Πέμπτη 30 Ιουλίου 2020

ΑΠ 157/2020 (ποιν.) : Το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για την αναγνώριση του ελαφρυντικού της σύννομης ζωής



Με βάση τα προαναφερόμενα και τις προβλεπόμενες για την καθεμία αξιόποινη πράξη του τότε κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ποινές, προκύπτει ότι οι πράξεις της απόπειρας ανθρωποκτονίας και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης αυτού που τελέσθηκαν σε βάρος του Αστυνομικού Ε. Κ. του Α., περιέχουν επιεικέστερες διατάξεις γι' αυτόν μετά την εφαρμογή του Νέου Ποινικού Κώδικα, ενώ αντιθέτως η πράξη της αντίστασης του άρθρου 162 παρ. 2 του Παλαιού Ποινικού Κώδικα, περιέχει επιεικέστερες, για τον ίδιο, διατάξεις, αφού με αυτόν προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών και με το Νέο Ποινικό Κώδικα, προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή.

Συνάμα, οι διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και ε' του νέου Ποινικού Κώδικα, που αφορούν τις ελαφρυντικές περιστάσεις του προτέρου σύννομου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, είναι ευμενέστερες των αντιστοίχων προϊσχυσασών διατάξεων του καταργηθέντος Ποινικού Κώδικα.

 

Ειδικότερα, διευρύνεται η δυνατότητα αναγνώρισης της πρώτης ελαφρυντικής περίστασης, καθόσον υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της "νόμιμης" ζωής έναντι του απροσδιόριστου κριτηρίου την "έντιμης" ζωής και δεν ελέγχεται πλέον η κατά το άρθρο 9 παρ. 1 εδάφ. β' του Συντάγματος "απαραβίαστη" προηγούμενη ιδιωτική οικογενειακή ζωή του υπαιτίου.

Επομένως, κριτήριο για τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του νέου Π.Κ. είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου και, πάντως, το λευκό ποινικό μητρώο δεν αποτελεί το μόνο αποδεικτικό στοιχείο για την κατάφαση της συνδρομής της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης, του δικαστή δυναμένου να κρίνει στο πλαίσιο που ορίζεται από το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ.

 

[...] Περαιτέρω, δεν προέκυψε η ύπαρξη περιστατικών, που να δικαιολογούν ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος έζησε έως τον χρόνο τέλεσης των παραπάνω πράξεων έντιμη ζωή, η δε ύπαρξη του λευκού ποινικού μητρώου από μόνη της δεν καταφάσκει το στοιχείο αυτό, πολύ δε περισσότερο, που κρίνεται ως συμπτωματική λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη βαρύτητα των πράξεων, στις οποίες ενεπλάκη ο εν λόγω κατηγορούμενος. Επίσης, η τυχόν καλή διαγωγή του κρατουμένου στη φυλακή και μόνο, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αποδεικνύεται, δεν μπορεί να οδηγήσει στην αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του Π.Κ. στο πρόσωπό του. Επίσης, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια (μεταμέλεια) μετά τις πράξεις του και γι' αυτό το λόγο θα πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμο το αίτημά του περί χορήγησης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ' του Π.Κ., όπως επίσης και τα υποβληθέντα από αυτόν αιτήματα (αυτοτελείς ισχυρισμοί) περί μετατροπής της κατηγορίας της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη ή άλλως βαριά μη σκοπούμενη σωματική βλάβη και περί μεταβολής της κατηγορίας από αντίσταση (του άρθρου 167 του Π.Κ.) σε απείθεια (του άρθρου 169 του Π.Κ.), αφού σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν στοιχειοθετούνται αντικειμενικώς τα ως άνω αδικήματα (επικίνδυνης σωματικής βλάβης, βαριάς μη σκοπούμενης σωματικής βλάβης και απείθειας). Τέλος, τα υποβληθέντα από τον δεύτερο κατηγορούμενο αιτήματα περί διεξαγωγής ιατροδικαστικής εξέτασης όσον αφορά τον τραυματισμό του και προσκόμισης βιντεοσκοπουμένου υλικού των διοδίων του χρόνου, που έγινε η επιχείρηση, πρέπει να απορριφθούν, το μεν πρώτο διότι λόγω της παρόδου μακρότατου χρόνου από τον τραυματισμό του η εξέτασή του κανένα χρήσιμο στοιχείο δεν θα εισέφερε, το δε δεύτερο, διότι το αρχείο καταγραφής διερχομένων οχημάτων διατηρείται για δέκα πέντε (15) ημέρες, όπως διαβεβαιώνουν οι υπεύθυνοι της εταιρείας "Νέα Οδός Α.Ε." (βλ. το από 26-9-2011 σχετικό έγγραφο). Κατόπιν όλων των ανωτέρω, ο δεύτερος κατηγορούμενος θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων της κατοχής και μεταφοράς (μεγάλης) ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, της απόπειρας ανθρωποκτονίας, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, της αντίστασης κατά της αρχής, της παράνομης οπλοκατοχής και της παράνομης οπλοχρησίας, σύμφωνα με όσα ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας".

 

[...] Περαιτέρω, ενόψει του ότι και κατά την επιβεβλημένη αυτεπάγγελτη εφαρμογή του επιεικέστερου, ισχύσαντος μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, νεότερου νόμου (άρθρων 2, 52 παρ. 2, 83, 84 παρ. 2 εδ. α' και ε', 463 παρ. 1 και 4 του Ν.Π.Κ., 511 εδ. δ', 585, 589, 20 του Νόμου 4139/2013, 10, 13 και 14 του Νόμου 2168/1999) και επίσης ενόψει του ότι στο Ν.Π.Κ. δεν επαναδιατυπώθηκαν τα αναφερόμενα στις διατάξεις των άρθρων 59 και 60 του Π.Π.Κ., όπου προβλεπόταν, σε περίπτωση καταδίκης σε πρόσκαιρη κάθειρξη, πρόσκαιρη αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων από δύο (2) έως δέκα (10) έτη, ακόμη ενόψει του ότι το άρθρο 74 του Π.Π.Κ. με το οποίο διατασσόταν η, σε περίπτωση καταδίκης, απέλαση του αλλοδαπού από την χώρα μετά την έκτιση της ποινής, καταργήθηκε με το Ν.Π.Κ. και με το άρθρο 511 εδάφ. δ' του Κ.Π.Δ. το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις διατάξεις της, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και ε' του Ν.Π.Κ., ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες επιβλήθηκαν οι στερητικές της ελευθερίας ποινές, οι χρηματικές ποινές, η συνολική στερητική της ελευθερίας ποινή και η συνολική ποινή, καθώς και ως προς αυτές, με τις οποίες καταγνώσθηκε στον αναιρεσείοντα η αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών και διατάχθηκε η απέλασή του από την Χώρα μετά την έκτιση της ποινής, να απαλειφθούν από τον Άρειο Πάγο από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης οι διατάξεις, με τις οποίες καταγνώσθηκε στον τότε δεύτερο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα η αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων και η απέλαση αυτού από την Χώρα μετά την έκτιση της ποινής, αφού δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας, ελλείψει αντικειμένου έρευνας, κατά τούτα, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, εφόσον είναι δυνατό, από τους ίδιους Δικαστές, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως και τούτο εφόσον πρόκειται να κριθεί μόνο το σκέλος της ποινής (άρθρο 522 του Κ.Π.Δ.)


Τετάρτη 29 Ιουλίου 2020

ΑΠ.Ολ 2/2020: "Υπάλληλοι ΥΠΕΞ - Επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής - Αναίρεση για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου"





Η με αριθ. 2001800/185/0022/1993 ΚΥΑ που προσαύξησε το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής κατά τα εκεί αναγραφόμενα ποσοστά για κάθε παιδί μόνο για τους μόνιμους υπάλληλους του Υπουργείου Εξωτερικών δεν αντίκειται προς τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντ. για την ισότητα των Ελλήνων ενώπιον του νόμου.  Η με αριθ. ΣΤ 1/Μ/Φ/083 - 13/ΑΣ/2900/1993 ΚΥΑ, που αύξησε το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής κατά το εκεί αναγραφόμενο ποσοστό μόνο για τους μόνιμους υπαλλήλους των εκεί αναφερομένων κλάδων, που αποσπώνται σε αρχές του εξωτερικού προς αντιμετώπιση των δαπανών στέγασης, δεν βρίσκεται μέσα στα όρια της κατά το άρθρο 131 παρ. 10 και 11 του τότε ισχύοντος Ν. 419/1976 νομοθετικής εξουσιοδότησης. Οι εκδιδόμενες κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ. 11 του Ν. 419/1976 ΚΥΑ, που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και το διαγραφόμενο από τις σχετικές εξουσιοδοτικές ρυθμίσεις πλαίσιο, δεν είναι δυνατόν να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τις εν λόγω διατάξεις, όπως είναι η διάκριση των υπαλλήλων σε μονίμους που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε συμβασιούχους υπηρετούντες με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, και να αυξάνουν το επίδομα μόνο στους πρώτους αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους. Βάσιμος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

 

 

 

Αριθμός 2/2020

 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Α' Τακτικής Ολομέλειας: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Πηνελόπη Ζωντανού, Δήμητρα Κοκοτίνη και Αβροκόμη Θούα, Αντιπροέδρους του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Νικολακέα, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Ναυσικά Φράγκου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγήτη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Γεώργιο Δημάκη, Μαρία Βασδέκη, Γεώργιο Χριστοδούλου, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου, Μαρία Κουβίδου, Κωνσταντίνο Παναρίτη, Ζωή Κωστόγιαννη - Καλούση, Χρυσούλα Φλώρου - Κοντοδήμου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ουρανία Παπαδάκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μαριάνθη Παγουτέλη, Μυρσίνη Παπαχίου και Αναστασία Μουζάκη, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών δικαστών της σύνθεσης).

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 28 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα, (κωλυομένου του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα) και της Γραμματέως Aγγελικής Ανυφαντή για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

 

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Α. Ζ. του Κ., πρώην υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών, σε σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπηρετούσης στην Ελληνική Πρεσβεία Βαρσοβίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της ΒΣ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.

 

Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιές του Σ Χ, Νομική Σύμβουλο του Κράτους και Γ Π, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που κατέθεσαν προτάσεις.

 

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 261/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 8650/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 20-2-2004 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1443/2005 απόφαση του Β 1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο (α' σκέλος) λόγους της με αρ. κατάθ. ./2004 αιτήσεως της Α. Ζ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 8650/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Με την από 8/3/2019 κλήσης της καλούσας η υπόθεση φέρεται προς συζήτηση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

 

Οι πληρεξούσιες του αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο, ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, οι οποίοι αναφέρονται και στις προτάσεις τους και ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

 

Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε να απορριφθούν οι παραπεμφθέντες λόγοι στην Τακτική Ολομέλεια με την υπ' αρ. 1443/2005 απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου. Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στις πληρεξούσιες του αναιρεσιβλήτου, οι οποίες αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.

 

Κατά την 27η Φεβρουαρίου 2020, ημέρα που συγκροτήθηκε το Δικαστήριο τούτο προκειμένου να διασκεφθεί για την ανωτέρω υπόθεση, ήταν απούσα η Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Δήμητρα Κοκοτίνη και οι Αρεοπαγίτες Μαρία Νικολακέα, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Γεώργιος Δημάκης, οι οποίοι είχαν δηλώσει κώλυμα αρμοδίως. Παρά ταύτα, παρισταμένων, πλην αυτών, πλέον των δέκα πέντε (15) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση την υπόθεσης, κατ' άρθρο 23 παρ.2 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει με την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν. 3659/2008, το Δικαστήριο είχε την εκ του νόμου απαρτία για να διασκεφθεί.

 

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

Με την από 8 Μαρτίου 2017 κλήση της αναιρεσείουσας νομίμως φέρονται ενώπιον της Α' Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος και τρίτος κατά το πρώτο μέρος λόγοι της από 20.2.2004 και με αριθ. κατάθ. 238/2004 αίτησης αναίρεσης, με την οποία διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 8650/27.11.2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι παραπέμφθηκαν στην Τακτική Ολομέλεια με την υπ' αριθ. 1443/30.9.2005 απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατ' εφαρμογή των άρθρων 563 παρ. 2 περ. β εδ. γ του ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 εδ. α του Ν.1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών", όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 6 του Ν. 2479/1997, διότι με τους λόγους αυτούς τέθηκαν τα ακόλουθα ζητήματα: α) εάν η με αριθ. 2001800/185/0022/1993 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ Β 153), που προσαύξησε το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής κατά τα εκεί αναγραφόμενα ποσοστά για κάθε παιδί μόνο για τους μόνιμους υπάλληλους του Υπουργείου Εξωτερικών αντίκειται προς τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος για την ισότητα των Ελλήνων ενώπιον του νόμου και β) εάν η με αριθ. ΣΤ 1/Μ/Φ/083 - 13/ΑΣ/2900/1993 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ Β 730), που αύξησε το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής κατά το εκεί αναγραφόμενο ποσοστό μόνο για τους μόνιμους υπαλλήλους των εκεί αναφερομένων κλάδων, που αποσπώνται σε αρχές του εξωτερικού προς αντιμετώπιση των δαπανών στέγασης, βρίσκεται μέσα στα όρια της κατά το άρθρο 131 παρ.10 και 11 του τότε ισχύοντος Ν. 419/1976 "Περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" νομοθετικής εξουσιοδότησης και, σε καταφατική περίπτωση, εάν η γενομένη σε βάρος των υπαλλήλων που υπηρετούν στην αλλοδαπή με μετάθεση ή με άλλο νόμιμο τρόπο αντίκειται προς τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος για την ισότητα των Ελλήνων ενώπιον του νόμου και κατά συνέπεια τέθηκε το ζήτημα, εάν συντρέχει περίπτωση άρνησης εφαρμογής των γενομένων με τις πιο πάνω Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις διακρίσεων, ως αντισυνταγματικών. Κατά το άρθρο 131 παρ.1 του Ν. 419/1976 "Περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" (ΦΕΚ Α 221) που ίσχυσε μέχρι τις 24 Μαρτίου 1998, οπότε αντικαταστάθηκε από το Ν 2594/1998 "Κώδικας περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" (ΦΕΚ Α 62), ως αποδοχές όλων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός με όλα τα επιδόματα και τις προσαυξήσεις που χορηγούν οι κείμενες διατάξεις. Κατά την παρ. 10 του ίδιου άρθρου παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, για την αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) σε συνάλλαγμα, πλέον των προβλεπόμενων στην παρ.1 αποδοχών, ανάλογα με τον κλάδο, το βαθμό, τα οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου όπου υπηρετεί ο υπάλληλος, ειδικότερα δε για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του ΥΠΕΞ, ανάλογα με τις συνθήκες στέγασης που επικρατούν στη χώρα όπου υπηρετούν. Τέλος κατά την παρ. 11 του ίδιου άρθρου, το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό, με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν πρότασης των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, για όλους δε τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας με την ίδια Πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίστηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Στην Πράξη αυτή μπορεί να ορίζεται ότι το επίδομα αυτό καταβάλλεται και αναδρομικά. Του εν λόγω επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής δικαιούνται, κατά το άρθρο 68 παρ. 4 του άνω Ν. 419/1976, και οι ιδιαίτεροι γραμματείς και μεταφραστές της εξωτερικής υπηρεσίας που προσλαμβάνονται επιτοπίως με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, κατ' εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 68 που προβλέπει την πλήρωση θέσεων ιδιαιτέρων γραμματέων και μεταφραστών σε Αρχές της Εξωτερικής Υπηρεσίας του Υπουργείου των Εξωτερικών, με συμβάσεις πρόσληψης, που καταρτίζονται μεταξύ αυτών και του Προϊσταμένου της Αρχής, στην οποία προσλαμβάνονται. Επακολούθησε η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 25 του 1884/1990 (ΦΕΚ Α 8`), με την οποία ορίσθηκε ότι εφεξής η αύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής θα πραγματοποιείται με κανονιστικές αποφάσεις που προβλέπονται από την παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν. 1256/1982 και την παρ. 8 του άρθρου 3 του Ν. 1288/1982. Εξάλλου, κατά το άρθρο 132 του Ν. 419/76, οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οίκησης σε βάρος του δημοσίου, ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του δημοσίου οίκημα για τη στέγαση των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, οπότε στην περίπτωση αυτή θα εκπίπτεται το 1/3 του καταβαλλομένου στους υπαλλήλους αυτούς επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής. Στη συνέχεια με την με αριθ. Φ 083 - 58/11.3.1988 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177 Β/31.3.1988), που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.1 του Ν. 1256/1982 και 3 παρ. 8 του Ν.1288/1982 και ίσχυσε αναδρομικά από 1.1.1988 κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1884/1990, καθορίστηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και εμμίσθων προξενικών αρχών [για την Πολωνία σε 3.300 δολάρια ΗΠΑ κατά μήνα, ποσό που μεταγενέστερα αυξήθηκε με μεταγενέστερες Κ.Υ.Α.], ως και τα ποσοστά επί του επιδόματος αυτού που λαμβάνουν όλοι οι εξομοιούμενοι σε βαθμό υπάλληλοι άλλων κατηγοριών και ειδικοτήτων. Με την παρ. Γ' της παραπάνω ΚΥΑ ορίσθηκε ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά 10% κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις. Εξάλλου με τις παρ. Ε' και ΣΤ' της παραπάνω Κοινής Υπουργικής Απόφασης ορίσθηκε ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Ν. 1505/84 (παρ. Ε') και ότι το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του επί συμβάσει εν γένει προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουργείου των Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν ειδικά γι` αυτό λόγοι (παρ. ΣΤ'). Ακολούθως, με τη με αριθ. ΣΤ1/Μ/Φ083-13 ΑΣ 2900/5.4.1993 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ Β 730) ορίσθηκε ότι αυξάνεται από 1.7.1993 το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής των μόνιμων υπαλλήλων του Διοικητικού κλάδου Γενικών Καθηκόντων, του κλάδου Τεχνικών Επικοινωνιών, του κλάδου Διοικητικών Γραμματέων και του κλάδου Βοηθητικού Προσωπικού που αποσπώνται σε αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 132 παρ. 2 του Ν. 419/1976 σε ποσοστό 10% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβεως, προς αντιμετώπιση δαπανών στέγασης αυτών. Με τη με αριθ. 2001800/185/0022/17.3.1993 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ Β 153) τροποποιήθηκε η παραπάνω παρ. Ε' της ως άνω με αριθ. Φ 083-58/1988 Κοινής Υπουργικής Απόφασης και ορίσθηκε ότι σε όλους τους μόνιμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1.1.1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας μέχρι 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών ή 24 ετών εφόσον αποδεδειγμένα φοιτούν σε Ανώτερα ή Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Ν. 1505/1984. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι τα προβλεπόμενα στις παραπάνω Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις ποσοστά αύξησης για δαπάνες στέγασης και οικογενειακά βάρη (τέκνα) δεν αποτελούν ξεχωριστά επιδόματα, αλλά προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, το οποίο κατά νόμο (άρθ. 68 παρ. 4 και 69 παρ.1 του Ν. 419/1976) καταβάλλεται και στο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλληλικό και βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, που προσλαμβάνεται επιτοπίως, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν την καταβολή του. Οι εκδιδόμενες κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ. 11 του Ν. 419/1976 [σε συνδυασμό προς το άρθρο 25 παρ.2 του Ν. 1884/1990] Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και το διαγραφόμενο στις οικείες εξουσιοδοτικές διατάξεις πλαίσιο δεν είναι δυνατόν να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση των υπαλλήλων σε μονίμους που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε συμβασιούχους υπηρετούντες με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, και να αυξάνουν το επίδομα μόνο στους πρώτους αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους. Επομένως, οι αποφάσεις που στηρίζονται αποκλειστικά στην παραπάνω διάκριση και αυξάνουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων βρίσκονται έξω από τα όρια της νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρ. 43 παρ. 2 του Συντάγματος) και κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση αυτή τους υπαλλήλους με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου είναι ανίσχυρες. Τοιαύτη περίπτωση συντρέχει με την εν λόγω ρύθμιση της παρ. Ε' της ως άνω με αριθ. Φ 083-58/1988 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εξωτερικών και Οικονομικών, όπως αυτή τροποποιήθηκε στη συνέχεια με την με αριθ. 2001800/185/0022/17.3.1993 όμοια Κοινή Υπουργική Απόφαση, αφού αυτή προβλέπει υπό τις εκεί προϋποθέσεις προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω οικογενειακών βαρών (τέκνων) μόνο για τους μόνιμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου των Εξωτερικών, που υπηρετούν σε Αρχές του Εξωτερικού (πρεσβείες, προξενεία κλπ), αποκλείοντας έτσι τους υπηρετούντες υπαλλήλους με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Αντιθέτως η με αριθ. ΣΤ1/Μ/Φ 083-13 ΑΣ 2900/5.4.1993 Κοινή Υπουργική Απόφαση που προβλέπει προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για την αντιμετώπιση δαπανών στέγασης, δεν αυξάνει το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για όλους τους μονίμους υπαλλήλους που υπηρετούν σε Αρχές του Εξωτερικό, για τους οποίους δεν μισθώνεται με έξοδα του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο για τους μονίμους υπαλλήλους που αποσπώνται σε Αρχή του Εξωτερικού. Επομένως, ανεξάρτητα από το αν η ρύθμιση αυτή καλύπτεται από τις διατάξεις για την απόσπαση ή είναι στο σύνολό της εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 131 παρ. 11 του Ν. 419/1976, που δεν παρέχει δυνατότητα τροποποίησης της αντίθετης διάταξης του άρθρου 132 παρ. 2 του νόμου αυτού, θέμα ανίσχυρου της εν λόγω ρύθμισης δεν μπορεί να τεθεί για τους υπαλλήλους με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου που δεν αποσπάσθηκαν σε Αρχή του εξωτερικού, αλλά προσελήφθησαν επιτοπίως από τον προϊστάμενο της Αρχής όπου υπηρετούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ. 2 του Ν. 419/1976. Εξ άλλου, ο περιορισμός της χορήγησης της κατά ποσοστό 10% ως άνω αύξησης του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω στέγασης, μόνο για τους μόνιμους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα, ρύθμιση στην οποία προέβη η εν λόγω με αριθ. ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ.2900/5.4.1993 κοινή υπουργική απόφαση, δεν αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας (άρθ. 4 παρ.1 του Συντάγματος), εφόσον δικαιολογείται λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι που τελούν σε απόσπαση σε σχέση με άλλους υπαλλήλους, οι οποίοι μετατέθηκαν ή προσλήφθηκαν και υπηρετούν στο εξωτερικό με άλλου είδους (πλην απόσπασης) υπηρεσιακή σχέση. Και τούτο διότι η απόσπαση του υπαλλήλου στο εξωτερικό γίνεται για την εξυπηρέτηση ειδικής υπηρεσιακής ανάγκης και για βραχύ χρονικό διάστημα τριών έως έξι το πολύ μηνών (άρθρ. 107 του Ν. 419/1979), με αποτέλεσμα ο υπάλληλος αυτός να αντιμετωπίζει αναγκαίως άμεσες και αυξημένες δαπάνες στέγασης σε σχέση με τον υπηρετούντα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην αλλοδαπή, κατόπιν πρόσληψης ή μετάθεσης ή με οποιοδήποτε άλλο, πλην απόσπασης, νόμιμο τρόπο, ο οποίος έχει εξαρχής ρυθμίσει τις δαπάνες του για στέγαση στα πλαίσια του χορηγούμενου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής. Οι αυξημένες δε αυτές δαπάνες για στέγαση του αποσπώμενου υπαλλήλου δικαιολογούν την, κατά 10%, επαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του αποσπασμένου υπαλλήλου και τη διαφοροποίησή του από τους, κατ` άλλο τρόπο, υπηρετούντες στο εξωτερικό συναδέλφους του, οι οποίοι δεν δικαιούνται της επαύξησης αυτής, την οποία η κοινή υπουργική απόφαση ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ/2900/93 χορήγησε μόνο στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, που αποσπώνται σε Αρχές του εξωτερικού και όχι στους εκεί υπηρετούντες κατόπιν πρόσληψης ή μετάθεσης ή άλλο παρόμοιο νόμιμο τρόπο (ΑΕΔ 14/2005).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 22 Δεκεμβρίου 1998 αγωγή, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στις 23.12.1992 με έγγραφη σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και του Πρέσβη της Ελλάδας στην Πολωνία κατά το άρθρο 68 του Ν. 419/1976, προκειμένου ν' απασχοληθεί ως ιδιαίτερη γραμματέας στην Ελληνική Πρεσβεία της Βαρσοβίας στην Πολωνία, όπου έκτοτε υπηρετεί. Ότι είναι μητέρα ενός ανήλικου τέκνου, που γεννήθηκε στις 10.10.1984 από το γάμο της, ο οποίος λύθηκε το έτος 1996 με συναινετικό διαζύγιο, και του οποίου έχει τη γονική μέριμνα. Ότι αυτή λάμβανε μεν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, πλην όμως το τελευταίο δεν της κατέβαλλε επί πλέον τις προσαυξήσεις λόγω τέκνου και δαπανών στέγασης, με τον ισχυρισμό ότι αυτές προβλέπονται μόνο για το μόνιμο προσωπικό που υπηρετεί σε Αρχές του Εξωτερικού. Με βάση τα παραπάνω, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει τα αναγραφόμενα στην αγωγή επί μέρους ποσά που αντιστοιχούν στις προσαυξήσεις επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω οικογενειακών βαρών (προσαύξηση λόγω τέκνου) και λόγω δαπανών στέγασης, για το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 έως 31.12.1998 με βάση (μεταξύ άλλων) τις περί τούτου διατάξεις του νόμου [άρθ. 131 παρ. 10 και 11 του Ν. 419/1976 (που ίσχυσε μέχρι 23.3.1998) και 135 του Ν. 2594/1998 (που ίσχυσε από 24.3.1998) σε συνδυασμό με τις κατά καιρούς εκδοθείσες Κ.Υ.Α.], αλλά και με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη για το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 έως 23.3.1998, οπότε ίσχυε ο Ν. 419/1976, με το ειδικότερο σκεπτικό ότι με τις προαναφερθείσες Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, που εκδόθηκαν υπό την ισχύ του νόμου αυτού και κατ' εξουσιοδότηση των παρ. 10 και 11 του άρθρου 131 του νόμου αυτού, οι ως άνω προσαυξήσεις χορηγήθηκαν μόνο στους μόνιμους υπαλλήλους του Υπουργείου των Εξωτερικών, χωρίς η διαφοροποίηση αυτή ν' αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας, καθότι η κατηγορία των μόνιμων υπαλλήλων με σχέση δημοσίου δικαίου είναι διαφορετική εκείνης των υπαλλήλων με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, όπως η εκκαλούσα - ενάγουσα, ενόψει των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελεί καθεμία από τις κατηγορίες αυτές και του διαφορετικού νομικού καθεστώτος που διέπει την πρόσληψη, την αμοιβή, την υπηρεσιακή εξέλιξη, τη μονιμότητα ή μη, την κοινωνική ασφάλιση και τη λήξη της υπηρεσιακής σχέσης και, συνεπώς, δικαιολογεί την διαφορετική μεταχείριση από το νομοθέτη ή τον εργοδότη των μισθωτών αυτών, όσον αφορά την αμοιβή τους και ειδικότερα την υπέρ του μόνιμου προσωπικού ως άνω μισθολογική παρέκκλιση. Στη συνέχεια απέρριψε ως αβάσιμους κατά το μέρος αυτό τους περί του αντιθέτου λόγους της από 26.6.2000 έφεσης της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, ενώ κατά μερική παραδοχή της έφεσης αυτής εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και, κρατώντας την υπόθεση, δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη στο σύνολό της την από 22.12.1998 αγωγή κατά το μέρος που αφορούσε το χρονικό διάστημα από 24.3.1998 έως 31.12.1998, οπότε ίσχυε ο νέος Ν. 2594/1998.

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2020

ΠολΠρωτΑθ 643/20 : ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ - ΑΓΩΓΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ - ΠΑΡΑΔΕΚΤΟ. Προσβολή της προσωπικότητας, που συντελείται στο διαδίκτυο, μέσω ηλεκτρονικών ιστοσελίδων ή άλλων διαδικτυακών ιστοτόπων - Ευθύνη ιδιοκτήτη διαδικτυακού ιστοτόπου - Παραδεκτό αγωγής αποζημίωσης



























ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 643/2020

 

Πρόεδρος: Τ. Μπέκα, Πρόεδρος Πρωτοδικών

Εισηγήτρια: Μ. Σχορετσανίτη, Πρωτοδίκης


[...] Κατά το άρθρο μόνο παρ. 1 Ν. 1178/1981, ο ιδιοκτήτης παντός εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, οι οποίες υπαίτια προξενήθηκαν με δημοσίευμα, που θίγει την τιμή ή την υπόληψη παντός ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια, συντρέχει στο συντάκτη του δημοσιεύματος ή, αν αυτός είναι άγνωστος, στον εκδότη ή τον διευθυντή σύνταξης του εντύπου.

Κατά την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 4 § 13 Ν 2328/1995 (ΦΕΚ τ. Α΄ 159) και αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 37 § 2 Ν 4356/2015 (ΦΕΚ τ. Α΄ 181/24.12.2015), με έναρξη ισχύος από τη δημοσίευσή της την 24.12.2015 (ΦΕΚ τ. Α΄ 181/24.12.2015), ο αδικηθείς, πριν ασκήσει αγωγή για την προσβολή, που υπέστη, υποχρεούται να καλέσει με έγγραφη, εξώδικη πρόσκλησή του τον ιδιοκτήτη του εντύπου ή, όταν αυτός είναι άγνωστος, τον εκδότη ή το διευθυντή σύνταξής του, να αποκαταστήσει την προσβολή με την καταχώριση σε αυτό κειμένου, που του υποδεικνύει.

Στο κείμενο αυτό προσδιορίζονται και οι λέξεις ή φράσεις, που θεωρήθηκαν προσβλητικές, και πρέπει να ανακληθούν και οι λόγοι, για τους οποίους η συγκεκριμένη αναφορά υπήρξε προσβλητική. Η αποκατάσταση θεωρείται ότι επήλθε αν ο ιδιοκτήτης του εντύπου, άλλως ο εκδότης ή ο διευθυντής σύνταξης αυτού, εντός διαστήματος δέκα (10) ημερών ή, σε κάθε περίπτωση, στο αμέσως επόμενο τεύχος :

α) ανακαλέσει ρητά την προσβολή με την παραπάνω δημοσίευση, που γίνεται στην ίδια ή, αν δεν υπάρχει αυτή, σε ανάλογη θέση και φύλλο της αντίστοιχης ημέρας κυκλοφορίας της εφημερίδας, που είχε καταχωριστεί η αρχή του επιλήψιμου δημοσιεύματος, και σε έκταση και μέγεθος ανάλογο με το τελευταίο· και

β) κοινοποιήσει στον αδικηθέντα το ως άνω δημοσίευμα αποκατάστασης. Η παρέλευση άπρακτου διαστήματος δέκα (10) ημερών ή η μη δημοσίευση στο αμέσως επόμενο τεύχος θεωρείται άρνηση εκ μέρους του ιδιοκτήτη ή εκδότη του εντύπου. Η παράλειψη της παραπάνω διαδικασίας έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης. Η αγωγή αποζημίωσης της παραγράφου 2 πρέπει να ασκηθεί εντός έξι (6) μηνών από την πάροδο της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών ή της ρητής αρνητικής απάντησης, εφόσον αυτή έχει δοθεί νωρίτερα, ή από την έκδοση του αμέσως επόμενου τεύχους.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις εφαρμόζονται ανάλογα και επί προσβολών της προσωπικότητας, οι οποίες συντελούνται στο διαδίκτυο (internet), μέσω ηλεκτρονικών ιστοσελίδων ή άλλων διαδικτυακών ιστοτόπων (όπως το «YouTube», που πραγματοποιεί διανομή οπτικοακουστικού υλικού – βίντεο, με τη μέθοδο «streaming»), που λειτουργούν ως διεθνές μέσο διακίνησης πληροφοριών, εν όψει του ότι για τις προσβολές αυτές δεν υπάρχει ιδιαίτερο θεσμικό πλαίσιο και η αντιμετώπισή τους δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με την αναλογική εφαρμογή της ήδη υπάρχουσας νομοθεσίας για τις προσβολές της προσωπικότητας μέσω του έντυπου (εφημερίδες, περιοδικά) ή του ηλεκτρονικού (τηλεόραση, ραδιόφωνο) τύπου, αφού και η διαδικτυακή πληροφόρηση δεν διαφέρει ως προς τα ουσιώδη στοιχεία της από εκείνη, που παρέχεται από τον ηλεκτρονικό τύπο, ιδίως δε ως προς τα ιδιαίτερα εκείνα χαρακτηριστικά της, που οδήγησαν το Νομοθέτη στην καθιέρωση ειδικής διαδικασίας για την εκδίκαση των διαφορών, που ανακύπτουν από τη λειτουργία τους, ήτοι την εμβέλεια δράσης τους, που μάλιστα στο διαδίκτυο είναι παγκόσμια, και συνακόλουθα του αριθμού των αποδεκτών όσων δια αυτού διαδίδονται, που μεγεθύνει την προβολή εκείνου, που θίγεται από τη διάδοση συκοφαντικών, δυσφημιστικών ή εξυβριστικών ισχυρισμών (πρβλ. ΕφΑθ 3071/2014, ΕφΔωδ 220/2013, ΕφΔωδ 36/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 680/2009 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑθ 8962/2006, ΠΠΑ 1101/2018, ΠΠΑ 2718/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εάν λάβει χώρα η αποκατάσταση της προσβολής, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν μπορεί να υπάρξει αστική αξίωση κατά την παράγραφο 2.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, ο ενάγων ισχυρίζεται: ότι είναι οδοντίατρος, αλλά και επαγγελματίας τενόρος μεσαιωνικής μουσικής, ψάλτης στο ελληνικό ορθόδοξο μέλος και διευθύνων το καλλιτεχνικό σύνολο «…», το οποίο συμμετέχει σε διεθνή φεστιβάλ και εν γένει πολιτιστικά δρώμενα· ότι οι εναγόμενοι, οι οποίοι είναι ψάλτες και τυγχάνουν μέλη της αναφερόμενης στην αγωγή χορωδίας, έχουν συστήσει ένα διαδικτυακό κανάλι στον ιστότοπο «YouTube», με την ονομασία «…», στο οποίο αναρτούν, με το πρόσχημα της σάτιρας, διάφορα «χιουμοριστικά» βίντεο, με τα οποία χλευάζουν, ειρωνεύονται και δυσφημίζουν καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο ενάγων· ότι την ... 2014 οι εναγόμενοι ανήρτησαν στο εν λόγω διαδικτυακό κανάλι τους ένα βίντεο, υπό τον τίτλο «… (by …)». με αποσπάσματα από συναυλία του καλλιτεχνικού συνόλου «…», τα οποία (αποσπάσματα) ήταν παραποιημένα, παρουσιάζονταν με εμβόλιμους ειρωνικούς υπότιτλους, τα δε χορωδιακά μέρη τους επικαλύπτονταν από διάφορους κακόφωνους λαρυγγισμούς, με σκοπό να γελοιοποιήσουν την ψαλτική τέχνη του ενάγοντος, να τον ειρωνευτούν και να τον χλευάσουν, προσβάλλοντας την προσωπικότητά του, εξυβρίζοντας και δυσφημίζοντας το πρόσωπό του, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής· ότι, παρά την προφορική όχληση του ενάγοντος την ...2017, κατόπιν της οποίας το επίμαχο βίντεο καθαιρέθηκε από το διαδικτυακό κανάλι την ...2017, οι εναγόμενοι ακολούθως ανήρτησαν εκ νέου αυτό, το οποίο εξακολουθεί να βρίσκεται αναρτημένο στο κανάλι των εναγόμενων στο « YouTube». Με βάση τα ανωτέρω, ο ενάγων αιτείται, κατόπιν μετατροπής του χρηματικού αιτήματος της αγωγής του από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, η οποία (δήλωση) περιέχεται στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης (άρθρα 591 § 1 εδ. α΄, 223, 294 εδ. α΄ 295 § 1 εδ. β’ και 297 ΚΠολΔ), και με τις κατατεθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου προτάσεις του:

1. να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των € 29.956,00, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη από την παραποιημένη ανάρτηση στο διαδίκτυο του επίδικου αποσπάσματος και την προσβολή της προσωπικότητάς του, εξαιτίας της συκοφαντικής και εξυβριστικής συμπεριφοράς των εναγομένων, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, επιφυλασσόμενος να αξιώσει το επιπλέον ποσό των € 44,00 κατά την παράστασή του ως πολιτικός ενάγων σε ποινική δίκη·

2. να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καθαιρέσουν το επίδικο βίντεο από το διαδίκτυο και να μην το αναρτήσουν στο μέλλον ξανά, είτε στον ίδιο είτε σε οποιονδήποτε άλλο ιστότοπο·

3. να διαταχθεί δημοσίευση περίληψης της απόφασης στην εκκλησιαστική εφημερίδα «...» και σε μία ημερήσια, εφημερίδα πανελλαδικής κυκλοφορίας, με δαπάνη των εναγομένων·

4. να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αναρτήσουν βίντεο στο διαδικτυακό τους κανάλι, «…», στο οποίο θα προβαίνουν στην ανάγνωση περίληψης της απόφασης. Τέλος, αιτείται να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή των εν γένει δικαστικών του εξόδων.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ’ ύλη και κατά τόπον αρμόδιο για την εκδίκασή της (άρθρα 7, 9, 10, 14, 18 22, 35 και 41 ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 591, 614 αρ. 7 ΚΠολΔ, πλην όμως, τυγχάνει απαράδεκτη και ως τέτοια απορριπτέα, διότι, μολονότι αφορά αγωγή προσβολής της προσωπικότητας, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, συντελέστηκε στο διαδίκτυο (internet), μέσω του διαδικτυακού ιστοτόπου, «YouTube», και ως εκ τούτου εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του άρθρου μόνου Ν. 1178/1981, δεν προσκομίζεται από τον τελευταίο (ενάγοντα) η προβλεπόμενη από την παράγραφο 5 του εν λόγω άρθρου έγγραφη, εξώδικη πρόσκλησή του προς τους εναγομένους, ιδιοκτήτες του ιστοτόπου, προκειμένου να αποκαταστήσουν την προσβολή, με την καταχώριση στην ιστοσελίδα ανακλητικής δήλωσης.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και δοθέντος ότι η ένδικη αγωγή κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 13.07.2018, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος (25.12.2015) της νέας διάταξης της παραγράφου 5 άρθρου μόνου Ν 1178/1981, πρέπει το Δικαστήριο, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στην ως άνω μείζονα σκέψη, να απορρίψει την αγωγή αυτή και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, ενώ τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων πρέπει να επιβληθούν, κατόπιν αιτήματός τους, σε βάρος του ενάγοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

 

[Απορρίπτει την αγωγή.]

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020

“Η έννοια της πώλησης και αγοράς γεννητικού υλικού στον Ν. 3305/2005” [Ευάγγελος Ζαμπίτης Δικηγόρος Θεσσαλονίκης, ΜΔΕ Ποινικού, Mέλος ΕΕΠ ]



     1.   Βιοϊατρική και βιοτεχνολογία είναι δύο από τις επιστήμες με την πλέον αλματώδη εξέλιξη τις τελευταίες δεκαετίες. Παράλληλα με αυτές αναπτύσσεται και εξελίσσεται ένας αείροος διάλογος και προβληματισμός σε φιλοσοφικό, ηθικοκοινωνικό, αναπόδραστα δε και σε νομικό επίπεδο, σε σχέση ιδίως με τις αρχές, τους κανόνες και τα όρια εφαρμογής των ιατρικών μεθόδων, με κυρίαρχη αποβλεπτικότητα τον ωφελιμισμό του ανθρώπου, πάντοτε δε και συγχρόνως με τον απόλυτο σεβασμό της αξιοπρέπειάς του. Η αύξηση του όγκου εργασιών των ιδιωτικών ιδίως κλινικών, που προσφέρουν υπηρεσίες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, των Μονάδων Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής (και εφεξής ΜΙΥΑ), ενόψει και του σημαντικού εισαγομένου ιατρικού τουρισμού, έχει ως συνέπεια την ανάγκη για μεγαλύτερη εποπτεία και έλεγχο των ΜΙΥΑ. Τα βασικά νομοθετήματα που ρυθμίζουν τα σχετικά ζητήματα είναι δύο: (α) ο Ν. 3984/2011, που αφορά στη δωρεά και μεταμόσχευση οργάνων με τον φερώνυμο τίτλο και (β) ο Ν. 3305/2005, φέρων τον τίτλο “Εφαρμογή της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής”. Η επί του δαιδαλώδους νομικού πλαισίου νομολογία, και για τις κρίσιμες ακόμη υποστάσεις, είναι έως σήμερα πενιχρή [1]. Οι παρακάτω σκέψεις, για κάποιες από τις ποινικές διατάξεις του Ν. 3305/2005, φιλοδοξούν να αποτελέσουν την απαρχή ενός χρήσιμου επιστημονικού διαλόγου για τις αναφυόμενες υποθέσεις και τους οικείους ελέγχους, με ελπίδα την αποφυγή της –όχι αδικαιολόγητης και αναμενόμενης κάποτε– εσφαλμένης ερμηνείας του ανεπεξέργαστου ακόμη νομικού περιβάλλοντος, το βάρος του οποίου έχει επωμιστεί η Εθνική Αρχή Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής [εφεξής ΕΑΙΥΑ]. Επιχειρείται συγκεκριμένα η ερμηνεία της “πώλησης” και “αγοράς” γεννητικού υλικού [26 παρ. 2 εδ. α’ (σε συνδυασμό με το άρ. 8) του Ν. 3305/2005], που ορολογικά και μόνον θυμίζει την περί ναρκωτικών νομοθεσία (Ν. 4139/2013).

2. Σύμφωνα με το άρ. 26 παρ. 2 εδ. α’ του Ν. 3305/2005, “Όποιος κατά παράβαση του άρθρου 8 πωλεί ή αγοράζει ή προσφέρει προς πώληση ή αγορά γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια ή υλικό προερχόμενο από γονιμοποιημένα ωάρια ή μεσολαβεί στην πώληση ή αγορά των ανωτέρω ή αποκρύπτει ή παραποιεί στοιχεία του ιατρικού φακέλου με σκοπό την πώληση γεννητικού υλικού ή γονιμοποιημένων ωαρίων, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών.”. Για τη θεμελίωση των υποστάσεων αυτών απαιτείται η προηγούμενη κατάγνωση της παραβάσεως του άρ. 8 του Ν. 3305/2005, το οποίο, επομένως, ως προϋπόθεσή τους, προσδιορίζει το πεδίον εφαρμογής του άρ. 26 παρ. 2. Η τυχόν εσφαλμένη ερμηνεία της διατάξεως του άρ. 8 θα συνιστούσε και εσφαλμένη ερμηνεία (και) της αμιγώς ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρ. 26 παρ. 2 εδ. α’ [2].
Oι κρίσιμες διατάξεις του άρ. 8, υπό τον τίτλο “διάθεση γαμετών και γονιμοποιημένων ωαρίων”, είναι μόνον οι παράγραφοι 1 και 5, όπου ορίζεται η έννοια του οικονομικού ανταλλάγματος και οι σχετικές με αυτό απαγορεύσεις. Στη μεν παρ. 1 ορίζεται ότι: “απαγορεύεται η διάθεση γαμετών και γονιμοποιημένων ωαρίων με οποιοδήποτε αντάλλαγμα προς τον δότη”, [β] στη δε παρ. 5 ορίζεται με σαφήνεια τι δεν συνιστά αντάλλαγμα και δη: “Δεν συνιστά αντάλλαγμα η καταβολή των δαπανών που είναι απαραίτητες για τη λήψη και την Κρυοσυντήρηση των γαμετών. Στις παραπάνω δαπάνες περιλαμβάνονται …”.

3. Ορισμός της “πώλησης” γεννητικού υλικού απαντάται στην εισηγητική έκθεση του Ν. 3089/2002, με ρητή μνεία στο πρόσωπο του “δότη”, συνιστάμενη στην παραχώρηση γεννητικού υλικού από τον δότη με οικονομικό αντάλλαγμα [3]. Πρόκειται για όρο αντίστοιχο του Αστικού Κώδικα, στο άρ. 513 [4], που απαντάται και σε σκεπτικά (παλαιότερων ιδίως) ποινικών αποφάσεων για πώληση και αγορά ναρκωτικών. Το πρώτο στοιχείο – συστατικό της πώλησης είναι το πράγμα, εν προκειμένω το γεννητικό υλικό και το δεύτερο το τίμημα, εν προκειμένω το “οποιοδήποτε αντάλλαγμα”. Επομένως, ο δότης και ουδέποτε η ΜΙΥΑ (οι υπεύθυνοι αυτής ) μπορεί να είναι το μόνο υποκείμενο τέλεσης του αδικήματος, ο πωλητής δηλαδή του γεννητικού υλικού σε σχέση με το οποίο γίνονται δεκτά (και) τα ακόλουθα [5]: (i) ότι “… το γεννητικό υλικό που έχει απομονωθεί εργαστηριακά συγκεντρώνει τα στοιχεία του πράγματος κατά το Εμπράγματο δίκαιο ...” και (ii) ότι “… θεωρείται μάλλον αυτονόητο, ότι ένα προϊόν του σώματος ή ένας ιστός, που μετά τον αποχωρισμό εντάσσονται στην κατηγορία του πράγματος, ανήκουν αρχικά στην κυριότητα του προσώπου από το οποίο προέρχονται, το οποίο στη συνέχεια μπορεί να τα διαθέσει. ...”.
4. Στις συνδυασμένες διατάξεις των άρ. 26 παρ. 2 και άρ. 8 παρ. 1 και 5, διατυπώνεται η πάγια αρχή που διατρέχει το Ν. 3089/2002 και την ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή εν γένει, περί νόμιμης – μη αξιόποινης διάθεσης γαμετών και γονιμοποιημένων ωαρίων, όταν αυτή γίνεται χωρίς αντάλλαγμα προς το δότη (και αποκλειστικώς προς αυτόν), με δωρεά του, καθώς η έννοια του ανταλλάγματος [εξαιρουμένων βεβαίως των δαπανών που στο άρ. 8 παρ. 5 περιοριστικώς αναφέρονται] είναι κατά νόμο συνυφασμένη αποκλειστικώς και μόνον με τον τελευταίο. Σταθερή στόχευση εξάλλου του νομοθέτη ήταν ανέκαθεν η μη λήψη ανταλλάγματος από αυτόν και μόνον.

    De lege lata, επομένως, πώληση και αγορά από ΜΙΥΑ, αξιόποινη για τους υπευθύνους της, δεν είναι νοητή. Καθώς όμως οι σύγχρονες κοινωνίες πρέπει παράλληλα να καλύψουν τις ανάγκες τους, προβλέπεται, υπό προϋποθέσεις και με ειδική άδεια από την Αρχή (άρ. 14), η διακίνηση γεννητικού υλικού μέσω ΜΙΥΑ και Τραπεζών Κρυοσυντήρησης, μόνον. Ως τελική οφειλόμενη παρατήρηση πρέπει να αναφερθεί και η αυστηρότητα των ποινικών διατάξεων του Ν. 3305/2005, κάποιες εκ των οποίων δεν ανταποκρίνονται, πλήρως, στις επιταγές της αρχής της αναλογικότητας ως προς το ύψος των απειλουμένων ποινών [6], ιδίως μετά το Ν. 4619/2019.
___________________________________________________________________________
1  Ίδετε την (μόνη ίσως δημοσιευμένη) απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης 10082/2018 [που αφορά σε Βλαστοκύτταρα – Ιδιωτική Τράπεζα Ομφαλοπλακουντιακού Αίματος (ΙΤΟπΑ) – Προσωπικά Δεδομένα – Δωρεά κλπ.], δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών “Ισοκράτης” (DSANET).
2  Ίδετε ενδεικτικώς ΑΠ 1533/2007,ΑΠ 1216/2014 και ΑΠ 605/2016.
3  Ίδετε σελ. 4 της Εισηγητικής Έκθεσης και σχόλια υπό το άρ. 1459 παρ. 1 ΑΚ..
4 “Με τη σύμβαση της πώλησης ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, που αποτελούν το αντικείμενο της πώλησης, και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε.”.
5  Ίδετε Φουντεδάκη Κατερίνα, Το πρόσωπο και το πράγμα στο αστικό Δίκαιο, ΧρΙΔ 2015, 561, με περαιτέρω παραπομπές (υποσ. 47) και σε ξενόγλωσση βιβλιογραφία.
6 Καϊάφα-Γκμπάντι Μ., Οι ποινικές διατάξεις του Ν 3305/2005: Συμβολικό ποινικό δίκαιο για τις καταχρήσεις της βιοϊατρικής στην ανθρώπινη αναπαραγωγή; σε: Δημοσιεύματα Ιατρικού Δικαίου και Βιοηθικής, τόμ. 2 «Ζητήματα βιοτεχνολογίας – Κλωνοποίηση», Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2006, σελ. 86 επ., Μηλαπίδου Μ., Παρατηρήσεις επί του νέου νόμου για την εφαρμογή της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, ΠοινΔικ 2005, 140, της ίδιας, Ο Ν 3305/2005 «Για την εφαρμογή των μεθόδων της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής»: ποινικές κυρώσεις, σε: Δημοσιεύματα Ιατρικού Δικαίου και Βιοηθικής, τόμ. 2 «Ζητήματα βιοτεχνολογίας - Κλωνοποίηση», Εκδόσεις Σάκκουλα, ΑθήναΘεσσαλονίκη, 2006, σελ. 96 επ., Η ίδια, Ο Ν. 4272/2014 και οι τροποποιήσεις που επιφέρει στο Ν. 3305/2005 για την ιατρικώς Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή, ΠοινΔνη 2014, 978.
Πηγή : 5ο τεύχος της περιοδικής έκδοσης της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων Nova Criminalia

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2020

"Η προθεσμία της έγκλησης και το «δίκαιο της ανάγκης»" (Κώστα Κοσμάτου, Επίκουρου Καθηγητή Νομικής Σχολής ΔΠΘ, Δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω)



Στις 28-5-2020 στη Βουλή κυρώθηκε -μεταξύ άλλων και- η από 13.4.2020 Π.Ν.Π. «Μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 και άλλες κατεπείγουσες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 84). Όπως είναι γνωστό, στο άρθρο 44 παρ. 1 του Συντάγματος, προβλέπεται ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει, μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου σε περιπτώσεις εξαιρετικώς επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης. Όπως είναι γνωστό, Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου υποβάλλονται στη Βουλή για κύρωση εντός 40 ημερών από την έκδοσή τους και πρέπει να κυρωθούν από τη Βουλή μέσα σε τρεις μήνες από την υποβολή τους.

Μεταξύ των διατάξεων που κυρώθηκαν με το Σχέδιο Νόμου περιλαμβάνεται και το τεσσαρακοστό έκτο άρθρο της ΠΝΠ της 13-4-2020 με το οποίο ορίζεται ότι «Η αναστολή των προθεσμιών που προβλέπεται στις κοινές αποφάσεις των υπουργών Εθνικής Άμυνας, Υγείας και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκαν κατόπιν εξουσιοδότησης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 55), όπως αυτή κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α’ 76), δεν καταλαμβάνει την προθεσμία δηλώσεων επιθυμίας προόδου εκκρεμών ποινικών διαδικασιών, που είχαν ανοίξει χωρίς την υποβολή εγκλήσεως, με αντικείμενο πράξεις που διώκονταν αυτεπαγγέλτως, για τη δίωξη των οποίων απαιτείται έγκληση».

Τι είναι όμως αυτή η ρύθμιση που εισάγεται στο πλαίσιο του «δικαίου της ανάγκης», που (πρέπει να) διέπει όλες τις ΠΝΠ; Ρυθμίζει πραγματικά περιπτώσεις εξαιρετικώς επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης;

Η διάταξη αυτή έρχεται ως «συνέχεια», αλλά και ως «ολοκλήρωση» ρύθμισης που εισήχθη ως τροποποίηση στον νέο Ποινικό Κώδικα, όπως θα φανεί στη συνέχεια. Ας δούμε τα γεγονότα με χρονική σειρά: