Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2016

"Τάσεις και Όψεις της Tιμωρητικότητας του Kοινού στην Ελλάδα και στην Ευρώπη: Eυρήματα από την Ευρωπαϊκή Κοινωνική Έρευνα 2010" [της Δρ. Αναστασίας Χαλικά, Κοινωνιολόγου-Εγκληματολόγου]


Ι. Εισαγωγικά περί τιμωρητικότητας του κοινού

Η διερεύνηση της έννοιας της τιμωρητικότητας του κοινού σε θεωρητικό και εμπειρικό επίπεδο, ενώ διαθέτει μακρά παράδοση στη διεθνή βιβλιογραφία, στην Ελλάδα είναι σχετικά πρόσφατη, δεδομένου ότι έως τώρα έχει διενεργηθεί μία έρευνα[1] στην περιοχή της πρωτευούσης με επιστημονικά υπευθύνους την Καθηγήτρια του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου Χρ. Ζαραφωνίτου και τον Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Ν.Κουράκη και άλλη μία στο πλαίσιο εκπόνησης διδακτορικής διατριβής από τη γράφουσα.[2]Η Καθηγήτρια Χρ. Ζαραφωνίτου είναι εκείνη η οποία και καθιέρωσε στην ελληνική τον όρο τιμωρητικότητα. Ο όρος συμπεριελήφθη πρώτη φορά στο άρθρο «Οι (ανα)παραστάσεις του κοινού για το εγκληματικό φαινόμενο», στο Αφιέρωμα στη μνήμη Η.Δασκαλάκη (1991).[3]
Ως τιμωρητικός αναφέρεται αυτός που έχει την τάση προς εκδίκηση, τιμωρία με αντίθετό του, τον «συγγνωμονικό».[4] Χαρακτηριστικό είναι, επίσης, πως ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι η τιμωρία προέρχεται από το θυμό και την οργή που προκλήθηκαν από την πράξη («δια θυμόν δε και οργήν τα τιμωρητικά», Αριστλ. Ρητ. 1368b, 12).[5]
Η κοινωνική αντίδραση απέναντι στο έγκλημα και ειδικότερα η επιβολή ποινικών κυρώσεων (τιμωρία του δράστη), ενταγμένη στο πλαίσιο ενός κράτους δικαίου και σύμφωνη με τις αρχές του νομικού μας πολιτισμού και τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, καθίσταται κοινωνικά αποδεκτή και αναγκαία ως προς τη συμβολή της στην εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας. Η ένταση της αντίδρασης, όμως, πάνω από ένα «όριο» είναι που καθορίζει τη μετάβασή της σε ένα άλλο επίπεδο· αυτό της τιμωρητικότητας. Βασική αρχή, προκειμένου να βρεθεί το σημείο τομής ή η ειδοποιός διαφορά μεταξύ τιμωρίας και τιμωρητικότητας είναι η απαγόρευση της υπερβολής, η οποία αναλύεται περαιτέρω σε δύο άλλες αρχές: την αρχή της αναγκαιότητας και την αρχή της αναλογικότητας.[6] Υπό αυτό το πρίσμα, η τιμωρητικότητα του κοινού υποδηλώνει την υπέρβαση του κανόνα και την απαίτηση για συνεχή αύξηση και αυστηροποίηση των μέτρων αναφορικά με την αντιμετώπιση του εγκλήματος, ακυρώνοντας τη σπουδαιότητα της αναγκαίας, κατάλληλης και ελάχιστης ποινής που αποτελεί κατάκτηση του νομικού μας πολιτισμού στο πλαίσιο της οριοθέτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ο M.Killias διακρίνει την τιμωρητικότητα σε «υποκειμενική» και «αντικειμενική», με την πρώτη να αφορά το μικροκοινωνιολογικό επίπεδο και τη δεύτερη το μακροκοινωνιολογικό.[7]Η «υποκειμενική» τιμωρητικότητα αφορά «την εκφρασμένη επιθυμία[…] οι ποινές και απαντήσεις στο έγκλημα, κυρίως από την πλευρά της αστυνομίας να γίνουν αυστηρότερες»[8] και η «αντικειμενική» αναφέρεται «στην αυστηρότητα των ποινών που μια κοινωνία επιβάλλει στους καταδικασθέντες».[9] Κατʼ αναλογία με την ανωτέρω διάκριση, η τιμωρητικότητα μπορεί να διαχωριστεί σε «επίσημη» και «άτυπη». Η επίσημη τιμωρητικότητα αφορά το σύνολο των τιμωρητικών θεσμοθετημένων μέτρων (θεσμικό πλαίσιο) για την αντιμετώπιση της παρέκκλισης και του εγκλήματος και η άτυπη τιμωρητικότητα τις τιμωρητικές στάσεις των πολιτών απέναντι στην αντιμετώπιση της παρέκκλισης και του εγκλήματος.
Μεταξύ της επίσημης και της άτυπης τιμωρητικότητας διαπιστώνεται αλληλεπίδραση και διαρκής ανατροφοδότηση συμβολικού και νομιμοποιητικού χαρακτήρα. Και οι δύο μορφές, επίσης, προϋποθέτουν έναν ορισμό του εγκλήματος, ο οποίος, ιδίως στην περίπτωση της επίσημης τιμωρητικότητας, ταυτίζεται με το νομικό ορισμό.[10] Κατʼ ουσίαν, η επίσημη τιμωρητικότητα προσδιορίζεται από τον ποινικό νόμο, την προβλεπόμενη κύρωση και τις δικαστικές αποφάσεις και η άτυπη βρίσκεται σε διαρκή αλληλεπίδραση μαζί τους. Από την άλλη πλευρά, η επίσημη τιμωρητικότητα επηρεάζει την άτυπη σε σημαντικό βαθμό, ειδικότερα π.χ. ως προς τις εναλλακτικές μορφές αντιμετώπισης του εγκλήματος, τις οποίες δυσκολεύονται να εμπιστευτούν οι πολίτες, όταν το κράτος δεν τις υιοθετεί εμπράκτως στην επίσημη ατζέντα του, και, συνεπώς, οι στάσεις απέναντί τους παραμένουν επιφυλακτικές. Γενικότερα, οι ʽποινικές παραδόσειςʼ μιας χώρας συναρτώνται με τις στάσεις απέναντι στην τιμωρία.[11]
Η προσπάθεια της ερευνητικής αποτύπωσης των στάσεων των πολιτών απέναντι στην τιμωρία είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι επιτελούν συγκεκριμένες κοινωνικές λειτουργίες και ενέχουν σημαντική πολιτική και πολιτισμική σημασία. Για να χαρακτηρισθεί μια πράξη ως έγκλημα, σύμφωνα με τη δεύτερη (ψυχοκοινωνική) προϋπόθεση που θέτει ο Pinatel, θα πρέπει να θεωρείται από την πλειονότητα των κοινωνών ως τέτοιο και, συνεπώς, σύμφωνα με τον Ιάκ.Φαρσεδάκη, «σε μια δημοκρατική κοινωνία, είναι αναγκαία η διεξαγωγή ερευνών στάσεων του πληθυσμού».[12] Οι στάσεις, επομένως, διαθέτουν κοινωνική βαρύτητα, όπως οι θεσμοθετημένοι τρόποι που επιλέγει η κοινωνία σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο για να αντιμετωπίσει το έγκλημα και να τιμωρήσει τους δράστες. Αξίζει να αναφέρει κανείς τον οιονεί ορισμό του πολίτη από τον Αριστοτέλη ως εκείνου που μετέχει στην εξουσία και στην απονομή δικαιοσύνης.[13] Οι στάσεις απέναντι στην τιμωρία αλλά και η συμμετοχή των πολιτών στην αντιμετώπιση του εγκλήματος συνιστούν συνθήκη που ορίζει τόσο τη σχέση τους με την πολιτική όσο και τη σχέση τους με το δίκαιο.[14] Με αυτό τον τρόπο το δίκαιο και η πολιτική αποτελούν έννοιες που συνδέονται όχι μόνο με την επίσημη τιμωρητικότητα αλλά και με την άτυπη, καθιστώντας τον πολίτη ως τον «σημαντικό άλλο» στην οργάνωση των απαντήσεων απέναντι στο έγκλημα.

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2016

ΑΠ 705/2015: Στοιχεία εγκλήματος υπεξαίρεσης (375 ΠΚ). Κακουργηματική μορφή. Ευμενέστερος νόμος


Βασικά νομικά ζητήματα:
Στα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 263 Α ΠΚ περιλαμβάνονταν, (υπό δ) τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου στα οποία κατά τις κείμενες διατάξεις μπορούν να διατεθούν από το Δημόσιο, από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή από τις Τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή κατά το νόμο ή το καταστατικό τους επιχορηγήσεις ή χρηματοδοτήσεις. Η διάταξη αυτή καταργήθηκε με την υποπαράγραφο ΙΕ.12 του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014, που ισχύει από 7.4.2014, και επανανομοθετήθηκε με το άρθρο 50 του ν. 4262/2014, που ισχύει από 10.5.2014, όπως είχε προ της καταργήσεώς της, ως περίπτωση ε στο άρθρο 263Α ΠΚ. Την ημέρα που απαγγέλθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατ’ άρθρ. 2 παρ. 2 του ΠΚ, δεν είχαν εφαρμογή στην περίπτωση του κατηγορουμένου ούτε η επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, ούτε και η προϋποθέτουσα αυτήν διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ΝΔ 2476/1953, διότι είχε καταργηθεί η άνω περίπτωση δ του άρθρου 263 Α του ΠΚ. Όμως, κατά τη μειοψηφούσα γνώμη ενός μέλος του Δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος, θα έπρεπε να μην εφαρμοστεί ο επιεικέστερος ν. 4254/7-4-2014, υποπαρ. ΙΕ-12, με τον οποίο απαλείφθηκε η μέχρι τότε υφισταμένη και ισχύουσα περ. δ’ του άρθρου 263 Α του ΠΚ, γιατί το περιεχόμενο της παραπάνω διάταξης είναι αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 47 παρ. 3, 4 και 26 του Συντάγματος. Και αυτό, επειδή εισήχθη νόμος που περιέχει συγκαλυμμένη αμνηστία, έπαυσε την ποινική ευθύνη και κατ’ αποτέλεσμα παρέσχε νομοθετικά άφεση ποινικής ευθύνης αμνηστεύοντας σοβαρές κακουργηματικές πράξεις, κυρίως διαφθοράς υπαλλήλων νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, ενέργεια που ανήκει στη δικαστική λειτουργία, και ασκείται αποκλειστικά από τα δικαστήρια και όχι από τη νομοθετική εξουσία.

(...) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδαφ. α του ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτούνται: α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο. Η αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, είναι όμως αναγκαίος ο προσδιορισμός της, όταν η υπεξαίρεση χαρακτηρίζεται ότι έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, περί του οποίου, ως ζητήματος περί τα πράγματα, κρίνει ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας. β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στον δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά τον χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να το ιδιοποιήθηκε παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη, ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος, δ) δολία προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα την συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και την θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεώς του στον ιδιοκτήτη. 

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2016

ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ [2016 final - edition 2016]


    Το κείμενο του νόμου έχει αναρτηθεί στο Helleniclawyer.eu και έχει επεξεργαστεί απο τον Πέτρο Ντερέκη, Δικηγόρο Πατρών 


    Περιεχόμενα :

  • ΒΙΒΛΙΟ 1ο ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ 1-207 
  • ΒΙΒΛΙΟ 2ο ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΑ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ 208-494 
  • ΒΙΒΛΙΟ 3ο ΈΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΠΕΣ 495-590
  • ΒΙΒΛΙΟ 4ο ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ 591-681Δ 
  • ΒΙΒΛΙΟ 5ο ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ 682-738 
  • ΒΙΒΛΙΟ 6ο ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ 739-866 
  • ΒΙΒΛΙΟ 7ο ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ 867-903
  • ΒΙΒΛΙΟ 8ο ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ 904-1054 
  • Εισαγωγικός Νόμος Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας 1-76
  • Στο τέλος να δοθεί προσοχή στις μεταβατικές διατάξεις του νόμου 4336/2015.-

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

"ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΠΙ ΤΡΟΧΑΙΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΛΛΟΔΑΠΟΤΗΤΑΣ * - (Με αφορμή τις υπ’ αριθμ. 53/2012 και 597/2012 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών)" [του Γεωργίου Κ. Αμπατζή Δικηγόρου ε.τ.]


Οι πάρα κάτω δημοσιευόμενες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, δηλαδή οι υπ’αριθ. 53/2012 (προδικαστική) και 597/2012 (οριστική), με αφορμή το τροχαίο ατύχημα που αναφέρεται σε αυτές και το οποίο συνέβη στην αλλοδαπή, κλήθηκαν να αποφανθούν για ζητήματα τα οποία παρουσιάζουν ενδιαφέρον λόγω των στοιχείων της αλλοδαπότητας που εμφανίζει η υπόθεση με την οποία ασχολήθηκαν. Τα ζητήματα αυτά είναι τα ακόλουθα:

Α. 1. Η Διεθνής Δικαιοδοσία των Ελληνικών Δικαστηρίων όταν το ατύχημα συμβαίνει σε άλλο Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Υπό το καθεστώς της συμβάσεως των Βρυξελλών της 27-9-1968 για τη «Διεθνή Δικαιοδοσία και Εκτέλεση αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις», η οποία κυρώθηκε στην Ελλάδα με το Ν. 1814/1988, υπήρξε αντικείμενο έντονης διαφωνίας τόσο στα πλαίσια του τότε ΔΕΚ (σήμερα ΔΕΕ) όσο και της ελληνικής νομολογίας, ως προς τις προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να εναχθεί ο αλλοδαπός ασφαλιστής στον τόπο της κατοικίας του παθόντος[1]. Τομή στην πάρα πάνω διακύμανση αποτέλεσε ο Κανονισμός 44/2001, ο οποίος αντικατέστησε τη Σύμβαση των Βρυξελλών και άρχισε να ισχύει στην Ελλάδα από την 1-3-2002, και η ερμηνεία των κρίσιμων διατάξεών του (αρθ. 9 παρ. 1 στοιχείο β΄και 11 παρ. 2 αυτού) από το ΔΕΚ. Το τελευταίο με την υπ’αριθ. C 463/2006 απόφασή του δέχθηκε ότι ο ασφαλιστής που έχει την έδρα του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου στον οποίο έχει την κατοικία του ο ζημιωθείς. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή αποτελεί ειδικώτερη εκδήλωση της αρχής της εύνοιας προς τον ζημιωθέντα σε τροχαίο ατύχημα που διαπνέει τον πάρα πάνω Κανονισμό, αφού είναι ολοφάνερη η διευκόλυνσή του να εγείρει την αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου της χώρας στην οποία κατοικεί σε σύγκριση με τις δυσκολίες που συνεπάγεται γι’αυτόν η έγερση της αγωγής στην αλλοδαπή και μάλιστα στο κράτος μέλος στο οποίο έχει την έδρα του ο αλλοδαπός ασφαλιστής. Τη θέση αυτή του ΔΕΚ υιοθέτησε με πάγιο τρόπο ο Άρειος Πάγος (ΑΠ  584/2014, 419/2012, 37/2012, 487/2011 και 640/2010 δημοσιευμένες όλες σε ΕπιθΣυγκΔικ τόμος 2014 σελ. 562 κ.επ. και 566 κ.επ., τ. 2012 σελ. 85 κ.επ., 304 κ.επ. και τ. 2010 σελ. 176 κ.επ., αντίστοιχα).
Εκείνο το οποίο πρέπει να επισημανθεί είναι ότι η έννοια της κατοικίας, προς συγκρότηση της αρμοδιότητας του ημεδαπού δικαστηρίου και της αντίστοιχης διεθνούς δικαιοδοσίας αυτού σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ΚΠολΔικ, προϋποθέτει την απόδειξη από τον ενάγοντα των στοιχείων τα οποία θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του ότι αυτός έχει την κατοικία του στην Ελλάδα. Δηλαδή ο ενάγων πρέπει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν τόσο την υλική πλευρά της πραγματικής εγκατάστασής του σε ορισμένο τόπο της ημεδαπής όσο και το βουλητικό στοιχείο αυτής της μόνιμης εγκατάστασης. Αν ο εναγόμενος ασφαλιστής αμφισβητήσει την ιδιότητα του ενάγοντα ότι αυτός είναι μόνιμος κάτοικος Ελλάδας και ο ενάγων δεν αποδείξει ότι οι προϋποθέσεις αυτές συντρέχουν στο πρόσωπό του, τότε η αγωγή απορρίπτεται λόγω ελλείψεως κατά τόπον αρμοδιότητας και συνακόλουθης διεθνούς δικαιοδοσίας των ημεδαπών δικαστηρίων (ΑΠ 379/2013 δημοσιευόμενη πάρα κάτω). Τόσο η πρώτη (προδικαστική) όσο και η δεύτερη (οριστική) από τις πάρα πάνω αποφάσεις του ΜονΠρωτΠατρών ακολούθησαν την ερμηνευτική εκδοχή που θέσπισε το ΔΕΚ και οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου, η πρώτη μάλιστα από αυτές με εκτενή αιτιολογία.

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

Μον. Πρ. Λαμίας 17/2016, Νέος ΚΠολΔ: Δεν επιφέρει ακυρότητα η μη αναγραφή ΑΦΜ, ΔΟΥ Διαδίκου και email Δικηγόρου


Σύμφωνα με την υπ. αριθμ. 17/2016 απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Λαμίας "η παράλειψη αναγραφής στο δικόγραφο της ανακοπής, των στοιχείων που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 118ΚΠολΔ (όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το ν. 4335/2015), ήτοι ΑΦΜ και Δ.Ο.Υ. ανακόπτοντος καθώς και διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του πληρεξούσιου δικηγόρου, δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, εφόσον στην ως άνω διάταξη, δεν ορίζεται καμία δικονομική συνέπεια σε περίπτωση μη αναγραφής των ανωτέρω στοιχείων, τα οποία δύνανται να συμπληρωθούν εκ των υστέρων, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού του καθ’ου. Επομένως, πρέπει η ανακοπή να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν."

Aριθμός Αποφάσεως 17/2016
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΜΙΑΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη δικαστή Θεοδώρα Θεοδοσιάδου, Πρόεδρο Πρωτοδικών που ορίσθηκε με κλήρωση, χωρίς Γραμματέα.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στη Λαμία, στις 14 Ιανουαρίου 2016, για να δικάσει την υπ’ αριθ., εκθέσεως καταθέσεως 27/Ασφ10/2016 ανακοπή με αντικείμενο διόρθωση έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΟΣ:……………………………………., κατοίκου Λιβανάτων Λοκρίδος Νομού Φθιώτιδος, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του ΝΠ, ο οποίος κατέθεσε έγγραφο σημείωμα.
ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: ………………………………………….. κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του ΚΜ, ο οποίος κατέθεσε έγγραφο σημείωμα.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υποθέσεως στο ακροατήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν προφορικώς τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1167 εδ. α ΑΚ η επικαρπία, εφόσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, αποσβήνεται με το θάνατο του επικαρπωτή. Με το θάνατο του επικαρπωτή, η επικαρπία επιστρέφει (υποστρέφει) αυτομάτως στην κυριότητα από την οποία είχε αποσπασθεί, δηλαδή ενώνεται με την ψιλή κυριότητα σε πλήρη κυριότητα. Όταν η απόσβεση της επικαρπίας με το θάνατο του επικαρπωτή λάβει χώρα στην περίπτωση εκκρεμότητας της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης με αφετηρία την κατάσχεση της ψιλής κυριότητας, εμφανίζεται το ζήτημα της επίδρασης της ανωτέρω υποστροφής της επικαρπίας επί της ήδη κατασχεμένης ψιλής κυριότητας. Σύμφωνα με μία άποψη, η υποστροφή της επικαρπίας δεν ασκεί καμία επίδραση επί της υφιστάμενης κατάσχεσης της ψιλής κυριότητας, με αφετηρία την αρχή ότι με την κατάσχεση, η οποία αποτελεί θεμελιώδη πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας αποχωρίζεται από την περιουσία του οφειλέτη και τίθεται υπό υλική και νομική δέσμευση ορισμένο δικαίωμα, το οποίο και μόνο άγεται σε πλειστηριασμό και μεταβιβάζεται στον υπερθεματιστή. Κατά την ορθότερη όμως άποψη, που και το παρόν Δικαστήριο υιοθετεί, η υφιστάμενη κατάσχεση της ψιλής κυριότητας μετά το θάνατο του επικαρπωτή, περιλαμβάνει πλέον την πλήρη κυριότητα (ως απόρροια της αρχής της ελαστικότητας, η οποία ενυπάρχει στο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας και προσδιορίζει αυτήν) και δεσμεύει όλες τις εξουσίες του κυρίου, μεταξύ των οποίων αναμφισβήτητα συγκαταλέγεται και η ελπίδα του ψιλού κυρίου να απορροφήσει τις εξουσίες και χρησιμότητες του πράγματος που αποτελούν το περιεχόμενο της επικαρπίας. Εξάλλου, υπέρ της αυτοδίκαιης επέκτασης της κατάσχεσης επί της επικαρπίας η οποία, μετά το θάνατο του επικαρπωτή, δεν έχει πλέον αυθυπαρξία, συνηγορεί και η διάταξη του άρθρου 992 παρ. 3 ΚΠολΔ, που επεκτείνει την κατάσχεση του ακινήτου επί των συστατικών του, καίτοι αυτά δεν μνημονεύθηκαν στην κατασχετήρια έκθεση του ακινήτου. Εφόσον η επέκταση αυτή λαμβάνει χώρα επί συστατικών, που έχουν φυσική αυτοτέλεια, κατά μείζονα λόγο τούτο πρέπει να συμβαίνει επί της επικαρπίας, που αποτελεί σάρκα της κυριότητας. Με την ανωτέρω επέκταση δεν ωφελούνται αδικαιολογήτως οι δανειστές ή ο υπερθεματιστής εις βάρος του οφειλέτη. Οι δανειστές προβαίνουν στην κατάσχεση της ψιλής κυριότητας και οι πλειοδότες, προτιθέμενοι να πλειοδοτήσουν κατά τον πλειστηριασμό, υπολογίζουν πρωτίστων επί της αποσβέσεως της επικαρπίας, από την οποία αποξενώθηκε ήδη με την κατάσχεση ο οφειλέτης, μη δυνάμενος να μεταβιβάσει αυτήν σε τρίτο ή να συστήσει νέα (αρθ. 997 ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια, ούτε καν για σύγκρουση εκατέρωθεν συμφερόντων είναι δυνατόν να γίνει λόγος (ΑΠ 1657/2001, ΕφΘεσ 418/2010, ΕφΑθ 9371/2001, Μπρίνιας: Αναγκ. Εκτελ. Παρ 498α.
O ανακόπτων, καθ’ ού η εκτέλεση, επικαλούμενος έννομο συμφέρον ζητά να διορθωθεί η υπ’ αριθμ. 1871/2.7.2014 αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου και η υπ’ αριθμ. 1925/2015 Β’ επαναληπτική περίληψη αυτής, που συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Λαμίας Δημήτριος Μαγγίπας, δυνάμει της οποίας εκτίθεται σε αναγκαστικό δημόσιο πλειστηριασμό, την 20.1.2016, το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας επί της αναφερόμενης σ’ αυτήν, ακίνητης περιουσίας του, με επίσπευση του καθ’ου η ανακοπή, επειδή, όπως ισχυρίζεται, η αξία του κατασχεθέντος είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που αναφέρεται στην ως άνω έκθεση, δεδομένου ότι, μετά την κατάσχεση του δικαιώματος της ψιλής κυριότητας που εκτίθεται σε πλειστηριασμό, έχει επέλθει υποστροφή της επικαρπίας λόγω θανάτου της επικαρπώτριας μητέρας του και ως εκ τούτου ο υπερθεματιστής θα αποκτήσει δικαιώματα πλήρους κυριότητας επί του εκπλειστηριασθέντος.

H ανακοπή, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (καθόσον η επιταγή προς εκτέλεση επιδόθηκε στον ανακόπτοντα πριν την 1.1.2016 και συγκεκριμένα επιδόθηκε την 27.5.2014, άρθρο 9 παρ.3 του ν.4335/2015) αρμοδίως καθ’ύλην και κατά τόπο φέρεται για να δικασθεί από το Δικαστήριο αυτό, με την προκείμενη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 954§4 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η παράλειψη αναγραφής στο δικόγραφο της ανακοπής, των στοιχείων που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 118ΚΠολΔ (όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το Ν.4335/2015), ήτοι ΑΦΜ και Δ.Ο.Υ. ανακόπτοντος καθώς και διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του πληρεξούσιου δικηγόρου, δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, εφόσον στην ως άνω διάταξη, δεν ορίζεται καμία δικονομική συνέπεια σε περίπτωση μη αναγραφής των ανωτέρω στοιχείων, τα οποία δύνανται να συμπληρωθούν εκ των υστέρων, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού του καθ’ου. Επομένως, πρέπει η ανακοπή να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

ΕιρΘηβών 78/2015: Πνευματική ιδιοκτησία - ΑΕΠΙ (Ελληνική Εταιρεία προς Προστασία της Πνευματικής Ιδιοκτησίας) - Υπό εκκαθάριση ομόρρυθμη εταιρεία - Ικανότητα διαδίκου - Πρόσθετη παρέμβαση ομόρρυθμων εταίρων - Έννομο συμφέρον


Αγωγή ΑΕΠΙ (Ελληνικής Εταιρείας προς Προστασία της Πνευματικής Ιδιοκτησίας) με την οποία εκθέτει ότι η εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρεία διατηρεί και εκμεταλλεύεται στο κέντρο της Θήβας μια καφετέρια και στο πλαίσιο της λειτουργίας της προέβαινε σε δημόσια εκτέλεση με μηχανικά μέσα και σε εκμετάλλευση έργων, που ανήκουν στο προστατευόμενο από την ενάγουσα μουσικό ρεπερτόριο και ζητεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2121/1993 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ΑΚ για την αδικοπραξία αποζημίωση καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Άσκηση προφορικώς πρόσθετης παρέμβασης από τους ομόρρυθμους εταίρους οι οποίοι είναι εκκαθαριστές της εναγόμενης εταιρείας.
Κρίθηκε ότι η εναγόμενη κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της αγωγής λύθηκε και εισήλθε σε στάδιο εκκαθάρισης. Το γεγονός αυτό δεν ασκεί ουδεμία επιρροή στην δίκη, ούτε επιφέρει διακοπή αυτής, διότι οι εταιρείες με νομική προσωπικότητα, όπως είναι και οι ομόρρυθμες εταιρίες που τήρησαν τις διατυπώσεις δημοσιότητας διατηρούν τη νομική προσωπικότητα τους μέχρι πέρατος της εκκαθάρισης και για τις ανάγκες αυτής.
Το στάδιο δε της εκκαθάρισης ομόρρυθμης εταιρείας δεν παύει πριν εξοφληθούν όλες οι υποχρεώσεις αυτής και αν μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης διαπιστωθεί η ύπαρξη εταιρικής απαίτησης ή εταιρικού χρέους, τότε επαναλαμβάνονται οι εργασίες εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της εταιρείας από τον εκκαθαριστή.
Κατά το στάδιο αυτό φορέας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της εταιρείας είναι το νομικό πρόσωπο αυτής, το οποίο και κινεί τις σχετικές δίκες εκπροσωπούμενο από τον εκκαθαριστή. Δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα έκανε χρήση και εκμετάλλευση του προστατευόμενου από την ίδια μουσικού ρεπερτορίου, χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια, μέσω σύνθετων τεχνολογικών μέσων και με την παρεμβολή δισκοθέτη (disc jockey).
Απόρριψη αγωγής.
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------ 
(...) ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ' αριθμ. 55401705-09-2013 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θηβών .... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αγωγής με πράξη κατάθεσης, πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 16ης-01-2015 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην εναγόμενη (άρθρα 110 παρ. 2, 122, 123, 124, 126, 128 παρ. 4 εδ. α' β' καί γ' ΚΠολΔ). Κατά τη δικάσιμο εκείνη όμως όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση, με τη σειρά της, από το σχετικό έκθεμα και παρέστη η εναγόμενη δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου της Ελευθέριου Κτιστάκη, αναβλήθηκε η συζήτηση της σύμφωνα με το με αριθμό 6/2015 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο (08-05-2015) η εναγόμενη δεν εμφανίστηκε όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε, με τη σειρά της, από το σχετικό έκθεμα. Ενόψει δε του ότι η απόφαση περί αναβολής της υπόθεσης σε άλλη δικάσιμο είναι μη οριστική, η παρουσία, κατά την δημοσίευση της, του πληρεξούσιου δικηγόρου της εναγομένης ισοδυναμεί με επίδοση (άρθρα 310 παρ. 2 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ - ΜΠΡοδ 8/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠΛαρ 47/2012 ΝοΒ 2012.594, ΜΠΡοδ 67/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠΑθ 825/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ως εκ τούτου, εφόσον σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 310 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όταν πρόκειται για μη οριστικές αποφάσεις, η παρουσία κατά τη δημοσίευση τους των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους ισοδυναμεί με επίδοση, η εναγόμενη έλαβε γνώση της μετ' αναβολή τελευταίας αυτής δικασίμου και επομένως πρέπει να δικαστεί ερήμην. Το Δικαστήριο, ωστόσο, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 469 ΚΠολΔ).

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

"Can Robots Be Lawyers? Computers, Lawyers, and the Practice of Law" [Dana Remus University of North Carolina School of Law - Frank S. Levy Massachusetts Institute of Technology (MIT) - Department of Urban Studies & Planning - December 30, 2015]


Abstract: 

We assess frequently-advanced arguments that automation will soon replace much of the work currently performed by lawyers. Our assessment addresses three core weaknesses in the existing literature: (i) a failure to engage with technical details to appreciate the capacities and limits of existing and emerging software; (ii) an absence of data on how lawyers divide their time among various tasks, only some of which can be automated; and (iii) inadequate consideration of whether algorithmic performance of a task conforms to the values, ideals and challenges of the legal profession. 

Combining a detailed technical analysis with a unique data set on time allocation in large law firms, we estimate that automation has an impact on the demand for lawyers’ time that while measureable, is far less significant than popular accounts suggest. We then argue that the existing literature’s narrow focus on employment effects should be broadened to include the many ways in which computers are changing (as opposed to replacing) the work of lawyers. We show that the relevant evaluative and normative inquiries must begin with the ways in which computers perform various lawyering tasks differently than humans. These differences inform the desirability of automating various aspects of legal practice, while also shedding light on the core values of legal professionalism.

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

ΜονΕφΘεσ 488/2015: Τηλεοπτικός σταθμός «ΑRΤ ΤV» vs δημιουργός καλλιτεχνικού βίντεο "Η ανάρτηση ενός οπτικοακουστικού έργου (βίντεο) από το δημιουργό του σε διαδικτυακά κανάλια όπως το Youtube δε συνιστά παραίτηση εκ μέρους του από οποιοδήποτε δικαίωμα περιουσιακής εκμετάλλευσης του εν λόγω έργου"


«[…][Ο] ενάγων με την αγωγή του εξέθετε ότι είναι φωτογράφος και δημιουργός καλλιτεχνικών βίντεο (ταινιών τύπου «βίντεο - αρτ»). Ότι στα πλαίσια αυτής της δραστηριότητάς του δημιούργησε ως σκηνοθέτης και παραγωγός, μία καλλιτεχνική ταινία μικρού μήκους, διάρκειας έξι λεπτών περίπου, για την πόλη των Αθηνών, περιλαμβάνουσα πλάνα από τα αναφερόμενα στην αγωγή αξιοθέατα και μνημεία της πόλης, με τον τίτλο «……..», με την τεχνική που είναι διεθνώς γνωστή ως «tilt – shift», δηλαδή μία τεχνική με την οποία ο θεατής αντιλαμβάνεται ψευδαισθητικά όλα τα πλάνα και τα καταγραφόμενα αντικείμενα σαν μινιατούρες. Ότι η ταινία αυτή έτυχε μεγάλης αποδοχής από το κοινό και προβλήθηκε σε γνωστά διαδικτυακά κανάλια, με τα στοιχεία του ίδιου του δημιουργού, καθώς επίσης και στη δημόσια τηλεόραση, στα πλαίσια παραχώρησης συνεντεύξεών του, πάντοτε κατόπιν σχετικής αδείας του. […]
[Η] εναγομένη εταιρία, η οποία είναι ιδιοκτήτρια του πανελλήνιας εμβέλειας τηλεοπτικού σταθμού «ARTTV» και της ιστοσελίδας «http://teleasty.site50.net» έκανε κατά το χρονικό διάστημα από […] και με συχνότητα καθημερινώς από Δευτέρα έως Πέμπτη, κάθε εβδομάδα, δημόσια χρήση της εν λόγω ταινίας του (ενάγοντος), χωρίς την άδειά του και συγκεκριμένα δια της αναπαραγωγής στο διαφημιστικό σποτ και στο σήμα έναρξης της προβαλλόμενης στον ανωτέρω τηλεοπτικό σταθμό ενημερωτικής εκπομπής με τον τίτλο «….», καθώς και στην ανωτέρω ιστοσελίδα της, πλάνων από την προπεριγραφείσα ταινία του ενάγοντος και μάλιστα παραμορφωμένων, προσβάλλοντας έτσι παράνομα και υπαίτια (με πρόθεση) την πνευματική ιδιοκτησία επί του βίντεο. […]
[…] Από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 2121/1993 «πνευματική ιδιοκτησία, συγγενικά δικαιώματα και πολιτιστικά θέματα» συνάγεται ότι το έργο, ως πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή προσιτή στις αισθήσεις, προστατεύεται από την πνευματική ιδιοκτησία [που περιλαμβάνει το δικαίωμα της εκμετάλλευσης του έργου (περιουσιακό δικαίωμα) και το δικαίωμα της προστασίας του προσωπικού τους δεσμού προς αυτό (ηθικό δικαίωμα)] εφόσον ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις της γενικής ρήτρας (άρθρο 2 παρ. 1), δηλαδή εφόσον είναι πρωτότυπο. Η «πρωτοτυπία», η έννοια της οποίας δεν προσδιορίζεται γενικά από τον νόμο, είναι, κατά τη θεωρία της στατιστικής μοναδικότητας που επικρατεί στη νομολογία, η κρίση ότι κάτω από παρόμοιες συνθήκες και με τους ίδιους στόχους κανένας άλλος δημιουργός, κατά λογική πιθανολόγηση, δεν θα ήταν σε θέση να δημιουργήσει έργο όμοιο ή ότι παρουσιάζει ατομική ιδιομορφία ή ένα ελάχιστο όριο «δημιουργικού ύψους», έτσι ώστε να ξεχωρίζει και να διαφοροποιείται από τα έργα της καθημερινότητας ή από άλλα παρεμφερή γνωστά έργα. […]
Η φωτογραφία […] συνιστά πνευματικό δημιούργημα που, εφόσον είναι πρωτότυπο, θεωρείται «έργο» ο δημιουργός του οποίου αποκτά επ’ αυτού πνευματική ιδιοκτησία κατ’ άρθρο 1 παρ. 1 ν. 2121/1993. Σκόπιμα δε στο άρθρο αυτό χρησιμοποιείται ο όρος «φωτογραφίες» και όχι «φωτογραφικά έργα», επειδή πρόθεση του νομοθέτη ήταν η προστασία κάθε φωτογραφίας. Ακόμη το άρθρο 2 του ν. 2121/1993 είναι σύμφωνο με το άρθρο 6 της Οδηγίας 93/98 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διάταξη αυτή δέχεται μεν τη προϋπόθεση της «δημιουργίας», αλλά επιβάλλει ως μοναδικό κριτήριο της πρωτοτυπίας να είναι η φωτογραφία «προσωπικό πνευματικό δημιούργημα του δημιουργού της», δηλ. ουσιαστικά να μην είναι αντιγραφή, αποκλείοντας κάθε άλλο αυστηρότερο κριτήριο[…] Ηπρωτοτυπία εντοπίζεται στην επιλογή του τόπου και χρόνου, την γωνία φωτογράφησης, τον φωτισμό, τη σχέση φωτογραφιζόμενου αντικειμένου με τον περιβάλλοντα χώρο, τις αντιθέσεις χρωμάτων, αλλά και την ενδεχόμενη επεξεργασία της φωτογραφίας.[…]
[…][Η] προσβολή απόλυτου και αποκλειστικού δικαιώματος, όπως το δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας, συνιστά πράξη παράνομη και, εφόσον γίνεται υπαίτια, συνιστά αδικοπραξία, επειδή ενέχει εφ’ αυτής εναντίωση προς την αποκλειστική εξουσία του δικαιούχου. […] Το άρθρο 65 του ν. 2121/1993 αποτελεί ειδική διάταξη σε σχέση με το άρθρο 914 ΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται, όπου η ως άνω διάταξη αφήνει κενά και στον βαθμό που δεν είναι ασυμβίβαστη η ανάλογη εφαρμογή με το νομοθετικό πνεύμα που διέπει τις διατάξεις των άρθρων 63 επ. του ν. 2121/199. Η υπαιτιότητα απαιτείται μόνο για την αξίωση αποζημίωσης, ενώ η ίδια η πράξη της προσβολής συνεπάγεται και το παράνομο […].»
[Σ]τις 6-12-2010 ο ενάγων ανάρτησε την ταινία, με δική του πρωτοβουλία, στο διαδικτυακό κανάλι «Youtube» και στο επαγγελματικό διαδικτυακό κανάλι πολυμέσων «Vimeo». Στις ιστοσελίδες προβολής αναγράφεται το ονοματεπώνυμό του, καθώς και τα λοιπά προσωπικά του στοιχεία για ηλεκτρονική επικοινωνία τρίτων με τον ίδιο, καθώς επίσης υπάρχει και ειδική σήμανση ότι προστατεύεται η πνευματική ιδιοκτησία επί του συγκεκριμένου έργου. Στους όρους χρήσης δε των εν λόγω ιστοσελίδων περιλαμβάνεται και η απαγόρευση αντιγραφής, αναπαραγωγής, αναμετάδοσης, έκθεσης, πώλησης, παροχής άδειας χρήσης ή εκμετάλλευσης οποιουδήποτε περιεχομένου χωρίς την άδεια του διαδικτυακού καναλιού ή των κατόχων άδειας χρήσης του περιεχομένου. […]
Η χρήση των προπεριγραφέντων πλάνων [της ταινίας] έγινε από τον τηλεοπτικό σταθμό της εναγομένης, χωρίς την άδεια του ενάγοντος. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ενημερωτική εκπομπή [...] αποτελούσε ανεξάρτητη παραγωγή και όχι δική της δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσία αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση ο τηλεοπτικός σταθμός της εναγομένης εξασφάλισε στον προαναφερόμενο δημοσιογράφο τα απαραίτητα τεχνικά μέσα για την αναπαραγωγή (εφόσον δεν αποτελούσε έργο των απασχολουμένων από αυτήν υπαλλήλων) και δημόσια εκτέλεση έργου ενός τρίτου δημιουργού (εν προκειμένω του ενάγοντος), χωρίς να προβεί στον αναγκαίο έλεγχο αν τα αναπαραγόμενα πλάνα αποτελούσαν πνευματικό δημιούργημα, του οποίου προστατευόταν το δικαίωμα εκμετάλλευσης. […] [Τ]ο εν λόγω έργο παρουσιάζει μία ατομική ιδιομορφία, η πρωτοτυπία του οποίου συνίσταται αφενός μεν στη χρησιμοποιηθείσα τεχνική του «tilt-shift», αφετέρου δε στην επιλογή των θεμάτων, στον τρόπο (την γωνία) της φωτογράφησης, τον φωτισμό, τη θέση του φωτογραφιόμνου αντικειμένου (των αξιοθεάτων και των μνημείων) στον περιβάλλοντα χώρο, στην επιλογή των χρημάτων αλλά και την ιδιαίτερη επεξεργασία των φωτογραφιών. Επί πλέον ο ενάγων συνένωσε τις ληφθείσες φωτογραφίες, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα έργο, μικρής διάρκειας (έξι λεπτών), πλην όμως δομημένο, με αρχή, μέση και τέλος. […] Από την επισκόπηση του συνόλου των φωτογραφιών και της συνένωσης αυτών σε ένα έργο (βίντεο) προκύπτει ότι αυτή δεν αποτελεί απλή φωτογραφική και υλική αποτύπωση των κτιρίων και μνημείων της πόλης των Αθηνών, αλλά εμφαίνεται σ’ αυτήν μία ατομική ιδιομορφία που αντανακλά την ιδιαιτερότητα της δημιουργικής διαδικασίας του ενάγοντος και θεμελιώνεται στα ειδικά τεχνικά μέσα που χρησιμοποίησε, την παρατηρητικότητά του, αλλά και την μακρά και επίπονη εργασία του να συνενώσει τις εν λόγω φωτογραφίες, προκειμένου να προκύψει το συγκεκριμένο αρμονικό σύνολο. Τα ως άνω στοιχεία πιστοποιούν ότι το συγκεκριμένο έργο είναι προσωπικό δημιούργημα του ενάγοντος και αντανακλά την προσωπικότητά του ως δημιουργού, δηλαδή την έμπνευση, την ευαισθησία, τη διορατικότητα, τη γνώση, την παρατήρηση, τον υπολογισμό και την εμπειρία του στη δημιουργική διαδικασία που επέφερε το συγκεκριμένο αποτέλεσμα. […]
Επίσης η εκκαλούσα […] ισχυρίζεται ότι η εκ μέρους του ενάγοντος άσκηση του δικαιώματός του είναι καταχρηστική, εφόσον ο ίδιος ανήρτησε το βίντεό του σε διαδικτυακά κανάλια χωρίς να απαγορεύσει την οποιαδήποτε χρήση εκ μέρους τρίτων, γεγονός που συνιστά παραίτηση εκ μέρους του από οποιοδήποτε δικαίωμα περιουσιακής εκμετάλλευσης του συγκεκριμένου έργου του. Ο λόγος αυτός της έφεσης, που συνιστά τη στηριζόμενη στο άρθρο 281 ΑΚ ένσταση, πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσία αβάσιμος, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, η ανάρτηση του βίντεο στους διαδικτυακούς ιστοτόπους συνοδευόταν από την αναγραφή των προσωπικών του στοιχείων και επί πλέον δεν ήταν αναγκαία η αναφορά περί απαγόρευσης εκμετάλλευσης του έργου του χωρίς τη συναίνεσή του, εφόσον τούτο καθορίζεται ρητώς στους όρους χρήσης αυτών των υπηρεσιών (βλ. προσκομιζόμενο αντίγραφο των όρων χρήσης του διαδικτυακού ιστοτόπου “Youtube” και ειδικότερα τον υπ’ αριθ. 5 όρο [διαθέσιμοι εδώ: https://www.youtube.com/static?gl=GR&template=terms]). Η εναγόμενη, η οποία εκμεταλλεύεται τηλεοπτικό σταθμό είναι ασφαλώς γνώστης των όρων χρήσης των έργων που είναι αναρτημένα σε διαδικτυακά κανάλια και, ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός της ότι ο ενάγων εκθέτοντας το έργο του κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιούργησε στους τρίτους (και στην ίδια) την εντύπωση ότι παραιτήθηκε από το δικαίωμά του στην περιουσιακή εκμετάλλευση αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσία αβάσιμος. […]
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
[…]
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ΄ ουσίαν την έφεση.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ’ αριθ. 10474/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης
ΔΙΑΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση
ΔΙΚΑΖΕΙ τη με αυξ. Αριθ. Κατάθεσης 24120/30-9-2013 αγωγή
ΔΕΧΕΤΑΙ κατά ένα μέρος αυτήν

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

"Νέα ενδιαφέροντα δημοσιολογικά ζητήματα μέσα από την επιβεβαίωση μίας παγιωμένης νομολογίας – Σχόλιο στην ΟλΣτΕ 2787/2015" [του Χαράλαμπου Μ. Τσιλιώτη, Επίκουρου Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Δ.Ν. – Δικηγόρου]

[αναδημοσίευση από την ΘΠΔΔ 2015, σελ. 649-656] * Η εν λόγω απόφαση της Ολομελείας του ΣτΕ, αν και δεν πρωτοτύπησε στο διατακτικό της και εν πολλοίς στο σκεπτικό της, σίγουρα χαρακτηρίζεται από μοναδικότητα ως προς το αντικείμενο που εξέτασε, τον τρόπο και κυρίως τον χρόνο διεξαγωγής της δίκης, μόλις εντός δύο ημερών από τον ορισμό δικασίμου, καθώς και τον χρόνο έκδοσης της απόφασης (εντός της ιδίας ημέρας συζήτησης της ένδικης αίτησης ακύρωσης). Βέβαια «πρωτότυπος» ήταν και ο τρόπος και κυρίως ο χρόνος διεξαγωγής του δημοψηφίσματος της 5 Ιουλίου 2015, το οποίο διεξήχθη για πρώτη φορά υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1975, όπως αυτό αναθεωρήθηκε και ισχύει, εντός έξι ημερολογιακών και πέντε εργασίμων ημερών από την προκήρυξή του με το ΠΔ 38/2015, κάτι πρωτοφανές ίσως για τα παγκόσμια χρονικά.*
—————————————–
1. Εισαγωγή – Θέση του προβλήματος
Η εν λόγω απόφαση της Ολομελείας του ΣτΕ, αν και δεν πρωτοτύπησε στο διατακτικό της και εν πολλοίς στο σκεπτικό της, σίγουρα χαρακτηρίζεται από μοναδικότητα ως προς το αντικείμενο που εξέτασε, τον τρόπο και κυρίως τον χρόνο διεξαγωγής της δίκης, μόλις εντός δύο ημερών από τον ορισμό δικασίμου, καθώς και τον χρόνο έκδοσης της απόφασης (εντός της ιδίας ημέρας συζήτησης της ένδικης αίτησης ακύρωσης). Βέβαια «πρωτότυπος» ήταν και ο τρόπος και κυρίως ο χρόνος διεξαγωγής του δημοψηφίσματος της 5 Ιουλίου 2015, το οποίο διεξήχθη για πρώτη φορά υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1975, όπως αυτό αναθεωρήθηκε και ισχύει, εντός έξι ημερολογιακών και πέντε εργασίμων ημερών από την προκήρυξή του με το ΠΔ 38/2015, κάτι πρωτοφανές ίσως για τα παγκόσμια χρονικά[1].
Αναγκαστικά, λοιπόν, το ΣτΕ ακολούθησε τον ρυθμό της Κυβέρνησης και με βάση τα άρθρα 14 παρ. 2 εδ. α΄, 20 και 21 ΠΔ 18/1989, ο προεδρεύων του Δικαστηρίου, αρχαιότερος Αντιπρόεδρος αυτού, Ν. Σακελλαρίου, ελλείποντος Προέδρου, συγκάλεσε σε συνεδρίαση την Ολομέλεια εντός του ως άνω βραχύτατου χρονικού διαστήματος, για να μην επιτρέψει να πλανάται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο άφησε αναπάντητο το ερώτημα ως προς τον έλεγχο της συνταγματικότητας και νομιμότητας του ΠΔ 38/2015, με το οποίο προκηρύχθηκε το δημοψήφισμα.
Βέβαια, εν τέλει το Δικαστήριο δεν πήρε θέση επί της ουσίας του ζητήματος, ακολουθώντας παγιωμένη επί σειρά δεκαετιών νομολογία του περί του απροσβλήτου με αίτηση ακυρώσεως κυβερνητικών πράξεων δυνάμει του άρθρου 45 παρ. 5 ΠΔ 18/1989 με την εξής καταλυτική παραδοχή ότι «… το προσβαλλόμενο διάταγμα, εκδοθέν βάσει του άρθρου 44 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως και η προσβαλλόμενη πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, αφορούν την προκήρυξη δημοψηφίσματος και συνιστούν, ως εκ τούτου, κυβερνητικές πράξεις αναγόμενες στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 5 του π.δ. 18/1989. Επομένως, οι πράξεις αυτές δεν υπόκεινται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας και, συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη»[2]. Το Δικαστήριο κλήθηκε για πρώτη φορά να εξετάσει αίτηση ακυρώσεως κατά του Διατάγματος προκήρυξης δημοψηφίσματος. Παρεμφερής, όμως, και ανάλογη είναι η περίπτωση των Προεδρικών Διαταγμάτων διάλυσης της Βουλής, προκήρυξης εκλογών και σύγκλησης νέας Βουλής, αιτήσεις ακυρώσεως κατά των οποίων το ΣτΕ εξέτασε σε πλείονες περιπτώσεις στο παρελθόν, απορρίπτοντάς τες όλες με το σταθερό επιχείρημα ότι τα Διατάγματα αυτά φέρουν τον χαρακτήρα κατ’ εξοχήν κυβερνητικής πράξεως που ανάγεται στην διαχείριση της πολιτικής εξουσίας, μη υποκείμενα, λόγω της φύσεώς τους αυτής, στον έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας[3].
Στην προκείμενη περίπτωση της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος το Δικαστήριο δεν αρκείται στην παραπάνω παραδοχή, την οποία επαναλαμβάνει με την ίδια διατύπωση αλλά προχωρεί και σε μία επάλληλη παραδοχή για να καταφάσει το απαράδεκτο της ένδικης αιτήσεως ότι «… σε κάθε περίπτωση, ο έλεγχος του κύρους και των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1 στοιχ. β΄ του Συντάγματος, στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου»[4]Με την επάλληλη αυτή παραδοχή το Δικαστήριο κάνει ένα βήμα περαιτέρω σε σχέση με την παλαιότερη νομολογία του ως προς το Διάταγμα διάλυσης της Βουλής και σε αντίθεση με τις προηγούμενες αποφάσεις αρνείται εν τέλει την δικαιοδοσία και αρμοδιότητά του, θεωρώντας ότι πέραν του μη εκτελεστού χαρακτήρα και γι αυτό μη υποκείμενου σε αίτηση ακυρώσεως κατ’ άρθρο 45 παρ. 5 ΠΔ 18/1989 του Προεδρικού Διατάγματος προκήρυξης δημοψηφίσματος, για την προκείμενη διαφορά υπάρχει δικαιοδοσία και αρμοδιότητα του ΑΕΔ σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1 περ. β΄ Σ, η οποία αποκλείει την δική του δικαιοδοσία.

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Ημερίδα ΔΣ Πατρών για τον ΚΠολΔικ. (III) : Παρέμβαση με θέμα «Ο νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας» [Αθανάσιος Π.Πανταζόπουλος, ΔΝ - Πρωτοδίκης] (βλ. και video)



Α) Οι τροποποιήσεις στο συγκεντρωτικό σύστημα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με το Ν. 4334/2015

       Ο νομοθέτης με το Ν.4334/2015 επιφέρει σοβαρές τροποποιήσεις στο συγκεντρωτικό σύστημα, το οποίο είναι θεμελιώδους σημασίας για την πολιτική δίκη, καθώς οριοθετεί χρονικά τους ισχυρισμούς των διαδίκων και το συζητητικό σύστημα[1].  Η ευρεία δε επισκόπηση του συστήματος συγκέντρωσης ξεφεύγει από τα στενά όρια της παρούσας, ενώ έχει τύχει ευρείας ανάπτυξης στη θεωρία και πυκνής νομολογιακής εφαρμογής. Ας σημειωθεί τηλεγραφικά ότι πρόκειται για τα «μέσα επίθεσης και άμυνας» των διαδίκων, εξαιρούμενων εκείνων που ρυθμίζονται ειδικώς στο νόμο (π.χ. περιεχόμενο αγωγής – άρθρο 111§2 ΚΠολΔ, ισχυρισμοί άρθρου 263 κλπ). Σε συστηματική ενότητα με το καταργούμενο άρθρο 269 ΚΠολΔ, ο νομοθέτης προβλέπει στο άρθρο 527 ΚΠολΔ απαράδεκτο προβολής νέων ισχυρισμών πλην εκείνων που προτείνονται από τον κυρίως παρεμβαίνοντα, των οψιγενών μεταξύ πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας δίκης, ως και εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 269 ΚΠολΔ. Ενώπιον δε του Αρείου Πάγου, κατ’ άρθρο 562 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται η ισχυρισμών αποσβεστικών της απαιτήσεως, έστω και οψιγενών, αν δεν τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας, [2] καθώς ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να καθίσταται τρίτος βαθμός δικαιοδοσίας.[3] Τέλος, στην αναγκαστική εκτέλεση σε αντίθεση με το προγενέστερο δίκαιο,[4] καθιερώνεται σύστημα συγκέντρωσης των ισχυρισμών με το άρθρο 935 ΚΠολΔ, το οποίο καλύπτει όλες τις εξαιρέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ,[5] σύμφωνα με το οποίο γεγενημένοι λόγοι ανακοπής που μπορούσαν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής είναι απαράδεκτοι σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της εκτέλεσης. Καθιερώνεται δηλαδή με την εξαίρεση των οψιγενών ισχυρισμών μεταξύ πρώτης και δεύτερης δίκης περί την εκτέλεση αυστηρό συγκεντρωτικό σύστημα.[6]

Σύντομη συγκριτική επισκόπηση του συγκεντρωτικού συστήματος

            Στο αγγλοαμερικανικό δίκαιο το δικονομικό σύστημα κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση του συγκεντρωτικού συστήματος επίκλησης και εξέτασης των ισχυρισμών των διαδίκων σε μία συνεδρίαση δικαστηρίου, επιλέγοντας οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων και τα αποδεικτικά τους μέσα να προσκομίζονται στην προδικασία (pre trial stage) με χορήγηση αυξημένων εξουσιών στο δικαστή κρίνοντας όχι μόνο ζητήματα αρμοδιότητας, συνάφειας, αλλά και ισχυρισμών που πρέπει να ξεκαθαρίσουν και αποδείξεων που πρέπει να προσκομιστούν ή να διενεργηθούν, μέχρι η υπόθεση να είναι ώριμη για συζήτηση στο ακροατήριο.[7]
            Στο γερμανικό δίκαιο, το οποίο ενέπνευσε τους συντάκτες της ΚΠολΔ,[8] καθιερώνεται μεν συγκεντρωτικό σύστημα με σημείο αναφοράς την προφορική συζήτηση της υπόθεσης (§282 ΖΡΟ), πλην όμως με τη διάταξη της §296 παρ.2 ΖΡΟ συγχωρούνται εκπροθέσμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα μέσα επίθεσης και άμυνας και πριν την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης,[9] κατά την ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου εφόσον δεν οδηγούν σε παρέλκυση της δίκης και δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια του διαδίκου. Η διάταξη έχει κριθεί από το συνταγματικό δικαστήριο ως σύμφωνη με το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα ακρόασης, καθώς αποτρέπει την απόρριψη ισχυρισμών που ανυπαίτια δεν προβλήθηκαν από τον διάδικο στις ανωτέρω περιπτώσεις.[10]
            Στο αυστριακό δίκαιο [11] επιτρέπεται μεν η υποβολή πραγματικών ισχυρισμών και αποδεικτικών μέσων μέχρι την τελευταία συζήτηση, πλην όμως το δικαστήριο δύναται κατόπιν αίτησης ή και αυτεπάγγελτα να τους απορρίψει, εφόσον κρίνει ότι αυτά από βαριά αμέλεια δεν προσκομίστηκαν προηγουμένως και η επίκληση τους δεν προκαλεί σοβαρή επιβράδυνση της διαδικασίας.
             Τέλος, στο γαλλικό δίκαιο[12] δεν καθιερώνεται συγκεντρωτικό σύστημα στον πρώτο βαθμό,[13] παρά μόνο στην δευτεροβάθμια δίκη ως συνέπεια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος. Και στο χρονικό αυτό στάδιο όμως προβλέπονται εξαιρέσεις[14], μετά δε από πρόσφατη τροποποίηση της σχετικής διάταξης η τελευταία θεωρείται δημοσίας τάξης και ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.[15]

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

Ημερίδα ΔΣ Πατρών για τον ΚΠολΔικ. (II) : "Οι τροποποιήσεις του ΚΠολΔ (ν. 4335/2015)" [του Δημητρίου Κράνη, αεροπαγίτη] (βλ. και video)

     
Οι τροποποιήσεις του ΚΠολΔ (ν. 4335/2015)- Εισήγηση σε διημερίδα του Δικηγορικού Συλλόγου Πάτρας/12-13 Δεκεμβρίου 2015 

     ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ
     Ι. Βιβλίο πρώτο: Γενικές διατάξεις [άρθρ. 47, 79 (89, 91), 94§2, 115§§2&3, 128§1, 143§1] 
     ΙΙ. Βιβλίο δεύτερο: Διαδικασία στα πρωτοβάθμια δικαστήρια [άρθρ. 208 -214, 214 Α-Γ (233§§ 2-4), 215§2, 223, 228 (231, 237-238), 244, 260§2, 283§2, 287§1, 294§1, 302§1, 340§1, 393§1, 421-424,       
     ΙΙΙ. Βιβλίο τρίτο: Ένδικα μέσα [άρθρ. 496§3, 498§2, 518§2, 524§2, 527, 544 αριθ. 6, 560 αριθ. 5&6, 562§4, 565§1, 571, 581§2, 585].  
     ΙV. Βιβλίο τέταρτο: Ειδικές διαδικασίες [άρθρ. 591].
     V. Βιβλίο πέμπτο: Ασφαλιστικά μέτρα [άρθρ. 682§1, 686§§1,5&6, 689, 691§3, 691 Α, 693, 697, 724, 729§5, 734§5].

Ι. Βιβλίο πρώτο: Γενικές διατάξεις.

Άρθρ. 47: Δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που παραπέμπει την υπόθεση σε ανώτερο (κίνδυνος καταστρατήγησης ή υπερβολικής επιβάρυνσης του ανώτερου δικαστηρίου· κατά τα λοιπά η νέα ρύθμιση αντινομεί προς τις διατάξεις των άρθρ. 513§1(α) και 553§1(α), κατά τις οποίες εξακολουθεί να επιτρέπεται έφεση και αναίρεση κατά των αποφάσεων που παραπέμπουν την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο λόγω αναρμοδιότητας ).
‘Αρθρ. 79: Κύρια παρέμβαση μόνο στον πρώτο βαθμό (στόχος η επιτάχυνση της δίκης, αμφίβολο όμως αν εξυπηρετείται και η οικονομία ευρύτερα της δίκης, αφού αντί για κύρια παρέμβαση στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης θα ξεκινήσει νέα δίκη).
Άρθρ. 94§2: Παράσταση χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο στις μικροδιαφορές και προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου (υποθέσεις άρα ειρηνοδικείου που υπερβαίνουν το όριο των 5.000 ευρώ, οπότε και δεν είναι μικροδιαφορές, απαιτούν πλέον δικηγόρο, ενώ προηγουμένως δεν ήταν αναγκαίος για υποθέσεις αξίας μέχρι τις 12.000 ευρώ· εξ άλλου προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου στοχεύουν, κατά κανόνα, οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων και συνεπώς χωρίς δικηγόρο είναι δυνατή η παράσταση και στις υποθέσεις αυτές, στις οποίες γινόταν προηγουμένως ρητή αναφορά· συνακόλουθα ως περιττά καταργούνται τα άρθρ. 251 και 311 που αφορούν υποδείξεις του ειρηνοδίκη σε διάδικο που παρίσταται χωρίς δικηγόρο).
Άρθρ. 115§§2&3: Υποχρεωτική η προφορική συζήτηση στον πρώτο βαθμό και στην εκούσια δικαιοδοσία με την επιφύλαξη των άρθρ. 237 και 238 (δηλαδή αίρεται “εν μέρει” η υποχρεωτικότητα της προφορικής συζήτησης στην τακτική διαδικασία με την έννοια ότι δεν εξετάζονται, κατ’ αρχήν, μάρτυρες, αλλά η διαδικασία είναι κυρίως έγγραφη). Ωστόσο δεν μπορεί με μόνη την ως άνω επιφύλαξη να θεωρηθεί ότι καταργείται πλήρως η προφορικότητα της συζήτησης στην τακτική διαδικασία στον πρώτο βαθμό, ώστε να επιτρέπεται κατά το άρθρ. 242§2 ΚΠολΔ η παράσταση στο ακροατήριο με απλή δήλωση (στο δεύτερο βαθμό η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική κατά το άρθρ. 524§2  μόνο στην περίπτωση του άρθρ. 528). Η κατάθεση προτάσεων είναι γενικώς υποχρεωτική με εξαίρεση τις υποθέσεις μικροδιαφορών (στις οποίες όμως δεν ορίζεται ο χρόνος κατάθεσής τους· αναγκαία έτσι η συμπλήρωση στο άρθρ. 468§1 ότι κατατίθενται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο)
Άρθρ. 128§1: Οι επιδόσεις γίνονται σε ενήλικο σύνοικο, χωρίς άλλες  διακρίσεις.
Άρθρ. 143§1: Ο δικαστικός πληρεξούσιος είναι και αντίκλητος όχι μόνο μέχρι την επίδοση της οριστικής απόφασης, αλλά μέχρι και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (η διάταξη εγκυμονεί κινδύνους υφαρπαγής τελεσίδικων ή αμετάκλητων αποφάσεων).

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

Ημερίδα ΔΣ Πατρών για τον ΚΠολΔικ. (I) : "Οι Διαταγές και η Εκουσία Δικαιοδοσία στο νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (μετά το Ν. 4335/2015)" [του Κωνσταντίνου Ηρ. Ρήγα, Δ.Ν., Πρωτοδίκη και Εισηγητή των Πτωχεύσεων Πατρών] (βλ. και video)

           

            Α. Διαταγές

            Στο επιγραφόμενο «Διαταγές» Δ΄ Κεφάλαιο του Τέταρτου Βιβλίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) ως προς τις ειδικές διαδικασίες συνενώνονται, κατόπιν του Ν. 4335/23-7-2015, σε δύο Τίτλους οι ρυθμίσεις της διαταγής πληρωμής και της διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου. Τούτο, διότι οι εν λόγω διαταγές συνιστούν εκτελεστούς τίτλους, οι οποίοι εκδίδονται με μονομερή διαδικασία και τη μετάθεση του δικαιώματος ακρόασης του καθ’ ου στο στάδιο που επακολουθεί την έκδοσή τους και την άσκηση κατ’ αυτών ανακοπής. Η διαταγή πληρωμής διέπεται πλέον από τις διατάξεις των άρθρων 623-636 ΚΠολΔ (Τίτλος Ι, πρώην ά. 623-634 ΚΠολΔ) και η διαταγή απόδοσης της χρήσης μισθίου απ’ αυτές των άρθρων 637-645 του ίδιου κώδικα (Τίτλος ΙΙ, πρώην ά. 662Α-662Θ ΚΠολΔ). Εξετάζονται λοιπόν εν συνεχεία οι σημαντικότερες τροποποιήσεις των ρυθμίσεων των διαταγών, οι οποίες επέρχονται διά του Ν. 4335/2015 και θα ισχύσουν, σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου ένατου του νόμου αυτού, από την 1-1-2016.

            Ι. Διαταγή πληρωμής[1]

1. Η προσθήκη στο άρθρο 623 ΚΠολΔ της προϋπόθεσης της ιδιωτικού δικαίου διαφοράς

            Στη διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ εισάγεται ως προϋπόθεση της έκδοσης της διαταγής πληρωμής να πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά, δηλαδή η απαίτηση να υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Τούτο συνάγεται επίσης ευχερώς από το συνδυασμό των ρυθμίσεων των άρθρων 1στοιχ.α και 591§1εδ.α ΚΠολΔ, αλλά και από το άρθρο 94 του Συντάγματος, οπότε η προδιαληφθείσα προσθήκη θα μπορούσε να παραλειφθεί[2]. Πρέπει πάντως να συσχετισθεί με τις διατάξεις των άρθρων 272Α επ. ΚΔΔ/μίας, οι οποίες προστέθηκαν μέσω του άρθρου 1 Ν. 4329/2015 και διέπουν την έκδοση διαταγής πληρωμής ως προς μη αμφισβητούμενες χρηματικές αξιώσεις που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις συναφθείσες στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών.

            2. Η νέα ρύθμιση του άρθρου 624§2 ΚΠολΔ

            Στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 624 ΚΠολΔ, η οποία προέρχεται από το εκπονηθέν από τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή υπό την προεδρία του καθηγητή Κλαμαρή Σχέδιο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας[3], καταργείται εν πρώτοις η αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση να μη διαμένει ο καθ’ ου η διαταγή πληρωμής στην αλλοδαπή κατά το χρόνο της έκδοσής της, με συνέπεια να είναι πλέον επιτρεπτή η έκδοση διαταγής πληρωμής εναντίον προσώπων που έχουν γνωστή κατοικία, έδρα ή διαμονή οπουδήποτε στην αλλοδαπή[4]. Διατηρείται άλλωστε η απαγόρευση της έκδοσης διαταγής πληρωμής κατά προσώπου αγνώστου διαμονής, εκτός αν έχει νόμιμα διορισμένο αντίκλητο, ήτοι μέσω δήλωσης στη γραμματεία του οριζόμενου στο άρθρο 142 ΚΠολΔ Πρωτοδικείου ή ρήτρας σε σύμβαση, διαφορετικά η διαταγή πληρωμής τυγχάνει άκυρη, πλην όχι αυτοδικαίως, αλλά ακυρώνεται κατόπιν της άσκησης ανακοπής[5].
            Η προαναφερθείσα ρύθμιση σχετικά με τα πρόσωπα που κατοικούν, εδρεύουν ή διαμένουν στην αλλοδαπή έχει ως ratio τη σημαντική βελτίωση των συνθηκών των διασυνοριακών επιδόσεων, εξαιτίας της ισχύος αφενός, μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), του Κανονισμού (Καν) 1393/2007 για τις επιδόσεις και αφετέρου, στις σχέσεις της Ελλάδας με πολλές άλλες χώρες, της πολυμερούς Σύμβασης της Χάγης της 15-11-1965, που κυρώθηκε από την Ελλάδα διά του Ν. 1334/1983 (ά. 28§1 του Συντάγματος), ως προς την επίδοση δικογράφων στην αλλοδαπή. Από το πεδίο ισχύος των προμνημονευθέντων νομοθετημάτων περί των διασυνοριακών επιδόσεων εξαιρούνται ωστόσο οι αφορώσες πρόσωπα αγνώστου διαμονής, οπότε είναι δικαιολογημένη η διατήρηση της αρνητικής διαδικαστικής προϋπόθεσης της έκδοσης διαταγής πληρωμής εις βάρος τέτοιων προσώπων, προκειμένου να διαφυλάσσεται το καθιερούμενο μέσω των διατάξεων των άρθρων 20§1 του Συντάγματος, 47§2 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. και 6§1 της Ε.Σ.Δ.Α. δικαίωμα ακρόασης του καθ’ ου η διαταγή πληρωμής, εκτός αν έχει νόμιμα διορισθεί αντίκλητος[6].