλά και η αστυνομική προανάκριση, βλ. σχετ. και ΣυμβΑΠ 115/1995, ΠοινΧρ 1995.430). Σε κάθε δε περίπτωση, το δικαστικό συμβούλιο ως πολυπρόσωπο δικαιοδοτικό όργανο παρέχει περισσότερα εχέγγυα ευθυκρισίας επί των κατά κανόνα αναφυομένων στην προανάκριση (και δη αυτή της παραγράφου 2 του άρθρου 245 ΚΠΔ) δυσχερών ζητημάτων, τυχόν δε αποδοχή της άποψης περί μη αρμοδιότητας του, θα είχε ως αποτέλεσμα οι διάδικοι και κυρίως ο κατηγορούμενος να μην έχουν δικαίωμα προστασίας έναντι των σχετικών παραγγελιών του αρμοδίου για τη διεύθυνση και εποπτεία της προανάκρισης εισαγγελέα (άρθρο 31 παρ.1 ΚΠΔ). Εξάλλου, δε θα πρέπει να παροραθεί ότι σε αντίθετη περίπτωση, η αρμοδιότητα του δικαστικού συμβουλίου θα εξαρτιόταν ουσιαστικά από το τυχαίο γεγονός του χρόνου υποβολής της σχηματισθείσης κατά την αστυνομική προανάκριση δικογραφίας στην Εισαγγελία Πρωτοδικών (κατ’ άρθρο 245 παρ.2 εδ. τελ. ΚΠΔ) και από τη μετέπειτα τυχόν παραγγελία για διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, ώστε να τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 244 παρ. 5 ΚΠΔ ή την άσκηση ποινικής δίωξης δια της παραγγελίας για διενέργεια κύριας ανάκρισης, ώστε να τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 307 ΚΠΔ.


Τετάρτη 11 Μαΐου 2022

277/2022 ΜΠΡ ΑΘ (ΕΙΔΙΚΗ) : Αποζημίωση συνδρομητή κινητής τηλεφωνίας λόγω πραγματοποίησης μη ζητηθεισών επικοινωνιών εκ μέρους του φορέα παροχής υπηρεσιών

 


Αποζημίωση συνδρομητή κινητής τηλεφωνίας λόγω πραγματοποίησης μη ζητηθεισών επικοινωνιών εκ μέρους του φορέα παροχής υπηρεσιών. Υπαγωγή της ενάγουσας στο μητρώο, (ειδικός κατάλογος συνδρομητών), του άρθρου 11 του Ν. 3471/2006, προκειμένου να μη λαμβάνει κλήσεις για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών.  Δεν επιτρέπεται η πραγματοποίηση μη ζητηθεισών επικοινωνιών με ανθρώπινη παρέμβαση (κλήσεων) εφόσον ο συνδρομητής έχει δηλώσει προς τον φορέα παροχής της διαθέσιμης στο κοινό υπηρεσίας, ότι δεν επιθυμεί γενικώς να δέχεται τέτοιες κλήσεις. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αποζημίωση λόγω διαφημιστικών κλήσεων. Δέχεται την αγωγή.

 

Αριθμός Απόφασης 277/2022

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το Δικαστή Δημήτριο Μπαγατέλα, Πρωτοδίκη, τον οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Μαρία Χορού.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 01-09-2021, για να δικάσει την υπ’ αριθ. ......../2018 αγωγή.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ....... του ....... κατοίκου Αθηνών, οδός ...... ΑΦΜ ....... η οποία απούσιαζε και δεν παραστάθηκε.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ..... και το διακριτικό τίτλο ....... η οποία εδρεύει στο ...... Αττικής, ΑΦΜ ......, νομίμως εκπροσωπούμενης, ως οιονεί καθολικής διαδόχου, κατόπιν απορροφήσεως, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ....... και το διακριτικό τίτλο ....... η οποία απουσίαζε και δεν παραστάθηκε.

 

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 27-07-2018 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ..../2018, προσδιορίστηκε για τις 12-11-2018, οπότε αναβλήθηκε για τις 08-04-2019 και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, μη εκδοθείσας απόφασης. Με την από 26-05-2021 και με αριθμό κατάθεσης ...../2021 Πράξη της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου, ορίστηκε, για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή, κατ’ άρθρο 307 ΚΠολΔ, η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας για την αυτεπάγγελτη επανασυζήτηση της υπόθεσης.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

(…) Άρθρο 11 ν. 3471/2006: Μη ζητηθείσα επικοινωνία, 1. Η χρησιμοποίηση αυτόματων συστημάτων κλήσης, ιδίως με χρήση συσκευών τηλεομοιοτυπίας (φαξ) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, και γενικότερα η πραγματοποίηση μη ζητηθεισών επικοινωνιών με οποιοδήποτε μέσο ηλεκτρονικής επικοινωνίας, (με ή) χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών και για κάθε είδους διαφημιστικούς σκοπούς, επιτρέπεται μόνο αν ο συνδρομητής συγκατατεθεί εκ των προτέρων ρητώς. 2. Δεν επιτρέπεται η πραγματοποίηση μη ζητηθεισών επικοινωνιών με ανθρώπινη παρέμβαση (κλήσεων) για τους ανωτέρω σκοπούς, εφόσον ο συνδρομητής έχει δηλώσει προς τον φορέα παροχής της διαθέσιμης στο κοινό υπηρεσίας, ότι δεν επιθυμεί γενικώς να δέχεται τέτοιες κλήσεις. Ο φορέας υποχρεούται να καταχωρίζει δωρεάν τις δηλώσεις αυτές σε ειδικό κατάλογο συνδρομητών, ο οποίος είναι στη διάθεση κάθε ενδιαφερομένου ................ 5. Οι φορείς παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχουν την υποχρέωση να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, που καθορίζονται με κοινή πράξη της Α.Π.Δ.Π.Χ. και της Α.Δ.Α.Ε., για την αποτροπή της μη ζητηθείσας επικοινωνίας. Από τον φορέα παροχής διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που παραβίασε από αμέλεια την υποχρέωση αυτή, καθώς και την υποχρέωση που προβλέπεται στο εδάφιο β` της παραγράφου 2, οι αποδέκτες μη ζητηθείσας επικοινωνίας, έχουν το δικαίωμα να αξιώσουν αποζημίωση για κάθε περιουσιακή ζημία ή χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εφαρμόζεται αναλογικώς η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου. Ο φορέας παροχής διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών δεν υποχρεούται σε αποζημίωση και στη λήψη μέτρων ώστε να μην επαναληφθεί η παραβίαση στο μέλλον εφόσον αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει αμέλεια. 6. Εκτός της αποζημίωσης σύμφωνα με το άρθρο 14 του παρόντος νόμου, οι αποδέκτες μη ζητηθείσας επικοινωνίας, καθώς και οι φορείς παροχής διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχουν δικαίωμα, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 14 παρ. 3 του παρόντος νόμου, να απαιτήσουν από όποιον παραβιάζει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 4 του παρόντος άρθρου, να μην επαναλάβει την παραβίαση στο μέλλον, με απειλή χρηματικής ποινής». Άρθρο 14 ν. 3471/2006 Αστική ευθύνη 1. Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, κατά παράβαση του νόμου αυτού, προκαλεί περιουσιακή βλάβη υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. 2. Η κατά το άρθρο 932 Α.Κ. χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται, κατ’ ελάχιστο, στο ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ, εκτός αν ζητηθεί από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό. Η χρηματική ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξάρτητα από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη. 3. Οι απαιτήσεις του παρόντος άρθρου εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 664 έως 676 Κ.Πολ.Δ., ανεξάρτητα από την έκδοση ή μη απόφασης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ή της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών για τη διαπίστωση παρανομίας ή την άσκηση ποινικής δίωξης. Εισάγεται νόμιμα προς επανασυζήτηση η από 27-07-2018 αγωγή της ενάγουσας, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ...../2018 και προσδιορίστηκε για τις 12-11-2018, οπότε αναβλήθηκε για τις 08-04-2019 και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, μη εκδοθείσας απόφασης. Με την από 26-05-2021 και με αριθμό κατάθεσης 38032/1004/2021 Πράξη της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου, ορίστηκε, για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή, κατ’ άρθρο 307 ΚΠολΔ, η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας για την αυτεπάγγελτη επανασυζήτηση της υπόθεσης και διατάχθηκε η κλήτευση των διαδίκων με επιμέλεια της Γραμματείας του Δικαστηρίου.

Με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα εκθέτει ότι είναι δικηγόρος, ότι είναι κάτοχος της με αριθμό ..... γραμμής κινητής τηλεφωνίας και συνδρομήτρια στην εταιρεία με την επωνυμία «.....», η οποία της παρέχει τις σχετικές υπηρεσίες τηλεπικοινωνίας και ότι με την εταιρεία με την επωνυμία .... της οποίας καθολικός διάδοχος είναι η εναγόμενη, ουδέποτε την συνέδεε οποιαδήποτε συμβατική σχέση. Αναφέρει ακόμα, ότι προς αποφυγή της πληθώρας κλήσεων που λαμβάνουν συνήθως οι συνδρομητές σταθερής αλλά και κινητής τηλεφωνίας, για προωθητικούς και διαφημιστικούς σκοπούς, ήδη από τις 01/11/2017, δήλωσε στην πάροχο, ότι δεν επιθυμεί να καταχωρηθεί ο αριθμός της τηλεφωνικής της σύνδεσης και τα στοιχεία της, σε ενοποιημένους ή και απλούς τηλεφωνικούς καταλόγους και ότι δεν επιθυμεί να λαμβάνει διαφημιστικό υλικό από τρίτους. Εκθέτει δηλαδή, ότι υπήχθη στο μητρώο, (ειδικός κατάλογος συνδρομητών), του άρθρου 11 του Ν. 3471/2006, προκειμένου να μη λαμβάνει κλήσεις για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών και για κάθε είδους διαφημιστικούς σκοπούς. Συνεχίζοντας αναφέρει, ότι παρόλα τα παραπάνω, δέχτηκε πέντε κλήσεις από την εταιρεία με την επωνυμία ......., (στις 13/03/2018, 23/03/2018, 30/03/2018, 18/04/2018 και 25/04/2018), αν και ρητά κάθε φορά, ενημέρωνε την άνω εταιρεία ότι δεν επιθυμεί να λαμβάνει διαφημιστικές κλήσεις. Εκθέτει επίσης, ότι οι άνω κλήσεις, έλαβαν χώρα σε ακατάλληλες ώρες και της προξένησαν ψυχική αναστάτωση, εκνευρισμό και την αποσυντόνισαν επαγγελματικά, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο. Με βάση τα παραπάνω, μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, που έγινε με τις προτάσεις της και δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της 08ης 04-2019, ζητεί, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει για τις πέντε παράνομες τηλεφωνικές κλήσεις και οχλήσεις σε βάρος της, το ποσό των 10.000,00 ευρώ για έκαστη εξ αυτών και συνολικά το ποσό των 50.000,00 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, άλλως και όλως επικουρικώς, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει λόγω αδικοπραξίας για τις πέντε τηλεφωνικές κλήσεις και οχλήσεις σε βάρος της το άνω ποσό των 10.000,00 ευρώ για έκαστη εξ αυτών και συνολικά το ποσό των 50.000,00 ευρώ, νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να παραλείπει παρόμοιες παραβάσεις στο μέλλον, ήτοι να την καλεί στον υπ’ αριθ. ...... αριθμό κινητού τηλεφώνου, για την προώθηση προϊόντων ή υπηρεσιών και για οποιοδήποτε διαφημιστικό σκοπό και να απειληθεί εναντίον της χρηματική ποινή 12.000,00 ευρώ για κάθε παράβαση της υποχρέωσής της αυτής και τέλος ζητεί τη δικαστική της δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή αρμοδίως εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, (άρθρο 14 παρ. 3 ν. 3471/2006,14 παρ. 2 16 παρ. 2 και 25 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, (άρθρα 614 αρ. 3, 621 και 622 ΚΠολΔ), είναι δε επαρκώς ορισμένη, απορριπτόμενου του ισχυρισμού περί του αντιθέτου, καθότι στο υπό κρίση δικόγραφο περιέχονται όλα τα κατά το νόμο απαιτούμενα στοιχεία, επίσης είναι νόμιμη, στηριζόμενη στα άρθρα 11 παρ. 2, ......, 11 παρ. 6, 14 παρ. 1 και 2 ν. 3471/2006, καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 70, 176, ΚΠολΔ και θα πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

 

Τετάρτη 4 Μαΐου 2022

ΜΠρΑθ 606/2022 : "Διανομή προϊόντος με απαγορευμένη ουσία - Προσβολή προσωπικότητας - Επαγγελματική φήμη και αξιοπιστία - Αποζημίωση - Ηθική βλάβη - Επίδειξη εγγράφου - Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος - Μη ασφαλή τρόφιμα"

 



Διάθεση στην ελληνική αγορά σκευάσματος κρέατος το οποίο περιείχε απαγορευμένη ουσία χωρίς να δηλώνεται στην επισήμανση. Ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη της εναγόμενης εταιρίας έναντι της ενάγουσας. Θετικές ζημίες της ενάγουσας και ηθική βλάβη στην επαγγελματική της φήμη, κύρος και την εμπορική της πίστη. Το αίτημα να υποχρεωθεί ο καθ’ ου σε επίδειξη εγγράφων, χωρίς να προσδιορίζονται κατά το περιεχόμενο τους και χωρίς να καθορίζεται αν αυτά εξακολουθούσαν να τελούν στην κατοχή του κατά το χρόνο της δίκης, γεγονός που αποτελεί προϋπόθεση της υποχρεώσεως για επίδειξη, είναι αόριστο. Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη εδημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού.

 

 

 

Αριθμός απόφασης 606/2022

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ελένη Μπαντή, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και τη Γραμματέα Μαρία Τότσικα.

Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριο του, στις _______, για να δικάσει την υπόθεση:

ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ- ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ___________ που εδρεύει στις _________ , νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τη πληρεξούσια δικηγόρο ΠΚ

ΤΗΣ ΚΑΘ’ΗΣ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία _______, που εδρεύει στην _____________________, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τη πληρεξούσια δικηγόρο ΝΚ.

Η ενάγουσα ζητά να γίνει δεκτή η από  _______αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης _________, προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της _______, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της ________, όπου και ματαιώθηκε. Ήδη τη συζήτηση της υπόθεσης επαναφέρει η ενάγουσα με την από ________ κλήση της που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης δικογράφου _______, προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

 

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

(...) Με την υπό κρίση αγωγή, η ενάγουσα εταιρία εκθέτει ότι ιδρύθηκε το ________ από τον ________ και έχει αντικείμενο την παραγωγή αλλαντικών (αλλαντοποιία). Ότι σήμερα λειτουργεί στις ιδιόκτητες εγκαταστάσεις της στις ________ συνολικής επιφανείας 6000 τμ, οι οποίες πληρούν όλες τις προδιαγραφές ποιότητας και υγιεινής, εφαρμόζει δε το σύστημα ποιότητας HACCP καθ΄ όλη τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας και διασφαλίζει την ποιότητα των προϊόντων που διατίθενται στον καταναλωτή. Ότι η εναγομένη εταιρία εισάγει και εμπορεύεται πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή τροφίμων και είναι αποκλειστικός προμηθευτής της (της ενάγουσας) σε συγκεκριμένες πρώτες ύλες για την παραγωγή των αλλαντικών της. Ότι μεταξύ των πρώτων υλών που η εναγομένη της προμήθευε για την παραγωγή των προϊόντων της είναι και το ειδικό καρύκευμα για όλα τα αλλαντικά με φυσική χρωστική ουσία και με την ειδική ονομασία ____________ του οποίου η σύνθεση, σύμφωνα με το ενημερωτικό – διαφημιστικό φυλλάδιο που είχε εκδώσει, αποτελείται από τις επιμέρους ουσίες: α) μπαχαρικά, β) εκχυλίσματα καρυκευμάτων, γ) αιθέρια έλαια και δ)___________. Ότι η ίδια σύνθεση της συγκεκριμένης ανωτέρω πρώτης ύλης, αναγράφεται και στον πίνακα τεχνικών χαρακτηριστικών/απαιτήσεων που έχει καταρτίσει η εναγομένη κατά το σύστημα διασφάλισης ποιότητας και ασφάλειας τροφίμου και συγκεκριμένα στην στήλη «σύνθεση σύμφωνα με τον κώδικα τροφίμων» ρητά αναφέρεται ότι η ανωτέρω πρώτη ύλη αποτελείται από α) φυσικά μπαχαρικά γλυκιάς κόκκινης πιπεριάς χρωστικού βαθμού _____ ενισχυμένα με φυσικά αιθέρια έλαια, β) φυσική χρωστική _________ και γ) εκχυλίσματα πάπρικας. Ότι στον ίδιο πίνακα και στην στήλη «άδεια κυκλοφορίας» ρητά αναφέρεται ότι το συγκεκριμένο προϊόν της εναγομένης διατίθεται στην αγορά «σύμφωνα με τις εγκεκριμένες από την Ευρωπαϊκή Ένωση πρώτες ύλες. Ότι στις ____________ διενεργήθηκε από την Διεύθυνση Κτηνιατρικής και Αλιείας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης _________, έλεγχος των προϊόντων- τροφίμων της επιχείρησης της (της ενάγουσας), κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι τα ελεγχθέντα προϊόντα της περιείχαν την χρωστική ουσία (_______),  η χρήση της οποίας δεν επιτρέπεται στα συγκεκριμένα παραγόμενα τρόφιμα – αλλαντικά και ως εκ τούτου αυτά χαρακτηρίσθηκαν ως μη ασφαλή – ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση, κατασχέθηκαν και στην συνέχεια καταστράφηκαν. Ότι άμεσα υπέβαλε σχετικό ερώτημα με επιστολή στην εναγομένη εταιρεία  αναφορικά με την χημική ανάλυση των τεχνικών χαρακτηριστικών του ανωτέρω προϊόντος (__________) και επί του ερωτήματος της έλαβε από την εναγομένη την απάντηση που της έστειλε- όπως ισχυρίσθηκε η ίδια- ο οίκος του εξωτερικού, τον οποίο εκπροσωπεί στην Ελλάδα, και στην οποία αναφέρεται σαφώς ότι το προϊόν _______________ χρησιμοποιείται στο παραγόμενο στην ________ λουκάνικο _____________ και είναι εμπλουτισμένο με την ουσία __________, η οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιείται στην ________, πλην όμως εκ παραδρομής διενεμήθη το ίδιο συγκεκριμένο προϊόν (______) και στην Ελλάδα, στο οποίο επίσης εμπεριέχεται η ίδια ουσία __________, η χρήση της οποίας όμως απαγορεύεται στην Ελλάδα. Ότι στην ανωτέρω επιστολή – απάντηση της εναγομένης αναφέρεται ότι το όλο θέμα οφείλεται σε λάθος του ξένου Οίκου, αφού η ανωτέρω απαγορευμένη ουσία ετέθη αντί της επιτρεπόμενης φυσικής ουσίας _______ και για τον λόγο αυτό της ζητήθηκε εγγράφως συγγνώμη. Ότι εν συνεχεία ζήτησε επανεξέταση της υπόθεσης σε δύο βαθμούς από τις κατά νόμο οριζόμενες τριμελή και πενταμελή επιτροπή ελεγκτών και εργαστηριακό επανέλεγχο και χημική ανάλυση των κατασχεθέντων  ανωτέρω προϊόντων της και από απαντήσεις που λάμβανε επιβεβαιωνόταν ότι ανιχνεύθηκε η απαγορευμένη ουσία _______ στα κατασχεθέντα προϊόντα της. Ότι κατόπιν αυτών της επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο αρχικού ύψους ………….. ευρώ το οποίο εν συνεχεία μειώθηκε – κατόπιν ασκηθείσης ενστάσεως της- στο τελικό ποσό …….. ευρώ. Ότι από την αντισυμβατική, υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης η ίδια υπέστη τις παρακάτω ζημίες: Θετικές ζημίες: κατασχέθηκαν προϊόντα- συνολικού βάρους ______ kgr και συνολικής αξίας ………… ευρώ, ήτοι: α)______ kgr ________ συνολικής αξίας _________ ευρώ (_ ΕΥΡΩ/ΚΙΛΟ), β)______ kgr _________ συνολικής αξίας ________ ΕΥΡΩ (_ ΕΥΡΩ/ΚΙΛΟ), γ)____ kgr ______ συνολικής αξίας _____ ΕΥΡΩ (_ ΕΥΡΩ/ΚΙΛΟ), δ) ____ kgr _______ συνολικής αξίας ________ ΕΥΡΩ(_ ΕΥΡΩ/ΚΙΛΟ), ε) ____ kgr _______ συνολικής αξίας ______ ΕΥΡΩ (_ ΕΥΡΩ/ΚΙΛΟ), στ) ____ kgr ____ συνολικής αξίας _____ ΕΥΡΩ (_ ΕΥΡΩ/ΚΙΛΟ), ζ) ____ kgr _________ συνολικής αξίας _____ ΕΥΡΩ (_ ΕΥΡΩ/ΚΙΛΟ), η)_____kgr__________ συνολικής αξίας _____ΕΥΡΩ (_ ΕΥΡΩ/ΚΙΛΟ), θ)_____kgr _______ συνολικής αξίας _____ ΕΥΡΩ (_ ΕΥΡΩ/ΚΙΛΟ) και ι) _____ kgr ________ συνολικής αξιας _____ ΕΥΡΩ (_ ΕΥΡΩ/ΚΙΛΟ). Ότι η συνολική αξία των προϊόντων ανέρχεται στο ποσό των (______ €+_____€+_____€+_____€+_____€+_______€+_______€+_____€+______€+ ______ευρώ=)_____ ευρώ, το οποίο και ζημιώθηκε. ‘Ότι επίσης , η ίδια (η ενάγουσα εταιρεία) υποχρεώθηκε να καταβάλλει τα κατωτέρω  ποσά συνολικού ύψους ______ ευρώ για την προεκτεθείσα διαδικασία ενώπιον των Διοικητικών Αρχών, τα οποία και ζημιώθηκε, και δη κατέβαλλε κατά την επανεξέταση της υπόθεσης, για παράβολα ενώπιον των επιτροπών συνολικά ποσό [(___€Χ ____=)___ € + (_____€Χ____=)_____€ + ____ ευρώ (έξοδα εκπροσώπου της στις διαδικασίες συζήτησης των ενστάσεων της)=]___ ευρώ, για εργαστηριακό επανέλεγχο και χημική ανάλυση των κατασχεθέντων αλλαντικών συνολικά ποσό (____€ +____€=)_____ ευρώ, ενώ κατέβαλλε και το κατά τα πιο πάνω πρόστιμο των ____ ευρώ. Ότι εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης υπέστη και ηθική βλάβη, συνισταμένη στην προσβολή της προσωπικότητας της, και δη στην επαγγελματική της φήμη και αξιοπιστία, η δε εναγομένη παρά τις επανειλλημένες οχλήσεις της (της ενάγουσας) αρνείται να της καταβάλλει τα οφειλόμενα. Με βάση τα παραπάνω, η ενάγουσα, κατόπιν παραδεκτού, νόμιμου περιορισμού του αιτήματος της αγωγής που αφορά τις θετικές ζημίες( αφού παραιτήθηκε από τα σχετικά με στοιχεία α,β,στ,ζ και κονδύλια ύψους ____ ευρώ), με προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της κατά την έναρξη της συζήτησης της αγωγής, καταχωρηθείσα στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, αλλά και με τις προτάσεις της (άρθρα 223,295 αρ. 1, 297 ΚπολΔ), ζητά κατά τις διατάξεις της ενδοσυμβατικής και της αδικοπρακτικής ευθύνης 1) να υποχρεωθεί να της καταβάλει η εναγομένη το ποσό των ______ ευρώ  για θετικές ζημίες με τον νόμιμο τόκο από _______ ημερομηνία επίδοσης της από _____ εξώδικης δήλωσης της, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, β) το ποσό των ____ ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη με τον νόμιμο τόκο από τις _____, ημερομηνία επίδοσης της από ______ εξώδικης δήλωσης της, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, 2) να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή, και 3) να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική της δαπάνη.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα , η υπό κρίση αγωγή, αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπο (άρθρα 1, 7, 9, 14παρ. 2, 25 παρ. 2 ΚπολΔ) εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία, είναι δε ορισμένη, γιατί περιέχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για τη θεμελίωση της (άρθρο 216 ΚπολΔ), και νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 340, 341, 345, 346, 361, 382, 513, 516, 914, 932 ΑΚ, 176 και 191 παρ. 2, 907, 908 ΚπολΔ, Κεφάλαιο IV Επισήμανση άρθρο 21, 22 του υπ’ αριθμ. 1333/2008 Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου  2008, άρθρο 17 παρ. 1 του υπ’ αριθμ. 178/2002 Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, άρθρο 2 παρ.9, 7, 11 Κώδικα Τροφίμων και Ποτών και της υπ’ αριθμ. 15523/2006 Υπουργικής Απόφασης. Επομένως, η υπό κρίση αγωγή, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το αντικείμενο της (της αγωγής) έχει καταβληθεί το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. το προσκομιζόμενο από την ενάγουσα υπ’ αριθμ. _________ e-Παράβολο, με συνημμένο το από _____ παραστατικό πληρωμής στην Τράπεζα.)

Ακόμη, αυτός που αξιώνει κατ’ άρθρα 450 επ. ΚπολΔ επίδειξη εγγράφου, που κατέχει ο αντίδικος του, πρέπει να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι ο αντίδικος του εξακολουθεί να κατέχει το έγγραφο κατά τον χρόνο της δίκης (ΑΠ 1494/1987, ΕΕργΔ 47, 1123, ΕΕΝ 1988, 814). Ο διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα που κατέχει και είναι χρήσιμα για την απόδειξη, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί τη μη επίδειξη τους. Η επίδειξη μπορεί να ζητηθεί από τον αντίδικο διάδικο με τις προτάσεις σε οποιαδήποτε στάση της πρωτοβάθμιας ή εκκλητής δίκης. Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την επίδειξη, το δικαστήριο εκδίδει σχετική απόφαση. Αυτό επιτρέπεται να γίνει και στη διαδικασία των εργατικών διαφορών διότι η σχετική απόφαση δεν είναι προδικαστική που διατάσσει αποδείξεις, αλλά παρεμπίπτουσα. Όταν υπάρχει εκκρεμής δίκη, η επίδειξη των εγγράφων δεν υπόκειται στους περιορισμούς της διατάξεως του άρθρου 902 ΑΚ. Ο διάδικος που ζητεί την επίδειξη εγγράφου οφείλει αφενός να προσδιορίζει τα έγγραφα ειδικώς και να καθορίζει συγχρόνως το περιεχόμενο τους, αφετέρου δε να ισχυρισθεί και να αποδείξει όχι μόνον ότι ο αντίδικος του κατείχε κάποτε το έγγραφο αυτό, αλλά και ότι εξακολουθεί να το κατέχει κατά τον χρόνο της δίκης, γεγονός που αποτελεί προϋπόθεση της υποχρεώσεως του για επίδειξη (ΑΠ 1023/1992 ΔΕΝ 49, 82). Το αίτημα να υποχρεωθεί ο καθ’ ου σε επίδειξη εγγράφων, χωρίς να προσδιορίζονται κατά το περιεχόμενο τους και χωρίς να καθορίζεται αν αυτά εξακολουθούσαν να τελούν στην κατοχή του κατά το χρόνο της δίκης, γεγονός που αποτελεί προϋπόθεση της υποχρεώσεως για επίδειξη, είναι αόριστο (ΑΠ 1023/1992 ΔΕΝ 49, 82, ΕφΑθ 1741/1994 ΕλλΔνη 36,1261, ΕφΑθ 14698/1988 ΕλλΔνη 34,1366).