Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

"Η αιτιώδης συνάφεια ως στοιχείο στη θεμελίωση αξιόποινων πράξεων δια παράλειψης του κατηγορουμένου, ως στοιχείο στα εγκλήματα σκοπού, ως στοιχείο στη συμμετοχική ευθύνη στην τέλεση της πράξης από τον αυτουργό και ως στοιχείο στις αποδείξεις στην ποινική δίκη με βάση τις παραπομπές στη νομολογία του Αρείου Πάγου" [Επιμέλεια: Λάμπρος Σ. Τσόγκας, Εισαγγελέας Εφετών]

 



* Στις περιπτώσεις εγκλημάτων που η ευθύνη του κατηγορουμένου θεμελιώνεται σε παράλειψη (εκτός από την αναζήτηση της πηγής από την οποία προκύπτει η υποχρέωση της εκδήλωσης θετικής ενέργειας αντί αδράνειας από αυτόν) απαιτείται η παράλειψη να συνδέεται αιτιωδώς με το εγκληματικό αποτέλεσμα. Τόσο για την πηγή της υποχρέωσης όσο και για την ανάδειξη της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράλειψης από την οποία τελικά επήλθε στην εξωτερική – εμπειρική πραγματικότητα η μεταβολή, δηλαδή το αποτέλεσμα της βλάβης στο θύμα, χρήσιμη είναι η υπ’αριθ.1561/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, απόσπασμα της οποίας παρατίθεται πιο κάτω:

 

………για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 Π.Κ, κατά το οποίο, “όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος”. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και μπορεί να πηγάζει από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος (Ολ.Α.Π. 4/2010). Σ’ αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως, να εκτίθενται, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι η νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, ενώ, εάν η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, η επικινδυνότητα του επαγγέλματος ή της εργασίας του οποίου επιβάλλει, ως εκ της φύσεώς της, τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του αξιόποινου αποτελέσματος, δεν είναι αναγκαία η αναφορά επιτακτικού κανόνα δικαίου, από τον οποίο να πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση του αποτελέσματος αυτού. Όταν το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο της συνδρομής (συγκλίνουσας) αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά υπέχει ευθύνη αυτοτελώς και χωριστά από τα άλλα, κατά το λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφ’ όσον, πάντως, το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν (Ολ.Α.Π. βλ. ανωτ.). Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που, από μόνη της ή μαζί με τη συμπεριφορά άλλου προσώπου, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα. Αρκεί δηλαδή, προς θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν για την πρόκλησή του συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως (λ.χ. αμέλεια του παθόντος ή τρίτου). Τούτο δε, γιατί η κρατούσα στο ποινικό δίκαιο άποψη ακολουθεί τα πορίσματα της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων, υπό την παραλλαγή της ενεργού αιτίας, εν αντιθέσει προς τη θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας, η οποία επικρατεί όσον αφορά την αστική ευθύνη. Στα δια παραλείψεως τελούμενα εγκλήματα, θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραλείψεως και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση, που, αν δεν είχε συντρέξει η αμελής συμπεριφορά (παράλειψη) του υπαιτίου, τότε με μεγάλη πιθανότητα (η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας) θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα.

 

* Με βάση τα παραπάνω, ως κριτήριο στην απόφαση του Δικαστή   ότι  συντρέχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραλείψεως και του αποτελέσματος, λειτουργεί η περίπτωση όταν μπορούμε να φαντασθούμε ότι, αν γινόταν η επιβεβλημένη ενέργεια, που δεν έγινε, τότε με πιθανότητα που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα δεν θα επερχόταν.

 

* Sτα εγκλήματα σκοπού, όπως είναι αυτό της πλαστογραφίας απαιτείται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της κατάρτισης ή της νόθευσης και του σκοπού του δράστη να επιφέρει τη ζημία ή το όφελος που σχεδιάζει. Ειδικότερα στην υπ’αριθ.424/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου σημειώνονται τα εξής: 

 

……για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ’ του Π.Κ.) από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, με μεταβολή του τελευταίου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση (έστω και με την έννοια της αμφιβολίας) και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη, περαιτέρω δε σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης και μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση, ενώ χρήση πλαστού εγγράφου συνιστά κάθε ενέργεια, η οποία, εντασσόμενη στον σκοπό σύνταξης ή τον προορισμό του εγγράφου και κατευθυνόμενη σε παραπλάνηση άλλου, καθιστά αυτό (έγγραφο) προσιτό και παρέχει τη δυνατότητα στον άλλον (εκείνον που επιδιώκεται να παραπλανηθεί) να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται ο τελευταίος να έλαβε πράγματι γνώση του εγγράφου ή να παραπλανήθηκε (Ολ. Α.Π. 3/2008, Α.Π. 220/2019). Έτσι, εκτός από το σκοπό παραπλάνησης, που πρέπει να έχει ο δράστης, απαιτείται επί πλέον το πλαστό έγγραφο να έχει τη δυνατότητα αντικειμενικά με τη χρήση του να παραπλανήσει άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να είναι πρόσφορο να παράγει έννομες συνέπειες, ενώ η επέλευση βλάβης στην περιουσία άλλου δεν αποτελεί στοιχείο του εγκλήματος. Υπέρ των ανωτέρω, συνηγορεί και το γεγονός ότι η πλαστογραφία, υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου ή χρήση πλαστού εγγράφου), διαπλάθεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού, με τη συστηματική δε ένταξή της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ. σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των έγγραφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων.

 

* Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στην περίπτωση του εγκλήματος της απάτης στη διάγνωση της δημιουργίας πλάνης στον εξαπατώμενο με βάση τις ψευδολογίες του δράστη σχετικα με γεγονός, πότε δηλαδή διαπιστώνεται η σχέση ψευδολογίας και πλάνης, αλλά και πότε επέρχεται η αρχή τέλεσης της πράξης της απάτης στην περίπτωση της τέλεσής της στο Πολιτικό Δικαστήριο με παραπλανηθέντα τον Δικαστή. Στην υπ’αριθ.498/2025 απόφαση του Αρείου Πάγου αναφέρονται τα εξής:

 

….Ως έγκλημα σκοπού (υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), εξάλλου, δεν απαιτείται στην απάτη πραγμάτωση του σκοπηθέντος περιουσιακού οφέλους, για το λόγο δε αυτό πυρήνας του σχετικού αδίκου δεν είναι μόνο η αποσκοπούσα σε κέρδος περιουσιακή βλάβη, αλλά κυρίως η άνευ υποχρέωσης μεταβίβαση περιουσίας. Με βάση το στοιχείο του αποτελέσματος με την ουσιαστική του όρου έννοια, δηλαδή του αποτελέσματος ως μεταβολής στον εξωτερικό υλικό κόσμο, το έγκλημα της απάτης εντάσσεται και στα εγκλήματα βλάβης, σε εκείνα δηλαδή που το αποτέλεσμα τους έγκειται στη βλάβη εννόμου αγαθού, ήτοι του εξατομικευμένου υλικού αντικειμένου, και στα οποία δεν νοείται αξιόποινη συμπεριφορά χωρίς εξατομικευμένο παθόντα ή εξατομικευμένο πρόσωπο που διαθέτει περιουσία εις βάρος συγκεκριμένου παθόντος, σε περίπτωση τριγωνικής σχέσης.

Συνεπώς, δεν αρκεί η διαπίστωση ότι μία δήλωση, αντικειμενικά κρινόμενη, μπορεί να προκαλέσει πλάνη στους αποδέκτες της, σαν να επρόκειτο για έγκλημα διακινδύνευσης, αλλά θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι συγκεκριμένος αποδέκτης πλανήθηκε με τη δήλωση αυτή και πείσθηκε να προβεί σε πράξη περιουσιακής διάθεσης επιζήμιας για την περιουσία του ή την περιουσία τρίτου

 

…… Για την εύρεση του σημείου έναρξης της αρχής εκτέλεσης και τον διαχωρισμό της απόπειρας της απάτης στο πολιτικό δικαστήριο από τις προπαρασκευαστικές πράξεις, κρίσιμο είναι το είδος της διαδικασίας και ιδίως εάν σε αυτή εφαρμόζεται το συζητητικό σύστημα (άρθρο 106 ΚΠολΔ που αποτελεί τον κανόνα στην πολιτική δίκη), κατά το οποίο απαιτείται επίκληση και προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων ή το ανακριτικό σύστημα (εκούσια δικαιοδοσία, ασφαλιστικά μέτρα), κατά το οποίο δεν απαιτείται κάτι τέτοιο, ενώ, κρίσιμο είναι και το πότε συγκεντρώνεται και προσάγεται το αποδεικτικό υλικό στη δίκη (εφαρμογή ή μη της αρχή της προαπόδειξης), εάν η διαδικασία είναι προφορική (κανόνας στη δίκη στον πρώτο βαθμό, κατά το προϊσχύσαν άρθρο 115 § 1 ΚΠολΔ) ή γραπτή (κανόνας στη νέα τακτική διαδικασία μετά το ν. 4335/2015) και αν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων στο ακροατήριο (κανόνας στην πολιτική δίκη, κατ’ άρθρο 115 παρ. 3 ΚΠολΔ) ή όχι. Στις περιπτώσεις που ισχύει το συζητητικό σύστημα, η προφορική διαδικασία και η υποχρεωτική κατάθεση των προτάσεων (λ.χ. στις περιουσιακές διαφορές κατά τα άρθρα 591 και 614 επ. ΚΠολΔ και στην παλαιά τακτική διαδικασία προ του ν. 4335/2015), αρχή εκτέλεσης συνιστά η προφορική ανάπτυξη των ψευδών ισχυρισμών στην (πρώτη) συζήτηση στο ακροατήριο, εφόσον έχει γίνει επίκληση των ψευδών αποδεικτικών στοιχείων που τους στηρίζουν στις προτάσεις της συζήτησης που (κατά κανόνα) προσκομίζονται ή εξετάζονται (ως προς τους μάρτυρες) στην έδρα, σε μία συζήτηση. Τότε εξατομικεύεται και το πρόσωπο του πλανώμενου (εξαπατηθέντος) Δικαστή και είναι δυνατή η νοητική επικοινωνία αυτού και του δράστη – ψευδόμενου διαδίκου. Επομένως, η αναβολή της συζήτησης που δεν συνιστά συζήτηση της υπόθεσης, δεν συνιστά αρχή εκτέλεσης για το έγκλημα αυτό. Το ίδιο ισχύει (πολύ περισσότερο) και για τη ματαίωση συζήτησης της υπόθεσης, όταν δεν παρίστανται οι διάδικοι ή όταν δεν παρίστανται προσηκόντως (άρθρο 260 ΚΠολΔ). Στην περίπτωση τέλεσης απάτης επί δικαστηρίου δια παραλείψεως (μη γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, κατ’ άρθρο 15 ΠΚ) η αρχή εκτέλεσης καθορίζεται, με βάση το άρθρο 116 ΚΠολΔ και την αρχή πληρότητας, στο ίδιο σημείο της διαδικασίας, αφού τότε οφείλει ο διάδικος – δράστης να εκθέσει το ουσιώδες πραγματικό γεγονός που συνιστά καταχρηστική ένσταση και που ωφελεί τον αντίδικο του. Κάθε στάδιο πριν από το σημείο αυτό καθορισμού της αρχής εκτέλεσης (λ.χ. κατάθεση της αγωγής, επίδοση της, εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο) συνιστά προπαρασκευαστικό στάδιο του εγκλήματος της απάτης επί Δικαστηρίου (ως στάδιο προετοιμασίας και διευκόλυνσης της τέλεσης του), που δεν τιμωρείται. Από το ως άνω σημείο έναρξης της αρχής εκτέλεσης μέχρι την τυπική αποπεράτωση του αδικήματος, ήτοι μέχρι τη δημοσίευση οριστικής απόφασης, χωρεί το στάδιο απόπειρας του εγκλήματος της απάτης επί Δικαστηρίου. Κατά τη νέα τακτική διαδικασία (ιδίως το άρθρο 237ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το ν. 4335/2015, από 1-1-2016), κατά την οποία η διαδικασία είναι έγγραφη και υπάρχει η υποχρεωτική κατάθεση προτάσεων και η προαπόδειξη, αρχή εκτέλεσης συνιστά ο ορισμός του εισηγητή της υπόθεσης ή της σύνθεσης του πολυμελούς Δικαστηρίου, με πράξη του προέδρου πρωτοδικών, μετά το κλείσιμο του φακέλου της δικογραφίας (άρθρο 237 § 4 ΚΠολΔ), διότι τότε εξατομικεύεται το πρόσωπο του αποδέκτη της εξαπάτησης – Δικαστή και είναι δυνατή η παραπλάνηση του, ενώ η συζήτηση είναι τυπική, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και χωρίς δυνατότητα αναβολής.

 

* Η υπ’αριθ. 876/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου είναι χρήσιμη τόσο για την ανάγκη της αναζήτησης με βάση τις αποδείξεις όσο και για τις ανάγκες της αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης της αιτιώδους συνάφειας της συμπεριφοράς του (απλού) συνεργού στην πράξη του φυσικού αυτουργού. Έτσι αποτελεί υπό διερεύνηση στην ποινική δίκη ότι η συμβολή του συνεργού  ήταν αποφασιστική για την τέλεση της πράξης του αυτουργού, υπό τις περιστάσεις και τις συνθήκες που διαπράχθηκε, ή υπό τις οποίες ο αυτουργός αποπειράθηκε να διαπράξει αυτή. Μάλιστα στην εν λόγω απόφαση δίνονται ενδεικτικά μορφές τέλεσης της (απλής) συνέργειας του υπαιτίου αυτής προς   τον φυσικό αυτουργό στα πλαίσια της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των συμπεριφορών του απλού συνεργού και του φυσικού αυτουργού. Ακόμη στην προαναφερθείσα απόφαση αναφέρεται ότι όταν το διατακτικό της δικαστικής απόφασης εμπεριέχει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και της υπόστασης της πράξης, για την οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος,  καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Τέλος σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση του Αρείου Πάγου  η μη κλήτευση από το κατ’έφεση Δικαστήριο του εκκαλούντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο δεν συνδέεται με την παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας , αφού κρίθηκε ως μη αναγκαία η παρουσία του στη δίκη.  Ακολουθεί το σημαντικό τμήμα της ανωτέρω απόφασης:

 

…..κατά τη διάταξη του άρθρου 46§1 περ. β’ του ίδιου ως άνω ΠΚ (παλαιού), όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη, κατά τη διάρκεια άδικης πράξης που διέπραξε και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 47 εδ.α του νέου ΠΚ: ” Όποιος πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται με μειωμένη ποινή (άρθρο 83)”. Από τα παραπάνω καταφαίνεται ότι με τον ισχύοντα από 1-7-2019 νέο ΠΚ, επήλθαν ουσιώδεις αλλαγές στις διατάξεις για τη συνέργεια στο έγκλημα, αφού καταργήθηκε η διάκριση μεταξύ άμεσης και απλής συνέργειας, όπως αποτυπωνόταν στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 46§1εδ.β’ και 47§1ΠΚ και προβλέπεται πλέον ενιαία µειωµένη ποινή για όλες τις µορφές της συνέργειας, είτε προσφέρεται κατά, είτε πριν από την τέλεση της πράξης (αιτιολογική έκθεση Ν.4619/2019). Και υπό τον παλαιό ΠΚ αλλά και υπό τον νέο ΠΚ για τη στοιχειοθέτηση της συνέργειας τρίτου σε άδικη πράξη του αυτουργού, απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) πράξη υλικής (φυσικής) ή ψυχικής συνδρομής τρίτου, δηλαδή οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική. Η ψυχική συνδρομή δύναται να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του συνεργού στον τόπο της πράξης, με την ενίσχυση της απόφασης που ο αυτουργός έχει πάρει για την τέλεση της πράξης καθώς και η ενθάρρυνση αυτού καθ’ οιονδήποτε τρόπο, όπως αυτή που γίνεται με φωνές, χειρονομίες, με την παρότρυνση για την τέλεση της πράξης ή την παροχή υπόσχεσης για συγκάλυψη του εγκλήματος με την εξάλειψη των ιχνών του, β) τέλεση (ως προς το αντικειμενικό σκέλος της) από τον αυτουργό άδικης πράξης ή απόπειρας άδικης πράξης, γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμμετοχικής πράξης του συνεργού και της άδικης πράξης του αυτουργού, ο οποίος υπάρχει, όταν, χωρίς την πρώτη, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση της δεύτερης υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε, δηλαδή, η συμβολή του συνεργού πρέπει να ήταν αποφασιστική για την τέλεση της πράξης του αυτουργού, υπό τις περιστάσεις και τις συνθήκες που διαπράχθηκε, ή υπό τις οποίες ο αυτουργός αποπειράθηκε να διαπράξει αυτή και δ) δόλος του συνεργού, ο οποίος έγκειται στη θέληση ή αποδοχή παροχής συνδρομής στον αυτουργό, για να τελέσει την άδικη πράξη και γνώση αυτού (με την έννοια της επίγνωσης – συνείδησης) ότι η συνδρομή του παρέχεται για την τέλεση της κύριας πράξης. Άμεσος δόλος είναι αναγκαίος μόνο αν ανάλογο είδος δόλου απαιτείται για την κύρια πράξη. Για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρέπει να προσδιορίζεται στην απόφαση ο χρόνος τέλεσης της πράξης του αυτουργού ή ο χρόνος που αυτός αποπειράθηκε να τελέσει αυτή και της πράξης του συνεργού, που ως τέτοιος νοείται ο χρόνος της ενέργειας ή της παράλειψης, που συνιστά τη δική του συμμετοχική δράση. Επίσης, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά ο δόλος του συνεργού, μόνο ως προς το ότι αυτός γνώριζε την τέλεση της κύριας πράξης, ενώ, ως προς τα λοιπά στοιχεία (θέληση ή αποδοχή συμβολής στην τέλεση της κύριας πράξης), ο δόλος προκύπτει από την πραγμάτωση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης του και αρκεί η γενική αιτιολογία για την ενοχή του.

 

……Η αιτίαση, ότι το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ταυτίζεται με το διατακτικό της, είναι αβάσιμη, καθόσον, αφενός μεν το διατακτικό περιέχει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της, αφετέρου δε στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως διαλαμβάνονται και πρόσθετες σκέψεις και κατά συνέπεια δεν υπάρχει ταύτιση μεταξύ τους. Όσον αφορά τη αιτίαση περί έλλειψης συνδρομής στο πρόσωπό του, είναι αβάσιμη, καθόσον η εκτιθέμενη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης, περιλαμβάνει συνεχή παρουσία του στις συναντήσεις του φυσικού αυτουργού και της υποστηρίζουσας την κατηγορία, παροχή διαβεβαιώσεων προς την τελευταία για τη δήθεν αλήθεια των ψευδών παραστάσεων του συγκατηγορουμένου του και καθοριστική συμβολή του αναιρεσείοντος στην παραπλάνηση της εγκαλούσας και ειδικότερα διαβεβαιώσεις προς αυτήν περί της ικανότητας και προθέσεως του φυσικού αυτουργού να προωθήσει τα προϊόντα της (καλλυντικά προϊόντα ελαιολάδου, σαπούνια κλπ) στη …, πριν την κατάρτιση της από 7.7.2014 σύμβασης έργου και την εκ μέρους της περιουσιακή διάθεση των 6.000 ευρώ. Η ενεργός συνδρομή του αναιρεσείοντος στην πρόκληση της απόφασης της παθούσας να προβεί σε περιουσιακή διάθεση, ενόψει και της αποδειχθείσας βούλησής του να συμβάλει τόσο στην τέλεση του αδικήματος όσο και στην εκ των υστέρων συγκάλυψή του, με την απόκρυψη των στοιχείων του φυσικού αυτουργού, συνιστά αναμφίβολα συνέργεια και ορθώς υπήχθη στη διάταξη του άρθρου 47 ΠΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 386 ΠΚ. Τέλος, ως προς την αιτίαση της έλλειψης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της όποιας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της απόφασης του αυτουργού, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά σχετικά με τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμμετοχικής δράσης του και της πράξης (απάτης) του αυτουργού, καθόσον τονίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος “συνέβαλε καθοριστικά στην εξαπάτηση της εγκαλούσας”, “συνέτεινε καταλυτικά στην απόφαση της εγκαλούσας” και “ενίσχυσε την απόφαση της εγκαλούσας”. Επομένως για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως δεν ήταν αναγκαία η αναφορά και των επί πλέον στοιχείων που αναφέρει ο αναιρεσείων στην αίτησή του και οι περί του αντίθετου αιτιάσεις αυτού, ότι η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω των ελλείψεων αυτών, είναι αβάσιμες. Ούτε τίθεται ζήτημα κλήσης του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, από το δικάσαν κατ’ έφεση Δικαστήριο στο οποίο εκπροσωπήθηκε νόμιμα κατ’ άρθρο 340 παρ.3 εδ. α’ β’ γ’ ΚΠΔ, από πληρεξούσιο δικηγόρο, όπως αυτός αβάσιμα διατείνεται, ότι παραβιάστηκε με τη μη κλήτευσή του, το τεκμήριο αθωότητας, αφού δεν κρίθηκε απαραίτητη από το Δικαστήριο της ουσίας για την ανεύρεση της αλήθειας η προσωπική εμφάνισή του (άρθρο 340 ΚΠΔ).

 

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

ΜονΔΠρΑθ 12464/2025 : "Παραγραφή οφειλών προς Δήμο"

 


Το δικαίωμα του καθ' ου Δήμου για βεβαίωση (καταλογισμό) τελών αποσβέννυται,  με την πάροδο άπρακτης της προβλεπόμενης πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας, η οποία αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους, στο οποίο ανάγονται τα οικεία ποσά τέλους ή φόρου. Η διαταξη του άρθρου 32 του ν. 4304/2014 με έναρξη ισχύος από 23.10.2014, δεν μπορεί να καταλάβει κατά τρόπο συνταγματικώς ανεκτό αξιώσεις που ανάγονται σε προγενέστερα έτη και συνεπώς η ημερομηνία έναρξης του χρόνου παραγραφής για κάθε ένα εκ των ανωτέρω ετών είναι προγενέστερη του προηγούμενου της δημοσίευσης του νόμου αυτού ημερολογιακού έτους.

 

 

Αριθμός απόφασης: 12464/2025

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΑΣ

Τμήμα 14ο Μονομελές

 

(...) Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφθηκε κατά το νόμο

1. Επειδή, με το κρινόμενο ένδικο βοήθημα, κατά το μέρος που συνιστά προσφυγή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε παράβολο ποσού 100 ευρώ [βλ. το ... ηλεκτρονικό παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων (Γ.Γ.Π.Σ.) μετά του οικείου αποδεικτικού πληρωμής], ζητείται, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου, η ακύρωση της εγγραφής του προσφεύγοντος στον με Α.Χ.Κ. ./2014/2019/ΧΚ. χρηματικό κατάλογο του καθ’ ου Δήμου για οφειλές σε βάρος του, προερχόμενες από τέλη καθαριότητας και φωτισμού, συνολικού ποσού 3.596,88 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 11.3.2010 έως 18.12.2013. Περαιτέρω, με το υπό κρίση ένδικο βοήθημα, κατά το μέρος που συνιστά ανακοπή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο, ποσού 100 ευρώ (βλ. το ... ηλεκτρονικό παράβολο της Γ.Γ.Π.Σ. μετά του οικείου αποδεικτικού πληρωμής) ζητείται, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου, η ακύρωση της πράξης ταμειακής βεβαίωσης της ως άνω οφειλής του ανακόπτοντος, με κωδικό προϋπολογισμού 3211.002, όπως εμφαίνεται στην ./30.7.2019 Ταμειακή Πρόσκληση της Διευθύντριας Οικονομικών του Δήμου Αθηναίων και την ./15.7.2019 κατάσταση βεβαιούμενων εσόδων του Τμήματος Ανταποδοτικών Τελών και Τ.Α.Π., της Διεύθυνσης Δημοτικών Προσόδων του Δήμου Αθηναίων.

2. Επειδή, για το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου βοηθήματος, κατά το μέρος που συνιστά προσφυγή, απαιτείται ως εκ του χρόνου άσκησης αυτού (15.1.2024) και της φύσης της επίδικης χρηματικού αντικειμένου διαφοράς, το προβλεπόμενο από το άρθρο 277 παρ. 3 εδ. α΄ του, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 37 παρ. 5 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240), αναλογικό παράβολο, το οποίο αντιστοιχεί στο ισόποσο με το ποσοστό 1% του αντικειμένου της διαφοράς. Ως τέτοιο (αντικείμενο διαφοράς) θεωρείται σε υπόθεση όπως η παρούσα, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του εδ. γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 277 του Κ.Δ.Δ., το σύνολο των καταλογισθέντων ποσών των αμφισβητούμενων φόρων και τελών, δίχως τον συνυπολογισμό των σχετικών προστίμων (βλ. ΣτΕ 761/2014 7μ.). Εν προκειμένω, καταβλήθηκε παράβολο ποσού 100 ευρώ, το οποίο υπερβαίνει το κατά νόμο οφειλόμενο ποσό παραβόλου ύψους 35,96 [3.596,88 Χ 1%] ευρώ, σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το ποσό των 64,04 (100 – 35,96) ευρώ, το οποίο και πρέπει να επιστραφεί στον προσφεύγοντα ως αχρεωστήτως καταβληθέν, ανεξαρτήτως της έκβασης της δίκης, κατ’ άρθρο 277 παρ. 11 του Κ.Δ.Δ. Κατόπιν τούτου και δεδομένου ότι η υπό κρίση προσφυγή έχει ασκηθεί κατά τα λοιπά εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της.

3. Επειδή, η υπό κρίση ανακοπή παραδεκτώς σωρεύεται, στο ίδιο δικόγραφο, κατά το άρθρο 227 παρ. 3 του Κ.Δ.Δ., με την προσφυγή κατά της ως άνω εγγραφής στους χρηματικούς καταλόγους του καθ΄ ου Δήμου, η οποία συνιστά το νόμιμο τίτλο, με βάση τον οποίο διενεργήθηκε η αναφερόμενη στην ίδια σκέψη, συναφής ταμειακή βεβαίωση. Κατόπιν τούτων και δεδομένου ότι συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού, η κρινόμενη ανακοπή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσία της.

4. Επειδή, το β. δ/γμα της 24.9/20.10.1958 «Περί Κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον Νόμου των ισχυουσών διατάξεων περί των προσόδων των δήμων και Κοινοτήτων» (Α’ 171) ορίζει στο άρθρο 21, όπως η παράγραφος 1 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν. 1080/1980 (Α’ 246) και η παράγραφος 7 προστέθηκε με το άρθρο 32 του α. ν. 344/1968 (Α’ 71), ότι: «1. Δια τας υπό του δήμου ή κοινότητος παρεχομένας υπηρεσίας καθαριότητος των οδών, πλατειών και κοινοχρήστων εν γένει χώρων, της περισυλλογής, αποκομιδής και διαθέσεως απορριμμάτων, ως και της κατασκευής και λειτουργίας κοινοχρήστων αφοδευτηρίων, επιβάλλεται τέλος οριζόμενον δι’ αποφάσεως του συμβουλίου (…) 2. (…) 5. Το τέλος καθαριότητος και αποκομιδής απορριμμάτων βαρύνει τον ποιούμενον χρήσιν των ακινήτων, υποχρεούμενον εις την καταβολή τούτου ανά εξάμηνον εις το δημοτικόν ή κοινοτικόν ταμείον (…) 6. (…) 7. Εν περιπτώσει συνεισπράξεως των δημοτικών και κοινοτικών τελών καθαριότητος και φωτισμού υπό της Δ.Ε.Η. τα τέλη βαρύνουν τον εκάστοτε υπό ταύτης φερόμενον καταναλωτήν και, αν ούτος είναι πρόσωπον διάφορον του πράγματι καταναλωτού ηλεκτρικής ενέργειας, τον τελευταίον τούτον υποχρεούμενον εις την καταβολήν των ως άνω τελών επί τη βάσει της εις τον βεβαιωτικόν κατάλογον του δήμου ή της κοινότητος εγγραφής του φερομένου υπό της Δ.Ε.Η. ως καταναλωτού. Αι κοινοποιήσεις των αποσπασμάτων των βεβαιωτικών καταλόγων του δήμου ή της κοινότητος ενεργούνται προς τον φερόμενον υπό της Δ.Ε.Η. ως καταναλωτήν (…)» και στο άρθρο 22 ότι: «Διά τας δαπάνας εγκαταστάσεων, συντηρήσεως και ηλεκτρικής ενεργείας προς φωτισμόν των κοινοχρήστων χώρων επιτρέπεται δι’ αποφάσεως του συμβουλίου (…) η επιβολή υπέρ του δήμου ή κοινότητος τέλους μη δυναμένου να υπερβή τα τριάκοντα τοις εκατόν του εκάστοτε επιβαλλομένου τέλους καθαριότητος. Τα εκ του τέλους έσοδα διατίθενται αποκλειστικώς διά τας δαπάνας φωτισμού». Περαιτέρω, στην παρ. 11 του άρθρου 25 του ν. 1828/1989 (Α’ 2) [όπως η πρώην παρ. 12 του εν λόγω άρθρου αναριθμήθηκε με το άρθρο 13 παρ. 10 του ν. 2539/1997 (Α’ 244)], ορίζεται ότι: «Τα τέλη καθαριότητος και φωτισμού, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 21 και 22 του β. δ. 24-9/20.10.1958 (Α’ 171) και του άρθρου 4 του ν. 1080/1980 (Α’ 246), ενοποιούνται σε ενιαίο ανταποδοτικό τέλος. Το τέλος αυτό επιβάλλεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου για την αντιμετώπιση των δαπανών παροχής υπηρεσιών καθαριότητας και φωτισμού, καθώς και κάθε άλλης δαπάνης από παγίως παρεχόμενες στους πολίτες δημοτικές ή κοινοτικές υπηρεσίες ανταποδοτικού χαρακτήρα. Για τον καθορισμό του συντελεστή του τέλους και τη διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης του τέλους αυτού εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 25/1975 (Α’ 74), όπως τροποποιήθηκαν με το ν. 429/1976 (Α’ 235) και του άρθρου 5 του ν. 1080/1980».

5. Επειδή, στο άρθρο 1 του ν. 25/1975 «Περί υπολογισμού και τρόπου εισπράξεως δημοτικών και κοινοτικών τελών καθαριότητος και φωτισμού και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων» (Α’ 74), όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση της παρ. 1 αυτού με το άρθρο 185 παρ. 1 του ν. 4555/2018 (Α’ 133), οριζόταν ότι: «1. Τα κατά την κειμένην νομοθεσίαν οφειλόμενα τέλη καθαριότητος και αποκομιδής απορριμμάτων και φωτισμού υπέρ των δήμων και κοινοτήτων καθορίζονται δι’ έκαστον εστεγασμένον ή μη χώρον ανά μετρητήν παροχής ηλεκτρικού ρεύματος προς φωτισμόν παρά της Δ.Ε.Η. και εξευρίσκονται δια πολλαπλασιασμού των τετραγωνικών μέτρων της επιφανείας του χώρου τούτου επί συντελεστήν οριζόμενον εις ακεραίας μονάδας δραχμών δι’ αποφάσεως του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου (…). 2. Η ως άνω απόφασις του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, λαμβανομένη κατά μήνα Οκτώβριον, κοινοποιείται εις την Δ.Ε.Η. μέχρις της 30ης Νοεμβρίου εκάστου έτους, ο δε εν αυτή οριζόμενος συντελεστής ισχύει από 1ης του μηνός Ιανουαρίου του επομένου έτους δι’ εν ή πλείονα ημερολογιακά έτη οριζόμενα εν τη αυτή αποφάσειεπιφυλασσομένης της ισχύος της επομένης παραγράφου. 3. Η επί τη βάσει του συντελεστού τούτου πραγματοποιουμένη υπό της Δ.Ε.Η. χρέωσις εκάστου καταναλωτού, ισχύει δι’ ολόκληρον την χρονικήν περίοδον, καθ’ ην εκτείνεται ο υπό ταύτης εφαρμοζόμενος κύκλος καταμετρήσεως, ανεξαρτήτως αν ο κύκλος ούτος συμπίπτη προς το ημερολογιακόν έτος. 4. (...). 9. [όπως η παράγραφος 5 αναριθμήθηκε σε 9, με το άρθρο 1 του ν. 429/1976 (Α’ 235)]. Η κατά το παρόν άρθρον οριστική βεβαίωσις των τελών συντελείται μόνον δι’ εγγραφής του υποχρέου εις τον οικείον κατάλογον της ΔΕΗ επί τη βάσει της υπό του άρθρου 2 του παρόντος προβλεπομένης δηλώσεως, μη απαιτουμένης συντάξεως χρηματικού καταλόγου υπό του δήμου ή της κοινότητος». Εξάλλου, στην παρ. 1 του άρθρου 3 του ως άνω ν. 25/1975, όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση του δεύτερου και του τρίτου εδαφίου της με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 3345/2005 (Α’ 138) και πριν από τη νέα αντικατάσταση των ιδίων εδαφίων με το άρθρο 222 παρ. 1 του ν. 4555/2018, οριζόταν ότι: «1. Οι στερούμενοι ηλεκτρικής εγκαταστάσεως υποχρεούνται εις την πληρωμήν τελών καθαριότητος και φωτισμού, υπολογιζομένων κατά τας διατάξεις των άρθρων 21 και 22 του από 24-9/20.10.1958 Β.Δ. "περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον νόμου των ισχυουσών διατάξεων περί των προσόδων των δήμων και κοινοτήτων". Ακίνητα που δεν χρησιμοποιούνται, σύμφωνα με υπεύθυνη δήλωση του ιδιοκτήτη ή του νόμιμου εκπροσώπου του και δεν ηλεκτροδοτούνται, ύστερα από βεβαίωση της Δ.Ε.Η., απαλλάσσονται από την καταβολή δημοτικών τελών καθαριότητας για όσο χρόνο παραμένουν κλειστά. Σε περίπτωση που διαπιστώνεται χρησιμοποίηση του ακινήτου, επιβάλλεται σε βάρος των υποχρέων ολόκληρο το τέλος που αναλογεί σε κάθε κατηγορία ακινήτου μαζί με το σχετικό πρόστιμο, αναδρομικά από το χρόνο απαλλαγής.», ενώ στη συνέχεια, με το άρθρο 222 παρ. 1 του ν. 4555/2018 ορίσθηκε ότι: «1. Τα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 25/1975 (Α’ 74), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 του ν. 3345/2005 (Α’ 138), αντικαθίστανται ως εξής: «Ακίνητα, στα οποία διακόπτεται η ηλεκτροδότηση, απαλλάσσονται από την καταβολή ενιαίου ανταποδοτικού τέλους καθαριότητας και φωτισμού, από την ημερομηνία υποβολής δήλωσης του ιδιοκτήτη τους ή του νόμιμου εκπροσώπου αυτού προς τον οικείο δήμο ότι δεν ηλεκτροδοτούνται και ότι δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν. Μέχρι την υποβολή της ανωτέρω δήλωσης, τα τέλη οφείλονται ανά κατηγορία ακινήτου και καταβάλλονται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 21 του από 24.9/20.10.1958 β. δ. (Α’ 171). Εάν, παρά την υποβολή της δήλωσης διαπιστωθεί ηλεκτροδότηση ή χρήση του ακινήτου, επιβάλλεται σε βάρος του υπόχρεου το τέλος που αναλογεί από το χρόνο απαλλαγής και ισόποσο πρόστιμο.». Περαιτέρω, στο άρθρο 4 του ως άνω νόμου (ν. 25/1975) ορίζεται, ότι: «1. Τα τέλη καθαριότητος και φωτισμού βαρύνουν τον υπόχρεον εις πληρωμήν του λογαριασμού καταναλισκομένου ηλεκτρικού ρεύματος και συνεισπράττονται μετ’ αυτού ενιαίως υπό της ΔΕΗ διά δόσεων ίσων προς τον αριθμόν των εκδιδομένων κατ’ έτος λογαριασμών. 2. Επί λογαριασμών εκδιδομένων δια χρονικόν διάστημα μικρότερον ή μεγαλύτερον της εκάστοτε κεκανονισμένης χρονικής περιόδου, ενεργείται υπό της ΔΕΗ ανάλογος χρέωσις των εν λόγω τελών. Αι εκ τελών καθαριότητος και φωτισμού πραγματοποιούμεναι υπό τη ΔΕΗ εισπράξεις αποδίδονται εις τον δικαιούχον δήμον ή κοινότητα βάσει σχετικής εκκαθαριστικής καταστάσεως εντός του τρίτου μηνός από της λήξεως του μηνός εις τον οποίον λογιστικώς ανήκουν οι λογαριασμοί. (…) 3. (...)» και στο άρθρο 6, το τελευταίο εδάφιο του οποίου προστέθηκε με το άρθρο 4 του ν. 429/1976, ότι: «(...) Εις περίπτωσιν, καθ’ ην ήθελε λάβει χώραν διαδοχή του οφειλέτου καταναλωτού εις την χρήσιν του ακινήτου παρά τρίτου, η ΔΕΗ γνωστοποιεί εις τον δήμον ή κοινότητα την τοιαύτην διαδοχήν, ως και το παρά του αποχωρήσαντος οφειλέτου παραμένον ανεξόφλητον ποσόν εκ τελών, διά την, μερίμνη του δήμου ή κοινότητος, είσπραξίν του. Το ποσόν τούτο δύναται να βεβαιούται και εισπράττεται κατά την κειμένην νομοθεσίαν και εις βάρος του κυρίου ή νομέως του ακινήτου κατά τον χρόνον γενέσεως της οφειλής».

6. Επειδή, στο άρθρο 10 του ν. 1080/1980 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεών τινων της περί των προσόδων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως Νομοθεσίας και άλλων τινών συναφών διατάξεων» (Α΄ 246), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με την παρ. 5 του άρθρου 54 του ν. 1416/1984 (Α΄18) και την παρ. 3 του άρθρου 27 του ν. 2130/1993 (Α΄62), ορίζονται τα εξής: «1. Επιτρέπεται όπως οι δήμοι και αι κοινότητες επιβάλλουν υπέρ αυτών, δι’ αποφάσεως του συμβουλίου των, φόρον εφ’ εκάστου εστεγασμένου ή μη χώρου οικιακού καταναλωτού ή καταναλωτού εμπορικής ή βιομηχανικής χρήσεως, κειμένου εις την περιφέρειάν των, ανά μετρητήν παροχής ηλεκτρικού ρεύματος της Δ.Ε.Η. Ο φόρος βαρύνει τον υπόχρεο σε πληρωμή του επ’ ονόματί του εκδιδόμενου λογαριασμού καταναλισκόμενου ηλεκτρικού ρεύματος και συνεισπράττεται μετ’ αυτού ενιαίως από τη Δ.Ε.Η. σε δόσεις ίσες προς τον αριθμό των εκδιδομένων κάθε χρόνο λογαριασμών. (…) 6. Η κατά το παρόν άρθρον βεβαίωσις του φόρου συντελείται, εις μεν τας περιπτώσεις συνεισπράξεως υπό της Δ.Ε.Η. των τελών καθαριότητος και φωτισμού μετά της αξίας του καταναλισκομένου ρεύματος, δια της εγγραφής του υποχρέου εις τον οικείον κατάλογον της Δ.Ε.Η. τον αφορώντα τα τέλη ταύτα (...) .Εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις δεν απαιτείται σύνταξις χρηματικού καταλόγου υπό του δήμου ή της κοινότητος. 7. (...)». 

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Εξωδικαστικός ή πτώχευση; Δύο δρόμοι για οικονομική επανεκκίνηση [ του Σταύρου Σαββίδη, Δικηγόρου παρ' Αρείω Πάγω / Διαμεσολαβητή]

 


Ο Νόμος 4738/2020, γνωστός ως Κώδικας Δεύτερης Ευκαιρίας, άλλαξε ριζικά το πλαίσιο για όσους έχουν χρέη προς Τράπεζες, Δημόσιο και ΕΦΚΑ προσφέροντας σύγχρονα εργαλεία αντιμετώπισης του χρέους.

Για πρώτη φορά, κάθε φυσικό πρόσωπο – ανεξάρτητα από το αν έχει εμπορική ιδιότητα – μπορεί είτε να ρυθμίσει τις οφειλές του μέσω του Εξωδικαστικού Μηχανισμού Ρύθμισης Οφειλών, είτε να απαλλαγεί από αυτές μέσω της Πτώχευσης Μικρού Αντικειμένου.

Πρόκειται για δύο διαδικασίες διαφορετικής φιλοσοφίας, αλλά με κοινό στόχο: να δώσουν στους πολίτες και τις μικρές επιχειρήσεις την ευκαιρία μιας πραγματικής οικονομικής επανεκκίνησης.

Η σωστή επιλογή εξαρτάται από το αν ο οφειλέτης μπορεί ακόμη να ανταποκριθεί σε ρυθμίσεις ή έχει πλέον φτάσει σε πλήρη οικονομική αδυναμία.


Εξωδικαστικός Μηχανισμός: Ρύθμιση οφειλών και διατήρηση περιουσίας

Ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός Ρύθμισης Οφειλών αποτελεί την πιο ήπια και φιλική προς τον οφειλέτη διαδικασία. Απευθύνεται σε όσους έχουν ακόμη οικονομική δραστηριότητα ή σταθερό εισόδημα και παράλληλα επιθυμούν να διασώσουν την περιουσία τους ή την επαγγελματική τους δραστηριότητα μέσω μίας βιώσιμης ρύθμισης, χωρίς να οδηγηθούν σε ακραία λύση, όπως η πτώχευση,

Η διαδικασία είναι ηλεκτρονική και αυτοματοποιημένη, χωρίς δικαστική εμπλοκή.

Ο οφειλέτης υποβάλλει αίτηση στην πλατφόρμα της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (www.keyd.gov.gr) όπου και αντλούνται τα οικονομικά του στοιχεία (Εισόδημα, περιουσία, οφειλές).

Το σύστημα, βάσει αλγορίθμου, προτείνει ρύθμιση για όλες τις οφειλές, ανάλογα με το εισόδημα, την αξία της περιουσίας και το ύψος του χρέους.

Τα οφέλη είναι ουσιαστικά:

• Έως 240 δόσεις για Δημόσιο και ΕΦΚΑ.

• Έως 420 δόσεις για δάνεια προς τράπεζες.

• Διαγραφή τόκων και προσαυξήσεων, και σε πολλές περιπτώσεις “κούρεμα” κεφαλαίου.

• Αναστολή κατασχέσεων και πλειστηριασμών από την υποβολή της αίτησης.

• Αναστολή ποινικών διώξεων για χρέη προς το Δημόσιο

Ο Εξωδικαστικός δεν οδηγεί σε απώλεια περιουσίας. Αντίθετα, δίνει στον οφειλέτη χώρο να αναπνεύσει, προστατεύοντας την περιουσία του και επιτρέποντας την ομαλή εξυπηρέτηση των οικονομικών του υποχρεώσεων. Είναι, με απλά λόγια, ο δρόμος για όσους θέλουν να διασώσουν την περιουσία τους και να αποπληρώσουν τις οφειλές τους με τρόπο βιώσιμο.

 

Πτώχευση Μικρού Αντικειμένου: Η λύση για το απόλυτο αδιέξοδο

Σε αντίθεση με τον Εξωδικαστικό, η Πτώχευση Μικρού Αντικειμένου απευθύνεται σε όσους δεν μπορούν πλέον να εξυπηρετήσουν καμία ρύθμιση, βρίσκονται σε πλήρη αδυναμία εξυπηρέτησης των οφειλών τους και η αξία της περιουσίας τους (ενεργητικό) δεν υπερβαίνει τις 450.000 ευρώ.

Πρόκειται για μια απλοποιημένη μορφή πτώχευσης, που δίνει στον οφειλέτη τη δυνατότητα απαλλαγής από τα χρέη του μέσα σε διάστημα ενός ή τριών ετών, ανάλογα με την περιουσία που διαθέτει.

Η μεγάλη καινοτομία του νέου Πτωχευτικού Κώδικα είναι ότι δεν απαιτείται εμπορική ιδιότητα: κάθε φυσικό πρόσωπο (υπάλληλος, συνταξιούχος, άνεργος κλπ.) μπορεί πλέον να πτωχεύσει, εφόσον βρίσκεται σε παύση πληρωμών, δηλαδή σε γενική και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετεί τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του.

Η αίτηση υποβάλλεται ηλεκτρονικά στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας, ενώ το αρμόδιο δικαστήριο είναι πάντοτε το Μονομελές Πρωτοδικείο.

Τα αποτελέσματα της πτώχευσης

Από τη στιγμή που εκδίδεται η απόφαση :

• Αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις κατά του οφειλέτη (κατασχέσεις, πλειστηριασμοί, αγωγές), εκτός από αυτές των ενέγγυων πιστωτών.

• Διορίζεται σύνδικος, ο οποίος αναλαμβάνει τη διαχείριση και εκποίηση όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη.

• Ο οφειλέτης απαλλάσσεται από όλα τα χρέη του μέσα σε 1 ή 3 χρόνια, ανάλογα με την αξία των περιουσιακών του στοιχείων.

Αν η περιουσία ή το εισόδημα του οφειλέτη δεν επαρκούν ούτε για τα έξοδα της διαδικασίας, το δικαστήριο δεν προχωρά σε κήρυξη πτώχευσης, αλλά διατάσσει την εγγραφή του ονόματος του στο Μητρώο Φερεγγυότητας – και μετά την πάροδο τριετίας, ο οφειλέτης απαλλάσσεται από όλα τα χρέη του. Πρόκειται δηλαδή για “απαλλαγή χωρίς περιουσία”, που πρακτικά δίνει σε οικονομικά εξαντλημένα φυσικά πρόσωπα τη δυνατότητα ολοκληρωτικής διαγραφής χρεών, ακόμη και χωρίς ρευστοποίηση περιουσίας.

Η διαδικασία οδηγεί σε ολοκληρωτική επανεκκίνηση: ο οφειλέτης διαγράφει όλα τα παλαιά χρέη και αποκτά εκ νέου φορολογική, ασφαλιστική και τραπεζική ενημερότητα, έχοντας προσφέρει για ρευστοποίηση όλη του την κινητή και ακίνητη περιουσία.

 

Εξωδικαστικός ή Πτώχευση; Ποιον δρόμο να επιλέξει ο οφειλέτης

Ο Εξωδικαστικός είναι η ενδεδειγμένη λύση όταν υπάρχει σταθερό εισόδημα και προοπτική αποπληρωμής, έστω και με μειωμένες δόσεις. Η Πτώχευση Μικρού Αντικειμένου είναι το έσχατο αλλά απελευθερωτικό βήμα, όταν η οικονομική αδυναμία είναι πλήρης και η ρύθμιση δεν είναι πλέον ρεαλιστική και βιώσιμη.

Η επιλογή εξαρτάται από:

• Το ύψος των χρεών και τη φύση τους (προς Δημόσιο, τράπεζες, ιδιώτες).

• Την ύπαρξη εισοδήματος ή περιουσίας.

• Το αν υπάρχει συμφέρον να διατηρηθεί επιχείρηση ή ακίνητο.

Σε αρκετές περιπτώσεις, η στρατηγική συνδυάζει και τις δύο διαδικασίες: ο οφειλέτης επιχειρεί πρώτα ρύθμιση μέσω Εξωδικαστικού και, αν δεν επιτευχθεί συμφωνία ή αυτή δεν είναι βιώσιμη, ακολουθεί την οδό της πτώχευσης για πλήρη απαλλαγή.

Δύο διαφορετικοί δρόμοι για το ίδιο αποτέλεσμα

Ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός και η Πτώχευση Μικρού Αντικειμένου δεν είναι ανταγωνιστικοί θεσμοί. Είναι δύο διαφορετικά εργαλεία του ίδιου πλαισίου, που αποσκοπούν στην οικονομική επανεκκίνηση του πολίτη.

Ο πρώτος προλαμβάνει την οικονομική κατάρρευση• ο δεύτερος θεραπεύει τις συνέπειές της. Και οι δύο, όμως, υπηρετούν μια κοινή αρχή: ότι κάθε φυσικό πρόσωπο και κάθε επιχείρηση δικαιούνται μια δεύτερη ευκαιρία

Η σημασία της σωστής καθοδήγησης

Η επιτυχία και των δύο διαδικασιών εξαρτάται από την προσεκτική προετοιμασία και τη σωστή νομική καθοδήγηση. Ο δικηγόρος που γνωρίζει τόσο τον Εξωδικαστικό όσο και την Πτώχευση μπορεί να καθορίσει την καταλληλότερη λύση και να οργανώσει την στρατηγική του οφειλέτη με τρόπο που αυξάνει δραματικά τις πιθανότητες επιτυχίας.

_______________________________________________

Ο Σταύρος Σαββίδης είναι Δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω, Πιστοποιημένος Διαμεσολαβητής, με εξειδίκευση στην Τραπεζική Διαμεσολάβηση και στην αναδιάρθρωση οφειλών.

Πηγή: insider.gr


Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

ΤΕΜΠΗ – ΜΕΤΩΠΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΤΡΕΝΩΝ – ΘΑΝΑΤΟΣ 57 ΚΑΙ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟΣ 180 ΑΤΟΜΩΝ – ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΤΗΘΕΝΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΕΤΑΙΡΙΩΝ – ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΣΤΑΘΜΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΗΧΑΝΟΔΗΓΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΒΑΤΙΚΗΣ ΑΜΑΞΟΣΤΟΙΧΙΑΣ – ΕΛΛΕΙΨΗ ΤΗΛΕΔΙΟΙΚΗΣΗΣ – ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΚΙΝΗΣΗΣ. ΜΕΤΡΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ – ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΕΡΓΟΔΟΤΗ. ΑΓΩΓΗ ΣΥΓΓΕΝΩΝ ΘΑΝΟΝΤΟΣ- ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΛΟΓΩ ΨΥΧΙΚΗΣ ΟΔΥΝΗΣ – ΔΕΚΤΗ ΕΝ ΜΕΡΕΙ Η ΑΓΩΓΗ. ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΣΗ ΕΦΕΣΕΩΝ – ΚΡΙΣΗ ΠΕΡΙ ΕΥΛΟΓΟΥ ΤΩΝ ΕΠΙΔΙΚΑΣΘΕΝΤΩΝ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΣ ΠΟΣΩΝ ΤΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗΣ. ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΕΦΕΣΕΩΝ.

 


Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες εξέθεταν ότι τυγχάνουν, η μεν πρώτη ενάγουσα σύζυγος, οι δεύτερος και τρίτος τέκνα  και η τέταρτη ενάγουσα αδερφή του θανόντος, ο οποίος απασχολούνταν στην πρώτη εναγόμενη, ως ελεγκτής αμαξοστοιχιών και εισιτηρίων, και ο οποίος επιβιβάστηκε στην αμαξοστοιχία INTERCITY IC-62, προκειμένου, στο πλαίσιο των εργασιακών του καθηκόντων, να μεταβεί στη Θεσσαλονίκη, διότι την επόμενη ημέρα (01-03-2023) είχε προγραμματισμένη υπηρεσία, ωστόσο στις 28-2-2023 και περί ώρα 23:18′ η επιβατική ηλεκτροκίνητη αμαξοστοιχία συγκρούστηκε μετωπικά με την εμπορική αμαξοστοιχία, που εκτελούσε το δρομολόγιο Θεσσαλονίκη-Πειραιάς, με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό 57 ατόμων, συμπεριλαμβανομένου και του συγγενούς των εναγόντων  – Περαιτέρω, ισχυρίστηκαν ότι το ως άνω ατύχημα, το οποίο για το θανόντα συγγενή τους είναι εργατικό, οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγόμενων εταιρειών, όπως αυτή θεμελιώνεται σε πράξεις και παραλείψεις των προστηθέντων αυτών υπαλλήλων και των οργάνων τους – Ζήτησαν δε, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να τους καταβάλουν χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής τους οδύνης. Αποδεικνύεται ότι η επέλευση του επίδικου δυστυχήματος οφείλεται : α) σε συγκλίνουσα αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων των δύο εναγομένων εταιρειών, ήτοι του μηχανοδηγού της πρώτης εναγόμενης και του σταθμάρχη της δεύτερης εναγόμενης, η πρώτη εκ των οποίων, ως εργοδότρια, είχε νόμιμη υποχρέωση να εξασφαλίζει, στους εργαζομένους της, ασφαλείς συνθήκες εργασίας, η δε δεύτερη να εξασφαλίζει υποδομές ασφαλούς σιδηροδρομικής μεταφοράς. Ειδικότερα,όσον αφορά τη δεύτερη εναγόμενη, η ευθύνη της στην επέλευση του δυστυχήματος συνίσταται στο ότι δεν μερίμνησε για την εγκατάσταση και ορθή λειτουργία των απαραίτητων τεχνολογικών συστημάτων ασφαλείας κίνησης των συρμών, τα οποία κατά το χρόνο του ατυχήματος, είτε απουσίαζαν, είτε εμφάνιζαν σημαντικές ελλείψεις. Κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο ότι η χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων/συγγενών του θανόντος, πρέπει να καθοριστεί στο εύλογο ποσό των 200.000 ευρώ, για έκαστο εξ αυτών, οφειλόμενη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον από καθεμία από τις εναγόμενες, με το νόμιμο τόκο. Συνεκδικάζει και απορρίπτει τις εφέσεις κατά της υπ’αρ.966/24 απόφασης του ΜονΠρωτΑθ. [ Αρ. 1,2  Ν.551/15, αρ. 662, 922,932 ΑΚ, αρ. 3 παρ. 1-3 N. 3891/10 , αρ. 240 ΚΠολΔ, Οδ. (ΕΕ) 2016/797, αρ. 42 παρ. 1 Ν.3850/10,  αρ. 18 Ν.3891/10, αρ.61 παρ. 3  Οδ. (ΕΕ) 2016/798, Καν.(ΕΕ)2019/773, αρ. 42, 43 N.3850/10, αρ. 10 παρ. 1 N.2696/99, αρ. 25 παρ. 1 Συντ.]


ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 3ο

ΑΡΙΘΜΟΣ 3886/2025

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαγδαληνή Φαχουρίδου, Προεδρεύουσα Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών και από το Γραμματέα Νικόλαο Καλαντζή.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2025 για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:



ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Φέρονται νόμιμα προς εκδίκαση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου: α) η από 15-1-2025 έφεση της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδας Ανώνυμη Εταιρεία» και τον διακριτικό τίτλο «ΟΣΕ Α.Ε.» (Γ.Α.Κ. .../Ε.Α.Κ. ...-2025 Πρωτοδικείου Αθηνών και Γ.Α.Κ. .../Ε.Α.Κ. .../2025 Εφετείου Αθηνών, αριθμ. πινακίου 16), β) η από 16-1-2025 έφεση των εκκαλούντων: 1) ... ... του ..., χήρας ... ..., 2) ... ... του ..., 3) ... ... του ... και 4) ... ... του ... (Γ.Α.Κ. .../Ε.Α.Κ. ...2025 Πρωτοδικείου Αθηνών και Γ.Α.Κ. .../Ε.Α.Κ. .../2025 Εφετείου Αθηνών, αριθμ. πινακίου 17) και γ) η από 17- 1-2025 έφεση της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «...» και τον διακριτικό τίτλο «...Α.Ε.» (Γ.Α.Κ. .../Α.Κ.ΕΝΔ.ΜΕΣΟΥ ...2025 Πρωτοδικείου Αθηνών και Γ.Α.Κ. .../Ε.Α.Κ. .../2025 Εφετείου Αθηνών, αριθμ. πινακίου 18), οι οποίες, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, καθώς αφορούν στην ίδια απόφαση (υπ' αριθμ. 966/2024 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών) και με τον τρόπο αυτό διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται η μείωση των εξόδων (αρθρ. 31, 524 παρ. 1, 591 παρ. 1 και 246 ΚΠολΔ).

Οι ανωτέρω υπό κρίση εφέσεις κατά της υπ'αρ. 966/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρα 614 περ. 3 επ. ΚΠολΔ), αρμοδίως εισάγονται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρ. 19 του ΚΠολΔ) και έχουν ασκηθεί νομότυπα (άρθρ. 495 παρ. 1, 2, 496, 500, 511, 513 παρ.1, 516 παρ.1 και 517 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η εκκαλούμενη απόφαση, που δημοσιεύθηκε στις 3-12-2024 επιδόθηκε με επιμέλεια των εναγόντων, στις 20-12-2024 (βλ. σχετική σημείωση επί του κειμένου της προσκομιζόμενης εκκαλούμενης αποφάσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ...) και οι ανωτέρω εφέσεις ασκήθηκαν με την κατάθεσή τους στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση στις 16-1-2025, 16-1-2025 και 17-1-2025, αντιστοίχως (βλ. ανωτέρω πράξεις καταθέσεως τους ενώπιον της Γραμματείας του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), ήτοι εντός της προθεσμίας του άρθρου 518 παρ.1 ΚΠολΔ. Εκ του περισσού δε, κατατέθηκε από τους εκκαλούντες εκάστης έφεσης το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ.3 εδ.α' του ΚΠολΔ, παράβολο ποσού 100 ευρώ, για κάθε έφεση (όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση της Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κάτωθεν των εκθέσεων καταθέσεων εκάστης έφεσης), αν και στην ένδικη περίπτωση δεν απαιτείται η κατάθεσή του, διότι, σύμφωνα με το εδ.στ' της παρ.3 του ίδιου άρθρου, από την υποχρέωση αυτή εξαιρούνται, μεταξύ άλλων, οι διαφορές του άρθρου 614 παρ.3 ΚΠολΔ (εργατικές). Ως εκ τούτου και ανεξάρτητα από την κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσιαστικής βασιμότητας των εν λόγω εφέσεων, θα διαταχθεί η απόδοση των ανωτέρω κατατεθέντων παραβολών στους εκκαλούντες των ανωτέρω εφέσεων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Πρέπει, επομένως, οι εφέσεις να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν, περαιτέρω, στην ουσία τους, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1,2 ΚΠολΔ) και μέσα στα πλαίσια που καθορίζονται από αυτούς (άρθρο 522 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες (ήδη εφεσίβλητοι στις υπό στοιχείο Α' και Γ' εφέσεις και εκκαλούντες στην υπό στοιχείο Β' έφεση) στην από 23-10-2023 αγωγή, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Γ.Α.Κ. .../Ε.Α.Κ. .../2023 - ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών) σε βάρος: 1) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «...» και τον διακριτικό τίτλο «...Α.Ε.» και 2) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδας Ανώνυμη Εταιρεία» και τον διακριτικό τίτλο «ΟΣΕ Α.Ε.», εξέθεταν ότι τυγχάνουν η μεν πρώτη ενάγουσα σύζυγος του ... ... του ..., οι δεύτερος και τρίτος εξ αυτών τέκνα αυτού από το γάμο του με την πρώτη ενάγουσα και η τέταρτη ενάγουσα αδερφή αυτού, ο οποίος (... ... του ...) είχε προσληφθεί, στις ..., δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΠΡΟΑΣΤΙΑΚΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΣΤΙΚΩΝ, ΠΡΟΑΣΤΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΏΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ» και τον διακριτικό τίτλο «ΠΡΟΑΣΤΙΑΚΟΣ ΑΕ.», καθολική διάδοχος της οποίας είναι, ήδη, η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία και ότι έκτοτε απασχολούνταν ως ελεγκτής αμαξοστοιχιών και εισιτηρίων. Ότι η πρώτη εναγόμενη εταιρεία έχει την εκμετάλλευση του σιδηροδρομικού δικτύου πραγματοποιώντας μεταφορές επιβατών και εμπορευμάτων, ενώ η δεύτερη εναγόμενη εταιρεία έχει την ευθύνη της εύρυθμης και ασφαλούς λειτουργίας της σιδηροδρομικής υποδομής. Ότι ο ως άνω συγγενής των εναγόντων, εργαζόμενος της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, ο οποίος γεννήθηκε στις 21-1-1960, στις 28-2-2023 και ενώ είχε ολοκληρώσει την υπηρεσία του στην αμαξοστοιχία IC-58 με ωράριο εργασίας από τις 14.00' μ.μ. έως τις 22.00' μ.μ. επιβιβάστηκε στην επιβατική αμαξοστοιχία IC-62 από το σταθμό της Λάρισας, αναχωρώντας στις 23.04'μ.μ., προκειμένου, στο πλαίσιο των εργασιακών του καθηκόντων, να μεταβεί στη Θεσσαλονίκη, όπου θα διανυκτέρευε, διότι την επόμενη ημέρα (01-03-2023) είχε προγραμματισμένη υπηρεσία στην αμαξοστοιχία IC-56 με δρομολόγιο Θεσσαλονίκη - Α.Ι.Ρέντη. Ότι στις 28-2-2023 και περί ώρα 23:18'η επιβατική ηλεκτροκίνητη αμαξοστοιχία INTERCITY IC-62, η οποία εκτελούσε προγραμματισμένο δρομολόγιο στη γραμμή Αθήνα - Θεσσαλονίκη συγκρούστηκε μετωπικά με την εμπορική αμαξοστοιχία ..., που εκτελούσε το δρομολόγιο Θεσσαλονίκη - Πειραιάς με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό 57 ατόμων, συμπεριλαμβανομένου και προσωπικού υπαλλήλων της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, μεταξύ των οποίων και του ως άνω συγγενούς των εναγόντων και τον τραυματισμό 180 ατόμων, καθώς και την καταστροφή μέρους των αμαξοστοιχιών και εγκαταστάσεων της σιδηροδρομικής γραμμής. Ότι αμέσως μετά τη σύγκρουση αυτή προκλήθηκε πυρκαγιά. Ότι το ως άνω ατύχημα, το οποίο για το θανόντα συγγενή τους είναι εργατικό, οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγόμενων εταιρειών, λόγω της περιγραφόμενης βαριάς μορφής συγκλίνουσας αμέλειας τους, όπως αυτή θεμελιώνεται τόσο στις ειδικά αναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις των προστηθέντων αυτών υπαλλήλων (συγκεκριμένα ως προς την δεύτερη εναγόμενη εταιρεία του σταθμάρχη της ... ..., ο οποίος, επιπρόσθετα, στερούνταν των απαραίτητων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων και των κατάλληλων γνώσεων και εκπαίδευσης και ως προς την πρώτη εναγόμενη εταιρεία του πρώτου μηχανοδηγού της), όσο και στις παραλείψεις οφειλόμενων ενεργειών των οργάνων των εναγομένων, που είναι εκ του νόμου υπόχρεες, η μεν πρώτη εναγόμενη εταιρεία, ως εργοδότρια του θανόντος εργαζομένου της, να προβεί στη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την εξασφάλιση ασφαλών συνθηκών εργασίας στο σιδηροδρομικό δίκτυο, εφόσον αποδέχθηκε να το χρησιμοποιεί παρά τις ελλείψεις, που έφερε σε πρόσωπα και τεχνολογικό εξοπλισμό, οι οποίες ήταν γνωστές σε αυτή, η δε δεύτερη εναγόμενη εταιρεία, ως φέρουσα την ευθύνη ασφαλούς λειτουργίας της σιδηροδρομικής υποδομής, όπως λεπτομερώς εκτίθεται στην αγωγή. Ότι, προς εξακρίβωση των παραγόντων, που συνέβαλαν στην επέλευση του ατυχήματος, συστήθηκε τριμελής επιτροπή Εμπειρογνωμόνων, το πόρισμα της οποίας αποτελεί περιεχόμενο της αγωγής ως προς κεφάλαιο της με αριθμό 3 με τον τίτλο «ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ» και το κεφάλαιο με αριθμ. 5 με τον τίτλο «ΑΙΤΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΣΥΝΕΒΑΛΑΝ ΣΤΟ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ». Ότι με το υπ’ αριθμ. πρωτ. … έγγραφο του τμήματος Τροχαίας Λάρισας ορίστηκαν πραγματογνώμονες οι ... ..., μηχανολόγος - μηχανικός και ... ..., ηλεκτρολόγος - μηχανικός προκειμένου να διενεργήσουν πραγματογνωμοσύνη, προς εξακρίβωση των συνθηκών του δυστυχήματος, η οποία συμπληρώθηκε με την υπ’ αριθμ. …. παραγγελία του Διευθύνοντος την Εισαγγελία Πρωτοδικών Λάρισας. Ότι, ακολούθως, συντάχθηκε η από 19-6-2023 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των ανωτέρω, τα συμπεράσματα της οποίας αποτελούν περιεχόμενο της αγωγής, όπως αναλυτικά εκτίθενται σε αυτή. Ότι, περαιτέρω, στο πλαίσιο διερεύνησης των συνθηκών του δυστυχήματος, εκδόθηκε και η υπ’ αριθμ. … απόφαση της Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων (ΡΑΣ), οι διαπιστώσεις της οποίας αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή, όπως και το από 9-3-2023 Πόρισμα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Σιδηροδρόμων (ERA). Βάσει του ως άνω ιστορικού, οι ενάγοντες, όπως το αίτημα της αγωγής παραδεκτώς περιορίστηκε από εν μέρει καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναλήφθηκε στις νομότυπα υποβληθείσες προτάσεις τους (άρθρα 223, 294, 295 παρ. 1 και 297 του ΚΠολΔ), ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων, ευθυνόμενων αυτών αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, να καταβάλουν σε καθέναν από τους ενάγοντες, το ποσό των 245.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν συνεπεία της απώλειας του οικείου τους προσώπου υπό τις αναφερόμενες αναλυτικά στην αγωγή συνθήκες, με το νόμιμο τόκο (υπερημερίας και επιδικίας) από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής και μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση. Τέλος, ζητούν να καταδικαστούν οι εναγόμενες στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμ. 966/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία περιουσιακών - εργατικών διαφορών), με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι οι εναγόμενες είναι υποχρεωμένες, εις ολόκληρο έκαστη, να καταβάλουν σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 200.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται οι ενάγοντες με την ανωτέρω υπό στοιχ. В έφεση τους για λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή τους στο σύνολο της. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται και η δεύτερη εναγόμενη (ΟΣΕ Α.Ε.) με την ανωτέρω υπό στοιχ. A έφεση της για λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά και ως προς το ύψος της επικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Ειδικότερα παραπονείται ως προς τις παραδοχές της εκκαλούμενης αποφάσεως: α) αναφορικά με το ζήτημα της μετάταξης, της εκπαίδευσης και των τυπικών προσόντων του σταθμάρχη Λάρισας (πρώτος λόγος εφέσεως), β) αναφορικά με την αυτοτελή ευθύνη του ΟΣΕ (δεύτερος λόγος εφέσεως), γ) αναφορικά με τις πράξεις και παραλείψεις των δύο προστηθέντων μηχανοδηγών της πρώτης εναγομένης εταιρείας (τρίτος λόγος εφέσεως) και δ) αναφορικά με το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης (τέταρτος λόγος εφέσεως). Ζητεί, δε, η δεύτερη εναγόμενη, με την ανωτέρω έφεση της, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται σε βάρος της και να καταδικασθούν οι εφεσίβλητοι στη δικαστική της δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας. Τέλος, κατά της απόφασης παραπονείται και η πρώτη εναγόμενη (...Α.Ε.) με την ανωτέρω υπό στοιχ. Γ έφεση της για λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το κεφάλαιο της εκκαλούμενης αποφάσεως, που της αποδίδει ευθύνη για το δυστύχημα (αυτοτελή, αλλά και λόγω υπαίτιων πράξεων και παραλείψεων του προστηθέντος αυτής πρώτου μηχανοδηγού), αλλά και ως προς το ύψος της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Ζητεί, δε, η πρώτη εναγομένη να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται σε βάρος της.

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Ο ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ 1/1/2026 – ΟΙ ΚΥΡΙΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΜΕ ΤΟΥΣ Ν. 5221/2025 ΚΑΙ 5264/2025

 


Από τις 28/7/2025 δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ (τ. Α΄133) ο Ν. 5221/2025, που επέφερε σημαντικές τροποποιήσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και περιορισμένα στον Αστικό Κώδικα, περαιτέρω δε εισήγαγε την διαδικασία επαναπροσδιορισμού των ανακοπών κατά της εκτέλεσης.

Επειδή διαπιστώθηκαν αστοχίες κατά την ψήφιση του Ν. 5221/2025, ο νομοθέτης μετά την πίεση της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων και των επιστημονικών ενώσεων με το Ν. 5264/2025 προέβη σε περιορισμένες τροποποιήσεις του Ν. 5221/2025, προκειμένου να θεραπεύσει τις αστοχίες αυτές. Ωστόσο, υπάρχουν ακόμη αρκετά σημεία που επιβάλλεται να διορθωθούν, καθώς οι αντιφατικές ή ασαφείς ρυθμίσεις δεν έχουν εκλείψει. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης έχει εξαγγείλει ότι θα υπάρξει και 2ο κύμα τροποποίησης του Ν. 5221/2025 εντός του Ιανουαρίου 2026.

Εξάλλου, από τον Ιούλιο που δημοσιεύθηκε ο Ν. 5221/2025 ο επιστημονικός διάλογος που έχει αναπτυχθεί έχει αναδείξει διάφορα ζητήματα, στα οποία η αρχική ερμηνευτική προσέγγιση είτε έχει εμπλουτιστεί είτε έχει διαφοροποιηθεί, είτε επιβάλλεται να στηριχθεί περισσότερο.

Για αυτό και κρίθηκε αναγκαίο να συνταχθεί ένα επικαιροποιημένο σημείωμα που θα απεικονίζει την γενική εικόνα των νέων ρυθμίσεων κατά την θέση τους σε ισχύ.

Και στο παρόν σημείωμα η παρουσίαση των νέων ρυθμίσεων παραμένει μη εξαντλητική και σκοπό έχει να ενημερώσει τους συναδέλφους για το βασικό περίγραμμα των αλλαγών.

Η παρουσίαση των σημαντικότερων τροποποιήσεων θα γίνει κατά κεφάλαια, ακολουθώντας κατά βάση τον τρόπο κατάστρωσης των κεφαλαίων του ΚΠολΔ, σε μια προσπάθεια να γίνει πιο εύληπτη.

 

Α. ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ – ΑΛΛΑΓΕΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΙΔΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

1.- Υποχρεωτικός προσδιορισμός δικασίμου εντός συγκεκριμένης προθεσμίας από την κατάθεση του δικογράφου σε όλες τις υποθέσεις (νέο άρθρο 215 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Η συζήτηση όλων των υποθέσεων πρέπει να προσδιορίζεται κατ’ αρχήν εντός 210 ημερών από την κατάθεση του δικογράφου. Αν πρόκειται για υπόθεση με υποχρέωση επίδοσης στο εξωτερικό, η δικάσιμος θα πρέπει να προσδιορίζεται σε μεγαλύτερη προθεσμία (9-10 μηνών). Πρόκειται για ρύθμιση που αφορά όλες τις υποθέσεις. Αυτό θα σημαίνει ότι και στην νέα τακτική με την κατάθεση του δικογράφου θα προσδιορίζεται δικάσιμος.

Η αρχική διατύπωση του άρθρου 215 παρ. 1 έκανε λόγο για προσδιορισμός στο διάστημα αφού συμπληρωθούν 6 μήνες και πριν συμπληρωθούν 7 μήνες, αλλά η ρύθμιση αυτή δημιουργούσε πρακτικά προβλήματα με την τήρηση προθεσμιών του άρθρου 237. Για αυτό και τροποποιήθηκε με το Ν. 5264/2025 με την πρόβλεψη ως ανωτάτου χρονικού ορίου αυτού των 210 ημερών (περίπου 7 μηνών).

Πρόκειται για διάταξη που θα συναντήσει μεγάλα προβλήματα πραγματικής εφαρμογής στην Αθήνα, καθώς μόνον στην περίπτωση της τακτικής διαδικασίας (υπό το Ν. 5221/2025) και σε κάποιες ειδικές διαδικασίες η σχετική προθεσμία τηρείται (τουλάχιστον κατά τις πρώτες μέρες εφαρμογής του νέου νόμου. Με άλλα λόγια, με την εξαίρεση της νέας τακτικής διαδικασίας, η προθεσμία τηρείται μόνον σε όσες περιπτώσεις και προ του Ν. 5221/2025 το χρονικό αυτό περιθώριο τηρείτο ούτως ή άλλως.

Πέρα από το ρεαλιστικό της ρύθμισης, ζητήματα τίθενται και ως προς την νέα τακτική διαδικασία και έχουν να κάνουν με τις δικαστικές διακοπές: οι πρώτες αγωγές των μηνών Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 2026 θα έπρεπε να πάρουν δικάσιμο τον Ιούλιο και τον Αύγουστο αντίστοιχα. Τότε όμως δεν μπορούν να δικαστούν λόγω των δικαστικών διακοπών. Οι σχετικές αγωγές του Μαρτίου δεν έχουν τέτοιο πρόβλημα και μπορούν να προσδιοριστούν στους 7 μήνες. Ωστόσο, μένει να αποδειχθεί αν όταν κατατεθούν οι αγωγές αυτές θα έχουν εξαντληθεί τα πινάκια των μηνών Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, θα υπάρξουν αλυσιδωτές επιπτώσεις. Οψόμεθα.

 

2.- Προθεσμία επίδοσης 30 ημερών  ως όρος της έγκυρης άσκησης για όλες τις αγωγές (νέο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ):

Πριν από το Ν. 5221/2025 προβλεπόταν προθεσμία επίδοσης ως προϋπόθεση της έγκυρης άσκησής τους 30 ημερών μόνον στην περίπτωση αγωγής της (νέας) τακτικής διαδικασίας. Με το νέο νόμο προβλέπεται ότι το βάρος αυτό ισχύει για όλες τις αγωγές όλων των διαδικασιών (εκτός αν προβλέπεται κάτι διαφορετικό σε ειδικές διατάξεις). Συνεπώς, με το Ν. 5221/2025 προβλέπεται γενική προθεσμία επίδοσης όλων των αγωγών εντός 30 ημερών από την κατάθεσή τους. Αλλιώς, η σχετική αγωγή λογίζεται ως μη ασκηθείσα[1].

Δεν προβλέπεται πλέον διαφορετική (μεγαλύτερη) προθεσμία για την επίδοση στην αλλοδαπή ή επί αγνώστου διαμονής, όπως είχε η προηγούμενη ρύθμιση μέχρι σήμερα. Μέσα στο διάστημα των 30 ημερών απαιτείται και αρκεί να έχει ολοκληρωθεί η επίδοση στον Εισαγγελέα (θα δούμε αργότερα την ρύθμιση του νέου άρθρου 134 ΚΠολΔ για την επίδοση στην αλλοδαπή). 

3.- Ενιαιοποίηση προθεσμιών προτάσεων: Προτάσεις στην έδρα – προσθήκη στο 5ήμερο:

Γενικώς, σε διάφορες επιμέρους ρυθμίσεις (π.χ. στην έφεση ΚΠολΔ 524 παρ. 1, στην αναίρεση ΚΠολΔ 570 παρ. 1, στην αναψηλάφηση ΚΠολΔ 548) επαναλαμβάνεται ως μοτίβο ότι η ρύθμιση είναι ενιαίαΠροτάσεις στην έδρα και προσθήκη στο 5ήμερο. Αυτό δεν ισχύει μόνον στην περίπτωση της (νέας) τακτικής διαδικασίας, αλλά σχεδόν παντού· έχει ξεφύγει μια περιθωριακή περίπτωση (στις μικροδιαφορές), στην οποία θα αναφερθούμε αργότερα.

Σημειώνεται ότι και στην εκουσία δικαιοδοσία στο νέο άρθρο 741 ΚΠολΔ γίνεται πια ρητή παραπομπή στο στις  περ. γ΄ έως στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 591 ΚΠολΔ και έτσι και εκεί έχουμε ρητή πρόβλεψη για την προθεσμία κατάθεσης των προτάσεων και προσθήκης-αντίκρουσης.

 

4.- Επαναφέρεται στο άρθρο 269 ΚΠολΔ (που είχε καταργηθεί με το Ν. 4335/2015) που προβλέπει:

(α) Το σύστημα συγκεντρώσεως: Προβλέπεται και πάλι ρητά ότι μέσα επίθεσης και άμυνας με τις προτάσεις έως την συζήτηση και στην προσθήκη νέα αποδεικτικά μέσα μόνο προς αντίκρουση όσων προβλήθηκαν στις προτάσεις. Το σύστημα συγκεντρώσεως προφανώς δεν είχε εκλείψει ως δικονομική αρχή μετά το Ν. 4335/2015, αλλά είχε εκλείψει το άρθρο 269 ως ρητό θεμέλιό του.

(β) Πότε μπορούν να προβληθούν νέα μέσα επίθεσης και άμυνας μετά την κατάθεση προτάσεων: Προβλέπει με μια ρητή ρύθμιση γενικής εφαρμογής ότι μετά την κατάθεση προτάσεων (όποτε και όπως αυτή προβλέπεται σε κάθε διαδικασία) νέοι ισχυρισμοί μπορούν να προταθούν μόνον όταν είναι οψιγενείς ισχυρισμοί και παραχρήμα αποδεικνυόμενοι (με έγγραφα ή δικαστική ομολογία). Στην περίπτωση αυτή οι ισχυρισμοί αυτοί μπορούν να προταθούν μέχρι την συζήτηση (επ’ ακροατηρίω) και τότε είναι δυνατή η αντίκρουση των ισχυρισμών αυτών με προσθήκη-αντίκρουση εντός 5 ημερών από την συζήτηση. Παρά το γενικό της ρύθμισης (καθώς το άρθρο 269 είναι κατά βάση γενικής εφαρμογής), η ρύθμιση έχει βασικά πρακτική εφαρμογή κυρίως στην τακτική διαδικασία, την οποία και «φωτογραφίζει» το γράμμα της διάταξης και πιθανόν στις δίκες των ενδίκων μέσων και ιδίως στην έφεση (περί αυτού θα γίνει αναφορά κατωτέρω).

(γ) Σημειώσεις:

(γα) Το νέο 269 ΚΠολΔ δεν ταυτίζεται με το παλιό 269 ΚΠολΔ. Δεν είναι της παρούσης να προβούμε σε μεγαλύτερη ανάλυση των δύο νομοθετικών κειμένων.

(γβ) Οι διατάξεις περί προβολής οψιγενών ή παραχρήμα αποδεικνυόμενων ισχυρισμών έχουν αφαιρεθεί από το άρθρο 237 ΚΠολΔ. Άρα, το νέο άρθρο 269 είναι η διάταξη που προβλέπει τους όρους άσκησής της.

 

5.- Προθεσμίες για την έκδοση αποφάσεων (νέο άρθρο 307):

Στο νέο άρθρο 307 προβλέπεται ρητά χρονικό όριο για την έκδοση δικαστικών αποφάσεων: Η γενική προθεσμία είναι 8 μήνες από την συζήτηση, ενώ η προθεσμία είναι 4 μηνών από την παραλαβή του φακέλου (από τον δικαστή) στις υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας.

Καταργήθηκαν οι αρχικά προβλεπόμενες (στο νομοσχέδιο) υποχρεώσεις ενημέρωσης του Δικαστή σε περίπτωση υπέρβαση της προθεσμίας. Θεσπίστηκαν όμως με τον Ν. 5221/2025 ενισχυμένες πειθαρχικές κυρώσεις σε περίπτωση υπέρβασης των προβλεπόμενων προθεσμιών.

 

6.- Συμπλήρωση τυπικών ελλείψεων - το νέο άρθρο 227 ΚΠολΔ:

Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 227 προστέθηκαν εδάφια στα οποία περιγράφονται οι τυπικές ελλείψεις που μπορεί να προκύψουν σε μια υπόθεση και σε περίπτωση που διαπιστώνονται γεννάται η υποχρέωση του Δικαστή να ενημερώσει τον διάδικο για να την συμπληρώσει και να αποφύγει την έκδοση είτε απορριπτικής είτε μη οριστικής απόφασης. Ρητά ως τέτοιες προβλέπονται στοιχεία που αφορούν την δικαστική πληρεξουσιότητα και την ικανότητα αυτοπρόσωπης δικαστικής παράστασης, την καταβολή του δικαστικού ενσήμου, την κατάθεση του γραμματίου προείσπραξης, την τήρηση της ΥΑΣ και την προσκόμιση των εκθέσεων επίδοσης. Η απαρίθμηση είναι ενδεικτική, αλλά επιχειρήθηκε να καταγραφούν οι συνηθέστερες στην πράξη περιπτώσεις.

 

Επειδή η τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 227 αποφασίστηκε την τελευταία στιγμή προ της ψηφίσεως, εισήχθη με τροπολογία και δη στο άρθρο 163 (και όχι μέσα στο Α΄ κεφάλαιο του Ν. 5221/2025). Αυτό έχει ως συνέπεια ότι η αλλαγή αυτή ισχύει ήδη από την 28.7.2025, καθώς δεν περιλαμβάνεται στο Κεφάλαιο Α΄ του Ν. 5221/2025 η ισχύς του οποίου (μαζί με τα άρθρα 150 και 151) αρχίζει από την 1.1.2026 κατά το άρθρο 168 Ν. 5221/2025.

Η διάταξη είναι γενικής εφαρμογής και εφαρμόζεται τόσο στην τακτική, όσο και στις λοιπές διαδικασίες.

 

ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα άρθρα 67 και 105 ΚΠολΔ που προέβλεπαν ευχέρειες του Δικαστηρίου σε περίπτωση ελλείψεων αναφορικά με τα έγγραφα που αποδείκνυαν την ικανότητα αυτοπρόσωπης δικαστικής παράστασης και την δικαστική πληρεξουσιότητα αντίστοιχα υποχωρούν προ της εφαρμογής του άρθρου 227 που προηγείται. Με άλλα λόγια, σε περίπτωση τυπικής έλλειψης που αφορά π.χ. την πληρεξουσιότητα, προηγείται η υποχρέωση του Δικαστή να επικοινωνήσει με τους διαδίκους για την συμπλήρωσή τους κατά το άρθρο 227 ΚΠολΔ και αν οι διάδικοι δεν ανταποκριθούν, εφαρμόζεται το άρθρο 105 που προβλέπει την ευχέρεια του δικαστηρίου να εκδώσει αναβλητική απόφαση, που διατάσσει την συμπλήρωση των ελλείψεων.

 

7.- Ευθύνη δικηγόρων κατά την έκδοση πράξεων του ΚΠολΔ:

Προβλέπεται ρητά ο περιορισμός της ευθύνης των Δικηγόρων κατά την έκδοση πράξεων του ΚΠολΔ (της νέας δικηγορικής ύλης δηλαδή) μόνο για δόλο και βαριά αμέλεια. Το άρθρο 63 παρ. 2 Ν. 5221/2025 πρόσθεσε παρ. 1Α στο άρθρο 160 Κώδικα Δικηγόρων με την σχετική πρόβλεψη.

 

8.- Διατάξεις για τις επιδόσεις:

(α) Με τα άρθρα 14-19 και 21 Ν. 5221/2025 εισάγονται τροποποιήσεις στα άρθρα 124, 128, 131-135 ΚΠολΔ βάσει των οποίων διευκρινίζεται πότε συντελείται η επίδοση σε περίπτωση θυροκόλλησης, επίδοσης σε νοσοκομείο, σε σωφρονιστικό κατάστημα, σε εμπορικό πλοίο, σε προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας και σε πρόσωπα αγνώστου διαμονής.

(β) Σημαντικές αλλαγές στον τρόπο που συντελείται η επίδοση σε πρόσωπο της αλλοδαπής. Στο νέο άρθρο 134Α περιγράφεται μια διαφορετική διαδικασία επίδοσης στην αλλοδαπή, που προσπαθεί να είναι πιο εναρμονισμένη με την ανάγκη πραγματικής επίδοσης του δικογράφου στον παραλήπτη που βρίσκεται στο εξωτερικό. Επιγραμματικά παραθέτουμε τα σημαντικότερα σημεία της διάταξης. Η νέα διάταξη εναρμονίζει το νόμο με κανόνες του Ευρωπαϊκού Δικονομικού Δικαίου και την Σύμβαση της Χάγης και απηχεί την κρατούσα νομολογία (βλ. και ΑΠ 1182/2022).

Η βασική φιλοσοφία των νέων διατάξεων συνοψίζεται στα εξής: Όταν έχουμε προθεσμία ενέργειας κρίσιμη είναι η επίδοση στον Εισαγγελέασε όλες τις άλλες περιπτώσεις κρίσιμη είναι η πραγματική επίδοση. Αν δεν παρίσταται στην δίκη ο εναγόμενος που κατοικεί στην αλλοδαπή, το Δικαστήριο τάσσει προθεσμία να προσκομιστεί βεβαίωση της επίδοσης, και μέχρι να προσκομισθεί οφείλει να απέχει από την έκδοση απόφασης. Στην νέα ρύθμιση προβλέπεται ότι υπό κάποιες εξαιρετικές προϋποθέσεις αυτή η πραγματική επίδοση μπορεί να παραλειφθεί και το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση παρά την μη προσκόμιση της βεβαίωσης: (α) αν το δικόγραφο είχε διαβιβαστεί εγκαίρως και εγκύρως και (β) παρήλθαν 6 μήνες από την διαβίαση αυτή χωρίς η βεβαίωση να έχει «επιστρέψει».

Η διάταξη προβλέπει ρητά ότι αν γίνει νόμιμη επίδοση του εισαγωγικού δικογράφου, ο εναγόμενος οφείλει να διορίσει αντίκλητο, προς τον οποίο αρκεί να γίνονται όλες οι επόμενες επιδόσεις (π.χ. για ΥΑΣ, για έντοκες βεβαιώσεις κλπ.). Για το βάρος αυτό πρέπει να ενημερώνεται ο εναγόμενος με την παραγγελία προς επίδοση. Αν ο εναγόμενος δεν διορίσει αντίκλητο, οι επιδόσεις γίνονται εγκύρως προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών.

 

9.- «Αυτόματη» διαγραφή υπόθεσης από το πινάκιο μετά από αίτηση προτίμησης:

Με το νέο άρθρο 226 παρ. 5 εδ. γ΄ ΚΠολΔ προβλέπεται ότι με εξαίρεση τις υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων και εκούσιας δικαιοδοσίας, αν γίνει δεκτό αίτημα προτίμησης από τον αρμόδιο δικαστή, η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο της αρχικής δικασίμου από τον γραμματέα με εντολή του διευθύνοντος το δικαστήριο». Πρόκειται για διάταξη αρκετά απλοϊκή και για αυτό ενέχει κινδύνους («έχει κενό ασφαλείας»), γιατί δεν λαμβάνει υπ’ όψη τι γίνεται αν το αρχικό δικόγραφο με την μακρινή δικάσιμο είχε επιδοθεί, αυτός που ζητά την κατά προτίμηση δικάσιμο είναι ο εναγόμενος και αυτός δεν επιδώσει ποτέ το δικόγραφο με την νέα συντομότερη δικάσιμο.

 

10.- Περιορισμοί στην παρέκταση τοπικής αρμοδιότητας (ΚΠολΔ 43):

Κατά το νέο άρθρο 43 ΚΠολΔ«Επί συνδρομής της δωσιδικίας του υποκαταστήματος δεν επιτρέπεται η συνομολόγηση, ακόμη και εγγράφως, ρήτρας αποκλειστικής παρέκτασης υπέρ των δικαστηρίων της κύριας έδρας του υπαγόμενου σ’ αυτήν προσώπου, εφόσον είναι προγενέστερη της γένεσης της διαφοράς». Με άλλα λόγια, πριν γεννηθεί μια διαφορά δεν θα μπορεί κανείς να υπαγάγει την διαφορά με συμβατική ρήτρα στα δικαστήρια της κύριας έδρας του διαδίκου. Τούτο θα έχει ως συνέπεια τον περιορισμό των συμβατικών ρητρών που υπάγουν τις διαφορές πριν αυτές γεννηθούν στα δικαστήρια της έδρας των συμβαλλομένων, που συνήθως ήταν τα δικαστήρια της Αθήνας.

 

11.- Αιτήσεις εξαίρεσης δικηγόρων κατά την έκδοση πράξεων του ΚΠολΔ (άρθρα 54-55 ΚΠολΔ):

Ο δικηγόρος όταν εκδίδει πράξεις κατά τον ΚΠολΔ, αρμόδιος να κρίνει αιτήσεις εξαίρεσής του είναι ο προϊστάμενος του πρωτοδικείου στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται ο δικηγορικός σύλλογος, μέλος του οποίου είναι ο δικηγόρος. Σε αυτόν δε ο δικηγόρος οφείλει να υποβάλει τυχόν δήλωση αυτοεξαίρεσής του.

 

12.- Ηλεκτρονικός φάκελος:

Στο άρθρο 119 ΚΠολΔ προστίθεται παράγραφος 5, στην οποία προβλέπονται λεπτομέρειες για τον τρόπο λειτουργίας του ηλεκτρονικού φακέλου.

 

 

Β. («ΝΕΑ») ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Θα επιχειρήσουμε να περιγράψουμε τις αλλαγές όσο πιο επιγραμματικά γίνεται, παραθέτοντας το τροποποιημένο μοντέλο της νέας τακτικής:

1.- Κατά βάση μένει το μοντέλο ως προς την κατάθεση των προτάσεων: 30 + 90/120 + 15, δηλαδή:

a.      Η προθεσμία επίδοσης της αγωγής παραμένει η ίδια (30 ημέρες από την κατάθεση της αγωγής), που όμως δεν παρατείνεται λόγω άγνωστης διαμονής ή κατοικίας στην αλλοδαπή του εναγομένου)

b.     Η προθεσμία κατάθεσης προτάσεων παραμένει 90 ημερών από την λήξη της προθεσμίας επίδοσης (ή 120  ημερών σε περίπτωση εναγομένου άγνωστης διαμονής ή κατοικίας του στην αλλοδαπή).

c.      Η προθεσμία προσθήκης των 15 ημερών από την λήξη της προθεσμίας κατάθεσης προτάσεων παραμένει ίδια.

2.- ΑΛΛΑ αμέσως με το που καταθέτει κανείς την αγωγή του παίρνει άμεσα δικάσιμο (όπως σημειώθηκε ανωτέρω στο πλαίσιο του άρθρου 215 ΚΠολΔ) και δη κατά βάση πριν από την συμπλήρωση 210 ημερών από την κατάθεση (ή εντός 9-10 μηνών αν έχουμε εναγόμενο αλλοδαπής).

3.- Δεν αναστέλλεται η προθεσμία των προτάσεων λόγω διαδικασιών διαμεσολάβησης. Ειδικότερα, η μεν διαδικασία της ΥΑΣ δεν συνεπάγεται οιαδήποτε αναστολή στην προθεσμία κατάθεσης προτάσεων[2]. Για να υπάρξει επίδραση στην ροή της δίκης, απαιτείται να γίνει υπαγωγή της διαφοράς σε εκούσια διαμεσολάβηση, οπότε η υπόθεση θα αποσύρεται από τα πινάκια. Αν επιθυμεί ο ενάγων να επαναφέρει την αγωγή, επιβάλλεται να γίνεται νέα κλήση (οπότε επανεκκινείται η προθεσμία των προτάσεων των 90 ημερών). Το μόνο που αναστέλλει η ΥΑΣ και για όσο αυτή διαρκεί είναι προθεσμίες του ουσιαστικού δικαίου (σε μια προσπάθεια του νομοθέτη να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη να μην ανασταλεί η προθεσμία κατάθεσης προτάσεων και στους περιορισμούς από το Κοινοτικό Δίκαιο). 

ΑΡΑ:

-          ΥΑΣ: Καμία επίδραση στην προθεσμία κατάθεσης προτάσεων (παρά μόνο στις προθεσμίες του ουσιαστικού δικαίου)

-          Εκούσια διαμεσολάβηση: Απόσυρση από το πινάκιο με την υποβολή του πρακτικού στο Δικαστήριο.

4.- Το δικαστικό ένσημο κατατίθεται το αργότερο με την προσθήκη (και όχι μέχρι την συζήτηση όπως ισχύει σήμερα).

5.- Παρεπόμενα δικόγραφα (άρθρο 238 ΚΠολΔ):

Το αρχικό σχέδιο ήθελε να συντέμνονται κατά 20 ημέρες όλες οι εκεί προβλεπόμενες προθεσμίες, αλλά να αφετηριάζονται και αυτές από το πέρας της προθεσμίας προς επίδοση της κύριας αγωγής (όπως ισχύει στις προθεσμίες επί της κύριας αγωγής). Ουσιαστικά αυτό είχε ως σκοπό την θεραπεία της σημερινής κατάστασης, κατά την οποία προβλέπεται ως εναρκτήριο γεγονός των προθεσμιών την κατάθεση της αγωγής, με αποτέλεσμα πολλές φορές να συναντούμε διαφορετική λήξη της προθεσμίας (κατά 2-3 μέρες περίπου).

 Ωστόσο, το σχέδιο του νέου άρθρου 238 ΚΠολΔ διαμορφώθηκε όταν στο νέο άρθρο 215 η προθεσμία επίδοσης της αγωγής γινόταν από 30 ημερών (που ισχύει σήμερα) σε 20 ημερών. Κατά την επεξεργασία στη Βουλή, η κυβέρνηση πείστηκε η προθεσμία των 20 ημερών να παραμείνει 30 ημερών. Δεν φρόντισε όμως να προσαρμόσει τις προθεσμίες του άρθρου 238 ΚΠολΔ. Έτσι, με τη σημερινή διατύπωση η προθεσμία κατάθεσης προτάσεων επί ανταγωγής, παρέμβασης κλπ. είναι κατά 10 ημέρες μεγαλύτερη εκείνης που ισχύει στην κύρια αγωγή. Επιβάλλεται προφανώς η διόρθωση της προφανούς παραδρομής.  Αυτό αναμένεται να γίνει με το 2ο κύμα τροποποίησης του Ν. 5221/2025 που έχει ήδη εξαγγελθεί από το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

6.- Η «Διάταξη» του άρθρου 237 παρ. 3-4:

(α) Πρόκειται για την βασικότερη καινοτομία του νέου νόμου, καθώς με την νέα ρύθμιση εισάγεται ένα νέο εργαλείο κατά την απονομή της πολιτικής δικαιοσύνης, που μέλλει να αποδειχθεί η χρησιμότητα και η αποτελεσματικότητά του.

(β) Συγκεκριμένα, μετά το κλείσιμο και της προσθήκης και εντός 10 ημερών από τότε η υπόθεση χρεώνεται σε δικαστή ή εισηγητή (επί Πολυμελούς). Μετά την χρέωση και εντός των επόμενων 30 ημερών ο Δικαστής (ή ο Εισηγητής επί Πολυμελούς) έχει την αρμοδιότητα να εκδώσει την «Διάταξη».

(γ) Με την Διάταξη

(γα) που θα έχει συνοπτική αιτιολογία

(γβ) θα μπορεί να διατάσσεται

 

(i) η απόρριψη της αγωγής αν αυτή είναι απαράδεκτη (δεν συμπεριλήφθηκε η περίπτωση της απόρριψης ως νόμω αβάσιμης). 

(ii) η εξέταση μαρτύρων/διαδίκων και η διενέργεια αυτοψίας/πραγματογνωμοσύνης

(iii) καθώς και η ένωση ή συνεκδίκαση περισσοτέρων δικών, ο χωρισμός, η αναβολή ή αναστολή της δίκης κατά τα άρθρα 246-250 ΚΠολΔ. Στην περίπτωση αυτή, στη νέα συζήτηση τα μέρη θα καταθέτουν προτάσεις, αλλά όχι νέους ισχυρισμούς εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς οψιγενείς ή «παραχρήμα» αποδεικνυόμενους (με έγγραφα ή δικαστική ομολογία). 

(iv) Με την διάταξη αυτή, θα μπορεί πέραν της συμπλήρωσης τυπικών ελλείψεων να ζητείται και η συμπλήρωση της πραγματικής αοριστίας με προσθήκη μέχρι την συζήτηση. Η συμπλήρωση θα μπορεί να γίνει μέχρι 10 μέρες προ της συζήτησης, η δε αντίκρουση εντός 5 εργασίμων ημερών από την συζήτηση της αγωγής.

(δ) Η Διάταξη που θα απορρίπτει την αγωγή δεν θα είναι δεκτική προσβολής με ένδικα μέσα. Αν ο διάδικος θέλει να δικάσει – χωρίς να συμμορφωθεί με την Διάταξη – θα μπορεί να επιμείνει στην συζήτηση με αίτημα που μπορεί να υποβληθεί εντός 5 ημερών από την έκδοση της διάταξης. Το αίτημα για έκδοση απόφασης συνοδεύεται από παράβολο 200,00€, το οποίο θα επιστρέφεται αν το Δικαστήριο τελικά αποκλίνει από το περιεχόμενο της Διάταξης. Το «penalty» που προβλεπόταν στο Ν/Σ για καταδίκη σε διπλάσια δικαστικά έξοδα απαλείφθηκε στο τελικό κείμενο του νόμου.

(ε) Διευκρινίζεται ότι ο Δικαστής που θα εκδίδει την Διάταξη θα είναι ο ίδιος που θα δικάσει την υπόθεση

 

(στ) ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ – ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ:

(i) Στην περίπτωση της αναστολής κατ’ άρθρο 249-250 προβλέπεται η κατάθεση προτάσεων μετά        την έκδοση της έτερης απόφασης (χάριν της οποίας χορηγείται η αναστολή). Το νέο άρθρο 237 παρ. 3 τελευταίο εδάφιο προβλέπει εμμέσως επαναληπτική συζήτηση, αλλά δεν προβλέπεται με ποιον        τρόπο αυτή θα ορίζεται. Η μάλλον ορθότερη λύση είναι με την κατάθεση κλήσης, ως προς την             οποία όμως είναι ζήτημα αν θα εφαρμόζεται η προθεσμία των 90 ημερών της παρ. 1 του άρθρου 237 ΚΠολΔ.

(ii) Όσα αποτελούν περιεχόμενο της Διάταξης μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης; Κατά το τελικό κείμενο του νόμου φαίνεται ότι ο νόμος δεν επιθυμεί κάτι τέτοιο. Μάλιστα, προβλέπεται στην παρ. 8 του άρθρου 237 ΚΠολΔ ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις (ήτοι σε περίπτωση που δεν είχε εκδοθεί Διάταξη ή είχε αναβληθεί η συζήτηση κατά τα άρθρα 249-250 ΚΠολΔ) μπορεί να εκδοθεί (από το Δικαστήριο πια μετά την συζήτηση) Διάταξη με περιεχόμενο (α) την εξέταση μαρτύρων ή των διαδίκων, σε ημερομηνία που δεν απέχει πάνω από δύο (2) μήνες από τη συζήτηση, ή (β) αυτοψία ή (γ) πραγματογνωμοσύνη.

(iii) Η συζήτηση είναι πάντα «τυπική»; Το αν η συζήτηση στην τακτική διαδικασία είναι τυπική ή όχι, εξαρτάται από την έκδοση ή μη Διάταξης κατά την παρ. 3 του άρθρου 237. Έτσι, διακρίνουμε:

(α) Δεν τίθεται αμφιβολία ότι τυπική είναι η συζήτηση, αν δεν εκδοθεί Διάταξη. Στην περίπτωση αυτή, ρητά προβλέπεται η δυνατότητα η συζήτηση, να μην γίνει στο ακροατήριο, αλλά σε γραφείο του Δικαστή ή του Προέδρου του Πολυμελούς.

(β) Αν εκδοθεί Διάταξη, στο άρθρο 237 παρ. 6 ορίζεται ότι η συζήτηση δεν είναι τυπική. Στην περίπτωση αυτή είναι αναγκαίο να παριστάμεθα με φυσικό τρόπο κατά την συζήτηση

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

(α) Κατ’ αρχάς ο νόμος δεν διακρίνει και ορίζει ότι μόνο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί Διάταξη η συζήτηση είναι τυπική και (συνεπώς) δεν απαιτείται η παρουσία των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων στο ακροατήριο. Ωστόσο, εκτιμάται ότι μόνον σε περίπτωση που με την Διάταξη διατάσσεται η εξέταση μαρτύρων ή κατάθεση των διαδίκων η συζήτηση δεν είναι τυπική και δεν είναι αναγκαία η παράσταση των διαδίκων. Σε περίπτωση που εκδοθεί Διάταξη με περιεχόμενο άλλο από αυτό της εξέτασης διαδίκων ή μαρτύρων, δεν φαίνεται λογικό να απαιτείται η αυτοπρόσωπη παρουσία των δικηγόρων των διαδίκων στο ακροατήριο. Ωστόσο, αν δεν αλλάξει κάτι στο γράμμα της ρύθμισης, δεν είναι ασφαλές – ιδίως κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου – να μην παρίσταται κανείς αυτοπροσώπως σε υποθέσεις που έχει εκδοθεί Διάταξη της παρ. 3 ΚΠολΔ 237, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της Διάταξης. Η πραγματική εφαρμογή των νέων διατάξεων θα καταδείξει την ερμηνεία που θα επικρατήσει στη Νομολογία.

(β) Αξίζει να σημειωθεί ότι αρχική βούληση του νομοθέτη ήταν η καθιέρωση Διάταξης σε όλες τις υποθέσεις (όχι μόνο στην τακτική). Έτσι, όπως είχε τεθεί στο η νέα ρύθμιση κατέληγε σε καθιέρωση μιας οριζόντιας σε όλες τις υποθέσεις υποχρέωσης – δικονομικού βάρους προκατάθεσης προτάσεων (έστω μερικών) προ 20ημέρου. Το αρχικό όμως άρθρο 227 αποσύρθηκε κατά το στάδιο της επεξεργασία του Νομοσχεδίου στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή.