Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Ημερίδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Ημερίδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Απριλίου 2017

«ΠΑΡΕΚΤΑΣΗ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ – ΕΚΚΡΕΜΟΔΙΚΙΑ» [του Αθανάσιου Πανταζόπουλου, ΔΝ Πρωτοδίκη]


Διάγραμμα προφορικής εισήγησης στην ημερίδα ΔΣ ΠΑΤΡΩΝ με θέμα Διεθνείς αντιδικίες σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις : Ο Κανονισμός 1215/2012 (Βρυξέλλες Ια)
Θέμα Εισήγησης : «ΠΑΡΕΚΤΑΣΗ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ – ΕΚΚΡΕΜΟΔΙΚΙΑ» Εισηγητής : Αθανάσιος Πανταζόπουλος, ΔΝ Πρωτοδίκης

ΜΕΡΟΣ Α΄ - ΠΑΡΕΚΤΑΣΗ
Ι) ΒΑΣΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
 ΤΜΗΜΑ 7
Παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας
Άρθρο 25
1. Αν τα μέρη, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία, εκτός αν η συμφωνία είναι άκυρη ως προς την ουσιαστική της ισχύ της βάσει της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Η συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας καταρτίζεται:
α) είτε γραπτά είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση.
β) είτε υπό μορφή ανταποκρινόμενη στην πρακτική που έχουν καθιερώσει οι συμβαλλόμενοι στις μεταξύ τους σχέσεις ή
γ) είτε, στο διεθνές εμπόριο, υπό μορφή ανταποκρινόμενη στις συνήθειες τις οποίες τα μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν και οι οποίες είναι ευρέως γνωστές σ’ αυτού του είδους την εμπορική δραστηριότητα και τηρούνται τακτικά από τους συμβαλλόμενους σε συμβάσεις του είδους για το οποίο πρόκειται στη συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα.
2. Κάθε διαβίβαση δια της ηλεκτρονικής οδού που επιτρέπει μεταγενέστερη πρόσβαση στο περιεχόμενο της συμφωνίας λογίζεται ότι έχει καταρτισθεί "γραπτά".
3. Το δικαστήριο ή τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους στα οποία απονέμει διεθνή δικαιοδοσία η συστατική πράξη ενός trust έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία ως προς αγωγές κατά του ιδρυτή, του trustee ή του δικαιούχου ενός trust, αν πρόκειται για σχέσεις μεταξύ των προσώπων αυτών ή για δικαιώματα ή υποχρεώσεις τους από το trust.
4. Οι συμφωνίες διεθνούς δικαιοδοσίας, καθώς και οι ανάλογες ρήτρες της συστατικής πράξεως του trust δεν παράγουν αποτελέσματα, αν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 15, 19 ή 23 ή αν τα δικαστήρια τη διεθνή δικαιοδοσία των οποίων αποκλείουν έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 24.
5. Συμφωνία καθορισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας που αποτελεί στοιχείο σύμβασης λογίζεται ως συμφωνία ανεξάρτητη από τους λοιπούς όρους της σύμβασης. Η εγκυρότητα μιας συμφωνίας καθορισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας δεν επιδέχεται προσβολής εκ μόνου του λόγου ότι η σύμβαση δεν είναι έγκυρη.


Άρθρο 26
1. Πέραν των περιπτώσεων όπου η διεθνής δικαιοδοσία απορρέει από άλλες διατάξεις του παρόντος κανονισμού, το δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ο εναγόμενος παρίσταται αποκτά διεθνή δικαιοδοσία. Ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, αν η παράσταση έχει ως σκοπό την αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας ή αν υπάρχει άλλο δικαστήριο με αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 24.
2. Σε υποθέσεις που αναφέρονται στα τμήματα 3, 4 ή 5, όταν εναγόμενος είναι ο αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή, ο ασφαλισμένος, ένας δικαιούχος της ασφαλιστικής σύμβασης, ο ζημιωθείς, ο καταναλωτής ή ο εργαζόμενος, το δικαστήριο προτού κηρύξει εαυτό αρμόδιο βάσει της παραγράφου 1, εξασφαλίζει ότι ο εναγόμενος ενημερώθηκε για το δικαίωμά του να αμφισβητήσει τη διεθνή δικαιοδοσία του δικαστηρίου και για τις συνέπειες της εμφάνισης ή της μη εμφάνισής του στο δικαστήριο.

Άρθρο 31
(…)
2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 26, όταν επιλαμβάνεται υπόθεσης δικαστήριο κράτους μέλους στο οποίο παρέχεται αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία δυνάμει συμφωνίας αναφερόμενης στο άρθρο 25, κάθε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους αναστέλλει τη διαδικασία έως ότου το
δικαστήριο το οποίο επελήφθη βάσει της συμφωνίας κηρύξει εαυτό αναρμόδιο.

- ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ: Το ΔΕΚ από πολύ νωρίς (ερμηνεύοντας το σχετικό άρθρο 17 της τότε ισχύουσας Σύμβασης των Βρυξελλών) έχει διευκρινίσει ότι οι σχετικές διατάξεις περί παρεκτάσεως πρέπει να ερμηνεύονται στενά, λαμβανομένων υπόψη των συνεπειών που μπορεί να έχει μια τέτοια επιλογή για τη θέση των διαδίκων (ΔΕΚ της 14ης.12.1976 Segoura, σκέψη 6)


ΙΙ) ΓΕΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
Σκοπός της ΣυμβΒρυξ, του ΚανΒρΙ και του νυν ισχύοντος ΚανΒρΙα είναι η διευκόλυνση των εμπορικών και ευρύτερα οικονομικών συναλλαγών μέσω της ενοποίησης των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας και επομένως θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Κεραμεύς/Κρεμλής/Ταγαράς, σελ. 139, Νίκας/Σαχπεκίδου, αρ.1-2). Οι ρήτρες παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας έχουν το πλεονέκτημα της ασφάλειας δικαίου για τους συμβαλλόμενους και την αποτροπή του φαινομένου της άγρας δικαιοδοσίας (forum shopping), ελλοχεύει όμως ο κίνδυνος «επιβολής» της θέλησης του ισχυρότερου μέρους (Σαχπεκίδου, Η παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας στον ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο, σελ. 14 επ.).
 Με τις ανωτέρω διατάξεις ο Κανονισμός αποσκοπεί στο να γίνει σεβαστή η βούληση των συμβαλλομένων μέρων, αλλά και να διασφαλίσει  αφενός ότι πράγματι επήλθε σύμπτωση της βούλησης των συμβαλλόμενων μερών, λαμβάνοντας όμως υπόψη τις πρακτικές στις εμπορικές συναλλαγές και αφετέρου να διασφαλίσει την θέση αδύναμων συμβαλλομένων, για τους οποίους περιορίζει ή και αποκλείει τις ρήτρες παρέκτασης (βλ. Νίκα/Σαχπεκίδου, ο.π., αρ.14, βλ. και Schlosser, EU- Ζivilprozessrecht, 3te Aufl. Art. 23 Nr1).
Ιδωμένες λοιπόν οι διατάξεις του άρθρου 17 ΣυμβΒρυξ, 23 ΚανΒρυξ Ι και 25 ΚανΒρυξ Ια, ως και οι αποφάσεις που εκδόθηκαν από το ΔΕΚ και τα εθνικά δικαστήρια των κρατών μελών σε εφαρμογή αυτών αντικατοπτρίζουν εν πολλοίς την προβληματική που αναπτύχθηκε στα εθνικά δίκαια κρατών – μελών, όπως προκύπτει από την συγκριτική επισκόπηση αυτών (βλ. π.χ. Νόμο της 21.3.1974 με τον οποίο μεταρρυθμίστηκαν οι σχετικές διατάξεις των παραγράφων 38 έως 40 του Γερμ ΚΠολΔ (ZPO) που προέβλεπαν την πλήρη ελευθερία των μερών για κατάρτιση ρήτρας παρέκτασης, περιορίζοντας τα πρόσωπα που μπορούσαν να συνάψουν έγκυρα ρήτρες παρέκτασης (έμποροι “Vollkaufleute” και μάλιστα όχι μικρέμποροι “Minderkaufleute”, ΝΠΔΔ και δημόσιες εταιρίες κοινής ωφέλειας ή την διάταξη του άρθρου 48 του Nouveau Code de Procedure Civile που σε αντίθεση με το προγενέστερο δίκαιο, το οποίο επέτρεπε ευρέως τις ρήτρες παρέκτασης, επιτρέπει τις ρήτρες παρέκτασης μεταξύ εμπόρων και με αυξημένη τυπικότητα – βλ. για όλα αυτά Δωρή, Περιορισμοί της συμβατικής ελευθερίας στις ρήτρες αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας, σελ. 103επ., και Σαχπεκίδου, Η παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας στον ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο, σελ. 16-17).

Κυριακή 2 Απριλίου 2017

"Ζητήματα του δικαίου της απόδειξης κατά τον ΚΠολΔ (μετά το Ν. 4335/2015)" [Εισήγηση του Κων/νου Ρήγα, Πρωτοδίκη Πατρών]


Α. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

            Στο δίκαιο της απόδειξης του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), όπως έχει διαμορφωθεί κατόπιν του Ν. 4335/23-7-2015, ανακύπτουν θεμελιώδη ερμηνευτικά ζητήματα, τα οποία παρουσιάζουν ιδιαίτερο δογματικό και πρακτικό ενδιαφέρον. Τα σημαντικότερα από τα περί ων ο λόγος ζητήματα εξετάζονται εν συνεχεία[1], ενώ επιχειρείται η προσέγγιση αυτών υπό το φως της συνταγματικής κατοχύρωσης του δικαιώματος απόδειξης, το οποίο απορρέει από το προστατευόμενο μέσω της ρύθμισης του άρθρου 20§1 του Συντάγματος (Σ.) δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας. Η επίλυσή τους επιδιώκεται κατ’ επέκταση με γνώμονα την πληρέστερη πραγμάτωση της πρωταρχικής τελολογίας του εν γένει δικονομικού δικαίου, η οποία συνίσταται, σύμφωνα ιδίως με τις διατάξεις των άρθρων 20§1, 25, 93 επ. Σ., 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., 6§1 ΕΣΔΑ και 2§3 του κυρωθέντος μέσω του Ν. 2462/1997 Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, στη διασφάλιση της ορθής και ταχείας εφαρμογής του ουσιαστικού δικαίου για τη διευθέτηση των αγόμενων προς κρίση διαφορών, με απώτερο σκοπό την κοινωνική ευρυθμία και ευημερία.

Β. Οι ευρύτερης εμβέλειας τροποποιήσεις του δικαίου της απόδειξης μέσω του Ν. 4335/2015

Ι. Η αποδεικτική διαδικασία

1. Η υποχώρηση των αρχών της προφορικότητας και της αμεσότητας στην τακτική διαδικασία

Δυνάμει της ρύθμισης της έκτης παραγράφου του νέου άρθρου 237 ΚΠολΔ, το οποίο ισχύει για τις κατατιθέμενες μετά την 1-1-2016 αγωγές (βλ. την πρώτη παράγραφο του άρθρου ένατου του Ν. 4335/2015), στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας δε λαμβάνει κατά κανόνα χώρα διεξαγωγή μαρτυρικής απόδειξης, παρά μόνον εφόσον κρίνεται από το δικαστήριο απολύτως αναγκαία συνεπεία της μελέτης του φακέλου της δικογραφίας (βλ. και την πέμπτη παράγραφο του άρθρου 237). Εκδίδεται προς τούτο, είτε, στην περίπτωση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, από τον πρόεδρο αυτού είτε, επί Μονομελούς Πρωτοδικείου ή Ειρηνοδικείου, από το δικάζοντα δικαστή, διάταξη για την επανάληψη της (ενιαίας) συζήτησης της υπόθεσης, στο ακροατήριο και σε μη συντομότερο των δεκαπέντε ημερών χρόνο, ώστε να εξετασθεί, ενώπιον του ήδη ορισθέντος εισηγητή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ή δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή του Ειρηνοδικείου (βλ. επιπροσθέτως το ά. 237§4 ΚΠολΔ), ένας συγκεκριμένος μάρτυρας ανά διάδικη πλευρά (βλ. και το ά. 396 του ίδιου κώδικα), στον τόπο, κατά την ημέρα και την ώρα που προβλέπει η προειρημένη διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου, εντός του ίδιου δικαστικού έτους, εκτός αν αυτό τυγχάνει χρονικά αδύνατο. Όταν λοιπόν οι διάδικοι έχουν προσκομίσει ένορκες βεβαιώσεις (βλ. επιπλέον τις §§1,2 του άρθρου 237), δεν επιτρέπεται η εν θέματι εξέταση τρίτου προσώπου, διότι οι μάρτυρες προέρχονται τότε υποχρεωτικά από τους ενόρκως βεβαιώσαντες, αλλά η επιλογή των εξεταστέων στο ακροατήριο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου (βλ. και το ά. 107 ΚΠολΔ). Στην περίπτωση αντιθέτως της μη προσκόμισης ένορκων βεβαιώσεων, η εξέταση μάρτυρα προϋποθέτει σωρευτικά ότι προτείνεται από το διάδικο τέτοιος και το δικαστήριο την αξιολογεί ως σκόπιμη, οπότε πρέπει να καταθέσει ο προτεινόμενος μάρτυρας (βλ. το ά. 106 ΚΠολΔ). Η καταχώριση της διάταξης για την επανάληψη της συζήτησης στο οικείο βιβλίο του δικαστηρίου, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων. Η καταχώριση αυτή δύναται επίσης να γνωστοποιείται, ύστερα από πρωτοβουλία του γραμματέα του δικαστηρίου, μέσω της αποστολής ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων. Εντός προθεσμίας οκτώ εργάσιμων ημερών από την εξέταση των μαρτύρων, οι διάδικοι δικαιούνται μάλιστα με προσθήκη να προβούν στην αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, αλλά νέοι ισχυρισμοί και προσκομιζόμενα για πρώτη φορά αποδεικτικά μέσα (π.χ. ένορκες βεβαιώσεις) δε λαμβάνονται υπόψη (ά. 237§7 ΚΠολΔ).
Τα προαναφερθέντα δεν ισχύουν στην τακτική διαδικασία ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ά. 524§1 ΚΠολΔ), δηλαδή του δικάζοντος κατ’ έφεση Μονομελούς Πρωτοδικείου, του Μονομελούς ή του Τριμελούς Εφετείου (ά. 17Α και 19 ΚΠολΔ), παρά μόνον όταν η έφεση έχει ασκηθεί από τον ερημοδικασθέντα στον πρώτο βαθμό διάδικο (ά. 524§2εδ.α και 528 ΚΠολΔ). Αν πάλι η πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε, με την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, η ενδεχόμενη εξέταση μαρτύρων στο δεύτερο βαθμό γίνεται ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου κατά την ίδια συζήτηση, όπως συνέβαινε πριν από τη θέση σε εφαρμογή του Ν. 4335/2015 (ά. 529 ΚΠολΔ).
Επί πολυμελών δικαστηρίων, των διαδικαστικών ζητημάτων της απόδειξης επιλαμβάνεται ειδικότερα, στο πλαίσιο της νέας δομής της τακτικής διαδικασίας, ο εισηγητής (ά. 237§6εδ.δ ΚΠολΔ), αλλά ως προς την αναγκαιότητα της εξέτασης μαρτύρων αποφαίνεται η σύνθεση μετά από διάσκεψη (αναλογία από το ά. 235εδ.α του ίδιου κώδικα). Η εν λόγω εξέταση διενεργείται, σύμφωνα με τα προμνημονευθέντα, από τον εισηγητή και ενώπιον αυτού, ο οποίος επιφορτίζεται με τα καθήκοντα του διευθύνοντος τη συζήτηση (ά. 233 και 234 ΚΠολΔ, πρβλ. το ά. 235εδ.β του ίδιου κώδικα).
Η προειρημένη διάταξη του προέδρου ή του δικαστή δε συνιστά εξάλλου απόφαση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προσβληθεί αυτοτελώς με ένδικα μέσα. Συμπροσβάλλεται ωστόσο με την εκδοθησόμενη για την υπό κρίση διαφορά οριστική απόφαση (επιχ. από το ά. 513§2 ΚΠολΔ), οπότε είναι δυνατό να προβληθεί ως λόγος έφεσης κατά της τελευταίας η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (πρβλ., για την αναίρεση, το ά. 561§1 ΚΠολΔ). Δεν αποκλείεται πάντως ο έλεγχος της εν θέματι διάταξης ως διαδικαστικής πράξης, κατόπιν άσκησης της γενικής ανακοπής των άρθρων 583 επ. (σε συνδ. με τα ά. 159 επ.) ΚΠολΔ.
Επέρχεται, ενόψει των προαναφερθέντων, σημαντική κάμψη των αρχών της προφορικότητας και, περαιτέρω, της αμεσότητας των αποδείξεων στην τακτική διαδικασία, ένεκα ακριβώς τόσο των προπεριγραφέντων θεσπιζόμενων μέσω του Ν. 4335/2015 περιορισμών σχετικά με την εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο ως κύρια έκφανση των προμνημονευθεισών θεμελιωδών αρχών όσο και της συνακόλουθης διεύρυνσης της χρήσης ένορκων βεβαιώσεων. Οι αρχές αυτές συνιστούν εντούτοις conditiones sine quibus non της άσκησης του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος απόδειξης και της πραγμάτωσης της υπερνομοθετικής επιταγής για δημόσια, ταχεία και δίκαιη διεξαγωγή της δίκης (ά. 20§1, 93 Σ. και 6§1 ΕΣΔΑ). Καθιστούν κατ’ επέκταση ευχερέστερες, εξαιτίας της αναγόμενης στην εντεύθεν προσωπική αντίληψη των δικαστών πληρέστερης αξιολόγησης του εμμάρτυρου μέσου, τη διασάφηση των ισχυρισμών των διαδίκων και την εκτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, προκειμένου να επιτυγχάνεται η ορθότερη και ταχύτερη θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματος. Η προειρημένη νέα ρύθμιση του άρθρου 237§6 ΚΠολΔ πρέπει επομένως να ερμηνεύεται προς την κατεύθυνση της ευρύτερης δυνατής αξιοποίησης του εμμάρτυρου μέσου, εφόσον κάτι τέτοιο αποβαίνει in concreto, κατόπιν στάθμισης των προαναφερθέντων υπό το φως των συνθηκών της ατομικής περίπτωσης, απολύτως αναγκαίο, λαμβανομένης επιπροσθέτως υπόψη της παραμέτρου ότι η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο δεν αποτελεί την κύρια αιτία καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης.

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

Εκδήλωση -Συζήτηση με θέμα: «Το προσφυγικό, στην Ελλάδα και την Ευρώπη της κρίση»


Ο Δικηγορικός Σύλλογος Πατρών σας προσκαλεί στην Εκδήλωση -Συζήτηση με θέμα: «Το προσφυγικό, στην Ελλάδα και την Ευρώπη της κρίση» το Σάββατο 2 Απριλίου 2016, στην Αίθουσα Διαλέξεων Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών (Φιλοποίμενος 24, 3ος όροφος) και ώρα 19:00
Συντονιστής:
* Νικόλαος Παπάκος, Πρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών.
Ομιλητές:
* Ελίζα Βοζεμπεργκ, Ευρωβουλευτής
* Θεόδωρος Παπαθεοδώρου, Καθηγητής Πανεπιστήμιου Πελοποννήσου, Βουλευτής Αχαΐας,
* Τάκης Παπαδόπουλος, Δικηγόρος, Αντιπρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών,
* Νικήτας Κανάκης, Πρόεδρος των Γιατρών του Κόσμου
* Ευγενία Αρβανίτη, Επίκουρη Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Πατρών
* Χρυσούλα Μαρινάκη, Δικηγόρος, Πρόεδρος Ενωσης Μεταναστευτικού Δικαίου
Παρεμβαίνουν:
* Μαρία Βαμβακινού, Ομοσπονδιακή Βουλευτής Αυστραλίας, 
* Irena Guidikova, Προϊσταμένη της Διεύθυνσης για τον Διαπολιτισμικό Διάλογο του Συμβουλίου της Ευρώπης
και εκπρόσωποι φορέων της πόλης των Πατρών.
Είσοδος ελεύθερη

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016

"Η αστική ευθύνη των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της A.E. έναντι του δημοσίου και των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης - Θέματα αστικής ευθύνης των μετόχων έναντι των ανωτέρω φορέων" [της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ, Δικηγόρου Αθηνών, Διαπιστευμένης Διαμεσολαβήτριας, μέλους Συνδέσμου Ελλήνων Εμπορικολόγων]


Εισήγηση στην Ημερίδα του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών με θέμα:"Ζητήματα ευθύνης των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Ανώνυμης Εταιρείας" (26 Φεβρουαρίου 2016)

 Περίληψη Εισήγησης
Ι. Αστική Ευθύνη των μελών Δ.Σ
I.i Νομική φύση της ευθύνης των Διοικούντων
• Εκ του νόμου ( ex lege) - Αναγκαστικού δικαίου
• Γνήσια αντικειμενική. Συνδέεται αποκλειτικά με την ιδιότητά τους.
Υφίσταται ανεξαρτήτως πταίσματος των διοικούντων (ΣτΕ 3/2000 ΕλλΔ/νη
2001/263, Στε 2030/2004 ΔΕΕ 2006/684)
• Εξαιρετική (για αλλότρια χρέη) ΑΠ 538/66, 435/66, 802/76, ΕΦΑΘ 588/86)
• Επικουρική ή Πρόσθετη (ΣτΕ 1590/2000 Δ.Δ 2001/1062, ΣτΕ 3/2000 Δ/νη2001/263, ΑΠ 802/76 Δίκη 1977/208, ΣτΕ 3333/2008 ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 708/2008 ΔΦΝ 2010/1368, ΔΕφΑθ 44/2010 ΝΟΜΟΣ, ΔΕφΘ 124/2012 ΕΔΔΔΔ2012/500)
• Όχι επικουρική (ΝΣΚ 538/2006, Μάρκου Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΑΕ σε. 323) ή εγγυητική
• Παθητική εις ολόκληρον (481- 488 ΑΚ)
• Αλληλέγγυα (άρθρο 29 ΕισΝΑΚ)

I.ii Ιστορική αναδρομή
1. Άρθρο 41 παρ. 6 του Ν. 1640/1919 «περί κώδικος φορολογίας καθαρών προσόδων», όπως προστέθηκε με το άρθρο 19 παρ. 1 του ν.δ της 19-3-1923
Περιεχόμενο
Ευθύνη: Προσωπική και αλληλέγγυα
Ευθυνόμενα Πρόσωπα: Διευθυντές, διαχειριστές ή διοικούντες σύμβουλοι και εκκαθαριστές
Νομικά πρόσωπα: Ανώνυμες εταιρείες και συνεταιρισμοί διαλυόμενα ή συγχωνευόμενα
Φόροι: Εισοδήματος και παρακρατούμενοι φόροι
2. Άρθρο 17 του ΝΔ 3843/58, (φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων)
Προσθήκες
-Ευθυνόμενα πρόσωπα: Διοικούντες Σύμβουλοι - απορροφούσα ή συνιστωμένη νέα εταιρεία -Νομικά πρόσωπα: Συνεταιρισμοί
-Φόροι: Παρακρατούμενοι
-Δικαίωμα αναγωγής
3. Με το άρθρο 10 του Ν. 547/77 αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη και αντί του όρου "διοικούντες σύμβουλοι" τέθηκε ο όρος "διευθύνοντες σύμβουλοι", προστέθηκε η φράση "αδιαφόρως του χρόνου βεβαιώσεώς των στην παρ. 1 εδ α και β.
4. Άρθρο 115 του Ν. 2238/94 "Κώδικας Φορολογίας εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων".

I.iii. Προϊσχύσαν δίκαιο
- ΔΗΜΟΣΙΟ
I.iii.i. Περιεχόμενο Άρθρου 115 ν. 2239/1994 Ευθύνη διοικούντων νομικά
πρόσωπα
Α. Κατά τον χρόνο της διάλυσης ή συγχώνευσης -Ευθυνόμενα πρόσωπα: διευθυντές, διαχειριστές ή διευθύνοντες σύμβουλοι και εκκαθαριστές. Απορροφώσα ή νέα εταιρεία σε περίπτωση συγχώνευσης
-Νομικά πρόσωπα: Ημεδαπές ΑΕ, Συνεταιρισμοί, Λοιπά Νομικά πρόσωπα άρθρου 101 (διευθυντές, διαχειριστές, εντεταλμένοι)
-Φόροι: Φόρος εισοδήματος- παρακρατούμενοι φόροι
-Βεβαίωση φόρου: οποτεδήποτε
-Δικαίωμα αναγωγής: κατά των προσώπων που διατέλεσαν σύμβουλοι, καθώς και μέλη ή μέτοχοι του νομικού προσώπου κατά το χρόνο της διάλυσής του ως προς τους φόρους που αφορούν σε χρήσεις προγενέστερες από την έναρξη της εκκαθάρισης, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους.
Β. Κατά τη διάρκεια λειτουργίας
Ευθυνόμενα Πρόσωπα: Τα αυτά ως άνω πρόσωπα
Φόροι: Παρακρατούμενοι
α) Αν έχει γίνει η παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα που είχαν μία από τις ως άνω ιδιότητες από τη λήξη της προθεσμίας απόδοσης του φόρου και μετά.
β) Αν δεν έχει γίνει η παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα, που είχαν μία από τις πιο πάνω ιδιότητες κατά το χρόνο που υπήρχε η υποχρέωση παρακράτησης του φόρου.
Νομολογία (κοινή με ΙΚΑ)
Πρόσωπα ευθυνόμενα
Ευθύνονται μόνο τα αναφερόμενα στο άρθρο 115 ν 2238/94 πρόσωπα. Στον κύκλο αυτό των προσώπων δεν μπορούν να περιληφθούν και άλλα πρόσωπα, όπως είναι τα έχοντα την ιδιότητα του αναπληρωτή των ρητώς και περιοριστικώς αναφερόμενων στο νόμο προσώπων (αξιωματούχων), π.χ.
αντιπρόεδρος Δ.Σ., αναπληρτές του Διευθύνοντος Συμβούλου Α.Ε., έστω και αν τα πρόσωπα αυτά ενδεχομένως άσκησαν διοίκηση ή αναμείχθηκαν στη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων. ΣτΕ 2030/2004 ΔΦΝ 2005/1556, ΣτΕ 255/2009 Νόμος, ΣτΕ 2028/97 ΔΔ 1998/475,, ΣτΕ 4754/98, ΣτΕ 4462/1990 ΔΔ 1991/1322, ΕφΘ 719/2009 ΔΕΕ 2009/1214, ΔΕφΑθ 637/2007 Ε7 2009, Διοικ.Πρωτ. Αθ. 6891/2006 ΔΦΝ 2007/1168, 6656/2006 και 6657/2006, ΝΣΚ 173/ 2001, Πολ. 1028/1-4-2004
σε ΔΦΝ 2004/806, Πολ 1103/2004). 

Πρόεδρος
Δεν ευθύνεται: ΔΠρΑθ 14218/2004 (ΝΟΜΟΣ, Ε7 2006/221)
Αντιπρόεδρος
Δεν ευθύνεται: ΕφΘεσ 719/2009 ΔΕΕ 2009/1214, ΔΠρΠειρ 625/2008 ΝΟΜΟΣ


Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Ημερίδα ΔΣ Πατρών για τον ΚΠολΔικ. (III) : Παρέμβαση με θέμα «Ο νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας» [Αθανάσιος Π.Πανταζόπουλος, ΔΝ - Πρωτοδίκης] (βλ. και video)



Α) Οι τροποποιήσεις στο συγκεντρωτικό σύστημα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με το Ν. 4334/2015

       Ο νομοθέτης με το Ν.4334/2015 επιφέρει σοβαρές τροποποιήσεις στο συγκεντρωτικό σύστημα, το οποίο είναι θεμελιώδους σημασίας για την πολιτική δίκη, καθώς οριοθετεί χρονικά τους ισχυρισμούς των διαδίκων και το συζητητικό σύστημα[1].  Η ευρεία δε επισκόπηση του συστήματος συγκέντρωσης ξεφεύγει από τα στενά όρια της παρούσας, ενώ έχει τύχει ευρείας ανάπτυξης στη θεωρία και πυκνής νομολογιακής εφαρμογής. Ας σημειωθεί τηλεγραφικά ότι πρόκειται για τα «μέσα επίθεσης και άμυνας» των διαδίκων, εξαιρούμενων εκείνων που ρυθμίζονται ειδικώς στο νόμο (π.χ. περιεχόμενο αγωγής – άρθρο 111§2 ΚΠολΔ, ισχυρισμοί άρθρου 263 κλπ). Σε συστηματική ενότητα με το καταργούμενο άρθρο 269 ΚΠολΔ, ο νομοθέτης προβλέπει στο άρθρο 527 ΚΠολΔ απαράδεκτο προβολής νέων ισχυρισμών πλην εκείνων που προτείνονται από τον κυρίως παρεμβαίνοντα, των οψιγενών μεταξύ πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας δίκης, ως και εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 269 ΚΠολΔ. Ενώπιον δε του Αρείου Πάγου, κατ’ άρθρο 562 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται η ισχυρισμών αποσβεστικών της απαιτήσεως, έστω και οψιγενών, αν δεν τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας, [2] καθώς ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να καθίσταται τρίτος βαθμός δικαιοδοσίας.[3] Τέλος, στην αναγκαστική εκτέλεση σε αντίθεση με το προγενέστερο δίκαιο,[4] καθιερώνεται σύστημα συγκέντρωσης των ισχυρισμών με το άρθρο 935 ΚΠολΔ, το οποίο καλύπτει όλες τις εξαιρέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ,[5] σύμφωνα με το οποίο γεγενημένοι λόγοι ανακοπής που μπορούσαν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής είναι απαράδεκτοι σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της εκτέλεσης. Καθιερώνεται δηλαδή με την εξαίρεση των οψιγενών ισχυρισμών μεταξύ πρώτης και δεύτερης δίκης περί την εκτέλεση αυστηρό συγκεντρωτικό σύστημα.[6]

Σύντομη συγκριτική επισκόπηση του συγκεντρωτικού συστήματος

            Στο αγγλοαμερικανικό δίκαιο το δικονομικό σύστημα κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση του συγκεντρωτικού συστήματος επίκλησης και εξέτασης των ισχυρισμών των διαδίκων σε μία συνεδρίαση δικαστηρίου, επιλέγοντας οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων και τα αποδεικτικά τους μέσα να προσκομίζονται στην προδικασία (pre trial stage) με χορήγηση αυξημένων εξουσιών στο δικαστή κρίνοντας όχι μόνο ζητήματα αρμοδιότητας, συνάφειας, αλλά και ισχυρισμών που πρέπει να ξεκαθαρίσουν και αποδείξεων που πρέπει να προσκομιστούν ή να διενεργηθούν, μέχρι η υπόθεση να είναι ώριμη για συζήτηση στο ακροατήριο.[7]
            Στο γερμανικό δίκαιο, το οποίο ενέπνευσε τους συντάκτες της ΚΠολΔ,[8] καθιερώνεται μεν συγκεντρωτικό σύστημα με σημείο αναφοράς την προφορική συζήτηση της υπόθεσης (§282 ΖΡΟ), πλην όμως με τη διάταξη της §296 παρ.2 ΖΡΟ συγχωρούνται εκπροθέσμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα μέσα επίθεσης και άμυνας και πριν την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης,[9] κατά την ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου εφόσον δεν οδηγούν σε παρέλκυση της δίκης και δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια του διαδίκου. Η διάταξη έχει κριθεί από το συνταγματικό δικαστήριο ως σύμφωνη με το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα ακρόασης, καθώς αποτρέπει την απόρριψη ισχυρισμών που ανυπαίτια δεν προβλήθηκαν από τον διάδικο στις ανωτέρω περιπτώσεις.[10]
            Στο αυστριακό δίκαιο [11] επιτρέπεται μεν η υποβολή πραγματικών ισχυρισμών και αποδεικτικών μέσων μέχρι την τελευταία συζήτηση, πλην όμως το δικαστήριο δύναται κατόπιν αίτησης ή και αυτεπάγγελτα να τους απορρίψει, εφόσον κρίνει ότι αυτά από βαριά αμέλεια δεν προσκομίστηκαν προηγουμένως και η επίκληση τους δεν προκαλεί σοβαρή επιβράδυνση της διαδικασίας.
             Τέλος, στο γαλλικό δίκαιο[12] δεν καθιερώνεται συγκεντρωτικό σύστημα στον πρώτο βαθμό,[13] παρά μόνο στην δευτεροβάθμια δίκη ως συνέπεια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος. Και στο χρονικό αυτό στάδιο όμως προβλέπονται εξαιρέσεις[14], μετά δε από πρόσφατη τροποποίηση της σχετικής διάταξης η τελευταία θεωρείται δημοσίας τάξης και ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.[15]

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

Ημερίδα ΔΣ Πατρών για τον ΚΠολΔικ. (I) : "Οι Διαταγές και η Εκουσία Δικαιοδοσία στο νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (μετά το Ν. 4335/2015)" [του Κωνσταντίνου Ηρ. Ρήγα, Δ.Ν., Πρωτοδίκη και Εισηγητή των Πτωχεύσεων Πατρών] (βλ. και video)

           

            Α. Διαταγές

            Στο επιγραφόμενο «Διαταγές» Δ΄ Κεφάλαιο του Τέταρτου Βιβλίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) ως προς τις ειδικές διαδικασίες συνενώνονται, κατόπιν του Ν. 4335/23-7-2015, σε δύο Τίτλους οι ρυθμίσεις της διαταγής πληρωμής και της διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου. Τούτο, διότι οι εν λόγω διαταγές συνιστούν εκτελεστούς τίτλους, οι οποίοι εκδίδονται με μονομερή διαδικασία και τη μετάθεση του δικαιώματος ακρόασης του καθ’ ου στο στάδιο που επακολουθεί την έκδοσή τους και την άσκηση κατ’ αυτών ανακοπής. Η διαταγή πληρωμής διέπεται πλέον από τις διατάξεις των άρθρων 623-636 ΚΠολΔ (Τίτλος Ι, πρώην ά. 623-634 ΚΠολΔ) και η διαταγή απόδοσης της χρήσης μισθίου απ’ αυτές των άρθρων 637-645 του ίδιου κώδικα (Τίτλος ΙΙ, πρώην ά. 662Α-662Θ ΚΠολΔ). Εξετάζονται λοιπόν εν συνεχεία οι σημαντικότερες τροποποιήσεις των ρυθμίσεων των διαταγών, οι οποίες επέρχονται διά του Ν. 4335/2015 και θα ισχύσουν, σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου ένατου του νόμου αυτού, από την 1-1-2016.

            Ι. Διαταγή πληρωμής[1]

1. Η προσθήκη στο άρθρο 623 ΚΠολΔ της προϋπόθεσης της ιδιωτικού δικαίου διαφοράς

            Στη διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ εισάγεται ως προϋπόθεση της έκδοσης της διαταγής πληρωμής να πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά, δηλαδή η απαίτηση να υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Τούτο συνάγεται επίσης ευχερώς από το συνδυασμό των ρυθμίσεων των άρθρων 1στοιχ.α και 591§1εδ.α ΚΠολΔ, αλλά και από το άρθρο 94 του Συντάγματος, οπότε η προδιαληφθείσα προσθήκη θα μπορούσε να παραλειφθεί[2]. Πρέπει πάντως να συσχετισθεί με τις διατάξεις των άρθρων 272Α επ. ΚΔΔ/μίας, οι οποίες προστέθηκαν μέσω του άρθρου 1 Ν. 4329/2015 και διέπουν την έκδοση διαταγής πληρωμής ως προς μη αμφισβητούμενες χρηματικές αξιώσεις που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις συναφθείσες στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών.

            2. Η νέα ρύθμιση του άρθρου 624§2 ΚΠολΔ

            Στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 624 ΚΠολΔ, η οποία προέρχεται από το εκπονηθέν από τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή υπό την προεδρία του καθηγητή Κλαμαρή Σχέδιο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας[3], καταργείται εν πρώτοις η αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση να μη διαμένει ο καθ’ ου η διαταγή πληρωμής στην αλλοδαπή κατά το χρόνο της έκδοσής της, με συνέπεια να είναι πλέον επιτρεπτή η έκδοση διαταγής πληρωμής εναντίον προσώπων που έχουν γνωστή κατοικία, έδρα ή διαμονή οπουδήποτε στην αλλοδαπή[4]. Διατηρείται άλλωστε η απαγόρευση της έκδοσης διαταγής πληρωμής κατά προσώπου αγνώστου διαμονής, εκτός αν έχει νόμιμα διορισμένο αντίκλητο, ήτοι μέσω δήλωσης στη γραμματεία του οριζόμενου στο άρθρο 142 ΚΠολΔ Πρωτοδικείου ή ρήτρας σε σύμβαση, διαφορετικά η διαταγή πληρωμής τυγχάνει άκυρη, πλην όχι αυτοδικαίως, αλλά ακυρώνεται κατόπιν της άσκησης ανακοπής[5].
            Η προαναφερθείσα ρύθμιση σχετικά με τα πρόσωπα που κατοικούν, εδρεύουν ή διαμένουν στην αλλοδαπή έχει ως ratio τη σημαντική βελτίωση των συνθηκών των διασυνοριακών επιδόσεων, εξαιτίας της ισχύος αφενός, μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), του Κανονισμού (Καν) 1393/2007 για τις επιδόσεις και αφετέρου, στις σχέσεις της Ελλάδας με πολλές άλλες χώρες, της πολυμερούς Σύμβασης της Χάγης της 15-11-1965, που κυρώθηκε από την Ελλάδα διά του Ν. 1334/1983 (ά. 28§1 του Συντάγματος), ως προς την επίδοση δικογράφων στην αλλοδαπή. Από το πεδίο ισχύος των προμνημονευθέντων νομοθετημάτων περί των διασυνοριακών επιδόσεων εξαιρούνται ωστόσο οι αφορώσες πρόσωπα αγνώστου διαμονής, οπότε είναι δικαιολογημένη η διατήρηση της αρνητικής διαδικαστικής προϋπόθεσης της έκδοσης διαταγής πληρωμής εις βάρος τέτοιων προσώπων, προκειμένου να διαφυλάσσεται το καθιερούμενο μέσω των διατάξεων των άρθρων 20§1 του Συντάγματος, 47§2 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. και 6§1 της Ε.Σ.Δ.Α. δικαίωμα ακρόασης του καθ’ ου η διαταγή πληρωμής, εκτός αν έχει νόμιμα διορισθεί αντίκλητος[6].