I. Εισαγωγή
Η σωρευτική επιβολή κυρώσεων
(ποινικών και διοικητικών) στο πεδίο των περιβαλλοντικών παραβάσεων έχει
δημιουργήσει μια ενδιαφέρουσα πρόκληση στα εθνικά διοικητικά δικαστήρια. Αρκετά
συχνά, δεδομένου ότι, στην χώρα μας, κατά κανόνα οι ποινικές διαδικασίες
περατώνονται αμετάκλητα πριν από τις αντίστοιχες διοικητικές, ο διοικητικός
δικαστής έρχεται αντιμέτωπος με την ad hoc επίλυση του εξής ζητήματος: μέχρι
που μπορεί να φτάσει η διασφάλιση του τεκμηρίου αθωότητας[1] που ακολουθεί τον διοικούμενο, όταν
έχει προηγηθεί αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση (ή αντίστοιχο βούλευμα) για
την αυτή παράβαση που επισύρει ταυτόχρονα περιβαλλοντικό πρόστιμο, επιβαλλόμενο
κατά δέσμια αρμοδιότητα; Η απάντηση δεν είναι ούτε αυτονόητη ούτε και
μονοδιάστατη.
II. Η εφαρμογή της διάταξης
του άρθρου 5 παρ. 2 (εδ. β΄) του Κ.Δ.Δ.
Καταρχάς, η ανάγκη, μεταξύ άλλων,
για πληρέστερη προστασία του τεκμηρίου αθωότητας[2] προκάλεσε τη ψήφιση της νέας
διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 (εδ. β΄) του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας
(Κ.Δ.Δ.)[3]. Με τη διάταξη αυτή ορίστηκε πλέον ρητώς
– καθότι προηγουμένως δεν υπήρχε ανάλογη ρύθμιση – η δέσμευση του διοικητικού
δικαστή από την αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση ή από το αμετάκλητο
απαλλακτικό βούλευμα[4]. Ωστόσο, η εφαρμογή της διάταξης
αυτής στο πεδίο των περιβαλλοντικών προστίμων από τα διοικητικά δικαστήρια έχει
συγκεκριμένες προϋποθέσεις[5]:
Α) Αμετάκλητη αθωωτική ποινική
απόφαση ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα
Πρώτα απ’ όλα, απαιτείται,
σύμφωνα με την ρητή γραμματική ερμηνεία της διάταξης αυτής, αμετάκλητη αθωωτική
απόφαση ή αντίστοιχο βούλευμα. Σε καμία, πάντως, περίπτωση δεν πληροί την
προϋπόθεση αυτή η θέση υπόθεσης στο αρχείο με σχετική εισαγγελική παραγγελία.
Σύμφωνα με την απόφαση του ΔΕφΠειρ 751/2025 «δεν παράγεται δέσμευση,
ελλείψει σχετικής νομοθετικής πρόβλεψης, από την θέση υπόθεσης στο αρχείο με
εισαγγελική διάταξη, αφού η ανωτέρω διαδικασία δεν προκύπτει ως αποτέλεσμα
ανάλογης με τις αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις ή τα αμετάκλητα βουλεύματα δικαστικής
διαγνωστικής διαδικασίας»[6].
1) Δεν υπάρχει καμία
διαφοροποίηση δέσμευσης του διοικητικού δικαστηρίου αναφορικά με τη βάση της
αιτιολογίας της αμετάκλητης αθωωτικής κρίσης του ποινικού δικαστηρίου (λόγω
αμφιβολιών κατηγορουμένου ή άνευ αυτών).
Η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση
δεσμεύει το ίδιο τον διοικητικό δικαστή είτε ελήφθη λόγω αμφιβολιών του
κατηγορουμένου/ διοικούμενου είτε άνευ αυτών. Τα ανωτέρω συμπορεύονται με την
αυτόνομη ερμηνεία του ΕΔΔΑ για την έννοια της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 2 της
Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που κατοχυρώνει το
τεκμήριο αθωότητας. Συγκεκριμένα, το ΕΔΔΑ με την απόφαση της 27.9.2007,
Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος[7], δέχθηκε ότι απόφαση διοικητικού
δικαστηρίου, που έπεται τελικής[8] αθωωτικής απόφασης ποινικού
δικαστηρίου για το ίδιο πρόσωπο, δεν πρέπει να την παραβλέπει και να θέτει εν
αμφιβόλω την αθώωση, έστω και αν αυτή έλαβε χώρα λόγω αμφιβολιών[9]. Στο σημείο, όμως, αυτό αξίζει να
σημειωθεί ότι η δέσμευση αυτή δεν στερεί τον διοικητικό δικαστή από την έρευνα,
κατ’ ουσίαν, της ένδικης υπόθεσης[10], βασιζόμενος στην ενώπιόν του
αποδεικτική διαδικασία, η οποία διέπεται από διαφορετικούς κανόνες (άρθρα 144
επ. του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας) σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική
(άρθρα 177 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας)[11].
2) Δεν υπάρχει δέσμευση από
αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα περί παύσης ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής
Κατ’ εξαίρεση των ανωτέρω, η
αμετάκλητη ποινική απόφαση ή βούλευμα που παύει την ποινική δίωξη λόγω
παραγραφής του αντίστοιχου ποινικού αδικήματος δε δεσμεύει καθόλου τα
διοικητικά δικαστήρια. Στην περίπτωση αυτή η απόφαση/βούλευμα βασίζεται στην εξάλειψη
του αξιόποινου της πράξης, συνεπεία της παραγραφής, και όχι σε
εκτίμηση για τη διάπραξη ή μη του αδικήματος[12]. Παρόλα αυτά, όμως, ενόψει της
αιτιολογικής βάσης μιας τέτοιας απόφασης/βουλεύματος, μπορεί, όπως έχει κριθεί,
ενίοτε, να ανακύψει ζήτημα συνεκτίμησής της/του από το διοικητικό δικαστήριο,
στο πλαίσιο της κρίσης του για τη διάπραξη ή μη της περιβαλλοντικής παράβασης[13].
Β) πλήρης ταυτότητα
υποκειμένων και πραγματικών περιστατικών
1)
ταυτότητα προσώπων
Είναι αναγκαίο το πρόσωπο σε
βάρος του οποίου καταλογίστηκε το περιβαλλοντικό πρόστιμο να ταυτίζεται με το
πρόσωπο κατά του οποίου κινήθηκε η ποινική διαδικασία, που ολοκληρώθηκε με την
αμετάκλητη αθωωτική απόφαση. Γι’ αυτόν τον λόγο, έχει κριθεί ότι το διοικητικό
δικαστήριο δε δεσμεύεται στις εξής περιπτώσεις: α) όταν το περιβαλλοντικό
πρόστιμο επιβλήθηκε σε βάρος νομικού προσώπου (εταιρείας), η δε ποινική δίωξη
ασκήθηκε σε βάρος του νόμιμου εκπροσώπου αυτού[14]. Μάλιστα, όταν ελλείπει η προϋπόθεση
αυτή, δεν υφίσταται πλέον έννομο συμφέρον για την προβολή λόγου περί παραβίασης
του τεκμηρίου αθωότητας από το νομικό πρόσωπο, κατά του οποίου δεν στράφηκε καν
η ποινική διαδικασία[15]. Ωστόσο, δύναται να ληφθεί υπόψη η
αθωωτική αυτή απόφαση κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του διοικητικού
δικαστηρίου, προκειμένου να καταλήξει αιτιολογημένα στο ίδιο ή σε διαφορετικό
συμπέρασμα[16] και β) όταν το περιβαλλοντικό
πρόστιμο αφορά ΟΤΑ α΄ βαθμού, ενώ η ποινική δίωξη ασκήθηκε σε βάρος του
Δημάρχου ή Αντιδημάρχου του[17].
2) ταυτότητα
πραγματικών περιστατικών
Απαιτείται όμοια παράβαση της
αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής απόφασης, ως ιστορικό γεγονός, με εκείνη που
επιβλήθηκε στο ίδιο πρόσωπο η αντίστοιχη περιβαλλοντική κύρωση. Δηλαδή, η
αθώωση του ίδιου προσώπου πρέπει να στηρίζεται σε επαρκή έρευνα και
εκτίμηση σχετικά με την τέλεση ή μη της εκάστοτε επίμαχης, όμοιας παράβασης
(ποινικής και διοικητικής). Ενδιαφέρουσα, είναι η απόφαση του ΔΕφΠατρ
253/2025 που αφορούσε πρόστιμο για την παράβαση της εναπόθεσης απορριμμάτων σε
μη λειτουργούντα Χ.Α.Δ.Α., συγκεκριμένα για την απόθεση οικιακών απορριμμάτων
σε πρώην Χ.Α.Δ.Α. στη θέση «Πολυπόταμος» στο Δ.Δ. Φλόκα του Δήμου της Αρχαίας
Ολυμπίας. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι η αθωωτική κρίση της
αμετάκλητης ποινικής απόφασης για την ίδια παράβαση, ως ιστορικό γεγονός
με εκείνη, για την οποία επιβλήθηκε η αντίστοιχη διοικητική, ήταν δεσμευτική,
κατ’ άρθρο 5 παρ. 2 εδ. β΄ του Κ.Δ.Δ., έστω και αν έλαβε χώρα λόγω
αμφιβολιών. Και τούτο, διότι στην ανωτέρω κρίση του κατέληξε το ποινικό
δικαστήριο, ύστερα από συνολική και ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης (εξέταση
μαρτύρων – απολογία κατηγορουμένου) και αξιολογώντας μάλιστα στοιχεία τα οποία
ταυτίζονταν με τα ευρισκόμενα στον αντίστοιχο διοικητικό φάκελο[18]. Επιπλέον, αξιοσημείωτη είναι και η
απόφαση του ΔΕφΑθ 3604/2024. Καταρχάς, με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι η
αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση παραδεκτώς προσκομίσθηκε για πρώτη
φορά στην κατ’ έφεση δίκη και πρέπει να ληφθεί υπόψη, ενόψει του οψιγενούς
χαρακτήρα της, αφού δεν είχε καθαρογραφεί πριν από τη συζήτηση της προσφυγής. Η
εν λόγω υπόθεση αφορούσε πρόστιμο για διενέργεια παράνομης εξόρυξης και
απόληψης αδρανών υλικών από αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας του εκκαλούντος. Για την
ίδια, όμως, παράβαση, ως ιστορικό γεγονός, ο εκκαλών είχε αθωωθεί με αμετάκλητη
ποινική απόφαση, που λήφθηκε, μετά από ουσιαστική εκτίμηση των ίδιων
πραγματικών περιστατικών και αξιολόγηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού,
και με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά, που
αποτελούν προϋπόθεση και της ένδικης διοικητικής παράβασης και, ως εκ τούτων,
κρίθηκε ότι η απόφαση αυτή δέσμευε το δικαστήριο[19].
Επίσης, για την ταύτιση των
πραγματικών περιστατικών μεταξύ των δύο διαδικασιών (ποινικής και διοικητικής)
κρίσιμος, όπως έχει κριθεί, είναι ο χρόνος κατά τον οποίο έλαβε χώρα η αυτοψία
για την επιβολή του περιβαλλοντικού προστίμου, ο οποίος πρέπει οπωσδήποτε να
ταυτίζεται με τον χρόνο τέλεσης της αντίστοιχης ποινικής παράβασης[20].
Πάντως, δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, όταν η αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση αφορά πλείονες διαφορετικές παραβάσεις, που βασίζονται σε διακριτές ενέργειες και παραλείψεις του παραβάτη σε σχέση με την καταλογισθείσα σε βάρος του περιβαλλοντική κύρωση. Για παράδειγμα, στην περίπτωση κατά την οποία η επίμαχη ποινική απόφαση αφορούσε: α) την άσκηση δραστηριότητας χωρίς περιβαλλοντική αδειοδότηση, β) την παράλειψη παράδοσης των αποβλήτων σε αδειοδοτημένο φορέα διαχείρισης ή σε εγκεκριμένο εναλλακτικό σύστημα και γ) την ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος δια της εναπόθεσης αποβλήτων σε ακίνητο, η δε διοικητική κύρωση επιβλήθηκε μόνο για την παράβαση της παράλειψης λήψης αποτελεσματικών μέτρων προστασίας της ιδιοκτησίας του διοικούμενου απ’ την εναπόθεση αποβλήτων σε αυτήν εκ μέρους τρίτων, κρίθηκε ότι δεν υπήρξε μεταξύ των αποφάσεων αυτών η ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση[21].




