Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2019

ΕφΑθηνών 3515/19 : ΑΠΟΛΥΣΗ ΛΟΓΩ ΝΟΜΙΜΗΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΗΣ. Ακυρότητα καταγγελίας συμβάσεως εργασίας λόγω νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης - Ν.1264/82 αρ.14 παρ.4 - Προϋποθέσεις



ΕφΑθηνών 3515/19 : ΑΠΟΛΥΣΗ ΛΟΓΩ ΝΟΜΙΜΗΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΗΣ. Ακυρότητα καταγγελίας συμβάσεως εργασίας λόγω νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης - Ν.1264/82 αρ.14 παρ.4 - Προϋποθέσεις - Για την ακυρότητα μιας τέτοιας απόλυσης δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση να αποτέλεσε τη μόνη ή την κύρια αιτία της καταγγελίας, αλλά αρκεί να συνετέλεσε απλώς σε αυτή, με την έννοια ότι ο εργοδότης δεν θα προέβαινε στην απόλυση του εργαζομένου εάν έλειπε η συνδικαλιστική του δράση. Η συμμετοχή σε απεργία που αναγνωρίστηκε δικαστικώς ως παράνομη, θεωρείται νόμιμη συνδικαλιστική δράση, τουλάχιστον έως την τελεσιδικία της σχετικής απόφασης. Εν προκειμένω,  κρίθηκε ότι η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων των εναγόντων. Δεκτή η έφεση.

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 3515/2019

Δικαστής : Νικόλαος Μήλιος, Εφέτης

II. Με την από 24.5.2012 [αγωγή], οι 1ος, 3ος, 4ος των εναγόντων-εκκαλούντων ιστορούσαν ότι δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου προσλήφθηκαν όλοι από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία προκειμένου να παρά­σχουν την εργασία τους ως εργάτες, στο διατηρούμενο από την αντίδικο τους ερ­γοστάσιο, με πλήρες ωράριο και έναντι των νόμιμων αποδοχών. Ακολούθως, η εναγομένη, επικαλούμενη μείωση του κύ­κλου εργασιών της, ζήτησε από το σύνολο των εργαζομένων που απασχολούνταν στο ανωτέρω εργοστάσιο την τροποποίηση των εργασιακών τους συμβάσεων, ώστε εκείνοι να εργάζονται πλέον με μειωμέ­νο ωράριο και με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών τους. Την τροποποίηση αυτή ομόφωνα απέρριψε το επιχειρησιακό σω­ματείο των εργαζομένων, μέλη του οποίου ήταν και οι ίδιοι (ενάγοντες), ταυτόχρονα δε αποφάσισε την κήρυξη απεργίας για την περίπτωση που η εναγομένη προέβαινε σε απολύσεις. Πράγματι, η εναγόμενη απέλυσε στη συνέχεια μέρος των εργαζομένων της, με αποτέλεσμα το ανωτέρω επιχειρησιακό σωματείο να υλοποιήσει την προαναφερό­μενη απόφασή του, ξεκινώντας απεργία, στην οποία και οι ενάγοντες συμμετείχαν ενεργά. Κατόπιν τούτου, η εναγομένη κατήγγειλε και τις δικές τους συμβάσεις εργασίας προεχόντως λόγω της ως άνω νόμιμης συνδικαλιστικής τους δράσης, άλλως αποκλειστικά από εκδίκηση προς το πρόσωπο τους και συνεπεία της άρνησής τους να αποδεχτούν την τροποποίη­ση των όρων παροχής της εργασίας τους. Έκτοτε, η εναγομένη αρνείται να αποδεχτεί την προσφερόμενη από εκείνους εργασία, γεγονός που τους προσβάλλει παράνομα στην προσωπικότητά τους, αλλά και θίγει τα υλικά και ηθικά συμφέροντά τους, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.
Ζήτησαν λοιπόν: α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας των εργασι­ακών τους συμβάσεων, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται την εργασία τους, με απειλή εναντίον της χρηματικής ποινής υπέρ καθενός από αυτούς και για κάθε ημέρα παράβασης της υποχρέωσης αυτής, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον πρώτο το ποσό των 9.535,75 ευρώ, ως αποδοχές υπερημερίας, καθώς και το ποσό των 5.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλά­βης, την οποία υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, στον τρίτο τα ποσά των 10.405,50 ευρώ και 5.000 ευρώ για τις ίδιες ως άνω αιτίες αντι­στοίχως, και στον τέταρτο τα ποσά των 10.114 ευρώ και 5.000 ευρώ για τις ίδιες ως άνω αιτίες αντιστοίχως, όλα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους παροχή κατέστη απαιτητή άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφο­ρών, με την εκκαλουμένη απόφαση απέρ­ριψε την αγωγή. Κατά της παραπάνω απο­φάσεως παραπονούνται με την ένδικη έφεσή τους οι εκκαλούντες-1ος, 3ος και 4ος των εναγόντων για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νό­μου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, προκειμένου να γίνει δεκτή στο σύνολο της η ως άνω αγωγή.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 1264/1982 «είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νό­μιμη συνδικαλιστική δράση». Προϋποθέ­σεις εφαρμογής της ρύθμισης αυτής είναι η ύπαρξη αφενός μεν νόμιμης συνδικα­λιστικής δράσης, αφετέρου δε αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της τελευταίας και της καταγγελίας της σχέσης εργασίας.
Πλέον συγκεκριμένα, όπως συνάγεται και από το άρθρο 23 παρ. 2 του Συντάγμα­τος, νόμιμη συνδικαλιστική δράση αποτελεί κάθε δραστηριότητα που αναπτύσσεται με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή των οι­κονομικών και εργασιακών συμφερόντων των εργαζομένων, ενώ ως τέτοια (δράση) θεωρείται και η συμμετοχή σε απεργία ή άλλες αγωνιστικές κινητοποιήσεις σωμα­τείου εργαζομένων για την επίτευξη κοινών συνδικαλιστικών στόχων (Α.Π. 713/2010 Α Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Μάλιστα, ακόμη και η συμμετοχή σε απεργία η οποία κη­ρύχθηκε από νόμιμα συστημένη συνδικα­λιστική οργάνωση αλλά εκ των υστέρων αναγνωρίστηκε με δικαστική απόφαση ως παράνομη πρέπει να θεωρείται ότι, του­λάχιστον μέχρι την τελεσιδικία εκείνης, διατηρεί το χαρακτήρα της ως νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης. Τούτο διότι, ως εκ της συνταγματικής κατοχύρωσης του δικαιώματος της απεργίας συνάγεται, ο ερ­γαζόμενος που συμμετέχει σε απεργία θεω­ρείται ότι διατελεί σε εύλογη αμφιβολία ως προς τη νομιμότητά της, αφού, καταρχήν, δεν μπορεί να διαγνώσει εκ των προτέρων τον τυχόν παράνομο χαρακτήρα της, εκτός εάν ο εργοδότης κατ ένσταση επικαλεστεί και αποδείξει ότι αυτός (εργαζόμενος), καταβάλλοντος την επιμέλεια του μέσου συνετού εργαζομένου, μπορούσε εξαρχής να αντιληφθεί τον παράνομο χαρακτήρα της απεργίας (Ολ. Α.Π. 27/2004 Α Δημοσίευ­ση ΝΟΜΟΣ). Τυχόν αντίθετη ερμηνευτική προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία οι νο­μικές συνέπειες της απόφασης που κρίνει παράνομη μιαν απεργία ανατρέχουν, λόγω του αναγνωριστικού της χαρακτήρα, στο χρόνο έναρξης της συμμετοχής του εργα­ζομένου σε αυτή, φαίνεται να παραγνω­ρίζει τη συνταγματική θεμελίωση του δι­καιώματος της απεργίας, εκθέτοντας τον απεργό στον μη ανεκτό από το Σύνταγμα κίνδυνο να αντιμετωπίσει αναδρομικά τις δυσμενείς συνέπειες από τη συμμετοχή του σε απεργιακή κινητοποίηση η οποία εκ των υστέρων κρίθηκε παράνομη.
Περαιτέρω, σε σχέση με την άλλη προ­ϋπόθεση εφαρμογής της ρύθμισης του άρ­θρου 14 παρ. 4 του ν. 1264/1982, δηλαδή της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης του εργαζομένου και της καταγγελίας της εργα­σιακής του σύμβασης, πρέπει να σημειωθεί ότι για την ακυρότητα μιας τέτοιας απόλυ­σης δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση να αποτέλεσε τη μόνη ή την κύρια αιτία της καταγγελίας, αλλά αρκεί να συνετέλεσε απλώς σε αυτή, με την έννοια ότι ο εργο­δότης δεν θα προέβαινε στην απόλυση του εργαζομένου εάν έλειπε η συνδικαλιστική του δράση (Α.Π. 713/2010 ό.π.).
Επίσης, στο άρθρο 656 εδ. α Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 61 του ν. 4139/2013 (Φ.Ε.Κ. Α 74/20.3.2013) και, σύμ­φωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου (διόρθωση σφαλμάτων Φ.Ε.Κ. Α 92/2013), καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, «Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγμα­τική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε κρατούντα (Ολ.Α.Π. 9/2011), επί υπερημερίας του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας, περίπτωση που συντρέχει μεταξύ άλλων και επί δικαστικής αναγνωρίσεως της ακυρότητας προηγηθείσας καταγγελί­ας της συμβάσεως εργασίας, ο εργαζόμε­νος αποκτά άμεσο δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική του απασχόληση, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει, εφ όσον ασκεί το εν λόγω δικαίωμα δικα­στικώς, πρόσθετα περιστατικά, τα οποία σε συγκεκριμένη υπόθεση καθιστούν κατα­χρηστική ή προσβλητική την άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την εργασία του μετά την απαγγελία της ακυρότητας της καταγγελίας (έτσι η μειοψηφία στην ΟλΑΠ. 9/20115, βλ. σχετικά με τα παραπάνω Α.Π. 769/2016 Α Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Επιπλέον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 656 εδ. β Α.Κ., ο εργοδότης έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό κα­θετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού. Για το ορισμένο της προβολής της προβλεπόμενης από την ανωτέρω διά­ταξη ένστασης των αλλαχού κερδηθέντων απαιτείται όπως ο εναγόμενος εργοδότης επικαλεστεί όλα τα περιστατικά από τα οποία προέκυψε η ωφέλεια του ενάγοντος εργαζομένου κατά το χρονικό διάστημα της υπερημερίας του (εργοδότη), το είδος της εργασίας που παρέσχε ο εργαζόμενος σε συγκεκριμένο εργοδότη, καθώς και το συγκεκριμένο ποσό που αποκόμισε αυτός (Α.Π. 1067/2010 ΝΟΜΟΣ).
Τέλος, κατά το άρθρο 5 παρ. 3 εδ. τελ. του ν. 3198/1955 η αποζημίωση απόλυσης που έχει καταβληθεί συμψηφίζεται με τις οφειλόμενες λόγω της ακύρωσης της κα­ταγγελίας τακτικές αποδοχές.
IV. [...] [Α]ποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει των από 6.6.2008, 16.6.2003 και 11.9.2006 συμ­βάσεων εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, οι 1ος, 3ος και 4ος των εναγόντων προσλήφθηκαν αντιστοίχως από την ενα­γόμενη ανώνυμη εταιρία, η οποία έχει ως αντικείμενο την παραγωγή και εμπορία προϊόντων χάλυβα, προκειμένου να πα­ράσχουν την εργασία τους, ως εργάτες, στο ευρισκόμενο στον εργοστάσιο της αντιδίκου τους, επί οκτώ ώρες ημερη­σίως, επί πέντε ημέρες την εβδομάδα και με αποδοχές τις εκάστοτε προβλεπόμενες από τις ισχύουσες για τον κλάδο τους συλ­λογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις. Ακολούθως, στις 12.10.2011 η εναγομένη, επικαλούμενη περιορισμό της οικονομικής της δραστηριότητας, πρότει­νε στην πρωτοβάθμια συνδικαλιστική ορ­γάνωση των εργαζομένων του ανωτέρω εργοστασίου με την επωνυμία «Σωματείο Εργατοϋπαλλήλων ... Α.Ε.», μέλη της οποίας ήταν και οι τρεις ενάγοντες, την τροποποί­ηση των εργασιακών συμβάσεων και των 350 μελών της, ώστε εκείνα να εργαστούν, για το διάστημα από 1.11.2011 έως και 29.2.2012, με καθεστώς μερικής απασχόλη­σης, δηλαδή για πέντε ώρες ημερησίως και επί πέντε ημέρες εβδομαδιαίως, με αντί­στοιχη μείωση των αποδοχών τους.
Στη συνέχεια, στις 17.10.2011 η γενική συνέλευση της ανωτέρω συνδικαλιστικής οργάνωσης, στην οποία συμμετείχαν 270 μέλη της, μεταξύ δε αυτών και οι 1ος και 4ος των εναγόντων, αποφάσισε, με πλειοψηφία 269 ψήφων και με μία ψήφο «παρών», να απορρίψει την προταθείσα από την ενα­γομένη τροποποίηση των συμβάσεων ερ­γασίας των μελών της, να κηρύξει 24ωρες απεργίες στην περίπτωση που η εναγομέ­νη προέβαινε σε απολύσεις εργαζομένων της, οι οποίες θα επαναλαμβάνονταν μέχρι την επαναπρόσληψη αυτών, αλλά και να συναινέσει σε οποιαδήποτε απόφαση του διοικητικού συμβούλιου του σωματείου για περαιτέρω κινητοποιήσεις.
Μετά ταύτα, στις 31.10.2011 η εναγο­μένη κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας δεκαοκτώ εργαζομένων της, με αποτέλε­σμα η άνω συνδικαλιστική οργάνωση να υλοποιήσει την προαναφερόμενη απόφασή της, ξεκινώντας την ίδια ημέρα 24ωρες επαναλαμβανόμενες απεργίες, στις οποίες οι 1ος και 4ος των εναγόντων συμμετείχαν ενεργά.
Πλην όμως, ενόσω διαρκούσαν οι ανω­τέρω απεργιακές κινητοποιήσεις, η εναγό­μενη εξακολούθησε να απολύει εργαζο­μένους της, και δη καταγγέλλοντας την 1.11.2011 δεκαέξι, το Δεκέμβριο του 2011 δεκαέξι, τον Ιανουάριο του 2012 δεκαπέ­ντε, το Φεβρουάριο του 2012 δώδεκα και το Μάρτιο του 2012 δεκατρείς εργασιακές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμ­βάνονταν και εκείνες των εναγόντων, οι οποίοι συγκεκριμένα απολύθηκαν εγγρά­φως οι 1ος και 3ος στις 24.2.2012 ο δε 4ος στις 7.3.2012, λαμβάνοντας ως αποζημίω­ση το ποσό των 1.030,59 ευρώ ο πρώτος, το ποσό των 2.081,10 ευρώ ο τρίτος και το ποσό των 2.178,40 ευρώ ο τέταρτος από αυτούς.

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2019

ΑρΠάγος 901/19 : ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ - ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ. Στοιχειοθέτηση παράνομης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα


ΑρΠάγος (Ποιν - ΣΤ) 901/19 : ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ - ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ. Στοιχειοθέτηση παράνομης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας - Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως - Υπέρβαση εξουσίας. Η προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο, καίτοι δέχεται ότι το ένδικο πιστοποιητικό, που περιείχε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του εγκαλούντα, είχε νομίμως εξαχθεί από το αρχείο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ναυπλίου και ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, χωρίς τη συγκατάθεση του εγκαλούντα, το παρέδωσε στον δεύτερο κατηγορούμενο, στη συνέχεια, σε πλήρη αντίφαση με τις παραδοχές αυτές, δέχεται ότι δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά το αδίκημα της παρ. 4 του άρθρου 22 του Ν. 2472/1997 με την αιτιολογία ότι ο κατηγορούμενος έκανε χρήση δεδομένων τα οποία γνώριζε από μόνος του ως πολιτικώς ενάγων στη μεταξύ αυτού και του εγκαλούντα ποινική αντιδικία. Ως προς τον δεύτερο κατηγορούμενο δικηγόρο δεν διαλαμβάνει οποιαδήποτε αιτιολογία για ποιο λόγο ήταν απολύτως αναγκαία, όπως ο νόμος ορίζει, η χρησιμοποίηση, εν αγνοία και χωρίς τη συγκατάθεση του εγκαλούντος, του ανωτέρω πιστοποιητικού, που περιείχε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του. Αναιρεί την υπ'αριθμ. 730/2018 απόφαση του ΤρΕφΠλημ/των Ναυπλίου.

Αριθμός 901/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 730/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με κατηγορούμενους τους: 1. Δ. Μ. του Π., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ΑΑ, 2. Α. Τ. του Ε., κάτοικο ..., που δεν παρέστη και 3. Γ. Ο. του Ι., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Κ. του Χ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του ΔΡ και Ν Κ.
Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία …5/21-12-2018 έκθεση αναιρέσεως του Αντεισαγγλέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δέσποινας Χρονοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1/2019.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ.2 ΚΠΔ, να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώριση της απόφασης στο υπό του άρθρου 473 παρ.3 του αυτού Κώδικα προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οιασδήποτε αποφάσεως εκδιδομένης υπό οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που περιλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και η υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 730/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Ναυπλίου, με την οποία οι κατηγορούμενοι Δ. Μ. του Π., Α. Τ. του Ε. και Γ. Ο. του Ι. κρίθηκαν ομόφωνα αθώοι για την πράξη της παράβασης του άρθρου 22 παρ. 4 του ν. 2472/1997, τελεσθείσα άπαξ από κοινού ως και κατ'εξακολούθηση, έχει ασκηθεί νόμιμα, με εμπρόθεσμη αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα στον αρμόδιο γραμματέα του Αρείου Πάγου και τη σύνταξη της σχετικής εκθέσεως στις 21-12-2018, ήτοι εντός της μηνιαίας προθεσμίας από την καταχώρηση της προσβαλλομένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του εκδόσαντος αυτήν Δικαστηρίου, που έλαβε χώρα στις 23-11-2018, περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και την υπέρβαση εξουσίας. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της, σαν να ήταν παρόντες και οι εκ των αναιρεσειβλήτων Α. Τ. και Γ. Ο., οι οποίοι αν και, σύμφωνα με τα από 9-1-2019 και 15-1-2019 αποδεικτικά επιδόσεως του Αρχ/κα του AT …. Δ. Κ. και του επιμελητή της Εισαγγελίας Αρείου Πάγου Λ. Χ. αντίστοιχα, κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για την αρχική δικάσιμο της 5-2-2019 κατά την οποία, με τη με αριθμό 242/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, δεν εμφανίστηκαν ούτε παραστάθηκαν κατ'αυτήν όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 513 παρ. 1 εδ. γ', 2,515 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ).

Κατά το άρθρο 1 του Ν. 2472/1997 "Προστασία ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", όπως αυτός ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του με το άρθρο 8 του Ν. 2819/2000 και το άρθρο 34 του Ν. 2915/2001, αντικείμενο αυτού του νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 παρ. 4 του ίδιου νόμου, "Όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις", ενώ κατά την παρ. 8 του ίδιου άρθρου "Αν οι πράξεις των παρ.1 έως 5 του παρόντος άρθρου τελέσθηκαν από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση έως τριών (3) ετών και χρηματική ποινή". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 στοιχ. α' , β' , γ' , δ' , ε', ι' και ια' του αυτού νόμου για τους σκοπούς αυτού νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων, β) "Ευαίσθητα δεδομένα", τα δεδομένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες (με την παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 3471/2006 και στη συνέχεια με την παρ. 3 του άρθρου 8 του Ν. 3625/2007, ρυθμίστηκαν οι περιπτώσεις, όπου, ειδικά για τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, δύναται να επιτραπεί η δημοσιοποίηση μόνον από την εισαγγελική αρχή) καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων, γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα " ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια...ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός.... ι) "Αποδέκτης" είναι το φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ή δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται, για τρίτο ή όχι και ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει, και με την οποία, το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν 2472/1997 οι διατάξεις αυτού "εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο". Τέλος, στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "1. Απαγορεύεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων. 2. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις : α)...β)...γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου (όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 34 του ν. 2915/2001), δ)...3. Η Αρχή χορηγεί άδεια συλλογής και επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας σχετικού αρχείου, ύστερα από αίτηση του υπεύθυνου επεξεργασίας. Προϋπόθεση για τη νόμιμη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης είναι ότι τα δεδομένα, των οποίων ζητείται η χορήγηση ή για τα οποία πρόκειται η χρήση, πρέπει να είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου (αρχή της αναγκαιότητας) και δη ενόψει της συγκεκριμένης δίκης που εκκρεμεί. Η αναγκαιότητα δε υφίσταται όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα. Τα δεδομένα, επίσης, δεν πρέπει να είναι περισσότερα από όσα είναι απολύτως απαραίτητα για την υπεράσπιση του δικαιώματος (αρχή της αναλογικότητας). Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 Α παρ. 1 περιπτ. ε' του ως άνω νόμου, ως αντικαταστάθηκε τελικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 3471/2006, "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας απαλλάσσεται από την υποχρέωση γνωστοποίησης του άρθρου 6 και από την υποχρέωση λήψης άδειας του άρθρου 7 του παρόντος νόμου στις ακόλουθες περιπτώσεις : ...ε) Όταν η επεξεργασία γίνεται από δικηγόρους, συμβολαιογράφους, άμισθους υποθηκοφύλακες και δικαστικούς επιμελητές ή εταιρείες των προσώπων αυτών και αφορά στην παροχή νομικών υπηρεσιών προς πελάτες τους, εφόσον ο υπεύθυνος επεξεργασίας και τα μέλη των εταιρειών δεσμεύονται από υποχρέωση απορρήτου που προβλέπει νόμος και τα δεδομένα δεν διαβιβάζονται ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους, εκτός από τις περιπτώσεις που αυτό είναι αναγκαίο και συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση εντολής του πελάτη". Από τα παραπάνω προκύπτει: Α) Ότι το πιστοποιητικό που εκδίδει η αρμόδια εισαγγελία πρωτοδικών, κατόπιν αιτήσεως του εγκαλούντος, περί ασκήσεως ποινικής διώξεως σε βάρος του εγκαλούμενου και της πορείας αυτής, αφορά ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του τελευταίου. Η χορήγηση του εν λόγω πιστοποιητικού στον εγκαλούντα αποτελεί επέμβαση στα αρχεία της εισαγγελίας, τα οποία ως διαρθρωμένα σύνολα εγγράφων αποτελούν "αρχεία" κατά την έννοια του νόμου. Το πιστοποιητικό χορηγείται, προκειμένου ο εγκαλών και αιτών να το χρησιμοποιήσει μόνο στο πλαίσιο της μεταξύ αυτού και του εγκαλούμενου διαφοράς. Η περαιτέρω χρήση του εν λόγω πιστοποιητικού για διαφορετικό σκοπό από αυτόν για τον οποίο και μόνο αυτό χορηγήθηκε, ήτοι παράδοση αυτού σε τρίτον, χωρίς να υφίσταται λόγος εξαίρεσης της εν λόγω επεξεργασίας, συνιστά μη νόμιμη επεξεργασία του εν λόγω ευαίσθητου προσωπικού δεδομένου. Η εν συνεχεία χρησιμοποίηση του πιστοποιητικού από τον τρίτο, χωρίς δικαίωμα και χωρίς να υφίσταται λόγος εξαίρεσης της εν λόγω επεξεργασίας, συνιστά παράνομη επέμβαση σε αρχείο που πλέον δημιούργησε ο τρίτος. Αντίθετη παραδοχή θα οδηγούσε στο αποκρουστέο αποτέλεσμα της νομιμοποίησης της ανεξέλεγκτης επεξεργασίας ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, τα οποία αποκτώνται μεν αρχικώς νομίμως στην συνέχεια όμως παραδίδονται σε τρίτους χωρίς οι τελευταίοι να μπορούν να ελεγχθούν για τυχόν, κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου 2472/1997, χρήση τους (πρβλ. ΑΠ 1520/2017 Πολιτική) και Β) Ότι οι κυρώσεις που προβλέπονται στο Ν. 2472/1997, ενόψει της ιδιάζουσας βαρύτητάς τους, προβλέπονται όχι γενικώς και αορίστως για κάθε παράβαση των διατάξεών του, αλλά μόνο για συγκεκριμένες ειδικά περιγραφόμενες σοβαρές παραβάσεις. Με εξαίρεση δε τις περιπτώσεις της παρ. 5 του άρθρου 22 , η οποία ποινικοποιεί τις παραβάσεις συγκεκριμένων αποφάσεων της Αρχής προσωπικών δεδομένων, το κοινό συνδετικό γνώρισμα των ειδικών ποινικών προβλέψεων του άρθρου 22 του Ν. 2472/1997 και εκείνο που προσδίδει βαρύτητα στις σχετικές πράξεις είναι η αναφορά τους στην τήρηση "αρχείων προσωπικών δεδομένων". Από τη διατύπωση δε της παραπάνω διάταξης καθίσταται σαφές ότι το αδίκημα του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν. 2472/1997 είναι ένα υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα και μόνο στην πρώτη μορφή τέλεσής του τίθεται ως προϋπόθεση η πράξη της επέμβασης σε αρχείο. Στις υπόλοιπες μορφές τέλεσης δεν τίθεται ως προϋπόθεση να υφίσταται ή να έχει προηγηθεί επέμβαση σε αρχείο χωρίς δικαίωμα.

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2019

ΤριμΠλημΑθ 2371/2019: Αντισυνταγματική η διάταξη του αρ. 465 του Νέου ΠΚ


Σύνθεση: Ευάγγελος Χατζίκος, Πρόεδρος Πρωτοδικών, 
Ευδοξία Μαλέσιου και Ευγενία Πατρώνη, Πρωτοδίκες

Σύμφωνα με την διάταξη του άρ. 99 παρ. 1 εδ. α΄ του ισχύσαντος έως 30.6.2019 Ποινικού Κώδικα: «Αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων».
Η διάταξη του άρ. 99 παρ. 1 εδ. α΄ ΠΚ (Ν. 4619/2019) ορίζει ότι εάν κάποιος καταδικαστεί σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για διάστημα από ένα έως τρία έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων.
Από την αντιπαραβολή των δύο διατάξεων προκύπτει ότι η τελευταία είναι ευμενέστερη της πρώτης, δεδομένου ότι πλέον η χορήγηση της αναστολής αποσυνδέεται από την ύπαρξη ή μη προηγούμενων καταδικών, καθώς και του συνολικού ύψους των ποινών που έχουν επιβληθεί.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρ. 2 παρ. 1 ΠΚ (Ν. 4619/2019) «Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου», ενώ κατά την διάταξη του άρ. 465 του ίδιου Κώδικα «Οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα για τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική ποινή, την αναστολή εκτέλεσης της ποινής και την απόλυση υπό όρο εφαρμόζονται για πράξεις που τελέστηκαν μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος».
Το τελευταίο άρθρο, το οποίο συνιστά διάταξη ειδικότερη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ (Ν. 4619/2019), πρέπει να παραμερισθεί –καθόσον αφορά στο συγκεκριμένο ζήτημα– ως αντικείμενο σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος που καθιερώνουν την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του επιεικέστερου νόμου (retroactivity in mitius) και ειδικότερα:
α) στις συνδυασμένες διατάξεις των άρ. 4 και 7 Συντάγματος (αρχές της ισότητας και της νομιμότητας, βλ. ΟλΑΠ 1/2015 ΠοινΧρ 2016, 50),
β) στην διάταξη του άρ. 15 παρ. 1 εδ. γ΄ του κυρωθέντος με το Ν. 2462/1997 Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, όπου ο όρος «ελαφρύτερη ποινή» δεν καταλαμβάνει μόνο το πλαίσιο της ποινής, αλλά ερμηνεύεται ευρέως, ώστε να εμπίπτει και ο τρόπος εκτίσεως αυτής (βλ. την Αναφορά με αριθμό 1764/2008 της κατ’ άρ. 28 ΔΣΑΠΔ συσταθείσας Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην υπόθεση Alekperov v. Ρωσικής Ομοσπονδίας, σκέψη 9.9), και
γ) στο άρ. 7 παρ. 1 της κυρωθείσας με το ν.δ. 53/1974 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων Ανθρώπου, στο πλαίσιο ερμηνείας του οποίου γίνεται δεκτή η υποχρέωση της αναδρομικής εφαρμογής της ευμενέστερης ποινικής διάταξης (βλ. Scoppola v. Ιταλίας (No. 2) [Τμ. Ευρείας Σύνθεσης], αρ. 10249/03, §§ 103-109, ΕΔΔΑ 2009, Gouarré Patte v. Ανδόρρας, αρ. 33427/10, §§ 28-36, ΕΔΔΑ 2016, Koprivnikar v. Σλοβενίας, αρ. 67503/13, § 59, ΕΔΔΑ 2017).
Σημειωτέον ότι το άρ. 49 παρ. 1 περ. γ΄ του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθιερώνει ρητώς την ως άνω αρχή στις περιπτώσεις, όπου εφαρμόζεται ενωσιακό δίκαιο (π.χ. όταν η ποινική διάταξη θεσπίσθηκε ή τροποποιήθηκε, προκειμένου να μεταφερθεί οδηγία, βλ. άρ. 51 παρ. 1 του Χάρτη).
Πάντως, και πριν από την ως άνω ρητή θέσπισή της η αρχή της αναδρομικότητας του ηπιότερου ποινικού νόμου είχε κριθεί ότι αποτελεί μέρος του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης, απορρέουσα από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, και, ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρείται ότι αποτελεί μέρος των γενικών αρχών του ενωσιακού δικαίου, τις οποίες ο εθνικός δικαστής πρέπει να σέβεται κατά την εφαρμογή του εθνικού δικαίου (βλ. αποφάσεις ΔΕΕ της 3ης Μαΐου 2005, Berlusconi κ.λπ., στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-387/02, C-391/02 και C-403/02, EU:C:2005:270, σκέψεις 67-69, της 6ης Οκτωβρίου 2016, Paoletti κ.λπ., C-218/15, EU:C:2016:748, σκέψη 25).
Επομένως, μετά την ισχύ του Ν. 4619/2019 εφαρμοστέο τυγχάνει σε κάθε περίπτωση το άρ. 99 παρ. 1 εδ. α΄ του νέου Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με την διάταξη του άρ. 2 παρ. 1 αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών κατηγορούμενος, του οποίου οι προηγούμενες ποινές δεν επιτρέπουν την χορήγηση αναστολής σύμφωνα με το άρ. 99 παρ. 1 εδ. α΄ του προϊσχύσαντος ΠΚ, καταδικάσθηκε με την παρούσα απόφαση σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, δηλαδή σε ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη.
Επομένως, συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις αναστολής εκτέλεσης της παραπάνω ποινής κατά το άρ. 99 παρ. 1 εδ. α΄ του ΠΚ (Ν. 4619/2019), εφαρμοστέο εν προκειμένω σύμφωνα με την διάταξη του άρ. 2 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα.

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2019

ΜΠρΑθ 1428/19 : ΣΥΓΓΡΑΜΑΤΑ - ΔΙΑΝΟΜΗ ΣΗΜΕΙΩΣΕΩΝ - ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ. Έννοια ''έργου'' ως αντικειμένου πνευματικής ιδιοκτησίας. Περίπτωση σημειώσεων που αποτέλεσαν το εκπαιδευτικό υλικό, το οποίο διανεμήθηκε στους σπουδαστές της πρώτης των καθ’ ων κατά τη διενέργεια των μαθημάτων του Ασφαλιστικού και Εργατικού Δικαίου

 

ΜΠρΑθ 1428/19ΣΥΓΓΡΑΜΑΤΑ - ΔΙΑΝΟΜΗ ΣΗΜΕΙΩΣΕΩΝ - ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ. Έννοια ''έργου'' ως αντικειμένου πνευματικής ιδιοκτησίας. Περίπτωση σημειώσεων που αποτέλεσαν το εκπαιδευτικό υλικό, το οποίο διανεμήθηκε στους σπουδαστές της πρώτης των καθ’ ων κατά τη διενέργεια των μαθημάτων του Ασφαλιστικού και Εργατικού Δικαίου - Πιθανολογείται ότι οι εν λόγω σημειώσεις αποτελούν στο μεγαλύτερο μέρος τους πιστή αντιγραφή συγγράμματος του αιτούντος, καθώς δεν αποτελούν αναπαραγωγή σύντομων αποσπασμάτων του έργου του. Δεδομένου ότι πιθανολογείται η ύπαρξη επείγουσας περίπτωσης, επειδή οι καθ’ ων εξακολουθούν να διανέμουν τις ανωτέρω σημειώσεις και εκ του λόγου αυτού ο αιτών υφίστανται υλική και ηθική βλάβη, συντρέχει νόμιμη περίπτωση να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα. Η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν.


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 1428/2019

Πρ. Πρωτοδικών: ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΝΟΚΑ

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2121/93, οι πνευματικοί δημιουργοί, με την δημιουργία του έργου, αποκτούν πάνω σ’ αυτό πνευματική ιδιοκτησία, που περιλαμβάνει, ως αποκλειστικά και απόλυτα δικαιώματα, το δικαίωμα της εκμετάλλευσης του έργου (περιουσιακό δικαίωμα) και το δικαίωμα της προστασίας του προσωπικού του δεσμού προς αυτό (ηθικό δικαίωμα). Με το άρθρο 2 παρ. 1 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι «Ως έργο νοείται κάθε πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης, ή επιστήμης, που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή, ιδίως τα γραπτά ή προφορικά κείμενα, οι μουσικές συνθέσεις, με κείμενο ή χωρίς, τα θεατρικά έργα, με μουσική ή χωρίς, οι φωτογραφίες, τα έργα των εφαρμοσμένων τεχνών, οι εικονογραφήσεις, οι χάρτες, τα τρισδιάστατα έργα που αναφέρονται στην γεωγραφία, την τοπογραφία, την αρχιτεκτονική ή την επιστήμη». Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το έργο, ως πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης, που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή προσιτή στις αισθήσεις, προστατεύεται από τις εν λόγω και λοιπές διατάξεις του νόμου αυτού, εφόσον ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις της γενικής ρήτρας (άρθρο 2 παρ. 1), δηλαδή εφόσον είναι πρωτότυπο. Η «πρωτοτυπία», η έννοια της οποίας δεν προσδιορίζεται γενικά από το νόμο, είναι κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, η κρίση ότι, κάτω από παρόμοιες συνθήκες και με τους ίδιους στόχους, κανένας άλλος δημιουργός, κατά λογική πιθανολόγηση, δεν θα ήταν σε θέση να δημιουργήσει έργο όμοιο ή ότι παρουσιάζει μια ατομική ιδιομορφία ή ένα ελάχιστο όριο «δημιουργικού ύψους», κάποια απόσταση δηλαδή από τα ήδη γνωστά ή αυτονόητα (ΑΠ 919/07). Τα ανωτέρω δικαιώματα (πνευματικό και ηθικό) των πνευματικών δημιουργών περιλαμβάνουν τις εξουσίες που προβλέπονται ειδικότερα στα άρθρα 3 και 4 αυτού του νόμου. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 στοιχ. δ’, το περιουσιακό δικαίωμα παρέχει στο δημιουργό την εξουσία, εκτός των άλλων, να επιτρέπει ή να απαγορεύει τη θέση σε κυκλοφορία του πρωτοτύπου ή αντιτύπων του έργου, ενώ κατά το στοιχ. ε’ της ίδιας παραγράφου παρέχεται στο δημιουργό η εξουσία να επιτρέπει ή να απαγορεύει την παρουσίαση του έργου στο κοινό. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ. α’ του ίδιου νόμου, το ηθικό δικαίωμα παρέχει στο δημιουργό, μεταξύ άλλων, την εξουσία δημοσιεύσεως, με βάση την οποία ο δημιουργός έχει το δικαίωμα να αποφασίζει για το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο κατά τους οποίους το έργο θα γίνει προσιτό στο κοινό, δηλαδή πότε και πώς θα δημοσιευτεί (ΑΠ 1051/15 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση, ο αιτών ισχυρίζεται ότι οι καθ’ ων, με την έκδοση έντυπων σημειώσεων, αποτελούμενων από 216 αριθμημένες σελίδες με τίτλο «ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ Ν. 4387/16») με εκδότρια την πρώτη των καθ’ ων και φερόμενο συγγραφέα τον δεύτερο των καθ’ ων, τις οποίες διανέμουν στους σπουδαστές της πρώτης εξ αυτών και οι οποίες αποτελούν αντιγραφή δικού του συγγράμματος με τίτλο «Γενικές Αρχές Εργατικού και Ασφαλιστικού Δικαίου και Πρακτικές Εφαρμογές » (Δ’ Έκδοση, Αθήνα 2017), προσβάλλουν τα δικαιώματά του πνευματικής ιδιοκτησίας επί του εν λόγω έργου του και κατόπιν τούτου ζητεί να αρθεί προσωρινά και να παραλείπεται προσωρινά στο μέλλον η προσβολή των πνευματικών του δικαιωμάτων, να απαγορευθεί προσωρινά στους καθ’ ων να διανέμουν στους σπουδαστές της πρώτης των καθ’ ων και περαιτέρω καθ’ οιονδήποτε τρόπο να θέτουν σε κυκλοφορία, να χρησιμοποιούν και να αναπαράγουν τις ανωτέρω αναφερόμενες έντυπες σημειώσεις, να διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση όλων των εκδοθέντων αντιτύπων των ως άνω σημειώσεων οπουδήποτε και αν βρίσκονται, είτε εις χείρας των καθ’ ων είτε εις χείρας τρίτων προσώπων, να απαγορευθεί προσωρινά στους καθ’ ων η έκδοση, η καθ’ οιονδήποτε τρόπο χρήση και η καθ’ οιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή οποιωνδήποτε άλλων εντύπων και ψηφιακών σημειώσεων και βιβλίων που προσβάλλουν την πνευματική του ιδιοκτησία επί του ανωτέρω συγγράμματός του, να απειληθεί κατά των καθ’ ων χρηματική ποινή για κάθε παραβίαση του διατακτικού της απόφασης που θα εκδοθεί και να καταδικασθούν οι καθ’ ων στα δικαστικά του έξοδα.
(...)Πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα: Η πρώτη των καθ’ ων αποτελεί αστική μη κερδοσκοπική εταιρία με νομική προσωπικότητα, η οποία ιδρύθηκε το έτος 1997 από το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών (το οποίο ιδρύθηκε με το άρθρο 1 του ΠΔ 226/92 και στη συνέχεια δυνάμει του άρθρου 38 παρ. 2 του Ν. 2733/99 μετονομάσθηκε σε Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών) και το Σώμα Ορκωτών Λογιστών (το οποίο ιδρύθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 3329/95) με το από 14-4-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό - καταστατικό σύστασης αστικής εταιρίας μη κερδοσκοπικού σκοπού. Καταστατικοί σκοποί της, σύμφωνα με το άρθρο 2 του καταστατικού της είναι: 1)Η εκπαίδευση των μελών του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών. 2)Η επιμόρφωση των μελών του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών. 3)Η κατάρτιση και μετεκπαίδευση πτυχιούχων Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΑΕΙ) και Τεχνολογικών Ιδρυμάτων (ΤΕΙ) στα αντικείμενα των Ορκωτών Ελεγκτών και σε συναφή προς αυτά. 4) Η διενέργεια επιμορφωτικών και εκπαιδευτικών σεμιναρίων προς τρίτους. 5)Η διεξαγωγή έρευνας και η συγγραφή μελετών. 6)Η διοργάνωση ημερίδων και συνεδρίων. 7)Η συγγραφή και έκδοση εγχειριδίων και εκπαιδευτικών βοηθημάτων για τους εκπαιδευόμενους και 8) Η συμμετοχή σε ολοκληρωμένα προγράμματα εκπαίδευσης εθνικών και Κοινοτικών πρωτοβουλιών. Σε πραγμάτωση των καταστατικών σκοπών της έχει οργανώσει μεταπτυχιακό πρόγραμμα που αναφέρεται, κυρίως, στην Εφαρμοσμένη Λογιστική και Ελεγκτική και περιλαμβάνει όλα τα γνωστικά αντικείμενα των επαγγελματικών εξετάσεων, που ορίζονται στο άρθρο 8 του Ν. 3693/08. Η διάρκεια του προγράμματος είναι πάνω από 800 διδακτικές ώρες και πραγματοποιείται σε δύο ετήσιους κύκλους σπουδών, ενώ το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (ΣΟΕΛ), κύριος εταίρος της πρώτης των καθ’ ων, έχει διαμορφώσει εκπαιδευτικούς χώρους στους οποίους παρέχεται από την πρώτη των καθ’ ων η προαναφερθείσα μεταπτυχιακή εκπαίδευση.
Περαιτέρω, ο αιτών, το έτος 1964, απέκτησε την ιδιότητα του δόκιμου ορκωτού λογιστή, το έτος 1983 κατέστη ορκωτός ελεγκτής λογιστής και στις 30-6-2004 συνταξιοδοτήθηκε. Το έτος 1966 συνέγραψε και εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Ερμηνεία και Εφαρμογή της Εργατικής και Ασφαλιστικής Νομοθεσίας» και το έτος 1974 ξεκίνησε να παραδίδει σεμινάρια που διοργανώνονταν από το Σώμα Ορκωτών Λογιστών στο γνωστικό αντικείμενο του εργατικού και του ασφαλιστικού δικαίου. Μετά την ίδρυση της πρώτης των καθ’ ων και έως το έτος 2012 δίδασκε σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα (ΜΕΤΚΕΛ) της πρώτης των καθ’ ων και σε άλλα μεταπτυχιακά προγράμματα, στο εν λόγω δε μεταπτυχιακό πρόγραμμα κατείχε τη θέση του συντονιστή, ενώ στη διδασκαλία τον επικουρούσε μεταξύ άλλων και ο δεύτερος των καθ’ ων, ο οποίος τυγχάνει τέως ορκωτός ελεγκτής λογιστής, παλαιός σπουδαστής του αιτούντος στο πλαίσιο της διδασκαλίας του στο ΣΟΛ. Το έτος 2005, μετά την συνταξιοδότησή του και κατόπιν παρελεύσεως 40 ετών στο λειτούργημα του ορκωτού ελεγκτή λογιστή και 30 ετών στη διδασκαλία και την εκπαίδευση αυτών, συνέγραψε ένα αναλυτικό σύγγραμμα για το ασφαλιστικό και το εργατικό δίκαιο με τίτλο «Γενικές Αρχές Εργατικού και Ασφαλιστικού Δικαίου και Πρακτικές Εφαρμογές», την έκδοση του οποίου ανέλαβε το ίδιο έτος το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, το οποίο αναπαρήγαγε, και ορισμένα από τα αναπαραχθέντα αντίτυπα τα διέθεσε προς πώληση στην αγορά, άλλα δε κατ’ επιλογήν τα διένειμε δωρεάν, ιδίως σε σπουδαστές της πρώτης των καθ’ ων. Η αμοιβή του αιτούντος για τα συγγραφικά του δικαιώματα ορίστηκε σε ποσοστό 30% επί της τιμής της λιανικής του πώλησης, που κατά περίπτωση θα καθόριζε το ΣΟΕΛ. Το ως άνω σύγγραμμα επανεκδόθηκε σε τρεις ακόμη εκδόσεις, από την πρώτη των καθ’ ων. Ειδικότερα η Δ’ έκδοση αφορά βιβλίο 807 σελίδων, το οποίο η πρώτη των καθ’ ων αναπαρήγαγε σε 550 αντίτυπα από τον Σεπτέμβριο του έτους 2017 έως τον Απρίλιο του έτους 2018. Ορισμένα από τα αναπαραχθέντα αντίτυπα στη συνέχεια τα διέθεσε προς πώληση στην αγορά, άλλα δε κατ’ επιλογήν τα διένειμε δωρεάν, ιδίως σε σπουδαστές της. Για την αμοιβή του για τα συγγραφικά του δικαιώματα ίσχυσε ό,τι ακριβώς είχε ισχύσει και για τις προηγούμενες εκδόσεις. Ακολούθως, τον Ιούνιο του έτους 2018 ο αιτών με αίτησή του, γνωστοποίησε στην πρώτη των καθ’ ων την ανάγκη νέας (Ε’) έκδοσης του βιβλίου, με την προσθήκη 90 σελίδων. Η πρώτη των καθ’ ων δέχθηκε την πρότασή του και τον ενημέρωσε ότι το Διοικητικό της Συμβούλιο αποφάσισε ομόφωνα την επανέκδοση (Ε’) του βιβλίου με την προσθήκη 90 επιπλέον σελίδων. Επειδή όμως έως τις 25-7-2018 δεν υπήρχε καμία εξέλιξη, ο αιτών υπέβαλε στην πρώτη των καθ’ ων την από 25-7-2018 επιστολή, με την οποία διαμαρτυρήθηκε για την καθυστέρηση και εξέθεσε ότι σε περίπτωση κατά την οποία η πρώτη των καθ’ ων δεν θα προχωρούσε στην επανέκδοση του βιβλίου, η συνεργασία τους θα διακοπτόταν και τη νέα έκδοση του βιβλίου θα αναλάμβανε ο ίδιος προσωπικά και ως εκ τούτου η πρώτη των καθ’ ων δεν θα είχε το δικαίωμα να εκδίδει το βιβλίο του ή να το χρησιμοποιεί χωρίς την έγγραφη άδειά του. Η πρώτη των καθ’ ων απήντησε στην ως άνω επιστολή με το από 26-7-2018 έγγραφο, στο οποίο αναφέρεται ότι:«Σε απάντηση της από 25-7-2018 επιστολής σας, σας γνωρίζουμε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο (...) αποφάσισε ομόφωνα να μην αναλάβει την έκδοση του νέου βιβλίου σας. Όσον αφορά στα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας των παλαιότερων εκδόσεων του βιβλίου σας, το Διοικητικό Συμβούλιο έχει αναθέσει τη διερεύνηση του θέματος στους Π.Π και Α.Τ.». Κατόπιν τούτου ο αιτών υπέβαλε στην πρώτη των καθ’ ων την από 29-8-2018 επιστολή, με το εξής περιεχόμενο: «Όπως γνωρίζετε το ΔΣ του ΙΕΣΟΕΛ στη συνεδρίαση της 27-6-2018 όπως και στις προηγούμενες αποφάσισε να αναλάβει την Ε’ έκδοση του βιβλίου μου. Στη συνέχεια και στη συνεδρίαση της 25-7-2018 ανακάλεσε την ανωτέρω απόφασή του και δεν θα αναλάβει αυτή την έκδοση. Οι εισηγητές όμως, μέχρι και τον Ιούνιο του 2018, για τη διδασκαλία στα σεμινάρια χρησιμοποιούσαν το βιβλίο μου σε ηλεκτρονική του αντιγραφή (προβολή κ.λπ.) του θεωρητικού μέρους όπως και των παραδειγμάτων του. Μετά την ακύρωση της Ε’ έκδοσης του βιβλίου από το ΙΕΣΟΕΛ παρακαλώ να ενημερώσετε τους εισηγητές ότι δεν τους παρέχεται το δικαίωμα να χρησιμοποιούν με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά ή περιληπτικά το βιβλίο μου. Σε περίπτωση που θα χρησιμοποιηθούν αποσπάσματα από το βιβλίο μου θα ασκήσω τα νόμιμα δικαιώματά μου».

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2019

Καλύτερη προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος: Νέοι κανόνες σε επίπεδο ΕΕ για το 2021



Η ΕΕ εξασφαλίζει υψηλό επίπεδο προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος σε ευρύ φάσμα τομέων, όπως οι δημόσιες συμβάσεις, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η ασφάλεια των προϊόντων και των μεταφορών, η πυρηνική ασφάλεια, η δημόσια υγεία, η προστασία των καταναλωτών και των δεδομένων.
Σήμερα το Συμβούλιο ενέκρινε τύποις τους νέους κανόνες για την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος. Οι νέοι κανόνες απαιτούν τη δημιουργία ασφαλών διαύλων αναφοράς τόσο εντός του ίδιου του οργανισμού —ιδιωτικού ή δημόσιου— όσο και στις δημόσιες αρχές. Επίσης, θα προσφέρουν υψηλό επίπεδο προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος έναντι πιθανών αντιποίνων και θα υποχρεώσουν τις εθνικές αρχές να ενημερώνουν δεόντως τους πολίτες και να εκπαιδεύουν τους δημοσίους υπαλλήλους σχετικά με τον τρόπο χειρισμού των καταγγελιών.
Στη συνέχεια, τα κείμενα θα υπογραφούν επισήμως και θα δημοσιευθούν στην Επίσημη Εφημερίδα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεταφέρουν τους νέους κανόνες στην εθνική τους νομοθεσία εντός προθεσμίας δύο ετών.
Η ΕΕ είναι αποφασισμένη να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία ενός δημοκρατικού συστήματος βασιζόμενου στο κράτος δικαίου. Αυτό συνεπάγεται την εγγύηση, σε ολόκληρη την ΕΕ, υψηλού επιπέδου προστασίας για τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος που έχουν το θάρρος να μιλήσουν. Κανείς δεν θα πρέπει να διακινδυνεύει τη φήμη ή τη θέση εργασίας του επειδή αποκάλυψε παράνομες ενέργειες.
Anna-Maja Henriksson, Υπουργός Δικαιοσύνης της Φινλανδίας

Τα κυριότερα στοιχεία του συμβιβαστικού κειμένου περιλαμβάνουν τα εξής:

Δημιουργία διαύλων αναφοράς εντός των εταιρειών/διοικήσεων: το κείμενο προβλέπει την υποχρέωση δημιουργίας ουσιαστικών και αποτελεσματικών διαύλων αναφοράς εντός των εταιρειών που απασχολούν περισσότερους από 50 εργαζόμενους ή στις πόλεις άνω των 10.000 κατοίκων. Αυτό θα συμβάλει στην ανάπτυξη υγιούς εταιρικής νοοτροπίας.

Ιεράρχηση των διαύλων αναφοράς: οι μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος προτρέπονται να χρησιμοποιούν κατ’ αρχάς τους εσωτερικούς διαύλους της εταιρείας τους, προτού στραφούν προς τους εξωτερικούς διαύλους που θα πρέπει να δημιουργήσουν οι δημόσιες αρχές. Σε κάθε περίπτωση, οι καταγγέλλοντες δεν χάνουν την προστασία τους εάν αποφασίσουν να χρησιμοποιήσουν εξαρχής τους εξωτερικούς διαύλους.

Με τους νέους κανόνες προστατεύονται περισσότερα προφίλ: Στα προστατευόμενα πρόσωπα περιλαμβάνεται μεγάλος αριθμός ατόμων που θα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες για παραβάσεις στο εργασιακό τους πλαίσιο, π.χ. υπάλληλοι, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων υπαλλήλων σε εθνικό/τοπικό επίπεδο, εθελοντές και ασκούμενοι, μη εκτελεστικά στελέχη, μέτοχοι κ.λπ.

Ευρύ πεδίο εφαρμογής: οι νέοι κανόνες θα καλύπτουν τομείς όπως οι δημόσιες συμβάσεις, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, η πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η δημόσια υγεία κ.λπ. Για λόγους ασφαλείας δικαίου, στο παράρτημα της οδηγίας περιλαμβάνεται κατάλογος όλων των καλυπτόμενων νομοθετικών πράξεων της ΕΕ. Κατά την εφαρμογή των νέων κανόνων, τα κράτη μέλη μπορούν να δρουν και πέραν του καταλόγου αυτού.

Μέτρα στήριξης και προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος: οι κανόνες προβλέπουν διασφαλίσεις για την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος από αντίποινα, όπως απόλυση, υποβιβασμός και εκφοβισμός. Προστατεύονται επίσης εκείνοι που βοηθούν τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος, όπως οι συνάδελφοι και οι συγγενείς τους. Η οδηγία περιλαμβάνει επίσης κατάλογο όλων των μέτρων στήριξης που θα τεθούν σε εφαρμογή υπέρ των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος.

Υποχρέωση των αρχών και των επιχειρήσεων να παρέχουν ενημέρωση: οι κανόνες προβλέπουν την υποχρέωση των αρχών να απαντούν και να δίνουν συνέχεια στις καταγγελίες των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος εντός 3 μηνών (με δυνατότητα παράτασης σε 6 μήνες για τους εξωτερικούς διαύλους σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις).

Ιστορικό
Οι μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος είναι τα πρόσωπα που καταγγέλλουν, όταν τα διαπιστώνουν στο πλαίσιο της εργασίας τους, παραπτώματα που μπορούν να βλάψουν το δημόσιο συμφέρον έχοντας, για παράδειγμα, αρνητικές επιδράσεις στο περιβάλλον, τη δημόσια υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών, καθώς και τα δημόσια οικονομικά.
Η προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος σήμερα χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό. Επί του παρόντος, μόνο δέκα χώρες της ΕΕ διαθέτουν πλήρη νομοθεσία για την προστασία τους. Σε επίπεδο ΕΕ, μόνον σε πολύ περιορισμένο αριθμό τομέων (κυρίως στους τομείς των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών) υπάρχει νομοθεσία που περιλαμβάνει μέτρα για την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος.
Σε μελέτη που διεξήγαγε η Επιτροπή το 2017, εκτιμήθηκε ότι οι απώλειες δυνητικών κερδών που οφείλονται στην έλλειψη προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος, μόνο για τις δημόσιες συμβάσεις, κυμαίνονται από 5,8 ως 9,6 δισ. ευρώ ετησίως για την ΕΕ συνολικά