[Εισήγηση στο 7o ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΝΩΣΗΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΟΙΝΙΚΟΛΟΓΩΝ ΜΕ ΘΕΜΑ: ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ: Όψεις και όρια, Πάτρα 15 & 16 Απριλίου 2016]
Ο
συνήγορος υπεράσπισης αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα πλέον σημαίνοντα πρόσωπα
στον χώρο της απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Ο κώδικας ποινικής δικονομίας
παρέχει στον εκάστοτε διάδικο της ποινικής δίκης συγκεκριμένα δικαιώματα, τα
οποία ο ίδιος δύναται να ασκήσει είτε αυτοπροσώπως είτε δια του πληρεξουσίου
δικηγόρου του. Δικαιώματα όμως και υποχρεώσεις προβλέπονται όχι μόνο για τους
διάδικους της ποινικής δίκης αλλά και για τους εξεταζόμενους μάρτυρες που
αποτελούν αναμφίβολα ένα από τα πλέον σημαντικά αποδεικτικά μέσα. Σκοπός της
παρούσας εισήγησης είναι η ενασχόληση με συγκεκριμένες διατάξεις του κώδικα
ποινικής δικονομίας αλλά και άλλων ειδικών ποινικών νόμων, οι οποίες αφορούν
την εμμάρτυρη απόδειξη στην ποινική δίκη και οι οποίες εγείρουν ορισμένους
προβληματισμούς, οι οποίοι μπορούν να επιλυθούν με την ουσιαστική συνδρομή του
συνηγόρου υπεράσπισης και ειδικότερα είτε με την συμμετοχή του συνηγόρου των
διαδίκων κατά την προδικαστική κατάθεση ενός μάρτυρα είτε με το προτεινόμενο
δικαίωμα ενός μάρτυρα να διορίζει ή να αιτείται τον διορισμό νομικού
συμπαραστάτη.
Είναι
γνωστό ότι ο κώδικας ποινικής δικονομίας περιλαμβάνει αρκετές διατάξεις, η
εφαρμογή των οποίων αποσκοπεί στην εμφάνιση των μαρτύρων σε κάθε διαδικαστικό
στάδιο της ποινικής διαδικασίας και ειδικά για το στάδιο της ακροαματικής
διαδικασίας στην ικανοποίηση του βασικού υπερασπιστικού δικαιώματος του
κατηγορουμένου όπως εξετάζει τους μάρτυρες κατηγορίας και όπως αιτείται και
πετυχαίνει την εξέταση μαρτύρων, την κατάθεση των οποίων θεωρεί χρήσιμη για την
ανάδειξη και αποδοχή των υπερασπιστικών του θέσεων. Συγχρόνως, ικανοποιεί την
ανάγκη του δικαστηρίου όπως εμφανισθούν και εξετασθούν ενώπιον του ως μάρτυρες
τα πρόσωπα εκείνα, η κατάθεση των οποίων θα συμβάλλει στην εκπλήρωση του έργου
του για ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας.
Για
το στάδιο, όμως, της προδικασίας τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η διάταξη του
άρθρου 241 ΚΠΔ είναι σαφής. Η ανάκριση ενεργείται πάντοτε εγγράφως και χωρίς
δημοσιότητα (ουχί δημοσίως). Ο μυστικός λοιπόν χαρακτήρας της ανάκρισης έχει
την έννοια ότι κατά τη διενέργειά της δεν δύνανται να παρίστανται παρά μόνο τα
υπό του νόμου οριζόμενα πρόσωπα, καθώς επίσης ότι το περιεχόμενό της δεν
επιτρέπεται να ανακοινώνεται σε τρίτους. Η εν λόγω, όμως, αρχή έχει και
εξαιρέσεις. Ο δικονομικός νομοθέτης επέλεξε για το στάδιο της προδικασίας τη
δυνατότητα παράστασης των διαδίκων κατά την ενέργεια ανακριτικών πράξεων, όταν
αυτές δεν δύναται να επαναληφθούν κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας.
Αυτό αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 97 ΚΠΔ.
Συγχρόνως,
η διάταξη του άρθρου 97 ΚΠΔ εισάγει μία ρητή εξαίρεση ορίζοντας ότι
απαγορεύεται η παράσταση των διαδίκων κατά την εξέταση των μαρτύρων και των
κατηγορουμένων. Συνεπώς, η κατ΄ αντιδικία εξέταση των μαρτύρων στο στάδιο της
προδικασίας θεωρείται από τον νομοθέτη μη αναγκαία, αφού η εν λόγω διαδικαστική
πράξη θα επαναληφθεί ενώπιον του αρμοδίου ποινικού δικαστηρίου, όταν ο
κατηγορούμενος (όπως και ο πολιτικώς ενάγων) θα έχει τη δυνατότητα να
αντιπαρατεθεί με τον μάρτυρα, να αξιολογήσει την αξιοπιστία της κατάθεσης και
να ασκήσει εν γένει όλα τα παρεχόμενα σε αυτόν δικαιώματα. Η ούτως λαμβανομένη
ανέλεγκτη μαρτυρική κατάθεση αποτελεί έγγραφο της σχηματιζόμενης δικογραφίας
και αξιολογείται κατά το στάδιο της προδικασίας μαζί το λοιπό αποδεικτικό υλικό
από τα αρμόδια διαδικαστικά όργανα. Έτσι λοιπόν και σε αντίθεση με άλλες
ανακριτικές πράξεις, ο κατηγορούμενος δεν έχει το δικαίωμα κατά το στάδιο της
προδικασίας να παρίσταται κατά την εξέταση των ουσιωδών για την υπόθεση
μαρτύρων, καθότι κατά το ισχύον δικονομικό σύστημα, φυσικός χώρος για την
άσκηση του δικαιώματος εξέτασης μαρτύρων θεωρείται το ακροατήριο του ποινικού
δικαστηρίου, εκεί όπου πρωταγωνιστεί το στοιχείο της αντιδικίας.
Εξαίρεση,
όμως, και σε αυτόν τον κανόνα προέβλεψε ο νομοθέτης με τη διάταξη του άρθρου
219 παρ. 2 ΚΠΔ, η οποία αναμφίβολα διασφαλίζει την άσκηση των προβλεπομένων για
την εξέταση μαρτύρων δικαιωμάτων, αφού μεταθέτει την αντιδικία σε ένα
προηγούμενο διαδικαστικό στάδιο, έχοντας ως κριτήριο την αδυναμία εμφάνισης του
μάρτυρα στο δικαστήριο. Στο πλαίσιο εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης, οι
διάδικοι υποβάλλουν ερωτήσεις και παρατηρήσεις, συμμετέχοντας ενεργά στη
συγκεκριμένη διαδικαστική πράξη, ενώ και ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να
εκφράσει αργότερα παράπονο για αξιοποίηση μίας ή περισσοτέρων ανέλεγκτων
μαρτυρικών καταθέσεων. Ο ρόλος του συνηγόρου υπεράσπισης είναι σημαντικός. Το
εν λόγω άρθρο ρητά ορίζει την παρουσία του δικηγόρου στην εν λόγω διαδικαστική
πράξη.
Οι
ίδιες θετικές παρατηρήσεις μπορούν να διατυπωθούν και για τις αντίστοιχες
διατάξεις των άρθρων 328 και 354 ΚΠΔ, οι οποίες επίσης προωθούν την κατ΄
αντιδικία και εκτός του χώρου του δικαστηρίου εξέταση των μαρτύρων. Πιο
συγκεκριμένα το άρθρο 328 ΚΠΔ ρυθμίζει την κατά το στάδιο της
προπαρασκευαστικής διαδικασίας εξέταση μαρτύρων, οι οποίοι αφενός δεν
εξετάστηκαν στην προδικασία και αφετέρου έχουν πρόβλημα εμφάνισης ενώπιον του
αρμοδίου δικαστηρίου. Οι διάδικοι δικαιούνται να είναι παρόντες κατά την
εξέταση του μάρτυρα ή να εκπροσωπηθούν από συνήγορο, ο οποίος συμμετέχει ενεργά
στην συγκεκριμένη διαδικασία. Αντίστοιχα το άρθρο 354 ΚΠΔ ρυθμίζει την κατά το
στάδιο της διαδικασίας στο ακροατήριο εξέταση μαρτύρων, που δεν εξετάστηκαν
στην προδικασία, με την έκδοση σχετικής προπαρασκευαστικής απόφασης. Ο μάρτυρας
εξετάζεται από μέλος του δικαστηρίου στον χώρο που αυτός διαμένει και η
κατάθεσή του διαβάζεται στο ακροατήριο. Κατά την εξέτασή του παρευρίσκονται και
οι συνήγοροι των διαδίκων, οι οποίοι δικαιούνται να απευθύνουν σε αυτόν
ερωτήσεις.
Από
τις ανωτέρω λοιπόν διατάξεις καθίσταται σαφές ότι στην προδικασία ή στην
προπαρασκευαστική διαδικασία ή στην επ΄ ακροατηρίου διαδικασία υπάρχει η
δυνατότητα παράστασης των συνηγόρων των διαδίκων κατά την εξέταση μαρτύρων, οι
οποίοι αδυνατούν κατά κανόνα να εξεταστούν στο ακροατήριο.

