Κυριακή 24 Απριλίου 2016

«Το δικαίωμα υπερασπίσεως: Αντίρροπες τάσεις» [του Ιωάννη Θ. Ηρειώτη, Δικηγόρου]

[Εισήγηση στο 7o ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΝΩΣΗΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΟΙΝΙΚΟΛΟΓΩΝ ΜΕ ΘΕΜΑ: ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ: Όψεις και όρια, Πάτρα 15 & 16 Απριλίου 2016]

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
                                                                                                             Αρ. Σελίδας
1.
Εισαγωγικές σκέψεις
1



2.
Ενδεικτικές περιπτώσεις αντίρροπων τάσεων ως προς το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου
2



Ι.
Μη εφαρμογή του άρθρου 177 παρ. 2 Κ.Π.Δ. στα εγκλήματα διαφθοράς (Ν. 4022/2011) και στα φορολογικά αδικήματα (Ν. 2523/1997).
2



ΙΙ.
Τροποποίηση του άρθρου 340 παρ. 1 Κ.Π.Δ. – Δικαίωμα άπαξ άρνησης του κατηγορουμένου να εκπροσωπηθεί από αυτεπαγγέλτως διοριζόμενο συνήγορο
8



ΙΙΙ.

Τροποποιήσεις σχετικά με την εμφάνιση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του στο Δικαστικό Συμβούλιο:
Τροποποίηση του άρθρου 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ. και κατάργηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να ζητήσει αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου
Τροποποίηση του άρθρου 287 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ. και κατάργηση του δικαιώματος του προσωρινώς κρατουμένου να εμφανιστεί στο Συμβούλιο
11



   ΙV.
Τροποποίηση του άρθρου 364 παρ. 1 Κ.Π.Δ. – Περιορισμός του δικαιώματος του κατηγορουμένου να διαβαστεί πλήρως κάθε έγγραφο που χρησιμοποιεί για την υπεράσπισή του
17



3.
Αντί επιλόγου
20




Το δικαίωμα υπερασπίσεως: Αντίρροπες τάσεις
 του Ιωάννη Θ. Ηρειώτη

1. Εισαγωγικές σκέψεις

Η σύγχρονη οικονομική συγκυρία της Ελλάδας πυροδότησε μία κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στο κράτος, τους θεσμούς του και τους δημόσιους φορείς. Μέσα σε αυτή την κατάσταση η Πολιτεία επιχείρησε να στείλει ένα ηχηρό μήνυμα ότι καταπολεμά δραστικά την παρανομία, υποσχόμενη μεταξύ άλλων διαρθρωτικές αλλαγές και στον χώρο της δικαιοσύνης. Με την επίκληση της ανάγκης για επιτάχυνση της δίκης, για εξορθολογισμό και βελτίωση στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και για εκσυγχρονισμό της δικονομίας έχουν θεσπιστεί, από το 2010 μέχρι σήμερα, σημαντικές τροποποιήσεις σε βασικές διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ενώ συγχρόνως παρατηρείται η τάση του νομοθέτη για περιορισμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης του κατηγορουμένου και εκφράζονται βάσιμες επιφυλάξεις και αντιρρήσεις ως προς τη νομιμότητα των νέων αυτών μέτρων, τη συμβατότητά τους προς το Σύνταγμα και νόμους αυξημένης τυπικής ισχύος (λ.χ. Ε.Σ.Δ.Α.), τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, την εξασφάλιση μιας δίκαιης δίκης.
Η εμπέδωση στους πολίτες της αντίληψης ότι το κράτος λειτουργεί και ότι αποδίδεται δικαιοσύνη μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από μία δίκαιη δίκη όπου προστατεύεται η αξία του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.), όπου ο κατηγορούμενος ασκεί ουσιαστικά, πλήρως και ανεμπόδιστα τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματά του, και όχι μέσα από τεχνοκρατικές διατάξεις που με τα χαρακτηριστικά τους παραβιάζουν την έννοια της δικαιοσύνης καθαυτής, συρρικνώνουν τα δικαιώματα του κατηγορουμένου και υποβαθμίζουν την θέση του μετατρέποντάς τον από βασικό υποκείμενο της ποινικής δίκης σε αντικείμενο ενάσκησης κυριαρχικής δικαστικής εξουσίας. 
Έτσι, καλούμαστε σήμερα να διαχειριστούμε αντίρροπες τάσεις στην ποινική δίκη, όπου από την μία πλευρά δίνεται σαφές προβάδισμα στην επιτάχυνση της δίκης, ενώ από την άλλη περιορίζονται και υποχωρούν θεμελιώδη δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και παραβιάζονται θεσμικές εγγυήσεις του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α.

-2- Ενδεικτικές περιπτώσεις αντίρροπων τάσεων ως προς το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου

Ενδεικτικώς, θα μπορούσαν να αναφερθούν οι κάτωθι περιπτώσεις που προβληματίζουν έντονα την νομική κοινότητα λόγω της συρρίκνωσης ατομικών δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη:

Ι. Μη εφαρμογή του άρθρου 177 παρ. 2 Κ.Π.Δ. στα εγκλήματα διαφθοράς (Ν. 4022/2011) και στα φορολογικά αδικήματα (Ν. 2523/1997).

1. Ο κανόνας του άρθρου 177 Κ.Π.Δ. (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 3674/2008), προβλέπει ότι «αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία
Η ανωτέρω απαγόρευση ήταν απόλυτη και ίσχυε για όλα τα αποδεικτικά μέσα και για κάθε αδίκημα μέχρι την 24.12.2015.

2. Με το άρθρο 65 του ν. 4356/2015 (ΦΕΚ Α 181/24.12.2015) εισήχθη εξαίρεση στον ανωτέρω κανόνα του άρθρου 177 παρ. 2 Κ.Π.Δ. και συγκεκριμένα θεσπίστηκε ότι:
«1. Στις περιπτώσεις πράξεων κακουργηματικού χαρακτήρα, που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 2 του άρθρου 177 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εφόσον το αποδεικτικό μέσο αφορά πληροφορίες ή στοιχεία, στα οποία οι ανωτέρω εισαγγελείς έχουν δικαίωμα πρόσβασης κατά τις διατάξεις του άρθρου 17Α παρ. 8 εδάφιο α` του ν. 2523/1997 και του άρθρου 2 παρ. 5 εδάφιο α` του ν. 4022/2011.
  2. Η χρήση του παραπάνω αποδεικτικού μέσου κατά την παραπομπή και τη δίκη γίνεται δεκτή εφόσον κριθεί αιτιολογημένα ότι: α) η βλάβη που προκαλείται με την κτήση του είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος, τη σπουδαιότητα και την έκταση από τη βλάβη ή τον κίνδυνο που προκάλεσε η ερευνώμενη πράξη, β) η απόδειξη της αλήθειας θα ήταν διαφορετικά αδύνατη και γ) η πράξη με την οποία το αποδεικτικό μέσο αποκτήθηκε δεν προσβάλλει την ανθρώπινη αξία.»


Επιτρέπεται, επομένως, από την 24.12.2015 να λαμβάνονται υπόψη στην αποδεικτική διαδικασία αποδεικτικά μέσα που αποκτήθηκαν χωρίς νόμιμη διαδικασία υπό τις εξής προϋποθέσεις:
(α) Η δίωξη πρέπει να αφορά σε κακουργήματα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ή του Εισαγγελέα Διαφθοράς
(β) Τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να αφορούν σε στοιχεία ή πληροφορίες στα οποία οι ανωτέρω εισαγγελείς έχουν δικαίωμα πρόσβασης, ο μεν Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος κατ’ άρθρο 17 Α παρ. 8 του Ν. 2523/1997[1], ο δε Εισαγγελέας Διαφθοράς κατ΄ άρθρο 2 παρ. 5 εδ. α΄ του Ν. 4022/2011, ήτοι σε πληροφορίες ή στοιχεία που αφορούν ή είναι χρήσιμα για την άσκηση του έργου τους, μη υποκείμενοι (οι Εισαγγελείς) στους περιορισμούς της νομοθεσίας περί φορολογικού, τραπεζικού, χρηματιστηριακού και κάθε άλλου απορρήτου και σε κάθε μορφής αρχείο Δημόσιας Αρχής ή Οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Με άλλα λόγια αρκεί ότι τα αποδεικτικά μέσα αφορούν ή είναι χρήσιμα για την άσκηση του έργου του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος και του Εισαγγελέα Διαφθοράς και δεν ενδιαφέρει ο τρόπος που αποκτήθηκαν, εάν είναι διαφανής και νόμιμος ή αν αποκτήθηκαν με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, επικρατεί δηλαδή η λογική ότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».
Τέτοιου είδους αποδεικτικά μέσα, που για μεν τους κατηγορουμένους για εγκλήματα διαφθοράς θεωρούνται νόμιμα και θεμιτά, ενώ για οποιονδήποτε άλλον κατηγορούμενο είναι παράνομα και δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία, μπορούν να εισφερθούν και να χρησιμοποιηθούν όχι μόνο από τους εισαγγελείς διαφθοράς, αλλά και από τους ανακριτές διαφθοράς, οι οποίοι σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 4022/2011, «έχουν πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή είναι χρήσιμο για την άσκηση του έργου τους, μη υποκείμενοι στους περιορισμούς της νομοθεσίας περί φορολογικού, τραπεζικού, χρηματιστηριακού και κάθε άλλου απορρήτου, καθώς και σε κάθε μορφής αρχείο Δημόσιας Αρχής ή Οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.»  
Η σύγχρονη τάση για περιορισμό των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στα εγκλήματα διαφθοράς ενισχύεται από το άρθρο 253 Β του Κ.Π.Δ., που θεσπίστηκε με την υποπαράγραφο ΙΕ.16 του άρθρου πρώτου του Ν. 2454/2014. Όχι μόνο μπορούν να χρησιμοποιηθούν απόρρητα φορολογικά, τραπεζικά, χρηματιστηριακά κλ.π. στοιχεία χωρίς κανέναν περιορισμό σε βάρος των κατηγορουμένων για εγκλήματα διαφθοράς, καθώς και κάθε αποδεικτικό στοιχείο ανεξαρτήτως εάν αποκτήθηκε με νόμιμο ή μη τρόπο, αλλά επιπλέον παρέχεται η δυνατότητα για τα εγκλήματα διαφθοράς των άρθρων 159, 159Α, 235, 236, 237 και 237Α Π.Κ., όταν δεν υπάρχουν καθόλου αποδεικτικά στοιχεία, να προκληθούν αυτά, κατόπιν παραγγελίας του Εισαγγελέα Διαφθοράς και με τη σύμφωνη γνώμη του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου: (1) είτε με συγκαλυμμένη έρευνα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 253 Β στοιχ. α΄ Κ.Π.Δ., όπου ανακριτικός υπάλληλος ή ιδιώτης εμφανίζεται ως ωφελούμενος ή ως μεσολαβητής ωφελούμενου από την εγκληματική πράξη με συγκαλυμμένα στοιχεία ταυτότητας και φορολογικά ή άλλα στοιχεία και διευκολύνει στην τέλεσή της τον δράστη, (2) είτε με άρση του απορρήτου, καταγραφής δραστηριότητας εκτός κατοικίας και συσχέτισης ή συνδυασμού δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 253Β στοιχ. β΄ Κ.Π.Δ.
(γ) Η χρήση του μη νομίμως αποκτηθέντος αποδεικτικού στοιχείου επιτρέπεται κατά την παραπομπή σε δίκη και κατά τη δίκη, μέχρι δηλαδή την αμετάκλητη εκδίκαση της υπόθεσης.
Κατά το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς ισχύος του άρθρου 177 παρ. 2 Κ.Π.Δ., οι κατηγορούμενοι για εγκλήματα διαφθοράς και για φορολογικά εγκλήματα δεν επιτρεπόταν να παραπεμφθούν σε δίκη ή να καταδικαστούν βάσει στοιχείων που δεν αποκτήθηκαν νόμιμα ή αποκτήθηκαν με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, άλλως θα συνέτρεχε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 στοιχ. δ΄ Κ.Π.Δ.) και θα ιδρυόταν λόγος αναίρεσης του βουλεύματος κατ’ άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α΄ Κ.Π.Δ. και της απόφασης κατ’ άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ Κ.Π.Δ.
Πλέον, όμως, μετά την εξαίρεση που εισήγαγε το άρθρο 65 του Ν. 4356/2015, ο κατηγορούμενος μπορεί να οδηγηθεί σε παραπομπή ή καταδίκη με βάση μη νομίμως αποκτηθέντα αποδεικτικά μέσα. Η αλλαγή αυτή στη δικονομική μεταχείριση του κατηγορουμένου για εγκλήματα διαφθοράς ή για φορολογικά εγκλήματα προσκρούει στη βασική αρχή in dubio pro reo, σύμφωνα με την οποία οι αμφιβολίες που δημιουργούνται εξαιτίας της έλλειψης νόμιμων αποδείξεων εμποδίζουν το σχηματισμό βεβαίας δικανικής πεποίθησης σε βάρος του κατηγορουμένου, ο οποίος θα πρέπει να απαλλαγεί ή να αθωωθεί. Επιπλέον, δε πλήττεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου που κατοχυρώνεται από το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο «παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του».
Παρατηρείται, δηλαδή, ότι η χρήση μη νομίμως αποκτηθέντων αποδεικτικών μέσων που μέχρι τον Δεκέμβριο του 2015 συνιστούσε κατάφωρη παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και δημιουργούσε απόλυτη ακυρότητα της ποινικής διαδικασίας, σήμερα αποτελεί νόμιμο και θεμιτό τρόπο απονομής της Δικαιοσύνης στα εγκλήματα της διαφθοράς και στα φορολογικά εγκλήματα.
(δ) Η χρήση μη νομίμως αποκτηθέντων αποδεικτικών μέσω επιτρέπεται εφόσον κριθεί αιτιολογημένα από το δικαστικό συμβούλιο ή από το δικαστήριο ότι συντρέχουν αθροιστικά τα εξής:

(i) «η βλάβη που προκαλείται με την κτήση του είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος, τη σπουδαιότητα και την έκταση από την βλάβη ή τον κίνδυνο που προκάλεσε η ερευνώμενη πράξη»
Διαπιστώνεται ότι με τη διάταξη του άρθρου 65 του ν. 4356/2015 δεν εισάγονται σαφή αντικειμενικά κριτήρια για την εκτίμηση της βλάβης ή του κινδύνου, αλλά τούτο επαφίεται στην ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου. Με άλλα λόγια ο κατηγορούμενος αφήνεται στο έλεος ασαφών νομοθετικών διατάξεων και υποκειμενικών δικανικών ερμηνειών.

(ii) «η απόδειξη της αλήθειας θα ήταν διαφορετικά αδύνατη»
Ουσιαστικά επιλέγεται η επαχθής λύση, όταν η δίκη βρίσκεται σε αδιέξοδο και υπάρχει αποδεικτικό κενό ελλείψει νομίμως αποκτηθέντων αποδεικτικών μέσων, τότε το δικαστήριο αντί να αθωώσει τον κατηγορούμενο δυνάμει της αρχής in dubio pro reo, επιτρέπεται να καταφύγει σε αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών ή που παραβιάζουν ατομικές ελευθερίες του και προσωπικά δεδομένα του (απόρρητο φορολογικό τραπεζικό κ.λπ.). Αυτοί οι δικονομικοί χειρισμοί προδήλως χειροτερεύουν τη θέση του κατηγορουμένου, περιορίζουν τα υπερασπιστικά δικαιώματά του και προσβάλλουν το τεκμήριο αθωότητας που ισχύει υπέρ του κατηγορουμένου.
Περαιτέρω, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, που προβλέπεται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι τα δικαιώματα του κατηγορουμένου όχι μόνο δεν προστατεύονται και δεν διασφαλίζονται υπό την εγγύηση του κράτους, αλλά καταστρατηγούνται με σκοπό να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες μιας ποινικής δίωξης και άλλες σκοπιμότητες.

(iii) «η πράξη με την οποία το αποδεικτικό μέσο αποκτήθηκε δεν προσβάλλει την ανθρώπινη αξία»
Και αυτή η πρόβλεψη είναι ασαφής και αόριστη και η ερμηνεία της επαφίεται στην ανέλεγκτη κρίση των δικαστών, στερώντας από τον κατηγορούμενο το δικαίωμά του να αμυνθεί έναντι ενδεχόμενων αυθαιρεσιών και καταστρατήγησης των δικαιωμάτων του. Είναι δε παράδοξο να ενδιαφέρει τον νομοθέτη μόνο ότι ο τρόπος που αποκτήθηκε το μέσο δεν προσβάλλει την ανθρώπινη αξία, ενώ να παραβλέπεται ότι η ανθρώπινη αξία προσβάλλεται με την χρήση του μέσου αυτού.
Η ανθρώπινη αξία, για την οποία υποτίθεται ότι ενδιαφέρεται ο νομοθέτης, προσβάλλεται από την στιγμή που παραβιάζονται θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες του κατηγορουμένου πριν καν αποδειχθεί η ενοχή του, με μοναδικό σκοπό να αποδειχθεί η ενοχή του. Η παραβίαση, δηλαδή, των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου αποτελεί το μέσον απόδειξης της ενοχής του και τούτο από μόνο του προσβάλλει την ανθρώπινη αξία.
 Επιπλέον, η ανθρώπινη αξία προσβάλλεται από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος για εγκλήματα διαφθοράς και για φορολογικά εγκλήματα αντιμετωπίζεται άνισα σε σχέση με άλλους κατηγορουμένους που έχουν διαπράξει πολύ βαρύτερες πράξεις  ή ακόμη και ίσης βαρύτητας πράξεις.

Στην πραγματικότητα η διάταξη του άρθρου 65 του Ν. 4356/2015 είναι τόσο ασαφής, αόριστη και ευρεία που κατ’ αποτέλεσμα επιτρέπει την υπαγωγή σε αυτή κάθε κακουργήματος που υπάγεται στην αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Διαφθοράς ή του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, ενώ δεν εξασφαλίζεται η ορθολογική χρήση της εξαίρεσης του άρθρου 177 παρ. 2 Κ.Π.Δ. που εισάγεται με το άρθρο 65 του Ν. 4356/2015.

3. Είναι σαφές ότι το άρθρο 65 του Ν. 4356/2015 περιορίζει τα δικαιώματα του κατηγορουμένου για εγκλήματα διαφθοράς και για φορολογικά εγκλήματα και του επιφυλάσσει άνιση και επαχθέστερη δικονομική μεταχείριση έναντι άλλων κατηγορουμένων για αδικήματα σοβαρότερα, με μεγαλύτερη ηθικοκοινωνική απαξία όπως για εγκλήματα κατά της ζωής ή της γενετήσιας ελευθερίας ή με μεγαλύτερη πολιτειακή και εθνική απαξία όπως προσβολές κατά του πολιτεύματος, προδοσία της χώρας κ.ο.κ.
Επίσης, είναι άτοπο και δεν υπάρχει καμία απολύτως λογική που να δικαιολογεί γιατί ο κατηγορούμενος για εγκλήματα διαφθοράς ή για φορολογικά εγκλήματα που τιμωρείται με πρόσκαιρη κάθειρξη επιτρέπεται να αντιμετωπίζεται αυστηρότερα από άλλους κατηγορούμενους που κατηγορούνται για εγκλήματα που τιμωρούνται βαρύτερα, λ.χ. με ισόβια κάθειρξη, αλλά δεν αποτελούν εγκλήματα διαφθοράς ή φορολογικά εγκλήματα.

4. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ουδέν αναφέρθηκε στην Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 4356/2015 για τη σημαντική δικονομική αλλαγή που επέφερε το άρθρο 65. Δεν εξηγείται ο σκοπός θέσπισης της αυστηρότερης αυτής διάταξης νόμου που σαφώς χειροτερεύει τη θέση των κατηγορουμένων για τα εγκλήματα διαφθοράς και τα φορολογικά αδικήματα.

5. Η ανωτέρω τροποποίηση είναι ένα από τα σημεία των καιρών και εκκινεί ιδίως από πολιτικές σκοπιμότητες, καθόσον επιχειρείται η άσκηση πολιτικής με όχημα τη δικαιοσύνη.
Ωστόσο, αναδεικνύονται για μία ακόμη φορά οι συστημικές αδυναμίες του κράτους για την έγκαιρη πρόληψη και την αποτελεσματική καταστολή των εγκλημάτων διαφθοράς και των φορολογικών αδικημάτων. Ό,τι δεν μπορεί ή δεν θέλει, μολονότι οφείλει, να πράξει το κράτος μέσω των υπηρεσιών και των φορέων του για την πρόληψη και την ορθή αντιμετώπιση της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής, το μετακυλίει στη δικαιοσύνη με νομοθετικές υπερβάσεις που έρχονται σε ευθεία αντίθεση με το Σύνταγμα (λ.χ. άρθρα 19 παρ. 3, 9, 9Α, 25παρ. 1Σ), παραβιάζουν τα δικαιώματα του κατηγορουμένου ακόμη και την ισχύ του τεκμηρίου αθωότητας, ενώ ανοίγεται ο δρόμος για τέτοιου είδους νομοθετικές παρεμβάσεις και σε άλλα ζητήματα του ποινικού δικαίου.

ΙΙ. Τροποποίηση του άρθρου 340 παρ. 1 Κ.Π.Δ. – Δικαίωμα άπαξ άρνησης του κατηγορουμένου να εκπροσωπηθεί από αυτεπαγγέλτως διοριζόμενο συνήγορο

1. Αναφορικά με το ζήτημα της άρνησης του κατηγορουμένου να εκπροσωπηθεί από τον συνήγορο που αυτεπαγγέλτως του διόρισε το Δικαστήριο από τον Πίνακα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, το άρθρο 340 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 33 του ν. 4055/2012 και ισχύει μέχρι σήμερα[2], ορίζει τα εξής:
 «Αν ο κατηγορούμενος αρνηθεί την υπεράσπισή του από το διορισμένο συνήγορο, ο πρόεδρος του δικαστηρίου διορίζει σε αυτόν άλλο συνήγορο από τον ίδιο πίνακα. Σε περίπτωση νέας άρνησης του κατηγορουμένου, το δικαστήριο προβαίνει στην εκδίκαση της υπόθεσης του κακουργήματος χωρίς διορισμό συνηγόρου
Περαιτέρω, στα δύο τελευταία εδάφια του ιδίου άρθρου προβλέπονται τα εξής, όπως προστέθηκαν με το άρθρο 7 παρ. 4 του ν. 3090/2002:
«Σε δίκες για κακούργημα, οι οποίες λόγω της σοβαρότητας και του αντικειμένου τους πρόκειται να έχουν μακρά διάρκεια, ο πρόεδρος του δικαστηρίου διορίζει με την ίδια διαδικασία στον κατηγορούμενο που δεν έχει δύο (2) ή τρεις (3) συνηγόρους από τον ίδιο πίνακα. Ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να αρνηθεί την υπεράσπισή του από τον συνήγορο ή από τους συνηγόρους που διορίστηκαν από τον πρόεδρο, μπορεί όμως με αιτιολογημένη αίτησή του να ζητήσει από το δικαστήριο την ανάκληση του διορισμού ενός (1) μόνο συνηγόρου, οπότε η υπεράσπιση συνεχίζεται από τους λοιπούς, εφόσον είχαν διοριστεί περισσότεροι από ένας».

2. Πριν την τροποποίησή του με το Ν. 4055/2012, το άρθρο 340 παρ. 1 Κ.Π.Δ. δεν προέβλεπε τίποτα για την περίπτωση που ο κατηγορούμενος ηρνείτο να εκπροσωπηθεί από τον αυτεπαγγέλτως διορισμένο συνήγορο και για την αντικατάστασή του από άλλον συνήγορο του Πίνακα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.
Ίσχυε μόνο η απαγόρευση των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 1 του άρθρου 340 Κ.Π.Δ. ειδικώς και μόνο για τις περιπτώσεις των κακουργημάτων που λόγω της σοβαρότητας και του αντικειμένου τους επρόκειτο να έχουν μεγάλη διάρκεια και όπου είχαν διοριστεί περισσότεροι συνήγοροι.
Επομένως, αφενός μεν λαμβάνοντας υπόψη την έλλειψη ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, ιδίως δε την έλλειψη ρητής διάταξης που να απαγορεύει στον κατηγορούμενο τη δυνατότητα να αρνηθεί την εκπροσώπησή του από τον αυτεπαγγέλτως διορισμένο συνήγορο και αφετέρου εξ αντιδιαστολής από τα δύο τελευταία εδάφια του άρθρου 340 παρ. 1 Κ.Π.Δ., συνάγεται ότι κατά το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς ο κατηγορούμενος μπορούσε ακωλύτως να αρνείται την εκπροσώπησή του από τον συνήγορο που αυτεπαγγέλτως του διόριζε το δικαστήριο και αντιστοίχως το δικαστήριο όφειλε να του διορίζει αυτεπαγγέλτως συνήγορο χωρίς περιορισμούς.
Άλλωστε αυτό το νομοθετικό κενό, που άφηνε περιθώρια στον κατηγορούμενο να μπορεί να αρνηθεί την εκπροσώπησή του από τον συνήγορο που κάθε φορά του διόριζε το δικαστήριο, έσπευσε να καλύψει η διάταξη του άρθρου 33 του ν. 4055/2012, όπως άλλωστε προκύπτει και από την Αιτιολογική Έκθεση του νόμου αυτού, ιδίως δε από τον σχολιασμό ότι η προσθήκη για την άπαξ επιτρεπόμενη άρνηση του κατηγορουμένου να αποδεχθεί διορισμένο από το δικαστήριο συνήγορο «ανταποκρίνεται στις ανάγκες εκδίκασης της υπόθεσης και επειδή η συνεχής άρνηση του κατηγορουμένου να αποδεχθεί τον διορισμένο από το δικαστήριο συνήγορο, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην παράλυση της διαδικασίας στο ακροατήριο και τελικά στη ματαίωση της εκδίκασης της υπόθεσης».

3. Δεδομένων των ανωτέρω, καθίσταται σαφές, ότι η τροποποίηση που επήλθε με το Ν. 4055/2012 περιόρισε το δικαίωμα του κατηγορουμένου να έχει δικηγόρο της εμπιστοσύνης του, τον περιόρισε να ζητήσει την αντικατάσταση του αυτεπαγγέλτως διορισμένου δικηγόρου άπαξ και τον υποχρέωσε να δεχθεί παρά τη θέλησή του να εκπροσωπηθεί από όποιον νέο δικηγόρο του διορίσει το δικαστήριο, χωρίς να ενδιαφέρουν οι όποιες δικαιολογημένες και βάσιμες αντιρρήσεις μπορεί να έχει ο κατηγορούμενος, επειδή λ.χ. ο συνήγορος είναι προκατειλημμένος ή υπάρχουν αντικρουόμενα συμφέροντα ή ο συνήγορος χειραγωγεί τον κατηγορούμενο παρά την θέλησή του ή υπάρχουν σημαντικές διαφωνίες ως προς την υπεράσπιση ή είναι ιδιαζόντως αμελής κ.ο.κ. Η επιμονή να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο που ενδεχομένως δεν εμπιστεύεται και δεν μπορεί να συνεργαστεί μαζί του επαρκώς, έχει επιπτώσεις στην εμφάνιση, την εκπροσώπηση, την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των δικαιωμάτων του.
Η ΕΣΔΑ αναγνωρίζει στον κατηγορούμενο το δικαίωμα επιλογής συνηγόρου, το οποίο είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την υπεράσπισή του. Από την στιγμή που ο αυτεπαγγέλτως διοριζόμενος συνήγορος δεν απολαμβάνει της εμπιστοσύνης του κατηγορουμένου, ο διορισμός του αντίκειται στην ΕΣΔΑ και οφείλει ακωλύτως να τον αρνηθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. γ΄ της ΕΣΔΑ:
«Ειδικώτερov, πας κατηγoρoύμεvoς έχει δικαίωμα:[…] γ) όπως υπερασπίση o ίδιoς εαυτόv ή αvαθέση τηv υπεράσπισίv τoυ εις συvήγoρov της εκλoγής τoυ, εv ή δε περιπτώσει δεv διαθέτει τα μέσα vα πληρώση συvήγoρov, vα τoυ παρασχεθή τoιoύτoς δωρεάv, όταv τoύτo εvδείκvυται υπό τoυ συμφέρovτoς της δικαιoσύvης
Επομένως, η στέρηση από τον κατηγορούμενο του δικαιώματος να έχει συνήγορο της εμπιστοσύνης του συνιστά ευθεία παραβίαση των δικαιωμάτων υπεράσπισής του.
Άλλωστε, η υπεράσπιση από συνήγορο αποδοχής του κατηγορουμένου δεν εξυπηρετεί μόνο το συμφέρον του κατηγορουμένου, αλλά εξυπηρετεί και το συμφέρον της δικαιοσύνης, καθώς διευκολύνει την ορθή επικοινωνία μεταξύ του δικαστηρίου και του κατηγορουμένου και  παρέχει τα εχέγγυα για μία δίκαιη δίκη.

4. Σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση του νόμου 4055/2012, ο σκοπός της ανωτέρω τροποποίησης εντοπίζεται στα εξής: «Πρόβλημα δημιουργείται στη δικαστική πρακτική στις περιπτώσεις εκείνες που ο δικαζόμενος για κακούργημα κατηγορούμενος δεν έχει συνήγορο και διορίζεται από τον πρόεδρο του δικαστηρίου, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 340 ΚΠΔ και όταν ο κατηγορούμενος δεν αποδέχεται τον διορισμό. Με την παράγραφο 3 εισάγεται ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία αν ο κατηγορούμενος αρνηθεί την υπεράσπισή του από τον διορισμένο συνήγορο, ο πρόεδρος του δικαστηρίου διορίζει σε αυτόν άλλον συνήγορο από τον ίδιο πίνακα. Σε περίπτωση νέας άρνησης του κατηγορουμένου, το δικαστήριο προβαίνει στην εκδίκαση της υπόθεσης χωρίς διορισμό συνηγόρου. Αυτό ανταποκρίνεται στις ανάγκες εκδίκασης της υπόθεσης και επειδή η συνεχής άρνηση του κατηγορουμένου να αποδεχθεί τον διορισμένο από το δικαστήριο συνήγορο, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην παράλυση της διαδικασίας στο ακροατήριο και τελικά στη ματαίωση της εκδίκασης της υπόθεσης
Φαίνεται, λοιπόν, ότι προκρίθηκε η ταχεία διεξαγωγή της δίκης σε βάρος των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Περιορίστηκε το δικαίωμα του κατηγορουμένου: (α) με την απλουστευμένη και αόριστη συλλογιστική ότι το μέτρο αυτό «ανταποκρίνεται στις ανάγκες εκδίκασης της υπόθεσης» εξομοιώνοντας όλες τις ποινικές υποθέσεις μεταξύ τους και εμφανίζοντας τες αυθαιρέτως να έχουν (που βεβαίως δεν έχουν) τις ίδιες «ανάγκες», ενώ αποφεύγει ο νομοθέτης να διευκρινίσει το είδος των αναγκών που δήθεν υπερτερούν των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, (β) με την αυστηρή συλλογιστική της «συνεχούς άρνησης του κατηγορουμένου», όπου ως «συνεχής» λογίζεται η πάνω από μία φορά άρνηση του κατηγορουμένου, συλλογιστική που επιπλέον είναι δυσανάλογη σε σχέση με τη διακύβευση του περιορισμού θεμελιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και αντίκειται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
Δεν μπορεί να θεωρείται καταχρηστική άσκηση δικαιώματος κάθε άρνηση του κατηγορουμένου να εκπροσωπηθεί από κάποιον αυτεπαγγέλτως διορισμένο συνήγορο, αδιαφορώντας για τους ουσιαστικούς λόγους άρνησης του κατηγορουμένου και για την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του.
Υφίσταται, λοιπόν, η ανάγκη να επανεξεταστεί το ανωτέρω ζήτημα και να ευρεθούν ασφαλιστικές δικλείδες τέτοιες που μην παραβιάζονται τα δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και συγχρόνως να εξασφαλίζεται η ορθή και δίκαιη διεξαγωγή της ποινικής δίκης.

   ΙΙI. Τροποποιήσεις σχετικά με την εμφάνιση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του στο Δικαστικό Συμβούλιο:
Τροποποίηση του άρθρου 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ. και κατάργηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να ζητήσει αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου
Τροποποίηση του άρθρου 287 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ. και κατάργηση του δικαιώματος του προσωρινώς κρατουμένου να εμφανιστεί στο Συμβούλιο

1. Μέχρι τον Απρίλιο του έτους 2012, ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να ζητήσει και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ήταν υποχρεωμένο να διατάξει την εμφάνιση του συνηγόρου του κατηγορουμένου ενώπιόν του για να δοθούν διευκρινίσεις, σε υποθέσεις δε κακουργήματος που ο κατηγορούμενος δεν είχε συνήγορο διατασσόταν υποχρεωτικά η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου. Στην πρώτη περίπτωση και σε εξαιρετικές περιπτώσεις το Συμβούλιο μπορούσε να επιτρέψει παράλληλα με την εμφάνιση του συνηγόρου και την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου. Τα ανωτέρω ίσχυαν μετά την τροποποίηση του άρθρου 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ. με το Ν. 3904/2010 (άρθρο 18 παρ. 2).
Πριν το 2010, η θέση του κατηγορουμένου ήταν ακόμη πιο ευνοϊκή, καθόσον ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να ζητήσει και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ήταν υποχρεωμένο να διατάξει την εμφάνιση του ιδίου του κατηγορουμένου ενώπιόν του για να δοθούν διευκρινίσεις, επιπλέον δε μπορούσε να επιτραπεί στον συνήγορό του η προφορική ανάπτυξη της υπόθεσης, ρύθμιση που βοηθούσε σημαντικά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου, εφόσον το ζητούσε, αποτελούσε τον κανόνα στην δικονομική πρακτική, ενώ το Συμβούλιο μπορούσε να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, μόνο όταν συνέτρεχαν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονταν ειδικά στο βούλευμα.

2. Το δικαίωμα του κατηγορουμένου να εμφανιστεί είτε αυτοπροσώπως είτε δια του συνηγόρου του ενώπιον του Συμβουλίου περιορίστηκε σταδιακά κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα μέχρι την ουσιαστική εξάλειψή του με τον Ν. 4055/2012 (άρθρο 32 παρ. 1), που τροποποίησε το άρθρο 309 Κ.Π.Δ. ώστε η εμφάνιση του κατηγορουμένου στο Συμβούλιο κατά κανόνα να μην επιτρέπεται, ενώ στο εδάφιο β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 309 Κ.Π.Δ. προβλέφθηκε ότι μόνο κατ’ εξαίρεση το Συμβούλιο μπορεί να καλέσει τον κατηγορούμενο ενώπιόν του εφόσον κρίνει τούτο αναγκαίο, κάτι το οποίο όμως στην πράξη είναι εξαιρετικά σπάνιο.
Έτσι ο κατηγορούμενος έχει χάσει το δικαίωμα ακροάσεώς του ενώπιον του δικαστικού οργάνου που αποφασίζει για την παραπομπή του ή όχι σε δίκη. Στην πραγματικότητα η κρίση για την παραπομπή του ή μη στηρίζεται αποκλειστικώς σε έγγραφα που έχουν συγκεντρωθεί κατά την προδικασία και ο κατηγορούμενος έχει χάσει τα πλεονεκτήματα της φυσικής και άμεσης επαφής του με τους δικαστές, χάρη στην οποία διασφαλίζεται η ευχερέστερη αξιολόγηση της προσωπικότητας του κατηγορουμένου και παρέχεται η δυνατότητα πλήρους αποσαφήνισης των στοιχείων μιας ποινικής υπόθεσης.
Η κατάργηση του δικαιώματος της εμφάνισης του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου δεν προήγαγε ουσιαστικά και δεν επιτάχυνε την ποινική δίκη, διότι:
(α) Κατά την προδικασία, ο μόνος τρόπος να καλυφθούν κενά ή ασάφειες της ποινικής δικογραφίας, θα ήταν να διαταχθεί συμπληρωματική κυρία ανάκριση και να επιστρέψει η δικογραφία στον ανακριτή, κάτι που σαφώς απαιτεί χρόνο, κόπο και έξοδα (για τους διαδίκους και για το Δημόσιο), ενώ πιο σύντομο και λιγότερο δαπανηρό θα ήταν να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου ο κατηγορούμενος προς παροχή των απαραίτητων διευκρινίσεων.
(β) Άλλως, αν δεν διαταχθεί συμπληρωματική κυρία ανάκριση, η υπόθεση παραπέμπεται στην κυρία διαδικασία με ασάφειες και κενά, με αποτέλεσμα να καθυστερεί η περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης με αναβολές ή με διακοπές ή να διεξάγεται πλημμελώς. Προτίμησε με άλλα λόγια ο νομοθέτης να εισάγονται εσπευσμένα ανυπόστατες ή ελλιπείς κατηγορίες στο ακροατήριο υπό την επίφαση ταχείας διεξαγωγής της ποινικής δίκης.
Η ολοκληρωτική στέρηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να ζητά ο ίδιος ακρόαση από το συμβούλιο στο πλαίσιο υπεράσπισής του και η κυριαρχική εξουσία του Συμβουλίου να θέτει δυνητικά και κατ’ εξαίρεση ζήτημα εμφάνισης του κατηγορουμένου, μόνο όποτε και όταν εκείνο κρίνει αναγκαίο, σαφώς χειροτερεύει τη δικονομική θέση του κατηγορουμένου, ενώ δεν θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί πως εκείνο που αποτελούσε δικαίωμα του κατηγορουμένου για την υπεράσπιση του πριν την τροποποίηση του ν. 4055/2012, τώρα ουσιαστικώς μετατράπηκε σε ένα είδος υποχρέωσής του. Η εμφάνιση του κατηγορουμένου στο συμβούλιο για παροχή διευκρινίσεων πριν από την παραπομπή του μετατράπηκε από δικαίωμα σε υποχρέωση, καθόσον εξυπηρετεί πρωτίστως και κυρίως τις ανάγκες του Συμβουλίου για παροχή διευκρινίσεων, ενώ παρεμπιπτόντως και δευτερευόντως ακούγονται οι θέσεις του κατηγορουμένου μόνο επί των ζητημάτων που κυριαρχικώς θέτει το Συμβούλιο και όχι για κάθε ζήτημα που αφορά στην υπεράσπισή του, όπως ίσχυε κατά το προϊσχύσαν δίκαιο.

3. Η τάση του νομοθέτη για περιορισμό του δικαιώματος του κατηγορουμένου να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου έγινε εντονότερη κατά το κρίσιμο στάδιο της εξακολούθησης και της παράτασης της προσωρινής κράτησής του.
Μέχρι τον Απρίλιο του 2012, το άρθρο 287 παρ. 1 Κ.Π.Δ. (όπως ίσχυε μετά τη θέσπιση του άρθρου 12 του Ν. 3346/2005) προέβλεπε σε σχέση με την εξακολούθηση της προσωρινής κράτησης του κατηγορουμένου, ότι ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου που επρόκειτο να κρίνει την εξακολούθηση της προσωρινής κράτησης πέραν των έξι μηνών για τα κακουργήματα και πέραν των τριών μηνών για την περίπτωση της εξ αμελείας ανθρωποκτονίας κατά συρροή, εκαλείτο ο κατηγορούμενος, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν τη συνεδρίαση, να εμφανιστεί και να εκθέσει τις απόψεις του αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου. Το Συμβούλιο επιτρεπόταν να αποφανθεί με ειδικά αιτιολογημένο βούλευμα για την εξακολούθηση της προσωρινής κράτησης μόνο εφόσον προηγουμένως είχε ακούσει τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του.
Τα ίδια αναφορικά με την ακρόαση του κατηγορουμένου ίσχυαν και για την παράταση της προσωρινής κράτησής του πέραν του έτους και μέχρι δέκα οκτώ μηνών, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 287 Κ.Π.Δ.
Επίσης, στην παράγραφο 5 του άρθρου 287 Κ.Π.Δ., όπως ίσχυε μέχρι το 2012, κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση ως προς την παράταση ή τη συμπλήρωση των ανωτάτων ορίων της προσωρινής κράτησης επιλυόταν από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, αφού προηγουμένως εκαλείτο να εμφανιστεί και να ακουσθεί ενώπιον του Συμβουλίου ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του.

4. Μετά την τροποποίηση του άρθρου 287 Κ.Π.Δ. με το άρθρο 32 παρ. 2 του Ν. 4055/2012, καταργήθηκε το δικαίωμα εμφανίσεως του κατηγορουμένου ενώπιον του Συμβουλίου που αποφασίζει για την εξακολούθηση ή την παράταση της προσωρινής κράτησης του κατηγορουμένου, προκειμένου να εκθέσει τις απόψεις του και να προστατεύσει τα συμφέροντά του έναντι της διατήρησης του επαχθούς μέτρου της προσωρινής κράτησης, ενώ προβλέφθηκε κατ’ εξαίρεση εμφάνισή του όχι ως δικαίωμα αλλά μάλλον εν είδει υποχρέωσής του όταν τούτο κρίνεται αναγκαίο από το Συμβούλιο.
Έτσι, στις περιπτώσεις που το Συμβούλιο κρίνει για την εξακολούθηση, την παράταση ή τις αντιρρήσεις του κατηγορουμένου σχετικά με τη διάρκεια της προσωρινής κράτησης, ο νομοθέτης ρητώς απαγόρευσε την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο Συμβούλιο με την φράση «ο κατηγορούμενος και ο συνήγορός του δεν εμφανίζονται ενώπιον του συμβουλίου» και περιόρισε τον κατηγορούμενο «να διατυπώσει τις απόψεις του με έγγραφο υπόμνημα, μέσα σε προθεσμία που καθορίζει ο πρόεδρος του συμβουλίου», αφού προηγουμένως λάβει γνώση της εισαγγελικής πρότασης.
Μόνη εξαίρεση στον ανωτέρω κανόνα αποτελεί η δυνητική πρόβλεψη ότι «μπορεί όμως το συμβούλιο, εάν κρίνει ότι τούτο είναι αναγκαίο, να διατάξει την ενώπιόν του εμφάνιση του κατηγορουμένου», η οποία εφαρμόζεται σπάνια στην πράξη.
Έτσι ο κατηγορούμενος έχει χάσει το δικαίωμά του να εμφανίζεται ο ίδιος ή ο συνήγορός του στο Συμβούλιο και να υπερασπίζεται άμεσα και χωρίς περιορισμούς το δικαίωμά του να είναι ελεύθερος. Είναι αυτονόητο ότι η απευθείας επαφή του κατηγορουμένου με τους δικαστές έχει σε πολλές περιπτώσεις αποδειχθεί ευνοϊκή για τον κατηγορούμενο, διότι λόγω της φυσικής επαφής οι δικαστές μπορούν να διαμορφώσουν πληρέστερη και ασφαλέστερη άποψη για την προσωπικότητα του κατηγορουμένου. Είναι σαφές ότι οι ευεργετικές συνέπειες της αμεσότητας της αυτοπρόσωπης εμφάνισης δεν υποκαθίστανται από ένα απρόσωπο υπόμνημα.

5. Οι ανωτέρω περιορισμοί των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου έγιναν, σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 4055/2012, με μίαν αόριστη αιτιολογία, επειδή «από πολλούς εκπροσώπους του νομικού κόσμου διατυπώθηκε η άποψη ότι η υποχρεωτική εμφάνιση των διαδίκων στα δικαστικά συμβούλια, τείνει να παραλύσει την ενδιάμεση διαδικασία
Τούτο δεν είναι ακριβές, αν αναλογιστεί κάποιος ότι χάρη στις απαραίτητες διευκρινίσεις των κατηγορουμένων κατά την εμφάνισή τους ενώπιον των συμβουλίων τις περισσότερες φορές επιταχύνθηκε η διαδικασία, καθόσον κατανοήθηκαν καλύτερα από τα Συμβούλια τα κρινόμενα ζητήματα και μάλιστα με την πολύτιμη συμβολή των συνηγόρων υπεράσπισης που προέβαλαν περιεκτικά και εμπεριστατωμένα τις θέσεις των κατηγορουμένων, ώστε τα Συμβούλια διακρίβωσαν ταχύτερα την αλήθεια και είτε διαγιγνώσκοντας ότι δεν έχουν ευθύνη οι κατηγορούμενοι, τους απάλλαξαν, ενώ σε άλλη περίπτωση θα τους είχαν παραπέμψει και η διαδικασία θα επιμηκυνόταν αδίκως για χρόνια, είτε προσδιόρισαν με σαφήνεια και ακρίβεια την κατηγορία διευκολύνοντας την ποινική διαδικασία στο σύνολό της. Συνεπώς, τα περί αποσυμφόρησης της «ενδιάμεσης διαδικασίας» δεν είναι ακριβή και δεν επιλύουν τελικώς το πρόβλημα της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης, αλλά το μεταθέτουν στα επόμενα δικονομικά στάδια όπου θα πρέπει να καλυφθούν τα κενά που άφησε πίσω της η «ενδιάμεση διαδικασία».

6. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί, πάντως, ότι ο νομοθέτης παρέβλεψε ότι ο κατά τα ανωτέρω περιορισμός ή ορθότερα η κατάργηση του δικαιώματος εμφάνισης του κατηγορουμένου ενώπιον των δικαστικών Συμβουλίων αποτελεί κατ’ ουσίαν παραβίαση του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο «Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει».
Επιπλέον αποτελεί ευθεία παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που προστατεύει το δικαίωμα στη χρηστή απονομή δικαιοσύνης.
Εύστοχες επ’ αυτού ήταν οι παρατηρήσεις στην Αιτιολογική Έκθεση του προϊσχύσαντος Ν. 3904/2010 (άρθρο 18), ιδίως δε οι εξής:
«Η προφορική απολογία ή το απολογητικό υπόμνημα αποτελούν το συνήθως συμβαίνον στο χώρο της κύριας ανάκρισης. … Η εκτίμηση ότι η αμυντική προσπάθεια έχει εξαντληθεί και άρα η αυτοπρόσωπη εμφάνιση είναι περιττή, παρουσιάζεται πάντοτε επισφαλής. Όχι μόνον γιατί μεσολαβεί η σχετική εισαγγελική πρόταση αλλά και διότι το περιεχόμενο των υπερασπιστικών ισχυρισμών (πραγματικών και νομικών) δεν μπορεί ποτέ να προεξοφληθεί. Το προσωπικόν της εμφανίσεως δεν μπορεί να αναπληρωθεί με έγγραφη υποστήριξη των απόψεων. Ακόμη, όμως, και αν ήθελε αγνοήσει κανείς τα παραπάνω, παραμένει η ουσιώδης δογματική αντίρρηση: ένας τέτοιος τρόπος εφαρμογής της διατάξεως αντιτίθεται ευθέως … στο γενικότερο δικαίωμα ακροάσεως (: αδυναμία διατυπώσεως των απόψεων ενώπιον του αποφασίζοντος συμβουλίου). Παραβιάζονται, έτσι, αυξημένης τυπικής ισχύος επιταγές (: άρθρα 20 Συντ. και 6 ΕΣΔΑ), καθιστώντας έτσι έκθετη τη χώρα μας απέναντι στη νομολογία του ΕΔΔΑ. Η νομοθετική παρέμβαση καθίσταται αναγκαία. … Με το σχήμα αυτό καθιερώνεται, επομένως, οπωσδήποτε είτε η εμφάνιση του συνηγόρου είτε και του ιδίου του αιτούντος στο συμβούλιο και δίνεται έτσι η δυνατότητα διατυπώσεως των απόψεών τους ενώπιον του αποφασίζοντος συμβουλίου, και έτσι γίνεται σεβαστό το δικαίωμα ακροάσεως (για τα παραπάνω βλ. ενδεικτικά Θ. Δαλακούρα, Υπερ 1992. 429 επ., Σ. Καρρά, ΠοινΧρον 1967. 126 επ., Λ. Μαργαρίτη, Εμβάθυνση στην Ποινική Δικονομία 2006, σ. 582 επ., Α. Τζαννετή, ΠοινΧρον 1999. 10 επ.).»
Είναι, επομένως, παράδοξο ο νομοθέτης να θεωρεί το 2010 συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του κατηγορουμένου να εμφανίζεται ενώπιον των Δικαστικών Συμβουλίων και να υπερθεματίζει υπέρ αυτού, ενώ δύο χρόνια μετά, το 2012, ο νομοθέτης να παραβλέπει τη συνταγματική κατοχύρωση αυτού του δικαιώματος του κατηγορουμένου και να το καταργεί, επειδή απλώς «από πολλούς εκπροσώπους του νομικού κόσμου διατυπώθηκε η άποψη» ότι το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα ακρόασης του κατηγορουμένου «τείνει να παραλύσει την ενδιάμεση διαδικασία». Έτσι, οι απόψεις μίας μερίδας του νομικού κόσμου επικράτησαν των επιταγών του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α. καθιστώντας δυσχερή την θέση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη.
Αποτιμώντας τέσσερα χρόνια μετά την αποτελεσματικότητα των νέων ρυθμίσεων του άρθρου 32 του Ν. 4055/2012, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η «ενδιάμεση διαδικασία» δεν κατέστη ουσιωδώς ταχύτερη, ούτε πιο αποτελεσματική, αλλά τυπική, διεκπαιρεωτική και γραφειοκρατική, ενώ μελανό σημείο παραμένει ο περιορισμός του δικαιώματος ακρόασης του κατηγορουμένου.

   ΙV. Τροποποίηση του άρθρου 364 παρ. 1 Κ.Π.Δ. – Περιορισμός του δικαιώματος του κατηγορουμένου να διαβαστεί πλήρως κάθε έγγραφο που χρησιμοποιεί για την υπεράσπισή του

1. Μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2014, ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ζητήσει να αναγνωσθεί από το δικαστήριο οποιοδήποτε έγγραφο πλήρως και στο σύνολό του ή στα σημεία που ο ίδιος θεωρούσε σκόπιμα, χρήσιμα και ουσιώδη για την υπεράσπισή του και το δικαστήριο όφειλε να αναγνώσει τα έγγραφα αυτά κατά το αίτημα του κατηγορουμένου (με την επιφύλαξη της παρ. 2 του ιδίου άρθρου). Τούτο προβλεπόταν στο άρθρο 364 παρ. 1 εδ. α΄ Κ.Π.Δ. ως εξής: «Στο ακροατήριο διαβάζονται οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων που συντάχθηκαν σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους.»
Το ανωτέρω αποτελούσε θεμελιώδες υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου και σε περίπτωση που το δικαστήριο ηρνείτο να αναγνώσει το έγγραφο που προσκομιζόταν από τον κατηγορούμενο ή παρέλειπε να αποφανθεί επί του αιτήματος ανάγνωσης, ιδρυόταν λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακροάσεως, κατ’ άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β σε συνδυασμό με το άρθρο 170 παρ. 2 Κ.Π.Δ.

2. Το θεμελιώδες αυτό δικαίωμα του κατηγορουμένου περιορίστηκε σημαντικά με το άρθρο 9 του ν. 4274/2014, το οποίο αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 364 Κ.Π.Δ. προσθέτοντας δύο επιπλέον εδάφια ως εξής: «Στο ακροατήριο διαβάζονται οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων, που συντάχθηκαν σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους. Η ανάγνωση των εγγράφων αυτών στο ακροατήριο γίνεται μόνο ως προς τα ουσιώδη και σημαντικά, κατά την κρίση του προέδρου, σημεία τους. Κατά της σχετικής διάταξης του προέδρου μπορεί να ασκηθεί αμέσως προσφυγή σε ολόκληρο το Δικαστήριο.»
Με την ανωτέρω νομοθετική ρύθμιση η ανάγνωση των εγγράφων στο ακροατήριο, που αποτελεί κρίσιμο και σημαντικό στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, υποβιβάστηκε σε απλό ζήτημα γενικής διεύθυνσης της διαδικασίας που διευθετείται από τον πρόεδρο του δικαστηρίου κατά τα πρότυπα του άρθρου 333 Κ.Π.Δ. με μόνη «ασφαλιστική δικλείδα» την προσφυγή σε ολόκληρο το Δικαστήριο.
Με την νέα διάταξη σαφώς χειροτέρευσε η θέση του κατηγορουμένου, διότι πλέον κυριαρχικά ο πρόεδρος του δικαστηρίου –όχι το δικαστήριο- καθορίζει το αναγνωστέο υλικό και αποφασίζει ποια έγγραφα και ποια σημεία των εγγράφων αυτών είναι κρίσιμα και σημαντικά για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου, ανεξαρτήτως του τι θεωρεί ο κατηγορούμενος ουσιώδες και σημαντικό για την υπεράσπισή του. Μόνο τα κατά την κυριαρχική κρίση του προέδρου σημαντικά και ουσιώδη σημεία διαβάζονται, ενώ μπορεί να μην επιτραπεί η ανάγνωση κάποιων εγγράφων, αν κατά την κρίση του προέδρου δεν περιέχουν σημαντικά και ουσιώδη στοιχεία, χωρίς καμία περαιτέρω αιτιολογία. Με την ανωτέρω νέα ρύθμιση σαφώς εμποδίζεται ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί επαρκώς τον εαυτό του, αφού δεν επιτρέπεται να αναγνωσθεί όποιο έγγραφο θεωρεί εκείνος ουσιώδες και απαραίτητο για την υπεράσπισή του, όπως αντιθέτως συνέβαινε κατά το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς που η άρνηση του δικαστηρίου να αναγνώσει έγγραφο που ζητούσε ο κατηγορούμενος συνιστούσε λόγο αναίρεσης κατ΄ άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ Κ.Π.Δ. για έλλειψη ακροάσεως.
Κατά της απορριπτικής διάταξης του προέδρου του δικαστηρίου δίδεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να ασκήσει προσφυγή σε ολόκληρο το δικαστήριο. Η πρόβλεψη αυτή σαφώς δεν βελτιώνει την θέση του κατηγορουμένου, διότι αφενός μεν τον υποχρεώνει σε πρόσθετες δικονομικές ενέργειες με αβέβαιο αποτέλεσμα για να διεκδικήσει το κατοχυρωμένο δικαίωμά του, αφετέρου δε δημιουργεί απευκταίες αντιπαραθέσεις. Στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος προσφύγει στο δικαστήριο και αυτό δεν απαντήσει ή αρνηθεί παρά τον νόμο την ανάγνωση κάποιου εγγράφου, τότε ανακύπτει ζήτημα έλλειψης ακρόασης και ιδρύεται λόγος αναίρεσης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ Κ.Π.Δ.) ή ζήτημα απόλυτης ακυρότητας κατά την έννοια των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ΄ και και 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ Κ.Π.Δ.
Περαιτέρω η πρόβλεψη αυτή είναι μάλλον άνευ ουσιαστικής σημασίας αν το δικαστήριο είναι μονομελές, όπου δεν τίθεται ζήτημα προσφυγής στο δικαστήριο, ενώ ο κατηγορούμενος περιορίζεται να υποβάλει αντίρρηση κατά της άρνησης του δικαστή και να καταχωρηθεί αυτή στα πρακτικά, οπότε και μόνο μπορεί να προβληθεί απόλυτη ακυρότητα (άρθ. 171 παρ. 1 περ. δ΄ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ Κ.Π.Δ.)

3. Σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 4274/2014, «σε δίκες ιδίως με μεγάλο όγκο αναγνωστέων εγγράφων με την – κατόπιν αίτησης των διαδίκων – εξαντλητική ανάγνωσή τους και μάλιστα στο σύνολό τους, όπου εμπεριέχονται και πολλά σημεία ή περικοπές αυτών αδιάφορες για το αποδεικτέο ζήτημα της εκάστοτε ποινικής υπόθεσης, προκαλούνται συστημικές καθυστερήσεις και μεγάλη αλλά και άσκοπη χρονοτριβή στην πρόοδο της ποινικής διαδικασίας. Με την προτεινομένη διάταξη ο πρόεδρος του δικαστηρίου θα επιλέγει προς ανάγνωση μόνον τα ουσιώδη και κρίσιμα μέρη των αναγνωστέων εγγράφων, δηλαδή εκείνα μόνον τα οποία σχετίζονται με το εκάστοτε διερευνώμενο ζήτημα στο ακροατήριο του ποινικού δικαστηρίου. Παρέχεται παράλληλα και το δικαίωμα στον εισαγγελέα και στους διαδίκους να προτείνουν στον πρόεδρο του δικαστηρίου, ο οποίος και θα κρίνει σχετικά, την ανάγνωση και άλλων τυχόν προσθέτων κρισίμων κατ’ αυτούς περικοπών των αναγνωστέων εγγράφων, πέραν αυτών που αρχικά επέλεξε ο ίδιος προς ανάγνωση. Με τον τρόπο αυτόν αποφεύγονται δραστικά μεγάλες καθυστερήσεις της δίκης ιδίως όταν παρελκυστικά οι διάδικοι ζητούν ολόκληρη την ανάγνωση μεγάλου όγκου εγγράφων και ως προς τα μέρη τους που είναι αδιάφορα για την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο
Μόνιμη επωδός για τους περιορισμούς στα δικαιώματα του κατηγορουμένου αποτελεί η ταχεία διεξαγωγή της δίκης.

4. Ο κατά τα ανωτέρω περιορισμός του δικαιώματος του κατηγορουμένου να ζητήσει να αναγνωσθούν προς υπεράσπισή του όποια έγγραφα θέλει σε όλη τους την έκταση ή στα χωρία που εκείνος θέλει χωρίς περιορισμούς, αποτελεί κατ’ ουσίαν παραβίαση του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ήτοι του δικαιώματος ακροάσεως, καθώς και παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ που ορίζει ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να δικασθεί η υπόθεσή του δίκαια και να υπερασπιστεί ο ίδιος τον εαυτό του.
Ο περιορισμός του δικαιώματος του κατηγορουμένου να αναγιγνώσκονται τα έγγραφα που εκείνος ζητάει και στην έκταση που ζητάει επιφέρει αλυσιδωτούς περιορισμούς και σε άλλα δικαιώματά του, όπως για παράδειγμα στο δικαίωμά του να κάνει παρατηρήσεις στα έγγραφα που εξετάστηκαν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 358 Κ.Π.Δ., αφού ο κατηγορούμενος περιορίζεται να σχολιάσει μόνο τα σημεία που κρίθηκαν σημαντικά και ουσιώδη από το δικαστήριο και όχι τα σημεία του ιδίου εγγράφου που εκείνος πιστεύει ότι συμβάλλουν στην υπεράσπισή του.
Με τον τρόπο αυτό παραβιάζεται περαιτέρω η αρχή της προφορικότητας (άρθρο 331 Κ.Π.Δ.) κατά το μέτρο που περιορίζεται ο προφορικός σχολιασμός των αναγνωστέων εγγράφων μόνο στα σημεία που κρίθηκαν χρήσιμα και σημαντικά κατά την κυριαρχική κρίση του προέδρου του δικαστηρίου.

3. Αντί επιλόγου

Η προβληματική των αντίρροπων δικονομικών τάσεων στην ποινική δίκη μετά τις πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις έχει γίνει ιδιαιτέρως έντονη, διότι αφενός μεν οι ρυθμίσεις αυτές απεδείχθησαν αναποτελεσματικές, αφού η επιδιωκόμενη επιτάχυνση της διαδικασίας δεν έχει επιτευχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό, αφετέρου δε οι ρυθμίσεις αυτές είναι δικαιοκρατικά ελλειμματικές εξαιτίας της αποστέρησης θεμελιωδών υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου (ιδίως ακρόασης, δίκαιης δίκης) και της παραβίασης του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι εμπόδιο στην ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί η ενάσκηση των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, γι’ αυτό επιβάλλεται να διορθωθούν οι νομοθετικές αστοχίες και να αποκατασταθούν τα δικαιώματα του κατηγορουμένου. Η ποινική δίκη δεν πρέπει να είναι μόνο ταχεία, αλλά προεχόντως δίκαιη.




[1] Όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα με το Ν. 4337.2015 (άρθρα 66επ.)
[2] Χωρίς να τροποποιηθεί το λεκτικό του με το άρθρο 33 του ν. 4356/2015 που επέφερε άλλες αλλαγές στο άρθρο 340 παρ. 1 Κ.Π.Δ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου