Στο ν. 4194/2013 του Κώδικα Δικηγόρων, η ελάχιστη αμοιβή για σύνταξη επιταγής δεν συναρτάται με παράγοντες όπως επιστημονική εργασία, πολυπλοκότητα, αναλωθέντα χρόνο, αξία αντικειμένου, σπουδαιότητα, περιστάσεις και γενικά καταβληθείσες ή εξώδικες ενέργειες. Η αμοιβή αυτή δεν απαιτείται να έχει προκαταβληθεί στον συντάξαντα την επιταγή δικηγόρο από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση εντολέα, αφού η εν λόγω αμοιβή αφαιρείται από το πλειστηρίασα ως έξοδο εκτέλεσης. Η αμοιβή του δικηγόρου για την σύνταξη της επιταγής επιβαρύνει τον οφειλέτη και περιλαμβάνεται στα έξοδα εκτελέσεως, ενώ η επιταγή προς εκτέλεση αποτελεί τίτλο εκτελεστό για το ελάχιστο νόμιμο όριο αμοιβής για την σύνταξή της - εν προκειμένω για το όριο του άρθρου 72 παρ. 1 ΚωδΔικ - χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση η προκαταβολή αυτής από τον επισπεύδονται προς τον υπογράφοντα την επιταγή δικηγόρο. Τα έξοδα και δικαιώματα σύνταξης και κοινοποίησης επιταγής προς εκτέλεση - εν προκειμένω η αμοιβή για την σύνταξη της ένδικης επιταγής- αποτελούν έξοδα εκτέλεσης και προαφαιρούνται σε κάθε περίπτωση, από το πλειστηρίασμα. Στο άρθρο 72 του άνω Κώδικα Δικηγόρων ορίζεται ότι «Για την σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση τίτλων εκτελεστών, η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης, όπως αυτή επιδικάστηκε από το δικαστήριο». Από την γραμματική διατύπωση, της παραπάνω διάταξης, προκύπτει ότι ο νομοθέτης στόχευε να καθορίσει την εν λόγω αμοιβή ως διακριτό κονδύλιο στην επιταγή προς πληρωμή, το οποίο ισούται με την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη. Γι’ αυτό άλλωστε χρησιμοποιείται το ρήμα «ορίζεται» και η φράση «στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης» ώστε να καθίσταται σαφές ότι ο προσδιορισμός του ποσού γίνεται άμεσα και ευθέως από το νόμο, ανέρχεται στο ύψος της δικαστικής δαπάνης που επιδικάσθηκε και ταυτίζεται με το ποσό αυτό (πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ).
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός απόφασης 1019/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Στέλλα Δραγατσίκη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Αικατερίνη Μαλινδρέτου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την 18 Μαρτίου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των ανακοπτουσών: 1.... 2. ..., κάτοικοι Αθηνών, στην οδό . αρ. ., οι οποίες παραστάθηκαν διά της πληρεξούσιας δικηγόρου Ξ Μ (AM ... ΔΣΑ) και κατέθεσαν προτάσεις.
Των καθ'ων η ανακοπή: 1. ..., ιατρού κατοίκου Αθηνών, οδός . αρ. . Μετς και 2. ..., κατοίκου ομοίως ως άνω, οι οποίες παραστάθηκαν διά του πληρεξούσιου δικηγόρου ΒΓ (AM ... ΔΣΑ) και κατέθεσαν προτάσεις.
Οι ανακόπτουσες με την από 22-07-2020 ανακοπή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού την 31-08-2020 με γενικό αριθμό κατάθεσης ./2020 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης ./2020, προσδιορίσθηκε δε για να συζητηθεί στη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την εκφώνησή της από τη σειρά που ήταν γραμμένη στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτοί αυτοί και όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση ανακοπή, οι ανακόπτουσες, ζητούν να ακυρωθεί, για τους λόγους που ειδικότερα εκτίθενται σ’ αυτήν η από 10.06.2020 επιταγή παρά πόδας αντιγράφου εξ απογράφου της υπ' αριθμ. 534/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία τους επιδόθηκε την 11.06.2020 και να καταδικασθούν οι καθ’ ων η ανακοπή στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα παραδεκτώς ασκείται ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, η οποία βάλλει κατά της επιταγής, υπάγεται δε στο παρόν καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο (άρθρα 9, 10, 14 παρ. 2, 22, 584, 585, 933 και επομ. ΚΠολΔ) και εκδικάζεται με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα γενικά άρθρα των ειδικών διαδικασιών 591 επ. ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 4335/2015 (άρθρα 583, 584, 585, 632, 933 παρ. 1 και 3 και 937 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 933 και 937 αντί καταστάθηκαν από το άρθρο τέταρτο και άρθρο όγδοο παρ. 2 του άρθρου πρώτου του ν. 4335/2015 και η παρ. 3 του άρθρου 933 αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 207 παρ, 2 του ν. 4512/2018 και πριν την τροποποίησή του άρθρου 933 δια του άρθρου 57 του ν.4842/2021, ο οποίος ως προς την τροποποίηση που επέφερε στο άρθρο 933 ΚΠολΔ τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παρ. 6α του άρθρου 116 και του άρθρου 120 εδαφ. β αυτού, για όσες ανακοπές ασκηθούν από την 01.01.2022 και έπειτα, και όπως το άρθρο 937 ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 59 του ν.4842/2021, ο οποίος ως προς την τροποποίηση που επέφερε στο άρθρο 937 ΚΠολΔ τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παρ.6β του άρθρου 116 και του άρθρου 120 εδαφ.β αυτού, για όσες αποφάσεις εκδοθούν από την 01.01.2022 και έπειτα) και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, λόγω της κατάθεσης της ανακοπής στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού μετά την 01.01.2016, (ημερομηνία έναρξης ισχύος του άνω νόμου κατ’ άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του άρθρου πρώτου του ν.4335/2015) και προ της 01-01-2022, ενώ η σύγχρονη εκδίκασή τους δεν επιφέρει σύγχυση. Η κατ’ άρθρο 933 ανακοπή, όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, εισάγεται ενώπιον του καθ’ ύλη αρμοδίου παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο (Δικαστήριο) είναι και κατά τόπο αρμόδιο ως το κατ’ άρθρο 933 παρ.3, 25 και 584 ΚΠολΔ δικαστήριο της γενικής δωσιδικίας των ανακοπτόντων, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν αποδεικνύεται ότι κατά τον χρόνο άσκησής της, η καθ’ ης η ανακοπή είχε προβεί σε αναγκαστική κατάσχεση κινητών ή ακινήτων και είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 933, 934, 937 και 176 ΚΠολΔ. Επίσης, η επίδικη ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νόμιμα, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του δια του άρθρου όγδοου παρ.2 του άρθρου πρώτου του ν. 4335/2015. Πρέπει, επομένως, η υπό κρίση ανακοπή να γίνει δεκτή ως προς το τυπικό της μέρος και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα του λόγου της.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 του ν. 4194/2013 (Κώδικας Περί Δικηγόρων), η οποία εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση, ως εκ του χρόνου επιδόσεως της επιταγής προς εκτέλεση μετά τις 27.9.2013 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του νέου Δικηγορικού Κώδικα), «Για την σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση τίτλων εκτελεστών, η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης, όπως αυτή επιδικάστηκε από το δικαστήριο». Από την γραμματική διατύπωση, της παραπάνω διάταξης, προκύπτει ότι ο νομοθέτης στόχευε να καθορίσει την εν λόγω αμοιβή ως διακριτό κονδύλιο στην επιταγή προς πληρωμή, το οποίο ισούται με την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη. Γι’ αυτό άλλωστε χρησιμοποιείται το ρήμα «ορίζεται» και η φράση «στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης» ώστε να καθίσταται σαφές ότι ο προσδιορισμός του ποσού γίνεται άμεσα και ευθέως από το νόμο, ανέρχεται στο ύψος της δικαστικής δαπάνης που επιδικάσθηκε και ταυτίζεται με το ποσό αυτό (πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ) . Ο τρόπος καθορισμού της δικαστικής δαπάνης σύμφωνα με τον ν. 4194/2013 που εφαρμόζεται εν προκειμένω, έχει μεταβληθεί σε σχέση με τον παλαιότερα ισχύοντα Δικηγορικό Κώδικα (άρθρο 127 ν. 3026/1954) κατά τον οποίο, η ελάχιστη οφειλόμενη αμοιβή «κανονιζόταν» σε (μεταλλικές) δραχμές ανάλογα με το δικαστήριο που είχε εκδώσει τον εκτελεστό τίτλο και σε κάθε περίπτωση δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ύψος του ποσού της οφειλής που αφορούσε τον εκτελεστό τίτλο. Αντίθετα, με το ν. 4194/2013, δεν καθορίζεται περιθώριο μεταξύ ελάχιστης και ανώτατης αμοιβής την οποία δεν μπορεί να υπερβεί ο δικηγόρος του επισπεύδοντος, αλλά ορίζεται αποκλειστικά ως ταυτόσημη με το ποσό της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης. Επίσης στο ν. 4194/2013, η ελάχιστη αμοιβή για σύνταξη επιταγής δεν συναρτάται με παράγοντες όπως επιστημονική εργασία, πολυπλοκότητα, αξία αντικειμένου, σπουδαιότητα, περιστάσεις, κλπ. Από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 72 Κδικ εμφαίνεται ότι η βούληση του νομοθέτη ήταν να λειτουργήσει η διάταξη αυτή ως κίνητρο προς τον οφειλέτη να ικανοποιήσει τις αξιώσεις του δανειστή χωρίς την παρεμβολή της εκτελεστικής διαδικασίας και να αποφύγει την καταβολή σημαντικών ποσών ως αμοιβή της σύνταξης επιταγής προς εκτέλεση, καθόσον η συγκεκριμένη ρύθμιση είναι πρόσφορη για την επίτευξη του στόχου της περιστολής των καθυστερήσεων και της δυστροπίας στις οικονομικές συναλλαγές, αφού ο ηττηθείς - καθ’ ου η εκτέλεση διάδικος έχει τη δυνατότητα να συμμορφωθεί εκούσια προς το περιεχόμενο της απόφασης που συνιστά τον εκτελεστό τίτλο και να αποφύγει κάθε περαιτέρω επιβάρυνση από την επίσπευση της εναντίον του εκτέλεσης. Από τη σαφή εξάλλου διατύπωση του εν λόγω άρθρου (72 ν. 4194/2013) αντλείται το επιχείρημα ότι με τον τρόπο αυτόν ο νομοθέτης επιθυμεί να διαλύσει κάθε πιθανή αμφιβολία για το νόημα της σχετικής διάταξης και έτσι να αποφύγει ερμηνευτικά ζητήματα που είχαν ανακύψει στο παρελθόν από το προαναφερθέν άρθρο 127 του ν. 3026/1954, όπου για τη σχετική αμοιβή προβλεπόταν ελάχιστο και ανώτατο όριο, όπως προεκτέθηκε, και είχε σαν αποτέλεσμα τον καθορισμό από τα δικαστήρια με βάση της επιστημονική εργασία, το χρόνο που καταναλώθηκε, κλπ. Συνεπώς η σύνδεση του ύψους της αμοιβής για τη σύνταξη επιταγής προς πληρωμή με τα ανωτέρω κριτήρια δεν μπορεί να θεμελιωθεί σε καμία διάταξη νόμου. Το ανωτέρω συμπέρασμα δεν διαφοροποιείται ούτε με βάση το άρθρο 58 παρ. 5 του ν. 4194/2013, σύμφωνα με το οποίο «οι αμοιβές μπορούν να αυξηθούν και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, ανάλογα με την επιστημονική εργασία, την αξία και το είδος της υπόθεσης, του χρόνου που απαιτήθηκε, τις εκτός έδρας μεταβάσεις, τη σπουδαιότητα της διαφοράς, των ειδικότερων περιστάσεων και κάθε είδους δικαστικών ή εξώδικων ενεργειών. Αντίθετα σε περίπτωση που το αίτημα της αγωγής κριθεί υπέρογκο, αλλά δεν μπορούσε να αξιολογηθεί από τον δικηγόρο ελλείψει πραγματικών στοιχείων, ο δικαστής ή το δικαστήριο και αυτεπάγγελτα μπορεί να προσδιορίσει τη νόμιμη αμοιβή με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή είτε κατά την εκτίμησή του είτε λόγω περιορισμού του αιτήματος της αγωγής κατά συμμόρφωση του δικηγόρου προς έγγραφη εντολή του εντολέα του η του αντιπροσώπου του», καθόσον η ανωτέρω διάταξη δεν αφορά την αμοιβή για σύνταξη επιταγής προς πληρωμή, για την οποία προβλέπει ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 72 του ίδιου νόμου. Το ίδιο ισχύει και για τη διάταξη του άρθρου 59 περί συμφωνίας και λήψης αμοιβής με χρονοχρέωση. Εξάλλου, δεν μπορεί να συναχθεί από τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 72 το συμπέρασμα ότι με αυτήν εννοείται ότι η αμοιβή για τη σύνταξη επιταγής προς πληρωμή έχει ήδη συμπεριληφθεί στην επιδικαζόμενη δικαστική δαπάνη (δεν πρόκειται δηλαδή περί «διπλής πληρωμής» του ιδίου κονδυλίου) διότι αφενός η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει όσα ορίζονται στα άρθρα 176 επ. ΚΠολΔ και αφορά τις (μέχρι τη στιγμή της συζήτησης και έκδοσης απόφασης πραγματοποιηθείσες ενέργειες (τα δικαστικά έξοδα και την αμοιβή του δικηγόρου), ενώ η αμοιβή για σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση αφορά αμοιβή μεταγενέστερης δικηγορικής ενέργειας. Αφετέρου, δεν είναι δυνατόν το δικαστήριο να καθορίζει αμοιβή για δικηγορικές ενέργειες που έπονται της έκδοσης της απόφασης, μετά την οποία απεκδύεται της σχετικής εξουσίας, από μόνο το εικαζόμενο ενδεχόμενο της διενέργειάς τους, καθώς τυχόν μεταγενέστερες ενέργειες μόνο ενδεχόμενο είναι να λάβουν χώρα και το δικαστήριο, στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 106 και 108 ΚΠολΔ, δεν μπορεί εκ των προτέρων ούτε να τις περιορίσει αλλά ούτε και να τις διατάξει ή να τις καθορίσει. Επιπλέον, εάν ήθελε υποτεθεί ότι η αμοιβή για την επιταγή συμπεριλαμβάνεται στη δικαστική δαπάνη, αυτό θα σήμαινε ότι η αμοιβή αυτή θα επιβάρυνε τελικώς τον δανειστή, η αλλιώς, τον ίδιο τον συντάξαντα δικηγόρο. Ούτε βεβαίως μπορεί να υποστηριχθεί ότι εφόσον συνταχθεί επιταγή προς εκτέλεση δεν εισπράττεται πλέον δικαστική δαπάνη αλλά μόνο η ισόποση αμοιβή για σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση, καθώς κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ευθέως παραβίαση του διατακτικού της εκτελουμένης αποφάσεως αλλά και ζημία του επισπεύδοντος που δεν θα εισέπραττε τα καταβληθέντα δικαστικά έξοδα. Τέλος, σημειώνεται ότι η δυνατότητα αύξησης της αμοιβής ή μείωσης αυτής (άρθρα 98 παρ. 1 και 102 αντίστοιχα) προβλέπεται μεν στο ν. 4194/2013, αλλά η μείωση της αμοιβής συγχωρείται μόνο στην περίπτωση διογκωμένου αιτήματος της αγωγής. Είναι προφανές, επομένως ότι η ρύθμιση του άρθρου 72 ΚΔικ υπηρετεί τον εύλογο νομοθετικό σκοπό της περιστολής των καθυστερήσεων και της δυστροπίας στις οικονομικές συναλλαγές, είναι πρόσφορη για την επίτευξη του στόχου αυτού και επιπρόσθετα τελεί σε εύλογη αναλογία προς αυτή, από τη στιγμή που ο διάδικος που ηττήθηκε, έχει πάντοτε τη δυνατότητα να συμμορφωθεί εκούσια προς το ποσό που επιδικάστηκε σε βάρος του, αποφεύγοντας την επιβάρυνση. (ΑΠ 1989/2022 αδημ., Εφ ΑΘ 4441/2022, Εφ ΑΘ 3499/2021, Μ Εφ Θεσ 20/2020 ΕλΔνη 2020. 790) . Εξάλλου κατά το άρθρο 932 ΚΠολΔ, τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης βαρύνουν εκείνον κατά του οποίου αυτή στρέφεται και προκαταβάλλονται από εκείνον που την επισπεύδει, ενώ κατά το άρθρο 975 του ίδιου κώδικα η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτέλεσης που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, στη δεύτερη των οποίων γίνεται διάκριση μεταξύ αφαίρεσης των εξόδων και κατάταξης των προνομιακών απαιτήσεων, υπέγγυο στους δανειστές είναι το ποσό του πλειστηριάσματος που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, τα οποία δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προνομίων ούτε κατατάσσονται στον πίνακα, αλλά προαφαιρούνται προκειμένου να γίνει η κατάταξη των δανειστών, ορίζονται δε με τον πίνακα κατάταξης ή με ιδιαίτερη πράξη, με την οποία ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δικαιολογεί τα σχετικά κονδύλια προκειμένου να τα προαφαιρέσει από το πλειστηρίασμα. Δικαιούχος των εξόδων εκτέλεσης είναι κατ' αρχήν ο δανειστής που επέσπευσε την εκτέλεση, όμως ως δικαιούχοι νοούνται και τα όργανα της εκτέλεσης και ειδικότερα ο δικαστικός επιμελητής και ο υπάλληλος του πλειστηριασμού (συμβολαιογράφος), καίτοι τα πρόσωπα αυτά δεν νομιμοποιούνται να αναζητήσουν τα σχετικά έξοδα από τον καθού η εκτέλεση, αφού με αυτόν δεν συνδέονται με κατάλληλη έννομη σχέση. Δηλαδή τα έξοδα της εκτέλεσης δεν κατατάσσονται στο συντασσόμενο από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού πίνακα, ωστόσο η σχετική εκκαθαριστική πράξη του αποτελεί διανομή του πλειστηριάσματος και προσβάλλεται συνεπώς με την ανακοπή του άρθρ. 979 ΚΠολΔ. Εξάλλου ως έξοδα εκτέλεσης κατά τις παραπάνω διατάξεις νοούνται όλες οι δαπάνες που γίνονται από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή και αποβλέπουν στο γενικό συμφέρον όλων των δανειστών, εφόσον είναι αναγκαίες για τη διαδικασία της εκτέλεσης από την έναρξή της μέχρι και την περάτωσή της, δηλαδή ανάγονται στην προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, στην κατάσχεση, στη συντήρηση του κατασχεθέντος πράγματος, στον πλειστηριασμό και στην κατάταξη των δανειστών. Στα έξοδα εκτέλεσης περιλαμβάνονται τα έξοδα της προδικασίας και των προπαρασκευαστικών πράξεων της εκτέλεσης, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται πρωταρχικά τα έξοδα και δικαιώματα για τη λήψη απογράφου, σύνταξη αντιγράφου αυτού και επιταγής προς πληρωμή. Αντίθετα δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα που έγιναν προς το αποκλειστικό συμφέρον είτε του επισπεύδοντος είτε των αναγγελθέντων δανειστών ούτε επίσης όσα έγιναν από υπαιτιότητα του επισπεύδοντος, όπως είναι τα έξοδα πλειστηριασμού που ματαιώθηκε λόγω παρόδου προθεσμίας ή λόγω ακυρότητας των πράξεων (ΑΠ 2210/2014, ΑΠ 300/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).




