Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2019

ΑΠ 467/2019 : "Επιδίκαση δικαστικής δαπάνης σε περισσότερους - Ομοδικία - Εκπροσώπηση από περισσότερους δικηγόρους"


Όταν περισσότεροι διάδικοι νικούν, η δικαστική δαπάνη επιδικάζεται σε κάθε ομόδικο κατά ίσο μέρος εφόσον αυτοί είχαν κοινό συμφέρον ως ομόδικοι και μπορούσαν και όφειλαν να εκπροσωπηθούν στη δίκη με τον ίδιο πληρεξούσιο και όχι με χωριστούς. Αν οι νικητές ομόδικοι εκπροσωπήθηκαν από περισσοτέρους δικηγόρους, ακέραιη επιδίκαση των δικαστικών εξόδων στον κάθε ομόδικο είναι κατόπιν αιτήσεως δυνατή, μόνο όταν ο κάθε ομόδικος είχε ίδιο συμφέρον για χωριστή εκπροσώπηση διάφορο από αυτό των υπολοίπων ομοδίκων. Δεν αρκεί για την επιδίκαση μόνο η νίκη, αλλά απαιτείται και η διατύπωση του αντίστοιχου αιτήματος προς επιδίκαση δικαστικής δαπάνης. Ως έξοδα από υπερβολική πρόνοια θεωρούνται και αυτά που έγιναν από χωριστή εκπροσώπηση των απλών ομοδίκων, εφόσον αυτοί είχαν κοινό συμφέρον και μπορούσαν και όφειλαν να εκπροσωπηθούν στη δίκη με ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και όχι με χωριστούς. Στην περίπτωση αυτή επιδικάζεται μία δικαστική δαπάνη, η οποία επιμερίζεται μεταξύ των ομοδίκων. Απόρριψη αναιρετικού λόγου από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Αντίθετη μειοψηφία).

Αριθμός 467/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "...". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΕΠ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στη ...ς και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της ΕL.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ...ς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24393/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 1506/2014 του Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθ. 559 αριθ. 9 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται παροχή έννομης προστασίας με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής κύριας πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου κ.λπ. (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 670/2016, ΑΠ 962/2013). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εάν το συναφές αίτημα ήταν (δικονομικά απαράδεκτο ή αλυσιτελές ή) μη νόμιμο (ΑΠ 850/2009), καθώς και όταν η πρωτόδικη απόφαση δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο με την έφεση, πρόσθετους λόγους ή τις προτάσεις κατά περίπτωση και ως προς το φερόμενο ως μη δικασθέν από το Εφετείο αίτημα (άρθ. 522 Κ.Πολ.Δ., ΑΠ 670/2016, ΑΠ 465/2015).
Κατά τη διάταξη του άρθ. 180 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν καταδικαστούν περισσότεροι να πληρώσουν τα έξοδα ενέχονται κατά ίσα μέρη... .- Η ως άνω διάταξη, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, εφαρμόζεται αναλογικά και στη μη προβλεπόμενη από το νόμο περίπτωση, κατά την οποία περισσότεροι διάδικοι νικούν και στην περίπτωση αυτή δηλαδή, η δικαστική δαπάνη επιδικάζεται σε κάθε ομόδικο κατά ίσο μέρος εφόσον αυτοί είχαν κοινό συμφέρον ως ομόδικοι και μπορούσαν και όφειλαν να εκπροσωπηθούν στη δίκη με τον ίδιο πληρεξούσιο και όχι με χωριστούς (ΑΠ 831/1980, 220/1979). 
Και τούτο γιατί, η απλή ομοδικία αποτελεί διαδικαστική ευχέρεια και ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της οικονομίας της δίκης αφού είναι δυνατόν να παραστούν όλοι οι ομόδικοι με κοινό πληρεξούσιο δικηγόρο και κοινό αντίκλητο. Στην άνω περίπτωση η δικαστική δαπάνη επιδικάζεται με ένα δικηγόρο και όταν χωρίς να υφίσταται ανάγκη, αλλά από υπερβολική μόνο πρόνοια κατ' άρθ. 189 παρ.2 εδ. β Κ.Πολ.Δ., οι νικήσαντες εναγόμενοι ομόδικοι εκπροσωπήθηκαν χωριστά, ενώ μπορούσαν να παρασταθούν με ίδιο δικηγόρο, αφού είχαν κοινό συμφέρον, διότι τότε πρόκειται για μη αποδοτέα έξοδα. Έτσι αν οι νικητές ομόδικοι εκπροσωπήθηκαν από περισσοτέρους δικηγόρους, ακέραιη επιδίκαση των δικαστικών εξόδων στον κάθε ομόδικο είναι κατόπιν αιτήσεως δυνατή, μόνο όταν ο κάθε ομόδικος είχε ίδιο συμφέρον για χωριστή εκπροσώπηση διάφορο από αυτό των υπολοίπων ομοδίκων. 
Όπως σημειώθηκε, δεν αρκεί για την επιδίκαση μόνο η νίκη, αλλά απαιτείται και η διατύπωση του αντίστοιχου αιτήματος προς επιδίκαση δικαστικής δαπάνης. Συγκεκριμένα, ως έξοδα από υπερβολική πρόνοια θεωρούνται και αυτά που έγιναν από χωριστή εκπροσώπηση των απλών ομοδίκων, εφόσον αυτοί είχαν κοινό συμφέρον και μπορούσαν και όφειλαν να εκπροσωπηθούν στη δίκη με ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και όχι με χωριστούς (ΑΠ 159/1997, ΑΠ 1101/1993, ΑΠ 147/1983). 
Στην περίπτωση δε αυτή επιδικάζεται μία δικαστική δαπάνη, η οποία επιμερίζεται μεταξύ των ομοδίκων (ΑΠ 147/1983). Εξάλλου, οι τυχόν διαφορές μεταξύ των ομοδίκων νικητών που μπορεί να αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης, είναι αδιάφορες για την άνω περίπτωση. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά τη νοηματική του εκτίμηση, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθ. 559 αριθμ.9 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και ειδικότερα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν αποφάνθηκε επί του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της, που πρόβαλε δια της αντεφέσεως περί επιδικάσεως σ' αυτή χωριστής δικαστικής δαπάνης στην πρωτόδικη απόφαση, ύψους 147.918,63 Ευρώ, δηλαδή ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της δίκης, σύμφωνα με τα ελάχιστα όρια αμοιβών που ορίζονται στις σχετικές διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, κατ' αποδοχή του αιτήματός της που είχε υποβληθεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, θεωρώντας ότι ο σχετικός λόγος της αντέφεσης ασκήθηκε με αίτημα την επί πλέον επιδίκαση ποσού 18,63 ευρώ πέραν του ποσού των 147.900,00 ευρώ, που είχε επιδικαστεί ως δικαστική δαπάνη για όλους τους νικήσαντες εναγομένους.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατά τη διάταξη του άρθ.561 παρ.2 Κ.Πολ,Δ. επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι στο αιτητικό των πρωτοδίκως κατατεθεισών από 03.11.2011 εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας, κατά τη συζήτηση της από 28/09/2009 αγωγής της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., εναντίον της και άλλων τεσσάρων (4) ομοδίκων της, είχε υποβληθεί το αίτημα, "να καταδικαστεί η αντίδικος στη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή των πληρεξουσίων Δικηγόρων μου, προσδιοριζομένης ταύτης εις το ποσό των 147.918,63 ευρώ". Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 24393/2012 απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και εφαρμόζοντας την αρχή της ήττας (άρθ. 176,183,191 παρ.1,2 ΚΠολ.Δ.) επέβαλε τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων, τα οποία καθόρισε στο ποσό των 147.900,00 ευρώ, εις βάρος της ενάγουσς (αναιρεσίβλητης) χωρίς να διαλάβει ρύθμιση περί του τρόπου κατανομής τούτων μεταξύ των εναγομένων. 

Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2019

ΕγκΕισΑρΠάγου 7/19 : ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ - Συνδιαλλαγή μεταξύ ανήλικου δράστη και θύματος.



Η ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 7/2019

Η παρούσα εγκύκλιος αντανακλά την αφοσίωσή μας στο δίκαιο ανηλίκων και τις αρχές του, καθώς και την επιθυμία μας για τον εκσυγχρονισμό των δικαστηριακών πρακτικών εφαρμογής του και θα θέλαμε να θεωρηθεί ως το κύκνειο άσμα μας ενόψει της λήξης της επαγγελματικής μας ενασχόλησης με τους ανηλίκους ως Εισαγγελέως.
Η εγκύκλιος αυτή έχει σαν σκοπό την παροχή διευκρινιστικών κατευθύνσεων για την προαγωγή της εφαρμογής του αναμορφωτικού μέτρου της συνδιαλλαγής ανήλικου δράστη και θύματος σύμφωνα με το άρ. 122 ΠΚ και εντάσσεται στο πλαίσιο αναζωπύρωσης του ενδιαφέροντος για τις εφαρμογές της αποκαταστατικής δικαιοσύνης στην εσωτερική έννομη τάξη και δικαστηριακή πρακτική, όπως αυτό αποτυπώθηκε στο νόμο 4478/2017 (στο σκέλος που αφορά στην ενσωμάτωση της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ για τη Θέσπιση Ελάχιστων Προτύπων σχετικά με τα Δικαιώματα, την Υποστήριξη και την Προστασία Θυμάτων της Εγκληματικότητας), αλλά και στην δραστηριοποίηση φορέων της ποινικής δικαιοσύνης για εκπαίδευση στην υλοποίηση της διαμεσολάβησης μεταξύ δράστη και θύματος*.
Στο πλαίσιο αυτό, υπογράφηκε το 2017 και υλοποιήθηκε, στη συνέχεια, Πρωτόκολλο Συνεργασίας ανάμεσα στο ΙΝΕΠ του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (ΕΚΔΔΑ), υπό την προεδρία της Αναπληρώτριας Καθηγήτριας Ιφιγένειας Καμτσίδου, το Εργαστήριο «Αποκαταστατική Δικαιοσύνη και Διαμεσολάβηση» του Τμήματος Κοινωνιολογίας της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου, υπό τη διεύθυνση της καθηγήτριας Βασιλικής Αρτινοπούλου και τον Σύνδεσμο Επιμελητών Δικαστηρίων Ανηλίκων Ελλάδας, για την υπηρεσιακή εκπαίδευση των επιμελητών ανηλίκων της χώρας στην εφαρμογή του αναμορφωτικού μέτρου της συνδιαλλαγής ανήλικου δράστη και θύματος.
Στο ίδιο πλαίσιο, λειτούργησε καινοτόμο Εργαστήριο Θεωρητικής και Βιωματικής Εκπαίδευσης με τη συμμετοχή δικαστών, εισαγγελέων και σπουδαστών της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, με πρωτοβουλία του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων και Διά Βίου Εκπαίδευσης των Εισαγγελικών Λειτουργών της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου.

I. Το θεωρητικό πλαίσιο της συνδιαλλαγής ανήλικου δράστη και θύματος: 
Η αποκαταστατική δικαιοσύνη

Η Αποκαταστατική (ή Επανορθωτική) Δικαιοσύνη (Restorative Justice) αποτελεί μια συνθετική «έννοια-ομπρέλα», «με πλούσιο επιστημονικό και θεωρητικό υπόβαθρο». Η ιδέα και η μεθοδολογία του προτύπου αυτού συμβάλλουν σημαντικά στον εννοιολογικό και εφαρμοστικό εμπλουτισμό της ελληνικής δικαιοσύνης.
Ειδικότερα, «η αποκαταστατική δικαιοσύνη ενισχύει το λόγο και την ελεύθερη έκφραση των άμεσα εμπλεκόμενων ατόμων, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες» ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις του εγκλήματος και την κατάσταση των φυσικών προσώπων που εμπλέκονται, μέσα στο κοινωνικό τους πλαίσιο. Οι εφαρμογές της αποκαταστατικής δικαιοσύνης επικεντρώνονται στην «επανόρθωση των βλαβών και απωλειών», στη «συναισθηματική αποκατάσταση», στην «αποκατάσταση των σχέσεων», στην «αποκατάσταση της αξιοπρέπειας» και στην «πρόληψη μελλοντικής αδικίας και άλλων αξιόποινων πράξεων (πρόληψη υποτροπής)» (Αρτινοπούλου 2016: 723).
Η αποκαταστατική δικαιοσύνη γνωρίζει πολλές εφαρμογές στο πλαίσιο της τυπικής δικαιοσύνης αλλά και σε άλλα πλαίσια και τομείς διεθνώς. Στο νομικό πλαίσιο, είναι διαδεδομένες ποικίλες εφαρμογές σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας, οι οποίες, δίχως να εκτοπίζουν πλήρως την παραδεδεγμένη οδό των κρατούντων μοντέλων της ποινικής δικαιοσύνης, λειτουργούν «ως συμπληρωματικές ή εναλλακτικές διαδικασίες τόσο σε ανήλικους όσο και σε ενήλικους παραβάτες» (Αρτινοπούλου 2016: 723).
Στην εσωτερική μας έννομη τάξη, ο ρόλος των παραγόντων της ποινικής διαδικασίας, ιδίως δε των δικαστών και εισαγγελέων παραμένει κυρίαρχος. Άλλοτε ο ρόλος αυτός προσλαμβάνει ένα καθοριστικό διαμεσολαβητικό περιεχόμενο για τη συμφιλίωση των μερών, ενώ άλλοτε ο ρόλος αυτός ανατίθεται σε τρίτους εκπαιδευμένους για τον σκοπό αυτό επαγγελματίες, οι οποίοι διαμεσολαβούν και διευκολύνουν τη διαδικασία με στόχο την ορθή απονομή δικαιοσύνης, την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα αλλά και τις αξίες της αποκαταστατικής δικαιοσύνης για την κοινωνική ειρήνη.
Σύμφωνα με την Οδηγία 2012/29/ΕΕ, ως «αποκαταστατική δικαιοσύνη» νοούνται οιεσδήποτε διαδικασίες μέσω των οποίων το θύμα και ο δράστης μπορούν, εφόσον δώσουν την ελεύθερη συναίνεσή τους, να συμμετάσχουν ενεργά στην επίλυση των ζητημάτων που απορρέουν από την αξιόποινη πράξη με τη βοήθεια αμερόληπτου τρίτου (άρ. 2).
Ειδικότερα, η συνδιαλλαγή, ως μια από τις πλέον διαδεδομένες εφαρμογές της αποκαταστατικής δικαιοσύνης, αποτελεί μια διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει τη διαμεσολάβηση ενός τρίτου προσώπου (του διαμεσολαβητή) ανάμεσα στον δράστη και στον παθόντα με στόχο τη συμφιλίωση των μερών ή και στην αποκατάσταση της βλάβης (π.χ. μέσω της παροχής συμβολικής αποζημίωσης). Πρόκειται για ένα τελετουργικό, που βασίζεται στο διάλογο και την επικοινωνία σκέψεων και συναισθημάτων και στην ευρύτερη αλληλεπίδραση ανάμεσα στο θύμα και τον δράστη (Πανάγος 2017: 726).

II. Η συνδιαλλαγή ανήλικου δράστη και θύματος

Η συνδιαλλαγή δράστη και θύματος, με στόχο την έκφραση συγγνώμης και την εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξεως εν γένει, εισήχθη με το Ν. 3189/2003 στα αναμορφωτικά μέτρα για τους ανήλικους παραβάτες (άρ. 122 ΠΚ). Όπως έχει επισημανθεί στην Αιτιολογική Έκθεση του συγκεκριμένου νομοθετήματος, στους επιμελητές ανηλίκων ανατέθηκε ο ρόλος του διαμεσολαβητή. Ως αναμορφωτικό μέτρο, η συνδιαλλαγή στοχεύει στη διαπαιδαγώγηση του δράστη μέσα από την άμεση επαφή του με τις συνέπειες της θυματοποίησης. Σε γενικές γραμμές, η έκφραση συγγνώμης εκ μέρους του δράστη εμπεριέχει την παραδοχή της ευθύνης του δράστη για το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της πράξης του, την αναγνώριση της βλάβης, την ανάληψη πρωτοβουλίας εκ μέρους του για αποκατάσταση της βλάβης και την ειλικρινή υπόσχεση περί μη επανάληψης της ίδιας πράξης στο μέλλον. Εξάλλου, ο νόμος προβλέπει και την «εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξης», που σημαίνει ότι η διαδικασία δεν περιορίζεται στο δικαστήριο, αλλά υλοποιείται από τον αρμόδιο διαμεσολαβητή και εκτός του πλαισίου της ακροαματικής διαδικασίας, πριν ή και μετά από αυτή.

Κατά την εφαρμογή της συνδιαλλαγής είναι σκόπιμο να λαμβάνεται υπόψη η διεθνώς παραδεδεγμένη διαδικασία της συνδιαλλαγής στο εν λόγω πεδίο (Πανάγος 2017: 726-727), η οποία απαρτίζεται από τις κάτωθι τρεις φάσεις:

• Η προκαταρκτική φάση περιλαμβάνει τη συλλογή πληροφοριών από τους φορείς της ποινικής δικαιοσύνης σχετικά με την υπόθεση και τα εμπλεκόμενα μέρη, την αναλυτική ενημέρωση του δράστη και του θύματος ξεχωριστά αναφορικά με το περιεχόμενο και τις στοχεύσεις της διαδικασίας, τη λήψη της έγγραφης συναίνεσης των μερών και των εχόντων την επιμέλειά τους, εφόσον αυτοί κατά τον χρόνο της διαδικασίας παραμένουν ανήλικοι, καθώς και τη ρύθμιση πρακτικών ζητημάτων για την πραγματοποίηση της κύριας φάσης (π.χ. σχετικά με τον τόπο και το χρόνο της συνάντησης).
• Η κύρια φάση συνίσταται στην άμεση επικοινωνία δράστη και θύματος υπό την εποπτεία και τον συντονισμό του διαμεσολαβητή, η οποία περιλαμβάνει την έκφραση σκέψεων και συναισθημάτων των μερών και την απολογητική ανάληψη της ευθύνης εκ μέρους του δράστη και καταλήγει στην κατάρτιση μιας κοινής συμφωνίας.
• Στην φάση αξιολόγησης, ο διαμεσολαβητής αξιολογεί τη διαδικασία και ενημερώνει –εκπονώντας σχετικό ενημερωτικό σημείωμα– τις αρμόδιες αρχές σχετικά με την έκβαση της συνδιαλλαγής. Στην ίδια φάση ανήκει η εποπτεία της μελλοντικής πορείας του ανηλίκου, ιδίως ως προς το εάν τήρησε τα συμφωνηθέντα.

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2019

ΑΠ 1001/2019 : Τακτική άδεια εξόδου σε κρατούμενο - Σωφρονιστικός Κώδικας - Δικαιώματα κατηγορούμενου - Στερητικές της ελευθερίας ποινές


Ο περιορισμός ή η στέρηση της φυσικής ελευθερίας αποτελεί επαχθή περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων, ο οποίος επιτρέπεται από το Σύνταγμα μόνον υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Η ποινή δεν στοχεύει στην απομόνωση του προσώπου αλλά αντίθετα οφείλει να μεριμνά για τη μελλοντική επάνοδο του ατόμου στον κοινωνικό βίο. Για την χορήγηση τακτικής άδειας εξόδου σε κρατούμενο δεν εκτιμάται η εγκληματική δράση του αιτούντος ούτε η βαρύτητα του τελεσθέντος εγκλήματος. Αναιρείται το προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο κρίθηκε μη νόμιμη η χορήγηση τακτικής άδειας απουσίας σε κρατούμενο. Το προσβαλλόμενο βούλευμα, ενώ δέχεται ότι δεν είναι δυνατή η χορήγηση τακτικής άδειας στην περίπτωση που ο κρατούμενος έχει καταδικαστεί σε πλείονες της μίας ποινών ισόβιας κάθειρξης, στη συνέχεια προχώρησε στην εξέταση της συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων. Επίσης, ενώ γίνεται δεκτό ότι στην έννοια του σωφρονισμού δεν περιλαμβάνεται η καθ' οιονδήποτε τρόπο ιδεολογική μεταστροφή του καταδίκου, στη συνέχεια αντιφατικά γίνεται δεκτό ότι ο κρατούμενος δεν είναι πρόθυμος να αλλάξει στάση ζωής και να μεταμεληθεί αλλά εμμένει στην άποψή του περί ένοπλης ανατροπής του κρατικού μονοπωλίου της βίας. Περαιτέρω, ενώ δέχεται το προσβαλλόμενο Βούλευμα ότι ο κρατούμενος δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά κατά τη διάρκεια της κράτησής του στο Σωφρονιστικό Κατάστημα, έχει δείξει καλή διαγωγή και ότι δεν έχει κάνει χρήση των τακτικών αδειών που του έχουν χορηγηθεί, εκτιμά ότι υπάρχει κίνδυνος, κατά τη διάρκεια της άδειας, να τελέσει νέα εγκλήματα, ενώ δεν συντρέχουν λόγοι που δικαιολογούν την προσδοκία ότι δεν θα κάνει κακή χρήση αυτής.
  
Αριθμός 1001/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου Εισηγήτρια και Σταματική Μιχαλέτου, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του 93/2019 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου. Με κατηγορούμενο τον Δ. Κ. του Κ., κρατούμενου στο ....
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Βόλου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό … και ημερομηνία 17-5-2019 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/19.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Παπαγεωργίου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου με αριθμό …/18-5-2019, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"I. Εισάγω στο Δικαστήριο Σας (σε Συμβούλιο), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 Κ.Π.Δ., προς συζήτηση και έκδοση ..απόφασης, την υπ' αρ. ./2019 αίτησή μου, με την οποία ζητώ να αναιρεθεί το υπ'αριθμ. 93/2019 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κώνΒόλου, το οποίο έκανε δεκτή την υπ' αριθμ. 14/3.5.2019/8γρ. Προσφυγή του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Βόλου, Επόπτη του ..., κατά της με αριθμ. ./2.5.2019 Απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ανωτέρω Καταστήματος Κράτησης, με την οποία χορηγήθηκε, κατά πλειοψηφία, τακτική άδεια απουσίας στον κρατούμενο του Καταστήματος αυτού, Δ. Κ. του Κ., ακύρωσε την ως άνω με αριθμ. ./2.5.2019 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ... και απέρριψε την από 30.4.2019 Αίτηση του Δ. Κ. του Κ. περί χορήγησης σ' αυτόν τακτικής άδειας.
II. Για τη βασιμότητα του λόγου για τον οποίο ασκήθηκε η αναίρεση αυτή, αναφέρομαι εξ ολοκλήρου στο περιεχόμενο της σχετικής αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω:
1) Να γίνει δεκτή η παραπάνω αίτηση αναίρεσης.
2) Να αναιρεθεί το υπ' αρ. 93/2019 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Βόλου για εσφαλμένη ερμηνεία διατάξεων του Σωφρονιστικού Κώδικα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν το προσβαλλόμενο βούλευμα.
Η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου - Βασιλοπούλου"

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγεται ενώπιον του παρόντος Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που συνεδριάζει με τριμελή σύνθεση ως Συμβούλιο, η υπ' αριθμ. ./2019 και από 17.5.2019 έκθεση αναιρέσεως της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, με την οποία ζητείται η αναίρεση του υπ' αριθμ. 93/10.5.2019 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου, με το οποίο έγινε δεκτή η υπ' αριθμ. 14/3.5.2019 Προσφυγή του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Βόλου, επόπτη του ..., κατά της υπ' αριθμ. ./2.5.2019 Αποφάσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ανωτέρω Καταστήματος Κράτησης, με την οποία χορηγήθηκε τακτική άδεια απουσίας στον κρατούμενο του Καταστήματος αυτού Δ. Κ. του Κ.. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης αποδίδονται στο προσβαλλόμενο Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου, κατ' εκτίμηση, οι πλημμέλειες της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας.

Από τις διατάξεις των άρθρων 483 παρ. 3 εδ. α` και 484 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ήδη ισχύουν, προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 εδ.β'ΚΠΔ, μπορεί να ασκήσει αναίρεση ακόμη και κατά αμετακλήτου βουλεύματος, για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άνω άρθρο 484 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχβ`και δ' ΚΠΔ), αλλά και για οποιαδήποτε παράβαση των διατάξεων, που αφορούν την προδικασία χωρίς να βλάπτονται τα δικαιώματα των διαδίκων (άρθρο 483 παρ. 3 ΚΠΔ όπως ισχύει μετά από την αντικατάστασή της από την παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 4531/5.4.2018).

Σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 1 του ν. 2776/1999 "ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ" (Σ.Κ.), όπως ισχύει, στους κρατουμένους χορηγούνται τακτικές, έκτακτες και εκπαιδευτικές άδειες απουσίας από τα καταστήματα κράτησης. Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 55 (Τακτικές άδειες - Προϋποθέσεις), του αυτού ως άνω νόμου όπως ισχύει, οι τακτικές άδειες χορηγούνται εφ' όσον: Ο κατάδικος έχει εκτίσει το ένα πέμπτο της ποινής του χωρίς ευεργετικό υπολογισμό ημερών ποινής λόγω εργασίας και η κράτηση έχει διαρκέσει τουλάχιστον τρεις μήνες. Σε περίπτωση έκτισης ποινής ισόβιας κάθειρξης, η κράτηση πρέπει να έχει διαρκέσει τουλάχιστον οκτώ έτη.. . . . Αν στον κατάδικο έχουν επιβληθεί περισσότερες ποινές κατά της ελευθερίας και δεν έχει γίνει προσμέτρησή τους σε μια συνολική ποινή, κατά το άρθρο 94 του Ποινικού Κώδικα, για τον υπολογισμό της ποινής που έχει εκτιθεί κατά την έννοια της παρούσας διάταξης, λαμβάνεται υπόψη το άθροισμα των επί μέρους ποινών.

Εξ άλλου, δεν πρέπει να εκκρεμεί κατά του καταδίκου ποινική διαδικασία για αξιόποινη πράξη σε βαθμό κακουργήματος ή διαδικασία εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ή έκδοσης σε τρίτη χώρα, να εκτιμάται ότι δεν υπάρχει κίνδυνος τελέσεως, κατά τη διάρκεια της άδειας, νέων εγκλημάτων, να συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν την προσδοκία ότι δεν υπάρχει κίνδυνος φυγής και ότι ο κρατούμενος δεν θα κάνει κακή χρήση της αδείας του.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 55 Σ. Κ. προβλέπεται ότι: Για να διαπιστωθεί αν συντρέχει η τελευταία αυτή προϋπόθεση εκτιμώνται ιδίως:

α) η προσωπικότητα του κατάδικου και η εν γένει συμπεριφορά του μετά την τέλεση της πράξης, κατά τη διάρκεια της κράτησης, σε συνδυασμό με το άρθρο 69 παράγραφος 2 του παρόντος Κώδικα και κατά τη διάρκεια των αδειών, που ενδεχομένως του έχουν ήδη χορηγηθεί, β) η ατομική, επαγγελματική και κοινωνική κατάσταση του ιδίου και της οικογένειάς του, καθώς και οι τυχόν οικογενειακές του υποχρεώσεις, γ) η ωφέλεια, την οποία μπορεί να έχει για την προσωπικότητα του καταδίκου και τη μελλοντική του εξέλιξη η λήψη μέτρων για τη σταδιακή επάνοδό του σε καθεστώς πλήρους ελευθερίας.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου 55 άνω Σ.Κ., η τακτική άδεια χορηγείται από το Συμβούλιο του άρθρου 70 παράγραφος 1 του παρόντος (νόμου) μετά από αίτηση του καταδίκου. Κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου καλείται αυτός, καθώς και οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο για την παροχή των αναγκαίων διευκρινίσεων.

Ο δικαστικός λειτουργός που προεδρεύει του Συμβουλίου, σε περίπτωση διαφωνίας του ως προς τη χορήγηση της άδειας, προσφεύγει εντός προθεσμίας πέντε ημερών στο Δικαστήριο Εκτέλεσης Ποινών ως Συμβούλιο. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 70 παράγραφος 1 του Σ.Κ, όπου στον παρόντα νόμο αναφέρεται Δικαστήριο Εκτέλεσης Ποινών, τις αντίστοιχες αρμοδιότητες ασκεί μέχρι τη νομοθετική θέσπιση του οργάνου αυτού, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής.

Από το συνδυασμό των προπαρατεθεισών διατάξεων προκύπτει ότι ο άνω ν. 2776/1999 (Σ.Κ.) για τη χορήγηση τακτικής άδειας στους καταδίκους προβλέπει τη συνδρομή τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων, την ύπαρξη των οποίων κρίνει το Πειθαρχικό Συμβούλιο, που συγκροτείται από τον αρμόδιο δικαστικό λειτουργό, δηλαδή τον οικείο εισαγγελέα - επόπτη, τον διευθυντή του καταστήματος κράτησης και τον αρχαιότερο κοινωνικό λειτουργό. Στις τυπικές προϋποθέσεις περιλαμβάνεται αφ' ενός μια θετική, δηλαδή ο κατάδικος να έχει εκτίσει ορισμένο μέρος της ποινής, ανάλογα με το είδος της, καθώς και το είδος του εγκλήματος και, πιο συγκεκριμένα, να έχει εκτίσει το ένα πέμπτο της ποινής του, χωρίς ευεργετικό υπολογισμό ημερών ποινής, λόγω εργασίας και η κράτησή του να έχει διαρκέσει τουλάχιστον τρεις μήνες, και, σε περίπτωση έκτισης ισόβιας κάθειρξης η κράτησή του να έχει διαρκέσει τουλάχιστον οκτώ έτη, ανεξαρτήτως εάν πρόκειται περί ποινής ισόβιας κάθειρξης πέραν της μιας, κατά την κρατούσα για το θέμα νομολογία (ΓνωμΕισ. ΑΠ 14/14.11.2011, 2588/13.12.1995 και 7/21.10.1993) και την κρατούσα στη θεωρία αντίληψη, κατά την οποία και στις περισσότερες της μιας ισόβιες καθείρξεις αρκεί η οκταετής πραγματική έκτιση της ποινής για τη χορήγηση της αδείας (βλ ενδεικτικά Π. Μπρακουμάτσος: "ο θεσμός της χορήγησης άδειας σε κρατουμένους κατά το ν. 2776/1999.