Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

ΜΠρΑθ 4745/2026 : Αναγνώριση αιγυπτιακού διαζυγίου (talak)

 


ΜΠρΑθ 4745/2026 - Αναγνώριση αιγυπτιακού διαζυγίου (talak) -.

Αναγνωρίζεται το δεδικασμένο διαζευκτηρίου της Αιγύπτου με μονομερή αποπομπή της αιτούσας συζύγου από το σύζυγό της (θεσμός talaq), αποδεχόμενο το Δικαστήριο ότι δεν είναι αντίθετη προς τα ημεδαπά χρηστά ήθη ή προς τη ημεδαπή έννομη τάξη, παρόλο που ο προβλεπόμενος από το αιγυπτιακό δίκαιο, τρόπος λύσης του γάμου, δεν είναι γνωστός στην ελληνική έννομη τάξη ενώ επιπλέον παραβιάζει την αρχή της ισότητας που προστατεύεται και από το Ελληνικό Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΕΚΟΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

Αριθμός απόφασης 4745/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή, Μάρη Πιτταρά, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος της Τριμελούς Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών με πράξη του και τη Γραμματέα, Άννα Μυροφορίδου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, την 28η Απριλίου 2026, για να δικάσει την αίτηση:

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: . . (. .) του . . . (. . .) και της . (.), κατοίκου Καΐρου Αιγύπτου, …, …, άνευ ελληνικού ΑΦΜ, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξουσίας δικηγόρου, Σ Π (ΑΜ ΔΣΑ .....).

H αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 28-11-2025 αίτηση, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυθημερόν, έλαβε γενικό και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης …./2025 και …/2025 αντίστοιχα και προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, για την οποία γράφτηκε στο πινάκιο . με α/α … .

Kατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, η πληρεξουσία δικηγόρος της αιτούσας ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις της.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 780 ΚΠολΔ, με την επιφύλαξη αυτών που ορίζουν διεθνείς συμβάσεις, απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου έχει στην Ελλάδα, χωρίς άλλη διαδικασία, την ισχύ που της αναγνωρίζει το δίκαιο του κράτους του δικαστηρίου που την εξέδωσε, εφ' όσον συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: 1) αν η απόφαση εφάρμοσε τον ουσιαστικό νόμο που έπρεπε να εφαρμοστεί κατά το ελληνικό δίκαιο και εκδόθηκε από δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία κατά το δίκαιο της πολιτείας της οποίας τον ουσιαστικό νόμο εφάρμοσε και 2) αν δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ή προς τη δημόσια τάξη. Δημόσια τάξη, υπό την αναφερόμενη στο άρθρο 33 ΑΚ έννοια της διεθνούς, κατά την ορολογία που επικράτησε, δημόσιας τάξεως, αποτελεί το σύνολο των θεμελιωδών κανόνων και αρχών, που κρατούν σε ορισμένο χρόνο στη χώρα και απηχούν τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και άλλες αντιλήψεις, που διέπουν το βιοτικό ρυθμό αυτής και αποτελούν το φράγμα εφαρμογής στην ημεδαπή κανόνων αλλοδαπού δικαίου, η οποία μπορεί να προξενήσει διαταραχή στην αρμονία του ρυθμού αυτού, που κυριαρχεί στη χώρα και διέπεται από τις εν λόγω αρχές. Η δημόσια τάξη, ως ανασχετικός παράγων εφαρμογής του αλλοδαπού δικαίου, λειτουργεί περιπτωσιολογικά και μόνη η άγνοια ή η απαγόρευση αυτή καθ' εαυτής ενός θεσμού από το αλλοδαπό δίκαιο, δεν μπορεί να οδηγήσει στην κρίση, ότι η εφαρμογή του δικαίου αυτού κατ' ανάγκη προσκρούει στην ελληνική δημόσια τάξη, δηλαδή αυτό που προσκρούει ή όχι στη δημόσια τάξη δεν είναι ο κανόνας του αλλοδαπού δικαίου, αλλά η συγκεκριμένη εκάστοτε εφαρμογή του. Ειδικότερα, ο δικάζων δικαστής δεν αξιολογεί το εφαρμοστέο αλλοδαπό δίκαιο ούτε τον ειδικότερο εφαρμοστέο αλλοδαπό κανόνα δικαίου κατά τρόπο απόλυτο, γενικό και αφηρημένο. Εξετάζει μόνο κατά πόσο οι έννομες συνέπειες, οι οποίες θα παραχθούν στην ημεδαπή από την εφαρμογή του αλλοδαπού δικαίου επί των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών της κάθε ειδικότερης περίπτωσης, γίνονται ή όχι δεκτές από τον κρατούντα στη χώρα μας βιοτικό κοινωνικό ρυθμό (ΟλΑΠ 9/2016 ΝΟΜΟΣ). Κατ' εξοχήν θέμα αντίθεσης στη δημόσια τάξη τίθεται στην περίπτωση που εφαρμοστέο δίκαιο είναι αλλοδαπό δίκαιο μουσουλμανικής έμπνευσης, το οποίο επιτρέπει τη μονομερή λύση του γάμου από τον σύζυγο (το καλούμενο ταλάκ), καθώς στην περίπτωση αυτή τίθεται βασικό ζήτημα, που αφορά στην ισότητα των φύλων. Δεν μπορεί όμως να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να μην αποκρούεται ως αντίθετη στη δημόσια τάξη μονομερής λύση του γάμου, στην περίπτωση π.χ. που την επικαλούνται η σύζυγος ή ο σύνδεσμος της σχέσης με την εγχώρια έννομη τάξη είναι χαλαρός (Τσούκα σε Γεωργιάδη - Σταθόπουλου Αστικός Κώδικας Γενικές Αρχές ΙΑ, σελ 665), δεδομένου ότι η επικλήση της δημόσιας τάξης πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην καταλήγει κανείς in concreto σε άδικες λύσεις. Η ρηθείσα διάταξη του άρθρου 780 του ΚΠολΔ, εφαρμόζεται σε υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας και έχει προδήλως τον χαρακτήρα ειδικού κανόνα έναντι εκείνης του άρθρου 323 του ίδιου Κώδικα, με την οποία ορίζονται οι προϋποθέσεις αναγνωρίσεως δεδικασμένου από απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου που αφορά στην προσωπική κατάσταση, καθ' όσον η τελευταία αυτή διάταξη αναφέρεται στις υποθέσεις της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

ΣτΕ (Τμ.Α’) 1146/26: Νοσοκομείο – Ιατρική αμέλεια – Θάνατος ασθενούς – Αγωγή συγγενών για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης βάσει των αρ.105-106 εισνακ – Αποζημιωτική ευθύνη δημοσίου. προσδιοριστικοί παράγοντες του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης. αιτιώδης σύνδεσμος. έννοια συντρέχοντος πταίσματος παθόντος – ένσταση του αρ.300 ακ. υπέρβαση εξουσίας εκ μέρους του διοικεφ με την αυτεπάγγελτη συνεκτίμηση συντρέχοντος πταίσματος του θύματος ως μειωτικό παράγοντα του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης. αντίθετη μειοψηφία. δεκτή εν μέρει η αίτηση αναίρεσης

 


ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

ΑΡΙΘΜΟΣ 1146/2026

......................

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο


(................)

5. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε στις 29.11.2021, διέπεται από τις ανωτέρω διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010. Με την αίτηση αυτή άγεται κατ’ αναίρεση διαφορά με χρηματικό αντικείμενο. Το ποσό της ένδικης διαφοράς, το οποίο για καθέναν από τους αναιρεσείοντες προσδιορίζεται από τη διαφορά ανάμεσα στο αιτηθέν με την ένδικη αγωγή ποσό (100.000 ευρώ) και το επιδικασθέν με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ποσό (10.000 ευρώ), ανέρχεται σε 90.000 ευρώ για καθέναν από αυτούς και, επομένως, υπερβαίνει το κατά νόμον ελάχιστο όριο των 40.000 ευρώ, είναι δε απορριπτέα ως αβάσιμα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο με το από 17.1.2023 υπόμνημά του. Συνεπώς, για το παραδεκτό της ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως απαιτείται οι αναιρεσείοντες να προβάλουν και να τεκμηριώσουν, με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς περιλαμβανόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ως άνω παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989.

6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τα παραδεκτώς λαμβανόμενα υπόψη κατ’ αναίρεση διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα εξής: Η … (μητέρα των αναιρεσειόντων), ηλικίας 69 ετών, διακομίσθηκε στις 20.11.2012 με ασθενοφόρο του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.) στο τμήμα επειγόντων περιστατικών (Τ.Ε.Π.) του … Γενικού Νοσοκομείου … λόγω πολλαπλών εμέτων και διαρροιών, συμπτώματα τα οποία είχαν εμφανισθεί από τριημέρου, ενώ αναφέρθηκε στους θεράποντες ιατρούς εμπύρετο επί μία ημέρα, ύστερα από διενεργηθέντα εμβολιασμό για ιό της γρίπης, καθώς και άλγος αριστερής οσφύος με αντανάκλαση στην κοιλιακή χώρα από δεκαπενθημέρου. Σύμφωνα με το ιατρικό ιστορικό της, η ασθενής έπασχε από 20ετίας από σακχαρώδη διαβήτη, μη καλώς ρυθμιζόμενο με ινσουλίνη (αναφερόμενες μετρήσεις σακχάρου αίματος κατ’ οίκον έως 400 – 500 Mg%), στεφανιαία νόσο με ιστορικό εμφράγματος προ 1,5 έτους, καρδιακή ανεπάρκεια, υποθυρεοειδισμό, αρρυθμία (κολπική μαρμαρυγή) και φλεβική ανεπάρκεια, για τα οποία λάμβανε αγωγή κατ’ οίκον. Στο τμήμα επειγόντων περιστατικών η … υποβλήθηκε σε καρδιολογικό και παθολογικό έλεγχο, ανευρέθησαν υψηλές τιμές αρτηριακής πιέσεως (με επανειλημμένες μετρήσεις συστολικής αρτηριακής πιέσεως > 200 mmHg) και υψηλές τιμές σακχάρου αίματος (> 300mg%), εστάλησαν δε αιματολογικός και βιοχημικός εργαστηριακός έλεγχος και αέρια αίματος (επανειλημμένως), έγινε ακτινογραφία θώρακος και υπερηχογράφημα κοιλίας (νεφρών – ουροδόχου κύστεως). Από την καρδιολογική εξέταση, κατόπιν ελέγχου των εργαστηριακών εξετάσεων και δύο ηλεκτροκαρδιογραφημάτων, δεν προέκυψαν ενδείξεις προεξάρχοντος καρδιολογικού προβλήματος και ότι έχρηζε περαιτέρω αντιμετωπίσεως ενόψει των επιπέδων της τροπονίνης σε πτώση, το δε υπερηχογράφημα της κοιλίας ήταν εντός φυσιολογικών ορίων. Η ασθενής ετέθη σε ορούς, έλαβε αντιυπερτασική αγωγή και ινσουλίνη, καθώς και αγωγή για την αντιμετώπιση συνοδού επιγαστραλγίας, παρέμεινε δε σε θάλαμο βραχείας νοσηλείας για στενότερη παρακολούθηση της χορηγούμενης αγωγής. Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στη βραχεία νοσηλεία ανταποκρίθηκε προσωρινώς στη χορηγηθείσα ενδοφλέβια αγωγή και λόγω υποτροπής της επιγαστραλγίας και της εμμένουσας αυξημένης αρτηριακής πιέσεως και των υψηλών τιμών γλυκόζης αίματος κρίθηκε απαραίτητη η εισαγωγή της στο νοσοκομείο (Δ΄ Παθολογική κλινική) στις 20.11.2012 με διάγνωση «κακοήθης υπέρταση επί γαστραλγίας» για περαιτέρω έλεγχο και θεραπευτική αντιμετώπιση, δόθηκαν δε εγγράφως ιατρικές οδηγίες. Ακολούθως, η ασθενής και ο υιός της (…, ήδη πρώτος αναιρεσείων) δήλωσαν ότι δεν επιθυμούν την παραμονή της στο ανωτέρω νοσοκομείο, λόγω ελλείψεως διαθέσιμων κλινών ενόψει του ότι ήσαν διαθέσιμες μόνον εφεδρικές πτυσσόμενες κλίνες (ράντσα). Στη συνέχεια, ο ανωτέρω υπέγραψε το από 20.11.2012 έγγραφο με τίτλο «άρνηση θεραπείας», στο οποίο βεβαιώνεται ότι αρνήθηκε να υποβληθεί η μητέρα του στις διαγνωστικές εξετάσεις και τη φαρμακευτική αγωγή που της συστήθηκε, παρά την αντίθετη σύσταση των θεραπόντων ιατρών και της Διοικήσεως του ανωτέρω νοσοκομείου, μολονότι του εξηγήθηκαν οι κίνδυνοι από την άρνησή του, καθώς και ότι απαλλάσσει διά του εγγράφου αυτού τους θεράποντες ιατρούς και τους συνεργάτες τους για τις τυχόν συνέπειες της αρνήσεώς του να συμμορφωθεί προς τις συστάσεις τους (βλ. σχετ. το από 20.11.2012 έγγραφο αρνήσεως θεραπείας υπογεγραμμένο από τον υιό της ασθενούς). Επακολούθησε το …/20.11.2012 εξιτήριο, σύμφωνα με το οποίο η ασθενής νοσηλεύθηκε επί μία ημέρα στο Π.Γ.Ν. … πάσχουσα από κακοήθη υπέρταση – επιγαστραλγία, δεν διενεργήθηκε δε ιατρική πράξη εξαιτίας αποφάσεως της ασθενούς για «διάφορους άλλους λόγους» (βλ. σχετ. Το .... εξιτήριο). Ενόψει του ότι τα συμπτώματα της ασθενούς επέμεναν, κλήθηκε στις 21.11.2012 ιδιώτης ιατρός από την εταιρία «SOS ιατροί 1016», ο οποίος ερεύνησε μέσω εξετάσεως Doppler τη ροή αίματος στα κάτω άκρα και την βρήκε μηδενική, συνέστησε δε την άμεση εισαγωγή της ασθενούς σε νοσοκομείο. Ακολούθως, η ασθενής μεταφέρθηκε από τον υιό της στις 22.11.2012 στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του ήδη αναιρεσίβλητου Γενικού Νοσοκομείου … κατά τη διάρκεια γενικής εφημερίας του νοσοκομείου και, ειδικότερα, στο αγγειοχειρουργικό τμήμα, με άλγος κάτω άκρων από τριημέρου και κοιλιακό άλγος. Από τη λήψη του ιστορικού της προέκυψε ότι η ασθενής έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη, κολπική μαρμαρυγή, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (Χ.Α.Π.), χρόνια αποφρακτική αρτηριοπάθεια κάτω άκρων και παχυσαρκία. Κατά την αγγειοχειρουργική κλινική εξέταση από τον Επιμελητή Α΄ … και τον ειδικευόμενο αγγειοχειρουργό … προέκυψε εικόνα αντιρροπιζόμενης περιφερικής ισχαιμίας δεξιού κάτω άκρου που δεν έχρηζε επείγουσας αντιμετωπίσεως. Συγκεκριμένα, παρατηρήθηκαν «ψηλαφητές μηριαίες αρτηρίες άμφω. Ικανοποιητική ροή με την Doppler εξέταση των ιγνυακών αρτηριών άμφω. Ανιχνεύσιμη ροή με την Doppler εξέταση στις αρτηρίες του άκρου ποδός, άμφω ικανοποιητικότερη (ΑΡ). Εδόθησαν σαφείς γραπτές οδηγίες για: 1. Ρύθμιση Σακχαρώδους Διαβήτη (295 mg/dl κατά την εξέταση). 2. Arixtra 7,5 mg inj.: 1Χ1 για ένα μήνα. 3. Losec caps 1X2. 4. Tarontal 400 mg: 1Χ2». Μετά την περάτωση της αγγειοχειρουργικής εκτιμήσεως, η ασθενής παραπέμφθηκε για καρδιολογική εκτίμηση λόγω του ιστορικού αρρυθμίας και για χειρουργική εκτίμηση από γενικό χειρουργό λόγω του αναφερόμενου κοιλιακού άλγους, χωρίς να εξετασθεί στην Α΄ Γενική Χειρουργική Κλινική (βλ. σχετ. το …/10.7.2013 έγγραφο του Διευθυντή της Α΄ Γενικής Χειρουργικής Κλινικής …). Περαιτέρω, σε περίπτωση επιδεινώσεως, της συνεστήθη γραπτώς και προφορικώς άμεση επανεξέταση από εφημερεύον νοσοκομείο (βλ. σχετ. την …/25.2.2013 ιατρική γνωμάτευση του …, ιατρού του αγγειοχειρουργικού τμήματος, Επιμελητή Α΄ του Γ.Ν.Α. … και το από 22.11.2012 φύλλο ασθενούς Τ.Ε.Π. - Ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση των … και του ειδικευόμενου ιατρού …). Κατόπιν τούτων, η ασθενής αποχώρησε από το νοσοκομείο ... με οδηγίες για λήψη (μέσω ενέσεων) αντιπηκτικής θεραπείας. Ωστόσο, ενόψει του ότι τα συμπτώματα άλγους δεν υποχωρούσαν, κλήθηκε εκ νέου στις 24.11.2012 το Ε.Κ.Α.Β. και η ασθενής μεταφέρθηκε στο Γ.Ν.Α. … λόγω έντονου κοιλιακού άλγους, εμέτων και διαρροιών από 10ημέρου (χωρίς πυρετική κίνηση). Από το ληφθέν ιστορικό προέκυψε αρρύθμιστος σακχαρώδης διαβήτης (υπό ινσουλίνη), κολπική μαρμαρυγή – στεφανιαία νόσος (υπό φαρμακευτική αγωγή), Χ.Α.Π. (υπό 24ωρη χορήγηση οξυγόνου), αδυναμία ορθοστατισμού και βαδίσεως (διαβητική περιφερική νευροπάθεια, απόφραξη ιγνυακών αρτηριών με πτωχή παράπλευρη κυκλοφορία και διατήρηση μίας αρτηρίας περιφερικά του τριχασμού) και οστεοπόρωση, χωρίς ιστορικό χειρουργικών επεμβάσεων και αλλεργιών, ενώ από τριμήνου βίωνε έντονη επιγαστραλγία (κυρίως μεταγευματική) και δεν λάμβανε τη δέουσα αγωγή για το καρδιολογικό πρόβλημά της [βλ. σχετ. το από 3.1.2013 έγγραφο με τίτλο «ιατρικό ιστορικό» της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.) 2 του νοσοκομείου …]. Ενόψει των ανωτέρω, μεταφέρθηκε στην Γ΄ Χειρουργική Κλινική λόγω διαπιστωθείσας σοβαρής ισχαιμίας λεπτού εντέρου (απόφραξη άνω μεσεντερίου) και πολλαπλών συννοσηροτήτων. Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στο προαναφερθέν έγγραφο της Μ.Ε.Θ του νοσοκομείου … «… Από την κλινική εξέταση της κοιλίας, διαπιστώθηκαν τα τυπικά ευρήματα της “οξείας χειρουργικής κοιλίας”. Από την CT κοιλίας και την ψηφιακή αγγειογραφία, διαπιστώθηκε απόφραξη του στελέχους της άνω μεσεντέριας αρτηρίας (5 cm από την έκφυσή της), καθώς και παραπληρωματική κυκλοφορία από την “αρτηρία του Riolan” (ροή αίματος από το στέλεχος της άνω μεσεντέριας προς το στέλεχος της κάτω μεσεντέριας αρτηρίας). Η αιμάτωση του εντέρου (λεπτού και εγγύς παχέος) με βάση την κλινική εικόνα και εργαστηριακή απεικόνιση κρίθηκε ανεπαρκής για τη βιωσιμότητά του και συστήθηκε επείγουσα λαπαρατομία, η ασθενής αρνήθηκε τη χειρουργική διαδικασία και έκτοτε τέθηκε σε συντηρητική αγωγή (αντιπηκτική + αντιβιοτικά για την απόφραξη της άνω μεσεντέριας αρτηρίας και τη δέουσα αγωγή για τις συμπαρομαρτούσες νόσους (βλ. σχετ. την από 26.11.2012 άρνηση διενέργειας ιατρικής πράξης του υιού της). Η ασθενής παρουσίασε βελτίωση της αιμάτωσης του εντέρου, η οποία επιβεβαιώθηκε με CT αγγειογραφία μετά 10 ημέρες. Αποκαταστάθηκε η λειτουργία του πεπτικού της συστήματος (ανατομικά και λειτουργικά) και επαναλήφθηκε προοδευτικά η σίτιση της ασθενούς με ημίρρευστη τροφή και συμπληρωματική “στοιχειακή” δίαιτα με αποκατάσταση όλων των βιοχημικών παραμέτρων. Μικρή πυρετική κίνηση (<375ο C) μετά την 20.12.2012 αποδόθηκε σε μικροβιακή συμμετοχή (staph epidermitis και acinetobacter baumanni) από ενδοφλέβιο καθετήρα και αιμοκαλλιέργεια και χορηγήθηκε Tigacyl με βάση test ευαισθησίας. 

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

ΣτΕ Β΄ [7μ. σύνθεση] 950, 959/2026: Το ζήτημα της υποχρέωσης αυτεπάγγελτης διερεύνησης του αμετακλήτου αθωωτικής ποινικής απόφασης από τα δικαστήρια ουσίας

 



ΣτΕ Β΄ 7μ. 950, 959/2026

Πρόεδρος: Δ. Εμμανουηλίδης, Αντιπρόεδρος

Εισηγητές: Αντ. Φοβάκης, Ν. Νικολάκης, Πάρεδροι

 

Με τις 950 και 959/2026 αποφάσεις της επταμελούς σύνθεσης του Β΄ Τμήματος, το Δικαστήριο επιλήφθηκε αιτήσεων επανάληψης της διαδικασίας, οι οποίες ασκήθηκαν κατά το άρθρο 69Α του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), κατόπιν των από 21.1.2025 και 10.12.2024 αποφάσεων του Τρίτου Τμήματος του ΕΔΔΑ, αντίστοιχα, με τις οποίες, κατ’ αποδοχή προσφυγών των αιτούντων, εκδικασθείσες κατά τη διαδικασία του άρθρου 28 παρ. 1 περ. β΄ της Σύμβασης (κατά την οποία, «[π]ροκειμένου περί προσφυγής που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 34, μία επιτροπή μπορεί, με ομοφωνία […] να την κηρύξει παραδεκτή και να εκδώσει ταυτόχρονα απόφαση επί της ουσίας, εάν το ζήτημα που θέτει η υπόθεση και αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της αποτελεί ήδη αντικείμενο παγίας νομολογίας του Δικαστηρίου»), διαπιστώθηκε παραβίαση των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από τα άρθρα 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ (τεκμήριο αθωότητας) και 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης (αρχή ne bis in idem).

Στις εν λόγω υποθέσεις ανέκυψαν ζητήματα που άπτονται του παραδεκτού και του βασίμου των αιτήσεων επανάληψης της διαδικασίας και συνίστανται ειδικότερα στα εξής:

1. Το ζήτημα του εφαρμοστέου, για τη νομιμοποίηση του υπογράφοντος την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας δικηγόρου, νομοθετικού καθεστώτος, ενόψει των νέων δικονομικών ρυθμίσεων για το Συμβούλιο της Επικρατείας που εισήχθησαν με τις διατάξεις του ν. 5119/2024 (Α’ 103). Σε αμφότερες τις υποθέσεις, κατά την κρατήσασα στο Τμήμα γνώμη, επί αιτήσεων επανάληψης της διαδικασίας το εφαρμοστέο ως προς τα ζητήματα παραδεκτού που δεν ρυθμίζονται από το άρθρο 69Α του π.δ. 18/1989 -περιλαμβανομένης της παροχής πληρεξουσιότητας- είναι το καθεστώς που διέπει, κατά χρόνο, την άσκηση και τη συζήτηση της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, ανεξαρτήτως του χρόνου άσκησης των αρχικών ένδικων βοηθημάτων και μέσων, επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση, της οποίας η διαδικασία, με την αίτηση, ζητείται η επανάληψη. Εφόσον δε οι αιτήσεις επανάληψης της διαδικασίας ασκήθηκαν μετά τις 16.9.2024, εφαρμοστέες τυγχάνουν οι διατάξεις του άρθρου 27 του π.δ. 18/1989, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 του ν. 5119/2024. Κατά τη γνώμη, όμως, δύο μελών με αποφασιστική ψήφο, το εφαρμοστέο, ως προς το ζήτημα της νομιμοποίησης, καθεστώς κρίνεται με βάση τις διατάξεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο άσκησης του αρχικού ένδικου βοηθήματος ή μέσου, η εκδίκαση του οποίου οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, η κρίση της οποίας παραβιάζει, κατά το ΕΔΔΑ, τις διατάξεις της ΕΣΔΑ. Και τούτο, ενόψει αφενός του ότι η επανάληψη κατατείνει στην επανεκδίκαση της ίδιας υπόθεσης προς τον σκοπό της πληρέστερης- αποτελεσματικότερης προστασίας των δικαιωμάτων ΕΣΔΑ του διαδίκου και αφετέρου της γενικής δικονομικής αρχής, σύμφωνα με την οποία η νεότερη δικονομική ρύθμιση δεν καταλαμβάνει τις υποθέσεις που είχαν εκδικασθεί πριν από τον χρόνο έναρξης της ισχύος της, ελλείψει ρητής περί του αντιθέτου πρόβλεψης (σκ. 4 αμφότερων των αποφάσεων). Τέλος, κατά ειδικότερη προς την κρατήσασα γνώμη ενός μέλους της σύνθεσης με αποφασιστική ψήφο, προς την οποία προσχώρησαν οι Πάρεδροι, εφαρμοστέες τυγχάνουν μεν οι διατάξεις του άρθρου 27 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 12 του ν. 5119/2024, πλην το εκπρόθεσμο της νομιμοποίησης του δικογράφου των αιτήσεων επανάληψης συγχωρείται, εν προκειμένω, λόγω αφενός των εύλογων αμφιβολιών που ήταν δυνατόν, ενόψει της περιγραφόμενης πλοκής των υποθέσεων, να προκληθούν στους διαδίκους σε σχέση με το εφαρμοστέο καθεστώς που διέπει τη νομιμοποίηση του δικογράφου της αίτησης επανάληψης, οι οποίες ενισχύονται από τη διαμόρφωση δύο διαφορετικών γνωμών, και αφετέρου του γεγονότος ότι η εφαρμογή των νεότερων δικονομικών ρυθμίσεων του ν. 5119/2024 κρίνεται το πρώτον επί αίτησης επανάληψης της διαδικασίας (σκ. 8 αμφότερων των αποφάσεων).

2. Το ζήτημα της έναρξης της προθεσμίας για την άσκηση αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, στην περίπτωση που η παραβίαση των διατάξεων της ΕΣΔΑ διαπιστώνεται με απόφαση Τριμελούς Επιτροπής (άρθρο 26 παρ. 1 ΕΣΔΑ) κατά τη διαδικασία του άρθρου 28 παρ. 1 περ. β’ της Σύμβασης, η οποία, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, καθίσταται οριστική από τη δημοσίευσή της και όχι σύμφωνα με τις διακρίσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 44. Το Τμήμα έκρινε ότι, στην περίπτωση αυτή, η κατά το άρθρο 69Α παρ. 3 του π.δ. 18/1989 προθεσμία αρχίζει από την επομένη της δημοσίευσης των αποφάσεων αυτών [από την επομένη, δηλαδή, της ανάρτησής τους στη βάση νομολογιακών δεδομένων του ΕΔΔΑ (HUDOC)- βλ. άρθρο 53 του Κανονισμού Διαδικασίας], χωρίς να ασκεί επιρροή το ότι το άρθρο 69Α παρ. 3 παραπέμπει στις διακρίσεις του άρθρου 44 ΕΣΔΑ, καθόσον η παραπομπή αυτή αφορά το συνήθως συμβαίνον, τη δημοσίευση, δηλαδή, των αποφάσεων κατά τη συνήθη διαδικασία (σκ. 10 της 950/2026 απόφασης και σκ. 11 της 959/2026 απόφασης). Στην 950/2026 απόφαση, κατά την ειδικότερη γνώμη δύο μελών με αποφασιστική ψήφο, στην οποία προσχώρησαν και οι Πάρεδροι, το εκπρόθεσμο της αίτησης επανάληψης της διαδικασία συγχωρείται λόγω των εύλογων αμφιβολιών που ήταν δυνατόν να προκληθούν στον διάδικο, εξαιτίας αφενός της διατύπωσης της παραγράφου 3 του άρθρου 69Α του π.δ. 18/1989, στην οποία γίνεται ρητή παραπομπή μόνο στο άρθρο 44 ΕΣΔΑ και όχι και στο άρθρο 28 αυτής, και αφετέρου του γεγονότος ότι οι κρίσιμες διατάξεις του άρθρου 69Α του π.δ. 18/1989 και του άρθρου 28 παρ. 1 και 2 ΕΣΔΑ ερμηνεύονται για πρώτη φορά συνδυαστικά (σκ. 11 της 950/2026 απόφασης).

3. Το ζήτημα της υποχρέωσης αυτεπάγγελτης διερεύνησης του αμετακλήτου αθωωτικής ποινικής απόφασης από τα δικαστήρια ουσίας, αλλά και από το Συμβούλιο της Επικρατείας, όταν δικάζει κατ’ αναίρεση. Το Τμήμα διαπίστωσε ότι, με τις επίμαχες αποφάσεις, το ΕΔΔΑ θεμελίωσε την κρίση του σχετικά με την υποχρέωση αυτεπάγγελτης διερεύνησης του αμετακλήτου της αθωωτικής ποινικής απόφασης στην επίκληση της απόφασης Καπετάνιος και, συγκεκριμένα, της σκέψης 66 αυτής, χωρίς, ωστόσο, να παραθέσει τους λόγους που επιβάλλουν στα δικαστήρια της ουσίας και, κατά μείζονα λόγο, στο αναιρετικό δικαστήριο την υποχρέωση να θέτουν εκποδών, κατά παράκαμψη της αρχής της δικονομικής αυτονομίας, τους (περί προαπόδειξης) εθνικούς δικονομικούς τους κανόνες, αλλά και τους εγγενείς περιορισμούς του αναιρετικού ελέγχου και παραγνωρίζοντας το ισχύον στην ελληνική έννομη τάξη σύστημα χωριστών δικαιοδοσιών που εγκαθιδρύει το Σύνταγμα, στο πλαίσιο του οποίου δεν νοείται η δεσμευτική ισχύς απόφασης δικαστηρίου μιας δικαιοδοσίας να επεκτείνεται αυτομάτως σε υποθέσεις της άλλης δικαιοδοσίας. Περαιτέρω, υπενθύμισε ότι τα ζητήματα αυτά είχαν, κατά αναλυτικό τρόπο, αναδειχθεί με την 1993/2016 απόφαση του Δικαστηρίου (σκ. 11 και 16 αυτής) και ότι, στα επιχειρήματα που παρατέθηκαν στην απόφαση αυτή (σκ. 16), ιδίως σε σχέση με την αρχή της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών και την ιδιαίτερη φύση και λειτουργία του αναιρετικού ελέγχου ως μηχανισμού διόρθωσης νομικών σφαλμάτων, το ΕΔΔΑ δεν έχει, μέχρι σήμερα, απαντήσει. Τέλος, επεσήμανε ότι, σε άλλη υπόθεση ελληνικού ενδιαφέροντος, η οποία αφορά τη σχέση της ποινικής με την πολιτική δίκη, το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι ο Άρειος Πάγος δεν υποχρεούταν να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την επίδραση της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής απόφασης, στο πλαίσιο της ενώπιόν του ιδιωτικής διαφοράς, προκειμένου να θεραπεύσει την παράλειψη του προσφεύγοντος να θέσει ο ίδιος το ζήτημα αυτό με προσθέτους λόγους αναιρέσεως, επισημαίνοντας, μάλιστα, ότι η υπόθεση αυτή διαφοροποιείται, κατά τούτο, από την υπόθεση Καπετάνιος κατά Ελλάδας (και, ιδίως, τις παραδοχές της σκέψης 66 της σχετικής απόφασης), στην οποία, κατά την εκτίμηση του ΕΔΔΑ, οι προσφεύγοντες είχαν επικαλεστεί τις αθωωτικές αποφάσεις ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, τηρώντας τις οικείες διαδικαστικές προϋποθέσεις. Με τα δεδομένα αυτά, το Τμήμα έκρινε ότι οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ, με τις οποίες αποδόθηκε στο Δικαστήριο παράβαση της αρχής ne bis in idem και του τεκμηρίου αθωότητας, δεν πληρούν την πέμπτη από τις νομολογιακώς (με τις 1992-1993/2016 αποφάσεις) διαπλασθείσες προϋποθέσεις βασίμου της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, σύμφωνα με την οποία «[η] απόφαση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, που αποδίδει στο Συμβούλιο της Επικρατείας παράβαση μίας ή περισσότερων διατάξεων της ΕΣΔΑ, δεν είναι εμφανώς ελλιπής, ασαφής ή αυθαίρετη ως προς τη νόμιμη ή την πραγματική της βάση, σύμφωνα με τα κριτήρια που προκύπτουν από τη νομολογία του ίδιου του ΕΔΔΑ (και, ιδιαίτερα, της ευρείας σύνθεσής του), αλλά και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), τη θεμελιώδη αρχή της (διαδικαστικής και ουσιαστικής) επικουρικότητας του ελέγχου του ΕΔΔΑ, καθώς και τη συναφή υποχρέωσή του για επαρκή αιτιολόγηση των αποφάσεών του με τις οποίες διαπιστώνεται παράβαση της ΕΣΔΑ από κράτος μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης.».

Κατόπιν τούτων, διατυπώθηκαν δύο επιμέρους γνώμες στο Τμήμα: Κατά τη γνώμη που κράτησε στην 959/2026 απόφαση, ενδείκνυται, πριν από την απόρριψη των αιτήσεων επανάληψης της διαδικασίας, να τεθούν υπόψη του ΕΔΔΑ τα επιχειρήματα που, κατά την κρίση του Τμήματος, συνηγορούν υπέρ της συμβατότητας προς την ΕΣΔΑ του εθνικού δικονομικού πλαισίου και καθιστούν, κατ’ επέκταση, πλημμελώς αιτιολογημένη την περί του αντιθέτου κρίση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, με την ενεργοποίηση του προβλεπόμενου στο 16ο Πρωτόκολλο της Σύμβασης μηχανισμού γνωμοδότησης του ΕΔΔΑ. Το ερώτημα δε που πρέπει να υποβληθεί είναι αν τα άρθρα 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου αυτής έχουν την έννοια ότι τα διοικητικά δικαστήρια υποχρεούνται να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως, αν έχει καταστεί αμετάκλητη η περιλαμβανόμενη στον φάκελο ή προσκομιζόμενη από τον προσφεύγοντα αθωωτική υπέρ αυτού απόφαση και δη ανεξαρτήτως αν ο τελευταίος δεν έχει προβάλλει, με δικονομικώς παραδεκτό τρόπο, λόγο περί παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας ή της αρχής ne bis in idem, παρακάμπτοντας εθνικούς δικονομικούς κανόνες (άρθρα 5 παρ. 4 και 150 παρ. 1 ΚΔΔ), οι οποίοι, αποτελώντας έκφραση της αρχής της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, την οποία καταρχήν αναγνωρίζει η ΕΣΔΑ, αλλά και του συνταγματικώς κατοχυρωμένου συστήματος χωριστών δικαιοδοσιών, δεν επιβάλλουν στα εθνικά δικαστήρια την αυτεπάγγελτη εξέταση τόσο των οικείων λόγων (περί παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας ή/και της αρχής ne bis in idem) όσο και του αμετακλήτου της ποινικής απόφασης. Το ίδιο ερώτημα πρέπει, κατά την ίδια άποψη, να τεθεί και σε σχέση με το Συμβούλιο της Επικρατείας, ενόψει και των – κοινών στις έννομες τάξεις των κρατών μελών – εγγενών ορίων του αναιρετικού ελέγχου, στο πλαίσιο του οποίου αποκλείεται, κατ’ αρχήν, η εκ μέρους των διαδίκων επίκληση νέου πραγματικού που, αν και θα μπορούσε, δεν ετέθη υπόψη των δικαστηρίων της ουσίας. Κατά τη γνώμη που κράτησε στην 950/2026 απόφαση, εφόσον δεν πληρούται η ως άνω προϋπόθεση, οι αιτήσεις επανάληψης της διαδικασίας πρέπει να απορριφθούν, χωρίς να συντρέχει ανάγκη υποβολής προς το ΕΔΔΑ αιτήματος γνωμοδότησης.

πηγή : lawnet.gr

 

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

ΜΠρ (Τμ.Εφέσεων) Αθ 7781/2026 : Οι προσκομιζόμενες εκτυπώσεις αναρτήσεων στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης “facebook” δεν παραβιάζουν τα προσωπικά δεδομένα και δεν συνιστούν απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα, καθόσον από την επισκόπηση των εκτυπώσεων αυτών προκύπτει ότι πρόκειται για δημόσιες αναρτήσεις στη «σελίδα» της αιτούσας στο “facebook”, καθώς και για δημόσιες αναρτήσεις αναφορικά με την επιχείρηση της αδερφής της στο ίδιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης, ελεύθερα προσβάσιμες σε όλους, αφού μάλιστα σκοπό είχαν τη διαφήμιση της επαγγελματικής ενασχόλησης της αδερφής της εκκαλούσας

 




ΜΠρ(Τμ.Εφέσεων)Αθ 7781/2026

Οι προσκομιζόμενες εκτυπώσεις αναρτήσεων στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης “facebook” δεν παραβιάζουν τα προσωπικά δεδομένα και δεν συνιστούν απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα, καθόσον από την επισκόπηση των εκτυπώσεων αυτών προκύπτει ότι πρόκειται για δημόσιες αναρτήσεις στη «σελίδα» της αιτούσας στο “facebook”, καθώς και για δημόσιες αναρτήσεις αναφορικά με την επιχείρηση της αδερφής της στο ίδιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης, ελεύθερα προσβάσιμες σε όλους, αφού μάλιστα σκοπό είχαν τη διαφήμιση της επαγγελματικής ενασχόλησης της αδερφής της εκκαλούσας, με την οποία διατηρούσε η τελευταία ομόρρυθμη εταιρεία έως το έτος 2012. Εξάλλου, και αληθής υποτιθέμενος να ήταν ο ισχυρισμός ότι οι αναρτήσεις αυτές ήταν ιδιωτικές, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ακόμη κι αν είχαν κτηθεί παρανόμως, θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη με βάση την αρχή της αναλογικότητας κατά τη στάθμιση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων (ΟλΑΠ 1/2017).

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΦΕΣΕΩΝ

Αριθμός Απόφασης 7781/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή, Αδαμαντία Παχουμίου, Πρωτοδίκη, η οποία ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Σταυρούλα Βόρτσου.

(…) Η εκκαλούσα είχε ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου ……………. την από ……….. και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………. αίτηση περί υπαγωγής της στον νόμο 3869/2010 με σκοπό τη ρύθμιση των οφειλών της και την προστασία της κύριας κατοικίας της, καθώς και των λοιπών περιουσιακών της στοιχείων και ζητούσε να γίνει αυτή δεκτή. Επί της ως άνω αίτησής της, εκδόθηκε κατά τις διατάξεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, η με αριθμό …………… απόφαση του Ειρηνοδικείου ……………, διά της οποίας απορρίφθηκε η υπό κρίση αίτησή της ως ουσία αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα με την από ……………… έφεσή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου …………….) με αριθμό γενικής και ειδικής έκθεσης κατάθεσης ……………………, καθώς και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προς προσδιορισμό, λαμβάνοντας αριθμό γενικής και ειδικής έκθεσης κατάθεσης ………………………., η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο (……………..).

Ο εκκαλών είχε ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου …………… την από ……………. και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………… αίτηση του περί υπαγωγής του στον νόμο 3869/2010 με σκοπό τη ρύθμιση των οφειλών του και την προστασία της κύριας κατοικίας του και των λοιπών περιουσιακών του στοιχείων και ζητούσε να γίνει αυτή δεκτή. Επί της ως άνω αίτησής του, εκδόθηκε κατά τις διατάξεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, η με αριθμό …………. απόφαση του Ειρηνοδικείου …………., διά της οποίας απορρίφθηκε η υπό κρίση αίτησή του ως ουσία αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα ο αιτών και ήδη εκκαλών με την από …………… έφεσή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου …………….) με αριθμό γενικής και ειδικής έκθεσης κατάθεσης ……………….., καθώς και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προς προσδιορισμό, λαμβάνοντας αριθμό γενικής και ειδικής έκθεσης κατάθεσης ………………., η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο (………….).

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

(…) V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, «Ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής από δόλο ή βαριά αμέλεια, την οποία μπορεί να επικαλεσθεί με αίτηση του οποιοσδήποτε πιστωτής, εφόσον δεν έχει παρέλθει ένα έτος από τότε που την πληροφορήθηκε, συνεπάγεται, με την επιφύλαξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί…». Μολονότι ο νόμος κάνει, λόγο για «αίτηση του πιστωτή», είναι δεδομένο ότι, αν βρίσκεται σε εκκρεμότητα η αίτηση του άρθρου 4 του εν λόγω νόμου, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προβληθεί κατ’ ένστασιν μέχρι την περάτωση της συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά το άρθρο 745 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 273/2023, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 169/2022, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 120/2021, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 438/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1397/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1384/2018, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 636/2017, ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, παραβίαση του καθήκοντος ειλικρίνειας υπάρχει, αν ο οφειλέτης, από δόλο ή βαριά αμέλεια, αποκρύπτει εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχονται ή περιουσιακά στοιχεία κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εμφανίζεται μειωμένων οικονομικών δυνατοτήτων και έτσι να επιτύχει παράνομα μειωμένη ικανοποίηση των πιστωτών του, εκτός βέβαια αν η παράλειψη αυτή είναι εντελώς ασήμαντη και επουσιώδης. Ως δόλος νοείται η εκ μέρους του δράστη πρόβλεψη και αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος ορισμένης συμπεριφοράς, την οποία αυτός επιχειρεί, αν και γνωρίζει τα περιστατικά, που την καθιστούν παράνομη. Στην συγκεκριμένη περίπτωση με δόλο ενεργεί ο οφειλέτης, όταν, εν γνώσει του, υποβάλει ψευδή δήλωση, που δεν ανταποκρίνεται δηλαδή στην αλήθεια, χωρίς να χρειάζεται κάποιο πρόσθετο στοιχείο, ενώ ως βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια, όταν η απόκλιση από το μέτρο συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη. Η κρίση για τον χαρακτήρα της αμέλειας ως βαριάς είναι θέμα αξιολογήσεως των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο. Για να επέλθουν εις βάρος του οφειλέτη οι οριζόμενες στον νόμο πιο πάνω δυσμενείς κυρώσεις, δεν απαιτείται με την συμπεριφορά αυτή του οφειλέτη να έχει μειωθεί (βλαβεί) η ικανοποίηση των πιστωτών. Αρκεί ότι οι εσφαλμένες ή ατελείς δηλώσεις του οφειλέτη είναι πρόσφορες να μειώσουν (ζημιώσουν) την ικανοποίηση των πιστωτών. Όταν, όμως, οι παραβάσεις του οφειλέτη είναι εντελώς επουσιώδεις, δεν δικαιολογείται η προβλεπόμενη στο νόμο παραπάνω αντιμετώπιση. Επίσης, δεν χρειάζεται να αναφέρονται στην αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου τα ποσά, που είχαν εισπραχθεί κατά το παρελθόν στον βαθμό που αυτά, κατά την υποβολή της αιτήσεως, έχουν πλέον αναλωθεί προς κάλυψη αναγκών του οφειλέτη ή για εξόφληση οφειλών του, αφού έχουν παύσει να αποτελούν περιουσία του. Ο οφειλέτης πάντως πρέπει να αναφέρει και τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία, κατά την δική του υποκειμενική εκτίμηση, μπορεί να είναι και χωρίς αξία ή και χωρίς πιθανότητα ρευστοποιήσεως ή εισπράξεως, καθώς ο μόνος αρμόδιος να ενημερωθεί γι’ αυτά και να τα αξιολογήσει, είναι ο δικαστής. Τέλος, ο οφειλέτης μπορεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 745 ΚΠολΔ, να προβάλει πραγματικούς ισχυρισμούς έως την περάτωση της τελευταίας συζήτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης, αν πριν την έναρξη της διαδικασίας συμπληρώσει την αίτησή του, όσον αφορά την κατάσταση της περιουσίας του (ΑΠ 1580/2017, ΝΟΜΟΣ) . Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται και ρυθμίζονται από τον νόμο αυτόν, αποβλέπουν στο να διευκολύνουν τον έντιμο και καλόπιστο οφειλέτη, ο οποίος περιήλθε, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία εκπληρώσεως των οφειλών του. Σε κάθε πάντως περίπτωση, ένας ανειλικρινής σε κρίσιμα ζητήματα οφειλέτης (περιουσιακή κατάσταση - εισοδήματα) δεν κρίνεται άξιος να τύχει της ευνοϊκής μεταχειρίσεως του νόμου (ΑΠ 273/2023, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 169/2022, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 120/2021, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1397/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1206/2018, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 636/2017, ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσεως ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρο 744 ΚΠολΔ) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι, που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 759 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων, που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 του Κ.Πολ.Δικ., αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής αποδείξεως (ΑΠ 169/2022, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 508/2020, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 257/2020, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1398/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 986/2018, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 769/2015, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 236/2015, ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, η εξουσία, που παρέχει στο δικαστήριο, η καθιέρωση του ανακριτικού συστήματος στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν αφικνείται μέχρι του σημείου να μπορεί το δικαστήριο να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη αυτοτελείς ισχυρισμούς, για τους οποίους ο ίδιος ο νόμος ορίζει ότι για να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο πρέπει να προταθούν από το διάδικο. Ειδικότερα, το δικαστήριο, στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, παρά την εφαρμογή ανακριτικού συστήματος, δεν δύναται να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως αυτοτελή ισχυρισμό, όταν ο νόμος καθιερώνει τη λήψη υπόψη αυτού μόνο κατόπιν προτάσεώς του από το διάδικο, τέτοια δε νομοθετική πρόβλεψη υπάρχει τόσο στην περίπτωση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, προς το συμφέρον του οποίου τάσσεται η νομοθετική αυτή ρύθμιση και επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει το σχετικό ισχυρισμό κατ’ ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτού, όσο και στην ανωτέρω περίπτωση του άρθρου 10 παρ. 1 εδ. α΄ και β΄ του ίδιου νόμου 3869/2010, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, την παράβαση δε της εν λόγω υποχρεώσεως από δόλο ή βαριά αμέλεια, όπως ρητά ορίζεται με τη νομοθετική αυτή ρύθμιση, τη λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο μετά από «αίτηση του πιστωτή» ή, όπως προεκτέθηκε, και κατ’ ένσταση και όχι αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 277/2018, ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, παρά την εφαρμογή του ανακριτικού συστήματος στην ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, δεν είναι επιτρεπτή η αυτεπάγγελτη από το δικαστήριο λήψη υπόψη της υποβολής ανειλικρινούς δηλώσεως από τον οφειλέτη, αφού αυτή, σύμφωνα με τη σχετική ανωτέρω ρητή νομοθετική ρύθμιση, πρέπει, για να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, να την επικαλεστεί με αίτησή του (ή κατ’ ένσταση), οποιοσδήποτε πιστωτής που μετέχει στη διαδικασία (ΑΠ 169/2022, ΝΟΜΟΣ).

 

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

ΜΠρ(Ασφ. Μ.) Αθ 2937/2026 : "Απαγόρευση επαγγελματικής χρήσης διαμερίσματος με το καθεστώς των βραχυχρόνιων μισθώσεων (ενοικίαση μέσω airbnb, booking κ.λπ.)"

 


ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ

Αριθμός Απόφασης 2937/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Παναγιώτα Πετροπούλου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, η οποία ορίστηκε κατόπιν κλήρωσης.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2026, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 4 και 13 του ν. 3741/1929 και 1002, 1117 ΑΚ προκύπτει ότι υπό τους όρους των άρθρων 4 και 13 του πιο πάνω νόμου όλοι οι συνιδιοκτήτες οικοδομής, που υπάγεται στις διατάξεις της κατ' ορόφους ιδιοκτησίας, μπορούν να ρυθμίσουν με συμφωνίες τους τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους τόσο στα κοινά μέρη που θα καθορίσουν, όσο και στις διαιρεμένες ιδιοκτησίες, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του νόμου αυτού που αποτελούν ενδοτικό δίκαιο και ισχύουν μόνο ελλείψει αντίθετων συμβατικών ρυθμίσεων, θεσπίζοντας έτσι υποχρεώσεις και δικαιώματα ή ορισμένη χρήση των πραγμάτων που δεσμεύει τους διαδόχους τους και ισχύουν ανεξάρτητα από τυχόν προηγούμενη παράβαση του κανονισμού από κάποιο των συνιδιοκτητών ή μείωσης της ασφάλειας της οικοδομής. Η εγκυρότητα των συμφωνιών αυτών δεν θίγεται από τις εκάστοτε ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις (περί αυθαίρετων κατασκευών ή νομιμοποίησης αυτών), εκτός αν προβλέπουν ρητώς την απαγόρευση των συμφωνιών αυτών. Οι πιο πάνω περιορισμοί φέρουν χαρακτήρα πραγματικής δουλείας, δεσμεύοντες εκείνους που τους συμφώνησαν και αντιτάσσονται κατά τρίτων. Συνεπώς, με τον κανονισμό, που έχει ισχύ νόμου, ως προς τις σχέσεις μεταξύ συνιδιοκτητών, εγκύρως καθιερώνονται περιορισμοί και απαγορεύσεις στη χρήση των παραπάνω πραγμάτων και πέραν των αναφερομένων στο άρθρο 3 του ν. 3741/1929 και στις περί γειτονίας διατάξεις των άρθρων 1003, 1004 ΑΚ. Αν, κατά συνεπεία, με κάποιον όρο απαγορεύεται στους συνιδιοκτήτες η διενέργεια μεταβολών σε κάθε περίπτωση ή ορισμένη χρήση των πραγμάτων αυτών, η απαγόρευση αυτή, που έχει χαρακτήρα αρνητικής δουλείας, σύμφωνα με τα άρθρα 13 παρ. 3 του ν. 3741/1929 και 1117 Α.Κ. ισχύει και όταν από την απαγορευμένη πράξη δεν παραβλάπτεται η χρήση ούτε θίγονται τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών. Ειδικότερα, το περιεχόμενο του κανονισμού, το σχετικό με τη συμφωνημένη ή απαγορευμένη χρήση (που αποτελεί το περιεχόμενο της δουλείας) μπορεί να είναι α) η απαγόρευση ορισμένης χρήσης ρητά, β) ο ορισμός ότι οι οριζόντιες ιδιοκτησίες Θα χρησιμοποιούνται για ορισμένη χρήση (λ.χ. για κατοικία) και γ) η απαγόρευση γενικά οποιοσδήποτε χρήσης, η οποία συνεπάγεται τη δημιουργία υπερβολικών θορύβων, ρύπανσης, δυσοσμίας κ.λπ.. Η συμφωνία αυτή, όπως προαναφέρθηκε, δεσμεύει τους συμβαλλομένους και τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους τους, αφού στις μεταξύ των συνιδιοκτητών σχέσεις ο κανονισμός επέχει ισχύ νόμου. Όροι του κανονισμού με τους οποίους επιτρέπεται ορισμένη χρήση των διηρημένων ιδιοκτησιών, υποχρεώνουν τους συνιδιοκτήτες να απέχουν από οποιαδήποτε ενέργεια που είναι αντίθετη με τον κανονισμό, εάν δε συμβαίνει κάτι τέτοιο, η εν λόγω ενέργεια συνιστά παρανομία με άμεση υποχρέωση να παύσει να συνεχίζεται στο μέλλον, η δε άρνηση συμμόρφωσης συνεπάγεται τη λήψη περιοριστικών μέτρων. Η ανωτέρω υποχρέωση βαρύνει όχι μόνον προσωπικώς τον παρανόμως ενεργήσαντα κύριο της διηρημένης ιδιοκτησίας, αλλά και τα πρόσωπα που ανήκουν στον επαγγελματικό του κύκλο, στα τελευταία δε περιλαμβάνονται και εκείνα που έχουν εξουσία χρήσης από γενόμενη παραχώρηση, συνεπεία μίσθωσης ή άλλης έννομης σχέσης, έχουν δε τον χαρακτήρα δουλειών και δεσμεύουν όλους τους συνιδιοκτήτες, με συνέπεια ο παραχωρήσας κύριος τη χρήση ακινήτου του για σκοπό αντιτιθέμενο προς τον κανονισμό να οφείλει να άρει την προσβολή, ενεργώντας αυτοπροσώπως και παρότι η μίσθωση είναι έγκυρη (ΕφΔωδ 231/2023 Νόμος).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση, η αιτούσα, παριστάμενη υπό διττή ιδιότητα, αφενός ως διαχειρίστρια και εκπρόσωπος των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας επί της οδού . και αφετέρου ατομικά ως ιδιοκτήτρια αυτοτελούς ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας αυτής …, εκθέτει ότι δυνάμει των αναφερομένων στο δικόγραφο της αίτησης συμβολαίων, που μεταγράφηκαν νόμιμα, τόσο η ίδια όσο και η καθ' ης η αίτηση εταιρεία που δραστηριοποιείται στην εκμίσθωση και διαχείριση ακινήτων, κατέστησαν κυρίες των αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών που περιγράφονται αναλυτικά στην αίτηση και βρίσκονται σε πολυκατοικία επί της οδού . . Ότι η ανωτέρω οικοδομή διέπεται από την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας (ν. 3741/1929), που έχει μεταγράφει νόμιμα, με βάση την οποία καθορίστηκαν οι κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι χώροι, οι χώροι αποκλειστικής χρήσης εκάστου συνιδιοκτήτη, καθώς και οι περιορισμοί κατά τη χρήση των κοινόχρηστων μερών και των διηρημένων αυτοτελών ιδιοκτησιών και η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του τίτλου ιδιοκτησίας του καθενός από τους συνιδιοκτήτες. Ότι η καθ' ης η αίτηση, κατά παράβαση του κανονισμού, προέβη, κατά το θέρος του 2025 σε καταχώρηση του ακινήτου της σε ιστοσελίδα του διαδικτύου κι έκτοτε το εκμεταλλεύεται ως τουριστικό κατάλυμα με το σύστημα της βραχυχρόνιας μίσθωσης (Airbnb). Ότι οι πελάτες της σε καθημερινή βάση οχλαγωγούν τόσο κατά την παραμονή τους στο διαμέρισμα όπου διαμένουν όσο και στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, ακόμη και κατά τις ώρες κοινής ησυχίας, ενώ προβαίνουν και σε λοιπές ενέργειες που σχετίζονται με την υπερεντατική χρήση των κοινόχρηστων χώρων και την ασυνήθη φθορά τους, ενώ παράλληλα εγείρονται και ζητήματα παραβίασης της ασφάλειας της οικοδομής με την άκριτη είσοδο τρίτων προσώπων, διαταράσσοντας την ομαλή διαμονή των ενοίκων στις ιδιόκτητες κατοικίες τους. Με βάση τα ανωτέρω ζητεί να υποχρεωθεί η καθ' ης α) να αφαιρέσει την διαφημιστική ανάρτηση του διαμερίσματος από όλες τις διαδικτυακές πλατφόρμες διαμοιρασμού ή αναζήτησης τουριστικών καταλυμάτων, άλλως να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση του νομίμου εκπροσώπου της, β) να αφαιρέσει το κουτί εξωτερικά της πολυκατοικίας που χρησιμοποιεί για την τοποθέτηση των κλειδιών της κοινόχρηστης εισόδου, διαφορετικά να επιτραπεί στην ένωση των συνιδιοκτητών να το απομακρύνουν, καταδικαζομένης της καθ' ης να καταβάλει το σχετικό κόστος εργασίας, αποτιμώμενο στο ποσό των 100,00 ευρώ, γ) να παραλείπει στο μέλλον i. την εκμίσθωση του διαμερίσματος, τόσο η ίδια όσο και οιοσδήποτε έλκων εξ αυτής δικαιώματα, υπό καθεστώς βραχυχρόνιας μίσθωσης, ii. να αναρτά το διαμέρισμα σε οποιαδήποτε πλατφόρμα προσφοράς ακινήτων για το σκοπό αυτό, iii. να εγκαθιστά στην είσοδο της οικοδομής οποιαδήποτε κατασκευή που θα επιτρέπει την είσοδο τρίτων στο διαμέρισμα και iv. οποιαδήποτε άλλη χρήση του διαμερίσματος πλην της κατοικίας με την απειλή, για κάθε παραβίαση των διατάξεων της εκδοθησομένης απόφασης εναντίον της και υπέρ της ένωσης των συνιδιοκτητών, χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης. Τέλος να καταδικαστεί η καθ' ης στη δικαστική της δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο, η κρινόμενη αίτηση, παραδεκτά και αρμόδια εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ. Είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας, καθώς και σε αυτές των άρθρων 731 επ, 947 παρ. 1 και 176 ΚΠολΔ, πλην των αιτημάτων α) να υποχρεωθεί η καθ' ης να αφαιρέσει τις διαφημιστικές αναρτήσεις του διαμερίσματος της από όλες τις διαδικτυακές πλατφόρμες και να απέχει από την εκ νέου προβολή του στο μέλλον υπό τον αυτό τρόπο, το οποίο είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αιτούσας, υπό την ιδιότητα με την οποία παρίσταται, καθώς μόνη η διαφημιστική προβολή του διαμερίσματος δεν προκαλεί προσβολή ή βλάβη για τους συνιδιοκτήτες της οικοδομής, επί δε παραδοχής της αίτησης κατά τα λοιπά αιτήματα αυτής μόνη η διατήρηση της διαφημιστικής προβολής στους οικείους ιστοτόπους δεν δύναται να παρακωλύσει την συμμόρφωση της καθ' ης με το διατακτικό της απόφασης, παρά μόνον να διαταράξει το συμβατικό πλαίσιο των σχέσεων αυτής με τους διαχειριστές της πλατφόρμας ή μεμονωμένα με τους τρίτους που θα επιδιώξουν, χωρίς επιτυχία, την διαμονή τους στο διαμέρισμα, απαντώντας την αδυναμία παροχής εκ μέρους της καθ' ης και β) να υποχρεωθεί η καθ' ης να αφαιρέσει την κατασκευή φύλαξης των κλειδιών της εξώθυρας της οικοδομής από τον εξωτερικό τοίχο της οικοδομής και να απέχει από την μελλοντική επανατοποθέτησή του, το οποίο είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του, αφού πρόκειται για ζήτημα διαχείρισης των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής κι εν προκειμένω δεν αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο δεν μπορεί να ληφθεί επί του ζητήματος αυτού σχετική απόφαση από τη Γενική Συνέλευση της πολυκατοικίας. Επομένως, στο βαθμό που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη η υπό κρίση αίτηση πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρας της αιτούσας, … και του μάρτυρα της καθ' ης, …, ακροατήριο, καθώς επίσης και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αιτούσα τυγχάνει διαχειρίστρια και εκπρόσωπος της ένωσης συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας που βρίσκεται … .