Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Ημερίδα ΔΣ Πατρών για τον ΚΠολΔικ. (III) : Παρέμβαση με θέμα «Ο νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας» [Αθανάσιος Π.Πανταζόπουλος, ΔΝ - Πρωτοδίκης] (βλ. και video)



Α) Οι τροποποιήσεις στο συγκεντρωτικό σύστημα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με το Ν. 4334/2015

       Ο νομοθέτης με το Ν.4334/2015 επιφέρει σοβαρές τροποποιήσεις στο συγκεντρωτικό σύστημα, το οποίο είναι θεμελιώδους σημασίας για την πολιτική δίκη, καθώς οριοθετεί χρονικά τους ισχυρισμούς των διαδίκων και το συζητητικό σύστημα[1].  Η ευρεία δε επισκόπηση του συστήματος συγκέντρωσης ξεφεύγει από τα στενά όρια της παρούσας, ενώ έχει τύχει ευρείας ανάπτυξης στη θεωρία και πυκνής νομολογιακής εφαρμογής. Ας σημειωθεί τηλεγραφικά ότι πρόκειται για τα «μέσα επίθεσης και άμυνας» των διαδίκων, εξαιρούμενων εκείνων που ρυθμίζονται ειδικώς στο νόμο (π.χ. περιεχόμενο αγωγής – άρθρο 111§2 ΚΠολΔ, ισχυρισμοί άρθρου 263 κλπ). Σε συστηματική ενότητα με το καταργούμενο άρθρο 269 ΚΠολΔ, ο νομοθέτης προβλέπει στο άρθρο 527 ΚΠολΔ απαράδεκτο προβολής νέων ισχυρισμών πλην εκείνων που προτείνονται από τον κυρίως παρεμβαίνοντα, των οψιγενών μεταξύ πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας δίκης, ως και εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 269 ΚΠολΔ. Ενώπιον δε του Αρείου Πάγου, κατ’ άρθρο 562 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται η ισχυρισμών αποσβεστικών της απαιτήσεως, έστω και οψιγενών, αν δεν τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας, [2] καθώς ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να καθίσταται τρίτος βαθμός δικαιοδοσίας.[3] Τέλος, στην αναγκαστική εκτέλεση σε αντίθεση με το προγενέστερο δίκαιο,[4] καθιερώνεται σύστημα συγκέντρωσης των ισχυρισμών με το άρθρο 935 ΚΠολΔ, το οποίο καλύπτει όλες τις εξαιρέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ,[5] σύμφωνα με το οποίο γεγενημένοι λόγοι ανακοπής που μπορούσαν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής είναι απαράδεκτοι σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της εκτέλεσης. Καθιερώνεται δηλαδή με την εξαίρεση των οψιγενών ισχυρισμών μεταξύ πρώτης και δεύτερης δίκης περί την εκτέλεση αυστηρό συγκεντρωτικό σύστημα.[6]

Σύντομη συγκριτική επισκόπηση του συγκεντρωτικού συστήματος

            Στο αγγλοαμερικανικό δίκαιο το δικονομικό σύστημα κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση του συγκεντρωτικού συστήματος επίκλησης και εξέτασης των ισχυρισμών των διαδίκων σε μία συνεδρίαση δικαστηρίου, επιλέγοντας οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων και τα αποδεικτικά τους μέσα να προσκομίζονται στην προδικασία (pre trial stage) με χορήγηση αυξημένων εξουσιών στο δικαστή κρίνοντας όχι μόνο ζητήματα αρμοδιότητας, συνάφειας, αλλά και ισχυρισμών που πρέπει να ξεκαθαρίσουν και αποδείξεων που πρέπει να προσκομιστούν ή να διενεργηθούν, μέχρι η υπόθεση να είναι ώριμη για συζήτηση στο ακροατήριο.[7]
            Στο γερμανικό δίκαιο, το οποίο ενέπνευσε τους συντάκτες της ΚΠολΔ,[8] καθιερώνεται μεν συγκεντρωτικό σύστημα με σημείο αναφοράς την προφορική συζήτηση της υπόθεσης (§282 ΖΡΟ), πλην όμως με τη διάταξη της §296 παρ.2 ΖΡΟ συγχωρούνται εκπροθέσμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα μέσα επίθεσης και άμυνας και πριν την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης,[9] κατά την ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου εφόσον δεν οδηγούν σε παρέλκυση της δίκης και δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια του διαδίκου. Η διάταξη έχει κριθεί από το συνταγματικό δικαστήριο ως σύμφωνη με το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα ακρόασης, καθώς αποτρέπει την απόρριψη ισχυρισμών που ανυπαίτια δεν προβλήθηκαν από τον διάδικο στις ανωτέρω περιπτώσεις.[10]
            Στο αυστριακό δίκαιο [11] επιτρέπεται μεν η υποβολή πραγματικών ισχυρισμών και αποδεικτικών μέσων μέχρι την τελευταία συζήτηση, πλην όμως το δικαστήριο δύναται κατόπιν αίτησης ή και αυτεπάγγελτα να τους απορρίψει, εφόσον κρίνει ότι αυτά από βαριά αμέλεια δεν προσκομίστηκαν προηγουμένως και η επίκληση τους δεν προκαλεί σοβαρή επιβράδυνση της διαδικασίας.
             Τέλος, στο γαλλικό δίκαιο[12] δεν καθιερώνεται συγκεντρωτικό σύστημα στον πρώτο βαθμό,[13] παρά μόνο στην δευτεροβάθμια δίκη ως συνέπεια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος. Και στο χρονικό αυτό στάδιο όμως προβλέπονται εξαιρέσεις[14], μετά δε από πρόσφατη τροποποίηση της σχετικής διάταξης η τελευταία θεωρείται δημοσίας τάξης και ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.[15]


 Ιστορική αναδρομή των νομοθετικών τροποποιήσεων

ΠολΔ
            Στην ΠολΔ 1834 του Maurer το κύριο περί συγκεντρωτικού συστήματος και ιδιαίτερα αυστηρό άρθρο 160 όριζε τα εξής : «κατά την πρώτην το βραδύτερον επ’ ακροατηρίου συνεδρίασιν, γίνονται, επί ποινή αποκλείσεως κατά την εκκρεμη δίκην, νέαι προτάσεις, αι παλαιαί επανορθούνται και γίνονται όλαι αι ενστάσεις, αναβλητικαί τε και ανατρεπτικαί, εξαιρουμένων εκείνων αι οποίαι δύνανται να γίνουν εξ επαγγέλματος ή, κατά ρητήν διάταξιν του νόμου, κατά πάσαν στάσιν της δίκης». Με βάση το άρθρο αυτό ήταν επιτρεπτή η σωρευτική προβολή ενστάσεων έστω και αντιφατικών, καθώς άλλως ο εναγόμενος θα στερείτο του δικαιώματος προβολής τους.[16] Με το άρθρο 1 του α.ν. 980/1946 το άρθρο 160 αντικαταστάθηκε και έκτοτε μέχρι την εισαγωγή του ΚΠολΔ ότι «κατά την πρώτην το βραδύτερον επ’ ακροατηρίου συνεδρίασιν προτείνονται, επί ποινή αποκλεισμού κατά την εκκρεμή δίκην, πάσαι αι νέαι προτάσεις, αι παλαιαί διορθούνται και προτείνονται όλαι αι ενστάσεις, αναβλητικαί και ανατρεπτικαί, εξαιρουμένων εκαίνων αι οποίαι α) δύνανται να ληφθούν υπ’ όψιν εξ επαγγέλματος, β) κατά την ρητήν διάταξιν του νόμου δύνανται να προτείνωνται κατά πάσαν στάσιν της δίκης, γ) προέκυψαν μεταγενεστέρως, δ) αποδεικνύονται παραχρήμα εγγράφως ή δια δικαστικής ομολογίας του αντιδίκου.» Με τον ίδιο νόμο τροποποιήθηκε και το άρθρο 552 ΠολΔ και πλέον οριζόταν ότι «αι ενστάσεις δύνανται να αντιφάσκωσι προς την απάντησιν εις την αγωγήν, αλλά δεν επιτρέπεται να αντιφάσκωσι προς αλλήλας».

ΚΠολΔ

            Το 1933 ορίστηκε Επιτροπή για τη σύνταξη νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που εργάστηκε επί είκοσι έτη και παρουσίασε ολοκληρωμένο σχέδιο Κώδικα πολιτικής Δικονομίας και Εισαγωγικού Νόμου αυτού. Το ζήτημα του συγκεντρωτικού συστήματος απασχόλησε έντονα τα μέλη της Επιτροπής και υποστηρίχθηκαν με ένταση δύο εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις.
            Κατά την πρώτη άποψη (Ράμμος), που επικαλέστηκε και τα ισχύοντα στη Γερμανία, προτάθηκε τα σύστημα της ελεύθερης προβολής πραγματικών ισχυρισμών μέχρι του πέρατος της τελευταίας προφορικής συζήτησης, εκτός εάν κρίνεται από το δικαστήριο ότι αυτοί δεν προβλήθηκαν από βαριά αμέλεια ή ότι προβάλλονται προς παρέλκυση της δίκης (προβλεπόμενης και της δυνατότητας να επιβληθούν ποινές στον στρεψόδικο διάδικο), ώστε να μη θυσιάζεται η ουσιαστική δικαιοσύνη, στην οποία απέβλεπε ο ΚΠολΔ σε αντίθεση με την ΠολΔ.[17]
            Κατά τη δεύτερη άποψη (Οικονομόπουλος, Πράτσικας) [18] το σύστημα του άνευ επικουρίας δικάζεσθαι πρέπει να διατηρηθεί χωρίς εξαιρέσεις, ώστε ο αντίδικος του προβάλλοντος τους ισχυρισμούς καθυστερημένα να μην καταλαμβάνεται εξ απήνης και για το λόγο ότι ο κίνδυνος για αδικίες είναι ασήμαντος εν σχέσει προς τους κινδύνους στρεψοδικίας και της παρελκύσεως των δικών κι ότι η σημερινή κρίσις εν τη απονομή της Δικαιοσύνης δεν οφείλεται τόσον εις τα ουσιαστικά σφάλαματα αυτής, αλλά πρωτίστως εις την βραδύτητα της αποπερατώσεως των δικών.
            Ο Γιδόπουλος[19] τάχθηκε υπέρ της απόψεως του Γεωργίου Ράμμου επισημαίνοντας όμως προφανώς και από τη δικαστική του πείρα[20] ότι «δια του ισχύοντος συστήματος ο δικαστής καταλήγει πολλάκις εις στραγγαλισμόν του κατ’ ουσία δικαίου», ότι «τοιαύται περιπτώσεις περιάγουσιν εις δυσχερή θέσιν τον δικαστήν, όστις πολλάκις αναγκάζεται να ψεύδηται εν γνώσει δια της αποφάσεως, χαρακτηρίζων αυθαιρέτως τον τοιούτον ισχυρισμόν ως οψιγενή, ίνα αποφύγη την αδικίαν» κι ότι «δεν είναι επικίνδυνο να αφεθεί στην κρίση του δικαστή η παραδοχή βραδέως προβαλλόμενων ισχυρισμών, οσάκις ούτος βλέπει ότι η βραδύτης αυτή δεν οφείλεται εις κακοβουλίαν ή μεγάλην αμέλεια του διαδίκου.» Όμοια δε γνώμη μετά τη συζήτηση υποστήριξε και ο Αγγελετόπουλος και τελικώς επικράτησε στην Επιτροπή.[21]
            Το 1955 συγκροτήθηκε η Αναθεωρητική Επιτροπή του Κώδικα Πολιτικής δικονομίας, η οποία δεν επέφερε μεταβολές στο άρθρο 300 του Σχεδίου της Συντακτικής Επιτροπής[22] κι έτσι τέθηκε σε ισχύ το άρθρο 279 με τον α.ν 44/1967 που προέβλεπε ότι «τα μέσα επίθεσης και άμυνας δύνανται να προβληθούν μέχρι πέρατος της πρώτης επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, άλλως απορρίπτονται ως απαράδεκτα και αυτεπαγγέλτως, πλην αν κατά νόμο δύναναται να προταθούν κατά πάσαν στάσιν της δίκης. Το δικαστήριον δύναται να επιτρέψη και μετά την πρώτην επ’ ακροατηρίου συζήτησιν, προβολήν μέσων επιθέσεως και αμύνης, εάν κατά την κρίσιν του δεν προεβλήθησαν ταύτα εγκαίρως εκ δεδικαιολογημένης αιτίας και ουχί εκ προθέσεως στρεψοδικίας ή εκ βαρείας αμελείας και δεν επιβραδύνεται η περάτωσις της δίκης.» Πολύ σύντομα με το ν.δ. 958/1971 η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε χαλαρώνοντας περαιτέρω το συγκεντρωτικό σύστημα  και (αναριθμηθείσα μαζί με τις λοιπές με το β.δ. 657/1971), καταργώντας την μη επιβράδυνση της δίκης ως προϋπόθεση του παραδεκτού των καθυστερημένων ισχυρισμών και με την σε κάθε περίπτωση παραδοχή των οψιγενών και των παραχρήμα αποδεικνυόμενων ισχυρισμών.[23] Μετά το Ν. 1478/1984 για τις διαδικασίες ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Ειρηνοδικείου μετά την κατάργηση με το Ν. 2915/2001 της προδικαστικής απόφασης περί αποδείξεων απόφασης περιορίστηκε η σημασία του συγκεντρωτικού συστήματος, αφού πλέον προβλεπόταν μία και μοναδική συζήτηση της υπόθεσης, πλην αν διατάξει το δικαστήριο την επανάληψη της (254 ΚΠολΔ). Το ίδιο συνέβη με το ν. 2915/2001 (αλλά και με τους νόμους 3043/2002 και 3994/2011) που επίσης περιόρισε σε μία τη συζήτηση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο περιορίζοντας τη σημασία του συγκεντρωτικού συστήματος περαιτέρω στον πρώτο βαθμό.[24]  Σε αντίθεση με αυξημένη διακριτική ευχέρεια του δικαστή που επέλεξαν οι συντάκτες του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το άρθρο 269 ΚΠολΔ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του ν. 2915/2001, σύμφωνα με το οποίο «μέσα επίθεσης και άμυνας μπορεί να προβληθούν παραδεκτά έως και τη συζήτηση με προτάσεις ή και προφορικά αν αποδεικνύονται εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να είχε πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων».[25] Αξίζει να επισημανθεί ότι η τροποποίηση αυτή συνάντησε την έντονη αντίθεση της θεωρίας, με την εύστοχη επισήμανση πως έτσι παραβλέπεται ο κορυφαίος σκοπός κάθε δίκης (και της πολιτικής) που είναι ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας υποβιβάζοντας την δικαιοσύνη, η οποία καλείται να αποδεχθεί την απόδοση τυπικής μόνο δικαιοσύνης.[26]
            Με το καταργούμενο άρθρο 269 δια του νόμου Ν. 4334/2015 σημείο αναφοράς του συγκεντρωτικού συστήματος ήταν (και παραμένει) η κατάθεση των προτάσεων. Με αφορμή δε τα άρθρα 527, 528 ΚΠολΔ αξίζει να επισημανθεί ως προς τις νομοθετικές τροποποιήσεις επί του συγκεντρωτικού συστήματος και των συνεπειών αυτών για τους διαδίκους, ότι με την κατάργηση της αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας με το νόμο 2207/1994 επί υποθέσεων των ειδικών διαδικασιών, όπου από την ερημοδικία δεν είχε συναχθεί τεκμήριο ομολογίας, η απόφαση δεν εξαφανίζόταν, παρά μόνο αν πρώτα γινόταν δεκτός κάποιος λόγος εφέσεως, με τη  σκέψη ότι το αρθρ. 528 εφαρμοζόταν μόνο στις υποθέσεις όπου η εκκαλουμένη είχε στηριχθεί στις δυσμενείς συνέπειες της ερημοδικίας και όχι σε αυτές που ο απών διάδικος είχε δικαστεί σαν να ήταν παρών.[27] Αποτέλεσμα αυτής της τροποποίησης ήταν οι ισχυρισμοί που προτείνονταν από τον εκκαλούντα, να μην είναι δυνατόν ερευνηθούν χωρίς προηγούμενη εξαφάνιση της πληττόμενης αποφάσεως, με προηγούμενη ευδοκίμηση κάποιου λόγου εφέσεως.[28]  Αποτέλεσμα δε της διαφορετικής αντιμετώπισης ειδικών διαδικασιών και τακτικής διαδικασίας ήταν η τροποποίηση του άρθρου 528 ΚΠολΔ.[29]

Οι νέες διατάξεις του συγκεντρωτικού συστήματος

            Σύμφωνα με το άρθρο 1 «δεύτερο» του Ν. 4334/2015 καταργήθηκε το άρθρο 269 ΚΠολΔ και πλέον κατά το άρθρο 237§1 ΚΠολΔ «μέσα σε εκατό (100) ημέρες από την κατάθεση της αγωγής οι διάδικοι οφείλουν να καταθέσουν τις προτάσεις και να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά μέσα και τα διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με αυτές.» Σύμφωνα δε με το άρθρο 237§2 ΚΠολΔ «οι αμοιβαίες αντικρούσεις γίνονται με προσθήκη στις προτάσεις, η οποία κατατίθεται μέσα στις επόμενες δεκαπέντε (15) ημέρες από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας, με την παρέλευση των οποίων κλείνει ο φάκελος της δικογραφίας. Το μόνο υπόλειμμα του καταργούμενου άρθρου 269 ΚΠολΔ[30] τίθεται στο τέλος της 237§2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο «νέοι ισχυρισμοί με την προσθήκη μπορεί να προταθούν και νέα αποδεικτικά μέσα να προσκομισθούν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις
            Όπως ρητώς αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του σχεδίου νόμου «μετά την κατάθεση των προτάσεων και των αμοιβαίων αντικρούσεων οψιγενή γεγονότα θα συνεκτιμηθούν κατ’ ανάγκη στο δεύτερο βαθμό ή στο πλαίσιο δίκης ανακοπής» (σελ. 7). Επίσης, αναφέρεται ότι «κατά τη συζήτηση της υπόθεσης «δεν είναι δυνατή η προβολή νέων ισχυρισμών, έστω και για αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν με τις προτάσεις, οψιγενών ισχυρισμών, ισχυρισμών που αποδεικνύονται με έγγραφα ή ομολογία» (σελ. 7). Επίσης, κατά την τυχόν επανάληψη της συζήτησης για εξέταση μαρτύρων αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση ότι «και εδώ δεν μπορούν να προβληθούν νέοι ισχυρισμοί και να προσκομισθούν νέα αποδεικτικά μέσα» (σελ. 8, 22).
            Σημειώνεται ότι με το άρθρο 263 ΚΠολΔ ορίζεται πλέον ότι τα διαδικαστικά κωλύματα που εκεί αναφέρονται (α) η αναρμοδιότητα, εκτός αν δεν επιτρέπεται παρέκταση, β) η υπαγωγή της διαφοράς σε διαιτησία, γ) η έλλειψη εγγυοδοσίας, δ) η μη καταβολή των εξόδων της προηγούμενης δίκης, ε) η ύπαρξη προθεσμίας για την αποποίηση κληρονομιάς, στ) η προσεπίκληση ομοδίκων ή υπόχρεων για αποζημίωση) «πρέπει να προτείνονται κατά τη συζήτηση και στις περιπτώσεις των άρθρων 237 και 238 με τις προτάσεις, αλλιώς είναι απαράδεκτα λόγω της διαφορετικής διαδικαστικής εξέλιξης στην τακτική διαδικασία και του ότι η «συζήτηση» είναι τυπική
            Με τον ίδιο νόμο τροποποιείται  το άρθρο 527 ΚΠολΔ και ορίζεται ότι «είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία` αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Στην εισηγητική έκθεση του νόμου ορίζεται ορίζεται ότι «η προσαρμογή αυτού του άρθρου, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς στην δευτεροβάθμια δίκη, κατέστη αναγκαία μετά την κατάργηση του άρθρου 269, οι διατάξεις του οποίου επαναφέρθηκαν στο άρθρο αυτό. Στην τακτική διαδικασία των άρθρων 237 και 238 το χρονικό σημείο για την παραδεκτή προβολή οψιγενών ισχυρισμών είναι αυτό της παρέλευσης της προθεσμίας για την κατάθεση προτάσεων, κατά τους ορισμούς του άρθρου 237 παρ.1. Αν οι σχετικοί ισχυρισμοί γεννήθηκαν πριν το χρονικό σημείο αυτό και δεν συντρέχουν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις του άρθρου 527 αρ. 3 έως 6, τότε δεν μπορούν να προβληθούν παραδεκτά στη δευτεροβάθμια δίκη. Λόγω της δυνατότητας άσκησης κύριας παρέμβασης μόνο στον πρώτο βαθμό, καταργήθηκε η σχετική πρόβλεψη που υπήρχε στην διάταξη αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς του κυρίως παρεμβαίνοντος (το πρώτον) στη δευτεροβάθμια δίκη» (σελ. 26, 27). [31]
            Τέλος, και το άρθρο 934 ΚΠολΔ τροποποιήθηκε και πλέον ορίζεται ότι «ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι παραδεκτή: α) Αν αφορά ελαττώματα από τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης κατά τα άρθρα 955 και 995 ή την απαίτηση ή σε περίπτωση κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μέχρι και την επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου στον καθ’ ου, μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης. Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, η ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση ασκείται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της επιταγής.
 β) Αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά, και εξήντα (60) ημέρες αφότου μεταγράφει η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα.» Στην εισηγητική έκθεση του νόμου ορίζεται ότι στην προθεσμία του άρθρου 934 ΚΠολΔ προβάλλονται αντιρρήσεις κατά της απαίτησης (σελ. 38). Εντούτοις, στην ΄Εκθεση της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής στον Ν. 4334/2015 συναφώς επισημαίνεται ο προβληματισμός για τους οψιγενείς ισχυρισμούς ή τα ελαττώματα της διαδικασίας που έχουν λάβει χώρα μετά τις 45 ημέρες από την κατάσχεση, οπότε λήγει η προθεσμία της πρώτης ανακοπής που αφορά και την απαίτηση. Το άρθρο 935 ΚΠολΔ δεν τροποποιείται.

Κριτική της νέας ρύθμισης

            Από τα παραπάνω καταδείχθηκε ότι ο νομοθέτης στο συγκεντρωτικό σύστημα δύναται να κινηθεί προς δύο αντίρροπες κατευθύνσεις. Η μία κατεύθυνση είναι η υποχρέωση στους διαδίκους για ταυτόχρονη πρόταση όλων των ισχυρισμών σε ορισμένο δικονομικό στάδιο της δίκης, ώστε να διαταχθούν ενιαίες αποδείξεις. Κύριο μειονέκτημα της επιλογής αυτής είναι η θυσία του ουσιαστικού δικαίου με έκδοση τυπικά ορθής, αλλά ουσία εσφαλμένης απόφασης, αλλά και ο κίνδυνος να αποβούν περιττές ορισμένες από τις αποδείξεις. Η αντίθετη επιλογή είναι να επιτρέψει ο νομοθέτης την τμηματική υπεράσπιση των διαδίκων με θυσία την ταχύτητα της δίκης προς όφελός της ανεύρεσης της ουσιαστικής αλήθειας.[32]
            Από την προηγηθείσα ιστορική επισκόπηση προκύπτει ότι ο Έλληνας νομοθέτης έκανε μια στροφή γύρω από τον εαυτό του επιστρέφοντας με το Ν. 4334/2015 στο αυστηρό συγκεντρωτικό σύστημα που καθιερώθηκε με το άρθρο 160 ΠολΔ στην αρχική του μορφή. Η στροφή αυτή γίνεται χωρίς αιτιολογία, καθώς δεν υφίσταται τέτοια στην αιτιολογική του έκθεση. Είναι αλήθεια ότι υπό τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας το σύστημα συγκέντρωσης λόγω της μίας συζήτησης της υπόθεσης είχε μικρή πρακτική αξία, περιοριζόμενο στους ισχυρισμούς που θα μπορούσαν να προβληθούν στο χρονικό διάστημα μεταξύ προκατάθεσης προτάσεων και συζήτησης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, καθώς σε όλα τα υπόλοιπα δικαστήρια οι προτάσεις κατατίθενται επί της έδρας. Ίσως, οι συντάκτες των τροποποιήσεων έκριναν ως σκόπιμη την πλήρη κατάργηση των εξαιρέσεων του συγκεντρωτικού συστήματος προς επιτάχυνση της δίκης.
            Εντούτοις, με τις νέες διατάξεις προβλέπονται ποικίλες προθεσμίες προκατάθεσης προτάσεων επί της αγωγής, των παρεμβάσεων, προσεπικλήσεων, ανακοινώσεων και ανταγωγών κατά τα νέα άρθρα 237§1 και 238§1 ΚΠολΔ που σε συνδυασμό με την παρακολούθηση της πορείας της υπόθεσης μέσω των βιβλίων του δικαστηρίου και όχι με επίδοση κλήσεων καθιστά λίαν πιθανή της απώλειας κάποιας προθεσμίας, εύστοχα δε χαρακτηρίστηκε ως βασανιστική η τήρηση τους.[33] Όμως, το σύστημα συζήτησης της υπόθεσης που καθιερώνεται με το νέο νόμο προβλέπει συζήτηση της υπόθεσης και ενδεχόμενη εξέταση μαρτύρων σε χρονικό διάστημα με σημαντική χρονική απόσταση εκείνου της προκατάθεσης προτάσεων, δεδομένου ότι η «απλή διάταξη του προέδρου επί πολυμελούς πρωτοδικείου ή του δικαστή της υπόθεσης μονομελούς πρωτοδικείου και ειρηνοδικείου», με την οποία «διατάσσεται η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο» ορίζεται «σε χρόνο όχι συντομότερο από δεκαπέντε (15) ημέρες… μέσα στο ίδιο δικαστικό έτος, εκτός αν αυτό είναι χρονικά αδύνατο» (άρθρο 237§6 νέου ΚΠολΔ). Με δεδομένο δε το φόρτο των πινακίων ο χρόνος αυτός προφανώς πόρρω απέχει του χρόνου που μεσολαβούσε μεταξύ προκατάθεσης προτάσεων και συζήτησης της υπόθεσης, ώστε το συγκεντρωτικό σύστημα να τίθεται σε νέα βάση που ομοιάζει με εκείνο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όταν τέθηκε σε ισχύ το 1968. Εύλογα, συνεπώς, κρίνεται αδικαιολόγητη η κατάργηση των εξαιρέσεων του συγκεντρωτικού συστήματος που προέβλεπε το άρθρο 269 ΚΠολΔ τόσο από την Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου,[34] όσο και από τη θεωρία.[35] Και τούτο, διότι υποχρεώνει τον δικαστή στην έκδοση ουσιαστικά εσφαλμένης απόφασης, παρότι ο ισχυρισμός που αποδεικνύει την αλήθεια των ισχυρισμών του είναι οψιγενής ή αποδεικνύεται με έγγραφο ή με δικαστική ομολογία. Η επιλογή αυτή είναι αντίθετη προς το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα αποδείξεως τόσο ως προς τους οψιγενείς ισχυρισμούς, όσο και ως προς τους ισχυρισμούς που δεν προβλήθηκαν από δικαιολογημένη αιτία, καθώς τιμωρεί τον διάδικο που ανυπαίτια δεν μπόρεσε να τους προβάλλει είτε γιατί δεν είχαν γεννηθεί είτε γιατί εμποδίστηκε από ανωτέρα βία, επιπλέον δε προσκρούει στην αρχή της έντιμης δίκης που απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου,[36] η οποία με τις νέες τροποποιήσεις ρητά αναγνωρίζεται από το νομοθέτη ως θεμελιώδης αρχή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με την προστιθέμενη στο άρθρο 116 ΚΠολΔ δεύτερη παράγραφο, σύμφωνα με την οποία «το δικαστήριο, οι διάδικοι, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι και οι νόμιμοι εκπρόσωποι των διαδίκων οφείλουν να συμβάλλουν με την εν γένει δικονομική τους συμπεριφορά και ιδίως με την επιμελή διεξαγωγή της δίκης, την εμπρόθεσμη επιχείρηση διαδικαστικών πράξεων, την έγκαιρη προβολή ισχυρισμών και προσαγωγή αποδεικτικών μέσων στην επίσπευση της δίκης και στην ταχεία επίλυση της διαφοράς». Έτσι, ναι μεν δεν τίθεται εν γένει ζήτημα συνταγματικότητας των διατάξεων που καθιερώνουν το συγκεντρωτικό σύστημα προς επιτάχυνση της δίκης, υπό τον όρο όμως ότι ο διάδικος δεν εμποδίζεται από αυτές αν ασκήσει το δικαίωμα ακρόασης[37] και υπό τον όρο ότι δεν παραβιάζεται η αρχή της έντιμης δίκης που επιβάλλει η αρχή του κράτους δικαίου.[38] Είναι δε περαιτέρω ως προς τους ισχυρισμούς που αποδεικνύονται με έγγραφο/δικαστική ομολογία και αντιφατικό προς την φιλοσοφία του νομοσχεδίου που ανάγει το έγγραφο σε θεμελιώδη άξονα της πολιτικής δίκης.[39] Επίσης, είναι αντιφατικό με την επιλογή του νομοθέτη στο άρθρο 527 ΚΠολΔ να επιτρέπει την προβολή των ισχυρισμών αυτών στη δευτεροβάθμια δίκη, υποχρεώνοντας τον διάδικο έτσι σε άσκοπη διεξαγωγή δευτεροβάθμιας δίκης, μόνο και μόνο για να μπορέσει να προβάλλει τους ισχυρισμούς αυτούς. Ακόμη, η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνο καθυστέρηση δεν προκαλεί στην δίκη, καθώς είτε αποδεικνύονται άμεσα, είτε προσάγονται εύλογα όψιμα, αφού τότε γεννήθηκαν.[40]       Τέλος, στην αναγκαστική εκτέλεση για τους οψιγενείς ισχυρισμούς ή τα ελαττώματα της διαδικασίας που έχουν λάβει χώρα μετά τις 45 ημέρες από την κατάσχεση, οπότε λήγει η προθεσμία της πρώτης ανακοπής που αφορά και την απαίτηση, εφόσον ο οφειλέτης έχει ήδη ασκήσει ανακοπή στην προθεσμία των 45 ημερών, δύναται να προβάλλει  τους ανωτέρω ισχυρισμούς με δικόγραφο πρόσθετων λόγων. Εάν όμως δεν έχει ασκήσει ανακοπή ο οφειλέτης μένει απροστάτευτος με τις διατάξεις των άρθρων 933 επ. ΚΠολΔ και η μόνο οδός προστασίας του είναι η άσκηση (αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής) και η αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων (ενόψει της τελευταίας) προς αναστολή της προόδου της εκτελεστικής διαδικασίας.[41] Υπό το καθεστώς των τριών προθεσμιών για την άσκηση ανακοπής του τροποποιούμενου άρθρου 934 ΚΠολΔ, οι ανωτέρω ισχυρισμοί μπορούσαν να προβληθούν με ανακοπή στην προθεσμία του άρθρου 934§1β ΚΠολΔ,[42] ήτοι μέχρι τη σύνταξη της κατακυρωτικής έκθεσης (934§2 ΚΠολΔ)[43], καθώς τα ελαττώματα της απαίτησης «επιδρούν επί των εν γένει πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως από της πρώτης και μέχρι της τελευταίας».[44]  Επομένως, η μοναδική λύση της άσκησης αγωγής και αίτησης ασφαλιστικών μέτρων επιβαρύνει αδικαιολόγητα τον οφειλέτη με έξοδα (υψηλή αμοιβή σύνταξης - συζήτησης αγωγής με ύψος οριζόμενο με βάση την εκτελούμενη απαίτηση και όχι με αμοιβή για μη αποτιμητή σε χρήμα ανακοπή ως έχουσα διαπλαστικό αίτημα,[45] δικαστικό ένσημο). Τα έξοδα αυτά ο οφειλέτης θα απέφευγε, εφόσον ο νομοθέτης χαλάρωνε το συγκεντρωτικό σύστημα στο άρθρο 935 ΚΠολΔ προβλέποντας εξαίρεση για τους ανωτέρω ισχυρισμούς, καθώς υπό το σύστημα των τριών ανακοπή τέτοια εξαίρεση δεν είχε νόημα, τουλάχιστον στη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης για χρηματικές απαιτήσεις.

Β) Τροποποιήσεις στην προφορική – δημόσια διεξαγωγή της δίκης.

          Mε τις τροποποιήσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ελαχιστοποιείται η προφορικότητα της δίκης, καθώς η εξέταση μαρτύρων εναπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου και η συζήτηση της υπόθεσης είναι όλως τυπική. Ως προς την προφορικότητα της δίκης επισημαίνεται ότι η τελευταία συμβάλλει  στην  αμεσότητα  της  διαδικασίας[46], η οποία με τη σειρά της διευκολύνει  την  ταχύτερη  διασάφηση  των  ισχυρισμών  των  διαδίκων,  καθώς  και  τον  σχηματισμό  γνώμης  για  την  προσωπικότητα  τους  και    δίνει  τη  δυνατότητα  στο  δικαστή  να  ελέγχει  την  αξιοπιστία  των  μαρτύρων.[47] Αναγνωρίζονται δε ρητά εξαιρέσεις εκεί που δεν είναι απαραίτητη η αμεσότητα της δίκης. Κατά τη νομολογία δε του Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κρίσιμο  είναι -  προκειμένου  το δικαστήριο να θεωρήσει ότι η  προφορικότητα  της δίκης είναι sine  qua  non  της  αρχής  της  δίκαιης  δίκης  -  το  εάν  η  κρινόμενη,  κατά  τις  ρυθμίσεις  του  άρθρου  6 § 1  ΕΣΔΑ,  δίκη  έχει  ως  αντικείμενο  της  ζητήματα  στα  οποία  η  αρχή  της  αμεσότητας  θα  πρέπει  να  αναπτύξει  ισχύ. Συνεπώς,  στις  περιπτώσεις  που  από  τη  φύση  της  δίκης  απαιτείται  αμεσότητα  εκεί  απαιτείται  και  η  προφορικότητα  της  διαδικασίας,[48] άποψη που κρατεί στην αλλοδαπή και την ελληνική θεωρία.[49] Επομένως, ο περιορισμός της προφορικότητας στην πρωτοβάθμια δίκη με αντικείμενο απόδειξης πραγματικά ζητήματα (π.χ. ελαττώματα έργου, αδικοπραξία, ελαττωματικές συμβάσεις λόγω πλάνης, απάτης, απειλής) δεν συνάδει με την επιταγή για δίκαιη δίκη που επιβάλλεται με διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 20§1 - 6§1 ΕΣΔΑ).
          Ως προς τη δημοσιότητα της δίκης, αυτή, κατά την κρατούσα άποψη, ταυτίζεται με την προφορικότητα της δίκης, αν και κατά τη γνώμη μας, λόγω και του εν μέρει έγγραφου χαρακτήρα της τελευταίας, η επιταγή για δημόσια δίκη ικανοποιείται και με ελεύθερη πρόσβαση στις προτάσεις, τα πρακτικά, αποδείξεις και την απόφαση σε κάθε ενδιαφερόμενο τρίτο, εφόσον το δικαστήριο έκρινε ότι δεν πρέπει να περιοριστεί η δημοσιότητα της δίκης (διότι δεν συντρέχει κάποιος λόγος περιορισμού της).[50] Είναι προφανές ότι με τον περιορισμό της προφορικότητας που επιχειρείται με το Ν. 4334/2015 καθίσταται και η πρωτοβάθμια δίκη εκ των πραγμάτων μυστική, αφού η δημοσιότητα της, εάν δεν διαταχθεί από το δικαστήριο σε επόμενη συνεδρίαση η εξέταση μαρτύρων, περιορίζεται σε ένα τυπικό «συζητείται», παρά τη θεσμική εγγύηση αμερόληπτης δικαιοσύνης (δημοσιότητα της δίκης) που θεσπίζεται ειδικά με υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις (άρθρο 20§1 - 6§1 ΕΣΔΑ), ενόψει και του (κατά τη γνώμη μας αντικείμενου στη διάταξη του άρθρου 93 Σ) άρθρου 22 Ν. 1756/1988 που απαιτεί από κάθε τρίτο έννομο συμφέρον για την πρόσβαση στην απόφαση, τα πρακτικά και τις προτάσεις (κατά το πρότυπο της γερμανικής §299 ΖΡΟ) δίκης που διεξήχθη δημόσια.





[1] Μακρίδου, Πραγματικοί ισχυρισμοί και θεμελιώδη δικονομικά συστήματα, ΕλλΔνη 2008, σελ. 333
[2] ΑΠ 978/2009, Νομος· ΑΠ 1761/2005, Νομος· ΑΠ 976/2002, Νομος·ΑΠ 605/1995 ΕλλΔνη 1996.1320·ΑΠ 898/1990 ΕλλΔνη 1991.897.
[3] ΑΠ 976/2002, Νομος · ΑΠ 978/2009, Νομος·Καλαβρός, Η αναίρεση κατά τον ΚΠολΔ, 2009, σελ. 388. Βλ. και Σινανιώτη, Η αναίρεση κατά τον Κώδικα Πολιτικής δικονομίας, β΄έκδ. σελ. 297 - 298.
[4] Μπρίνιας, Αναγκαστική Εκτέλεσις, β΄έκδ., τόμος Α΄, άρθρο 935, § 173, σελ. 478.
[5] Μπρίνιας, ο.π., σελ. 480·Γέσιου-Φαλτσή, ΔικΑνΕκτ ΓΜ, § 41 αριθμ. 41, σελ. 652·Νίκας, ΔικΑνΕκτ ΓΜ Ι, §29, αριθμ. 25, σελ.617. Βλ. για το συγκεντρωτικό σύστημα στην αναγκαστική εκτέλεση και τη λειτουργία του άρθρου 935 ΚΠολΔ Απαλαγάκη, Προβολή και διάγνωση ισχυρισμών στις δίκες περί την εκτέλεση, ΕφΑΔ 2010, σελ. 911 - 912.
[6] ΑΠ 1130/1994, ΕλλΔνη 1996.644·ΕφΑθ 4483/1998, ΕλλΔνη 1998.1656·Μπρίνιας, ο.π., § 174, σελ. 481·Γέσιου-Φαλτσή, ΔικΑνΕκτ ΓΜ, § 41 αριθμ. 41, σελ. 652 με περαιτέρω παραπομπές·Νίκας, ο.π., αριθμ. 25, σελ.617·Μπέης, ΠολΔ, τόμος 22, άρθρο 935, αριθ. 7.
[7] Barnard - Houghton, The New Civil Court in Action, 1993, σελ. 281 επ. (Μ. Βρεττανία Kerameus, A Civilian Lawyer Looks at Common Law Procedure, Louisiana Law Review, Vol. 47, No3, 1987, σελ. 497 επ. (ΗΠΑ)·.
[8] ΣχΠολΔ τ.Β΄, σελ. 14, 54. Βλ τη σύγκριση των δύο δικαίων σε Baumgärtel, Το σχέδιο της ελληνικής πολιτικής δικονομίας και η μεταρρύθμισις της γερμανικής δικονομίας, ΝοΒ 1967, σελ. 97επ.
[9] Μετά την οποία προβάλλονται απαραδέκτως (§296a ΖΡΟ).
[10] BVerfG, 24.04.1985 - 2 BvR 1248/82 NJW 1985.3005·BVerfG 22.08.1991 - 1 BvR 365/91, NJW 1992.680· Reichold σε Putzo, ZPO Kommentar, 29 te Auflage, §296·Rosenberg/Schwab/Gottwald, Zivilprozessrecht 16te Auflage, §68, αριθμ. 4      3, σελ. 437.
[11] §179 ÖΖΡΟ : «Die Parteien können bis zum Schluss der mündlichen Verhandlung neue auf den Gegenstand dieser Verhandlung bezügliche tatsächliche Behauptungen und Beweismittel vorbringen. Solches Vorbringen kann jedoch vom Gericht auf Antrag oder von Amts wegen zurückgewiesen werden, wenn es, insbesondere im Hinblick auf die Erörterung des Sach- und Rechtsvorbringens (§ 182a), grob schuldhaft nicht früher vorgebracht wurde und seine Zulassung die Erledigung des Verfahrens erheblich verzögern würde. Gegen den Beschluss ist ein abgesondertes Rechtsmittel nicht zulässig.” Βλ. για το αυστριακό δίκαιο Holzhammer, Österreichisches Zivilprozessrecht , σελ. 136.
[12] Article 72 NCPC: “ Les défenses au fond peuvent être proposées en tout état de cause.”
[13] Cadiet, Droit Judiciaire Privé 2ème édition, αριθμ. 1006, σελ. 430.
[14] A peine d'irrecevabilité relevée d'office, les parties ne peuvent soumettre à la cour de nouvelles prétentions si ce n'est pour opposer compensation, faire écarter les prétentions adverses ou faire juger les questions nées de l'intervention d'un tiers, ou de la survenance ou de la révélation d'un fait.
[15] Αντίθετα πριν την τροποποίηση της διάταξης με το Décret n°2009-1524 du 9 décembre 2009 - art. 10 (Cadiet, ο.π., αριθμ. 1612, σελ. 684.)
[16] Ράμμος, Στοιχεία Ελληνικής Πολιτικής Δικονομίας, τ.Α, β΄έκδ. 1953, σελ. 300.
[17] ΣχΠολΔ τ.Β΄, σελ. 14, 54.
[18] ΣχΠολΔ τ.Β΄, σελ 48, 55 - 56.
[19] ΣχΠολΔ τ.Β΄, σελ 48-49.
[20] Κεραμεύς ΑστΔικΔ ΓΜ, σελ. 168, σημ. 11.
[21] ΣχΠολΔ τ.Β΄, σελ. 207 - 208, τ.ΙΧ σελ. 118 - 119.
[22] ΠρΑνΕπ σελ. 96,563. Το σχέδιο των συντακτών του Σχεδίου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας επαινέθηκε ως προς τις επιλογές του στο συγκεντρωτικό σύστημα και από τον Baumgärtel, ο.π., σελ. 104.
[23] Κεραμεύς, ο.π., σελ. 169.
[24] Κεραμεύς, Ένδικα μέσα, δ΄έκδ. σελ.81·Νίκας, ΠολΔ Ι, § 44, αριθμ.5, σελ. 502·Καλαβρός, Αιτήσεις και ισχυρισμοί στην πολιτική δίκη, 2013, σελ. 290..
[25] ΑΠ 1427/2004, Νομος·ΕφΘεσ 2944/2005 Αρμ 2006.581· Μακρίδου, Πραγματικοί ισχυρισμοί και θεμελιώδη δικονομικά συστήματα, ΕλλΔνη 2008, σελ. 334.
[26] Μακρίδου σε Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας ΕρμΚΠολΔ Συμπλήρωμα, άρθρο 269, αριθμ.10·η ίδια, Πραγματικοί ισχυρισμοί και θεμελιώδη δικονομικά συστήματα, ΕλλΔνη 2008, σελ. 334·Νίκας, ο.π., αριθμ.23, σελ.513
[27] ΑιτΕ ν. 2207/1994, σ. 16,
[28] ΕφΑθ 2439/2002 ΕλλΔνη 43.1480 ·ΕφΘεσ. 1971/1999 Αρμ. 1999.1248·ΕφΠατρ 327/2004 ΑχΝομ 2005.252·Ματθίας, Ανακοπή ερημοδικίας και έφεση κατά των ερήμην αποφάσεων, ΕλλΔνη 1995, σελ. 13 επ.
[29] Βλ. εκτενώς Μαργαρίτη σε Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας ΕρμΚΠολΔ Συμπλήρωμα, άρθρο 528, αριθμ.2.
[30] Καλαβρος, Εισαγωγή - Η φυσιογνωμία των νέων ρυθμίσεων, ΕΠολΔ 2014, σελ. 173.
[31] Β.Βαθρακοκοίλης, Η έφεση, 2015, σελ.494-495.
[32] Κεραμεύς, ΑστΔικΔ ΓΜ, σελ. 167-168·Hartmann σε Baumbach/Lauterbach/Albers/Hartmann ZPO Koomentar, 61 te Auflage, §296, αριθμ.2· Holzhammer, Österreichisches Zivilprozessrecht , σελ. 136. 
[33] Μακρίδου, Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις του ΣχΝΚΠολΔ (2014) ως προς την τακτική διαδικασία - συζήτηση στο ακροατήριο ΕΠολΔ 2014, σελ. 187.
[34] ΔιοικΟλομ ΑΠ 11/2014, ΕΠολΔ 2014, σελ. 163
[35] Καλαβρος, Εισαγωγή - Η φυσιογνωμία των νέων ρυθμίσεων, ΕΠολΔ 2014, σελ. 173 · Μακρίδου, ο.π., σελ. 189.
[36] BVerfG, NJW 1987.2003·BVerfG, NJW 1992.681.
[37] Νίκας, ΠολΔ Ι,§44, αριθμ. 26-27, σελ. 514 - 515.
[38] BVerfG, NJW 1982.1635.
[39] Μακρίδου, ο.π., σελ. 189.
[40] Μακρίδου, ο.π., σελ. 189.
[41] Οι ανωτέρω λύσεις υποδείχθηκαν κατά τη συζήτηση στη διημερίδα από την καθηγήτρια Πολιτικής Δικονομίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εισηγήτρια στη διημερίδα για τις τροποποιήσεις του Κώδικα στο πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης Χαρούλα Απαλαγάκη.
[42] Βλ. περιπτώσεις από τη νομολογία σε Νίκα, ΔικΑνΕΚτ Ι §28 αριθμ.21, σελ. 591-592.
[43] Υπό την προϋπόθεση βεβαίως καταβολής του πλειστηριάσματος, καθώς επί αναπλειστηριασμού τελευταία πράξη θα είναι η έκθεση (καρποφόρου) αναπλειστηριασμού και κατακύρωσης - βλ. Νίκα, ΔικΑν Εκτ Ι, §28, σελ. 590 σημ.55.
[44] Μπρίνιας, ο.π., άρθρο 934, §168, σελ. 464.
[45] Γεσίου - Φαλτση, ΔικΑνΕκτ Ι, § 34, αριθμ. 21, 23·ΑΠ 1667/2001, ΕΕΝ 2003.123, ΕφΘεσ 2902/2005 Αρμ 2006.94
[46] Κεραμεύς,  ΑΔΔ - ΓΜ,  σελ.  182, Μπέης,  ΠολΔ, άρθρο 115,  σελ.  591.
[47] Ράμμος,  «Στοιχεία  Ελληνικής  Πολιτικής  Δικονομίας», Τ. 1, τεύχος Α΄, σελ  212.
[48] Απόφαση Jacobsson  κατά Σουηδίας   της  19ης  Φεβρουαρίου  1998 σε Αθ.Πανταζόπουλο, Επιλεγμένη Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε Θέματα Αστικού Δικονομικού Δικαίου, 2004, σελ. 146 επ., όπου και ανάπτυξη του ζητήματος ·Peukert σε Jochen. A. Frowein – Wolfgang  Peukert“Europäische  MenschenRechtsKonvention„ -  EMRK – Kommentar, 2te Aufl., Artikel 6, σελ.229.
[49] Βλ. επισκόπηση της σε Αθ.Πανταζόπουλο, Η αρχή της δημοσιότητας στην πολιτική δίκη, 2009, σελ. 480 – 481.
[50] Αθ.Πανταζόπουλος, Η αρχή της δημοσιότητας στην πολιτική δίκη, 2009, σελ. 479 επ. Βλ. και απόφαση του ΕΔΔΑ Werner κατά Αυστρίας της 24ης Νοεμβρίου 1997 που θεωρεί επιτρεπτό τρόπο δημοσίευσης της απόφασης την κατάθεση της στη γραμματεία του δικαστηρίου, υπό τον όρο ελεύθερης πρόσβασης σε κάθε τρίτο χωρίς όρους.

Διημερίδα ΔΣΠ : "Νέος ΚΠολΔικ, ενημέρωση για τις νέες διατάξεις-ενστάσεις-προβληματισμοί" :    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου