Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2016

ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ [2016 final - edition 2016]


    Το κείμενο του νόμου έχει αναρτηθεί στο Helleniclawyer.eu και έχει επεξεργαστεί απο τον Πέτρο Ντερέκη, Δικηγόρο Πατρών 


    Περιεχόμενα :

  • ΒΙΒΛΙΟ 1ο ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ 1-207 
  • ΒΙΒΛΙΟ 2ο ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΑ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ 208-494 
  • ΒΙΒΛΙΟ 3ο ΈΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΠΕΣ 495-590
  • ΒΙΒΛΙΟ 4ο ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ 591-681Δ 
  • ΒΙΒΛΙΟ 5ο ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ 682-738 
  • ΒΙΒΛΙΟ 6ο ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ 739-866 
  • ΒΙΒΛΙΟ 7ο ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ 867-903
  • ΒΙΒΛΙΟ 8ο ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ 904-1054 
  • Εισαγωγικός Νόμος Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας 1-76
  • Στο τέλος να δοθεί προσοχή στις μεταβατικές διατάξεις του νόμου 4336/2015.-

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

Μον. Πρ. Λαμίας 17/2016, Νέος ΚΠολΔ: Δεν επιφέρει ακυρότητα η μη αναγραφή ΑΦΜ, ΔΟΥ Διαδίκου και email Δικηγόρου


Σύμφωνα με την υπ. αριθμ. 17/2016 απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Λαμίας "η παράλειψη αναγραφής στο δικόγραφο της ανακοπής, των στοιχείων που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 118ΚΠολΔ (όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το ν. 4335/2015), ήτοι ΑΦΜ και Δ.Ο.Υ. ανακόπτοντος καθώς και διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του πληρεξούσιου δικηγόρου, δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, εφόσον στην ως άνω διάταξη, δεν ορίζεται καμία δικονομική συνέπεια σε περίπτωση μη αναγραφής των ανωτέρω στοιχείων, τα οποία δύνανται να συμπληρωθούν εκ των υστέρων, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού του καθ’ου. Επομένως, πρέπει η ανακοπή να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν."

Aριθμός Αποφάσεως 17/2016
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΜΙΑΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη δικαστή Θεοδώρα Θεοδοσιάδου, Πρόεδρο Πρωτοδικών που ορίσθηκε με κλήρωση, χωρίς Γραμματέα.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στη Λαμία, στις 14 Ιανουαρίου 2016, για να δικάσει την υπ’ αριθ., εκθέσεως καταθέσεως 27/Ασφ10/2016 ανακοπή με αντικείμενο διόρθωση έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΟΣ:……………………………………., κατοίκου Λιβανάτων Λοκρίδος Νομού Φθιώτιδος, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του ΝΠ, ο οποίος κατέθεσε έγγραφο σημείωμα.
ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: ………………………………………….. κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του ΚΜ, ο οποίος κατέθεσε έγγραφο σημείωμα.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υποθέσεως στο ακροατήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν προφορικώς τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1167 εδ. α ΑΚ η επικαρπία, εφόσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, αποσβήνεται με το θάνατο του επικαρπωτή. Με το θάνατο του επικαρπωτή, η επικαρπία επιστρέφει (υποστρέφει) αυτομάτως στην κυριότητα από την οποία είχε αποσπασθεί, δηλαδή ενώνεται με την ψιλή κυριότητα σε πλήρη κυριότητα. Όταν η απόσβεση της επικαρπίας με το θάνατο του επικαρπωτή λάβει χώρα στην περίπτωση εκκρεμότητας της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης με αφετηρία την κατάσχεση της ψιλής κυριότητας, εμφανίζεται το ζήτημα της επίδρασης της ανωτέρω υποστροφής της επικαρπίας επί της ήδη κατασχεμένης ψιλής κυριότητας. Σύμφωνα με μία άποψη, η υποστροφή της επικαρπίας δεν ασκεί καμία επίδραση επί της υφιστάμενης κατάσχεσης της ψιλής κυριότητας, με αφετηρία την αρχή ότι με την κατάσχεση, η οποία αποτελεί θεμελιώδη πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας αποχωρίζεται από την περιουσία του οφειλέτη και τίθεται υπό υλική και νομική δέσμευση ορισμένο δικαίωμα, το οποίο και μόνο άγεται σε πλειστηριασμό και μεταβιβάζεται στον υπερθεματιστή. Κατά την ορθότερη όμως άποψη, που και το παρόν Δικαστήριο υιοθετεί, η υφιστάμενη κατάσχεση της ψιλής κυριότητας μετά το θάνατο του επικαρπωτή, περιλαμβάνει πλέον την πλήρη κυριότητα (ως απόρροια της αρχής της ελαστικότητας, η οποία ενυπάρχει στο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας και προσδιορίζει αυτήν) και δεσμεύει όλες τις εξουσίες του κυρίου, μεταξύ των οποίων αναμφισβήτητα συγκαταλέγεται και η ελπίδα του ψιλού κυρίου να απορροφήσει τις εξουσίες και χρησιμότητες του πράγματος που αποτελούν το περιεχόμενο της επικαρπίας. Εξάλλου, υπέρ της αυτοδίκαιης επέκτασης της κατάσχεσης επί της επικαρπίας η οποία, μετά το θάνατο του επικαρπωτή, δεν έχει πλέον αυθυπαρξία, συνηγορεί και η διάταξη του άρθρου 992 παρ. 3 ΚΠολΔ, που επεκτείνει την κατάσχεση του ακινήτου επί των συστατικών του, καίτοι αυτά δεν μνημονεύθηκαν στην κατασχετήρια έκθεση του ακινήτου. Εφόσον η επέκταση αυτή λαμβάνει χώρα επί συστατικών, που έχουν φυσική αυτοτέλεια, κατά μείζονα λόγο τούτο πρέπει να συμβαίνει επί της επικαρπίας, που αποτελεί σάρκα της κυριότητας. Με την ανωτέρω επέκταση δεν ωφελούνται αδικαιολογήτως οι δανειστές ή ο υπερθεματιστής εις βάρος του οφειλέτη. Οι δανειστές προβαίνουν στην κατάσχεση της ψιλής κυριότητας και οι πλειοδότες, προτιθέμενοι να πλειοδοτήσουν κατά τον πλειστηριασμό, υπολογίζουν πρωτίστων επί της αποσβέσεως της επικαρπίας, από την οποία αποξενώθηκε ήδη με την κατάσχεση ο οφειλέτης, μη δυνάμενος να μεταβιβάσει αυτήν σε τρίτο ή να συστήσει νέα (αρθ. 997 ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια, ούτε καν για σύγκρουση εκατέρωθεν συμφερόντων είναι δυνατόν να γίνει λόγος (ΑΠ 1657/2001, ΕφΘεσ 418/2010, ΕφΑθ 9371/2001, Μπρίνιας: Αναγκ. Εκτελ. Παρ 498α.
O ανακόπτων, καθ’ ού η εκτέλεση, επικαλούμενος έννομο συμφέρον ζητά να διορθωθεί η υπ’ αριθμ. 1871/2.7.2014 αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου και η υπ’ αριθμ. 1925/2015 Β’ επαναληπτική περίληψη αυτής, που συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Λαμίας Δημήτριος Μαγγίπας, δυνάμει της οποίας εκτίθεται σε αναγκαστικό δημόσιο πλειστηριασμό, την 20.1.2016, το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας επί της αναφερόμενης σ’ αυτήν, ακίνητης περιουσίας του, με επίσπευση του καθ’ου η ανακοπή, επειδή, όπως ισχυρίζεται, η αξία του κατασχεθέντος είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που αναφέρεται στην ως άνω έκθεση, δεδομένου ότι, μετά την κατάσχεση του δικαιώματος της ψιλής κυριότητας που εκτίθεται σε πλειστηριασμό, έχει επέλθει υποστροφή της επικαρπίας λόγω θανάτου της επικαρπώτριας μητέρας του και ως εκ τούτου ο υπερθεματιστής θα αποκτήσει δικαιώματα πλήρους κυριότητας επί του εκπλειστηριασθέντος.

H ανακοπή, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (καθόσον η επιταγή προς εκτέλεση επιδόθηκε στον ανακόπτοντα πριν την 1.1.2016 και συγκεκριμένα επιδόθηκε την 27.5.2014, άρθρο 9 παρ.3 του ν.4335/2015) αρμοδίως καθ’ύλην και κατά τόπο φέρεται για να δικασθεί από το Δικαστήριο αυτό, με την προκείμενη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 954§4 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η παράλειψη αναγραφής στο δικόγραφο της ανακοπής, των στοιχείων που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 118ΚΠολΔ (όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το Ν.4335/2015), ήτοι ΑΦΜ και Δ.Ο.Υ. ανακόπτοντος καθώς και διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του πληρεξούσιου δικηγόρου, δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, εφόσον στην ως άνω διάταξη, δεν ορίζεται καμία δικονομική συνέπεια σε περίπτωση μη αναγραφής των ανωτέρω στοιχείων, τα οποία δύνανται να συμπληρωθούν εκ των υστέρων, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού του καθ’ου. Επομένως, πρέπει η ανακοπή να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Ημερίδα ΔΣ Πατρών για τον ΚΠολΔικ. (III) : Παρέμβαση με θέμα «Ο νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας» [Αθανάσιος Π.Πανταζόπουλος, ΔΝ - Πρωτοδίκης] (βλ. και video)



Α) Οι τροποποιήσεις στο συγκεντρωτικό σύστημα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με το Ν. 4334/2015

       Ο νομοθέτης με το Ν.4334/2015 επιφέρει σοβαρές τροποποιήσεις στο συγκεντρωτικό σύστημα, το οποίο είναι θεμελιώδους σημασίας για την πολιτική δίκη, καθώς οριοθετεί χρονικά τους ισχυρισμούς των διαδίκων και το συζητητικό σύστημα[1].  Η ευρεία δε επισκόπηση του συστήματος συγκέντρωσης ξεφεύγει από τα στενά όρια της παρούσας, ενώ έχει τύχει ευρείας ανάπτυξης στη θεωρία και πυκνής νομολογιακής εφαρμογής. Ας σημειωθεί τηλεγραφικά ότι πρόκειται για τα «μέσα επίθεσης και άμυνας» των διαδίκων, εξαιρούμενων εκείνων που ρυθμίζονται ειδικώς στο νόμο (π.χ. περιεχόμενο αγωγής – άρθρο 111§2 ΚΠολΔ, ισχυρισμοί άρθρου 263 κλπ). Σε συστηματική ενότητα με το καταργούμενο άρθρο 269 ΚΠολΔ, ο νομοθέτης προβλέπει στο άρθρο 527 ΚΠολΔ απαράδεκτο προβολής νέων ισχυρισμών πλην εκείνων που προτείνονται από τον κυρίως παρεμβαίνοντα, των οψιγενών μεταξύ πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας δίκης, ως και εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 269 ΚΠολΔ. Ενώπιον δε του Αρείου Πάγου, κατ’ άρθρο 562 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται η ισχυρισμών αποσβεστικών της απαιτήσεως, έστω και οψιγενών, αν δεν τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας, [2] καθώς ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να καθίσταται τρίτος βαθμός δικαιοδοσίας.[3] Τέλος, στην αναγκαστική εκτέλεση σε αντίθεση με το προγενέστερο δίκαιο,[4] καθιερώνεται σύστημα συγκέντρωσης των ισχυρισμών με το άρθρο 935 ΚΠολΔ, το οποίο καλύπτει όλες τις εξαιρέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ,[5] σύμφωνα με το οποίο γεγενημένοι λόγοι ανακοπής που μπορούσαν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής είναι απαράδεκτοι σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της εκτέλεσης. Καθιερώνεται δηλαδή με την εξαίρεση των οψιγενών ισχυρισμών μεταξύ πρώτης και δεύτερης δίκης περί την εκτέλεση αυστηρό συγκεντρωτικό σύστημα.[6]

Σύντομη συγκριτική επισκόπηση του συγκεντρωτικού συστήματος

            Στο αγγλοαμερικανικό δίκαιο το δικονομικό σύστημα κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση του συγκεντρωτικού συστήματος επίκλησης και εξέτασης των ισχυρισμών των διαδίκων σε μία συνεδρίαση δικαστηρίου, επιλέγοντας οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων και τα αποδεικτικά τους μέσα να προσκομίζονται στην προδικασία (pre trial stage) με χορήγηση αυξημένων εξουσιών στο δικαστή κρίνοντας όχι μόνο ζητήματα αρμοδιότητας, συνάφειας, αλλά και ισχυρισμών που πρέπει να ξεκαθαρίσουν και αποδείξεων που πρέπει να προσκομιστούν ή να διενεργηθούν, μέχρι η υπόθεση να είναι ώριμη για συζήτηση στο ακροατήριο.[7]
            Στο γερμανικό δίκαιο, το οποίο ενέπνευσε τους συντάκτες της ΚΠολΔ,[8] καθιερώνεται μεν συγκεντρωτικό σύστημα με σημείο αναφοράς την προφορική συζήτηση της υπόθεσης (§282 ΖΡΟ), πλην όμως με τη διάταξη της §296 παρ.2 ΖΡΟ συγχωρούνται εκπροθέσμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα μέσα επίθεσης και άμυνας και πριν την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης,[9] κατά την ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου εφόσον δεν οδηγούν σε παρέλκυση της δίκης και δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια του διαδίκου. Η διάταξη έχει κριθεί από το συνταγματικό δικαστήριο ως σύμφωνη με το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα ακρόασης, καθώς αποτρέπει την απόρριψη ισχυρισμών που ανυπαίτια δεν προβλήθηκαν από τον διάδικο στις ανωτέρω περιπτώσεις.[10]
            Στο αυστριακό δίκαιο [11] επιτρέπεται μεν η υποβολή πραγματικών ισχυρισμών και αποδεικτικών μέσων μέχρι την τελευταία συζήτηση, πλην όμως το δικαστήριο δύναται κατόπιν αίτησης ή και αυτεπάγγελτα να τους απορρίψει, εφόσον κρίνει ότι αυτά από βαριά αμέλεια δεν προσκομίστηκαν προηγουμένως και η επίκληση τους δεν προκαλεί σοβαρή επιβράδυνση της διαδικασίας.
             Τέλος, στο γαλλικό δίκαιο[12] δεν καθιερώνεται συγκεντρωτικό σύστημα στον πρώτο βαθμό,[13] παρά μόνο στην δευτεροβάθμια δίκη ως συνέπεια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος. Και στο χρονικό αυτό στάδιο όμως προβλέπονται εξαιρέσεις[14], μετά δε από πρόσφατη τροποποίηση της σχετικής διάταξης η τελευταία θεωρείται δημοσίας τάξης και ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.[15]

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

Ημερίδα ΔΣ Πατρών για τον ΚΠολΔικ. (II) : "Οι τροποποιήσεις του ΚΠολΔ (ν. 4335/2015)" [του Δημητρίου Κράνη, αεροπαγίτη] (βλ. και video)

     
Οι τροποποιήσεις του ΚΠολΔ (ν. 4335/2015)- Εισήγηση σε διημερίδα του Δικηγορικού Συλλόγου Πάτρας/12-13 Δεκεμβρίου 2015 

     ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ
     Ι. Βιβλίο πρώτο: Γενικές διατάξεις [άρθρ. 47, 79 (89, 91), 94§2, 115§§2&3, 128§1, 143§1] 
     ΙΙ. Βιβλίο δεύτερο: Διαδικασία στα πρωτοβάθμια δικαστήρια [άρθρ. 208 -214, 214 Α-Γ (233§§ 2-4), 215§2, 223, 228 (231, 237-238), 244, 260§2, 283§2, 287§1, 294§1, 302§1, 340§1, 393§1, 421-424,       
     ΙΙΙ. Βιβλίο τρίτο: Ένδικα μέσα [άρθρ. 496§3, 498§2, 518§2, 524§2, 527, 544 αριθ. 6, 560 αριθ. 5&6, 562§4, 565§1, 571, 581§2, 585].  
     ΙV. Βιβλίο τέταρτο: Ειδικές διαδικασίες [άρθρ. 591].
     V. Βιβλίο πέμπτο: Ασφαλιστικά μέτρα [άρθρ. 682§1, 686§§1,5&6, 689, 691§3, 691 Α, 693, 697, 724, 729§5, 734§5].

Ι. Βιβλίο πρώτο: Γενικές διατάξεις.

Άρθρ. 47: Δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που παραπέμπει την υπόθεση σε ανώτερο (κίνδυνος καταστρατήγησης ή υπερβολικής επιβάρυνσης του ανώτερου δικαστηρίου· κατά τα λοιπά η νέα ρύθμιση αντινομεί προς τις διατάξεις των άρθρ. 513§1(α) και 553§1(α), κατά τις οποίες εξακολουθεί να επιτρέπεται έφεση και αναίρεση κατά των αποφάσεων που παραπέμπουν την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο λόγω αναρμοδιότητας ).
‘Αρθρ. 79: Κύρια παρέμβαση μόνο στον πρώτο βαθμό (στόχος η επιτάχυνση της δίκης, αμφίβολο όμως αν εξυπηρετείται και η οικονομία ευρύτερα της δίκης, αφού αντί για κύρια παρέμβαση στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης θα ξεκινήσει νέα δίκη).
Άρθρ. 94§2: Παράσταση χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο στις μικροδιαφορές και προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου (υποθέσεις άρα ειρηνοδικείου που υπερβαίνουν το όριο των 5.000 ευρώ, οπότε και δεν είναι μικροδιαφορές, απαιτούν πλέον δικηγόρο, ενώ προηγουμένως δεν ήταν αναγκαίος για υποθέσεις αξίας μέχρι τις 12.000 ευρώ· εξ άλλου προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου στοχεύουν, κατά κανόνα, οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων και συνεπώς χωρίς δικηγόρο είναι δυνατή η παράσταση και στις υποθέσεις αυτές, στις οποίες γινόταν προηγουμένως ρητή αναφορά· συνακόλουθα ως περιττά καταργούνται τα άρθρ. 251 και 311 που αφορούν υποδείξεις του ειρηνοδίκη σε διάδικο που παρίσταται χωρίς δικηγόρο).
Άρθρ. 115§§2&3: Υποχρεωτική η προφορική συζήτηση στον πρώτο βαθμό και στην εκούσια δικαιοδοσία με την επιφύλαξη των άρθρ. 237 και 238 (δηλαδή αίρεται “εν μέρει” η υποχρεωτικότητα της προφορικής συζήτησης στην τακτική διαδικασία με την έννοια ότι δεν εξετάζονται, κατ’ αρχήν, μάρτυρες, αλλά η διαδικασία είναι κυρίως έγγραφη). Ωστόσο δεν μπορεί με μόνη την ως άνω επιφύλαξη να θεωρηθεί ότι καταργείται πλήρως η προφορικότητα της συζήτησης στην τακτική διαδικασία στον πρώτο βαθμό, ώστε να επιτρέπεται κατά το άρθρ. 242§2 ΚΠολΔ η παράσταση στο ακροατήριο με απλή δήλωση (στο δεύτερο βαθμό η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική κατά το άρθρ. 524§2  μόνο στην περίπτωση του άρθρ. 528). Η κατάθεση προτάσεων είναι γενικώς υποχρεωτική με εξαίρεση τις υποθέσεις μικροδιαφορών (στις οποίες όμως δεν ορίζεται ο χρόνος κατάθεσής τους· αναγκαία έτσι η συμπλήρωση στο άρθρ. 468§1 ότι κατατίθενται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο)
Άρθρ. 128§1: Οι επιδόσεις γίνονται σε ενήλικο σύνοικο, χωρίς άλλες  διακρίσεις.
Άρθρ. 143§1: Ο δικαστικός πληρεξούσιος είναι και αντίκλητος όχι μόνο μέχρι την επίδοση της οριστικής απόφασης, αλλά μέχρι και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (η διάταξη εγκυμονεί κινδύνους υφαρπαγής τελεσίδικων ή αμετάκλητων αποφάσεων).

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

Ημερίδα ΔΣ Πατρών για τον ΚΠολΔικ. (I) : "Οι Διαταγές και η Εκουσία Δικαιοδοσία στο νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (μετά το Ν. 4335/2015)" [του Κωνσταντίνου Ηρ. Ρήγα, Δ.Ν., Πρωτοδίκη και Εισηγητή των Πτωχεύσεων Πατρών] (βλ. και video)

           

            Α. Διαταγές

            Στο επιγραφόμενο «Διαταγές» Δ΄ Κεφάλαιο του Τέταρτου Βιβλίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) ως προς τις ειδικές διαδικασίες συνενώνονται, κατόπιν του Ν. 4335/23-7-2015, σε δύο Τίτλους οι ρυθμίσεις της διαταγής πληρωμής και της διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου. Τούτο, διότι οι εν λόγω διαταγές συνιστούν εκτελεστούς τίτλους, οι οποίοι εκδίδονται με μονομερή διαδικασία και τη μετάθεση του δικαιώματος ακρόασης του καθ’ ου στο στάδιο που επακολουθεί την έκδοσή τους και την άσκηση κατ’ αυτών ανακοπής. Η διαταγή πληρωμής διέπεται πλέον από τις διατάξεις των άρθρων 623-636 ΚΠολΔ (Τίτλος Ι, πρώην ά. 623-634 ΚΠολΔ) και η διαταγή απόδοσης της χρήσης μισθίου απ’ αυτές των άρθρων 637-645 του ίδιου κώδικα (Τίτλος ΙΙ, πρώην ά. 662Α-662Θ ΚΠολΔ). Εξετάζονται λοιπόν εν συνεχεία οι σημαντικότερες τροποποιήσεις των ρυθμίσεων των διαταγών, οι οποίες επέρχονται διά του Ν. 4335/2015 και θα ισχύσουν, σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου ένατου του νόμου αυτού, από την 1-1-2016.

            Ι. Διαταγή πληρωμής[1]

1. Η προσθήκη στο άρθρο 623 ΚΠολΔ της προϋπόθεσης της ιδιωτικού δικαίου διαφοράς

            Στη διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ εισάγεται ως προϋπόθεση της έκδοσης της διαταγής πληρωμής να πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά, δηλαδή η απαίτηση να υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Τούτο συνάγεται επίσης ευχερώς από το συνδυασμό των ρυθμίσεων των άρθρων 1στοιχ.α και 591§1εδ.α ΚΠολΔ, αλλά και από το άρθρο 94 του Συντάγματος, οπότε η προδιαληφθείσα προσθήκη θα μπορούσε να παραλειφθεί[2]. Πρέπει πάντως να συσχετισθεί με τις διατάξεις των άρθρων 272Α επ. ΚΔΔ/μίας, οι οποίες προστέθηκαν μέσω του άρθρου 1 Ν. 4329/2015 και διέπουν την έκδοση διαταγής πληρωμής ως προς μη αμφισβητούμενες χρηματικές αξιώσεις που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις συναφθείσες στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών.

            2. Η νέα ρύθμιση του άρθρου 624§2 ΚΠολΔ

            Στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 624 ΚΠολΔ, η οποία προέρχεται από το εκπονηθέν από τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή υπό την προεδρία του καθηγητή Κλαμαρή Σχέδιο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας[3], καταργείται εν πρώτοις η αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση να μη διαμένει ο καθ’ ου η διαταγή πληρωμής στην αλλοδαπή κατά το χρόνο της έκδοσής της, με συνέπεια να είναι πλέον επιτρεπτή η έκδοση διαταγής πληρωμής εναντίον προσώπων που έχουν γνωστή κατοικία, έδρα ή διαμονή οπουδήποτε στην αλλοδαπή[4]. Διατηρείται άλλωστε η απαγόρευση της έκδοσης διαταγής πληρωμής κατά προσώπου αγνώστου διαμονής, εκτός αν έχει νόμιμα διορισμένο αντίκλητο, ήτοι μέσω δήλωσης στη γραμματεία του οριζόμενου στο άρθρο 142 ΚΠολΔ Πρωτοδικείου ή ρήτρας σε σύμβαση, διαφορετικά η διαταγή πληρωμής τυγχάνει άκυρη, πλην όχι αυτοδικαίως, αλλά ακυρώνεται κατόπιν της άσκησης ανακοπής[5].
            Η προαναφερθείσα ρύθμιση σχετικά με τα πρόσωπα που κατοικούν, εδρεύουν ή διαμένουν στην αλλοδαπή έχει ως ratio τη σημαντική βελτίωση των συνθηκών των διασυνοριακών επιδόσεων, εξαιτίας της ισχύος αφενός, μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), του Κανονισμού (Καν) 1393/2007 για τις επιδόσεις και αφετέρου, στις σχέσεις της Ελλάδας με πολλές άλλες χώρες, της πολυμερούς Σύμβασης της Χάγης της 15-11-1965, που κυρώθηκε από την Ελλάδα διά του Ν. 1334/1983 (ά. 28§1 του Συντάγματος), ως προς την επίδοση δικογράφων στην αλλοδαπή. Από το πεδίο ισχύος των προμνημονευθέντων νομοθετημάτων περί των διασυνοριακών επιδόσεων εξαιρούνται ωστόσο οι αφορώσες πρόσωπα αγνώστου διαμονής, οπότε είναι δικαιολογημένη η διατήρηση της αρνητικής διαδικαστικής προϋπόθεσης της έκδοσης διαταγής πληρωμής εις βάρος τέτοιων προσώπων, προκειμένου να διαφυλάσσεται το καθιερούμενο μέσω των διατάξεων των άρθρων 20§1 του Συντάγματος, 47§2 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. και 6§1 της Ε.Σ.Δ.Α. δικαίωμα ακρόασης του καθ’ ου η διαταγή πληρωμής, εκτός αν έχει νόμιμα διορισθεί αντίκλητος[6].

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015

"Οι πρόσφατες τροποποιήσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας" [Εισήγηση Στέφανου Πανταζόπουλου, Εφέτη - Αναπληρωτή Καθηγητή Νομικής Σχολής του Παν/μίου Αθηνών]



Οι τροποποιήσεις του ΚΠολΔ στα ένδικα μέσα, τις ειδικές διαδικασίες και στο γενικό μέρος της αναγκαστικής εκτέλεσης βάσει του ν. 4335/2015·.
  Α. Γενικά
      Θα ήθελα, κατ΄ αρχάς, να εκφράσω τις ευχαριστίες μου στην Ένωση Δικαστών καιΕισαγγελέων για την εξαιρετική τιμή που μου έκανε να παρουσιάσω τις πρόσφατες νομοθετικές τροποποιήσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Πριν αναφερθώ στις τροποποιήσεις αυτές θα ήθελα να επισημάνω δύο πράγματα. Πρώτο, το σχέδιο νόμου που συνέταξε η Επιτροπή Χαμηλοθώρη και που αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεων στην ημερίδα που είχε λάβει χώρα στο Εφετείο Αθηνών τον Μαϊο του 2014[1] σε σχέση με τις νέες διατάξεις διαφέρει σε πολλά σημεία. Το τελικό σχέδιο που ψηφίστηκε πρόσφατα έχει λάβει υπόψη του τις παρατηρήσεις της θεωρίας κατά την ως άνω ημερίδα. Και αυτό καταφαίνεται ιδίως στο τμήμα που αφορούν τα ένδικα μέσα και την αναγκαστική εκτέλεση.
     Η δεύτερη παρατήρηση είναι ότι τον Μάιο 2015 συνεστήθη από το Υπουργείο Δικαιοσύνης άλλη Επιτροπή υπό τον Αρεοπαγίτη Κράνη, στην οποίαν είχα την τιμή να μετέχω ως μέλος. Η Επιτροπή αυτή κατόρθωσε σ΄ ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα να προτείνει σημαντικές τροποποιήσεις του κατατεθέντος νόμου σε ορισμένα ζητήματα και, λαμβάνοντας υπόψη τις ισχύουσες δικονομικές αρχές, να επιτύχει, κατά τη γνώμη μου, ένα δίκαιο και ισότιμο συγκερασμό μεταξύ των απόψεων και αντιθέσεων σχετικά με τις ισχύουσες ρυθμίσεις και αυτές που τελικά ψηφίστηκαν με το ν. 4335/2015, που ως γνωστό τέθηκε ως προαπαιτούμενο για την γνωστή έναρξη των διαπραγματεύσεων της Ελληνικής Κυβέρνησης και της ΕΕ. Έκτοτε οι εργασίες της Επιτροπής σταμάτησαν λόγω των γνωστών γεγονότων για τη διαπραγμάτευση της Ελλάδος. Ο τότε και νυν Υπουργός Δικαιοσύνης είχε εξαγγείλει ότι η Επιτροπή αυτή θα συνεχίσει τις εργασίες της, προκειμένου να εξομαλυνθούν οι αντιθέσεις και οι αντιδράσεις που είχαν διατυπωθεί σε πλείονα του ενός δογματικά και πρακτικά ζητήματα από διάφορους επιστημονικούς συλλόγους και γενικότερα τη θεωρία και τους δικαστικούς λειτουργούς, πλην όμως κάτι τέτοιο δεν έχει λάβει χώρα μέχρι σήμερα.

Β. Οι τροποποιήσεις στα ένδικα μέσα
      Οι νέες ρυθμίσεις στο κεφάλαιο των ενδίκων μέσων είναι βέβαια πολύ περιορισμένες σε σχέση με ό,τι ισχύει για τη δίκη στα πρωτοβάθμια δικαστήρια. Ως γενική παρατήρηση μπορεί να λεχθεί ότι είτε πρόκειται για καταφανώς νέες ρυθμίσεις, είτε υιοθετούνται τώρα ήδη προταθείσες ρυθμίσεις προηγούμενων νομοθετικών επιτροπών, οι οποίες τελικώς δεν είχαν γίνει διάταξη νόμου, είτε επαναφέρουν εκ νέου σε ισχύ προϊσχύον νομοθετικό καθεστώς. θα αναφερθώ στις πιο βασικές απ’ αυτές.
      Κατ΄ αρχάς, δεν καταργείται το μονομελές εφετείο ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως είχε προταθεί αρχικώς. Η καθιέρωση του μονομελούς εφετείου ήταν κατ’ εξοχήν μια διαρθρωτική αλλαγή, που αντικατέστησε ένα σύστημα, το οποίο ίσχυε για πάρα πολλά χρόνια. Πρόκειται για μία κατά τη γνώμη μου επιτυχή ρύθμιση που έτυχε της αποδοχής πολύ μεγάλου αριθμού των δικαστικών λειτουργών. Επανέρχεται η προθεσμία κλήτευσης των διαδίκων στη δίκη των ενδίκων μέσων σε τριάντα ημέρες από εξήντα, που ίσχυε, ενώ δεν επιτρέπεται κύρια παρέμβαση στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, ως απόρροια της γενικότερης νομοθετικής επέμβασης στην πρωτοβάθμια δίκη.
Με τα άρθρα 518 παρ. 2 και 564 παρ. 3 η καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της έφεσης ή της αναίρεσης, όταν δεν επιδίδεται η απόφαση καθορίζεται από τα τρία χρόνια σε δύο χρόνια από τη δημοσίευσή της, ζήτημα που άπτεται της νομοθετικής πολιτικής για τη γρήγορη τελεσιδικία ή το αμετάκλητο της απόφασης.