Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

ΣτΕ Β΄ [7μ. σύνθεση] 950, 959/2026: Το ζήτημα της υποχρέωσης αυτεπάγγελτης διερεύνησης του αμετακλήτου αθωωτικής ποινικής απόφασης από τα δικαστήρια ουσίας

 



ΣτΕ Β΄ 7μ. 950, 959/2026

Πρόεδρος: Δ. Εμμανουηλίδης, Αντιπρόεδρος

Εισηγητές: Αντ. Φοβάκης, Ν. Νικολάκης, Πάρεδροι

 

Με τις 950 και 959/2026 αποφάσεις της επταμελούς σύνθεσης του Β΄ Τμήματος, το Δικαστήριο επιλήφθηκε αιτήσεων επανάληψης της διαδικασίας, οι οποίες ασκήθηκαν κατά το άρθρο 69Α του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), κατόπιν των από 21.1.2025 και 10.12.2024 αποφάσεων του Τρίτου Τμήματος του ΕΔΔΑ, αντίστοιχα, με τις οποίες, κατ’ αποδοχή προσφυγών των αιτούντων, εκδικασθείσες κατά τη διαδικασία του άρθρου 28 παρ. 1 περ. β΄ της Σύμβασης (κατά την οποία, «[π]ροκειμένου περί προσφυγής που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 34, μία επιτροπή μπορεί, με ομοφωνία […] να την κηρύξει παραδεκτή και να εκδώσει ταυτόχρονα απόφαση επί της ουσίας, εάν το ζήτημα που θέτει η υπόθεση και αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της αποτελεί ήδη αντικείμενο παγίας νομολογίας του Δικαστηρίου»), διαπιστώθηκε παραβίαση των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από τα άρθρα 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ (τεκμήριο αθωότητας) και 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης (αρχή ne bis in idem).

Στις εν λόγω υποθέσεις ανέκυψαν ζητήματα που άπτονται του παραδεκτού και του βασίμου των αιτήσεων επανάληψης της διαδικασίας και συνίστανται ειδικότερα στα εξής:

1. Το ζήτημα του εφαρμοστέου, για τη νομιμοποίηση του υπογράφοντος την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας δικηγόρου, νομοθετικού καθεστώτος, ενόψει των νέων δικονομικών ρυθμίσεων για το Συμβούλιο της Επικρατείας που εισήχθησαν με τις διατάξεις του ν. 5119/2024 (Α’ 103). Σε αμφότερες τις υποθέσεις, κατά την κρατήσασα στο Τμήμα γνώμη, επί αιτήσεων επανάληψης της διαδικασίας το εφαρμοστέο ως προς τα ζητήματα παραδεκτού που δεν ρυθμίζονται από το άρθρο 69Α του π.δ. 18/1989 -περιλαμβανομένης της παροχής πληρεξουσιότητας- είναι το καθεστώς που διέπει, κατά χρόνο, την άσκηση και τη συζήτηση της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, ανεξαρτήτως του χρόνου άσκησης των αρχικών ένδικων βοηθημάτων και μέσων, επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση, της οποίας η διαδικασία, με την αίτηση, ζητείται η επανάληψη. Εφόσον δε οι αιτήσεις επανάληψης της διαδικασίας ασκήθηκαν μετά τις 16.9.2024, εφαρμοστέες τυγχάνουν οι διατάξεις του άρθρου 27 του π.δ. 18/1989, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 του ν. 5119/2024. Κατά τη γνώμη, όμως, δύο μελών με αποφασιστική ψήφο, το εφαρμοστέο, ως προς το ζήτημα της νομιμοποίησης, καθεστώς κρίνεται με βάση τις διατάξεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο άσκησης του αρχικού ένδικου βοηθήματος ή μέσου, η εκδίκαση του οποίου οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, η κρίση της οποίας παραβιάζει, κατά το ΕΔΔΑ, τις διατάξεις της ΕΣΔΑ. Και τούτο, ενόψει αφενός του ότι η επανάληψη κατατείνει στην επανεκδίκαση της ίδιας υπόθεσης προς τον σκοπό της πληρέστερης- αποτελεσματικότερης προστασίας των δικαιωμάτων ΕΣΔΑ του διαδίκου και αφετέρου της γενικής δικονομικής αρχής, σύμφωνα με την οποία η νεότερη δικονομική ρύθμιση δεν καταλαμβάνει τις υποθέσεις που είχαν εκδικασθεί πριν από τον χρόνο έναρξης της ισχύος της, ελλείψει ρητής περί του αντιθέτου πρόβλεψης (σκ. 4 αμφότερων των αποφάσεων). Τέλος, κατά ειδικότερη προς την κρατήσασα γνώμη ενός μέλους της σύνθεσης με αποφασιστική ψήφο, προς την οποία προσχώρησαν οι Πάρεδροι, εφαρμοστέες τυγχάνουν μεν οι διατάξεις του άρθρου 27 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 12 του ν. 5119/2024, πλην το εκπρόθεσμο της νομιμοποίησης του δικογράφου των αιτήσεων επανάληψης συγχωρείται, εν προκειμένω, λόγω αφενός των εύλογων αμφιβολιών που ήταν δυνατόν, ενόψει της περιγραφόμενης πλοκής των υποθέσεων, να προκληθούν στους διαδίκους σε σχέση με το εφαρμοστέο καθεστώς που διέπει τη νομιμοποίηση του δικογράφου της αίτησης επανάληψης, οι οποίες ενισχύονται από τη διαμόρφωση δύο διαφορετικών γνωμών, και αφετέρου του γεγονότος ότι η εφαρμογή των νεότερων δικονομικών ρυθμίσεων του ν. 5119/2024 κρίνεται το πρώτον επί αίτησης επανάληψης της διαδικασίας (σκ. 8 αμφότερων των αποφάσεων).

2. Το ζήτημα της έναρξης της προθεσμίας για την άσκηση αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, στην περίπτωση που η παραβίαση των διατάξεων της ΕΣΔΑ διαπιστώνεται με απόφαση Τριμελούς Επιτροπής (άρθρο 26 παρ. 1 ΕΣΔΑ) κατά τη διαδικασία του άρθρου 28 παρ. 1 περ. β’ της Σύμβασης, η οποία, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, καθίσταται οριστική από τη δημοσίευσή της και όχι σύμφωνα με τις διακρίσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 44. Το Τμήμα έκρινε ότι, στην περίπτωση αυτή, η κατά το άρθρο 69Α παρ. 3 του π.δ. 18/1989 προθεσμία αρχίζει από την επομένη της δημοσίευσης των αποφάσεων αυτών [από την επομένη, δηλαδή, της ανάρτησής τους στη βάση νομολογιακών δεδομένων του ΕΔΔΑ (HUDOC)- βλ. άρθρο 53 του Κανονισμού Διαδικασίας], χωρίς να ασκεί επιρροή το ότι το άρθρο 69Α παρ. 3 παραπέμπει στις διακρίσεις του άρθρου 44 ΕΣΔΑ, καθόσον η παραπομπή αυτή αφορά το συνήθως συμβαίνον, τη δημοσίευση, δηλαδή, των αποφάσεων κατά τη συνήθη διαδικασία (σκ. 10 της 950/2026 απόφασης και σκ. 11 της 959/2026 απόφασης). Στην 950/2026 απόφαση, κατά την ειδικότερη γνώμη δύο μελών με αποφασιστική ψήφο, στην οποία προσχώρησαν και οι Πάρεδροι, το εκπρόθεσμο της αίτησης επανάληψης της διαδικασία συγχωρείται λόγω των εύλογων αμφιβολιών που ήταν δυνατόν να προκληθούν στον διάδικο, εξαιτίας αφενός της διατύπωσης της παραγράφου 3 του άρθρου 69Α του π.δ. 18/1989, στην οποία γίνεται ρητή παραπομπή μόνο στο άρθρο 44 ΕΣΔΑ και όχι και στο άρθρο 28 αυτής, και αφετέρου του γεγονότος ότι οι κρίσιμες διατάξεις του άρθρου 69Α του π.δ. 18/1989 και του άρθρου 28 παρ. 1 και 2 ΕΣΔΑ ερμηνεύονται για πρώτη φορά συνδυαστικά (σκ. 11 της 950/2026 απόφασης).

3. Το ζήτημα της υποχρέωσης αυτεπάγγελτης διερεύνησης του αμετακλήτου αθωωτικής ποινικής απόφασης από τα δικαστήρια ουσίας, αλλά και από το Συμβούλιο της Επικρατείας, όταν δικάζει κατ’ αναίρεση. Το Τμήμα διαπίστωσε ότι, με τις επίμαχες αποφάσεις, το ΕΔΔΑ θεμελίωσε την κρίση του σχετικά με την υποχρέωση αυτεπάγγελτης διερεύνησης του αμετακλήτου της αθωωτικής ποινικής απόφασης στην επίκληση της απόφασης Καπετάνιος και, συγκεκριμένα, της σκέψης 66 αυτής, χωρίς, ωστόσο, να παραθέσει τους λόγους που επιβάλλουν στα δικαστήρια της ουσίας και, κατά μείζονα λόγο, στο αναιρετικό δικαστήριο την υποχρέωση να θέτουν εκποδών, κατά παράκαμψη της αρχής της δικονομικής αυτονομίας, τους (περί προαπόδειξης) εθνικούς δικονομικούς τους κανόνες, αλλά και τους εγγενείς περιορισμούς του αναιρετικού ελέγχου και παραγνωρίζοντας το ισχύον στην ελληνική έννομη τάξη σύστημα χωριστών δικαιοδοσιών που εγκαθιδρύει το Σύνταγμα, στο πλαίσιο του οποίου δεν νοείται η δεσμευτική ισχύς απόφασης δικαστηρίου μιας δικαιοδοσίας να επεκτείνεται αυτομάτως σε υποθέσεις της άλλης δικαιοδοσίας. Περαιτέρω, υπενθύμισε ότι τα ζητήματα αυτά είχαν, κατά αναλυτικό τρόπο, αναδειχθεί με την 1993/2016 απόφαση του Δικαστηρίου (σκ. 11 και 16 αυτής) και ότι, στα επιχειρήματα που παρατέθηκαν στην απόφαση αυτή (σκ. 16), ιδίως σε σχέση με την αρχή της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών και την ιδιαίτερη φύση και λειτουργία του αναιρετικού ελέγχου ως μηχανισμού διόρθωσης νομικών σφαλμάτων, το ΕΔΔΑ δεν έχει, μέχρι σήμερα, απαντήσει. Τέλος, επεσήμανε ότι, σε άλλη υπόθεση ελληνικού ενδιαφέροντος, η οποία αφορά τη σχέση της ποινικής με την πολιτική δίκη, το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι ο Άρειος Πάγος δεν υποχρεούταν να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την επίδραση της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής απόφασης, στο πλαίσιο της ενώπιόν του ιδιωτικής διαφοράς, προκειμένου να θεραπεύσει την παράλειψη του προσφεύγοντος να θέσει ο ίδιος το ζήτημα αυτό με προσθέτους λόγους αναιρέσεως, επισημαίνοντας, μάλιστα, ότι η υπόθεση αυτή διαφοροποιείται, κατά τούτο, από την υπόθεση Καπετάνιος κατά Ελλάδας (και, ιδίως, τις παραδοχές της σκέψης 66 της σχετικής απόφασης), στην οποία, κατά την εκτίμηση του ΕΔΔΑ, οι προσφεύγοντες είχαν επικαλεστεί τις αθωωτικές αποφάσεις ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, τηρώντας τις οικείες διαδικαστικές προϋποθέσεις. Με τα δεδομένα αυτά, το Τμήμα έκρινε ότι οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ, με τις οποίες αποδόθηκε στο Δικαστήριο παράβαση της αρχής ne bis in idem και του τεκμηρίου αθωότητας, δεν πληρούν την πέμπτη από τις νομολογιακώς (με τις 1992-1993/2016 αποφάσεις) διαπλασθείσες προϋποθέσεις βασίμου της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, σύμφωνα με την οποία «[η] απόφαση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, που αποδίδει στο Συμβούλιο της Επικρατείας παράβαση μίας ή περισσότερων διατάξεων της ΕΣΔΑ, δεν είναι εμφανώς ελλιπής, ασαφής ή αυθαίρετη ως προς τη νόμιμη ή την πραγματική της βάση, σύμφωνα με τα κριτήρια που προκύπτουν από τη νομολογία του ίδιου του ΕΔΔΑ (και, ιδιαίτερα, της ευρείας σύνθεσής του), αλλά και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), τη θεμελιώδη αρχή της (διαδικαστικής και ουσιαστικής) επικουρικότητας του ελέγχου του ΕΔΔΑ, καθώς και τη συναφή υποχρέωσή του για επαρκή αιτιολόγηση των αποφάσεών του με τις οποίες διαπιστώνεται παράβαση της ΕΣΔΑ από κράτος μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης.».

Κατόπιν τούτων, διατυπώθηκαν δύο επιμέρους γνώμες στο Τμήμα: Κατά τη γνώμη που κράτησε στην 959/2026 απόφαση, ενδείκνυται, πριν από την απόρριψη των αιτήσεων επανάληψης της διαδικασίας, να τεθούν υπόψη του ΕΔΔΑ τα επιχειρήματα που, κατά την κρίση του Τμήματος, συνηγορούν υπέρ της συμβατότητας προς την ΕΣΔΑ του εθνικού δικονομικού πλαισίου και καθιστούν, κατ’ επέκταση, πλημμελώς αιτιολογημένη την περί του αντιθέτου κρίση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, με την ενεργοποίηση του προβλεπόμενου στο 16ο Πρωτόκολλο της Σύμβασης μηχανισμού γνωμοδότησης του ΕΔΔΑ. Το ερώτημα δε που πρέπει να υποβληθεί είναι αν τα άρθρα 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου αυτής έχουν την έννοια ότι τα διοικητικά δικαστήρια υποχρεούνται να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως, αν έχει καταστεί αμετάκλητη η περιλαμβανόμενη στον φάκελο ή προσκομιζόμενη από τον προσφεύγοντα αθωωτική υπέρ αυτού απόφαση και δη ανεξαρτήτως αν ο τελευταίος δεν έχει προβάλλει, με δικονομικώς παραδεκτό τρόπο, λόγο περί παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας ή της αρχής ne bis in idem, παρακάμπτοντας εθνικούς δικονομικούς κανόνες (άρθρα 5 παρ. 4 και 150 παρ. 1 ΚΔΔ), οι οποίοι, αποτελώντας έκφραση της αρχής της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, την οποία καταρχήν αναγνωρίζει η ΕΣΔΑ, αλλά και του συνταγματικώς κατοχυρωμένου συστήματος χωριστών δικαιοδοσιών, δεν επιβάλλουν στα εθνικά δικαστήρια την αυτεπάγγελτη εξέταση τόσο των οικείων λόγων (περί παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας ή/και της αρχής ne bis in idem) όσο και του αμετακλήτου της ποινικής απόφασης. Το ίδιο ερώτημα πρέπει, κατά την ίδια άποψη, να τεθεί και σε σχέση με το Συμβούλιο της Επικρατείας, ενόψει και των – κοινών στις έννομες τάξεις των κρατών μελών – εγγενών ορίων του αναιρετικού ελέγχου, στο πλαίσιο του οποίου αποκλείεται, κατ’ αρχήν, η εκ μέρους των διαδίκων επίκληση νέου πραγματικού που, αν και θα μπορούσε, δεν ετέθη υπόψη των δικαστηρίων της ουσίας. Κατά τη γνώμη που κράτησε στην 950/2026 απόφαση, εφόσον δεν πληρούται η ως άνω προϋπόθεση, οι αιτήσεις επανάληψης της διαδικασίας πρέπει να απορριφθούν, χωρίς να συντρέχει ανάγκη υποβολής προς το ΕΔΔΑ αιτήματος γνωμοδότησης.

πηγή : lawnet.gr

 

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

ΜΠρ (Τμ.Εφέσεων) Αθ 7781/2026 : Οι προσκομιζόμενες εκτυπώσεις αναρτήσεων στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης “facebook” δεν παραβιάζουν τα προσωπικά δεδομένα και δεν συνιστούν απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα, καθόσον από την επισκόπηση των εκτυπώσεων αυτών προκύπτει ότι πρόκειται για δημόσιες αναρτήσεις στη «σελίδα» της αιτούσας στο “facebook”, καθώς και για δημόσιες αναρτήσεις αναφορικά με την επιχείρηση της αδερφής της στο ίδιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης, ελεύθερα προσβάσιμες σε όλους, αφού μάλιστα σκοπό είχαν τη διαφήμιση της επαγγελματικής ενασχόλησης της αδερφής της εκκαλούσας

 




ΜΠρ(Τμ.Εφέσεων)Αθ 7781/2026

Οι προσκομιζόμενες εκτυπώσεις αναρτήσεων στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης “facebook” δεν παραβιάζουν τα προσωπικά δεδομένα και δεν συνιστούν απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα, καθόσον από την επισκόπηση των εκτυπώσεων αυτών προκύπτει ότι πρόκειται για δημόσιες αναρτήσεις στη «σελίδα» της αιτούσας στο “facebook”, καθώς και για δημόσιες αναρτήσεις αναφορικά με την επιχείρηση της αδερφής της στο ίδιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης, ελεύθερα προσβάσιμες σε όλους, αφού μάλιστα σκοπό είχαν τη διαφήμιση της επαγγελματικής ενασχόλησης της αδερφής της εκκαλούσας, με την οποία διατηρούσε η τελευταία ομόρρυθμη εταιρεία έως το έτος 2012. Εξάλλου, και αληθής υποτιθέμενος να ήταν ο ισχυρισμός ότι οι αναρτήσεις αυτές ήταν ιδιωτικές, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ακόμη κι αν είχαν κτηθεί παρανόμως, θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη με βάση την αρχή της αναλογικότητας κατά τη στάθμιση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων (ΟλΑΠ 1/2017).

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΦΕΣΕΩΝ

Αριθμός Απόφασης 7781/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή, Αδαμαντία Παχουμίου, Πρωτοδίκη, η οποία ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Σταυρούλα Βόρτσου.

(…) Η εκκαλούσα είχε ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου ……………. την από ……….. και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………. αίτηση περί υπαγωγής της στον νόμο 3869/2010 με σκοπό τη ρύθμιση των οφειλών της και την προστασία της κύριας κατοικίας της, καθώς και των λοιπών περιουσιακών της στοιχείων και ζητούσε να γίνει αυτή δεκτή. Επί της ως άνω αίτησής της, εκδόθηκε κατά τις διατάξεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, η με αριθμό …………… απόφαση του Ειρηνοδικείου ……………, διά της οποίας απορρίφθηκε η υπό κρίση αίτησή της ως ουσία αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα με την από ……………… έφεσή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου …………….) με αριθμό γενικής και ειδικής έκθεσης κατάθεσης ……………………, καθώς και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προς προσδιορισμό, λαμβάνοντας αριθμό γενικής και ειδικής έκθεσης κατάθεσης ………………………., η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο (……………..).

Ο εκκαλών είχε ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου …………… την από ……………. και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………… αίτηση του περί υπαγωγής του στον νόμο 3869/2010 με σκοπό τη ρύθμιση των οφειλών του και την προστασία της κύριας κατοικίας του και των λοιπών περιουσιακών του στοιχείων και ζητούσε να γίνει αυτή δεκτή. Επί της ως άνω αίτησής του, εκδόθηκε κατά τις διατάξεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, η με αριθμό …………. απόφαση του Ειρηνοδικείου …………., διά της οποίας απορρίφθηκε η υπό κρίση αίτησή του ως ουσία αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα ο αιτών και ήδη εκκαλών με την από …………… έφεσή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου …………….) με αριθμό γενικής και ειδικής έκθεσης κατάθεσης ……………….., καθώς και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προς προσδιορισμό, λαμβάνοντας αριθμό γενικής και ειδικής έκθεσης κατάθεσης ………………., η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο (………….).

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

(…) V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, «Ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής από δόλο ή βαριά αμέλεια, την οποία μπορεί να επικαλεσθεί με αίτηση του οποιοσδήποτε πιστωτής, εφόσον δεν έχει παρέλθει ένα έτος από τότε που την πληροφορήθηκε, συνεπάγεται, με την επιφύλαξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί…». Μολονότι ο νόμος κάνει, λόγο για «αίτηση του πιστωτή», είναι δεδομένο ότι, αν βρίσκεται σε εκκρεμότητα η αίτηση του άρθρου 4 του εν λόγω νόμου, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προβληθεί κατ’ ένστασιν μέχρι την περάτωση της συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά το άρθρο 745 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 273/2023, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 169/2022, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 120/2021, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 438/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1397/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1384/2018, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 636/2017, ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, παραβίαση του καθήκοντος ειλικρίνειας υπάρχει, αν ο οφειλέτης, από δόλο ή βαριά αμέλεια, αποκρύπτει εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχονται ή περιουσιακά στοιχεία κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εμφανίζεται μειωμένων οικονομικών δυνατοτήτων και έτσι να επιτύχει παράνομα μειωμένη ικανοποίηση των πιστωτών του, εκτός βέβαια αν η παράλειψη αυτή είναι εντελώς ασήμαντη και επουσιώδης. Ως δόλος νοείται η εκ μέρους του δράστη πρόβλεψη και αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος ορισμένης συμπεριφοράς, την οποία αυτός επιχειρεί, αν και γνωρίζει τα περιστατικά, που την καθιστούν παράνομη. Στην συγκεκριμένη περίπτωση με δόλο ενεργεί ο οφειλέτης, όταν, εν γνώσει του, υποβάλει ψευδή δήλωση, που δεν ανταποκρίνεται δηλαδή στην αλήθεια, χωρίς να χρειάζεται κάποιο πρόσθετο στοιχείο, ενώ ως βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια, όταν η απόκλιση από το μέτρο συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη. Η κρίση για τον χαρακτήρα της αμέλειας ως βαριάς είναι θέμα αξιολογήσεως των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο. Για να επέλθουν εις βάρος του οφειλέτη οι οριζόμενες στον νόμο πιο πάνω δυσμενείς κυρώσεις, δεν απαιτείται με την συμπεριφορά αυτή του οφειλέτη να έχει μειωθεί (βλαβεί) η ικανοποίηση των πιστωτών. Αρκεί ότι οι εσφαλμένες ή ατελείς δηλώσεις του οφειλέτη είναι πρόσφορες να μειώσουν (ζημιώσουν) την ικανοποίηση των πιστωτών. Όταν, όμως, οι παραβάσεις του οφειλέτη είναι εντελώς επουσιώδεις, δεν δικαιολογείται η προβλεπόμενη στο νόμο παραπάνω αντιμετώπιση. Επίσης, δεν χρειάζεται να αναφέρονται στην αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου τα ποσά, που είχαν εισπραχθεί κατά το παρελθόν στον βαθμό που αυτά, κατά την υποβολή της αιτήσεως, έχουν πλέον αναλωθεί προς κάλυψη αναγκών του οφειλέτη ή για εξόφληση οφειλών του, αφού έχουν παύσει να αποτελούν περιουσία του. Ο οφειλέτης πάντως πρέπει να αναφέρει και τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία, κατά την δική του υποκειμενική εκτίμηση, μπορεί να είναι και χωρίς αξία ή και χωρίς πιθανότητα ρευστοποιήσεως ή εισπράξεως, καθώς ο μόνος αρμόδιος να ενημερωθεί γι’ αυτά και να τα αξιολογήσει, είναι ο δικαστής. Τέλος, ο οφειλέτης μπορεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 745 ΚΠολΔ, να προβάλει πραγματικούς ισχυρισμούς έως την περάτωση της τελευταίας συζήτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης, αν πριν την έναρξη της διαδικασίας συμπληρώσει την αίτησή του, όσον αφορά την κατάσταση της περιουσίας του (ΑΠ 1580/2017, ΝΟΜΟΣ) . Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται και ρυθμίζονται από τον νόμο αυτόν, αποβλέπουν στο να διευκολύνουν τον έντιμο και καλόπιστο οφειλέτη, ο οποίος περιήλθε, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία εκπληρώσεως των οφειλών του. Σε κάθε πάντως περίπτωση, ένας ανειλικρινής σε κρίσιμα ζητήματα οφειλέτης (περιουσιακή κατάσταση - εισοδήματα) δεν κρίνεται άξιος να τύχει της ευνοϊκής μεταχειρίσεως του νόμου (ΑΠ 273/2023, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 169/2022, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 120/2021, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1397/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1206/2018, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 636/2017, ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσεως ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρο 744 ΚΠολΔ) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι, που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 759 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων, που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 του Κ.Πολ.Δικ., αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής αποδείξεως (ΑΠ 169/2022, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 508/2020, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 257/2020, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1398/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 986/2018, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 769/2015, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 236/2015, ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, η εξουσία, που παρέχει στο δικαστήριο, η καθιέρωση του ανακριτικού συστήματος στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν αφικνείται μέχρι του σημείου να μπορεί το δικαστήριο να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη αυτοτελείς ισχυρισμούς, για τους οποίους ο ίδιος ο νόμος ορίζει ότι για να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο πρέπει να προταθούν από το διάδικο. Ειδικότερα, το δικαστήριο, στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, παρά την εφαρμογή ανακριτικού συστήματος, δεν δύναται να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως αυτοτελή ισχυρισμό, όταν ο νόμος καθιερώνει τη λήψη υπόψη αυτού μόνο κατόπιν προτάσεώς του από το διάδικο, τέτοια δε νομοθετική πρόβλεψη υπάρχει τόσο στην περίπτωση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, προς το συμφέρον του οποίου τάσσεται η νομοθετική αυτή ρύθμιση και επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει το σχετικό ισχυρισμό κατ’ ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτού, όσο και στην ανωτέρω περίπτωση του άρθρου 10 παρ. 1 εδ. α΄ και β΄ του ίδιου νόμου 3869/2010, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, την παράβαση δε της εν λόγω υποχρεώσεως από δόλο ή βαριά αμέλεια, όπως ρητά ορίζεται με τη νομοθετική αυτή ρύθμιση, τη λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο μετά από «αίτηση του πιστωτή» ή, όπως προεκτέθηκε, και κατ’ ένσταση και όχι αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 277/2018, ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, παρά την εφαρμογή του ανακριτικού συστήματος στην ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, δεν είναι επιτρεπτή η αυτεπάγγελτη από το δικαστήριο λήψη υπόψη της υποβολής ανειλικρινούς δηλώσεως από τον οφειλέτη, αφού αυτή, σύμφωνα με τη σχετική ανωτέρω ρητή νομοθετική ρύθμιση, πρέπει, για να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, να την επικαλεστεί με αίτησή του (ή κατ’ ένσταση), οποιοσδήποτε πιστωτής που μετέχει στη διαδικασία (ΑΠ 169/2022, ΝΟΜΟΣ).

 

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

ΜΠρ(Ασφ. Μ.) Αθ 2937/2026 : "Απαγόρευση επαγγελματικής χρήσης διαμερίσματος με το καθεστώς των βραχυχρόνιων μισθώσεων (ενοικίαση μέσω airbnb, booking κ.λπ.)"

 


ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ

Αριθμός Απόφασης 2937/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Παναγιώτα Πετροπούλου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, η οποία ορίστηκε κατόπιν κλήρωσης.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2026, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 4 και 13 του ν. 3741/1929 και 1002, 1117 ΑΚ προκύπτει ότι υπό τους όρους των άρθρων 4 και 13 του πιο πάνω νόμου όλοι οι συνιδιοκτήτες οικοδομής, που υπάγεται στις διατάξεις της κατ' ορόφους ιδιοκτησίας, μπορούν να ρυθμίσουν με συμφωνίες τους τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους τόσο στα κοινά μέρη που θα καθορίσουν, όσο και στις διαιρεμένες ιδιοκτησίες, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του νόμου αυτού που αποτελούν ενδοτικό δίκαιο και ισχύουν μόνο ελλείψει αντίθετων συμβατικών ρυθμίσεων, θεσπίζοντας έτσι υποχρεώσεις και δικαιώματα ή ορισμένη χρήση των πραγμάτων που δεσμεύει τους διαδόχους τους και ισχύουν ανεξάρτητα από τυχόν προηγούμενη παράβαση του κανονισμού από κάποιο των συνιδιοκτητών ή μείωσης της ασφάλειας της οικοδομής. Η εγκυρότητα των συμφωνιών αυτών δεν θίγεται από τις εκάστοτε ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις (περί αυθαίρετων κατασκευών ή νομιμοποίησης αυτών), εκτός αν προβλέπουν ρητώς την απαγόρευση των συμφωνιών αυτών. Οι πιο πάνω περιορισμοί φέρουν χαρακτήρα πραγματικής δουλείας, δεσμεύοντες εκείνους που τους συμφώνησαν και αντιτάσσονται κατά τρίτων. Συνεπώς, με τον κανονισμό, που έχει ισχύ νόμου, ως προς τις σχέσεις μεταξύ συνιδιοκτητών, εγκύρως καθιερώνονται περιορισμοί και απαγορεύσεις στη χρήση των παραπάνω πραγμάτων και πέραν των αναφερομένων στο άρθρο 3 του ν. 3741/1929 και στις περί γειτονίας διατάξεις των άρθρων 1003, 1004 ΑΚ. Αν, κατά συνεπεία, με κάποιον όρο απαγορεύεται στους συνιδιοκτήτες η διενέργεια μεταβολών σε κάθε περίπτωση ή ορισμένη χρήση των πραγμάτων αυτών, η απαγόρευση αυτή, που έχει χαρακτήρα αρνητικής δουλείας, σύμφωνα με τα άρθρα 13 παρ. 3 του ν. 3741/1929 και 1117 Α.Κ. ισχύει και όταν από την απαγορευμένη πράξη δεν παραβλάπτεται η χρήση ούτε θίγονται τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών. Ειδικότερα, το περιεχόμενο του κανονισμού, το σχετικό με τη συμφωνημένη ή απαγορευμένη χρήση (που αποτελεί το περιεχόμενο της δουλείας) μπορεί να είναι α) η απαγόρευση ορισμένης χρήσης ρητά, β) ο ορισμός ότι οι οριζόντιες ιδιοκτησίες Θα χρησιμοποιούνται για ορισμένη χρήση (λ.χ. για κατοικία) και γ) η απαγόρευση γενικά οποιοσδήποτε χρήσης, η οποία συνεπάγεται τη δημιουργία υπερβολικών θορύβων, ρύπανσης, δυσοσμίας κ.λπ.. Η συμφωνία αυτή, όπως προαναφέρθηκε, δεσμεύει τους συμβαλλομένους και τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους τους, αφού στις μεταξύ των συνιδιοκτητών σχέσεις ο κανονισμός επέχει ισχύ νόμου. Όροι του κανονισμού με τους οποίους επιτρέπεται ορισμένη χρήση των διηρημένων ιδιοκτησιών, υποχρεώνουν τους συνιδιοκτήτες να απέχουν από οποιαδήποτε ενέργεια που είναι αντίθετη με τον κανονισμό, εάν δε συμβαίνει κάτι τέτοιο, η εν λόγω ενέργεια συνιστά παρανομία με άμεση υποχρέωση να παύσει να συνεχίζεται στο μέλλον, η δε άρνηση συμμόρφωσης συνεπάγεται τη λήψη περιοριστικών μέτρων. Η ανωτέρω υποχρέωση βαρύνει όχι μόνον προσωπικώς τον παρανόμως ενεργήσαντα κύριο της διηρημένης ιδιοκτησίας, αλλά και τα πρόσωπα που ανήκουν στον επαγγελματικό του κύκλο, στα τελευταία δε περιλαμβάνονται και εκείνα που έχουν εξουσία χρήσης από γενόμενη παραχώρηση, συνεπεία μίσθωσης ή άλλης έννομης σχέσης, έχουν δε τον χαρακτήρα δουλειών και δεσμεύουν όλους τους συνιδιοκτήτες, με συνέπεια ο παραχωρήσας κύριος τη χρήση ακινήτου του για σκοπό αντιτιθέμενο προς τον κανονισμό να οφείλει να άρει την προσβολή, ενεργώντας αυτοπροσώπως και παρότι η μίσθωση είναι έγκυρη (ΕφΔωδ 231/2023 Νόμος).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση, η αιτούσα, παριστάμενη υπό διττή ιδιότητα, αφενός ως διαχειρίστρια και εκπρόσωπος των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας επί της οδού . και αφετέρου ατομικά ως ιδιοκτήτρια αυτοτελούς ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας αυτής …, εκθέτει ότι δυνάμει των αναφερομένων στο δικόγραφο της αίτησης συμβολαίων, που μεταγράφηκαν νόμιμα, τόσο η ίδια όσο και η καθ' ης η αίτηση εταιρεία που δραστηριοποιείται στην εκμίσθωση και διαχείριση ακινήτων, κατέστησαν κυρίες των αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών που περιγράφονται αναλυτικά στην αίτηση και βρίσκονται σε πολυκατοικία επί της οδού . . Ότι η ανωτέρω οικοδομή διέπεται από την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας (ν. 3741/1929), που έχει μεταγράφει νόμιμα, με βάση την οποία καθορίστηκαν οι κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι χώροι, οι χώροι αποκλειστικής χρήσης εκάστου συνιδιοκτήτη, καθώς και οι περιορισμοί κατά τη χρήση των κοινόχρηστων μερών και των διηρημένων αυτοτελών ιδιοκτησιών και η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του τίτλου ιδιοκτησίας του καθενός από τους συνιδιοκτήτες. Ότι η καθ' ης η αίτηση, κατά παράβαση του κανονισμού, προέβη, κατά το θέρος του 2025 σε καταχώρηση του ακινήτου της σε ιστοσελίδα του διαδικτύου κι έκτοτε το εκμεταλλεύεται ως τουριστικό κατάλυμα με το σύστημα της βραχυχρόνιας μίσθωσης (Airbnb). Ότι οι πελάτες της σε καθημερινή βάση οχλαγωγούν τόσο κατά την παραμονή τους στο διαμέρισμα όπου διαμένουν όσο και στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, ακόμη και κατά τις ώρες κοινής ησυχίας, ενώ προβαίνουν και σε λοιπές ενέργειες που σχετίζονται με την υπερεντατική χρήση των κοινόχρηστων χώρων και την ασυνήθη φθορά τους, ενώ παράλληλα εγείρονται και ζητήματα παραβίασης της ασφάλειας της οικοδομής με την άκριτη είσοδο τρίτων προσώπων, διαταράσσοντας την ομαλή διαμονή των ενοίκων στις ιδιόκτητες κατοικίες τους. Με βάση τα ανωτέρω ζητεί να υποχρεωθεί η καθ' ης α) να αφαιρέσει την διαφημιστική ανάρτηση του διαμερίσματος από όλες τις διαδικτυακές πλατφόρμες διαμοιρασμού ή αναζήτησης τουριστικών καταλυμάτων, άλλως να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση του νομίμου εκπροσώπου της, β) να αφαιρέσει το κουτί εξωτερικά της πολυκατοικίας που χρησιμοποιεί για την τοποθέτηση των κλειδιών της κοινόχρηστης εισόδου, διαφορετικά να επιτραπεί στην ένωση των συνιδιοκτητών να το απομακρύνουν, καταδικαζομένης της καθ' ης να καταβάλει το σχετικό κόστος εργασίας, αποτιμώμενο στο ποσό των 100,00 ευρώ, γ) να παραλείπει στο μέλλον i. την εκμίσθωση του διαμερίσματος, τόσο η ίδια όσο και οιοσδήποτε έλκων εξ αυτής δικαιώματα, υπό καθεστώς βραχυχρόνιας μίσθωσης, ii. να αναρτά το διαμέρισμα σε οποιαδήποτε πλατφόρμα προσφοράς ακινήτων για το σκοπό αυτό, iii. να εγκαθιστά στην είσοδο της οικοδομής οποιαδήποτε κατασκευή που θα επιτρέπει την είσοδο τρίτων στο διαμέρισμα και iv. οποιαδήποτε άλλη χρήση του διαμερίσματος πλην της κατοικίας με την απειλή, για κάθε παραβίαση των διατάξεων της εκδοθησομένης απόφασης εναντίον της και υπέρ της ένωσης των συνιδιοκτητών, χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης. Τέλος να καταδικαστεί η καθ' ης στη δικαστική της δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο, η κρινόμενη αίτηση, παραδεκτά και αρμόδια εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ. Είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας, καθώς και σε αυτές των άρθρων 731 επ, 947 παρ. 1 και 176 ΚΠολΔ, πλην των αιτημάτων α) να υποχρεωθεί η καθ' ης να αφαιρέσει τις διαφημιστικές αναρτήσεις του διαμερίσματος της από όλες τις διαδικτυακές πλατφόρμες και να απέχει από την εκ νέου προβολή του στο μέλλον υπό τον αυτό τρόπο, το οποίο είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αιτούσας, υπό την ιδιότητα με την οποία παρίσταται, καθώς μόνη η διαφημιστική προβολή του διαμερίσματος δεν προκαλεί προσβολή ή βλάβη για τους συνιδιοκτήτες της οικοδομής, επί δε παραδοχής της αίτησης κατά τα λοιπά αιτήματα αυτής μόνη η διατήρηση της διαφημιστικής προβολής στους οικείους ιστοτόπους δεν δύναται να παρακωλύσει την συμμόρφωση της καθ' ης με το διατακτικό της απόφασης, παρά μόνον να διαταράξει το συμβατικό πλαίσιο των σχέσεων αυτής με τους διαχειριστές της πλατφόρμας ή μεμονωμένα με τους τρίτους που θα επιδιώξουν, χωρίς επιτυχία, την διαμονή τους στο διαμέρισμα, απαντώντας την αδυναμία παροχής εκ μέρους της καθ' ης και β) να υποχρεωθεί η καθ' ης να αφαιρέσει την κατασκευή φύλαξης των κλειδιών της εξώθυρας της οικοδομής από τον εξωτερικό τοίχο της οικοδομής και να απέχει από την μελλοντική επανατοποθέτησή του, το οποίο είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του, αφού πρόκειται για ζήτημα διαχείρισης των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής κι εν προκειμένω δεν αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο δεν μπορεί να ληφθεί επί του ζητήματος αυτού σχετική απόφαση από τη Γενική Συνέλευση της πολυκατοικίας. Επομένως, στο βαθμό που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη η υπό κρίση αίτηση πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρας της αιτούσας, … και του μάρτυρα της καθ' ης, …, ακροατήριο, καθώς επίσης και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αιτούσα τυγχάνει διαχειρίστρια και εκπρόσωπος της ένωσης συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας που βρίσκεται … .

 

Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

ΕλΣ(Tμ. ΙΙ) 537/2026 : Καταλογισμοί σε βάρος δημοσίων υπόλογων για έλλειμμα στη διαχείριση - Περιεχόμενο έννοιας «Βαρειά Αμέλεια» - Αρχή Αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.) - Τεκμήριο αθωότητας.

 



Ο καταλογισμός εις βάρος δημοσιονομικώς υπευθύνων υπόκειται στην αρχή της αναλογικότητας, που απαιτεί, για την επιβολή του εν λόγω μέτρου, να τηρείται μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ αφενός του δημοσίου συμφέροντος σκοπού της αποκατάστασης της δημόσιας διαχείρισης και αφετέρου της προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων του καταλογιζομένου, ώστε να μην υφίσταται δυσανάλογη και υπερβολική επιβάρυνση. Κριτήρια που σταθμίζει για τον λόγο αυτό το Δικαστήριο αποτελούν ιδίως η βαρύτητα της δημοσιονομικής παράβασης, το επελθόν δημοσιονομικό αποτέλεσμα, ο βαθμός υπαιτιότητας του δημοσιονομικά υπευθύνου, καθώς και η επερχόμενη εξαιτίας του καταλογισμού βλάβη της περιουσίας του. Δεκτή εν μέρει η έφεση. Περιορίζει το ποσό του καταλογισμού.

 

Απόφαση 0537/2026

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ - ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ - ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 12 Νοεμβρίου 2024, με την ακόλουθη σύνθεση: Άννα Λιγωμένου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Γεωργία Τζομάκα και Νικολέτα Ρένεση (εισηγήτρια της υπόθεσης), Σύμβουλοι, Κωνσταντίνος Δήμου και Κωνσταντίνος Ροντογιάννης, Πάρεδροι που μετέχουν με συμβουλευτική ψήφο.

Γενικός Επίτροπος της Επικράτειας: Παραστάθηκε ο Αντεπίτροπος Επικράτειας Ευάγγελος Καραθανασόπουλος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της Γενικής Επιτροπείας της Επικράτειας.

Γραμματέας: Ιωάννης Αθανασόπουλος, Γραμματέας του Τμήματος.

Για να δικάσει την από 25.2.2022 (Α.Β.Δ. ./2022) έφεση της …, με Α.Φ.Μ. ., κατοίκου Παραλίας . Νομού Πιερίας, η οποία παραστάθηκε μετά των πληρεξούσιων δικηγόρων ΑΚ () και ΑΠ (),

κατά: α) του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από 1.8.2023 Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (άρθρο 1 του π.δ/τος 82/2023, Α' 139), ο οποίος παραστάθηκε διά δηλώσεως του άρθρου 231 παρ. 1 του ν. 4700/2020, της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ΒΠ (ΑΜ/ΝΣΚ 284) και β) του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία «…………..», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν παραστάθηκε και

κατά α) της 1/2021 καταλογιστικής πράξης της Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην Περιφερειακή Ενότητα Πιερίας και β) κάθε άλλης συναφούς προγενέστερης ή μεταγενέστερης πράξης η παράλειψης της Διοίκησης

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους της εκκαλούσας, οι οποίοι ζήτησαν την παραδοχή της έφεσης.

Τον Αντεπίτροπο της Επικράτειας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε την έκδοση προδικαστικής απόφασης.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε τηλεδιάσκεψη μέσω της πλατφόρμας e: Presence.gov.gr, σύμφωνα με τα άρθρα 295 παρ. 2 της Δικονομίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου (ν. 4700/2020, Α’ 127) και 36 του ν. 4745/2020.

Αφού άκουσε την εισήγηση της Συμβούλου Νικολέτας Ρένεση

Μελέτησε τη δικογραφία,

Σκέφθηκε σύμφωνα με τον νόμο και

Αποφάσισε τα ακόλουθα:

1.. Με την υπό κρίση έφεση, όπως οι λόγοι αυτής αναπτύσσονται με το από 12.11.2024 νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, ζητείται η ακύρωση της 1/2021 απόφασης της Υπηρεσίας Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην Περιφερειακή Ενότητα Πιερίας της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, κατά το μέρος που με αυτήν καταλογίστηκε η εκκαλούσα, υπεύθυνη για θέματα μετανάστευσης στο Γραφείο Αλλοδαπών της Δημοτικής Ενότητας …….. του Δήμου ……….. κατά το χρονικό διάστημα από 30.3.2011 έως 10.11.2011, με το ποσό των 26.130,00 ευρώ (6.480,00 ευρώ υπέρ του Δήμου …….. και 19.650,00 ευρώ υπέρ της ΔΟΥ Κατερίνης), που φέρεται ότι αντιστοιχεί σε έλλειμμα στη χρηματική διαχείριση του Δήμου …………., το οποίο προκλήθηκε από την μη απόδοση της αξίας των εισπραχθέντων παραβόλων, που καταβαλλόταν για έκδοση και ανανέωση αδειών διαμονής αλλοδαπών.

3.         Από τις διατάξεις των άρθρων 98 παρ.1 του Συντάγματος, 15, 17, 22, 25, 27 και 33 του π.δ/τος 774/1980 (Α' 189, Οργανισμός του Ελεγκτικού Συνεδρίου), των ομοίου περιεχομένου άρθρων 28, 38, 44 και 46 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο (κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013, Α' 52), των άρθρων 32 και 35 παρ. 1 του ν.δ/τος 496/1974 «Περί λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου» (Α' 204), καθώς και 54 παρ. 1 και 56 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 23 62/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» (Α' 110) [βλ. και τις ομοίου περιεχομένου διατάξεις των άρθρων 150 και 152 του ν. 4270/2014, Α' 143] προκύπτει ότι δημόσιοι υπόλογοι είναι οι δημόσιοι λειτουργοί οι εντεταλμένοι την είσπραξη εσόδων ή την πληρωμή εξόδων του Δημοσίου, των ο.τ.α. ή των ν.π.δ.δ., καθώς και όσοι, με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση, διαχειρίζονται χρήματα, αξίες ή υλικό που ανήκει στο Δημόσιο, σε ο.τ.α. ή σε ν.π.δ.δ. και κάθε άλλο πρόσωπο που ειδικώς από το νόμο θεωρείται ως δημόσιος υπόλογος. Περαιτέρω, όπως έχει ειδικότερα κριθεί, οι ταμειακοί διαχειριστές, οι δημοτικοί εισπράκτορες και λοιποί επί της εισπράξεως των δημοτικών εσόδων υπάλληλοι λογοδοτούν για τη χρηματική τους διαχείριση στον δημοτικό ταμία, για κάθε δε χρηματικό έλλειμμα ή άλλη ανωμαλία στις ανωτέρω ταμειακές διαχειρίσεις, αυτοί υπέχουν την πλήρη δημοσιολογιστική ευθύνη του δημοσίου υπολόγου (ΕλΣυν VII Τμ. 473/2018). Ως έλλειμμα διαχείρισης χρηματικού νοείται κάθε επί το έλαττον αδικαιολόγητη διαφορά μεταξύ της ποσότητας των χρημάτων που έπρεπε να υπάρχει σε μία δεδομένη στιγμή, σύμφωνα με τους τηρούμενους λογαριασμούς και με βάση νόμιμα διαχειριστικά στοιχεία και εκείνης που πράγματι υπάρχει (ΕλΣυν Ολ. 2/2023, 34/2018, 2218/2014, Δεύτερο Τμ. 1252/2024, 1349/2023).

4.         Περαιτέρω, ο ν. 4820/2021 «Οργανικός Νόμος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και άλλες ρυθμίσεις» (Α' 130/23.7.2021) ορίζει στο άρθρο 144 με τίτλο «Μέτρο ευθύνης» ότι «1. Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στην παρ. 4, τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 142 και 143 ευθύνονται, αν προκάλεσαν το έλλειμμα από δόλο, βαρεία ή ελαφρά αμέλεια. (...) 2. Η υπαιτιότητα τεκμαίρεται μαχητά στις περιπτώσεις έλλειψης ή απώλειας χρημάτων, αξιών ή υλικού ή επί εσφαλμένης καταμέτρησης αυτών που οδήγησε σε δημιουργία ελλείμματος. (...)» και στο άρθρο 164 με τίτλο «Έλεγχος εκκρεμών διαχειρίσεων και έλεγχος νομιμότητας καταλογιστικών πράξεων» ότι «1. (...) 2. Τα άρθρα 144 και 150 εφαρμόζονται από το Ελεγκτικό Συνέδριο, κατά την εκδίκαση του ένδικου μέσου της έφεσης ενώπιον των Τμημάτων του σε υποθέσεις από καταλογιστικές πράξεις, που εκδόθηκαν μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος». Στο δε άρθρο 142, στο οποίο παραπέμπει το -εφαρμοστέο εν προκειμένω από το Ελεγκτικό Συνέδριο- άρθρο 144 του ν. 4820/2021, ορίζεται περαιτέρω ότι «1. Για τα υλικά ελλείμματα ταμείου (...) ευθύνονται οι υπόλογοι οι οποίοι είχαν αναλάβει τη φύλαξη, αντιστοίχως, των χρημάτων (...) που ελλείπουν». Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, βασική καινοτομία του νέου συστήματος είναι ότι η γέννηση δημοσιολογιστικής ευθύνης συναρτάται με τα ειδικότερα καθήκοντα, έτσι ώστε κάθε πρόσωπο να ευθύνεται, κατ’ αρχήν, για πράξεις ή παραλείψεις που ανάγονται στη σφαίρα της δικής του ευθύνης (ΕλΣυν Δεύτερο Τμ. 279-281/2024, 643/2023 κ.α.). Ως εκ τούτου, ο δημοτικός υπάλληλος που είναι εντεταλμένος για την είσπραξη εσόδων του Δήμου και έχει, παράλληλα, οριστεί και ειδικός υπόλογος για την είσπραξη και απόδοση εσόδων του Δημοσίου ευθύνεται σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις για κάθε έλλειψη χρημάτων που διαπιστώνεται στη διαχείρισή του, προερχόμενη από δόλο, βαριά ή ελαφρά αμέλεια, η δε υπαιτιότητα του τεκμαίρεται μαχητά.

 

5.         Ελαφρά αμέλεια υπάρχει, όταν κατά τη διενέργεια των διαχειριστικών πράξεων ή παραλείψεων από τις οποίες προέκυψε το έλλειμμα, δεν καταβάλλεται η απαιτούμενη από τον νόμο ή τους σχετικούς κανονισμούς ή η αποκτώμενη από τη συνήθη εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων επιμέλεια του μέσου συνετού και ευσυνείδητου προσώπου του οικείου κοινωνικού και επαγγελματικού κύκλου. Βαρεία αμέλεια υπάρχει όταν κατά τη διενέργεια των διαχειριστικών πράξεων ή παραλείψεων, από τις οποίες προέκυψε το έλλειμμα, δεν καταβάλλεται όχι μόνο η απαιτούμενη στις συναλλαγές (αντικειμενικά και αφηρημένα) επιμέλεια του μέσου συνετού και ευσυνείδητου υπολόγου (άρθρο 330 Α.Κ.), αλλά ούτε η στοιχειώδης επιμέλεια του κοινού και συνηθισμένου ανθρώπου, με αποτέλεσμα η απόκλιση της συμπεριφοράς του υπολόγου κατά τη διεξαγωγή των διαχειριστικών του πράξεων από το μέτρο της επιμέλειας που αναμένεται από τον μέσο συνετό και επιμελή υπόλογο του επαγγελματικού κύκλου στον οποίο αυτός ανήκει, να είναι πρόδηλη, ιδιαιτέρως σοβαρή και αδικαιολόγητη (ΕλΣυν Ολ. 744/2020, Δευτ. Τμ. 147/2024, 643, 642/2023).

 

6.         Εξάλλου, στο άρθρο 11 του ν. 3 3 86/2005 «Είσοδος, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια» (Α' 212), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι «1. (...) Οι αιτήσεις για τη χορήγηση και ανανέωση των αδειών διαμονής κατατίθενται στο δήμο ή την κοινότητα του τόπου κατοικίας ή διαμονής του αιτούντος. Οι δήμοι και οι κοινότητες ελέγχουν την πληρότητα των δικαιολογητικών και διαβιβάζουν το σχετικό φάκελο στην αρμόδια Υπηρεσία Αλλοδαπών της Περιφέρειας, το αργότερο εντός δεκαπέντε ημερών, αφότου υποβληθούν. (...) 2. Μαζί με την αίτηση χορήγησης ή ανανέωσης άδειας διαμονής, ο αϊτών πρέπει να καταθέτει παράβολο, όπως τούτο ορίζεται στο άρθρο 92 του νόμου αυτού, και να επισυνάπτει τα απαιτούμενα για κάθε περίπτωση δικαιολογητικά που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. (...)». Στο άρθρο 92 του ίδιου νόμου ορίζεται επίσης ότι «1. Η αίτηση για τη χορήγηση και την ανανέωση των αδειών διαμονής συνοδεύεται από παράβολο, το οποίο, αν για λόγους αμοιβαιότητας δεν ορίζεται διαφορετικά, ορίζεται ως ακολούθως: α. Για τις άδειες διάρκειας μέχρις ενός έτους σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ. β. Για τις άδειες διάρκειας μέχρι δύο έτη σε τριακόσια (300) ευρώ. γ. Για τις άδειες διάρκειας μέχρι τρία έτη σε τετρακόσια πενήντα (450) ευρώ. Τα παράβολα του άρθρου αυτού εισπράττονται μόνο με την έκδοση αποδεικτικού διπλοτύπου τύπου Β' από την αρμόδια για την παραλαβή της αίτησης υπηρεσία. 2. Το παράβολο το οποίο καταβάλλεται κατά την υποβολή της αίτησης για την υπαγωγή στο καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος ανέρχεται στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ. Δεν υπόκεινται στην καταβολή του ανωτέρω παραβόλου όσοι κατέχουν ήδη άδεια διαμονής αόριστης διάρκειας και ζητούν να υπαχθούν στο καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος. Στο ίδιο παράβολο υπόκειται, όπου προβλέπεται, η δυνατότητα χορήγησης άδειας διαμονής αόριστης διάρκειας. 3. Τα πρόστιμα και τα παράβολα που προ βλέπονται από τον παρόντα νόμο εισπράττονται υπέρ του Δημοσίου και αναπροσαρμόζονται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης (...) 6.α. Ποσοστό 30% επί των εισπραττόμενών εσόδων από τα παράβολα της παραγράφου 1 παρακρατείται από τον οικείο Ο.Τ.Α. κατά την πληρωμή του παράβολου, β. Ποσοστό 25% των εσόδων από τα παράβολα των παραγράφων 1 και 2 διατίθεται για την κάλυψη δαπανών Υπουργείων, Περιφερειών και Ν.Π.Δ.Δ. που διαχειρίζονται θέματα μεταναστευτικής πολιτικής, καθώς και για την επιχορήγηση του Ινστιτούτου Μεταναστευτικής Πολιτικής. Από τους ίδιους πόρους καλύπτεται και η δαπάνη για την αποζημίωση των μελών, του γραμματέα και του εισηγητή των συλλογικών οργάνων που προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού. Οι ίδιες πιστώσεις μπορούν να διατίθενται και για την αντιμετώπιση δαπανών στις οποίες υποβάλλονται οι προαναφερόμενοι φορείς για την πρόσληψη εποχιακού προσωπικού ορισμένου χρόνου από τις αρμόδιες υπηρεσίες των παραπάνω φορέων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3812/2009 και της εκάστοτε ισχύουσας συναφούς νομοθεσίας. Οι σχετικές πιστώσεις εγγράφονται στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και κατανέμονται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών. Με όμοια απόφαση καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας υποπαραγράφου. (...)».

 

7.         Επίσης, στο άρθρο 2 του ν. 4018/2011 «Αναδιοργάνωση του συστήματος αδειοδότησης για τη διαμονή αλλοδαπών στη χώρα υπό όρους αυξημένης ασφάλειας, ρυθμίσεις θεμάτων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Εσωτερικών» (Α' 215), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι «(...) 4. Τα έσοδα από τα παράβολα του άρθρου 92 του ν. 3386/2005 εμφανίζονται και παρακολουθούνται σε ειδικούς Κωδικούς Αριθμούς Εσόδων (ΚΑΕ) του Κρατικού Προϋπολογισμού ως εξής: α) Τα εισπραττόμενα έσοδα από τα παράβολα της παρ. 1 του άρθρου 92 του ν. 3386/2005, που συνοδεύουν τις κατατιθέμενες σε κάθε Δήμο αιτήσεις, μετά την παρακράτηση από αυτόν του ποσοστού 30%, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρ. 6α του άρθρου 92 του ν. 3386/ 2005, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 4 του άρθρου 26 του ν. 3613/2007 (Α' 263), έως την έκδοση της προβλεπόμενης στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου κοινής απόφασης, με την οποία μεταφέρεται η σχετική αρμοδιότητα παραλαβής των υποβαλλόμενων αιτήσεων από το Δήμο στις υπηρεσίες της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, β) Τα εισπραττόμενα έσοδα από τα παράβολα της παρ. 2 του άρθρου 92 του ν. 3386/2005, σε συνδυασμό με την παρ. 2 του άρθρου 30 του ν. 3 83 8/ 2010 (Α' 49), που συνοδεύουν τις κατατιθέμενες σε κάθε Δήμο αιτήσεις, για όσο χρόνο οι Δήμοι διατηρούν την αρμοδιότητα για την παραλαβή των αιτήσεων αυτών, γ) Τα εισπραττόμενα έσοδα από όλα τα παράβολα που συνοδεύουν όσες αιτήσεις κατατίθενται στα οριζόμενα με τις κοινές αποφάσεις της παραγράφου 1 του παρόντος σημεία υποδοχής. Όσον αφορά τη διάθεση των εσόδων που εγγράφονται στους ΚΑΕ των περιπτώσεων α' και β' της παρούσας παραγράφου, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 6α και 6β του άρθρου 92 του ν. 3386/2005, όπως ισχύουν, έως την έκδοση των αποφάσεων της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του παρόντος. (...)».

 

8.         Στο πλαίσιο εφαρμογής του ανωτέρω νομοθετικού πλαισίου, εκδόθηκε η εγκύκλιος υπ’ αριθμ. 03 και με αριθμ. πρωτ. 7533/6.2.2008, με την οποία διευκρινίστηκε αναφορικά με την ως άνω διαδικασία ότι «Οι ΟΤΑ εκδίδουν υποχρεωτικά δύο αποδεικτικά διπλότυπα τύπου Β'. Αυτό που τους έχει χρεώσει η Δ.Ο.Υ. και ένα της ταμειακής υπηρεσίας τους. Και στα δύο πρέπει να αναγράφεται στο είδος εσόδου ότι, πρόκειται για παράβολο άδειας διαμονής μέχρι ένα, δύο ή τρία έτη. (...) Εννοείται ότι η αίτηση για τη χορήγηση ή την ανανέωση της άδειας διαμονής, θα συνοδεύεται πλέον από τα δύο αποδεικτικά διπλότυπα. Τονίζεται ιδιαιτέρως ότι, προς διευκόλυνση των ενδιαφερομένων, η έκδοση και των δύο διπλοτύπων θα πρέπει να γίνεται από τον ίδιο υπάλληλο, ο οποίος έχει ορισθεί ειδικός υπόλογος, ενώ η απόδοση των εισπράξεων πραγματοποιείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ’ αριθμ. 1049222/3926/0016/25.4.96 Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και τις διατάξεις του Β.Δ/τος 17.5-15.6.1959 «Περί οικονομικής διοικήσεως και λογιστικού των Δήμων και Κοινοτήτων».

 

Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

ΕφΑθ (Μον.-Τμ.14ο) 961/25 : «Σύμβαση αθλητικού σωματείου με αθλήτρια στα πλαίσια ερασιτεχνικού αθλητισμού – ιδιόμορφη σύμβαση – έλλειψη χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας του αθλητή – συμφωνία για τις οικονομικές παροχές. Περίπτωση τραυματισμού της αθλήτριας – σύναψη τροποποιητικής σύμβασης στο πλαίσιο συμβιβαστικής επίλυσης για την καταβολή αμοιβής στην αθλήτρια και στο διαμεσολαβητή της – αθέτηση των όρων από το σωματείο – ενεργοποίηση της διαλυτικής αίρεσης περιεχόμενης στην τροποποιητική σύμβαση περί πληρωμής της αμοιβής – επάνοδος σε ισχύ της αρχικής σύμβασης. Αβάσιμη η ένσταση των εναγομένων εκ του άρ. 281 ΑΚ. Δεκτή εν μέρει η αγωγή. Δεκτή η έφεση.»

 


Οι ενάγοντες/εφεσίβλητοι εξέθεταν ότι η πρώτη εξ αυτών τυγχάνει επαγγελματίας αθλήτρια, ο δεύτερος τυγχάνει αθλητικός διαμεσολαβητής, δυνάμει δε, έγγραφης σύμβασης με το πρώτο εναγόμενο αθλητικό σωματείο, συμφωνήθηκε η ένταξη της ενάγουσας στο δυναμικό γυναικείας καλαθοσφαίρισης αυτού – Ότι την 29.10.2017, στη διάρκεια αγώνα, η πρώτη ενάγουσα τραυματίσθηκε και υποχρεώθηκε σε αποχή από τις αθλητικές υπηρεσίες της για διάστημα 6-9 μηνών,  κατόπιν δε, αυτού αμφότεροι αξίωσαν την καταβολή της αμοιβής τους, ενώ στο πλαίσιο συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, συμφωνήθηκε η λύση της μεταξύ τους σύμβασης και η καταβολή στην πρώτη ενάγουσα του ποσού των 6.100 ευρώ σε 4 δόσεις και στον δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 680 ευρώ σε μία δόση, ωστόσο το πρώτο εναγόμενο δεν τήρησε τους όρους της τροποποιητικής αυτής συμφωνίας, με αποτέλεσμα να ενεργοποιηθούν οι όροι της αρχικής σύμβασης και οι εναγόμενοι, να οφείλουν στην πρώτη εξ αυτών, αφαιρουμένων των γενόμενων καταβολών, το ποσό των 9.320 ευρώ και στον δεύτερο το ποσό των 1.362 ευρώ, καθώς και το ποσό της συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας, που ανέρχεται σε 11.560 ευρώ. Εφόσον εν προκειμένω, δεν τηρήθηκαν οι όροι της έγγραφης συμφωνίας περί πληρωμής της αμοιβής των εναγόντων στις αναφερόμενες σε αυτή ημεροχρονολογίες, πληρώθηκε η τεθείσα σε αυτή διαλυτική αίρεση από την οποία εξαρτάτο η επέλευση των αποτελεσμάτων της, ώστε επανήλθε σε ισχύ η αρχική από 31.08.2017 έγγραφη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η 31.08.2017 σύμβαση μεταξύ του αθλητικού σωματείου, το οποίο δεν διατηρεί Τμήμα Αμειβόμενων Αθλητών και της πρώτης ενάγουσας – αθλήτριας, συνήφθη στα πλαίσια του ερασιτεχνικού αθλητισμού και δεν έχει το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αλλά πρόκειται για ιδιόμορφη σύμβαση. Με τη σύμβαση αυτή εγκύρως δύναται να συμφωνηθούν, κατ’ άρθρο 361 του Α.Κ., οικονομικές ή άλλες παροχές προς τον αθλητή. Επίσης, αποδείχθηκε ότι η από 06.11.2017 σύμβαση υπογράφηκε στο πλαίσιο συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, η δε προσθήκη της διαλυτικής αίρεσης σε αυτή δεν αντίκειται στο νόμο. Ο ισχυρισμός των εναγομένων περί ανυπαίτιας αδυναμίας παροχής ένεκα του τραυματισμού της πρώτης ενάγουσας κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Πρέπει, απορριπτόμενης της ένστασης των εκκαλούντων, εκ του αρ.281 του ΑΚ, η αγωγή ως προς την κύρια περί ενδοσυμβατικής ευθύνης των εναγομένων βάση της, να γίνει εν μέρει δεκτή και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 13.200 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 1.362 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Δέχεται την έφεση κατά της υπ’αρ.5090/21 απόφασης του ΜονΠρωτΑθ. [Αρ.6 Ν.765/43, Π.Υ.Σ 324/1946, αρ.281,288, 341, 345,346, 361, 404-406, 409, 480, 648, 847 ΑΚ, αρ.29,38 ΕισΝΑΚ]


ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 14°

ΑΡΙΘΜΟΣ 961/2025

 

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Ελευθερία Αθανασίου, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Ερασμία Κανατά.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Σεπτεμβρίου του έτους 2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ - ΚΑΘΏΝ Η ΚΛΗΣΗ: 1) Του Αθλητικού Σωματείου με την επωνυμία «….», που εδρεύει στον …. Αττικής, οδός …., αριθμός 80 και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ …. και 2) …., κατοίκου … Αττικής, οδός …, με ΑΦΜ …. της Δ.Ο.Υ. …. Αττικής, του οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους ΑΛ, Δικηγόρος … (AM …), δυνάμει των από 14.09.2023 δικαστικών πληρεξουσίων του …., υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και νομίμου εκπροσώπου του σωματείου δυνάμει του από 28.01.2022 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού και του δεύτερου εκκαλούντος ατομικά, τα οποία φέρουν θεώρηση του γνησίου της υπογραφής τους, που παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., κατέθεσε προτάσεις και προσκόμισε το με αριθμό …..2023 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ - ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ : 1) …. και 2) …., του οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους ΚΠ, Δικηγόρος … (AM ….) , που παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., κατέθεσε προτάσεις και προσκόμισε το με αριθμό ΠΒ …..2023 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου ….

....


ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

(...) Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι με την κρινόμενη αγωγή εξέθεταν ότι η πρώτη εξ αυτών τυγχάνει επαγγελματίας αθλήτρια καλαθοσφαίρισης και ότι δεύτερος εξ αυτών τυγχάνει αθλητικός διαμεσολαβητής με αριθμό FIBA .... Ότι δυνάμει της από 31.08.2017 έγγραφης σύμβασης με το πρώτο εναγόμενο αθλητικό σωματείο, η οποία συνήφθη με τη διαμεσολάβηση του δεύτερου ενάγοντος, ενεργούντος ως εκπροσώπου της πρώτης εξ αυτών, συμφωνήθηκε η ένταξη της τελευταίας στο δυναμικό γυναικείας καλαθοσφαίρισης αυτού για την αγωνιστική περίοδο 2017-2018, με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται στη σύμβαση. Ότι η διάρκεια παροχής των αθλητικών υπηρεσιών της πρώτης ενάγουσας ορίσθηκε για χρονικό διάστημα επτά (07) μηνών και ότι η αμοιβή της συμφωνήθηκε στο ποσό των δεκατριών χιλιάδων εξακοσίων είκοσι ευρώ (13.620 ευρώ), καταβλητέο σε μηνιαίες δόσεις, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι το ποσό της αμοιβής συμφωνήθηκε εγγυημένο, δηλαδή το εναγόμενο αθλητικό σωματείο ανέλαβε την υποχρέωση καταβολής της αμοιβής και στην περίπτωση που η πρώτη εξ αυτών δεν θα μπορούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες της λόγω ατυχήματος ή ασθένειας και ότι για την περίπτωση καθυστέρησης καταβολής των δόσεων της αμοιβής πέραν των 15 ημερών συμφωνήθηκε ποινική ρήτρα ύψους σαράντα ευρώ (40 ευρώ) για κάθε ημέρα καθυστέρησης. Ότι η αμοιβή του δεύτερου ενάγοντος για τη διαμεσολάβησή του συμφωνήθηκε στο ποσό των χιλίων τριακοσίων εξήντα δύο ευρώ (1.362 ευρώ), καταβλητέα σε δύο ισόποσες δόσεις. Ότι στη σύμβαση συμβλήθηκε και ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος εγγυήθηκε την τήρηση των υποχρεώσεων του σωματείου έναντι τους (εναγόντων) καθώς και την εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση της συμφωνηθείσης αμοιβής έκαστου εξ αυτών. Ότι σε εκτέλεση των όρων της σύμβασης η πρώτη ενάγουσα αφίχθη στην Ελλάδα την 31.08.2017 και κατόπιν της υποβολής της σε πλήρη ιατρικό έλεγχο εντάχθηκε στο γυναικείο τμήμα καλαθοσφαίρισης του πρώτου εναγόμενου. Ότι την 29.10.2017, στη διάρκεια αγώνα καλαθοσφαίρισης, η πρώτη ενάγουσα τραυματίσθηκε και υποχρεώθηκε με εντολή του θεράποντος ιατρού της σε αποχή από τις αθλητικές υπηρεσίες της για χρονικό διάστημα 6-9 μηνών. Ότι κατόπιν τούτου αμφότεροι αξίωσαν την καταβολή της αμοιβής τους, που είχε συμφωνηθεί εγγυημένη και ότι στο πλαίσιο συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς συμφωνήθηκε εγγράφως την 06.11.2017 η λύση της μεταξύ τους σύμβασης, η καταβολή στην πρώτη ενάγουσα του ποσού των 6.100 ευρώ σε τέσσερις δόσεις τις αναφερόμενες στην αγωγή ημεροχρονολογίες και στον δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 680 ευρώ σε μία δόση καθώς και να καλυφθεί από το πρώτο εναγόμενο το κόστος του εισιτηρίου για την επιστροφή της πρώτης εξ αυτών στην Ολλανδία. Ότι στην ανωτέρω τροποιητική συμφωνία ετέθη όρος ότι αυτή τελεί υπό την αίρεση της πλήρους και εμπρόθεσμης τήρησης των όρων της, ήτοι της πλήρους και εμπρόθεσμης εξόφλησης κάθε δόσης των ανωτέρω ποσών και ότι σε αντίθετη περίπτωση οι ενάγοντες δικαιούνταν να αξιώσουν την αμοιβή τους εκ της αρχικής σύμβασης καθώς και την συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα. Ότι παρά τις διαρκείς και επανειλημμένες οχλήσεις τους το πρώτο εναγόμενο δεν τήρησε τους όρους της τροποποιητικής συμφωνίας και ότι μετά την άρνηση της πρώτης ενάγουσας να αποδεχθεί την από 12.01.2018 πρόταση των εναγομένων περί σύναψης νέας συμφωνίας, με την οποία προτάθηκε μείωση του ποσού της αμοιβής της και νέο χρονοδιάγραμμα καταβολής αυτής, το σωματείο κατέβαλε στους αναφερόμενους στην αγωγή χρόνους έναντι της οφειλής του στην πρώτη εξ αυτών το ποσό των 4.300 ευρώ, ενώ δεν προέβη σε καμία καταβολή έναντι της οφειλής του στον δεύτερο από αυτούς. Ότι λόγω μη τήρησης των όρων της από 06.11.2017 έγγραφης συμφωνίας ενεργοποιήθηκαν οι όροι της αρχικής σύμβασης και ότι οι εναγόμενοι, υπό τις ανωτέρω ιδιότητες τους, του αντισυμβαλλόμενου και του εγγυητή αντίστοιχα, οφείλουν λόγω της υπερημερίας τους στην πρώτη εξ αυτών, αφαιρουμένων των γενόμενων καταβολών, το ποσό των 9.320 ευρώ και στον δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 1.362 ευρώ καθώς και το ποσό της συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας, που ανέρχεται σε 11.560 ευρώ, ως αυτό αναλυτικά υπολογίζεται στην αγωγή. Με βάση αυτό το ιστορικό αιτήθηκαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, ως ενεχόμενοι έναντι τους (εναγόντων) από την μεταξύ τους συμβατική σχέση, ως αυτοφειλέτης και ως εγγυητής αντίστοιχα, άλλως, και σε περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβαση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι επωφελήθηκαν (εναγόμενοι) των υπηρεσιών τους εναγόντων) χωρίς να καταβάλουν σε αυτούς αμοιβή και εξοικονόμησαν με τον τρόπο αυτό την δαπάνη που θα κατέβαλαν σε οιαδήποτε άλλη αθλήτρια του επιπέδου της πρώτης εξ αυτών και σε οιοδήποτε διαμεσολαβητή, καθιστάμενοι με τον τρόπο αυτό (εναγόμενοι) πλουσιότεροι σε βάρος της περιουσίας τους (εναγόντων), ο δε πλουτισμός τους σώζεται, το ποσό των εννέα χιλιάδων τριακοσίων είκοσι ευρώ (9.320 ευρώ) στην πρώτη εξ αυτών νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής (αίτημα επιδίκασης τόκων υπάρχει στην επικουρική αγωγική βάση περί αδικαιολογήτου πλουτισμού) και το ποσό των χιλίων τριακοσίων εξήντα δύο ευρώ (1.362 ευρώ) στον δεύτερο εξ αυτών, νομιμοτόκως κατά το ποσό των εξακοσίων ογδόντα ενός ευρώ (681 ευρώ) από την 01.12.2017 και κατά το λοιπό ποσό των εξακοσίων ογδόντα ενός ευρώ (681 ευρώ) από την 31.01.2018, άλλως για το σύνολο του ποσού από την επίδοση της αγωγής, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν υπό τις ανωτέρω ιδιότητές τους στην πρώτη εξ αυτών το ποσό των έντεκα χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα ευρώ (11.560 ευρώ) ως ποινική ρήτρα και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων.

Οι εναγόμενοι με τις προτάσεις που κατέθεσαν εντός της νόμιμης προθεσμίας του άρθρου 237 του Κ.Πολ.Δ. αρνήθηκαν αιτιολογημένα την αγωγή, προέβαλαν ισχυρισμούς περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης του δεύτερου ενάγοντος και παθητικής νομιμοποίησης του δεύτερου εναγόμενου καθώς και ενστάσεις περί ακυρότητας της σύμβασης, ανυπαίτιας αδυναμίας εκπλήρωσης της παροχής, εξοφλήσεως, άλλως και επικουρικά συμψηφισμού για το καταβληθέν ποσό των 8.200 ευρώ, καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και ένσταση περί απώλειας του πλουτισμού όσον αφορά στην επικουρική βάση της αγωγής περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχθηκε (ορθώς) ότι η διαφορά που πηγάζει από την ιστορούμενη στην αγωγή σύμβαση μεταξύ του εναγόμενου αθλητικού σωματείου, που δεν διατηρεί τμήμα αμειβόμενων αθλητών (Τ.Α.Α.) και των εναγόντων, δεν υπάγεται στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (ΑΠ 199/2023 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 216/2020 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), αλλά στην τακτική διαδικασία και ακολούθως έκρινε ότι η αγωγή, για το καταψηφιστικό αίτημα της οποίας καταβλήθηκε το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου, παραδεκτά στρέφεται κατά του δευτέρου των εναγομένων, ότι αυτή είναι ορισμένη και νόμιμη ως προς την κύρια βάση της, απέρριψε τις ενστάσεις των εναγομένων που αφορούσαν στην κύρια βάση αυτής και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.

Ήδη κατά της απόφασης αυτής οι εκκαλούντες - εναγόμενοι παραπονούνται με την κρινόμενη έφεση τους για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνιση της προκειμένου να απορριφθεί στο σύνολο της η αγωγή και την καταδίκη των εφεσιβλήτων στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.


I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του Α.Κ. και 6 του νόμου 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι’ αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη (ΟλΑΠ 4/2021 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, με το νόμο 2725/1999 «Ερασιτεχνικός και Επαγγελματικός Αθλητισμός και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 121 Α717.06.1999), ο αθλητισμός διακρίνεται σε ερασιτεχνικό (Τμήμα Α’ άρθρο 1 έως 58) και επαγγελματικό (Τμήμα Β’ άρθρα 59 έως 118). Στο άρθρο 1 του νόμου αυτού ορίζεται ότι : «Αθλητικό Σωματείο είναι η κατά τις διατάξεις του άρθρου 78 επ. του Α.Κ. ένωση φυσικών προσώπων που έχει ως κύριο σκοπό την συστηματική καλλιέργεια και την ανάπτυξη των δυνατοτήτων των αθλητών της για την συμμετοχή τους σε αθλητικούς αγώνες». Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1 και 2 του νόμου αυτού : «Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε αθλητές που δεν αγωνίζονται σε τμήμα αμειβομένων αθλητών Αθλητικού Σωματείου ή σε Αθλητική Ανώνυμη Εταιρία» (παρ. 1). «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 85 του παρόντος Νόμου, ή αγωνιστική δραστηριότητα των αθλητών δεν αποτελεί άσκηση επαγγελματικής αθλητικής Οικονομικές, ή άλλες παροχές που δίνονται, από αθλητικά σωματεία, ενώσεις ή ομοσπονδίες σε αθλητές, ως ενίσχυση για την υποστήριξη της αθλητικής τους δραστηριότητας, δεν αποτελούν οικονομικά ανταλλάγματα, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 86 του παρόντος Νόμου. Οι σχέσεις αθλητών και Αθλητικών Σωματείων καθορίζονται από τις διατάξεις του καταστατικού ή του σχετικού ειδικού κανονισμού της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας» (παρ. 2). Σύμφωνα, με τις διατάξεις του άρθρου 59. του ιδίου Νόμου όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του νόμου 3057/2002 : «Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, που εκδίδεται ύστερα από εισήγησή της οικείας Αθλητικής Ομοσπονδίας, μπορεί, να καθορίζεται, ο κλάδος άθλησης και οι κατηγορίες των αγώνων πρωταθλημάτων του στη διεξαγωγή των οποίων επιτρέπεται η συμμετοχή αθλητών με αμοιβή. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται και οι τυχόν ειδικότεροι, όροι ίδρυσης και λειτουργίας TAA και ΑΑΕ στο συγκεκριμένο κλάδο» (παρ. 1) «Για την έκδοση της πιο πάνω απόφασης λαμβάνοντας υπόψη κυρίως τα οικονομικά στοιχεία βιωσιμότητας του κλάδου άθλησης, ο βαθμός και οι δυνατότητες ανάπτυξής του» (παρ. 2) και του άρθρου 64 «Σύσταση αθλητικής ανώνυμης εταιρίας επιτρέπεται μόνο με τη μετατροπή του TAA. Σε περίπτωση μη υπάρξεως TAA λόγω λειτουργίας στο οικείο άθλημα ανωνύμων αθλητικών εταιριών, επιτρέπεται η σύσταση ΑΑΕ με τη μετατροπή του τμήματος ερασιτεχνών αθλητών του αθλητικού σωματείου» (παρ. 1) «Η εταιρία που συνιστάται υποκαθίσταται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του Αθλητικού Σωματείου που προκύπτουν κατά περίπτωση από τη δραστηριότητα του TAA ή του τμήματος ερασιτεχνών αθλητών. Κατά τα Λοιπά δεν επηρεάζονται η μορφή και η λειτουργία του αθλητικού σωματείου, το οποίο διατηρεί τα υπόλοιπα αθλητικά του τμήματα, συμπεριλαμβανομένου και του αντίστοιχου ερασιτεχνικού τμήματος» (παρ. 2). Τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 85 παρ. 1 έως 4του ιδίου ως άνω νόμου : «Αθλητής με αμοιβή είναι εκείνος που συνδέεται με Αθλητικό Σωματείο που διατηρεί TAA με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για παροχή αθλητικών υπηρεσιών" (παρ. 1) Επαγγελματίας αθλητής είναι εκείνος που συνδέεται με την Α.Α.Ε. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για παροχή αθλητικών υπηρεσιών» (παρ. 2). «Κατ’ εξαίρεση αθλητής με αμοιβή ή επαγγελματίας αθλητής ανάλογα, είναι και εκείνος ο οποίος διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 94 του παρόντος Νόμου» (παρ. 3) «Η πιο πάνω σύμβαση εργασίας αθλητή με αμοιβή ή επαγγελματία αθλητή διέπεται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και του νόμου αυτού» (παρ. 4). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο νομοθέτης διακρίνει μεταξύ αφενός αθλητών με αμοιβή ή επαγγελματιών αθλητών, οι οποίοι είναι αντίστοιχα εκείνοι που παρέχουν αντί αμοιβής τις αθλητικές τους υπηρεσίες στα αθλητικά σωματεία που διατηρούν Τμήμα Αμειβομένων Αθλητών ή στις Αθλητικές Ανώνυμες Εταιρίες δυνάμει συμβάσεων ρητώς χαρακτηριζομένων ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και διεπομένων από τις διατάξεις της εργατικής Νομοθεσίας και αφετέρου ερασιτεχνών αθλητών, οι οποίοι εντάσσονται στη δύναμη ενός αθλητικού σωματείου, είτε ως μέλη του είτε με τη σύναψη συμβάσεως με αυτό, που στόχο έχει τη δια της παροχής των αθλητικών τους υπηρεσιών ανάπτυξη του οικείου αθλήματος και η οποία διέπεται από τις διατάξεις του καταστατικού ή του σχετικού ειδικού κανονισμού της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας. Ο χαρακτηρισμός δηλαδή ενός αθλητή ως επαγγελματία ή ερασιτέχνη εξαρτάται από τον κλάδο άθλησης στον οποίο ανήκει, καθόσον δεν είναι όλοι οι κλάδοι οργανωμένοι σε επίπεδο επαγγελματικού αθλητισμού και περαιτέρω από το ποιος είναι αντισυμβαλλόμενός του στη συναπτόμενη σύμβαση παροχής αθλητικών υπηρεσιών. Έτσι, έγκυρη σύμβαση εργασίας για την παροχή αθλητικών υπηρεσιών διεπομένη από τις διατάξεις της εργατικής Νομοθεσίας μπορεί να συναφθεί μόνον μεταξύ αθλητή και TAA αθλητικού σωματείου ή ΑΑΕ σε κλάδο άθλησης πού με υπουργική απόφαση έχει οργανωθεί σε επίπεδο επαγγελματικού αθλητισμού (άρθρα 59 του ανωτέρω νόμου), καθόσον μόνο σε αυτές τις περιπτώσεις επιτρέπεται από το νόμο η κατάρτιση τέτοιας σύμβασης. Η σύμβαση αντίθετα μεταξύ αθλητή του Αθλητικού Σωματείου που δεν διατηρεί Τ.Α.Α., συνάπτεται στα πλαίσια του ερασιτεχνικού αθλητισμού και δεν έχει το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αλλά πρόκειται για ιδιόμορφη σύμβαση στην οποία, κατά τις επιταγές του ανωτέρω νόμου, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του καταστατικού του σωματείου ή τού σχετικού ειδικού κανονισμού της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας. Με τη σύμβαση αυτή εγκύρως μπορεί να συμφωνηθούν (άρθρο 361 του Α.Κ.) οικονομικές ή άλλες παροχές προς τον αθλητή, οι οποίες όμως δεν μεταβάλλουν το χαρακτήρα της και δεν την καθιστούν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθόσον δεν αποτελούν οικονομικά ανταλλάγματα προς αυτόν, όπως αντίθετα ισχύει με την αμοιβή στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία δίνεται ως οικονομικό αντάλλαγμα για την παροχή από τον αθλητή των αθλητικών του υπηρεσιών, αλλά συνιστούν, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ενίσχυση του σωματείου προς τον αθλητή για την. υποστήριξη της αθλητικής του δραστηριότητας και την επίτευξη της κατά το δυνατό καλύτερης απόδοσής του και περαιτέρω την δι’ αυτής καλλιέργεια της ανάπτυξης του οικείου αθλήματος, στην οποία αποβλέπουν αντιστοίχως και οι εκ της συμβάσεως υποχρεώσεις του αθλητή (τήρηση προγράμματος προπόνησης συμμόρφωση με τις οδηγίες του προπονητή κλπ.). Η ανωτέρω δηλαδή συνδέουσα τον ερασιτέχνη αθλητή με το αθλητικό σωματείο έννομη σχέση δεν αποβλέπει σε υλικό όφελος, αλλά στην αθλητική ενασχόληση από ελευθεριότητα του πρώτου και την καλλιέργεια του οικείου αθλήματος από το δεύτερο, η δε τυχόν συμφωνηθείσα οικονομική παροχή προς τον αθλητή αποκλειστικό σκοπό, έχει να διευκολύνει την επίτευξη αυτού του στόχου και σε καμία περίπτωση ο ερασιτέχνης αθλητής δεν μπορεί να είναι εργαζόμενος μισθωτός του σωματείου στο οποίο παρέχει τις αθλητικές υπηρεσίες, ανεξαρτήτως του ύψους των οικονομικών ανταλλαγμάτων του λαμβάνει. Συνεπώς, η συναπτόμενη μεταξύ αθλητή καλαθοσφαίρισης και αθλητικού σωματείου, που δεν διατηρεί τέτοιο τμήμα, σύμβαση δεν φέρει το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας κατά την έννοια των άρθρων 85 και 86 του ανωτέρω νόμου, αλλά πρόκειται για την προαναφερόμενη ιδιόμορφου χαρακτήρα σύμβαση που διέπεται από το Καταστατικό του Σωματείου, ο δε αθλητής δεν είναι μισθωτός απασχολούμενος από το σωματείο, αλλά παρέχει τις αθλητικές του υπηρεσίες σε αυτό στα πλαίσια της από ελευθεριότητα ενασχόλησής του με το οικείο άθλημα, ανεξαρτήτως της ύπαρξης οικονομικών παροχών προς αυτόν που ενδεχομένως να χρησιμοποιούνται και για την κάλυψη των αναγκών βιοπορισμού του. Επομένως, στη σύμβαση αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου για διαφορές νομίμων αποδοχών, επιδόματα εορτών, άδειας, αποδοχές άδειας (ΑΠ 199/2023 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 216/2020 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 690/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).