Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

ΑΠ 1141/2025 : τα γραπτά μηνύματα (sms) αποτελούν νόμιμα αποδεικτικά μέσα στο πλαίσιο πολιτικής δίκης, είναι δε αδιάφορος και δεν ασκεί καμία επιρροή ο δικονομικός τρόπος προσκόμισής τους στο δικαστήριο

 



Το ανώτατο δικαστήριο δέχθηκε ότι τα sms αποτελούν «μηχανικές απεικονίσεις» κατ’ άρθρο 444 παρ. 2 ΚΠολΔ και εξομοιώνονται με ηλεκτρονικά έγγραφα, καθώς τα σύγχρονα κινητά τηλέφωνα λειτουργούν πλέον ως υπολογιστές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σκέψη της απόφασης ότι ο τρόπος εισαγωγής τους στη δίκη - είτε μέσω εκτύπωσης «στιγμιοτύπου» (screenshot) είτε μέσω απλής φωτογράφισης της συσκευής - στερείται έννομης επιρροής, ενώ, ταυτόχρονα, απορρίπτονται οι αιτιάσεις περί παραβίασης του απορρήτου, με το σκεπτικό ότι ο αποστολέας παρέχει τεκμαιρόμενη συναίνεση στον παραλήπτη να καταστεί μόνιμος κάτοχος και κοινωνός του περιεχομένου τους.


Αριθμός 1141/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Χ. Π. του Β., κατοίκου ... και 2) Ι. Π. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ι.Κ., ο οποίος ανακάλεσε την από 22-11-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Τ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ΚΤ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

.........................

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

........................
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της ανωτέρω προσβαλλόμενης απόφασης κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος το Εφετείο δέχθηκε: "Ο ενάγων, ο οποίος τυγχάνει κλινικός ψυχολόγος και διατηρεί γραφείο και συγχρόνως δωμάτιο στην Θεσσαλονίκη, έγγαμος και πατέρας δύο (2) ανηλίκων τέκνων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, συνήψε περί το έτος 2003 συναισθηματικό δεσμό με την πρώτη εναγομένη. Η τελευταία διατηρούσε από το έτος 1990 εμπορικό κατάστημα με αμπελουργικά είδη στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, κατάστημα το οποίο παρέλαβε από τον πατέρα της. Η γνωριμία τους έλαβε χώρα κατά τις επισκέψεις της εναγομένης στο γραφείο του ενάγοντος για ψυχοθεραπεία, μετά δε από ένα βραχύ χρονικό διάστημα, οι επισκέψεις είχαν ως εξέλιξη την ανάπτυξη έντονων συναισθημάτων, τουλάχιστον εκ μέρους του ενάγοντος. Συγκεκριμένα ο ενάγων και η εναγομένη ουσιαστικά συζούσαν στην Θεσσαλονίκη, άλλοτε στο γραφείο-διαμέρισμα του ενάγοντος, άλλοτε στην κατοικία της εναγομένης, επί της οδού ..., την ψιλή κυριότητα της οποίας είχε η εναγομένη και το δικαίωμα της επικαρπίας ο πατέρας της. Ο ενάγων μετέβαινε έκαστο Σαββατοκύριακο στην Κομοτηνή, όπου διέμενε η οικογένειά του, σύζυγος και τα δύο (2) ανήλικα τέκνα. Την οικογενειακή κατάσταση του ενάγοντος είχε γνωρίσει η εναγομένη από την αρχή της γνωριμίας τους, πράγμα το οποίο επιμελώς και για ευνόητους λόγους αρνείται. Εντός ολίγου χρονικού διαστήματος ο ενάγων εγνώρισε και την αδελφή της εναγομένης, δεύτερης εναγομένης, η οποία και αυτή μετέβαινε στο γραφείο του ενάγοντος για ψυχοθεραπεία, κάτι κοινό πλέον κοινό στην σύγχρονη εποχή, αναπτύσσοντας φιλία με τον ενάγοντα, λόγω και του συναισθηματικού του ενάγοντος με την αδελφή της. Η αδελφή της εναγομένης Ι. Π., είναι σύζυγος του Ι. Π., ο οποίος διατηρούσε ατομική επιχείρηση βυρσοδεψείου, με έδρα στην ΒΙΠΕ Θεσσαλονίκης. Ο έντονος αυτός συναισθηματικός δεσμός, ενάγοντος και πρώτης εναγομένης, ήταν αδιαμφισβήτητος και πασίδηλος στον ευρύ χώρο φίλων, συγγενών και μέρος της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης. Μάλιστα ήταν γνωστός πρωτίστως στον σύζυγο της πρώτης εναγομένης Ι. Π. και στους στενούς συγγενείς αυτών, εν όψει και του ενδεχομένου τελέσεως γάμου των διαδίκων (ενάγοντος και πρώτης εναγομένης), όπως επίστευε τουλάχιστον ο ενάγων, πράγμα το οποίο αρνείται, ευλόγως, η εναγομένη. Στα πλαίσια αυτά, εντόνου συναισθηματικού δεσμού, η πρώτη εναγομένη εζήτησε χρηματικά ποσά από τον ενάγοντα ως δάνεια και παράλληλα τον έπεισε να συνάψει δάνειο και με την αδελφή της, δεύτερης εναγομένης, Ι. Π. Ο ενάγων επείσθη εξ αιτίας και του έντονου συναισθηματικού με την πρώτη εναγομένη και έχοντας υψηλές οικονομικές δυνατότητες (ατομικά εισοδήματα από την εργασία του ως κλινικός ψυχολόγος και ιδιόκτητο διαμέρισμα επί της οδού ... καθώς και αγροτεμάχια στην περιοχή Χορτιάτη, βλ. τα υπ'αριθμ. .../2009 και υπ' αριθμ. .../2009 συμβόλαια γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π. Γ.), και εδάνεισε, διά της αναλήψεως των αντίστοιχων χρηματικών ποσών από τον λογαριασμό του υπ' αριθμ. ... στην Εθνική Τράπεζα τα κάτωθι χρηματικά ποσά, στην πρώτη εναγομένη α) την 16-03-2004 το ποσόν των 47.000 ευρώ β) την 12-10-2005 το ποσόν των 60.000 ευρώ γ) την 3-11-2005 το ποσόν των 20.000 ευρώ δ) την 10-07-2008 το ποσόν των 20.000 ευρώ και ε) την 3-09-2008 το ποσόν των 30.000 ευρώ, ήτοι συνολικώς το ποσόν των 177.000 ευρώ, ατόκως και χωρίς συμφωνία για τον χρόνο αποδόσεως των μερικότερων δανείων. Εξ άλλου, κατόπιν παρακλήσεως της πρώτης εναγομένης, περί τον Δεκέμβριο του έτους 2013, εδάνεισε στην δεύτερη εναγομένη, αδελφή της πρώτης εναγομένης, το ποσόν των 50.000 ευρώ. Οι εναγόμενες αρνούνται, κατηγορηματικά την κατάρτιση των ανωτέρω δανείων και μάλιστα αμφισβητούν ακόμη και ότι ο ενάγων είναι δικαιούχος του ανωτέρου λογαριασμού της εθνικής τράπεζας.. Όμως αποδεικνύεται ότι ο ενάγων είναι πράγματι δικαιούχος του λογαριασμού, από την επικαλουμένη και προσκομιζομένη κίνηση του λογαριασμού του κατά το χρονικό διάστημα από 31-10-2003 έως 2-09-2010, με ημερομηνία εκτυπώσεως την 18-10-2019, όπου καταχωρούνται στις επίδικες ημερομηνίες, είτε αναλήψεις χρηματικών ποσών, είτε μεταφορές χρημάτων διά τραπεζικών επιταγών. Τούτο προκύπτει και από το συνημμένο στην κίνηση του λογαριασμού παραστατικό εισπράξεως προμήθειας χορηγήσεως αντιγράφου έκτακτης κινήσεως της εθνικής τράπεζας, με εκδότη τον αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας, όπου σαφώς αναγράφονται τα στοιχεία του ενάγοντος, πράγμα το οποίο καταρρίπτει τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι ο ενάγων δεν είναι δικαιούχος του ανωτέρω λογαριασμού. Βεβαίως για την κατάρτιση των δανείων δεν υπήρξε ο τύπος της έγγραφης συμφωνίας, πλήν όμως τούτο δικαιολογείται απολύτως από την στενή μακροχρόνια συναισθηματική σχέση του ενάγοντος με την πρώτη εναγομένη και τις αδιαμφισβήτητες στενές φιλικές σχέσεις, μεταξύ του αυτού ενάγοντος και της αδελφής της πρώτης εναγόμενης, δεύτερης εναγομένης αλλά και από τα έγγραφα - ηλεκτρονικά μηνύματα, σαφώς αποδεικνύοντα τις σχέσεις αυτές, όπως κάτωθι ήθελε εκτεθεί. Μετά την μακροχρόνια αυτή σχέση, η οποία διήρκεσε επί δέκα έξι (16) συναπτά έτη, από το έτος 2003 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2019, η πρώτη εναγομένη διέκοψε, με πρωτοβουλία της, τους συναισθηματικούς δεσμούς με τον ενάγοντα, ο οποίος αρνείται ότι, καίτοι ουδεμία επιρροή έχει ως προς την έκβαση της δίκης, η πρωτοβουλία διακοπής των σχέσεων προήρχετο από την εναγομένη. Τούτο είχε ως συνέπεια έκτοτε ο μεν ενάγων να ζητεί την επιστροφή των δανεισθέντων ποσών, οι δε εναγόμενες να αρνούνται να τα αποδώσουν, με τον ισχυρισμό ότι ουδέποτε έλαβε χώρα καταρτίσεως των συμβάσεων δανείου. Η αξίωση αποδόσεως των δανεισθέντων ποσών του ενάγοντος, αποδεδειγμένη, νόμιμη και βάσιμη, σε συνδυασμό με την άρνηση των εναγομένων όσον αφορά την κατάρτιση των συμβάσεων των δανείων και την διακοπή του συναισθηματικού του δεσμού με την πρώτη εναγομένη, είχε ως αποτέλεσμα, την αγανάκτησή του και εντεύθεν την τέλεση απειλών προς τις εναγόμενες, οι οποίες όμως στην έκβαση της παρούσης δίκης, ουδεμία επιρροή έχουν (άρθρ. 335 του Κ.Πολ.Δ), άλλωστε ήδη οι διάδικοι έχουν εγείρει εκατέρωθεν διάφορες αγωγές και εγκλήσεις (βλ. εκτός άλλων, την όλη διαδρομή των σχέσεών τους, όπως αποτυπώνονται στα ενδεικτικώς εκτιθέμενα ηλεκτρονικά μηνύματα, από την ηλεκτρονική διεύθυνση (e-mail) αμφοτέρων των διαδίκων και από τα ηλεκτρονικά μηνύματα - τηλεφωνικές συνδιαλέξεις αυτών και τρίτων (sms), τα οποία επικαλούνται, οι εναγόμενες κατά το δοκούν, όλοι οι διάδικοι: 1. μήνυμα την 3-12-2013 από το κινητό τηλέφωνο με αριθμ. ... της πρώτης εναγομένης "ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ, ΞΕΡΩ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΣ ΛΕΦΤΑ ΑΛΛΑ ΣΕ ΙΚΕΤΕΥΩ ΔΩΣΕ ΤΑ 50.000 ΧΙΛΙΑΡΙΚΑ ΠΟΥ ΣΟΥ ΖΗΤΑΕΙ ΝΑ ΤΗΣ ΔΑΝΕΙΣΕΙΣ Η ΑΔΕΡΦΗ ΜΟΥ.... ΞΕΡΩ ΟΤΙ ΜΟΥ ΕΧΕΙΣ ΔΑΝΕΙΣΕΙ ΠΟΛΛΑ. ΘΑ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΩ ΝΑ ΣΟΥ ΕΠΙΣΤΡΕΨΩ ΕΣΤΩ ΤΑ ΜΙΣΑ. ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΤΑ 80.000 ΠΟΥ ΜΟΥ ΕΔΩΣΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΠΙΤΙ...." 2. την 11-12-2013 μήνυμα από το κινητό τηλέφωνο της εναγομένης ".... ΜΕ ΕΚΑΝΕΣ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΠΟΥ ΔΑΝΕΙΣΕΣ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΣΤΗΝ ΑΔΕΡΦΗ ΜΟΥ" 3. Την 1-07-2014 μήνυμα από την ηλεκτρονική διεύθυνση (...), διεύθυνση, η οποία αποτυπώνεται και εκτίθεται από τον ενάγοντα και δεν αμφισβητείται, τουλάχιστον ως τότε, ηλεκτρονική διεύθυνση "Μωράκι μου .... Καταλαβαίνω ότι χρειάζεσαι χρήματα για την ανακαίνιση του σπιτιού κι ότι ζορίζεσαι επειδή δάνεισες χρήματα στην αδερφή μου. Δεν ξεχνάω ούτε τα λεφτά που δάνεισες σε εμένα για να με ξελασπώσεις με τις επιταγές ούτε τα λεφτά για το σπίτι 4.Την 13-08-2018, μήνυμα από το κινητό τηλέφωνο της εναγομένης "... ΓΙΑΤΙ ΕΙΠΕΣ ΣΤΗΝ Α. ΟΤΙ ΜΟΥ ΕΧΕΙΣ ΔΑΝΕΙΣΕΙ ΛΕΦΤΑ.... ΤΩΡΑ ΘΑ ΧΑΣΟΥΝ ΠΑΣΑ ΙΔΕΑ ΓΙΑ ΜΕΝΑ .. ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΞΕΡΕΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΟ ΠΟΣΟ 177.000 ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΑΝ ΤΗΣ ΤΟ ΕΙΠΕΣ ΕΣΥ.." 5. την 11-10-2018 από το κινητό τηλέφωνο με αριθμό ... της δεύτερης εναγομένης (προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων δεν εκτίθενται οι ηλεκτρονικές διευθύνσεις και οι αριθμοί τηλεφώνων ".. ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΕΓΩ ΘΑ ΠΩ ΣΤΟΝ Γ. ΝΑ ΣΟΥ ΕΠΙΣΤΡΕΨΕΙ ΤΑ ΛΕΦΤΑ Ή ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΑΠΟ ΤΙΣ 50.000 ΧΙΛΙΑΔΕΣ .... " και 6. την 4-03-2019 "ΚΑΛΗΜΕΡΑ. ΕΙΜΑΙ Ο Γ. .. ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΟΤΙ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΠΡΟΣΤΡΙΒΗ ΕΧΕΙΣ ΜΑΖΙ ΤΗΣ.... ΘΑ ΜΕ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΜΗ ΣΟΥ ΕΠΙΣΤΡΕΨΩ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΔΩΣΕΣ ΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ....". Ανάλογα ηλεκτρονικά μηνύματα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενες, με σκοπό να καταδείξουν την προσβλητική συμπεριφορά του ενάγοντος μετά όμως την διακοπή του δεσμού τους, απέστειλε και ο ενάγων, όπως ενδεικτικώς, την 4-03-2019 προς το κινητό τηλέφωνο του συζύγου της δεύτερης εναγομένης ".. κάποιος ήταν άτακτο παιδάκι... έχω πολύ κόσμο που εξαρτάται ψυχικά από μένα ...". και λοιπά ηλεκτρονικά μηνύματα, περί της συμπεριφοράς του ενάγοντος, όλα όμως αναγόμενα στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχε ήδη επέλθει η πλήρης διακοπή του συναισθηματικού δεσμού, του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης. Ειδικότερα οι εναγόμενες, οι οποίες το πρώτον διά των πρωτοδίκως κατατεθεισών εγγράφων προτάσεων (ημερομ. καταθ. 11-03-2020), επικαλέσθηκαν ηλεκτρονικά μηνύματα εκ μέρους του ενάγοντος προς αυτές και τρίτους, εν τούτοις κατ έφεση ισχυρίζονται κατά κόρον ότι τα επικαλούμενα και προσκομισθέντα διά της προσθήκης - αντίκρουσης (ημερομ. καταθ. 14-07-2020) από τον ενάγοντα ηλεκτρονικά μηνύματα -έγγραφα, είναι πλαστά και συγκεκριμένα ότι ο κατασκευαστής - πλαστογράφος των μηνυμάτων αυτών είναι ο ενάγων, ο οποίος υπεισήλθε και μάλιστα στο παρελθόν, στο λογισμικό της ηλεκτρονικής διευθύνσεως των εναγομένων και στα κινητά τηλέφωνα αυτών, άλλα και άλλων τρίτων προσώπων. Πλήν όμως, εκτός των λοιπών εκτεθέντων αποδεικτικών μέσων, και μόνο από την επισκόπηση των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, προκύπτει η ταυτότητα της μοναδικής ηλεκτρονικής διεθύνσεως των μηνυμάτων με το πρόσωπο των εναγομένων, μοναδική ηλεκτρονική διεύθυνση, η οποία φέρει τον χαρακτήρα της ιδιόχειρης υπογραφής, αν και δεν έχει την παραδοσιακή μορφή της ιδιόχειρης υπογραφής, ισχύει όμως ως ιδιόχειρη τοιαύτη (βλ. ανωτέρω Νομολογία).

Εξ'άλλου ο επικαλούμενος, από τις εναγόμενες, τρόπος και μέθοδος του ενάγοντος να υπεισέλθει σε εντελώς ανύποπτο χρόνο στο λογισμικό των ηλεκτρονικών διευθύνσεων των εναγομένων και τρίτων εμπλεκομένων προσώπων, προφανώς με την συνεπικουρία ειδικού τεχνολόγου, αλλά και στο λογισμικό τρίτων εμπλεκομένων στην ένδικη διαφορά ατόμων, αντίκειται, εκτός και της αναληθείας του ισχυρισμού αυτού στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρ. 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ, βλ. περί των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ολ. ΑΠ 21/1998 Ε. Δ/νη 30.1150, ΑΠ 1609/1987 Ε. Δ/νη 29.1372, Κ. Κεραμεύς : ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, έκδ. 1986. σελ. 376, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (Τέντες ε.α. υπ'άρθρ.336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ, αριθμ. 13-16). Πρέπει να λεχθεί ότι τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τις εναγόμενες ηλεκτρονικά - τηλεφωνικά μηνύματα, προέρχονται από άγνωστους-αποστολείς, διά μέσου συστημάτων, όπως οι ίδιες ομολογούν, "anonymous" και "notify" συστήματα, τα οποία ουσιαστικώς είναι συστήματα αποκρύψεως του εκδότη-αποστολέα των μηνυμάτων και συνεπώς παντελώς αναξιόπιστα. Άλλωστε ως περιεχόμενο φέρεται να παρουσιάζουν τον ενάγοντα ως προκλητικό και υβριστικό μετά την διακοπή του συναισθηματικού δεσμού του με την πρώτη εναγομένη, όπερ ουδεμία επιρροή έχει για το αντικείμενο της δίκης (άρθρ. 335 του Κ.Πολ.Δ). Εντεύθεν, η κατά κόρον επαναλαμβανομένη ένσταση των εναγομένων, περί πλαστότητας των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, τα οποία επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Ειδικά όσον αφορά την διεξαχθείσα υπ'αριθμ. ...-2022 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία βεβαίως εκτιμάται από το Δικαστήριο ελεύθερα (άρθρ. 387 του Κ.Πολ.Δ, βλ. ολ ΑΠ 32/1990 Ε. Δ/νη 32.55, ΑΠ 1479/2013, ΑΠ 384/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 325/1995 No.Β 44.813, ΑΠ 1971/1990 Ε. Δ/νη 33.828, ΑΠ 867/1988 Ε. Δ/νη 30.1323, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Τέντες) ε.α. υπ'άρθρ. 387 του Κ.Πολ.Δ), πρέπει να λεχθεί ότι εκ των πραγμάτων, λόγω του χρόνου κατά τον οποίο διεξήχθη, χρόνος αρκετά μεταγενέστερος των αποσταλλέντων ηλεκτρονικών μηνυμάτων, ως προς την πλαστότητα των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, δεν συνήχθη (από τον πραγματογνώμονα) ασφαλές πόρισμα. Συγκεκριμένα σύμφωνα με την ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη του πληροφοριακού-ηλεκτρονικού Δ. Ε., όπως εκθέτει επακριβώς "....1. Δεν μπορεί με ασφάλεια να διαπιστωθεί η γνησιότητα ή όχι των SMS μηνυμάτων από την στιγμή που δεν υπάρχουν ηλεκτρονικές συσκευές προς έλεγχο... 2.... 3. Εφόσον πρόκειται για ψηφιακή πειστήρια είναι απολύτως αναγκαίο να εξεταστούν οι ίδιες ηλεκτρονικές συσκευές για να διαπιστωθεί η γνησιότητα ή όχι....4. Οι φωτογραφίες των μηνυμάτων....δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετές για να διαπιστωθεί η γνησιότητα ή όχι 5. Για να διαπιστωθεί η πλαστότητα ενός μηνύματος, πρέπει προηγουμένως να αποδείξουμε την αυθεντικότητα του υποτιθεμένου ως αυθεντικού. Κάτι το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποδειχτεί, εφόσον δεν υπάρχει η τηλεφωνική συσκευή" και καταλήγει σε αντίθεση με την όλη προηγουμένη τεχνική γνώμη " ... Άρα συμπεραίνουμε ότι τα SMS μηνύματα αυτά είναι τεχνικά πλαστά 6. Κατά αντιστοιχία τα ίδια ισχύουν και είναι τεχνικά πλαστά και τα μηνύματα email.", πόρισμα ασαφές και πολύ περισσότερο ασαφές το συμπέρασμα. Στα αυτά ως άνω αόριστα και ανασφαλή συμπεράσματα, λόγω της διαδρομής χρόνου εκδόσεως-αποστολής ηλεκτρονική μηνυμάτων και του χρόνου έρευνας - αξιολογήσεως αυτών, κατέληξαν και οι δύο (2) εξετασθέντες επ'ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου μάρτυρες - πραγματογνώμονες Χ. Γ. και Κ. Μ. και ως εκ τούτου η εκτενώς υποβληθείσα από τις εναγόμενες ένσταση πλαστότητας των ηλεκτρονικών μηνυμάτων πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμος (άρθρ. 460 του Κ.Πολ.Δ, βλ. σχετ. ΑΠ 401/2019, ΑΠ 535/2019, ΑΠ 584/2019 ΝΟΜΟΣ, Εφ. Θεσσαλ. 2490/1996 Αρμεν. 1996.1367. Εφ.Αθ 2212/1985 Ε. Δ/νη 26.723, Εφ.ΑΘ 7798/1984 Ε. Δ/νη 26.483, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Τέντες) ε.α. υπ άρθρ. 460, αριθμ. 1-6).

Συνεπώς οι εκτιθέμενοι πέντε (5) λόγοι εφέσεως, ουσιαστικά δύο (2), περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και πλημμελούς εκτιμήσεως των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τα ίδια αφού είπε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη κατ'ουσίαν, ουδόλως έσφαλε και συνεπώς η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλουσών λόγω της ήττας αυτών (άρθρ. 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της αποφάσεως. 1. Ο προβλεπόμενος κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α` Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008,ΑΠ 1389/2021).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 444 παρ 2 του ΚΠολΔ εμπίπτει στην έννοια της μηχανικής απεικόνισης, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο εισάγεται στη δίκη, [όπως με φωτογραφία από την οθόνη κινητού] το γραπτό μήνυμα, άλλως ShortMessageService γνωστό και ως SMS, το οποίο είναι υπηρεσία της κινητής τηλεφωνίας, με την οποία ο χρήστης έχει τη δυνατότητα να αποστείλει ή να παραλάβει σύντομο γραπτό μήνυμα από άλλους χρήστες, στην οθόνη του κινητού του τηλεφώνου. Ήδη δε, τα κινητά τηλέφωνα από της εμφάνισής τους, πολύ δε περισσότερο σήμερα, ακολουθούν την αρχιτεκτονική των ηλεκτρονικών υπολογιστών και πρέπει να θεωρούνται όχι ως τηλέφωνα, αλλά ως ηλεκτρονικοί υπολογιστές με δυνατότητα, μεταξύ άλλων, τηλεφωνικών κλήσεων, σύνταξης ηλεκτρονικών εγγράφων παντός τύπου, πλοήγησης στο διαδίκτυο κλπ. Το δε γραπτό μήνυμα, αποτελεί ηλεκτρονικό έγγραφο, εφόσον αποτελεί σύνολο δεδομένων τα οποία ενεγράφησαν στον μαγνητικό δίσκο της υπολογιστικής μικρομονάδας του κινητού τηλεφώνου, έτυχαν ηλεκτρονικής επεξεργασίας από την κεντρική μονάδα και εν συνεχεία αποτυπώθηκαν με βάση τις εντολές του προγράμματος κατά τρόπο αναγνώσιμο από τον άνθρωπο στην οθόνη του μηχανήματος και ακολούθως , στάλθηκαν με χρήση της κινητής τηλεφωνίας σε κάποιον αποδέκτη, ο οποίος στη συνέχεια τα εμφανίζει στην οθόνη του κινητού του. Ο εκάστοτε συντάκτης όμως των συγκεκριμένων εγγράφων (sms) αποδέχεται και επιδιώκει να καταγραφούν αυτά με σταθερό τρόπο σε κάποια από τις "μακροπρόθεσμες" μνήμες του κινητού τηλεφώνου του παραλήπτη (σκληρός δίσκος ή μνήμη SIM), ώστε ο τελευταίος, όχι μόνο να προβεί στην άπαξ προβολή αυτών και να λάβει έτσι γνώση του περιεχομένου τους, αλλά επιπροσθέτως, να δύναται στο μέλλον και σε κάθε στιγμή να τα ανασύρει, ώστε να τα αναγνώσει ξανά, καθιστάμενος διαρκής κάτοχος του ηλεκτρονικού εγγράφου. Η δυνατότητα δε αυτή που παρέχεται στον παραλήπτη του sms τελεί σε γνώση του αποστολέα, αφού και ο τελευταίος με τον ίδιο τρόπο πράττει. Πρέπει να γίνει δεκτό, συνεπώς, ότι υπάρχει τεκμαιρόμενη συναίνεση του αποστολέα να καταστήσει τον παραλήπτη κοινωνό και άρα νόμιμο κάτοχο του μηνύματος sms. Δικονομικά δε, τα γραπτά μηνύματα θα πρέπει να αντιμετωπιστούν για την ταυτότητα του νομικού λόγου, όπως οι επιστολές, αφού σε αμφότερες τις μορφές αυτού του είδους της επικοινωνίας συνυπάρχουν τα στοιχεία της αποτυπωμένης σε αναγνώσιμη μορφή επικοινωνίας από απόσταση, ενώ η μετάβαση από την κυριαρχία της επιστολής στην κυριαρχία του sms, έγινε κυρίως λόγω του εκσυγχρονισμού της διαθέσιμης τεχνολογίας. Ο τρόπος με τον οποίο τα SMS προσκομίζονται ως αποδεικτικά στοιχεία στο δικαστήριο είναι αδιάφορος. Αν προσκομίζονται, λοιπόν, φωτογραφίες που απεικονίζουν την οθόνη του κινητού με τα SMS ή αν προσκομίζονται στο δικαστήριο φωτοαντίγραφα που απεικονίζουν SMS με τη χρήση της δυνατότητας "screenshot" (με την ελληνική ορολογία "στιγμιότυπο" ή "ψηφιακή φωτογραφία οθόνης κινήτού"), εφαρμόζεται και στις δύο περιπτώσεις η § 2 του άρθρου 444 ΚΠολΔ. Στην πρώτη περίπτωση, δηλαδή, κάποιος βγάζει φωτογραφία με μια άλλη συσκευή την οθόνη του κινητού που δείχνει τα SMS, ενώ στην δεύτερη περίπτωση προσκομίζει φωτοτυπίες των "screenshots" που μέσω του ίδιου του κινητού που έχει αυτή τη δυνατότητα μπορούν αυτά τα "screenshots" να προωθηθούν σε υπολογιστή με ψηφιακή μορφή και δύνανται έτσι να εκτυπωθούν. Είναι άνευ σημασίας ο τρόπος που εισάγονται στη δίκη τα μηνύματα κινητού καθώς και στις δύο περιπτώσεις συνιστούν μηχανικές απεικονίσεις. Θα ήταν μάλιστα παράδοξο να θεωρηθεί ότι, εάν ο διάδικος επιλέξει να φωτογραφίσει την οθόνη ενός κινητού που αποτυπώνει SMS (επομένως να προσκομίσει τα SMS δια μέσω της φωτογραφίας), θα τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 444 § 1 γ. Και αυτό γιατί η αποδεικτική δύναμη των περιπτώσεων της 444 § 1 γ (ήτοι και της φωτογραφίας) ρυθμίζεται ειδικά από την § 2 του άρθρου 448 ΚΠολΔ, ενώ η αποδεικτική δύναμη των στοιχείων της § 2 του άρθρου 444 ΚΠολΔ ρυθμίζεται και αυτή ειδικά από την § 3 του άρθρου 448 ΚΠολΔ, όπου στην πρώτη περίπτωση τα έγγραφα της παραγράφου 444 § 1 γ αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη, ενώ στην δεύτερη περίπτωση τα έγγραφα της § 2 του άρθρου 444 αποτελούν πλήρη απόδειξη με την επιφύλαξη και τις προϋποθέσεις του άρθρου 445 ΚΠολΔ. Ακολούθως το ΠΔ 47/2005 στο άρθρο 3 με τίτλο "Είδη Επικοινωνίας" στην παράγραφο 1 και 2 ορίζει τα εξής: § 1: "Η άρση του απορρήτου δεν αφορά την δια ζώσης επικοινωνία, αλλά κάθε είδους επικοινωνία, η οποία διεξάγεται μέσω δικτύου επικοινωνίας ή παρόχου υπηρεσιών επικοινωνιών και την οποία χρησιμοποιεί ο συνδρομητής ή χρήστης κατά του οποίου λαμβάνεται το μέτρο της άρσης. § 2: "Τα είδη και οι μορφές επικοινωνίας, που υπόκεινται στην άρση του απορρήτου, είναι ιδίως τα ακόλουθα: ... III. Τα γραπτά μηνύματα (SMS/MMS)". Επομένως, γίνεται αντιληπτό ότι τα γραπτά μηνύματα κινητού (SMS/MMS) εντάσσονται στις περιπτώσεις και είδη επικοινωνίας που προστατεύονται νομοθετικά.

Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

ΣΤΕ Β’ 380/2026: Τα Διοικητικά Δικαστήρια υποχρεούνται να δέχονται το αμετάκλητο αθωωτικό απόσπασμα ως πλήρη απόδειξη για την ακύρωση Διοικητικών Προστίμων

 


ΣτΕ Β΄ 380/2026: Στην περίπτωση προβολής ισχυρισμών περί παραβίασης του άρθρου 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή της αρχής ne bis in idem ή του τεκμηρίου αθωότητας, προς απόδειξη των οποίων ο διάδικος προσκομίζει ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου της ουσίας μόνο απόσπασμα της (μη καθαρογραμμένης) αθωωτικής ποινικής απόφασης, που περιέχει το διατακτικό της, και βεβαίωση περί του αμετάκλητου χαρακτήρα της, το διοικητικό δικαστήριο -εφόσον δεν εκδώσει προδικαστική απόφαση, με την οποία να ζητεί από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 155 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ., την καθαρογραφή της σχετικής αθωωτικής απόφασης, εντός εύλογης προθεσμίας, και τη διαβίβαση αντιγράφου της καθαρογραμμένης απόφασης καθώς και βεβαίωσης σχετικά με την άσκηση ή μη ενδίκων μέσων κατ’ αυτής- υποχρεούται να εξετάσει τους ανωτέρω ισχυρισμούς, βάσει των διαλαμβανομένων στο προσκομισθέν απόσπασμα, προκειμένου να μην καταστεί αδύνατη η άσκηση εκ μέρους του διαδίκου των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στις σχετικές διατάξεις του ενωσιακού δικαίου και της Ε.Σ.Δ.Α.


  ΣτΕ B΄ 380/2026
  Πρόεδρος: Κ. Κουσούλης, Αντιπρόεδρος
  Εισηγητής: Π. Κιούσης, Πάρεδρος
 
    Mε την 380/2026 απόφαση του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίθηκε ότι, κατά την έννοια των άρθρων 5 παρ. 2 και 4, 138 παρ. 1, 150 παρ. 1 και 151 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), στην περίπτωση προβολής ισχυρισμών περί παραβίασης του άρθρου 5 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ. ή της αρχής ne bis in idem ή του τεκμηρίου αθωότητας, προς απόδειξη των οποίων ο διάδικος προσκομίζει ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου της ουσίας μόνο απόσπασμα αθωωτικής ποινικής απόφασης, που περιέχει το διατακτικό της, καθώς και βεβαίωση του αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου σχετικά με τον αμετάκλητο χαρακτήρα της εν λόγω - εμπίπτουσας σε κατηγορία ποινικών αποφάσεων που εξαιρείται από τον θεσπιζόμενο με το άρθρο 142 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Κ.Π.Δ.) κανόνα της καθαρογραφής - ποινικής απόφασης, το διοικητικό δικαστήριο της ουσίας δύναται να εκδώσει προδικαστική απόφαση για τη συμπλήρωση των αποδείξεων, με την οποία να ζητεί από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 155 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ., την καθαρογραφή της σχετικής αθωωτικής απόφασης, εντός εύλογης προθεσμίας, και τη διαβίβαση αντιγράφου της καθαρογραμμένης απόφασης καθώς και βεβαίωσης σχετικά με την άσκηση ή μη ενδίκων μέσων κατ’ αυτής.
    Στην περίπτωση που το διοικητικό δικαστήριο της ουσίας επιλέξει, κατ’ ενάσκηση της σχετικής ευχέρειάς του, να μην εκδώσει προδικαστική απόφαση με το ανωτέρω περιεχόμενο, υποχρεούται να εξετάσει τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς, βάσει των διαλαμβανομένων στο προσκομισθέν απόσπασμα της αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης, προκειμένου να μην καταστεί αδύνατη η άσκηση εκ μέρους του διαδίκου των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στις διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 1 και 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (όπως επιβάλλει η αρχή της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού δικαίου) καθώς και των, αντιστοίχου περιεχομένου, άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και 4 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής. 
    Eφόσον δε το διοικητικό δικαστήριο διαπιστώσει, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι από το προσκομιζόμενο απόσπασμα της αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης προκύπτει ότι αυτή αφορά την ίδια παράβαση, ως ιστορικό γεγονός, με εκείνη που έχει καταλογισθεί σε βάρος του ως άνω διαδίκου με την ένδικη πράξη επιβολής διοικητικής κύρωσης, ήτοι ότι τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορήθηκε αυτός και για το οποίο, εν συνεχεία, αθωώθηκε από το ποινικό δικαστήριο, ταυτίζονται με εκείνα που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση της επίδικης διοικητικής κύρωσης ποινικής φύσης, δεσμεύεται από την αθωωτική απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., και οφείλει να ακυρώσει την ένδικη καταλογιστική πράξη, έστω και αν το ποινικό δικαστήριο απήλλαξε τον διάδικο λόγω αμφιβολιών (εφόσον τούτο προκύπτει από το προσκομιζόμενο διατακτικό) και ακόμα και αν, λόγω της ελλειπτικής διατύπωσης του διατακτικού της αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης, δεν δύναται να διαπιστώσει ότι η αθώωση στηρίζεται σε επαρκή έρευνα και εκτίμηση σχετικά με την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή τη μη τέλεση της παράβασης.
    Εξάλλου, στην περίπτωση που το πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο, κατ’ ενάσκηση της σχετικής ευχέρειάς του, δεν εκδώσει προδικαστική απόφαση με το προεκτεθέν περιεχόμενο και απορρίψει τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς, αν ο ηττηθείς διάδικος ασκήσει έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, πλήσσοντας την εν λόγω απορριπτική κρίση, επιτρέπεται να επικαλεσθεί και να προσκομίσει το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου διοικητικού δικαστηρίου – και ανεξάρτητα από την ευχέρεια (και) του εν λόγω δικαστηρίου να εκδώσει προδικαστική απόφαση, προς συμπλήρωση των αποδείξεων, με το ίδιο ως άνω περιεχόμενο – την καθαρογραμμένη αθωωτική απόφαση καθώς και τη βεβαίωση περί του αμετάκλητου χαρακτήρα της, τις οποίες τυχόν έλαβε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου διοικητικού δικαστηρίου, κατόπιν σχετικής αίτησής του στο αρμόδιο ποινικό δικαστήριο, εφόσον κριθεί από το δευτεροβάθμιο διοικητικό δικαστήριο ότι η μη επίκληση και προσκόμιση των ανωτέρω στοιχείων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ήταν δικαιολογημένη (βλ. το άρθρο 96 παρ. 3 του Κ.Δ.Δ.), ήτοι ότι δεν οφείλετο στη μη επίδειξη της δέουσας επιμέλειας εκ μέρους του εκκαλούντος για την άμεση (και, πάντως, εντός ευλόγου χρόνου) υποβολή αιτήματος καθαρογραφής της σχετικής ποινικής απόφασης μετά τη δημοσίευσή της.

Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

ΜΠρΑθ 809/2026 : "Εκουσία δικαιοδοσία. Ανακοπή κατά κληρονομητηρίου 824ΚΠολΔ, η οποία κάνει δεκτή εν μέρει την ανακοπή ως προς τον δεύτερο θάνατο (πατέρα), ενώ για θάνατο του παππού την απέρριψε ως μη νόμιμη λόγω ότι ο θάνατος επήλθε το 1918 και εφαρμογή του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (άρθρ 92 ΕισΑκ)"



ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΕΚΟΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 809/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Μαρίνα Κάβουρα Πρωτοδίκη, η οποία ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα Δέσποινα Πουλιάση

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του τη 10η Οκτωβρίου 2025 για να δικάσει την ανακοπή κατά απορριπτικής πράξης δικηγόρου επί αίτησης χορήγησης κληρονομητηρίου:

ΤΩΝ ΑΝΑΚΟΠΤΟΥΣΩΝ: ……………………………………….. οι οποίες παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους ΧΚ, με Α.Μ. Δ.Σ.Α. ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Οι ανακόπτουσες ζητούν να γίνει δεκτή η από 07.07.2025 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …… ανακοπή τους η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος των ανακοπτουσών ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσε.


ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη ανακοπή, οι ανακόπτουσες, επικαλούμενες την ιδιότητά τους ως μοναδικών κληρονόμων του …. του ... κατοίκου εν ζωή Αθηνών, ο οποίος αποβίωσε την 06.06.1973, ζητούν, για τους αναφερόμενους στο δικόγραφο λόγους, όπως παραδεκτά περιόρισαν το αίτημα με τις νόμιμα κατατεθείσες προτάσεις τους και με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά (ΚΠολΔ 223, 294, 295 §1 εδ. β1, 297, 741, 751), να ακυρωθεί η με αριθμό ... απορριπτική πράξη της δικηγόρου Αθηνών…….Α.Μ……….. Δ.Σ.Α εκδόθηκε επί αίτησής τους για τη χορήγηση κληρονομητηρίου και να διαταχθεί η χορήγηση σε αυτές κληρονομητηρίου, στο οποίο να βεβαιώνεται ότι α) ο ως άνω αποβιώσας πατέρας τους ήταν εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα του, .. του ., που αποβίωσε την 01.11.1918 και β) οι ίδιες είναι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της περιουσίας του ως άνω αποβιώσαντος πατέρα τους, σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία.

Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα, η ανακοπή παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο [άρθρα 739, 740 §1 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του ν. 5134/2024 ~ ΦΕΚ Α’ 146/11.09.2024 και ίσχυε από τη 16.09.2024, κατ' άρθρο 120 §1 του ίδιου νόμου, πριν την τροποποίησή του δυνάμει των άρθρων 76 και 168 §3 του ν. 1 5221/2025 - ΦΕΚ Α’ 133/28.07.2025, με ισχύ από 01.01.2026) και 824 ΚΠολΔ (όπως είχε αντικατασταθεί δυνάμει των άρθρων 5, 28 §1 και 32 §2 του ν. 5095/2024 - ΦΕΚ Α’ 40/15.03.2024 και ίσχυε από την 01.06.2024, πριν αντικατασταθεί εκ νέου δυνάμει των άρθρων 91 και 168 §3 του ως άνω ν. 5221/2025, με ισχύ από 01.01.2026), σε συνδυασμό με τα άρθρα 22, 37 §1 και 583 ΚΠολΔ], για να συζητηθεί κατά την προκειμένη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 74, 739, 741 και 744 επ. ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 584 και 585 του ίδιου Κώδικα). Έχει δε ασκηθεί εμπρόθεσμα, αφού κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 08.07.2025, ήτοι εντός της προβλεπόμενης από το ως άνω άρθρο 824 ΚΠολΔ προθεσμίας των είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευση της ανακοπτόμενης πράξης (24.06.2025). Ωστόσο, ως προς το ανωτέρω υπό στοιχείο (α) αίτημα η ανακοπή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 92 ΕισΝΑΚ, οι διατάξεις περί κληρονομητηρίου δεν εφαρμόζονται επί κληρονομιάς αποβιώσαντος πριν τη θέση σε ισχύ του ΑΚ, ήτοι πριν την 23.02.1946 [Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Αρβανιτάκης), ΚΠολΔ II (2000) 819 αριθ. 10· ΑΠ 193/1955 ΝοΒ 3, 550' ΕφΘεσσαλ 660/1989 Αρμ 1989, 452' ΜΠΠειρ 2202/2013 ΕλλΔνη 2014, 259], στην προκειμένη δε περίπτωση, ο .. αποβίωσε την 01.11.1918. Κατά τα λοιπά, ως προς το ανωτέρω υπό στοιχείο (β) αίτημα, η ανακοπή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1710, 1711, 1813, 1820, 1884, 1956 επ. ΑΚ και 819 επ. ΚΠολΔ (όπως είχαν αντικατασταθεί δυνάμει των άρθρων 3 έως 5,28 §1 και 32 §2 του ν. 5095/2024 και τροποποιηθεί με τα άρθρα 54 του ν. 5108/2024 και 36 του ν. 5134/2024 και ίσχυαν πριν τον ν. 5221/2025, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα). Επομένως, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από τις προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις (για τη μη αναγκαιότητα χωριστής μνημόνευσης της κάθε μιας από αυτές βλ. ΑΠ 411/2021, ΑΠ 180/2017, ΑΠ 1413/2015, όλες δημοσιευμένες στην areiospagos.gr), σε συνδυασμό με το σύνολο των νόμιμα προσκομιζόμενων εγγράφων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 06.06.1973 αποβίωσε στην Αθήνα ... ο οποίος είχε γεννηθεί στην Αλεξάνδρεια της Αίγυπτου το έτος 1914 και, όσο ζούσε, ήταν κάτοικος Αθηνών (βλ. το προσκομιζόμενο με αριθμό πρωτοκόλλου ./14.03.2025 αντίγραφο της με αριθμό ./06.06.1973 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Νέας Σμύρνης), χωρίς να αφήσει διαθήκη (βλ. το προσκομιζόμενο με αριθμό ./28.04.2025 πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης του Πρωτοδικείου Αθηνών). Πλησιέστεροι συγγενείς του ως άνω αποβιώσαντος κατά τον χρόνο θανάτου του ήταν η σύζυγός του και μητέρα των ανακοπτουσών, ... η οποία αποβίωσε μετά από εκείνον, τη 02.07.2003 και οι δύο κόρες του και ήδη ανακόπτουσες (βλ. το προσκομιζόμενο με ημερομηνία 17.07.1975 πιστοποιητικό εγγύτερων συγγενών του Δήμου Αθηναίων), οι οποίες άπασες αποδέχθηκαν σιωπηρά την επαχθείσα σε εκείνες κληρονομιά, με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αποποίησης (ΑΚ 1847, 1857' βλ. το προσκομιζόμενο με αριθμό ./30.04.2025 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη αποποίησης κληρονομιάς). Συνεπώς, εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της περιουσίας του ως άνω αποβιώσαντος είναι οι ανακόπτουσες, σε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου η καθεμία και η μητέρα τους, στα υπόλοιπα 2/8 εξ αδιαιρέτου, απορριπτόμενου ως αβάσιμου κατ' ουσία του ισχυρισμού τους ότι οι ίδιες (οι ανακόπτουσες) είναι οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πατέρα τους, σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία, καθόσον η μητέρα τους και σύζυγός του βρισκόταν εν ζωή κατά τον χρόνο θανάτου του και αποβίωσε μεταγενέστερα (ΑΚ 1711). Εξάλλου, δεν έχει δημοσιευτεί διαθήκη του ως άνω αποβιώσαντος ούτε εκκρεμεί δίκη για το κληρονομικό δικαίωμα των ανακοπτουσών και της μητέρας τους (βλ. το προσκομιζόμενο με αριθμό ./06.05.2025 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη αμφισβήτησης του κληρονομικού τους δικαιώματος). Προκειμένου να βεβαιωθεί το επίδικο κληρονομικό τους δικαίωμα, οι ανακόπτουσες κατέθεσαν ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών την από … με αριθμό έκθεσης κατάθεσης Δικογράφου ... αίτηση για τη χορήγηση κληρονομητηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη ανακοπτόμενη με αριθμό ... απορριπτική πράξη της δικηγόρου Αθηνών ... Με τους λόγους της κρινόμενης ανακοπής, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, οι ανακόπτουσες ζητούν την ακύρωση της απορριπτικής αυτής πράξης, επικαλούμενες μη αποδοχή νόμιμων αποδεικτικών μέσων και μη αξιοποίηση των αποδεικτικών δυνατοτήτων που προβλέπει ο νόμος για τη διαπίστωση του κληρονομικού τους δικαιώματος. Οι λόγοι αυτοί προβάλλονται παραδεκτά και νόμιμα και πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτοί και επί της ουσίας, δοθέντος ότι, πράγματι, η ανακοπτόμενη απορριπτική πράξη εσφαλμένα απέρριψε την ως άνω αίτησή τους κατά το μέρος που ζητούσαν τη χορήγηση κληρονομητηρίου για το κληρονομικό τους δικαίωμα στην κληρονομιά του πατέρα τους. Μάλιστα, η απόρριψη αυτή είναι όλως αναιτιολόγητη, καθόσον ουδεμία σχετική αναφορά γίνεται στο σκεπτικό της ως προς το επίδικο κληρονομικό δικαίωμα, το οποίο αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας, κατά τα ανωτέρω. Πλην όμως, ο ισχυρισμός των ανακοπτουσών ότι τυγχάνουν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πατέρα τους σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία αποδεικνύεται αβάσιμος, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, καθόσον, όπως ήδη σημειώθηκε, κατά τον χρόνο θανάτου του πλησιέστερη συγγενής του ήταν και η μεταποβιώσασα σύζυγός του, ., η οποία επίσης κατέστη εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος. Επομένως, πρέπει η ανακοπή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσία, να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη απορριπτική πράξη και να διαταχθεί η παροχή κληρονομητηρίου, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ με την παρουσία των ανακοπτουσών.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την ανακοπή.

ΑΚΥΡΩΝΕΙ τη με αριθμό ……απορριπτική πράξη της δικηγόρου Αθηνών ...

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την έκδοση από τον Γραμματέα του παρόντος Δικαστηρίου κληρονομητηρίου, το οποίο να πιστοποιεί ότι οι ανακόπτουσες είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, σε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου η καθεμία, του συνόλου της περιουσίας του .., ο οποίος είχε γεννηθεί στην ... όσο ζούσε, ήταν κάτοικος Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 12/2/2026, χωρίς την παρουσία των διάδικων ή του πληρεξούσιου δικηγόρου τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

 

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

ΜΠρΑθ 1019/2025: "Υπολογισμός του νομίμου ορίου δικηγορικής αμοιβής σε επιταγή προς πληρωμή εκτελεστού τίτλου δικαστικής απόφασης, που δεν έχει επιδικασθεί δικαστική δαπάνη, λόγω του δυσερμηνεύτου των νομικών διατάξεων, που εφαρμόσθηκαν "

 



Στο ν. 4194/2013 του Κώδικα Δικηγόρων,  η ελάχιστη αμοιβή για σύνταξη επιταγής δεν συναρτάται με παράγοντες όπως επιστημονική εργασία, πολυπλοκότητα, αναλωθέντα χρόνο, αξία αντικειμένου, σπουδαιότητα, περιστάσεις και γενικά καταβληθείσες ή εξώδικες ενέργειες. Η αμοιβή αυτή δεν απαιτείται να έχει προκαταβληθεί στον συντάξαντα την επιταγή δικηγόρο από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση εντολέα, αφού η εν λόγω αμοιβή αφαιρείται από το πλειστηρίασα ως έξοδο εκτέλεσης. Η αμοιβή του δικηγόρου για την σύνταξη της επιταγής επιβαρύνει τον οφειλέτη και περιλαμβάνεται στα έξοδα εκτελέσεως, ενώ η επιταγή προς εκτέλεση αποτελεί τίτλο εκτελεστό για το ελάχιστο νόμιμο όριο αμοιβής για την σύνταξή της  - εν προκειμένω για το όριο του άρθρου 72 παρ. 1 ΚωδΔικ - χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση η προκαταβολή αυτής από τον επισπεύδονται προς τον υπογράφοντα την επιταγή δικηγόρο. Τα έξοδα και δικαιώματα σύνταξης και κοινοποίησης επιταγής προς εκτέλεση - εν προκειμένω η αμοιβή για την σύνταξη της ένδικης επιταγής- αποτελούν έξοδα εκτέλεσης και προαφαιρούνται σε κάθε περίπτωση, από το πλειστηρίασμα. Στο άρθρο 72 του άνω Κώδικα Δικηγόρων ορίζεται ότι «Για την σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση τίτλων εκτελεστών, η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης, όπως αυτή επιδικάστηκε από το δικαστήριο». Από την γραμματική διατύπωση, της παραπάνω διάταξης, προκύπτει ότι ο νομοθέτης στόχευε να καθορίσει την εν λόγω αμοιβή ως διακριτό κονδύλιο στην επιταγή προς πληρωμή, το οποίο ισούται με την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη. Γι’ αυτό άλλωστε χρησιμοποιείται το ρήμα «ορίζεται» και η φράση «στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης» ώστε να καθίσταται σαφές ότι ο προσδιορισμός του ποσού γίνεται άμεσα και ευθέως από το νόμο, ανέρχεται στο ύψος της δικαστικής δαπάνης που επιδικάσθηκε και ταυτίζεται με το ποσό αυτό (πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ).

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός απόφασης 1019/2025

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Στέλλα Δραγατσίκη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Αικατερίνη Μαλινδρέτου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την 18 Μαρτίου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των ανακοπτουσών: 1.... 2. ..., κάτοικοι Αθηνών, στην οδό . αρ. ., οι οποίες παραστάθηκαν διά της πληρεξούσιας δικηγόρου Ξ Μ (AM ... ΔΣΑ) και κατέθεσαν προτάσεις.

Των καθ'ων η ανακοπή: 1. ..., ιατρού κατοίκου Αθηνών, οδός . αρ. . Μετς και 2. ..., κατοίκου ομοίως ως άνω, οι οποίες παραστάθηκαν διά του πληρεξούσιου δικηγόρου ΒΓ (AM ... ΔΣΑ) και κατέθεσαν προτάσεις.

Οι ανακόπτουσες με την από 22-07-2020 ανακοπή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού την 31-08-2020 με γενικό αριθμό κατάθεσης ./2020 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης ./2020, προσδιορίσθηκε δε για να συζητηθεί στη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την εκφώνησή της από τη σειρά που ήταν γραμμένη στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτοί αυτοί και όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση ανακοπή, οι ανακόπτουσες, ζητούν να ακυρωθεί, για τους λόγους που ειδικότερα εκτίθενται σ’ αυτήν η από 10.06.2020 επιταγή παρά πόδας αντιγράφου εξ απογράφου της υπ' αριθμ. 534/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία τους επιδόθηκε την 11.06.2020 και να καταδικασθούν οι καθ’ ων η ανακοπή στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα παραδεκτώς ασκείται ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, η οποία βάλλει κατά της επιταγής, υπάγεται δε στο παρόν καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο (άρθρα 9, 10, 14 παρ. 2, 22, 584, 585, 933 και επομ. ΚΠολΔ) και εκδικάζεται με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα γενικά άρθρα των ειδικών διαδικασιών 591 επ. ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 4335/2015 (άρθρα 583, 584, 585, 632, 933 παρ. 1 και 3 και 937 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 933 και 937 αντί καταστάθηκαν από το άρθρο τέταρτο και άρθρο όγδοο παρ. 2 του άρθρου πρώτου του ν. 4335/2015 και η παρ. 3 του άρθρου 933 αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 207 παρ, 2 του ν. 4512/2018 και πριν την τροποποίησή του άρθρου 933 δια του άρθρου 57 του ν.4842/2021, ο οποίος ως προς την τροποποίηση που επέφερε στο άρθρο 933 ΚΠολΔ τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παρ. 6α του άρθρου 116 και του άρθρου 120 εδαφ. β αυτού, για όσες ανακοπές ασκηθούν από την 01.01.2022 και έπειτα, και όπως το άρθρο 937 ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 59 του ν.4842/2021, ο οποίος ως προς την τροποποίηση που επέφερε στο άρθρο 937 ΚΠολΔ τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παρ.6β του άρθρου 116 και του άρθρου 120 εδαφ.β αυτού, για όσες αποφάσεις εκδοθούν από την 01.01.2022 και έπειτα) και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, λόγω της κατάθεσης της ανακοπής στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού μετά την 01.01.2016, (ημερομηνία έναρξης ισχύος του άνω νόμου κατ’ άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του άρθρου πρώτου του ν.4335/2015) και προ της 01-01-2022, ενώ η σύγχρονη εκδίκασή τους δεν επιφέρει σύγχυση. Η κατ’ άρθρο 933 ανακοπή, όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, εισάγεται ενώπιον του καθ’ ύλη αρμοδίου παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο (Δικαστήριο) είναι και κατά τόπο αρμόδιο ως το κατ’ άρθρο 933 παρ.3, 25 και 584 ΚΠολΔ δικαστήριο της γενικής δωσιδικίας των ανακοπτόντων, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν αποδεικνύεται ότι κατά τον χρόνο άσκησής της, η καθ’ ης η ανακοπή είχε προβεί σε αναγκαστική κατάσχεση κινητών ή ακινήτων και είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 933, 934, 937 και 176 ΚΠολΔ. Επίσης, η επίδικη ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νόμιμα, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του δια του άρθρου όγδοου παρ.2 του άρθρου πρώτου του ν. 4335/2015. Πρέπει, επομένως, η υπό κρίση ανακοπή να γίνει δεκτή ως προς το τυπικό της μέρος και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα του λόγου της.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 του ν. 4194/2013 (Κώδικας Περί Δικηγόρων), η οποία εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση, ως εκ του χρόνου επιδόσεως της επιταγής προς εκτέλεση μετά τις 27.9.2013 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του νέου Δικηγορικού Κώδικα), «Για την σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση τίτλων εκτελεστών, η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης, όπως αυτή επιδικάστηκε από το δικαστήριο». Από την γραμματική διατύπωση, της παραπάνω διάταξης, προκύπτει ότι ο νομοθέτης στόχευε να καθορίσει την εν λόγω αμοιβή ως διακριτό κονδύλιο στην επιταγή προς πληρωμή, το οποίο ισούται με την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη. Γι’ αυτό άλλωστε χρησιμοποιείται το ρήμα «ορίζεται» και η φράση «στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης» ώστε να καθίσταται σαφές ότι ο προσδιορισμός του ποσού γίνεται άμεσα και ευθέως από το νόμο, ανέρχεται στο ύψος της δικαστικής δαπάνης που επιδικάσθηκε και ταυτίζεται με το ποσό αυτό (πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ) . Ο τρόπος καθορισμού της δικαστικής δαπάνης σύμφωνα με τον ν. 4194/2013 που εφαρμόζεται εν προκειμένω, έχει μεταβληθεί σε σχέση με τον παλαιότερα ισχύοντα Δικηγορικό Κώδικα (άρθρο 127 ν. 3026/1954) κατά τον οποίο, η ελάχιστη οφειλόμενη αμοιβή «κανονιζόταν» σε (μεταλλικές) δραχμές ανάλογα με το δικαστήριο που είχε εκδώσει τον εκτελεστό τίτλο και σε κάθε περίπτωση δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ύψος του ποσού της οφειλής που αφορούσε τον εκτελεστό τίτλο. Αντίθετα, με το ν. 4194/2013, δεν καθορίζεται περιθώριο μεταξύ ελάχιστης και ανώτατης αμοιβής την οποία δεν μπορεί να υπερβεί ο δικηγόρος του επισπεύδοντος, αλλά ορίζεται αποκλειστικά ως ταυτόσημη με το ποσό της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης. Επίσης στο ν. 4194/2013, η ελάχιστη αμοιβή για σύνταξη επιταγής δεν συναρτάται με παράγοντες όπως επιστημονική εργασία, πολυπλοκότητα, αξία αντικειμένου, σπουδαιότητα, περιστάσεις, κλπ. Από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 72 Κδικ εμφαίνεται ότι η βούληση του νομοθέτη ήταν να λειτουργήσει η διάταξη αυτή ως κίνητρο προς τον οφειλέτη να ικανοποιήσει τις αξιώσεις του δανειστή χωρίς την παρεμβολή της εκτελεστικής διαδικασίας και να αποφύγει την καταβολή σημαντικών ποσών ως αμοιβή της σύνταξης επιταγής προς εκτέλεση, καθόσον η συγκεκριμένη ρύθμιση είναι πρόσφορη για την επίτευξη του στόχου της περιστολής των καθυστερήσεων και της δυστροπίας στις οικονομικές συναλλαγές, αφού ο ηττηθείς - καθ’ ου η εκτέλεση διάδικος έχει τη δυνατότητα να συμμορφωθεί εκούσια προς το περιεχόμενο της απόφασης που συνιστά τον εκτελεστό τίτλο και να αποφύγει κάθε περαιτέρω επιβάρυνση από την επίσπευση της εναντίον του εκτέλεσης. Από τη σαφή εξάλλου διατύπωση του εν λόγω άρθρου (72 ν. 4194/2013) αντλείται το επιχείρημα ότι με τον τρόπο αυτόν ο νομοθέτης επιθυμεί να διαλύσει κάθε πιθανή αμφιβολία για το νόημα της σχετικής διάταξης και έτσι να αποφύγει ερμηνευτικά ζητήματα που είχαν ανακύψει στο παρελθόν από το προαναφερθέν άρθρο 127 του ν. 3026/1954, όπου για τη σχετική αμοιβή προβλεπόταν ελάχιστο και ανώτατο όριο, όπως προεκτέθηκε, και είχε σαν αποτέλεσμα τον καθορισμό από τα δικαστήρια με βάση της επιστημονική εργασία, το χρόνο που καταναλώθηκε, κλπ. Συνεπώς η σύνδεση του ύψους της αμοιβής για τη σύνταξη επιταγής προς πληρωμή με τα ανωτέρω κριτήρια δεν μπορεί να θεμελιωθεί σε καμία διάταξη νόμου. Το ανωτέρω συμπέρασμα δεν διαφοροποιείται ούτε με βάση το άρθρο 58 παρ. 5 του ν. 4194/2013, σύμφωνα με το οποίο «οι αμοιβές μπορούν να αυξηθούν και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, ανάλογα με την επιστημονική εργασία, την αξία και το είδος της υπόθεσης, του χρόνου που απαιτήθηκε, τις εκτός έδρας μεταβάσεις, τη σπουδαιότητα της διαφοράς, των ειδικότερων περιστάσεων και κάθε είδους δικαστικών ή εξώδικων ενεργειών. Αντίθετα σε περίπτωση που το αίτημα της αγωγής κριθεί υπέρογκο, αλλά δεν μπορούσε να αξιολογηθεί από τον δικηγόρο ελλείψει πραγματικών στοιχείων, ο δικαστής ή το δικαστήριο και αυτεπάγγελτα μπορεί να προσδιορίσει τη νόμιμη αμοιβή με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή είτε κατά την εκτίμησή του είτε λόγω περιορισμού του αιτήματος της αγωγής κατά συμμόρφωση του δικηγόρου προς έγγραφη εντολή του εντολέα του η του αντιπροσώπου του», καθόσον η ανωτέρω διάταξη δεν αφορά την αμοιβή για σύνταξη επιταγής προς πληρωμή, για την οποία προβλέπει ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 72 του ίδιου νόμου. Το ίδιο ισχύει και για τη διάταξη του άρθρου 59 περί συμφωνίας και λήψης αμοιβής με χρονοχρέωση. Εξάλλου, δεν μπορεί να συναχθεί από τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 72 το συμπέρασμα ότι με αυτήν εννοείται ότι η αμοιβή για τη σύνταξη επιταγής προς πληρωμή έχει ήδη συμπεριληφθεί στην επιδικαζόμενη δικαστική δαπάνη (δεν πρόκειται δηλαδή περί «διπλής πληρωμής» του ιδίου κονδυλίου) διότι αφενός η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει όσα ορίζονται στα άρθρα 176 επ. ΚΠολΔ και αφορά τις (μέχρι τη στιγμή της συζήτησης και έκδοσης απόφασης πραγματοποιηθείσες ενέργειες (τα δικαστικά έξοδα και την αμοιβή του δικηγόρου), ενώ η αμοιβή για σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση αφορά αμοιβή μεταγενέστερης δικηγορικής ενέργειας. Αφετέρου, δεν είναι δυνατόν το δικαστήριο να καθορίζει αμοιβή για δικηγορικές ενέργειες που έπονται της έκδοσης της απόφασης, μετά την οποία απεκδύεται της σχετικής εξουσίας, από μόνο το εικαζόμενο ενδεχόμενο της διενέργειάς τους, καθώς τυχόν μεταγενέστερες ενέργειες μόνο ενδεχόμενο είναι να λάβουν χώρα και το δικαστήριο, στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 106 και 108 ΚΠολΔ, δεν μπορεί εκ των προτέρων ούτε να τις περιορίσει αλλά ούτε και να τις διατάξει ή να τις καθορίσει. Επιπλέον, εάν ήθελε υποτεθεί ότι η αμοιβή για την επιταγή συμπεριλαμβάνεται στη δικαστική δαπάνη, αυτό θα σήμαινε ότι η αμοιβή αυτή θα επιβάρυνε τελικώς τον δανειστή, η αλλιώς, τον ίδιο τον συντάξαντα δικηγόρο. Ούτε βεβαίως μπορεί να υποστηριχθεί ότι εφόσον συνταχθεί επιταγή προς εκτέλεση δεν εισπράττεται πλέον δικαστική δαπάνη αλλά μόνο η ισόποση αμοιβή για σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση, καθώς κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ευθέως παραβίαση του διατακτικού της εκτελουμένης αποφάσεως αλλά και ζημία του επισπεύδοντος που δεν θα εισέπραττε τα καταβληθέντα δικαστικά έξοδα. Τέλος, σημειώνεται ότι η δυνατότητα αύξησης της αμοιβής ή μείωσης αυτής (άρθρα 98 παρ. 1 και 102 αντίστοιχα) προβλέπεται μεν στο ν. 4194/2013, αλλά η μείωση της αμοιβής συγχωρείται μόνο στην περίπτωση διογκωμένου αιτήματος της αγωγής. Είναι προφανές, επομένως ότι η ρύθμιση του άρθρου 72 ΚΔικ υπηρετεί τον εύλογο νομοθετικό σκοπό της περιστολής των καθυστερήσεων και της δυστροπίας στις οικονομικές συναλλαγές, είναι πρόσφορη για την επίτευξη του στόχου αυτού και επιπρόσθετα τελεί σε εύλογη αναλογία προς αυτή, από τη στιγμή που ο διάδικος που ηττήθηκε, έχει πάντοτε τη δυνατότητα να συμμορφωθεί εκούσια προς το ποσό που επιδικάστηκε σε βάρος του, αποφεύγοντας την επιβάρυνση. (ΑΠ 1989/2022 αδημ., Εφ ΑΘ 4441/2022, Εφ ΑΘ 3499/2021, Μ Εφ Θεσ 20/2020 ΕλΔνη 2020. 790) . Εξάλλου κατά το άρθρο 932 ΚΠολΔ, τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης βαρύνουν εκείνον κατά του οποίου αυτή στρέφεται και προκαταβάλλονται από εκείνον που την επισπεύδει, ενώ κατά το άρθρο 975 του ίδιου κώδικα η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτέλεσης που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, στη δεύτερη των οποίων γίνεται διάκριση μεταξύ αφαίρεσης των εξόδων και κατάταξης των προνομιακών απαιτήσεων, υπέγγυο στους δανειστές είναι το ποσό του πλειστηριάσματος που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, τα οποία δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προνομίων ούτε κατατάσσονται στον πίνακα, αλλά προαφαιρούνται προκειμένου να γίνει η κατάταξη των δανειστών, ορίζονται δε με τον πίνακα κατάταξης ή με ιδιαίτερη πράξη, με την οποία ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δικαιολογεί τα σχετικά κονδύλια προκειμένου να τα προαφαιρέσει από το πλειστηρίασμα. Δικαιούχος των εξόδων εκτέλεσης είναι κατ' αρχήν ο δανειστής που επέσπευσε την εκτέλεση, όμως ως δικαιούχοι νοούνται και τα όργανα της εκτέλεσης και ειδικότερα ο δικαστικός επιμελητής και ο υπάλληλος του πλειστηριασμού (συμβολαιογράφος), καίτοι τα πρόσωπα αυτά δεν νομιμοποιούνται να αναζητήσουν τα σχετικά έξοδα από τον καθού η εκτέλεση, αφού με αυτόν δεν συνδέονται με κατάλληλη έννομη σχέση. Δηλαδή τα έξοδα της εκτέλεσης δεν κατατάσσονται στο συντασσόμενο από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού πίνακα, ωστόσο η σχετική εκκαθαριστική πράξη του αποτελεί διανομή του πλειστηριάσματος και προσβάλλεται συνεπώς με την ανακοπή του άρθρ. 979 ΚΠολΔ. Εξάλλου ως έξοδα εκτέλεσης κατά τις παραπάνω διατάξεις νοούνται όλες οι δαπάνες που γίνονται από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή και αποβλέπουν στο γενικό συμφέρον όλων των δανειστών, εφόσον είναι αναγκαίες για τη διαδικασία της εκτέλεσης από την έναρξή της μέχρι και την περάτωσή της, δηλαδή ανάγονται στην προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, στην κατάσχεση, στη συντήρηση του κατασχεθέντος πράγματος, στον πλειστηριασμό και στην κατάταξη των δανειστών. Στα έξοδα εκτέλεσης περιλαμβάνονται τα έξοδα της προδικασίας και των προπαρασκευαστικών πράξεων της εκτέλεσης, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται πρωταρχικά τα έξοδα και δικαιώματα για τη λήψη απογράφου, σύνταξη αντιγράφου αυτού και επιταγής προς πληρωμή. Αντίθετα δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα που έγιναν προς το αποκλειστικό συμφέρον είτε του επισπεύδοντος είτε των αναγγελθέντων δανειστών ούτε επίσης όσα έγιναν από υπαιτιότητα του επισπεύδοντος, όπως είναι τα έξοδα πλειστηριασμού που ματαιώθηκε λόγω παρόδου προθεσμίας ή λόγω ακυρότητας των πράξεων (ΑΠ 2210/2014, ΑΠ 300/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

ΑΠ Ποιν. 973/2025 : "Βιντεοληπτικό υλικό, με διαπληκτισμό ανηλίκων στο Facebook - δεν διευκρινιζόταν εάν το επίμαχο βιντεοληπτικό υλικό ήταν ενταγμένο σε διαρθρωμένο σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αποτελούσε μεμονωμένο αποθηκευμένο δεδομένο"

 



Αριθμός 973/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου-Εισηγητή και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
(...) Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 4 του ν. 2472/1997, που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, η οποία αποδίδεται στην αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη (17-10-2017), "Όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις", ενώ με τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 1 και 2 του ν. 4624/2019, που ήδη ισχύει, κατ' άρθρο 87 αυτού, από 29-8-2019, ορίζεται ότι: "1. Όποιος, χωρίς δικαίωμα: α) επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και με την πράξη του αυτή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών, β) τα αντιγράφει, αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, συλλέγει, καταχωρεί, οργανώνει, διαρθρώνει, αποθηκεύει, προσαρμόζει, μεταβάλλει, ανακτά, αναζητεί πληροφορίες, συσχετίζει, συνδυάζει, περιορίζει, διαγράφει, καταστρέφει, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός (1) έτους, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. 2. Όποιος χρησιμοποιεί, μεταδίδει, διαδίδει, κοινολογεί με διαβίβαση, διαθέτει, ανακοινώνει ή καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία απέκτησε σύμφωνα με την περίπτωση α' της παραγράφου 1 ή επιτρέπει σε μη δικαιούμενα πρόσωπα να λάβουν γνώση των δεδομένων αυτών, τιμωρείται με φυλάκιση, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. 3. Εάν η πράξη της παραγράφου 2 αφορά ειδικών κατηγοριών δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του άρθρου 9 παράγραφος 1 του ΓΚΠΔ ή δεδομένα που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα ή τα σχετικά με αυτά μέτρα ασφαλείας του άρθρου 10 του ΓΚΠΔ, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη". Το προστατευόμενο από την ως άνω διάταξη του άρθρου 22 του προϊσχύσαντος ν. 2472/1997 (αλλά και του ήδη ισχύοντος άρθρου 38 του ν. 4624/2019) έννομο αγαθό είναι το δικαίωμα στην πληροφοριακή αυτοδιάθεση (ή αυτοκαθορισμό), ως ειδικότερη εκδήλωση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή [ιδιωτική σφαίρα (ΣτΕ 3212/2003, ΣτΕ 3545/2002)], το οποίο δεν είναι πρωτίστως οικονομικής φύσης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 στοιχ. α', β', γ', δ', ε' και ι' του ν. 2472/1997, το οποίο, ως προς τους ορισμούς του, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την κατάργηση του νόμου αυτού από τον ως άνω ν. 4624/2019 (άρθρο 84), για τους σκοπούς αυτού νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων, β) "Ευαίσθητα δεδομένα", τα δεδομένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες (με την παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 3471/2006 και στη συνέχεια με την παρ. 3 του άρθρου 8 του ν. 3625/2007, ρυθμίστηκαν οι περιπτώσεις, όπου, ειδικά για τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, δύναται να επιτραπεί η δημοσιοποίηση μόνον από την εισαγγελική αρχή). γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων, που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική. δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών, που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή. ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), σύμφωνα με τη διατύπωση της παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3471/2006, με την οποία αντικαταστάθηκε το εδάφιο αυτό, νοείται κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια.... ι) "Αποδέκτης" είναι το φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ή δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται, για τρίτο ή όχι. Περαιτέρω, στο άρθρο 44 παρ. 1 στοιχ. α', β', στ' και θ' του ν. 4624/2019 ορίζεται ότι: "1. Για τους σκοπούς του παρόντος Κεφαλαίου νοούνται ως: α) "δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα": κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο ("υποκείμενο των δεδομένων"), το ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας, όπως σε όνομα, σε αριθμό ταυτότητας, σε δεδομένα θέσης, σε επιγραμμικό αναγνωριστικό ταυτότητας ή σε έναν ή περισσότερους παράγοντες που προσιδιάζουν στη σωματική, φυσιολογική, γενετική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική ταυτότητα του εν λόγω φυσικού προσώπου, β) "επεξεργασία": κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται, με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, ο περιορισμός, η διαγραφή ή η καταστροφή* (...), στ) "σύστημα αρχειοθέτησης" κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσβάσιμα με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, είτε το σύνολο αυτό είναι συγκεντρωμένο είτε αποκεντρωμένο είτε κατανεμημένο σε λειτουργική ή γεωγραφική βάση (...), θ) "αποδέκτης" το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή, η υπηρεσία ή άλλος φορέας, προς τα οποία κοινολογούνται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, είτε πρόκειται για τρίτον είτε όχι. (...)". Από τη συγκριτική επισκόπηση των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 22 του ν. 2472/1997 προς εκείνες του άρθρου 38 του ν. 4624/2019, με σαφήνεια συνάγεται ότι με την εφαρμογή του νέου νόμου, ο οποίος είναι μεν ευμενέστερος ως προς την απειλούμενη ποινή και κατά τούτο εφαρμοστέος στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχει μεταβληθεί η νομοτυπική μορφή του αδικήματος και δεν αφίσταται εκείνης του προϊσχύσαντος νόμου. 

Και τούτο, διότι, υπό αμφότερες τις ως άνω διατάξεις, για την αντικειμενική θεμελίωση του αδικήματος απαιτείται: α) η ύπαρξη δεδομένων, που περιλαμβάνονται σε "αρχείο", υπό την έννοια του προμνημονευθέντος άρθρου 2 περ. ε' του ν. 2472/1997 ή σε "σύστημα αρχειοθέτησης", υπό την έννοια του άρθρου 44 του ν. 4624/2019, ήτοι διαρθρωμένου συνόλου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, β) υποκείμενο των δεδομένων, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, γ) να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται με τις προαναφερθείσες διατάξεις, δ) η επέμβαση τρίτου χωρίς δικαίωμα στο συγκεκριμένο αρχείο, με οποιονδήποτε τρόπο και η περιέλευση σε γνώση του των δεδομένων του αρχείου.