ΜΠρ(Τμ.Εφέσεων)Αθ 7781/2026
Οι προσκομιζόμενες εκτυπώσεις αναρτήσεων στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης “facebook” δεν παραβιάζουν τα προσωπικά δεδομένα και δεν συνιστούν απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα, καθόσον από την επισκόπηση των εκτυπώσεων αυτών προκύπτει ότι πρόκειται για δημόσιες αναρτήσεις στη «σελίδα» της αιτούσας στο “facebook”, καθώς και για δημόσιες αναρτήσεις αναφορικά με την επιχείρηση της αδερφής της στο ίδιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης, ελεύθερα προσβάσιμες σε όλους, αφού μάλιστα σκοπό είχαν τη διαφήμιση της επαγγελματικής ενασχόλησης της αδερφής της εκκαλούσας, με την οποία διατηρούσε η τελευταία ομόρρυθμη εταιρεία έως το έτος 2012. Εξάλλου, και αληθής υποτιθέμενος να ήταν ο ισχυρισμός ότι οι αναρτήσεις αυτές ήταν ιδιωτικές, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ακόμη κι αν είχαν κτηθεί παρανόμως, θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη με βάση την αρχή της αναλογικότητας κατά τη στάθμιση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων (ΟλΑΠ 1/2017).
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΦΕΣΕΩΝ
Αριθμός Απόφασης 7781/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή,
Αδαμαντία Παχουμίου, Πρωτοδίκη, η οποία ορίστηκε από τον Πρόεδρο του
Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα
Σταυρούλα Βόρτσου.
(…) Η εκκαλούσα είχε ασκήσει
ενώπιον του Ειρηνοδικείου ……………. την από ……….. και με αριθμό κατάθεσης
δικογράφου ………. αίτηση περί υπαγωγής της στον νόμο 3869/2010 με σκοπό τη
ρύθμιση των οφειλών της και την προστασία της κύριας κατοικίας της, καθώς και
των λοιπών περιουσιακών της στοιχείων και ζητούσε να γίνει αυτή δεκτή. Επί της
ως άνω αίτησής της, εκδόθηκε κατά τις διατάξεις της εκουσίας δικαιοδοσίας,
η με αριθμό …………… απόφαση του Ειρηνοδικείου ……………, διά της οποίας απορρίφθηκε η
υπό κρίση αίτησή της ως ουσία αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται
τώρα η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα με την από ……………… έφεσή της, που κατατέθηκε στη
Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου …………….) με αριθμό
γενικής και ειδικής έκθεσης κατάθεσης ……………………, καθώς και ενώπιον του
Δικαστηρίου τούτου προς προσδιορισμό, λαμβάνοντας αριθμό γενικής και ειδικής
έκθεσης κατάθεσης ………………………., η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη
δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο
(……………..).
Ο εκκαλών είχε ασκήσει ενώπιον
του Ειρηνοδικείου …………… την από ……………. και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………
αίτηση του περί υπαγωγής του στον νόμο 3869/2010 με σκοπό τη ρύθμιση των
οφειλών του και την προστασία της κύριας κατοικίας του και των λοιπών περιουσιακών
του στοιχείων και ζητούσε να γίνει αυτή δεκτή. Επί της ως άνω αίτησής του,
εκδόθηκε κατά τις διατάξεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, η με αριθμό
…………. απόφαση του Ειρηνοδικείου …………., διά της οποίας απορρίφθηκε η υπό κρίση
αίτησή του ως ουσία αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα ο αιτών
και ήδη εκκαλών με την από …………… έφεσή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του
Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου …………….) με αριθμό γενικής και ειδικής
έκθεσης κατάθεσης ……………….., καθώς και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προς
προσδιορισμό, λαμβάνοντας αριθμό γενικής και ειδικής έκθεσης κατάθεσης ……………….,
η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή
της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο (………….).
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
(…) V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, «Ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής από δόλο ή βαριά αμέλεια, την οποία μπορεί να επικαλεσθεί με αίτηση του οποιοσδήποτε πιστωτής, εφόσον δεν έχει παρέλθει ένα έτος από τότε που την πληροφορήθηκε, συνεπάγεται, με την επιφύλαξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί…». Μολονότι ο νόμος κάνει, λόγο για «αίτηση του πιστωτή», είναι δεδομένο ότι, αν βρίσκεται σε εκκρεμότητα η αίτηση του άρθρου 4 του εν λόγω νόμου, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προβληθεί κατ’ ένστασιν μέχρι την περάτωση της συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά το άρθρο 745 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 273/2023, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 169/2022, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 120/2021, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 438/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1397/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1384/2018, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 636/2017, ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, παραβίαση του καθήκοντος ειλικρίνειας υπάρχει, αν ο οφειλέτης, από δόλο ή βαριά αμέλεια, αποκρύπτει εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχονται ή περιουσιακά στοιχεία κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εμφανίζεται μειωμένων οικονομικών δυνατοτήτων και έτσι να επιτύχει παράνομα μειωμένη ικανοποίηση των πιστωτών του, εκτός βέβαια αν η παράλειψη αυτή είναι εντελώς ασήμαντη και επουσιώδης. Ως δόλος νοείται η εκ μέρους του δράστη πρόβλεψη και αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος ορισμένης συμπεριφοράς, την οποία αυτός επιχειρεί, αν και γνωρίζει τα περιστατικά, που την καθιστούν παράνομη. Στην συγκεκριμένη περίπτωση με δόλο ενεργεί ο οφειλέτης, όταν, εν γνώσει του, υποβάλει ψευδή δήλωση, που δεν ανταποκρίνεται δηλαδή στην αλήθεια, χωρίς να χρειάζεται κάποιο πρόσθετο στοιχείο, ενώ ως βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια, όταν η απόκλιση από το μέτρο συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη. Η κρίση για τον χαρακτήρα της αμέλειας ως βαριάς είναι θέμα αξιολογήσεως των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο. Για να επέλθουν εις βάρος του οφειλέτη οι οριζόμενες στον νόμο πιο πάνω δυσμενείς κυρώσεις, δεν απαιτείται με την συμπεριφορά αυτή του οφειλέτη να έχει μειωθεί (βλαβεί) η ικανοποίηση των πιστωτών. Αρκεί ότι οι εσφαλμένες ή ατελείς δηλώσεις του οφειλέτη είναι πρόσφορες να μειώσουν (ζημιώσουν) την ικανοποίηση των πιστωτών. Όταν, όμως, οι παραβάσεις του οφειλέτη είναι εντελώς επουσιώδεις, δεν δικαιολογείται η προβλεπόμενη στο νόμο παραπάνω αντιμετώπιση. Επίσης, δεν χρειάζεται να αναφέρονται στην αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου τα ποσά, που είχαν εισπραχθεί κατά το παρελθόν στον βαθμό που αυτά, κατά την υποβολή της αιτήσεως, έχουν πλέον αναλωθεί προς κάλυψη αναγκών του οφειλέτη ή για εξόφληση οφειλών του, αφού έχουν παύσει να αποτελούν περιουσία του. Ο οφειλέτης πάντως πρέπει να αναφέρει και τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία, κατά την δική του υποκειμενική εκτίμηση, μπορεί να είναι και χωρίς αξία ή και χωρίς πιθανότητα ρευστοποιήσεως ή εισπράξεως, καθώς ο μόνος αρμόδιος να ενημερωθεί γι’ αυτά και να τα αξιολογήσει, είναι ο δικαστής. Τέλος, ο οφειλέτης μπορεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 745 ΚΠολΔ, να προβάλει πραγματικούς ισχυρισμούς έως την περάτωση της τελευταίας συζήτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης, αν πριν την έναρξη της διαδικασίας συμπληρώσει την αίτησή του, όσον αφορά την κατάσταση της περιουσίας του (ΑΠ 1580/2017, ΝΟΜΟΣ) . Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται και ρυθμίζονται από τον νόμο αυτόν, αποβλέπουν στο να διευκολύνουν τον έντιμο και καλόπιστο οφειλέτη, ο οποίος περιήλθε, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία εκπληρώσεως των οφειλών του. Σε κάθε πάντως περίπτωση, ένας ανειλικρινής σε κρίσιμα ζητήματα οφειλέτης (περιουσιακή κατάσταση - εισοδήματα) δεν κρίνεται άξιος να τύχει της ευνοϊκής μεταχειρίσεως του νόμου (ΑΠ 273/2023, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 169/2022, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 120/2021, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1397/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1206/2018, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 636/2017, ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσεως ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρο 744 ΚΠολΔ) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι, που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 759 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων, που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 του Κ.Πολ.Δικ., αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής αποδείξεως (ΑΠ 169/2022, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 508/2020, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 257/2020, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1398/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 986/2018, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 769/2015, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 236/2015, ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, η εξουσία, που παρέχει στο δικαστήριο, η καθιέρωση του ανακριτικού συστήματος στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν αφικνείται μέχρι του σημείου να μπορεί το δικαστήριο να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη αυτοτελείς ισχυρισμούς, για τους οποίους ο ίδιος ο νόμος ορίζει ότι για να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο πρέπει να προταθούν από το διάδικο. Ειδικότερα, το δικαστήριο, στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, παρά την εφαρμογή ανακριτικού συστήματος, δεν δύναται να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως αυτοτελή ισχυρισμό, όταν ο νόμος καθιερώνει τη λήψη υπόψη αυτού μόνο κατόπιν προτάσεώς του από το διάδικο, τέτοια δε νομοθετική πρόβλεψη υπάρχει τόσο στην περίπτωση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, προς το συμφέρον του οποίου τάσσεται η νομοθετική αυτή ρύθμιση και επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει το σχετικό ισχυρισμό κατ’ ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτού, όσο και στην ανωτέρω περίπτωση του άρθρου 10 παρ. 1 εδ. α΄ και β΄ του ίδιου νόμου 3869/2010, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, την παράβαση δε της εν λόγω υποχρεώσεως από δόλο ή βαριά αμέλεια, όπως ρητά ορίζεται με τη νομοθετική αυτή ρύθμιση, τη λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο μετά από «αίτηση του πιστωτή» ή, όπως προεκτέθηκε, και κατ’ ένσταση και όχι αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 277/2018, ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, παρά την εφαρμογή του ανακριτικού συστήματος στην ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, δεν είναι επιτρεπτή η αυτεπάγγελτη από το δικαστήριο λήψη υπόψη της υποβολής ανειλικρινούς δηλώσεως από τον οφειλέτη, αφού αυτή, σύμφωνα με τη σχετική ανωτέρω ρητή νομοθετική ρύθμιση, πρέπει, για να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, να την επικαλεστεί με αίτησή του (ή κατ’ ένσταση), οποιοσδήποτε πιστωτής που μετέχει στη διαδικασία (ΑΠ 169/2022, ΝΟΜΟΣ).

