Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Υπεράσπιση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Υπεράσπιση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2018

Πρόσβαση σε ιατρικό φάκελο ασθενούς από τον θεράποντα ιατρό προς δικαστική υπεράσπισή του


Η ΑΠΔΠΧ χορήγησε άδεια (7 παρ. 2 του Ν. 2472/1997) σε διαγνωστικό θεραπευτικό κέντρο ως υπεύθυνο επεξεργασίας προκειμένου να διαβιβάσει σε αιτούντα τρίτο ιατρό ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα υγείας άλλου προσώπου για δικαστική χρήση. Πιο συγκεκριμένα, ο ενδιαφερόμενος ιατρός ζήτησε στοιχεία του ιατρικού φακέλου του ασθενούς έτσι ώστε να αντικρούσει ενώπιον του δικαστηρίου αγωγή αποζημίωσης εναντίον του. Η Αρχή αποφάσισε την χορήγηση της άδειας αφού προηγουμένως ενημερωθεί και ο ασθενών από το διαγωνιστικό κέντρο (άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 2472/1997) καθώς ο σκοπός της επεξεργασίας συνάδει με το άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. γ’ του Ν. 2472/1997 ενώ πληρούται και η αρχή της αναλογικότητας κατά το άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ. β του νόμου, εφόσον τα στοιχεία του ιατρικού φακέλου τυγχάνουν πρόσφορα για την αντίκρουση της αγωγής. Επομένως, η Αρχή προκρίνει τον περιορισμό του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων έναντι της απονομής της δικαιοσύνης.
Δείτε την απόφαση εδώ : ΑΠΟΦΑΣΗ 37/2017
Σχολιασμός της απόφασης:
Η συν τω νόμω πρόσβαση του τρίτου σε ευαίσθητα δεδομένα για δικαστική χρήση: Το πρόβλημα της έκτασης αρμοδιότητας ανάμεσα στις Εισαγγελικές Αρχές και την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα [Σιουμάλα Ν. Ευαγγελία, Υποψήφια Π.Μ.Σ. Φιλοσοφίας του Δικαίου, Νομική Σχολή Ε.Κ.Π.Α.]
Εισαγωγη
Αφορμή για το παρόν σχόλιο αποτελεί η προσφάτως εκδοθείσα υπ’ αριθμόν 37/2017 απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα[1] (στο εξής ΑΠΔΠΧ) αλλά και η προ τριετίας γνωμοδότηση του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου υπ’ αριθμόν 4/2014[2], με την οποία και συντηρείται ακόμα θολό το νομικό πλαίσιο της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Με την υπ’ αριθμόν 37/2017 απόφαση της, η Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα χορήγησε άδεια σε διαγνωστικό θεραπευτικό κέντρο ως υπεύθυνο επεξεργασίας, ώστε το τελευταίο να παραδώσει έγγραφο που περιέχει ευαίσθητα δεδομένα σε  ενδιαφερόμενο τρίτο για δικαστική χρήση , έπειτα από αίτηση του τελευταίου. Ο ενδιαφερόμενος είναι γιατρός και ζήτησε στοιχεία του ιατρικού φακέλου του ασθενούς έτσι ώστε να αντικρούσει ενώπιον του δικαστηρίου αγωγή αποζημίωσης του ασθενούς εναντίον του. Η ΑΠΔΠΧ εξέτασε την συνδρομή των προϋποθέσεων που τίθενται στο άρθρο 7 παρ. 2γ) του νόμου 2472/1997 καθώς και την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 4 παρ. 1β) του ίδιου νόμου. Σε συνέχεια, αποφάσισε τη χορήγηση της άδειας με την παράλληλη γνωστοποίηση στον ενάγοντα ασθενή της επεξεργασίας των δεδομένων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 11 παρ.3 του ν. 2472/1997. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε και η άδεια χορηγήθηκε στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της ΑΠΔΠΧ όπως αυτά καθορίζονται στο άρθρο 19 του νόμου 2472/2017.
Με την υπ’ αριθμόν 4/2014 γνωμοδότηση, ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου απεφάνθη ότι εφόσον έχει προηγηθεί εισαγγελική παραγγελία, οι υπεύθυνοι επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων οφείλουν να επιτρέπουν την πρόσβαση σε ευαίσθητα δεδομένα, χωρίς να προηγείται άδεια της ΑΠΔΠΧ. Με την ανωτέρω απόφαση της ΑΠΔΠΧ και την εισαγγελική γνωμοδότηση αλλά και με πλήθος αντιφατικών γνωμοδοτήσεων και δικαστικών αποφάσεων, μνεία των οποίων θα γίνει παρακάτω, η σχέση μεταξύ των εισαγγελικών αρχών και των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών αναδεικνύεται επισφαλής. Οι αλληλοσυγκρουόμενες τοποθετήσεις του Αντιεισαγγελέα και της ΑΠΔΠΧ προβληματίζουν και θέτουν σε δοκιμασία το κύρος της ΑΠΔΠΧ ενώ καταδεικνύεται απερίφραστα και το πρόβλημα της πολυνομίας στην ελληνική έννομη τάξη. Γι’ αυτό εξάλλου και το ζήτημα που πραγματεύεται το παρόν, έχει απασχολήσει τόσο την ελληνική δικαστηριακή πρακτική[3] όσο και την ελληνική θεωρία[4].
Μέρος Α: Το πρόβλημα
Ι. Οριοθέτηση του προβλήματος
Το ζήτημα που ερείδεται είναι αφενός μεν η διαφάνεια της κρατικής δράσης συνάμα με το δικαίωμα πρόσβασης στην πληροφορία όπως τα δικαιώματα αυτά κατοχυρώνονται στα άρθρα 5Α και 20 του Συντάγματος καθώς και στα λοιπά συναφή νομοθετήματα, αφετέρου δε το αμυντικό δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 9Α του Συντάγματος και καθορίζεται από το νόμο 2742/1997[5]. Στο παρόν, θα εξεταστεί το πρόβλημα των αντιτιθέμενων αρμοδιοτήτων ανάμεσα στην ΑΠΔΠΧ να εκδίδει άδειες σύμφωνα με το άρθρο 19 του ν.2472/1997 και στο εισαγγελικό σώμα να προβαίνει σε παραγγελίες χορήγησης εγγράφων κατά άρθρο 25 παρ. 4 ν.1756/1988.  Πιο συγκεκριμένα, στο μικροσκόπιο θα τεθεί  η χορήγηση αδειών καθώς και η εισαγγελική παραγγελία επεξεργασίας των ευαίσθητων δεδομένων και όχι των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα γενικά. Επιπλέον, η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων ενδιαφέρει όταν πραγματοποιείται έπειτα από αίτηση τρίτου ενδιαφερόμενου, δηλαδή από πρόσωπο διαφορετικό από το υποκείμενο των δεδομένων και τον υπεύθυνο επεξεργασίας, ήτοι αυτόν που καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασία και πρόσβασης του τρίτου στα δεδομένα για δικαστική χρήση[6],.
ΙΙ. Η πολυνομοθετική πραγματικότητα
Η διάκριση των ευαίσθητων δεδομένων από τα απλά ή άλλως κοινά προσωπικά δεδομένα επιχειρείται καταρχήν στο άρθρο 2 του ν. 2472/1997 αλλά εντοπίζεται επισήμανση της διάκρισης αυτής και σε δικαστικές αποφάσεις[7] αλλά και γνωμοδοτήσεις του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους[8], με σκοπό την προσεκτικότερη νομική αντιμετώπιση των ευαίσθητων δεδομένων. Σύμφωνα με τον ορισμό που τίθεται στο νόμο, τα ευαίσθητα δεδομένα αφορούν στη φυλετική ή εθνική προέλευση, στα πολιτικά φρονήματα, στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, στη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, στην υγεία, στην κοινωνική πρόνοια και στην ερωτική ζωή, στα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων. Η σημασία τους καταδεικνύεται με τη θεσπισμένη στο άρθρο 7 του νόμου απαγόρευση επεξεργασίας τους, εκτός και αν συντρέχουν ειδικές εξαιρέσεις και πάντα έπειτα από σχετική άδεια της ΑΠΔΠΧ[9]. Έτσι, η προστασία των ευαίσθητων δεδομένων καθίσταται μεγάλης σημασίας και η ΑΠΔΠΧ αναλαμβάνει το ρόλο να αποφαίνεται ad hoc για τη σκοπιμότητα ή μη της επεξεργασίας τους[10].
Σύμφωνα όμως με το άρθρο 25 παρ. 4 περ. β΄ του ν.1756/1988, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών δικαιούται να παραγγέλλει στις υπηρεσίες του δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των οργανισμών κοινής ωφέλειας και όλων γενικά των επιχειρήσεων του δημόσιου τομέα, να παραδώσουν έγγραφα ή να χορηγήσουν αντίγραφά τους, όταν το ζητήσουν νομικά ή φυσικά πρόσωπα που έχουν δικαίωμα ή έννομο συμφέρον, εκτός αν πρόκειται για έγγραφα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 261 του Κ.Π.Δ.

Παρασκευή 20 Μαΐου 2016

"ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ ΣΕ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΙΔΙΚΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ" [του Αναστάσιου Τριανταφύλλου, Δικηγόρου, Επ. Καθηγητή Δ.Π.Θ.]


[Εισήγηση στο 7o ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΝΩΣΗΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΟΙΝΙΚΟΛΟΓΩΝ ΜΕ ΘΕΜΑ: ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ: Όψεις και όρια, Πάτρα 15 & 16 Απριλίου 2016]

Ο συνήγορος υπεράσπισης αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα πλέον σημαίνοντα πρόσωπα στον χώρο της απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Ο κώδικας ποινικής δικονομίας παρέχει στον εκάστοτε διάδικο της ποινικής δίκης συγκεκριμένα δικαιώματα, τα οποία ο ίδιος δύναται να ασκήσει είτε αυτοπροσώπως είτε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Δικαιώματα όμως και υποχρεώσεις προβλέπονται όχι μόνο για τους διάδικους της ποινικής δίκης αλλά και για τους εξεταζόμενους μάρτυρες που αποτελούν αναμφίβολα ένα από τα πλέον σημαντικά αποδεικτικά μέσα. Σκοπός της παρούσας εισήγησης είναι η ενασχόληση με συγκεκριμένες διατάξεις του κώδικα ποινικής δικονομίας αλλά και άλλων ειδικών ποινικών νόμων, οι οποίες αφορούν την εμμάρτυρη απόδειξη στην ποινική δίκη και οι οποίες εγείρουν ορισμένους προβληματισμούς, οι οποίοι μπορούν να επιλυθούν με την ουσιαστική συνδρομή του συνηγόρου υπεράσπισης και ειδικότερα είτε με την συμμετοχή του συνηγόρου των διαδίκων κατά την προδικαστική κατάθεση ενός μάρτυρα είτε με το προτεινόμενο δικαίωμα ενός μάρτυρα να διορίζει ή να αιτείται τον διορισμό νομικού συμπαραστάτη.
Είναι γνωστό ότι ο κώδικας ποινικής δικονομίας περιλαμβάνει αρκετές διατάξεις, η εφαρμογή των οποίων αποσκοπεί στην εμφάνιση των μαρτύρων σε κάθε διαδικαστικό στάδιο της ποινικής διαδικασίας και ειδικά για το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας στην ικανοποίηση του βασικού υπερασπιστικού δικαιώματος του κατηγορουμένου όπως εξετάζει τους μάρτυρες κατηγορίας και όπως αιτείται και πετυχαίνει την εξέταση μαρτύρων, την κατάθεση των οποίων θεωρεί χρήσιμη για την ανάδειξη και αποδοχή των υπερασπιστικών του θέσεων. Συγχρόνως, ικανοποιεί την ανάγκη του δικαστηρίου όπως εμφανισθούν και εξετασθούν ενώπιον του ως μάρτυρες τα πρόσωπα εκείνα, η κατάθεση των οποίων θα συμβάλλει στην εκπλήρωση του έργου του για ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας.
Για το στάδιο, όμως, της προδικασίας τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η διάταξη του άρθρου 241 ΚΠΔ είναι σαφής. Η ανάκριση ενεργείται πάντοτε εγγράφως και χωρίς δημοσιότητα (ουχί δημοσίως). Ο μυστικός λοιπόν χαρακτήρας της ανάκρισης έχει την έννοια ότι κατά τη διενέργειά της δεν δύνανται να παρίστανται παρά μόνο τα υπό του νόμου οριζόμενα πρόσωπα, καθώς επίσης ότι το περιεχόμενό της δεν επιτρέπεται να ανακοινώνεται σε τρίτους. Η εν λόγω, όμως, αρχή έχει και εξαιρέσεις. Ο δικονομικός νομοθέτης επέλεξε για το στάδιο της προδικασίας τη δυνατότητα παράστασης των διαδίκων κατά την ενέργεια ανακριτικών πράξεων, όταν αυτές δεν δύναται να επαναληφθούν κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Αυτό αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 97 ΚΠΔ.
Συγχρόνως, η διάταξη του άρθρου 97 ΚΠΔ εισάγει μία ρητή εξαίρεση ορίζοντας ότι απαγορεύεται η παράσταση των διαδίκων κατά την εξέταση των μαρτύρων και των κατηγορουμένων. Συνεπώς, η κατ΄ αντιδικία εξέταση των μαρτύρων στο στάδιο της προδικασίας θεωρείται από τον νομοθέτη μη αναγκαία, αφού η εν λόγω διαδικαστική πράξη θα επαναληφθεί ενώπιον του αρμοδίου ποινικού δικαστηρίου, όταν ο κατηγορούμενος (όπως και ο πολιτικώς ενάγων) θα έχει τη δυνατότητα να αντιπαρατεθεί με τον μάρτυρα, να αξιολογήσει την αξιοπιστία της κατάθεσης και να ασκήσει εν γένει όλα τα παρεχόμενα σε αυτόν δικαιώματα. Η ούτως λαμβανομένη ανέλεγκτη μαρτυρική κατάθεση αποτελεί έγγραφο της σχηματιζόμενης δικογραφίας και αξιολογείται κατά το στάδιο της προδικασίας μαζί το λοιπό αποδεικτικό υλικό από τα αρμόδια διαδικαστικά όργανα. Έτσι λοιπόν και σε αντίθεση με άλλες ανακριτικές πράξεις, ο κατηγορούμενος δεν έχει το δικαίωμα κατά το στάδιο της προδικασίας να παρίσταται κατά την εξέταση των ουσιωδών για την υπόθεση μαρτύρων, καθότι κατά το ισχύον δικονομικό σύστημα, φυσικός χώρος για την άσκηση του δικαιώματος εξέτασης μαρτύρων θεωρείται το ακροατήριο του ποινικού δικαστηρίου, εκεί όπου πρωταγωνιστεί το στοιχείο της αντιδικίας.
Εξαίρεση, όμως, και σε αυτόν τον κανόνα προέβλεψε ο νομοθέτης με τη διάταξη του άρθρου 219 παρ. 2 ΚΠΔ, η οποία αναμφίβολα διασφαλίζει την άσκηση των προβλεπομένων για την εξέταση μαρτύρων δικαιωμάτων, αφού μεταθέτει την αντιδικία σε ένα προηγούμενο διαδικαστικό στάδιο, έχοντας ως κριτήριο την αδυναμία εμφάνισης του μάρτυρα στο δικαστήριο. Στο πλαίσιο εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης, οι διάδικοι υποβάλλουν ερωτήσεις και παρατηρήσεις, συμμετέχοντας ενεργά στη συγκεκριμένη διαδικαστική πράξη, ενώ και ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να εκφράσει αργότερα παράπονο για αξιοποίηση μίας ή περισσοτέρων ανέλεγκτων μαρτυρικών καταθέσεων. Ο ρόλος του συνηγόρου υπεράσπισης είναι σημαντικός. Το εν λόγω άρθρο ρητά ορίζει την παρουσία του δικηγόρου στην εν λόγω διαδικαστική πράξη.
Οι ίδιες θετικές παρατηρήσεις μπορούν να διατυπωθούν και για τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 328 και 354 ΚΠΔ, οι οποίες επίσης προωθούν την κατ΄ αντιδικία και εκτός του χώρου του δικαστηρίου εξέταση των μαρτύρων. Πιο συγκεκριμένα το άρθρο 328 ΚΠΔ ρυθμίζει την κατά το στάδιο της προπαρασκευαστικής διαδικασίας εξέταση μαρτύρων, οι οποίοι αφενός δεν εξετάστηκαν στην προδικασία και αφετέρου έχουν πρόβλημα εμφάνισης ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου. Οι διάδικοι δικαιούνται να είναι παρόντες κατά την εξέταση του μάρτυρα ή να εκπροσωπηθούν από συνήγορο, ο οποίος συμμετέχει ενεργά στην συγκεκριμένη διαδικασία. Αντίστοιχα το άρθρο 354 ΚΠΔ ρυθμίζει την κατά το στάδιο της διαδικασίας στο ακροατήριο εξέταση μαρτύρων, που δεν εξετάστηκαν στην προδικασία, με την έκδοση σχετικής προπαρασκευαστικής απόφασης. Ο μάρτυρας εξετάζεται από μέλος του δικαστηρίου στον χώρο που αυτός διαμένει και η κατάθεσή του διαβάζεται στο ακροατήριο. Κατά την εξέτασή του παρευρίσκονται και οι συνήγοροι των διαδίκων, οι οποίοι δικαιούνται να απευθύνουν σε αυτόν ερωτήσεις.
Από τις ανωτέρω λοιπόν διατάξεις καθίσταται σαφές ότι στην προδικασία ή στην προπαρασκευαστική διαδικασία ή στην επ΄ ακροατηρίου διαδικασία υπάρχει η δυνατότητα παράστασης των συνηγόρων των διαδίκων κατά την εξέταση μαρτύρων, οι οποίοι αδυνατούν κατά κανόνα να εξεταστούν στο ακροατήριο. 

Κυριακή 24 Απριλίου 2016

«Το δικαίωμα υπερασπίσεως: Αντίρροπες τάσεις» [του Ιωάννη Θ. Ηρειώτη, Δικηγόρου]

[Εισήγηση στο 7o ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΝΩΣΗΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΟΙΝΙΚΟΛΟΓΩΝ ΜΕ ΘΕΜΑ: ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ: Όψεις και όρια, Πάτρα 15 & 16 Απριλίου 2016]

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
                                                                                                             Αρ. Σελίδας
1.
Εισαγωγικές σκέψεις
1



2.
Ενδεικτικές περιπτώσεις αντίρροπων τάσεων ως προς το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου
2



Ι.
Μη εφαρμογή του άρθρου 177 παρ. 2 Κ.Π.Δ. στα εγκλήματα διαφθοράς (Ν. 4022/2011) και στα φορολογικά αδικήματα (Ν. 2523/1997).
2



ΙΙ.
Τροποποίηση του άρθρου 340 παρ. 1 Κ.Π.Δ. – Δικαίωμα άπαξ άρνησης του κατηγορουμένου να εκπροσωπηθεί από αυτεπαγγέλτως διοριζόμενο συνήγορο
8



ΙΙΙ.

Τροποποιήσεις σχετικά με την εμφάνιση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του στο Δικαστικό Συμβούλιο:
Τροποποίηση του άρθρου 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ. και κατάργηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να ζητήσει αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου
Τροποποίηση του άρθρου 287 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ. και κατάργηση του δικαιώματος του προσωρινώς κρατουμένου να εμφανιστεί στο Συμβούλιο
11



   ΙV.
Τροποποίηση του άρθρου 364 παρ. 1 Κ.Π.Δ. – Περιορισμός του δικαιώματος του κατηγορουμένου να διαβαστεί πλήρως κάθε έγγραφο που χρησιμοποιεί για την υπεράσπισή του
17



3.
Αντί επιλόγου
20




Το δικαίωμα υπερασπίσεως: Αντίρροπες τάσεις
 του Ιωάννη Θ. Ηρειώτη

1. Εισαγωγικές σκέψεις

Η σύγχρονη οικονομική συγκυρία της Ελλάδας πυροδότησε μία κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στο κράτος, τους θεσμούς του και τους δημόσιους φορείς. Μέσα σε αυτή την κατάσταση η Πολιτεία επιχείρησε να στείλει ένα ηχηρό μήνυμα ότι καταπολεμά δραστικά την παρανομία, υποσχόμενη μεταξύ άλλων διαρθρωτικές αλλαγές και στον χώρο της δικαιοσύνης. Με την επίκληση της ανάγκης για επιτάχυνση της δίκης, για εξορθολογισμό και βελτίωση στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και για εκσυγχρονισμό της δικονομίας έχουν θεσπιστεί, από το 2010 μέχρι σήμερα, σημαντικές τροποποιήσεις σε βασικές διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ενώ συγχρόνως παρατηρείται η τάση του νομοθέτη για περιορισμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης του κατηγορουμένου και εκφράζονται βάσιμες επιφυλάξεις και αντιρρήσεις ως προς τη νομιμότητα των νέων αυτών μέτρων, τη συμβατότητά τους προς το Σύνταγμα και νόμους αυξημένης τυπικής ισχύος (λ.χ. Ε.Σ.Δ.Α.), τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, την εξασφάλιση μιας δίκαιης δίκης.
Η εμπέδωση στους πολίτες της αντίληψης ότι το κράτος λειτουργεί και ότι αποδίδεται δικαιοσύνη μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από μία δίκαιη δίκη όπου προστατεύεται η αξία του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.), όπου ο κατηγορούμενος ασκεί ουσιαστικά, πλήρως και ανεμπόδιστα τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματά του, και όχι μέσα από τεχνοκρατικές διατάξεις που με τα χαρακτηριστικά τους παραβιάζουν την έννοια της δικαιοσύνης καθαυτής, συρρικνώνουν τα δικαιώματα του κατηγορουμένου και υποβαθμίζουν την θέση του μετατρέποντάς τον από βασικό υποκείμενο της ποινικής δίκης σε αντικείμενο ενάσκησης κυριαρχικής δικαστικής εξουσίας. 
Έτσι, καλούμαστε σήμερα να διαχειριστούμε αντίρροπες τάσεις στην ποινική δίκη, όπου από την μία πλευρά δίνεται σαφές προβάδισμα στην επιτάχυνση της δίκης, ενώ από την άλλη περιορίζονται και υποχωρούν θεμελιώδη δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και παραβιάζονται θεσμικές εγγυήσεις του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α.

-2- Ενδεικτικές περιπτώσεις αντίρροπων τάσεων ως προς το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου

Ενδεικτικώς, θα μπορούσαν να αναφερθούν οι κάτωθι περιπτώσεις που προβληματίζουν έντονα την νομική κοινότητα λόγω της συρρίκνωσης ατομικών δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη:

Ι. Μη εφαρμογή του άρθρου 177 παρ. 2 Κ.Π.Δ. στα εγκλήματα διαφθοράς (Ν. 4022/2011) και στα φορολογικά αδικήματα (Ν. 2523/1997).

1. Ο κανόνας του άρθρου 177 Κ.Π.Δ. (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 3674/2008), προβλέπει ότι «αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία
Η ανωτέρω απαγόρευση ήταν απόλυτη και ίσχυε για όλα τα αποδεικτικά μέσα και για κάθε αδίκημα μέχρι την 24.12.2015.

2. Με το άρθρο 65 του ν. 4356/2015 (ΦΕΚ Α 181/24.12.2015) εισήχθη εξαίρεση στον ανωτέρω κανόνα του άρθρου 177 παρ. 2 Κ.Π.Δ. και συγκεκριμένα θεσπίστηκε ότι:
«1. Στις περιπτώσεις πράξεων κακουργηματικού χαρακτήρα, που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 2 του άρθρου 177 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εφόσον το αποδεικτικό μέσο αφορά πληροφορίες ή στοιχεία, στα οποία οι ανωτέρω εισαγγελείς έχουν δικαίωμα πρόσβασης κατά τις διατάξεις του άρθρου 17Α παρ. 8 εδάφιο α` του ν. 2523/1997 και του άρθρου 2 παρ. 5 εδάφιο α` του ν. 4022/2011.
  2. Η χρήση του παραπάνω αποδεικτικού μέσου κατά την παραπομπή και τη δίκη γίνεται δεκτή εφόσον κριθεί αιτιολογημένα ότι: α) η βλάβη που προκαλείται με την κτήση του είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος, τη σπουδαιότητα και την έκταση από τη βλάβη ή τον κίνδυνο που προκάλεσε η ερευνώμενη πράξη, β) η απόδειξη της αλήθειας θα ήταν διαφορετικά αδύνατη και γ) η πράξη με την οποία το αποδεικτικό μέσο αποκτήθηκε δεν προσβάλλει την ανθρώπινη αξία.»

Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

"Το δικαίωµα συνηγόρου στην αστυνοµική προανάκριση ως κατεξοχήν έκφανση του κοσµοπολιτικού δικαίου: Νοµοθεσία της ΕΕ, νοµολογία της ΕΣΔΑ και η «υιοθέτησή» τους από τα κράτη µέλη" (του Δηµήτριου Γιαννουλόπουλου, Επίκουρου Καθηγητή Ποινικού Δικαίου, Brunel University London]

[Σύνοψη εισήγησης στο 7ο Συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων (Πάτρα 15-16/4/2016)]


Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωµάτων του Ανθρώπου(ΕΔΔΑ) στηνυπόθεση  Salduz  κατά  Τουρκίας,  η  οποία  αναγνώρισε  για  πρώτη  φορά  στο  πλαίσιο  της νοµολογίας της Ευρωπαϊκής Σύµβασης των Δικαιωµάτων του Ανθρώπου(ΕΣΔΑ) το δικαίωµα πρόσβασης σε δικηγόρο ήδη από τα αρχικά στάδια της εξέτασης του κατηγορουµένου από την αστυνοµία έχει αποτελέσει τα τελευταία χρόνια τον κινητήριοµοχλό ριζοσπαστικών αλλαγών σε ευρωπαϊκά δικαϊικά συστήµατα αναφορικάµε τα δικαιώµατα του κατηγορουµένου κατά την αστυνοµική προανάκριση. Οι αλλαγές αυτές παρατηρούνται σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως η Γαλλία, το Βέλγιο, η Σκωτία, η Ιρλανδία και η Ολλανδία, στις οποίες θα κάνουµε ιδιαίτερη αναφορά στην εισήγησήµας και οι οποίες παραδοσιακά υπήρξαν εχθρικά διακείµενες στην ιδέα µιας πιο ενεργούς συµµετοχής του συνηγόρου υπεράσπισης στην αστυνοµική προανάκριση, µη διστάζοντας στην ουσία να περιορίσουν αυτόν σε παθητικό ρόλο κατά την εξέταση του κατηγορουµένου, αν όχι να τον κρατήσουν σε«απόσταση ασφαλείας»  από το αστυνοµικό τµήµα και τις διάφορες ανακριτικές πράξεις που τελούνται κατά αυτό το πρώιµο,  αλλά  τόσο  αποφασιστικής  σηµασίας  για  την µετέπειτα  αντιµετώπιση του κατηγορουµένου, στάδιο της προδικασίας.

Στις χώρες λοιπόν αυτές, σηµαντικές εξελίξεις – µε αφετηρία είτε νοµοθετική είτε τη νοµολογία ανωτάτων ή συνταγµατικών δικαστηρίων(είτε και τις δύο) – σηµατοδοτούνµια νέα  αντίληψη  ως  προς  το  ρόλο  του  συνηγόρου  υπεράσπισης  κατά  την  εξέταση  του κατηγορουµένου  από  την  αστυνοµία.  Σε  κάποιες  περιπτώσεις  οι  εξελίξεις  αυτές πραγµατώνονται µε ραγδαίους ρυθµούς,  µε τις αρµόδιες αρχές να κάνουν αποφασιστικά βήµατα στην κατεύθυνση ενόςµοντέλου αστυνοµικής προανάκρισης το οποίο να βρίσκεται σε µεγαλύτερη συνάρτησηµε τις αρχές της δίκαιης δίκης, ενώ σε άλλες περιπτώσεις ηµετάβαση σε ένα νέο καθεστώς αστυνοµικής προανάκρισης είναι επίπονη και αποτελεί προϊόν περαιτέρω διαπραγµάτευσης – πολλές φορές δε και σύγκρουσης – τόσο στο εσωτερικό εθνικών εννόµων τάξεων όσο καιµεταξύ αυτών και αρµόδιων ευρωπαϊκών θεσµών. Οι διαφορές αυτές στην αντιµετώπιση της νοµολογίας του ΕΔΔΑ µάλιστα δεν είναιµόνο ποσοτικές – για παράδειγµα δεν αφορούνµόνο το χρόνο που ενδεχοµένως χρειάζεται για να υιοθετήσουν διαφορετικάµέλη του Συµβουλίου της Ευρώπης τις λύσεις που προκρίνει η νοµολογία αυτή – συχνά είναι και διαφορές ποιοτικές, που αφορούν στο περιεχόµενο αυτό καθαυτό των δικαιωµάτων που κάθε εθνική έννοµη τάξη αναγνωρίζει ως πηγάζουσα από τη νοµολογία του Δικαστηρίου,  µε αποτέλεσµα να παρατηρείται ήδη σηµαντική ανοµοιογένεια ως προς τη θέση σε εφαρµογή της νοµολογίας Salduz σε διαφορετικές εθνικές έννοµες τάξεις.

Τετάρτη 20 Απριλίου 2016

"H ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΣ ΑΔΥΝΑΤΩΝ ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΔΔΑ" [Βασίλη Χειρδάρη, Δικηγόρου]

[Εισήγηση στο 7ο Συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων με θέμα : "ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ - Όψεις και Όρια" (Πάτρα 15 & 16/4/2016)]

Οι σημερινές οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες έχουν δημιουργήσει ένα εξαιρετικά δύσκολο πλαίσιο για τα υπερασπιστικά δικαιώματα των κατηγορουμένων και όχι μόνο. Η πρόσβαση στη δικαιοσύνη για ανθρώπους που έχουν οικονομική αδυναμία καθίσταται όχι μόνον προβληματική αλλά και τις περισσότερες φορές αδύνατη.
Στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια είναι πασιφανές ότι περνάμε μια πολύ δύσκολη οικονομική περίοδο. Μια περίοδο που έχει οδηγήσει πολλούς συμπολίτες μας σε οικονομική εξαθλίωση λόγω των συνθηκών, της μείωσης των αμοιβών, μισθών και συντάξεων, της ανεργίας, της φορολογικής πολιτικής κλπ.  
Παρά όμως τις συνθήκες αυτές το κόστος πρόσβασης στην ελληνική δικαιοσύνη όχι μόνον δεν έχει μειωθεί, όπως θα ήταν φυσιολογικό, αλλά αντίθετα έχει αυξηθεί και μάλιστα σημαντικά, με αποτέλεσμα η πρόσβαση σε αυτή να καθίσταται  απαγορευτική όχι μόνον για τους μη έχοντες  αλλά ακόμα και για όσους διαθέτουν μικρά ή ακόμα και μεσαία εισοδήματα.
Δεν είναι δυνατόν όμως να μιλάμε για σύγχρονο κράτος δικαίου, για ατομικά δικαιώματα και για  δίκαιη δίκη, όταν δεν υφίσταται στη πράξη η βάση στήριξης προστασίας όλων αυτών, που δεν είναι άλλη από την πρόσβαση σε δικαστήριο.
Έτσι καθίσταται εξαιρετικά χρήσιμη η παροχή δυνατότητας και αυτών που αδυνατούν οικονομικά στην αποτελεσματική πρόσβαση σε δικαστήριο, δεδομένου ότι η πρόσβαση δεν αποτελεί προνόμιο μιας μερίδας πολιτών (με οικονομικές δυνατότητες) αλλά θεμελιώδες δικαίωμα όλων.
Η παρούσα εισήγηση έχει ως σκοπό την συνοπτική παρουσίαση της νομολογίας του Δικαστηρίου του Στρασβούργου στην παροχή δωρεάν νομικής συνδρομής στους κατηγορουμένους και  στο καθεστώς του αυτεπαγγέλτως διοριζόμενου συνηγόρου και όχι την συνολική παρουσίαση και έρευνα του σοβαρού αυτού θέματος της υπεράσπισης των αδυνάτων.

I.                    ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΔΩΡΕΑΝ ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ
Το δικαίωμα της δωρεάν νομικής συνδρομής[1] θεμελιώνεται ρητά στο άρθρο 6 παρ. 3γ της Ευρωπαϊκής Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα («ΕΣΔΑ») αλλά και στο άρθρο 14 παρ. 3δ του Διεθνούς  Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά ∆ικαιώματα ("ΔΣΑΠΔ")[2]. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ("ΕΣΔΑ") έχει αναπτύξει μια λεπτομερειακή νομολογία σχετικά με το πώς θα πρέπει να παρασχεθεί η νομική συνδρομή, νομολογία που έχει ακολουθήσει στις βασικότερες πτυχές της και η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, που εφαρμόζει το Διεθνές  Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά ∆ικαιώµατα (ΔΣΑΠΔ).
Επίσης σχετικά πρόσφατα (20.12.2012) η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών υιοθέτησε το πρώτο αυτόνομο διεθνές κείμενο[3] το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής δωρεάν νομικής συνδρομής. Στο κείμενο αναγράφεται ότι : «… η δωρεάν νομική συνδρομή είναι ένα ουσιώδες στοιχείο μιας λειτουργικής και αποδοτικής ποινικής δικαιοσύνης, που βασίζεται στην αρχή του κράτους δικαίου, αποτελώντας τη βάση για την κατοχύρωση άλλων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος της δίκαιης δίκης» και συνεχίζει ότι «…τα κράτη μέλη οφείλουν να εγγυηθούν και να θεσπίσουν το δικαίωμα της δωρεάν νομικής συνδρομής στην εθνική έννομη τάξη τους  στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο …».
Πλέον των παραπάνω τόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων και η Επιτροπή  του ΟΗΕ για την πρόληψη των βασανιστηρίων , έχουν και οι δύο επανειλημμένως υπογραμμίσει την σοβαρότητα της νομικής συνδρομή ως θεμελιώδους εγγύησης ιδιαίτερα κατά του εκφοβισμού, της κακομεταχείρισης  και των βασανιστηρίων των συλλαμβανομένων, εντοπίζοντας τη σημασία  της στη χρονική περίοδο αμέσως μετά την σύλληψη των υπόπτων ή κατηγορουμένων, όπου υπάρχει άμεσος κίνδυνος για την εμφάνιση σοβαρών παραβιάσεων ατομικών δικαιωμάτων. Για τη αποτροπή τέτοιων περιστατικών και συνθηκών και για την πληρέστερη προστασία των ατόμων υπό κράτηση, συνιστούν ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να αναπτύξουν ένα κατάλληλο σύστημα νομικής συνδρομής για εκείνους που έχουν οικονομία αδυναμία να πληρώσουν δικηγόρο[4].

1. ΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΟΥ ΠΕΔΙΟΥ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΩΡΕΑΝ ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ[5]
Α. ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΔΩΡΕΑΝ ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ
 Κατά το άρθρο 6 παρ. 3γ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) κάθε άτομο έχει το δικαίωμα παροχής δωρεάν νομικής συνδρομής, εφόσον πληρούνται δύο προσθετικές προϋποθέσεις. Η πρώτη είναι το οικονομικό, εάν δηλ. ο κατηγορούμενος δεν διαθέτει επαρκή μέσα να πληρώσει δικηγόρο και η δεύτερη, όταν εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης[6]. Παρεμφερή διατύπωση ορίζει και το άρθρο 14 παρ. 3δ του ΔΣΑΠΔ. 
i.                    ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ
Εάν ένα πρόσωπο δεν έχει επαρκή μέσα για να πληρώσει δικό του δικηγόρο,  ικανοποιείται  η πρώτη προϋπόθεση που ορίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 3γ, της ΕΣΔΑ. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε πως το ΕΔΔΑ δεν παρέχει συγκεκριμένο ορισμό σχετικά με την έννοια επαρκή μέσα. Αντ ' αυτού, το Δικαστήριο του Στρασβούργου λαμβάνει υπ όψιν όλες τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε περίπτωσης, για να καθορίσει  κατά πόσο ο εναγόμενος δικαιούται χορήγησης της δωρεάν νομικής συνδρομής.

Τρίτη 19 Απριλίου 2016

"Δικαίωμα υπερασπίσεως και δικηγορικό απόρρητο" [του ΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ, Καθηγητή Πανεπιστημίου Θράκης]

Εισήγηση στο 7ο Συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων με θέμα : "ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ - Όψεις και Όρια" (Πάτρα 15 & 16/4/2016)


Διάγραμμα
 Ι. Εισαγωγή
ΙΙ. Νομοθετική ρύθμιση
1.      Καθήκον επαγγελματικής εχεμύθειας
2.      Απαγόρευση μαρτυρίας
3.      Κατασχέσεις και έρευνες σε γραφεία δικηγόρων
ΙΙΙ. Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότηση
      της τρομοκρατίας
IV. Συμπέρασμα
  
Ι. Εισαγωγή
Το δικηγορικό απόρρητο, το οποίο ανήκει στα κλασσικά απόρρητα, ευρίσκεται τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο των νομοθετικών και νομολογιακών εξελίξεων.
Το ότι υπάρχει ουσιαστική σχέση μεταξύ του δικαιώματος υπερασπίσεως κατά την αντίκρουση της κατηγορίας από πλευράς κατηγορουμένου στην ποινική δίκη και του δικηγορικού απορρήτου, είναι φανερό, όταν αναλογισθεί κανείς ότι η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ συνηγόρου υπερασπίσεως και κατηγορουμένου λόγω της κεφαλαιώδους σημασίας της εγγυάται την αποτελεσματική δικαστική προστασία του τελευταίου.
Συγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 20 § 1 του Συντ.: «Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του, όπως νόμος ορίζει».
Δηλαδή με την ανωτέρω διάταξη[1] καθιερώνονται συνταγματικά αφενός το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και αφετέρου το δικαίωμα δικαστικής ακροάσεως.
Αυτό σημαίνει ότι το πρόσωπο, που προστρέχει το δικηγόρο για νομική βοήθεια, αποκαλύπτει σε αυτόν στο πλαίσιο της μεταξύ τους σχέσης εμπιστοσύνης μυστικά γεγονότα της ιδιωτικής του ζωής[2], που αναφέρονται στον ιδιωτικό, οικογενειακό ή επαγγελματικό βίο του με σκοπό την πληρέστερη υπεράσπισή του.
Επίσης δεν πρέπει να αμφισβητείται ότι το δικηγορικό απόρρητο συνδέεται με το δικαίωμα που έχει ο καθένας να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να αξιώνει τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του[3]. Δηλαδή αυτή η συνταγματική προστασία της προσωπικής του ελευθερίας επεκτείνεται και στη σφαίρα απορρήτων του ατόμου (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντ.)[4].  
Επί πλέον το δικηγορικό απόρρητο κατοχυρώνεται τόσο στον ΠΚ όσο και στον ΚΠΔ[5]. Συγκεκριμένα με το άρθρο 371 ΠΚ τιμωρούνται οι δικηγόροι και οι βοηθοί τους με χρηματική ποινή ή με φυλάκιση μέχρι ενός έτους αν φανερώσουν ιδιωτικά απόρρητα που τους τα εμπιστεύθηκαν ή τα έμαθαν λόγω του επαγγέλματος τους ή της ιδιότητάς τους, ενώ με το άρθρο 212 ΚΠΔ επιβάλλεται στους συνηγόρους απαγόρευση εξέτασης τους ως μαρτύρων τόσο στην προδικασία όσοι και στη κύρια διαδικασία σχετικά με όσα τους εμπιστεύθηκαν οι πελάτες τους. Η ανωτέρω απαγόρευση διασφαλίζεται και από τις διατάξεις των άρθρων 261 και 262 ΚΠΔ, που απαγορεύουν την κατάσχεση εγγράφων των προσώπων, που αναφέρονται σ’αυτές.
Εκτός από τα άρθρα αυτά το δικηγορικό απόρρητο κατοχυρώνεται επίσης στο άρθρο 38 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013), ενώ το άρθρο 39 § 1 του ανωτέρω κώδικα ενίσχυσε την προστασία του δικηγορικού απορρήτου ορίζοντας ότι «απαγορεύεται η διεξαγωγή έρευνας για την αναζήτηση εγγράφων ή άλλων στοιχείων ή των ηλεκτρονικών μέσων αποθήκευσης αυτών, καθώς και η κατάσχεση αυτών για όσο χρόνο βρίσκονται στην κατοχή του δικηγόρου για υπόθεση που αυτός χειρίζεται».
Ακόμη το δικηγορικό απόρρητο διασφαλίζεται στο άρθρο 400 ΚΠολΔ, το οποίο απαγορεύει την εξέταση του δικηγόρου στην πολιτική δίκη σχετικά με γεγονότα, που καλύπτονται από το δικηγορικό απόρρητο.
Τέλος πρέπει να  επισημανθεί ότι η συνταγματική προστασία του δικηγορικού απορρήτου στα άρθρα 2 § 1 και 5 § 1 του Συντ. επεκτείνεται και στα άρθρα 9 (προστασία του ιδιωτικού βίου), 9A (προστασία των προσωπικών δεδομένων) και 19 του Συντ. (προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας) αφού επιβάλλει περιορισμούς στην απόδειξη, προκειμένου να διατηρηθεί μυστικός ένας κύκλος γεγονότων της ιδιωτικής ζωής κάθε ανθρώπου[6]. Με την έννοια αυτή είναι προφανής και η σχέση του δικηγορικού απορρήτου με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, όπως αυτό καθιερώνεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ[7].
Όμως σοβαρό ρήγμα στο στέρεο οικοδόμημα του δικηγορικού απορρήτου και στη σχέση του με τον εντολέα του έχει επιφέρει η θεσμοθέτηση ευρύτατων υποχρεώσεων για το δικηγόρο στο πεδίο του Ευρωπαϊκού-Κοινοτικού Δικαίου, που αναφέρονται στην αντιμετώπιση της νομιμοποίησης παράνομων εσόδων και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
Με άλλα λόγια με τις επιβαλλόμενες νέες υποχρεώσεις των δικηγόρων βάσει των διατάξεων του ν. 3691/2008, που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τη θεσμική κατοχύρωση του δικηγορικού λειτουργήματος, καταλύεται πλέον η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ δικηγόρου και εντολέα με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ουσιαστική υπεράσπιση του τελευταίου.

     ΙΙ. Νομοθετική ρύθμιση 
1. Καθήκον επαγγελματικής εχεμύθειας

Δευτέρα 18 Απριλίου 2016

"ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ ΣΕ ΔΙΚΕΣ ΜΕ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΨΕΙΣ" [του Χρίστου Χ. Μυλωνόπουλου, Καθηγητή Ποινικού Δικαίου, Ποινικής Δικονομίας και Διεθνούς Ποινικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών]


Εισήγηση στο 7ο Συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων με θέμα : "ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ - Όψεις και Όρια" (Πάτρα 15 & 16/4/2016)


ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ ΣΕ ΔΙΚΕΣ ΜΕ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΨΕΙΣ

1. Μπορεί το ΔΕΕ να απαγορεύσει την παραγραφή ποινικής υπόθεσης? (υπόθεση Taricco)
            Στην υπόθεση Taricco το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης  αποφάνθηκε ότι τα εθνικά ποινικά δικαστήρια ενός κράτους μέλους (εν προκειμένω της Ιταλίας) υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν τις διατάξεις του εθνικού δικαίου περί παραγραφής, όταν αυτές δεν επιτρέπουν την αποτελεσματική καταστολή εγκληματικών πράξεων στρεφομένων κατά των δημοσιονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 325 παρ. 1 και 2  ΣΛΕΕ και συγκεκριμένα την επιβολή ποινής με αμετάκλητη απόφαση για  έγκλημα πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής του.  Tούτο δε διότι στην περίπτωση αυτή οι διατάξεις του εθνικού δικαίου για την παραγραφή υποχωρούν καθόσον το δίκαιο της ΕΕ υπερέχει «αυτομάτως» έναντι του εθνικού και καθιστά αυτοδικαίως μη εφαρμοστέα κάθε αντίθετη διάταξη εθνικού δικαίου. Εισικότερα, επειδή το ΔΕΕ προέβλεψε ότι η αμετάκλητη καταδίκη ήταν πρακτικά αδύνατη εντός του χρόνου παραγραφής, παρήγγειλε το ιταλικό δικαστήριο να μην εφαρμόσει τις εθνικές διατάξεις περί παραγραφής στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει του άρθρ. 325 ΣΛΕΕ.


2. Μπορεί να ασκηθεί ποινική δίωξη στην Ελλάδα για πράξη για την οποία έπαυσε η ποινική δίωξη στη Γερμανία με επιβολή όρων; («ΥΠΟΒΡΥΧΙΑ» Ι)
Κατά Έλληνος πολίτου ασκήθηκε στην Ελλάδα ποινική δίωξη για κακουργηματική δωροδοκία για το λόγο ότι αυτός προσέφερε χρήματα σε φορείς λήψεως αποφάσεων στα αρμόδια Υπουργεία Εθνικής Άμυνας και Οικονομικών καθώς και στις Υπηρεσίες και στο Πολεμικό Ναυτικό της Ελλάδας, προκειμένου να επηρεάσουν θετικά την ανάθεση της παραγγελίας για την κατασκευή οπλικών συστημάτων. Κατά του αυτού κατηγορουμένου εγέρθηκε κατηγορία και στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εγκείμενη στο ότι αυτός παρέσχε συνδρομή σε δωροδοκία με προσφοράς χρημάτων στους εκάστοτε φορείς αποφάσεων στην Ελλάδα μέχρι του τότε υπουργού εθνικής άμυνας και ειδικότερα στο ότι έθεσε τους λογαριασμούς της εταιρίας του στη διάθεση των προσώπων που διενήργησαν τη δωροδοκία, καίτοι εγνώριζε ή τουλάχιστον «επιδοκιμαστικά αποδέχτηκε», ότι θα γίνονταν πληρωμές χρημάτων δωροδοκίας μέσω αυτής καθώς και ότι με τη χρησιμοποίησή της εσκοπείτο η ματαίωση της ανίχνευσης της ροής των πληρωμών.
Ο αρμόδιος γερμανός εισαγγελέας γνωστοποίησε στον ανωτέρω κατηγορούμενο, ότι είχε την πρόθεση να απόσχει από την ποινική δίωξη αν αυτός εντός συγκεκριμένης προθεσμίας: α) συναινούσε στην εφαρμογή συνοπτικής διαδικασίας που του επροτείνετο και β) εκπλήρωνε συγκεκριμένους όρους (Auflagen), ήτοι κατέβαλλε ποσό 400.000 ευρώ σε κοινωφελή ιδρύματα που του ανακοινώθηκαν με την ίδια γνωστοποίηση. Ο κατηγορούμενος αποδέχτηκε τα ανωτέρω και εκπλήρωσε εμπροθέσμως τους σχετικούς όρους. Κατόπιν τούτου ο ανωτέρω εισαγγελέας έπαυσε την ποινική δίωξη βάσει των διατάξεων της παρ. 153a του γερμανικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας με διάταξή του στην οποία εδηλούτο ότι, εφόσον ο κατηγορούμενος εξεπλήρωσε εμπρόθεσμα τους όρους, εξέλιπε το δημόσιο συμφέρον επί την ποινική δίωξη και η πράξη δεν δύναται πλέον να διωχθεί ως πλημμέλημα.
Στην προκείμενη περίπτωση το ερώτημα που τίθεται είναι, αν εν όψει των ανωτέρω ο αυτός κατηγορούμενος μπορεί να διωχθεί στην Ελλάδα βάσει των πραγματικών περιστατικών για τα οποία του ασκήθηκε ποινική δίωξη ή αν εφαρμόζεται η λεγόμενη «αρχή» της αμοιβαίας αναγνώρισης δικαστικών αποφάσεων και διαταγών της Συνθήκης της Λισαβόνας (άρθρο 82 παρ. 1 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης - ΣΛΕΕ) και το άρθρο 54 του Συμφώνου Εφαρμογής της Συνθήκης Σένγκεν (ΣΕΣΣ).