Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

ΕφΑθ (Μον.-Τμ.14ο) 961/25 : «Σύμβαση αθλητικού σωματείου με αθλήτρια στα πλαίσια ερασιτεχνικού αθλητισμού – ιδιόμορφη σύμβαση – έλλειψη χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας του αθλητή – συμφωνία για τις οικονομικές παροχές. Περίπτωση τραυματισμού της αθλήτριας – σύναψη τροποποιητικής σύμβασης στο πλαίσιο συμβιβαστικής επίλυσης για την καταβολή αμοιβής στην αθλήτρια και στο διαμεσολαβητή της – αθέτηση των όρων από το σωματείο – ενεργοποίηση της διαλυτικής αίρεσης περιεχόμενης στην τροποποιητική σύμβαση περί πληρωμής της αμοιβής – επάνοδος σε ισχύ της αρχικής σύμβασης. Αβάσιμη η ένσταση των εναγομένων εκ του άρ. 281 ΑΚ. Δεκτή εν μέρει η αγωγή. Δεκτή η έφεση.»

 


Οι ενάγοντες/εφεσίβλητοι εξέθεταν ότι η πρώτη εξ αυτών τυγχάνει επαγγελματίας αθλήτρια, ο δεύτερος τυγχάνει αθλητικός διαμεσολαβητής, δυνάμει δε, έγγραφης σύμβασης με το πρώτο εναγόμενο αθλητικό σωματείο, συμφωνήθηκε η ένταξη της ενάγουσας στο δυναμικό γυναικείας καλαθοσφαίρισης αυτού – Ότι την 29.10.2017, στη διάρκεια αγώνα, η πρώτη ενάγουσα τραυματίσθηκε και υποχρεώθηκε σε αποχή από τις αθλητικές υπηρεσίες της για διάστημα 6-9 μηνών,  κατόπιν δε, αυτού αμφότεροι αξίωσαν την καταβολή της αμοιβής τους, ενώ στο πλαίσιο συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, συμφωνήθηκε η λύση της μεταξύ τους σύμβασης και η καταβολή στην πρώτη ενάγουσα του ποσού των 6.100 ευρώ σε 4 δόσεις και στον δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 680 ευρώ σε μία δόση, ωστόσο το πρώτο εναγόμενο δεν τήρησε τους όρους της τροποποιητικής αυτής συμφωνίας, με αποτέλεσμα να ενεργοποιηθούν οι όροι της αρχικής σύμβασης και οι εναγόμενοι, να οφείλουν στην πρώτη εξ αυτών, αφαιρουμένων των γενόμενων καταβολών, το ποσό των 9.320 ευρώ και στον δεύτερο το ποσό των 1.362 ευρώ, καθώς και το ποσό της συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας, που ανέρχεται σε 11.560 ευρώ. Εφόσον εν προκειμένω, δεν τηρήθηκαν οι όροι της έγγραφης συμφωνίας περί πληρωμής της αμοιβής των εναγόντων στις αναφερόμενες σε αυτή ημεροχρονολογίες, πληρώθηκε η τεθείσα σε αυτή διαλυτική αίρεση από την οποία εξαρτάτο η επέλευση των αποτελεσμάτων της, ώστε επανήλθε σε ισχύ η αρχική από 31.08.2017 έγγραφη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η 31.08.2017 σύμβαση μεταξύ του αθλητικού σωματείου, το οποίο δεν διατηρεί Τμήμα Αμειβόμενων Αθλητών και της πρώτης ενάγουσας – αθλήτριας, συνήφθη στα πλαίσια του ερασιτεχνικού αθλητισμού και δεν έχει το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αλλά πρόκειται για ιδιόμορφη σύμβαση. Με τη σύμβαση αυτή εγκύρως δύναται να συμφωνηθούν, κατ’ άρθρο 361 του Α.Κ., οικονομικές ή άλλες παροχές προς τον αθλητή. Επίσης, αποδείχθηκε ότι η από 06.11.2017 σύμβαση υπογράφηκε στο πλαίσιο συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, η δε προσθήκη της διαλυτικής αίρεσης σε αυτή δεν αντίκειται στο νόμο. Ο ισχυρισμός των εναγομένων περί ανυπαίτιας αδυναμίας παροχής ένεκα του τραυματισμού της πρώτης ενάγουσας κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Πρέπει, απορριπτόμενης της ένστασης των εκκαλούντων, εκ του αρ.281 του ΑΚ, η αγωγή ως προς την κύρια περί ενδοσυμβατικής ευθύνης των εναγομένων βάση της, να γίνει εν μέρει δεκτή και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 13.200 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 1.362 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Δέχεται την έφεση κατά της υπ’αρ.5090/21 απόφασης του ΜονΠρωτΑθ. [Αρ.6 Ν.765/43, Π.Υ.Σ 324/1946, αρ.281,288, 341, 345,346, 361, 404-406, 409, 480, 648, 847 ΑΚ, αρ.29,38 ΕισΝΑΚ]


ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 14°

ΑΡΙΘΜΟΣ 961/2025

 

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Ελευθερία Αθανασίου, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Ερασμία Κανατά.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Σεπτεμβρίου του έτους 2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ - ΚΑΘΏΝ Η ΚΛΗΣΗ: 1) Του Αθλητικού Σωματείου με την επωνυμία «….», που εδρεύει στον …. Αττικής, οδός …., αριθμός 80 και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ …. και 2) …., κατοίκου … Αττικής, οδός …, με ΑΦΜ …. της Δ.Ο.Υ. …. Αττικής, του οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους ΑΛ, Δικηγόρος … (AM …), δυνάμει των από 14.09.2023 δικαστικών πληρεξουσίων του …., υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και νομίμου εκπροσώπου του σωματείου δυνάμει του από 28.01.2022 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού και του δεύτερου εκκαλούντος ατομικά, τα οποία φέρουν θεώρηση του γνησίου της υπογραφής τους, που παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., κατέθεσε προτάσεις και προσκόμισε το με αριθμό …..2023 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ - ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ : 1) …. και 2) …., του οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους ΚΠ, Δικηγόρος … (AM ….) , που παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., κατέθεσε προτάσεις και προσκόμισε το με αριθμό ΠΒ …..2023 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου ….

....


ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

(...) Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι με την κρινόμενη αγωγή εξέθεταν ότι η πρώτη εξ αυτών τυγχάνει επαγγελματίας αθλήτρια καλαθοσφαίρισης και ότι δεύτερος εξ αυτών τυγχάνει αθλητικός διαμεσολαβητής με αριθμό FIBA .... Ότι δυνάμει της από 31.08.2017 έγγραφης σύμβασης με το πρώτο εναγόμενο αθλητικό σωματείο, η οποία συνήφθη με τη διαμεσολάβηση του δεύτερου ενάγοντος, ενεργούντος ως εκπροσώπου της πρώτης εξ αυτών, συμφωνήθηκε η ένταξη της τελευταίας στο δυναμικό γυναικείας καλαθοσφαίρισης αυτού για την αγωνιστική περίοδο 2017-2018, με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται στη σύμβαση. Ότι η διάρκεια παροχής των αθλητικών υπηρεσιών της πρώτης ενάγουσας ορίσθηκε για χρονικό διάστημα επτά (07) μηνών και ότι η αμοιβή της συμφωνήθηκε στο ποσό των δεκατριών χιλιάδων εξακοσίων είκοσι ευρώ (13.620 ευρώ), καταβλητέο σε μηνιαίες δόσεις, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι το ποσό της αμοιβής συμφωνήθηκε εγγυημένο, δηλαδή το εναγόμενο αθλητικό σωματείο ανέλαβε την υποχρέωση καταβολής της αμοιβής και στην περίπτωση που η πρώτη εξ αυτών δεν θα μπορούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες της λόγω ατυχήματος ή ασθένειας και ότι για την περίπτωση καθυστέρησης καταβολής των δόσεων της αμοιβής πέραν των 15 ημερών συμφωνήθηκε ποινική ρήτρα ύψους σαράντα ευρώ (40 ευρώ) για κάθε ημέρα καθυστέρησης. Ότι η αμοιβή του δεύτερου ενάγοντος για τη διαμεσολάβησή του συμφωνήθηκε στο ποσό των χιλίων τριακοσίων εξήντα δύο ευρώ (1.362 ευρώ), καταβλητέα σε δύο ισόποσες δόσεις. Ότι στη σύμβαση συμβλήθηκε και ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος εγγυήθηκε την τήρηση των υποχρεώσεων του σωματείου έναντι τους (εναγόντων) καθώς και την εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση της συμφωνηθείσης αμοιβής έκαστου εξ αυτών. Ότι σε εκτέλεση των όρων της σύμβασης η πρώτη ενάγουσα αφίχθη στην Ελλάδα την 31.08.2017 και κατόπιν της υποβολής της σε πλήρη ιατρικό έλεγχο εντάχθηκε στο γυναικείο τμήμα καλαθοσφαίρισης του πρώτου εναγόμενου. Ότι την 29.10.2017, στη διάρκεια αγώνα καλαθοσφαίρισης, η πρώτη ενάγουσα τραυματίσθηκε και υποχρεώθηκε με εντολή του θεράποντος ιατρού της σε αποχή από τις αθλητικές υπηρεσίες της για χρονικό διάστημα 6-9 μηνών. Ότι κατόπιν τούτου αμφότεροι αξίωσαν την καταβολή της αμοιβής τους, που είχε συμφωνηθεί εγγυημένη και ότι στο πλαίσιο συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς συμφωνήθηκε εγγράφως την 06.11.2017 η λύση της μεταξύ τους σύμβασης, η καταβολή στην πρώτη ενάγουσα του ποσού των 6.100 ευρώ σε τέσσερις δόσεις τις αναφερόμενες στην αγωγή ημεροχρονολογίες και στον δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 680 ευρώ σε μία δόση καθώς και να καλυφθεί από το πρώτο εναγόμενο το κόστος του εισιτηρίου για την επιστροφή της πρώτης εξ αυτών στην Ολλανδία. Ότι στην ανωτέρω τροποιητική συμφωνία ετέθη όρος ότι αυτή τελεί υπό την αίρεση της πλήρους και εμπρόθεσμης τήρησης των όρων της, ήτοι της πλήρους και εμπρόθεσμης εξόφλησης κάθε δόσης των ανωτέρω ποσών και ότι σε αντίθετη περίπτωση οι ενάγοντες δικαιούνταν να αξιώσουν την αμοιβή τους εκ της αρχικής σύμβασης καθώς και την συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα. Ότι παρά τις διαρκείς και επανειλημμένες οχλήσεις τους το πρώτο εναγόμενο δεν τήρησε τους όρους της τροποποιητικής συμφωνίας και ότι μετά την άρνηση της πρώτης ενάγουσας να αποδεχθεί την από 12.01.2018 πρόταση των εναγομένων περί σύναψης νέας συμφωνίας, με την οποία προτάθηκε μείωση του ποσού της αμοιβής της και νέο χρονοδιάγραμμα καταβολής αυτής, το σωματείο κατέβαλε στους αναφερόμενους στην αγωγή χρόνους έναντι της οφειλής του στην πρώτη εξ αυτών το ποσό των 4.300 ευρώ, ενώ δεν προέβη σε καμία καταβολή έναντι της οφειλής του στον δεύτερο από αυτούς. Ότι λόγω μη τήρησης των όρων της από 06.11.2017 έγγραφης συμφωνίας ενεργοποιήθηκαν οι όροι της αρχικής σύμβασης και ότι οι εναγόμενοι, υπό τις ανωτέρω ιδιότητες τους, του αντισυμβαλλόμενου και του εγγυητή αντίστοιχα, οφείλουν λόγω της υπερημερίας τους στην πρώτη εξ αυτών, αφαιρουμένων των γενόμενων καταβολών, το ποσό των 9.320 ευρώ και στον δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 1.362 ευρώ καθώς και το ποσό της συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας, που ανέρχεται σε 11.560 ευρώ, ως αυτό αναλυτικά υπολογίζεται στην αγωγή. Με βάση αυτό το ιστορικό αιτήθηκαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, ως ενεχόμενοι έναντι τους (εναγόντων) από την μεταξύ τους συμβατική σχέση, ως αυτοφειλέτης και ως εγγυητής αντίστοιχα, άλλως, και σε περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβαση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι επωφελήθηκαν (εναγόμενοι) των υπηρεσιών τους εναγόντων) χωρίς να καταβάλουν σε αυτούς αμοιβή και εξοικονόμησαν με τον τρόπο αυτό την δαπάνη που θα κατέβαλαν σε οιαδήποτε άλλη αθλήτρια του επιπέδου της πρώτης εξ αυτών και σε οιοδήποτε διαμεσολαβητή, καθιστάμενοι με τον τρόπο αυτό (εναγόμενοι) πλουσιότεροι σε βάρος της περιουσίας τους (εναγόντων), ο δε πλουτισμός τους σώζεται, το ποσό των εννέα χιλιάδων τριακοσίων είκοσι ευρώ (9.320 ευρώ) στην πρώτη εξ αυτών νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής (αίτημα επιδίκασης τόκων υπάρχει στην επικουρική αγωγική βάση περί αδικαιολογήτου πλουτισμού) και το ποσό των χιλίων τριακοσίων εξήντα δύο ευρώ (1.362 ευρώ) στον δεύτερο εξ αυτών, νομιμοτόκως κατά το ποσό των εξακοσίων ογδόντα ενός ευρώ (681 ευρώ) από την 01.12.2017 και κατά το λοιπό ποσό των εξακοσίων ογδόντα ενός ευρώ (681 ευρώ) από την 31.01.2018, άλλως για το σύνολο του ποσού από την επίδοση της αγωγής, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν υπό τις ανωτέρω ιδιότητές τους στην πρώτη εξ αυτών το ποσό των έντεκα χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα ευρώ (11.560 ευρώ) ως ποινική ρήτρα και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων.

Οι εναγόμενοι με τις προτάσεις που κατέθεσαν εντός της νόμιμης προθεσμίας του άρθρου 237 του Κ.Πολ.Δ. αρνήθηκαν αιτιολογημένα την αγωγή, προέβαλαν ισχυρισμούς περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης του δεύτερου ενάγοντος και παθητικής νομιμοποίησης του δεύτερου εναγόμενου καθώς και ενστάσεις περί ακυρότητας της σύμβασης, ανυπαίτιας αδυναμίας εκπλήρωσης της παροχής, εξοφλήσεως, άλλως και επικουρικά συμψηφισμού για το καταβληθέν ποσό των 8.200 ευρώ, καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και ένσταση περί απώλειας του πλουτισμού όσον αφορά στην επικουρική βάση της αγωγής περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχθηκε (ορθώς) ότι η διαφορά που πηγάζει από την ιστορούμενη στην αγωγή σύμβαση μεταξύ του εναγόμενου αθλητικού σωματείου, που δεν διατηρεί τμήμα αμειβόμενων αθλητών (Τ.Α.Α.) και των εναγόντων, δεν υπάγεται στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (ΑΠ 199/2023 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 216/2020 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), αλλά στην τακτική διαδικασία και ακολούθως έκρινε ότι η αγωγή, για το καταψηφιστικό αίτημα της οποίας καταβλήθηκε το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου, παραδεκτά στρέφεται κατά του δευτέρου των εναγομένων, ότι αυτή είναι ορισμένη και νόμιμη ως προς την κύρια βάση της, απέρριψε τις ενστάσεις των εναγομένων που αφορούσαν στην κύρια βάση αυτής και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.

Ήδη κατά της απόφασης αυτής οι εκκαλούντες - εναγόμενοι παραπονούνται με την κρινόμενη έφεση τους για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνιση της προκειμένου να απορριφθεί στο σύνολο της η αγωγή και την καταδίκη των εφεσιβλήτων στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.


I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του Α.Κ. και 6 του νόμου 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι’ αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη (ΟλΑΠ 4/2021 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, με το νόμο 2725/1999 «Ερασιτεχνικός και Επαγγελματικός Αθλητισμός και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 121 Α717.06.1999), ο αθλητισμός διακρίνεται σε ερασιτεχνικό (Τμήμα Α’ άρθρο 1 έως 58) και επαγγελματικό (Τμήμα Β’ άρθρα 59 έως 118). Στο άρθρο 1 του νόμου αυτού ορίζεται ότι : «Αθλητικό Σωματείο είναι η κατά τις διατάξεις του άρθρου 78 επ. του Α.Κ. ένωση φυσικών προσώπων που έχει ως κύριο σκοπό την συστηματική καλλιέργεια και την ανάπτυξη των δυνατοτήτων των αθλητών της για την συμμετοχή τους σε αθλητικούς αγώνες». Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1 και 2 του νόμου αυτού : «Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε αθλητές που δεν αγωνίζονται σε τμήμα αμειβομένων αθλητών Αθλητικού Σωματείου ή σε Αθλητική Ανώνυμη Εταιρία» (παρ. 1). «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 85 του παρόντος Νόμου, ή αγωνιστική δραστηριότητα των αθλητών δεν αποτελεί άσκηση επαγγελματικής αθλητικής Οικονομικές, ή άλλες παροχές που δίνονται, από αθλητικά σωματεία, ενώσεις ή ομοσπονδίες σε αθλητές, ως ενίσχυση για την υποστήριξη της αθλητικής τους δραστηριότητας, δεν αποτελούν οικονομικά ανταλλάγματα, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 86 του παρόντος Νόμου. Οι σχέσεις αθλητών και Αθλητικών Σωματείων καθορίζονται από τις διατάξεις του καταστατικού ή του σχετικού ειδικού κανονισμού της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας» (παρ. 2). Σύμφωνα, με τις διατάξεις του άρθρου 59. του ιδίου Νόμου όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του νόμου 3057/2002 : «Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, που εκδίδεται ύστερα από εισήγησή της οικείας Αθλητικής Ομοσπονδίας, μπορεί, να καθορίζεται, ο κλάδος άθλησης και οι κατηγορίες των αγώνων πρωταθλημάτων του στη διεξαγωγή των οποίων επιτρέπεται η συμμετοχή αθλητών με αμοιβή. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται και οι τυχόν ειδικότεροι, όροι ίδρυσης και λειτουργίας TAA και ΑΑΕ στο συγκεκριμένο κλάδο» (παρ. 1) «Για την έκδοση της πιο πάνω απόφασης λαμβάνοντας υπόψη κυρίως τα οικονομικά στοιχεία βιωσιμότητας του κλάδου άθλησης, ο βαθμός και οι δυνατότητες ανάπτυξής του» (παρ. 2) και του άρθρου 64 «Σύσταση αθλητικής ανώνυμης εταιρίας επιτρέπεται μόνο με τη μετατροπή του TAA. Σε περίπτωση μη υπάρξεως TAA λόγω λειτουργίας στο οικείο άθλημα ανωνύμων αθλητικών εταιριών, επιτρέπεται η σύσταση ΑΑΕ με τη μετατροπή του τμήματος ερασιτεχνών αθλητών του αθλητικού σωματείου» (παρ. 1) «Η εταιρία που συνιστάται υποκαθίσταται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του Αθλητικού Σωματείου που προκύπτουν κατά περίπτωση από τη δραστηριότητα του TAA ή του τμήματος ερασιτεχνών αθλητών. Κατά τα Λοιπά δεν επηρεάζονται η μορφή και η λειτουργία του αθλητικού σωματείου, το οποίο διατηρεί τα υπόλοιπα αθλητικά του τμήματα, συμπεριλαμβανομένου και του αντίστοιχου ερασιτεχνικού τμήματος» (παρ. 2). Τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 85 παρ. 1 έως 4του ιδίου ως άνω νόμου : «Αθλητής με αμοιβή είναι εκείνος που συνδέεται με Αθλητικό Σωματείο που διατηρεί TAA με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για παροχή αθλητικών υπηρεσιών" (παρ. 1) Επαγγελματίας αθλητής είναι εκείνος που συνδέεται με την Α.Α.Ε. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για παροχή αθλητικών υπηρεσιών» (παρ. 2). «Κατ’ εξαίρεση αθλητής με αμοιβή ή επαγγελματίας αθλητής ανάλογα, είναι και εκείνος ο οποίος διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 94 του παρόντος Νόμου» (παρ. 3) «Η πιο πάνω σύμβαση εργασίας αθλητή με αμοιβή ή επαγγελματία αθλητή διέπεται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και του νόμου αυτού» (παρ. 4). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο νομοθέτης διακρίνει μεταξύ αφενός αθλητών με αμοιβή ή επαγγελματιών αθλητών, οι οποίοι είναι αντίστοιχα εκείνοι που παρέχουν αντί αμοιβής τις αθλητικές τους υπηρεσίες στα αθλητικά σωματεία που διατηρούν Τμήμα Αμειβομένων Αθλητών ή στις Αθλητικές Ανώνυμες Εταιρίες δυνάμει συμβάσεων ρητώς χαρακτηριζομένων ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και διεπομένων από τις διατάξεις της εργατικής Νομοθεσίας και αφετέρου ερασιτεχνών αθλητών, οι οποίοι εντάσσονται στη δύναμη ενός αθλητικού σωματείου, είτε ως μέλη του είτε με τη σύναψη συμβάσεως με αυτό, που στόχο έχει τη δια της παροχής των αθλητικών τους υπηρεσιών ανάπτυξη του οικείου αθλήματος και η οποία διέπεται από τις διατάξεις του καταστατικού ή του σχετικού ειδικού κανονισμού της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας. Ο χαρακτηρισμός δηλαδή ενός αθλητή ως επαγγελματία ή ερασιτέχνη εξαρτάται από τον κλάδο άθλησης στον οποίο ανήκει, καθόσον δεν είναι όλοι οι κλάδοι οργανωμένοι σε επίπεδο επαγγελματικού αθλητισμού και περαιτέρω από το ποιος είναι αντισυμβαλλόμενός του στη συναπτόμενη σύμβαση παροχής αθλητικών υπηρεσιών. Έτσι, έγκυρη σύμβαση εργασίας για την παροχή αθλητικών υπηρεσιών διεπομένη από τις διατάξεις της εργατικής Νομοθεσίας μπορεί να συναφθεί μόνον μεταξύ αθλητή και TAA αθλητικού σωματείου ή ΑΑΕ σε κλάδο άθλησης πού με υπουργική απόφαση έχει οργανωθεί σε επίπεδο επαγγελματικού αθλητισμού (άρθρα 59 του ανωτέρω νόμου), καθόσον μόνο σε αυτές τις περιπτώσεις επιτρέπεται από το νόμο η κατάρτιση τέτοιας σύμβασης. Η σύμβαση αντίθετα μεταξύ αθλητή του Αθλητικού Σωματείου που δεν διατηρεί Τ.Α.Α., συνάπτεται στα πλαίσια του ερασιτεχνικού αθλητισμού και δεν έχει το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αλλά πρόκειται για ιδιόμορφη σύμβαση στην οποία, κατά τις επιταγές του ανωτέρω νόμου, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του καταστατικού του σωματείου ή τού σχετικού ειδικού κανονισμού της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας. Με τη σύμβαση αυτή εγκύρως μπορεί να συμφωνηθούν (άρθρο 361 του Α.Κ.) οικονομικές ή άλλες παροχές προς τον αθλητή, οι οποίες όμως δεν μεταβάλλουν το χαρακτήρα της και δεν την καθιστούν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθόσον δεν αποτελούν οικονομικά ανταλλάγματα προς αυτόν, όπως αντίθετα ισχύει με την αμοιβή στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία δίνεται ως οικονομικό αντάλλαγμα για την παροχή από τον αθλητή των αθλητικών του υπηρεσιών, αλλά συνιστούν, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ενίσχυση του σωματείου προς τον αθλητή για την. υποστήριξη της αθλητικής του δραστηριότητας και την επίτευξη της κατά το δυνατό καλύτερης απόδοσής του και περαιτέρω την δι’ αυτής καλλιέργεια της ανάπτυξης του οικείου αθλήματος, στην οποία αποβλέπουν αντιστοίχως και οι εκ της συμβάσεως υποχρεώσεις του αθλητή (τήρηση προγράμματος προπόνησης συμμόρφωση με τις οδηγίες του προπονητή κλπ.). Η ανωτέρω δηλαδή συνδέουσα τον ερασιτέχνη αθλητή με το αθλητικό σωματείο έννομη σχέση δεν αποβλέπει σε υλικό όφελος, αλλά στην αθλητική ενασχόληση από ελευθεριότητα του πρώτου και την καλλιέργεια του οικείου αθλήματος από το δεύτερο, η δε τυχόν συμφωνηθείσα οικονομική παροχή προς τον αθλητή αποκλειστικό σκοπό, έχει να διευκολύνει την επίτευξη αυτού του στόχου και σε καμία περίπτωση ο ερασιτέχνης αθλητής δεν μπορεί να είναι εργαζόμενος μισθωτός του σωματείου στο οποίο παρέχει τις αθλητικές υπηρεσίες, ανεξαρτήτως του ύψους των οικονομικών ανταλλαγμάτων του λαμβάνει. Συνεπώς, η συναπτόμενη μεταξύ αθλητή καλαθοσφαίρισης και αθλητικού σωματείου, που δεν διατηρεί τέτοιο τμήμα, σύμβαση δεν φέρει το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας κατά την έννοια των άρθρων 85 και 86 του ανωτέρω νόμου, αλλά πρόκειται για την προαναφερόμενη ιδιόμορφου χαρακτήρα σύμβαση που διέπεται από το Καταστατικό του Σωματείου, ο δε αθλητής δεν είναι μισθωτός απασχολούμενος από το σωματείο, αλλά παρέχει τις αθλητικές του υπηρεσίες σε αυτό στα πλαίσια της από ελευθεριότητα ενασχόλησής του με το οικείο άθλημα, ανεξαρτήτως της ύπαρξης οικονομικών παροχών προς αυτόν που ενδεχομένως να χρησιμοποιούνται και για την κάλυψη των αναγκών βιοπορισμού του. Επομένως, στη σύμβαση αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου για διαφορές νομίμων αποδοχών, επιδόματα εορτών, άδειας, αποδοχές άδειας (ΑΠ 199/2023 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 216/2020 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 690/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Επισκόπηση πρόσφατης νομολογίας διοικητικών δικαστηρίων για το ζήτημα της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 (εδ. β΄) του Κ.Δ.Δ. στο πεδίο των περιβαλλοντικών προστίμων [Αικατερίνης Πελεκάση, Πρωτοδίκη ΔΔ]



I. Εισαγωγή

Η σωρευτική επιβολή κυρώσεων (ποινικών και διοικητικών) στο πεδίο των περιβαλλοντικών παραβάσεων έχει δημιουργήσει μια ενδιαφέρουσα πρόκληση στα εθνικά διοικητικά δικαστήρια. Αρκετά συχνά, δεδομένου ότι, στην χώρα μας, κατά κανόνα οι ποινικές διαδικασίες περατώνονται αμετάκλητα πριν από τις αντίστοιχες διοικητικές, ο διοικητικός δικαστής έρχεται αντιμέτωπος με την ad hoc επίλυση του εξής ζητήματος: μέχρι που μπορεί να φτάσει η διασφάλιση του τεκμηρίου αθωότητας[1] που ακολουθεί τον διοικούμενο, όταν έχει προηγηθεί αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση (ή αντίστοιχο βούλευμα) για την αυτή παράβαση που επισύρει ταυτόχρονα περιβαλλοντικό πρόστιμο, επιβαλλόμενο κατά δέσμια αρμοδιότητα; Η απάντηση δεν είναι ούτε αυτονόητη ούτε και μονοδιάστατη.

II. Η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 (εδ. β΄) του Κ.Δ.Δ.

Καταρχάς, η ανάγκη, μεταξύ άλλων, για πληρέστερη προστασία του τεκμηρίου αθωότητας[2] προκάλεσε τη ψήφιση της νέας διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 (εδ. β΄) του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.)[3]. Με τη διάταξη αυτή ορίστηκε πλέον ρητώς – καθότι προηγουμένως δεν υπήρχε ανάλογη ρύθμιση – η δέσμευση του διοικητικού δικαστή από την αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση ή από το αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα[4]. Ωστόσο, η εφαρμογή της διάταξης αυτής στο πεδίο των περιβαλλοντικών προστίμων από τα διοικητικά δικαστήρια έχει συγκεκριμένες προϋποθέσεις[5]:

Α) Αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα

Πρώτα απ’ όλα, απαιτείται, σύμφωνα με την ρητή γραμματική ερμηνεία της διάταξης αυτής, αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ή αντίστοιχο βούλευμα. Σε καμία, πάντως, περίπτωση δεν πληροί την προϋπόθεση αυτή η θέση υπόθεσης στο αρχείο με σχετική εισαγγελική παραγγελία. Σύμφωνα με την απόφαση του ΔΕφΠειρ 751/2025 «δεν παράγεται δέσμευση, ελλείψει σχετικής νομοθετικής πρόβλεψης, από την θέση υπόθεσης στο αρχείο με εισαγγελική διάταξη, αφού η ανωτέρω διαδικασία δεν προκύπτει ως αποτέλεσμα ανάλογης με τις αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις ή τα αμετάκλητα βουλεύματα δικαστικής διαγνωστικής διαδικασίας»[6].

1) Δεν υπάρχει καμία διαφοροποίηση δέσμευσης του διοικητικού δικαστηρίου αναφορικά με τη βάση της αιτιολογίας της αμετάκλητης αθωωτικής κρίσης του ποινικού δικαστηρίου (λόγω αμφιβολιών  κατηγορουμένου ή άνευ αυτών).

Η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση δεσμεύει το ίδιο τον διοικητικό δικαστή είτε ελήφθη λόγω αμφιβολιών του κατηγορουμένου/ διοικούμενου είτε άνευ αυτών. Τα ανωτέρω συμπορεύονται με την αυτόνομη ερμηνεία του ΕΔΔΑ για την έννοια της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που κατοχυρώνει το τεκμήριο αθωότητας. Συγκεκριμένα, το ΕΔΔΑ με την απόφαση της 27.9.2007, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος[7], δέχθηκε ότι απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, που έπεται τελικής[8] αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου για το ίδιο πρόσωπο, δεν πρέπει να την παραβλέπει και να θέτει εν αμφιβόλω την αθώωση, έστω και αν αυτή έλαβε χώρα λόγω αμφιβολιών[9]. Στο σημείο, όμως, αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι η δέσμευση αυτή δεν στερεί τον διοικητικό δικαστή από την έρευνα, κατ’ ουσίαν, της ένδικης υπόθεσης[10], βασιζόμενος στην ενώπιόν του αποδεικτική διαδικασία, η οποία διέπεται από διαφορετικούς κανόνες (άρθρα 144 επ. του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας) σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική (άρθρα 177 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας)[11].

2) Δεν υπάρχει δέσμευση από αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα περί παύσης ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής

Κατ’ εξαίρεση των ανωτέρω, η αμετάκλητη ποινική απόφαση ή βούλευμα που παύει την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής του αντίστοιχου ποινικού αδικήματος δε δεσμεύει καθόλου τα διοικητικά δικαστήρια. Στην περίπτωση αυτή η απόφαση/βούλευμα βασίζεται στην εξάλειψη  του  αξιόποινου  της πράξης, συνεπεία της παραγραφής, και όχι σε εκτίμηση για τη διάπραξη ή μη του αδικήματος[12]. Παρόλα αυτά, όμως, ενόψει της αιτιολογικής βάσης μιας τέτοιας απόφασης/βουλεύματος, μπορεί, όπως έχει κριθεί, ενίοτε, να ανακύψει ζήτημα συνεκτίμησής της/του από το διοικητικό δικαστήριο, στο πλαίσιο της κρίσης του για τη διάπραξη ή μη της περιβαλλοντικής παράβασης[13].

Β) πλήρης ταυτότητα υποκειμένων και πραγματικών περιστατικών

    1) ταυτότητα προσώπων

Είναι αναγκαίο το πρόσωπο σε βάρος του οποίου καταλογίστηκε το περιβαλλοντικό πρόστιμο να ταυτίζεται με το πρόσωπο κατά του οποίου κινήθηκε η ποινική διαδικασία, που ολοκληρώθηκε με την αμετάκλητη αθωωτική απόφαση. Γι’ αυτόν τον λόγο, έχει κριθεί ότι το διοικητικό δικαστήριο δε δεσμεύεται στις εξής περιπτώσεις: α) όταν το περιβαλλοντικό πρόστιμο επιβλήθηκε σε βάρος νομικού προσώπου (εταιρείας), η δε ποινική δίωξη ασκήθηκε σε βάρος του νόμιμου εκπροσώπου αυτού[14]. Μάλιστα, όταν ελλείπει η προϋπόθεση αυτή, δεν υφίσταται πλέον έννομο συμφέρον για την προβολή λόγου περί παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας από το νομικό πρόσωπο, κατά του οποίου δεν στράφηκε καν η ποινική διαδικασία[15]. Ωστόσο, δύναται να ληφθεί υπόψη η αθωωτική αυτή απόφαση κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του διοικητικού δικαστηρίου, προκειμένου να καταλήξει αιτιολογημένα στο ίδιο ή σε διαφορετικό συμπέρασμα[16] και β) όταν το περιβαλλοντικό πρόστιμο αφορά ΟΤΑ α΄ βαθμού, ενώ η ποινική δίωξη ασκήθηκε σε βάρος του Δημάρχου ή Αντιδημάρχου του[17].

  2) ταυτότητα πραγματικών περιστατικών  

Απαιτείται όμοια παράβαση της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής απόφασης, ως ιστορικό γεγονός, με εκείνη που επιβλήθηκε στο ίδιο πρόσωπο η αντίστοιχη περιβαλλοντική κύρωση. Δηλαδή, η  αθώωση  του ίδιου προσώπου πρέπει να στηρίζεται σε επαρκή έρευνα και εκτίμηση σχετικά με την τέλεση ή μη της εκάστοτε επίμαχης, όμοιας παράβασης (ποινικής και διοικητικής).  Ενδιαφέρουσα, είναι η απόφαση του ΔΕφΠατρ 253/2025 που αφορούσε πρόστιμο για την παράβαση της εναπόθεσης απορριμμάτων σε μη λειτουργούντα Χ.Α.Δ.Α., συγκεκριμένα για την απόθεση οικιακών απορριμμάτων σε πρώην Χ.Α.Δ.Α. στη θέση «Πολυπόταμος» στο Δ.Δ. Φλόκα του Δήμου της Αρχαίας Ολυμπίας. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι η αθωωτική κρίση της αμετάκλητης ποινικής απόφασης για την ίδια παράβαση, ως ιστορικό γεγονός με εκείνη, για την οποία επιβλήθηκε η αντίστοιχη διοικητική, ήταν δεσμευτική, κατ’ άρθρο 5 παρ. 2 εδ. β΄ του Κ.Δ.Δ., έστω και αν έλαβε χώρα λόγω αμφιβολιών. Και τούτο, διότι στην ανωτέρω κρίση του  κατέληξε το ποινικό δικαστήριο, ύστερα από συνολική και ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης (εξέταση μαρτύρων – απολογία κατηγορουμένου) και αξιολογώντας μάλιστα στοιχεία τα οποία ταυτίζονταν με τα ευρισκόμενα στον αντίστοιχο διοικητικό φάκελο[18]. Επιπλέον, αξιοσημείωτη είναι και η απόφαση του ΔΕφΑθ 3604/2024. Καταρχάς, με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι η αμετάκλητη  αθωωτική ποινική απόφαση παραδεκτώς προσκομίσθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη και πρέπει να ληφθεί υπόψη, ενόψει του οψιγενούς χαρακτήρα της, αφού δεν είχε καθαρογραφεί πριν από τη συζήτηση της προσφυγής. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε πρόστιμο για διενέργεια παράνομης εξόρυξης και απόληψης αδρανών υλικών από αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας του εκκαλούντος. Για την ίδια, όμως, παράβαση, ως ιστορικό γεγονός, ο εκκαλών είχε αθωωθεί με αμετάκλητη ποινική απόφαση, που λήφθηκε, μετά από ουσιαστική εκτίμηση των ίδιων πραγματικών περιστατικών και αξιολόγηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, και με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν προϋπόθεση και της ένδικης διοικητικής παράβασης και, ως εκ τούτων, κρίθηκε ότι η απόφαση αυτή δέσμευε το δικαστήριο[19].

Επίσης, για την ταύτιση των πραγματικών περιστατικών μεταξύ των δύο διαδικασιών (ποινικής και διοικητικής) κρίσιμος, όπως έχει κριθεί, είναι ο χρόνος κατά τον οποίο έλαβε χώρα η αυτοψία για την επιβολή του περιβαλλοντικού προστίμου, ο οποίος πρέπει οπωσδήποτε να ταυτίζεται  με τον χρόνο τέλεσης της αντίστοιχης ποινικής παράβασης[20].

Πάντως, δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, όταν η αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση αφορά πλείονες διαφορετικές παραβάσεις, που βασίζονται σε διακριτές ενέργειες και παραλείψεις του παραβάτη σε σχέση με την καταλογισθείσα σε βάρος του περιβαλλοντική κύρωση. Για παράδειγμα, στην περίπτωση κατά την οποία η επίμαχη ποινική απόφαση αφορούσε: α) την άσκηση δραστηριότητας χωρίς περιβαλλοντική αδειοδότηση, β) την παράλειψη παράδοσης των αποβλήτων σε αδειοδοτημένο φορέα διαχείρισης ή σε εγκεκριμένο εναλλακτικό σύστημα και γ) την ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος δια της εναπόθεσης αποβλήτων σε ακίνητο, η δε διοικητική κύρωση επιβλήθηκε μόνο για την παράβαση της παράλειψης λήψης αποτελεσματικών μέτρων προστασίας της ιδιοκτησίας του διοικούμενου απ’ την εναπόθεση αποβλήτων σε αυτήν εκ μέρους τρίτων, κρίθηκε ότι δεν υπήρξε μεταξύ των αποφάσεων αυτών η ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση[21].

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

ΑΠ 1141/2025 : τα γραπτά μηνύματα (sms) αποτελούν νόμιμα αποδεικτικά μέσα στο πλαίσιο πολιτικής δίκης, είναι δε αδιάφορος και δεν ασκεί καμία επιρροή ο δικονομικός τρόπος προσκόμισής τους στο δικαστήριο

 



Το ανώτατο δικαστήριο δέχθηκε ότι τα sms αποτελούν «μηχανικές απεικονίσεις» κατ’ άρθρο 444 παρ. 2 ΚΠολΔ και εξομοιώνονται με ηλεκτρονικά έγγραφα, καθώς τα σύγχρονα κινητά τηλέφωνα λειτουργούν πλέον ως υπολογιστές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σκέψη της απόφασης ότι ο τρόπος εισαγωγής τους στη δίκη - είτε μέσω εκτύπωσης «στιγμιοτύπου» (screenshot) είτε μέσω απλής φωτογράφισης της συσκευής - στερείται έννομης επιρροής, ενώ, ταυτόχρονα, απορρίπτονται οι αιτιάσεις περί παραβίασης του απορρήτου, με το σκεπτικό ότι ο αποστολέας παρέχει τεκμαιρόμενη συναίνεση στον παραλήπτη να καταστεί μόνιμος κάτοχος και κοινωνός του περιεχομένου τους.


Αριθμός 1141/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Χ. Π. του Β., κατοίκου ... και 2) Ι. Π. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ι.Κ., ο οποίος ανακάλεσε την από 22-11-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Τ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ΚΤ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

.........................

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

........................
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της ανωτέρω προσβαλλόμενης απόφασης κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος το Εφετείο δέχθηκε: "Ο ενάγων, ο οποίος τυγχάνει κλινικός ψυχολόγος και διατηρεί γραφείο και συγχρόνως δωμάτιο στην Θεσσαλονίκη, έγγαμος και πατέρας δύο (2) ανηλίκων τέκνων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, συνήψε περί το έτος 2003 συναισθηματικό δεσμό με την πρώτη εναγομένη. Η τελευταία διατηρούσε από το έτος 1990 εμπορικό κατάστημα με αμπελουργικά είδη στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, κατάστημα το οποίο παρέλαβε από τον πατέρα της. Η γνωριμία τους έλαβε χώρα κατά τις επισκέψεις της εναγομένης στο γραφείο του ενάγοντος για ψυχοθεραπεία, μετά δε από ένα βραχύ χρονικό διάστημα, οι επισκέψεις είχαν ως εξέλιξη την ανάπτυξη έντονων συναισθημάτων, τουλάχιστον εκ μέρους του ενάγοντος. Συγκεκριμένα ο ενάγων και η εναγομένη ουσιαστικά συζούσαν στην Θεσσαλονίκη, άλλοτε στο γραφείο-διαμέρισμα του ενάγοντος, άλλοτε στην κατοικία της εναγομένης, επί της οδού ..., την ψιλή κυριότητα της οποίας είχε η εναγομένη και το δικαίωμα της επικαρπίας ο πατέρας της. Ο ενάγων μετέβαινε έκαστο Σαββατοκύριακο στην Κομοτηνή, όπου διέμενε η οικογένειά του, σύζυγος και τα δύο (2) ανήλικα τέκνα. Την οικογενειακή κατάσταση του ενάγοντος είχε γνωρίσει η εναγομένη από την αρχή της γνωριμίας τους, πράγμα το οποίο επιμελώς και για ευνόητους λόγους αρνείται. Εντός ολίγου χρονικού διαστήματος ο ενάγων εγνώρισε και την αδελφή της εναγομένης, δεύτερης εναγομένης, η οποία και αυτή μετέβαινε στο γραφείο του ενάγοντος για ψυχοθεραπεία, κάτι κοινό πλέον κοινό στην σύγχρονη εποχή, αναπτύσσοντας φιλία με τον ενάγοντα, λόγω και του συναισθηματικού του ενάγοντος με την αδελφή της. Η αδελφή της εναγομένης Ι. Π., είναι σύζυγος του Ι. Π., ο οποίος διατηρούσε ατομική επιχείρηση βυρσοδεψείου, με έδρα στην ΒΙΠΕ Θεσσαλονίκης. Ο έντονος αυτός συναισθηματικός δεσμός, ενάγοντος και πρώτης εναγομένης, ήταν αδιαμφισβήτητος και πασίδηλος στον ευρύ χώρο φίλων, συγγενών και μέρος της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης. Μάλιστα ήταν γνωστός πρωτίστως στον σύζυγο της πρώτης εναγομένης Ι. Π. και στους στενούς συγγενείς αυτών, εν όψει και του ενδεχομένου τελέσεως γάμου των διαδίκων (ενάγοντος και πρώτης εναγομένης), όπως επίστευε τουλάχιστον ο ενάγων, πράγμα το οποίο αρνείται, ευλόγως, η εναγομένη. Στα πλαίσια αυτά, εντόνου συναισθηματικού δεσμού, η πρώτη εναγομένη εζήτησε χρηματικά ποσά από τον ενάγοντα ως δάνεια και παράλληλα τον έπεισε να συνάψει δάνειο και με την αδελφή της, δεύτερης εναγομένης, Ι. Π. Ο ενάγων επείσθη εξ αιτίας και του έντονου συναισθηματικού με την πρώτη εναγομένη και έχοντας υψηλές οικονομικές δυνατότητες (ατομικά εισοδήματα από την εργασία του ως κλινικός ψυχολόγος και ιδιόκτητο διαμέρισμα επί της οδού ... καθώς και αγροτεμάχια στην περιοχή Χορτιάτη, βλ. τα υπ'αριθμ. .../2009 και υπ' αριθμ. .../2009 συμβόλαια γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π. Γ.), και εδάνεισε, διά της αναλήψεως των αντίστοιχων χρηματικών ποσών από τον λογαριασμό του υπ' αριθμ. ... στην Εθνική Τράπεζα τα κάτωθι χρηματικά ποσά, στην πρώτη εναγομένη α) την 16-03-2004 το ποσόν των 47.000 ευρώ β) την 12-10-2005 το ποσόν των 60.000 ευρώ γ) την 3-11-2005 το ποσόν των 20.000 ευρώ δ) την 10-07-2008 το ποσόν των 20.000 ευρώ και ε) την 3-09-2008 το ποσόν των 30.000 ευρώ, ήτοι συνολικώς το ποσόν των 177.000 ευρώ, ατόκως και χωρίς συμφωνία για τον χρόνο αποδόσεως των μερικότερων δανείων. Εξ άλλου, κατόπιν παρακλήσεως της πρώτης εναγομένης, περί τον Δεκέμβριο του έτους 2013, εδάνεισε στην δεύτερη εναγομένη, αδελφή της πρώτης εναγομένης, το ποσόν των 50.000 ευρώ. Οι εναγόμενες αρνούνται, κατηγορηματικά την κατάρτιση των ανωτέρω δανείων και μάλιστα αμφισβητούν ακόμη και ότι ο ενάγων είναι δικαιούχος του ανωτέρου λογαριασμού της εθνικής τράπεζας.. Όμως αποδεικνύεται ότι ο ενάγων είναι πράγματι δικαιούχος του λογαριασμού, από την επικαλουμένη και προσκομιζομένη κίνηση του λογαριασμού του κατά το χρονικό διάστημα από 31-10-2003 έως 2-09-2010, με ημερομηνία εκτυπώσεως την 18-10-2019, όπου καταχωρούνται στις επίδικες ημερομηνίες, είτε αναλήψεις χρηματικών ποσών, είτε μεταφορές χρημάτων διά τραπεζικών επιταγών. Τούτο προκύπτει και από το συνημμένο στην κίνηση του λογαριασμού παραστατικό εισπράξεως προμήθειας χορηγήσεως αντιγράφου έκτακτης κινήσεως της εθνικής τράπεζας, με εκδότη τον αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας, όπου σαφώς αναγράφονται τα στοιχεία του ενάγοντος, πράγμα το οποίο καταρρίπτει τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι ο ενάγων δεν είναι δικαιούχος του ανωτέρω λογαριασμού. Βεβαίως για την κατάρτιση των δανείων δεν υπήρξε ο τύπος της έγγραφης συμφωνίας, πλήν όμως τούτο δικαιολογείται απολύτως από την στενή μακροχρόνια συναισθηματική σχέση του ενάγοντος με την πρώτη εναγομένη και τις αδιαμφισβήτητες στενές φιλικές σχέσεις, μεταξύ του αυτού ενάγοντος και της αδελφής της πρώτης εναγόμενης, δεύτερης εναγομένης αλλά και από τα έγγραφα - ηλεκτρονικά μηνύματα, σαφώς αποδεικνύοντα τις σχέσεις αυτές, όπως κάτωθι ήθελε εκτεθεί. Μετά την μακροχρόνια αυτή σχέση, η οποία διήρκεσε επί δέκα έξι (16) συναπτά έτη, από το έτος 2003 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2019, η πρώτη εναγομένη διέκοψε, με πρωτοβουλία της, τους συναισθηματικούς δεσμούς με τον ενάγοντα, ο οποίος αρνείται ότι, καίτοι ουδεμία επιρροή έχει ως προς την έκβαση της δίκης, η πρωτοβουλία διακοπής των σχέσεων προήρχετο από την εναγομένη. Τούτο είχε ως συνέπεια έκτοτε ο μεν ενάγων να ζητεί την επιστροφή των δανεισθέντων ποσών, οι δε εναγόμενες να αρνούνται να τα αποδώσουν, με τον ισχυρισμό ότι ουδέποτε έλαβε χώρα καταρτίσεως των συμβάσεων δανείου. Η αξίωση αποδόσεως των δανεισθέντων ποσών του ενάγοντος, αποδεδειγμένη, νόμιμη και βάσιμη, σε συνδυασμό με την άρνηση των εναγομένων όσον αφορά την κατάρτιση των συμβάσεων των δανείων και την διακοπή του συναισθηματικού του δεσμού με την πρώτη εναγομένη, είχε ως αποτέλεσμα, την αγανάκτησή του και εντεύθεν την τέλεση απειλών προς τις εναγόμενες, οι οποίες όμως στην έκβαση της παρούσης δίκης, ουδεμία επιρροή έχουν (άρθρ. 335 του Κ.Πολ.Δ), άλλωστε ήδη οι διάδικοι έχουν εγείρει εκατέρωθεν διάφορες αγωγές και εγκλήσεις (βλ. εκτός άλλων, την όλη διαδρομή των σχέσεών τους, όπως αποτυπώνονται στα ενδεικτικώς εκτιθέμενα ηλεκτρονικά μηνύματα, από την ηλεκτρονική διεύθυνση (e-mail) αμφοτέρων των διαδίκων και από τα ηλεκτρονικά μηνύματα - τηλεφωνικές συνδιαλέξεις αυτών και τρίτων (sms), τα οποία επικαλούνται, οι εναγόμενες κατά το δοκούν, όλοι οι διάδικοι: 1. μήνυμα την 3-12-2013 από το κινητό τηλέφωνο με αριθμ. ... της πρώτης εναγομένης "ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ, ΞΕΡΩ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΣ ΛΕΦΤΑ ΑΛΛΑ ΣΕ ΙΚΕΤΕΥΩ ΔΩΣΕ ΤΑ 50.000 ΧΙΛΙΑΡΙΚΑ ΠΟΥ ΣΟΥ ΖΗΤΑΕΙ ΝΑ ΤΗΣ ΔΑΝΕΙΣΕΙΣ Η ΑΔΕΡΦΗ ΜΟΥ.... ΞΕΡΩ ΟΤΙ ΜΟΥ ΕΧΕΙΣ ΔΑΝΕΙΣΕΙ ΠΟΛΛΑ. ΘΑ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΩ ΝΑ ΣΟΥ ΕΠΙΣΤΡΕΨΩ ΕΣΤΩ ΤΑ ΜΙΣΑ. ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΤΑ 80.000 ΠΟΥ ΜΟΥ ΕΔΩΣΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΠΙΤΙ...." 2. την 11-12-2013 μήνυμα από το κινητό τηλέφωνο της εναγομένης ".... ΜΕ ΕΚΑΝΕΣ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΠΟΥ ΔΑΝΕΙΣΕΣ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΣΤΗΝ ΑΔΕΡΦΗ ΜΟΥ" 3. Την 1-07-2014 μήνυμα από την ηλεκτρονική διεύθυνση (...), διεύθυνση, η οποία αποτυπώνεται και εκτίθεται από τον ενάγοντα και δεν αμφισβητείται, τουλάχιστον ως τότε, ηλεκτρονική διεύθυνση "Μωράκι μου .... Καταλαβαίνω ότι χρειάζεσαι χρήματα για την ανακαίνιση του σπιτιού κι ότι ζορίζεσαι επειδή δάνεισες χρήματα στην αδερφή μου. Δεν ξεχνάω ούτε τα λεφτά που δάνεισες σε εμένα για να με ξελασπώσεις με τις επιταγές ούτε τα λεφτά για το σπίτι 4.Την 13-08-2018, μήνυμα από το κινητό τηλέφωνο της εναγομένης "... ΓΙΑΤΙ ΕΙΠΕΣ ΣΤΗΝ Α. ΟΤΙ ΜΟΥ ΕΧΕΙΣ ΔΑΝΕΙΣΕΙ ΛΕΦΤΑ.... ΤΩΡΑ ΘΑ ΧΑΣΟΥΝ ΠΑΣΑ ΙΔΕΑ ΓΙΑ ΜΕΝΑ .. ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΞΕΡΕΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΟ ΠΟΣΟ 177.000 ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΑΝ ΤΗΣ ΤΟ ΕΙΠΕΣ ΕΣΥ.." 5. την 11-10-2018 από το κινητό τηλέφωνο με αριθμό ... της δεύτερης εναγομένης (προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων δεν εκτίθενται οι ηλεκτρονικές διευθύνσεις και οι αριθμοί τηλεφώνων ".. ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΕΓΩ ΘΑ ΠΩ ΣΤΟΝ Γ. ΝΑ ΣΟΥ ΕΠΙΣΤΡΕΨΕΙ ΤΑ ΛΕΦΤΑ Ή ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΑΠΟ ΤΙΣ 50.000 ΧΙΛΙΑΔΕΣ .... " και 6. την 4-03-2019 "ΚΑΛΗΜΕΡΑ. ΕΙΜΑΙ Ο Γ. .. ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΟΤΙ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΠΡΟΣΤΡΙΒΗ ΕΧΕΙΣ ΜΑΖΙ ΤΗΣ.... ΘΑ ΜΕ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΜΗ ΣΟΥ ΕΠΙΣΤΡΕΨΩ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΔΩΣΕΣ ΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ....". Ανάλογα ηλεκτρονικά μηνύματα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενες, με σκοπό να καταδείξουν την προσβλητική συμπεριφορά του ενάγοντος μετά όμως την διακοπή του δεσμού τους, απέστειλε και ο ενάγων, όπως ενδεικτικώς, την 4-03-2019 προς το κινητό τηλέφωνο του συζύγου της δεύτερης εναγομένης ".. κάποιος ήταν άτακτο παιδάκι... έχω πολύ κόσμο που εξαρτάται ψυχικά από μένα ...". και λοιπά ηλεκτρονικά μηνύματα, περί της συμπεριφοράς του ενάγοντος, όλα όμως αναγόμενα στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχε ήδη επέλθει η πλήρης διακοπή του συναισθηματικού δεσμού, του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης. Ειδικότερα οι εναγόμενες, οι οποίες το πρώτον διά των πρωτοδίκως κατατεθεισών εγγράφων προτάσεων (ημερομ. καταθ. 11-03-2020), επικαλέσθηκαν ηλεκτρονικά μηνύματα εκ μέρους του ενάγοντος προς αυτές και τρίτους, εν τούτοις κατ έφεση ισχυρίζονται κατά κόρον ότι τα επικαλούμενα και προσκομισθέντα διά της προσθήκης - αντίκρουσης (ημερομ. καταθ. 14-07-2020) από τον ενάγοντα ηλεκτρονικά μηνύματα -έγγραφα, είναι πλαστά και συγκεκριμένα ότι ο κατασκευαστής - πλαστογράφος των μηνυμάτων αυτών είναι ο ενάγων, ο οποίος υπεισήλθε και μάλιστα στο παρελθόν, στο λογισμικό της ηλεκτρονικής διευθύνσεως των εναγομένων και στα κινητά τηλέφωνα αυτών, άλλα και άλλων τρίτων προσώπων. Πλήν όμως, εκτός των λοιπών εκτεθέντων αποδεικτικών μέσων, και μόνο από την επισκόπηση των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, προκύπτει η ταυτότητα της μοναδικής ηλεκτρονικής διεθύνσεως των μηνυμάτων με το πρόσωπο των εναγομένων, μοναδική ηλεκτρονική διεύθυνση, η οποία φέρει τον χαρακτήρα της ιδιόχειρης υπογραφής, αν και δεν έχει την παραδοσιακή μορφή της ιδιόχειρης υπογραφής, ισχύει όμως ως ιδιόχειρη τοιαύτη (βλ. ανωτέρω Νομολογία).

Εξ'άλλου ο επικαλούμενος, από τις εναγόμενες, τρόπος και μέθοδος του ενάγοντος να υπεισέλθει σε εντελώς ανύποπτο χρόνο στο λογισμικό των ηλεκτρονικών διευθύνσεων των εναγομένων και τρίτων εμπλεκομένων προσώπων, προφανώς με την συνεπικουρία ειδικού τεχνολόγου, αλλά και στο λογισμικό τρίτων εμπλεκομένων στην ένδικη διαφορά ατόμων, αντίκειται, εκτός και της αναληθείας του ισχυρισμού αυτού στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρ. 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ, βλ. περί των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ολ. ΑΠ 21/1998 Ε. Δ/νη 30.1150, ΑΠ 1609/1987 Ε. Δ/νη 29.1372, Κ. Κεραμεύς : ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, έκδ. 1986. σελ. 376, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (Τέντες ε.α. υπ'άρθρ.336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ, αριθμ. 13-16). Πρέπει να λεχθεί ότι τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τις εναγόμενες ηλεκτρονικά - τηλεφωνικά μηνύματα, προέρχονται από άγνωστους-αποστολείς, διά μέσου συστημάτων, όπως οι ίδιες ομολογούν, "anonymous" και "notify" συστήματα, τα οποία ουσιαστικώς είναι συστήματα αποκρύψεως του εκδότη-αποστολέα των μηνυμάτων και συνεπώς παντελώς αναξιόπιστα. Άλλωστε ως περιεχόμενο φέρεται να παρουσιάζουν τον ενάγοντα ως προκλητικό και υβριστικό μετά την διακοπή του συναισθηματικού δεσμού του με την πρώτη εναγομένη, όπερ ουδεμία επιρροή έχει για το αντικείμενο της δίκης (άρθρ. 335 του Κ.Πολ.Δ). Εντεύθεν, η κατά κόρον επαναλαμβανομένη ένσταση των εναγομένων, περί πλαστότητας των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, τα οποία επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Ειδικά όσον αφορά την διεξαχθείσα υπ'αριθμ. ...-2022 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία βεβαίως εκτιμάται από το Δικαστήριο ελεύθερα (άρθρ. 387 του Κ.Πολ.Δ, βλ. ολ ΑΠ 32/1990 Ε. Δ/νη 32.55, ΑΠ 1479/2013, ΑΠ 384/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 325/1995 No.Β 44.813, ΑΠ 1971/1990 Ε. Δ/νη 33.828, ΑΠ 867/1988 Ε. Δ/νη 30.1323, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Τέντες) ε.α. υπ'άρθρ. 387 του Κ.Πολ.Δ), πρέπει να λεχθεί ότι εκ των πραγμάτων, λόγω του χρόνου κατά τον οποίο διεξήχθη, χρόνος αρκετά μεταγενέστερος των αποσταλλέντων ηλεκτρονικών μηνυμάτων, ως προς την πλαστότητα των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, δεν συνήχθη (από τον πραγματογνώμονα) ασφαλές πόρισμα. Συγκεκριμένα σύμφωνα με την ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη του πληροφοριακού-ηλεκτρονικού Δ. Ε., όπως εκθέτει επακριβώς "....1. Δεν μπορεί με ασφάλεια να διαπιστωθεί η γνησιότητα ή όχι των SMS μηνυμάτων από την στιγμή που δεν υπάρχουν ηλεκτρονικές συσκευές προς έλεγχο... 2.... 3. Εφόσον πρόκειται για ψηφιακή πειστήρια είναι απολύτως αναγκαίο να εξεταστούν οι ίδιες ηλεκτρονικές συσκευές για να διαπιστωθεί η γνησιότητα ή όχι....4. Οι φωτογραφίες των μηνυμάτων....δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετές για να διαπιστωθεί η γνησιότητα ή όχι 5. Για να διαπιστωθεί η πλαστότητα ενός μηνύματος, πρέπει προηγουμένως να αποδείξουμε την αυθεντικότητα του υποτιθεμένου ως αυθεντικού. Κάτι το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποδειχτεί, εφόσον δεν υπάρχει η τηλεφωνική συσκευή" και καταλήγει σε αντίθεση με την όλη προηγουμένη τεχνική γνώμη " ... Άρα συμπεραίνουμε ότι τα SMS μηνύματα αυτά είναι τεχνικά πλαστά 6. Κατά αντιστοιχία τα ίδια ισχύουν και είναι τεχνικά πλαστά και τα μηνύματα email.", πόρισμα ασαφές και πολύ περισσότερο ασαφές το συμπέρασμα. Στα αυτά ως άνω αόριστα και ανασφαλή συμπεράσματα, λόγω της διαδρομής χρόνου εκδόσεως-αποστολής ηλεκτρονική μηνυμάτων και του χρόνου έρευνας - αξιολογήσεως αυτών, κατέληξαν και οι δύο (2) εξετασθέντες επ'ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου μάρτυρες - πραγματογνώμονες Χ. Γ. και Κ. Μ. και ως εκ τούτου η εκτενώς υποβληθείσα από τις εναγόμενες ένσταση πλαστότητας των ηλεκτρονικών μηνυμάτων πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμος (άρθρ. 460 του Κ.Πολ.Δ, βλ. σχετ. ΑΠ 401/2019, ΑΠ 535/2019, ΑΠ 584/2019 ΝΟΜΟΣ, Εφ. Θεσσαλ. 2490/1996 Αρμεν. 1996.1367. Εφ.Αθ 2212/1985 Ε. Δ/νη 26.723, Εφ.ΑΘ 7798/1984 Ε. Δ/νη 26.483, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Τέντες) ε.α. υπ άρθρ. 460, αριθμ. 1-6).

Συνεπώς οι εκτιθέμενοι πέντε (5) λόγοι εφέσεως, ουσιαστικά δύο (2), περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και πλημμελούς εκτιμήσεως των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τα ίδια αφού είπε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη κατ'ουσίαν, ουδόλως έσφαλε και συνεπώς η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλουσών λόγω της ήττας αυτών (άρθρ. 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της αποφάσεως. 1. Ο προβλεπόμενος κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α` Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008,ΑΠ 1389/2021).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 444 παρ 2 του ΚΠολΔ εμπίπτει στην έννοια της μηχανικής απεικόνισης, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο εισάγεται στη δίκη, [όπως με φωτογραφία από την οθόνη κινητού] το γραπτό μήνυμα, άλλως ShortMessageService γνωστό και ως SMS, το οποίο είναι υπηρεσία της κινητής τηλεφωνίας, με την οποία ο χρήστης έχει τη δυνατότητα να αποστείλει ή να παραλάβει σύντομο γραπτό μήνυμα από άλλους χρήστες, στην οθόνη του κινητού του τηλεφώνου. Ήδη δε, τα κινητά τηλέφωνα από της εμφάνισής τους, πολύ δε περισσότερο σήμερα, ακολουθούν την αρχιτεκτονική των ηλεκτρονικών υπολογιστών και πρέπει να θεωρούνται όχι ως τηλέφωνα, αλλά ως ηλεκτρονικοί υπολογιστές με δυνατότητα, μεταξύ άλλων, τηλεφωνικών κλήσεων, σύνταξης ηλεκτρονικών εγγράφων παντός τύπου, πλοήγησης στο διαδίκτυο κλπ. Το δε γραπτό μήνυμα, αποτελεί ηλεκτρονικό έγγραφο, εφόσον αποτελεί σύνολο δεδομένων τα οποία ενεγράφησαν στον μαγνητικό δίσκο της υπολογιστικής μικρομονάδας του κινητού τηλεφώνου, έτυχαν ηλεκτρονικής επεξεργασίας από την κεντρική μονάδα και εν συνεχεία αποτυπώθηκαν με βάση τις εντολές του προγράμματος κατά τρόπο αναγνώσιμο από τον άνθρωπο στην οθόνη του μηχανήματος και ακολούθως , στάλθηκαν με χρήση της κινητής τηλεφωνίας σε κάποιον αποδέκτη, ο οποίος στη συνέχεια τα εμφανίζει στην οθόνη του κινητού του. Ο εκάστοτε συντάκτης όμως των συγκεκριμένων εγγράφων (sms) αποδέχεται και επιδιώκει να καταγραφούν αυτά με σταθερό τρόπο σε κάποια από τις "μακροπρόθεσμες" μνήμες του κινητού τηλεφώνου του παραλήπτη (σκληρός δίσκος ή μνήμη SIM), ώστε ο τελευταίος, όχι μόνο να προβεί στην άπαξ προβολή αυτών και να λάβει έτσι γνώση του περιεχομένου τους, αλλά επιπροσθέτως, να δύναται στο μέλλον και σε κάθε στιγμή να τα ανασύρει, ώστε να τα αναγνώσει ξανά, καθιστάμενος διαρκής κάτοχος του ηλεκτρονικού εγγράφου. Η δυνατότητα δε αυτή που παρέχεται στον παραλήπτη του sms τελεί σε γνώση του αποστολέα, αφού και ο τελευταίος με τον ίδιο τρόπο πράττει. Πρέπει να γίνει δεκτό, συνεπώς, ότι υπάρχει τεκμαιρόμενη συναίνεση του αποστολέα να καταστήσει τον παραλήπτη κοινωνό και άρα νόμιμο κάτοχο του μηνύματος sms. Δικονομικά δε, τα γραπτά μηνύματα θα πρέπει να αντιμετωπιστούν για την ταυτότητα του νομικού λόγου, όπως οι επιστολές, αφού σε αμφότερες τις μορφές αυτού του είδους της επικοινωνίας συνυπάρχουν τα στοιχεία της αποτυπωμένης σε αναγνώσιμη μορφή επικοινωνίας από απόσταση, ενώ η μετάβαση από την κυριαρχία της επιστολής στην κυριαρχία του sms, έγινε κυρίως λόγω του εκσυγχρονισμού της διαθέσιμης τεχνολογίας. Ο τρόπος με τον οποίο τα SMS προσκομίζονται ως αποδεικτικά στοιχεία στο δικαστήριο είναι αδιάφορος. Αν προσκομίζονται, λοιπόν, φωτογραφίες που απεικονίζουν την οθόνη του κινητού με τα SMS ή αν προσκομίζονται στο δικαστήριο φωτοαντίγραφα που απεικονίζουν SMS με τη χρήση της δυνατότητας "screenshot" (με την ελληνική ορολογία "στιγμιότυπο" ή "ψηφιακή φωτογραφία οθόνης κινήτού"), εφαρμόζεται και στις δύο περιπτώσεις η § 2 του άρθρου 444 ΚΠολΔ. Στην πρώτη περίπτωση, δηλαδή, κάποιος βγάζει φωτογραφία με μια άλλη συσκευή την οθόνη του κινητού που δείχνει τα SMS, ενώ στην δεύτερη περίπτωση προσκομίζει φωτοτυπίες των "screenshots" που μέσω του ίδιου του κινητού που έχει αυτή τη δυνατότητα μπορούν αυτά τα "screenshots" να προωθηθούν σε υπολογιστή με ψηφιακή μορφή και δύνανται έτσι να εκτυπωθούν. Είναι άνευ σημασίας ο τρόπος που εισάγονται στη δίκη τα μηνύματα κινητού καθώς και στις δύο περιπτώσεις συνιστούν μηχανικές απεικονίσεις. Θα ήταν μάλιστα παράδοξο να θεωρηθεί ότι, εάν ο διάδικος επιλέξει να φωτογραφίσει την οθόνη ενός κινητού που αποτυπώνει SMS (επομένως να προσκομίσει τα SMS δια μέσω της φωτογραφίας), θα τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 444 § 1 γ. Και αυτό γιατί η αποδεικτική δύναμη των περιπτώσεων της 444 § 1 γ (ήτοι και της φωτογραφίας) ρυθμίζεται ειδικά από την § 2 του άρθρου 448 ΚΠολΔ, ενώ η αποδεικτική δύναμη των στοιχείων της § 2 του άρθρου 444 ΚΠολΔ ρυθμίζεται και αυτή ειδικά από την § 3 του άρθρου 448 ΚΠολΔ, όπου στην πρώτη περίπτωση τα έγγραφα της παραγράφου 444 § 1 γ αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη, ενώ στην δεύτερη περίπτωση τα έγγραφα της § 2 του άρθρου 444 αποτελούν πλήρη απόδειξη με την επιφύλαξη και τις προϋποθέσεις του άρθρου 445 ΚΠολΔ. Ακολούθως το ΠΔ 47/2005 στο άρθρο 3 με τίτλο "Είδη Επικοινωνίας" στην παράγραφο 1 και 2 ορίζει τα εξής: § 1: "Η άρση του απορρήτου δεν αφορά την δια ζώσης επικοινωνία, αλλά κάθε είδους επικοινωνία, η οποία διεξάγεται μέσω δικτύου επικοινωνίας ή παρόχου υπηρεσιών επικοινωνιών και την οποία χρησιμοποιεί ο συνδρομητής ή χρήστης κατά του οποίου λαμβάνεται το μέτρο της άρσης. § 2: "Τα είδη και οι μορφές επικοινωνίας, που υπόκεινται στην άρση του απορρήτου, είναι ιδίως τα ακόλουθα: ... III. Τα γραπτά μηνύματα (SMS/MMS)". Επομένως, γίνεται αντιληπτό ότι τα γραπτά μηνύματα κινητού (SMS/MMS) εντάσσονται στις περιπτώσεις και είδη επικοινωνίας που προστατεύονται νομοθετικά.

Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

ΣΤΕ Β’ 380/2026: Τα Διοικητικά Δικαστήρια υποχρεούνται να δέχονται το αμετάκλητο αθωωτικό απόσπασμα ως πλήρη απόδειξη για την ακύρωση Διοικητικών Προστίμων

 


ΣτΕ Β΄ 380/2026: Στην περίπτωση προβολής ισχυρισμών περί παραβίασης του άρθρου 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή της αρχής ne bis in idem ή του τεκμηρίου αθωότητας, προς απόδειξη των οποίων ο διάδικος προσκομίζει ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου της ουσίας μόνο απόσπασμα της (μη καθαρογραμμένης) αθωωτικής ποινικής απόφασης, που περιέχει το διατακτικό της, και βεβαίωση περί του αμετάκλητου χαρακτήρα της, το διοικητικό δικαστήριο -εφόσον δεν εκδώσει προδικαστική απόφαση, με την οποία να ζητεί από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 155 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ., την καθαρογραφή της σχετικής αθωωτικής απόφασης, εντός εύλογης προθεσμίας, και τη διαβίβαση αντιγράφου της καθαρογραμμένης απόφασης καθώς και βεβαίωσης σχετικά με την άσκηση ή μη ενδίκων μέσων κατ’ αυτής- υποχρεούται να εξετάσει τους ανωτέρω ισχυρισμούς, βάσει των διαλαμβανομένων στο προσκομισθέν απόσπασμα, προκειμένου να μην καταστεί αδύνατη η άσκηση εκ μέρους του διαδίκου των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στις σχετικές διατάξεις του ενωσιακού δικαίου και της Ε.Σ.Δ.Α.


  ΣτΕ B΄ 380/2026
  Πρόεδρος: Κ. Κουσούλης, Αντιπρόεδρος
  Εισηγητής: Π. Κιούσης, Πάρεδρος
 
    Mε την 380/2026 απόφαση του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίθηκε ότι, κατά την έννοια των άρθρων 5 παρ. 2 και 4, 138 παρ. 1, 150 παρ. 1 και 151 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), στην περίπτωση προβολής ισχυρισμών περί παραβίασης του άρθρου 5 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ. ή της αρχής ne bis in idem ή του τεκμηρίου αθωότητας, προς απόδειξη των οποίων ο διάδικος προσκομίζει ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου της ουσίας μόνο απόσπασμα αθωωτικής ποινικής απόφασης, που περιέχει το διατακτικό της, καθώς και βεβαίωση του αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου σχετικά με τον αμετάκλητο χαρακτήρα της εν λόγω - εμπίπτουσας σε κατηγορία ποινικών αποφάσεων που εξαιρείται από τον θεσπιζόμενο με το άρθρο 142 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Κ.Π.Δ.) κανόνα της καθαρογραφής - ποινικής απόφασης, το διοικητικό δικαστήριο της ουσίας δύναται να εκδώσει προδικαστική απόφαση για τη συμπλήρωση των αποδείξεων, με την οποία να ζητεί από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 155 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ., την καθαρογραφή της σχετικής αθωωτικής απόφασης, εντός εύλογης προθεσμίας, και τη διαβίβαση αντιγράφου της καθαρογραμμένης απόφασης καθώς και βεβαίωσης σχετικά με την άσκηση ή μη ενδίκων μέσων κατ’ αυτής.
    Στην περίπτωση που το διοικητικό δικαστήριο της ουσίας επιλέξει, κατ’ ενάσκηση της σχετικής ευχέρειάς του, να μην εκδώσει προδικαστική απόφαση με το ανωτέρω περιεχόμενο, υποχρεούται να εξετάσει τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς, βάσει των διαλαμβανομένων στο προσκομισθέν απόσπασμα της αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης, προκειμένου να μην καταστεί αδύνατη η άσκηση εκ μέρους του διαδίκου των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στις διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 1 και 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (όπως επιβάλλει η αρχή της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού δικαίου) καθώς και των, αντιστοίχου περιεχομένου, άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και 4 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής. 
    Eφόσον δε το διοικητικό δικαστήριο διαπιστώσει, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι από το προσκομιζόμενο απόσπασμα της αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης προκύπτει ότι αυτή αφορά την ίδια παράβαση, ως ιστορικό γεγονός, με εκείνη που έχει καταλογισθεί σε βάρος του ως άνω διαδίκου με την ένδικη πράξη επιβολής διοικητικής κύρωσης, ήτοι ότι τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορήθηκε αυτός και για το οποίο, εν συνεχεία, αθωώθηκε από το ποινικό δικαστήριο, ταυτίζονται με εκείνα που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση της επίδικης διοικητικής κύρωσης ποινικής φύσης, δεσμεύεται από την αθωωτική απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., και οφείλει να ακυρώσει την ένδικη καταλογιστική πράξη, έστω και αν το ποινικό δικαστήριο απήλλαξε τον διάδικο λόγω αμφιβολιών (εφόσον τούτο προκύπτει από το προσκομιζόμενο διατακτικό) και ακόμα και αν, λόγω της ελλειπτικής διατύπωσης του διατακτικού της αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης, δεν δύναται να διαπιστώσει ότι η αθώωση στηρίζεται σε επαρκή έρευνα και εκτίμηση σχετικά με την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή τη μη τέλεση της παράβασης.
    Εξάλλου, στην περίπτωση που το πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο, κατ’ ενάσκηση της σχετικής ευχέρειάς του, δεν εκδώσει προδικαστική απόφαση με το προεκτεθέν περιεχόμενο και απορρίψει τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς, αν ο ηττηθείς διάδικος ασκήσει έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, πλήσσοντας την εν λόγω απορριπτική κρίση, επιτρέπεται να επικαλεσθεί και να προσκομίσει το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου διοικητικού δικαστηρίου – και ανεξάρτητα από την ευχέρεια (και) του εν λόγω δικαστηρίου να εκδώσει προδικαστική απόφαση, προς συμπλήρωση των αποδείξεων, με το ίδιο ως άνω περιεχόμενο – την καθαρογραμμένη αθωωτική απόφαση καθώς και τη βεβαίωση περί του αμετάκλητου χαρακτήρα της, τις οποίες τυχόν έλαβε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου διοικητικού δικαστηρίου, κατόπιν σχετικής αίτησής του στο αρμόδιο ποινικό δικαστήριο, εφόσον κριθεί από το δευτεροβάθμιο διοικητικό δικαστήριο ότι η μη επίκληση και προσκόμιση των ανωτέρω στοιχείων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ήταν δικαιολογημένη (βλ. το άρθρο 96 παρ. 3 του Κ.Δ.Δ.), ήτοι ότι δεν οφείλετο στη μη επίδειξη της δέουσας επιμέλειας εκ μέρους του εκκαλούντος για την άμεση (και, πάντως, εντός ευλόγου χρόνου) υποβολή αιτήματος καθαρογραφής της σχετικής ποινικής απόφασης μετά τη δημοσίευσή της.

Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

ΜΠρΑθ 809/2026 : "Εκουσία δικαιοδοσία. Ανακοπή κατά κληρονομητηρίου 824ΚΠολΔ, η οποία κάνει δεκτή εν μέρει την ανακοπή ως προς τον δεύτερο θάνατο (πατέρα), ενώ για θάνατο του παππού την απέρριψε ως μη νόμιμη λόγω ότι ο θάνατος επήλθε το 1918 και εφαρμογή του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (άρθρ 92 ΕισΑκ)"



ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΕΚΟΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 809/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Μαρίνα Κάβουρα Πρωτοδίκη, η οποία ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα Δέσποινα Πουλιάση

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του τη 10η Οκτωβρίου 2025 για να δικάσει την ανακοπή κατά απορριπτικής πράξης δικηγόρου επί αίτησης χορήγησης κληρονομητηρίου:

ΤΩΝ ΑΝΑΚΟΠΤΟΥΣΩΝ: ……………………………………….. οι οποίες παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους ΧΚ, με Α.Μ. Δ.Σ.Α. ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Οι ανακόπτουσες ζητούν να γίνει δεκτή η από 07.07.2025 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …… ανακοπή τους η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος των ανακοπτουσών ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσε.


ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη ανακοπή, οι ανακόπτουσες, επικαλούμενες την ιδιότητά τους ως μοναδικών κληρονόμων του …. του ... κατοίκου εν ζωή Αθηνών, ο οποίος αποβίωσε την 06.06.1973, ζητούν, για τους αναφερόμενους στο δικόγραφο λόγους, όπως παραδεκτά περιόρισαν το αίτημα με τις νόμιμα κατατεθείσες προτάσεις τους και με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά (ΚΠολΔ 223, 294, 295 §1 εδ. β1, 297, 741, 751), να ακυρωθεί η με αριθμό ... απορριπτική πράξη της δικηγόρου Αθηνών…….Α.Μ……….. Δ.Σ.Α εκδόθηκε επί αίτησής τους για τη χορήγηση κληρονομητηρίου και να διαταχθεί η χορήγηση σε αυτές κληρονομητηρίου, στο οποίο να βεβαιώνεται ότι α) ο ως άνω αποβιώσας πατέρας τους ήταν εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα του, .. του ., που αποβίωσε την 01.11.1918 και β) οι ίδιες είναι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της περιουσίας του ως άνω αποβιώσαντος πατέρα τους, σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία.

Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα, η ανακοπή παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο [άρθρα 739, 740 §1 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του ν. 5134/2024 ~ ΦΕΚ Α’ 146/11.09.2024 και ίσχυε από τη 16.09.2024, κατ' άρθρο 120 §1 του ίδιου νόμου, πριν την τροποποίησή του δυνάμει των άρθρων 76 και 168 §3 του ν. 1 5221/2025 - ΦΕΚ Α’ 133/28.07.2025, με ισχύ από 01.01.2026) και 824 ΚΠολΔ (όπως είχε αντικατασταθεί δυνάμει των άρθρων 5, 28 §1 και 32 §2 του ν. 5095/2024 - ΦΕΚ Α’ 40/15.03.2024 και ίσχυε από την 01.06.2024, πριν αντικατασταθεί εκ νέου δυνάμει των άρθρων 91 και 168 §3 του ως άνω ν. 5221/2025, με ισχύ από 01.01.2026), σε συνδυασμό με τα άρθρα 22, 37 §1 και 583 ΚΠολΔ], για να συζητηθεί κατά την προκειμένη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 74, 739, 741 και 744 επ. ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 584 και 585 του ίδιου Κώδικα). Έχει δε ασκηθεί εμπρόθεσμα, αφού κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 08.07.2025, ήτοι εντός της προβλεπόμενης από το ως άνω άρθρο 824 ΚΠολΔ προθεσμίας των είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευση της ανακοπτόμενης πράξης (24.06.2025). Ωστόσο, ως προς το ανωτέρω υπό στοιχείο (α) αίτημα η ανακοπή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 92 ΕισΝΑΚ, οι διατάξεις περί κληρονομητηρίου δεν εφαρμόζονται επί κληρονομιάς αποβιώσαντος πριν τη θέση σε ισχύ του ΑΚ, ήτοι πριν την 23.02.1946 [Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Αρβανιτάκης), ΚΠολΔ II (2000) 819 αριθ. 10· ΑΠ 193/1955 ΝοΒ 3, 550' ΕφΘεσσαλ 660/1989 Αρμ 1989, 452' ΜΠΠειρ 2202/2013 ΕλλΔνη 2014, 259], στην προκειμένη δε περίπτωση, ο .. αποβίωσε την 01.11.1918. Κατά τα λοιπά, ως προς το ανωτέρω υπό στοιχείο (β) αίτημα, η ανακοπή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1710, 1711, 1813, 1820, 1884, 1956 επ. ΑΚ και 819 επ. ΚΠολΔ (όπως είχαν αντικατασταθεί δυνάμει των άρθρων 3 έως 5,28 §1 και 32 §2 του ν. 5095/2024 και τροποποιηθεί με τα άρθρα 54 του ν. 5108/2024 και 36 του ν. 5134/2024 και ίσχυαν πριν τον ν. 5221/2025, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα). Επομένως, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από τις προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις (για τη μη αναγκαιότητα χωριστής μνημόνευσης της κάθε μιας από αυτές βλ. ΑΠ 411/2021, ΑΠ 180/2017, ΑΠ 1413/2015, όλες δημοσιευμένες στην areiospagos.gr), σε συνδυασμό με το σύνολο των νόμιμα προσκομιζόμενων εγγράφων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 06.06.1973 αποβίωσε στην Αθήνα ... ο οποίος είχε γεννηθεί στην Αλεξάνδρεια της Αίγυπτου το έτος 1914 και, όσο ζούσε, ήταν κάτοικος Αθηνών (βλ. το προσκομιζόμενο με αριθμό πρωτοκόλλου ./14.03.2025 αντίγραφο της με αριθμό ./06.06.1973 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Νέας Σμύρνης), χωρίς να αφήσει διαθήκη (βλ. το προσκομιζόμενο με αριθμό ./28.04.2025 πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης του Πρωτοδικείου Αθηνών). Πλησιέστεροι συγγενείς του ως άνω αποβιώσαντος κατά τον χρόνο θανάτου του ήταν η σύζυγός του και μητέρα των ανακοπτουσών, ... η οποία αποβίωσε μετά από εκείνον, τη 02.07.2003 και οι δύο κόρες του και ήδη ανακόπτουσες (βλ. το προσκομιζόμενο με ημερομηνία 17.07.1975 πιστοποιητικό εγγύτερων συγγενών του Δήμου Αθηναίων), οι οποίες άπασες αποδέχθηκαν σιωπηρά την επαχθείσα σε εκείνες κληρονομιά, με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αποποίησης (ΑΚ 1847, 1857' βλ. το προσκομιζόμενο με αριθμό ./30.04.2025 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη αποποίησης κληρονομιάς). Συνεπώς, εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της περιουσίας του ως άνω αποβιώσαντος είναι οι ανακόπτουσες, σε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου η καθεμία και η μητέρα τους, στα υπόλοιπα 2/8 εξ αδιαιρέτου, απορριπτόμενου ως αβάσιμου κατ' ουσία του ισχυρισμού τους ότι οι ίδιες (οι ανακόπτουσες) είναι οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πατέρα τους, σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία, καθόσον η μητέρα τους και σύζυγός του βρισκόταν εν ζωή κατά τον χρόνο θανάτου του και αποβίωσε μεταγενέστερα (ΑΚ 1711). Εξάλλου, δεν έχει δημοσιευτεί διαθήκη του ως άνω αποβιώσαντος ούτε εκκρεμεί δίκη για το κληρονομικό δικαίωμα των ανακοπτουσών και της μητέρας τους (βλ. το προσκομιζόμενο με αριθμό ./06.05.2025 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη αμφισβήτησης του κληρονομικού τους δικαιώματος). Προκειμένου να βεβαιωθεί το επίδικο κληρονομικό τους δικαίωμα, οι ανακόπτουσες κατέθεσαν ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών την από … με αριθμό έκθεσης κατάθεσης Δικογράφου ... αίτηση για τη χορήγηση κληρονομητηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη ανακοπτόμενη με αριθμό ... απορριπτική πράξη της δικηγόρου Αθηνών ... Με τους λόγους της κρινόμενης ανακοπής, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, οι ανακόπτουσες ζητούν την ακύρωση της απορριπτικής αυτής πράξης, επικαλούμενες μη αποδοχή νόμιμων αποδεικτικών μέσων και μη αξιοποίηση των αποδεικτικών δυνατοτήτων που προβλέπει ο νόμος για τη διαπίστωση του κληρονομικού τους δικαιώματος. Οι λόγοι αυτοί προβάλλονται παραδεκτά και νόμιμα και πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτοί και επί της ουσίας, δοθέντος ότι, πράγματι, η ανακοπτόμενη απορριπτική πράξη εσφαλμένα απέρριψε την ως άνω αίτησή τους κατά το μέρος που ζητούσαν τη χορήγηση κληρονομητηρίου για το κληρονομικό τους δικαίωμα στην κληρονομιά του πατέρα τους. Μάλιστα, η απόρριψη αυτή είναι όλως αναιτιολόγητη, καθόσον ουδεμία σχετική αναφορά γίνεται στο σκεπτικό της ως προς το επίδικο κληρονομικό δικαίωμα, το οποίο αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας, κατά τα ανωτέρω. Πλην όμως, ο ισχυρισμός των ανακοπτουσών ότι τυγχάνουν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πατέρα τους σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία αποδεικνύεται αβάσιμος, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, καθόσον, όπως ήδη σημειώθηκε, κατά τον χρόνο θανάτου του πλησιέστερη συγγενής του ήταν και η μεταποβιώσασα σύζυγός του, ., η οποία επίσης κατέστη εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος. Επομένως, πρέπει η ανακοπή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσία, να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη απορριπτική πράξη και να διαταχθεί η παροχή κληρονομητηρίου, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ με την παρουσία των ανακοπτουσών.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την ανακοπή.

ΑΚΥΡΩΝΕΙ τη με αριθμό ……απορριπτική πράξη της δικηγόρου Αθηνών ...

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την έκδοση από τον Γραμματέα του παρόντος Δικαστηρίου κληρονομητηρίου, το οποίο να πιστοποιεί ότι οι ανακόπτουσες είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, σε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου η καθεμία, του συνόλου της περιουσίας του .., ο οποίος είχε γεννηθεί στην ... όσο ζούσε, ήταν κάτοικος Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 12/2/2026, χωρίς την παρουσία των διάδικων ή του πληρεξούσιου δικηγόρου τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ