Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

ΜΠρ (Τμ.Εφέσεων) Αθ 7781/2026 : Οι προσκομιζόμενες εκτυπώσεις αναρτήσεων στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης “facebook” δεν παραβιάζουν τα προσωπικά δεδομένα και δεν συνιστούν απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα, καθόσον από την επισκόπηση των εκτυπώσεων αυτών προκύπτει ότι πρόκειται για δημόσιες αναρτήσεις στη «σελίδα» της αιτούσας στο “facebook”, καθώς και για δημόσιες αναρτήσεις αναφορικά με την επιχείρηση της αδερφής της στο ίδιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης, ελεύθερα προσβάσιμες σε όλους, αφού μάλιστα σκοπό είχαν τη διαφήμιση της επαγγελματικής ενασχόλησης της αδερφής της εκκαλούσας

 




ΜΠρ(Τμ.Εφέσεων)Αθ 7781/2026

Οι προσκομιζόμενες εκτυπώσεις αναρτήσεων στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης “facebook” δεν παραβιάζουν τα προσωπικά δεδομένα και δεν συνιστούν απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα, καθόσον από την επισκόπηση των εκτυπώσεων αυτών προκύπτει ότι πρόκειται για δημόσιες αναρτήσεις στη «σελίδα» της αιτούσας στο “facebook”, καθώς και για δημόσιες αναρτήσεις αναφορικά με την επιχείρηση της αδερφής της στο ίδιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης, ελεύθερα προσβάσιμες σε όλους, αφού μάλιστα σκοπό είχαν τη διαφήμιση της επαγγελματικής ενασχόλησης της αδερφής της εκκαλούσας, με την οποία διατηρούσε η τελευταία ομόρρυθμη εταιρεία έως το έτος 2012. Εξάλλου, και αληθής υποτιθέμενος να ήταν ο ισχυρισμός ότι οι αναρτήσεις αυτές ήταν ιδιωτικές, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ακόμη κι αν είχαν κτηθεί παρανόμως, θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη με βάση την αρχή της αναλογικότητας κατά τη στάθμιση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων (ΟλΑΠ 1/2017).

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΦΕΣΕΩΝ

Αριθμός Απόφασης 7781/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή, Αδαμαντία Παχουμίου, Πρωτοδίκη, η οποία ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Σταυρούλα Βόρτσου.

(…) Η εκκαλούσα είχε ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου ……………. την από ……….. και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………. αίτηση περί υπαγωγής της στον νόμο 3869/2010 με σκοπό τη ρύθμιση των οφειλών της και την προστασία της κύριας κατοικίας της, καθώς και των λοιπών περιουσιακών της στοιχείων και ζητούσε να γίνει αυτή δεκτή. Επί της ως άνω αίτησής της, εκδόθηκε κατά τις διατάξεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, η με αριθμό …………… απόφαση του Ειρηνοδικείου ……………, διά της οποίας απορρίφθηκε η υπό κρίση αίτησή της ως ουσία αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα με την από ……………… έφεσή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου …………….) με αριθμό γενικής και ειδικής έκθεσης κατάθεσης ……………………, καθώς και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προς προσδιορισμό, λαμβάνοντας αριθμό γενικής και ειδικής έκθεσης κατάθεσης ………………………., η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο (……………..).

Ο εκκαλών είχε ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου …………… την από ……………. και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………… αίτηση του περί υπαγωγής του στον νόμο 3869/2010 με σκοπό τη ρύθμιση των οφειλών του και την προστασία της κύριας κατοικίας του και των λοιπών περιουσιακών του στοιχείων και ζητούσε να γίνει αυτή δεκτή. Επί της ως άνω αίτησής του, εκδόθηκε κατά τις διατάξεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, η με αριθμό …………. απόφαση του Ειρηνοδικείου …………., διά της οποίας απορρίφθηκε η υπό κρίση αίτησή του ως ουσία αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα ο αιτών και ήδη εκκαλών με την από …………… έφεσή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου …………….) με αριθμό γενικής και ειδικής έκθεσης κατάθεσης ……………….., καθώς και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προς προσδιορισμό, λαμβάνοντας αριθμό γενικής και ειδικής έκθεσης κατάθεσης ………………., η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο (………….).

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

(…) V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, «Ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής από δόλο ή βαριά αμέλεια, την οποία μπορεί να επικαλεσθεί με αίτηση του οποιοσδήποτε πιστωτής, εφόσον δεν έχει παρέλθει ένα έτος από τότε που την πληροφορήθηκε, συνεπάγεται, με την επιφύλαξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί…». Μολονότι ο νόμος κάνει, λόγο για «αίτηση του πιστωτή», είναι δεδομένο ότι, αν βρίσκεται σε εκκρεμότητα η αίτηση του άρθρου 4 του εν λόγω νόμου, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προβληθεί κατ’ ένστασιν μέχρι την περάτωση της συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά το άρθρο 745 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 273/2023, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 169/2022, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 120/2021, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 438/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1397/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1384/2018, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 636/2017, ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, παραβίαση του καθήκοντος ειλικρίνειας υπάρχει, αν ο οφειλέτης, από δόλο ή βαριά αμέλεια, αποκρύπτει εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχονται ή περιουσιακά στοιχεία κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εμφανίζεται μειωμένων οικονομικών δυνατοτήτων και έτσι να επιτύχει παράνομα μειωμένη ικανοποίηση των πιστωτών του, εκτός βέβαια αν η παράλειψη αυτή είναι εντελώς ασήμαντη και επουσιώδης. Ως δόλος νοείται η εκ μέρους του δράστη πρόβλεψη και αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος ορισμένης συμπεριφοράς, την οποία αυτός επιχειρεί, αν και γνωρίζει τα περιστατικά, που την καθιστούν παράνομη. Στην συγκεκριμένη περίπτωση με δόλο ενεργεί ο οφειλέτης, όταν, εν γνώσει του, υποβάλει ψευδή δήλωση, που δεν ανταποκρίνεται δηλαδή στην αλήθεια, χωρίς να χρειάζεται κάποιο πρόσθετο στοιχείο, ενώ ως βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια, όταν η απόκλιση από το μέτρο συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη. Η κρίση για τον χαρακτήρα της αμέλειας ως βαριάς είναι θέμα αξιολογήσεως των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο. Για να επέλθουν εις βάρος του οφειλέτη οι οριζόμενες στον νόμο πιο πάνω δυσμενείς κυρώσεις, δεν απαιτείται με την συμπεριφορά αυτή του οφειλέτη να έχει μειωθεί (βλαβεί) η ικανοποίηση των πιστωτών. Αρκεί ότι οι εσφαλμένες ή ατελείς δηλώσεις του οφειλέτη είναι πρόσφορες να μειώσουν (ζημιώσουν) την ικανοποίηση των πιστωτών. Όταν, όμως, οι παραβάσεις του οφειλέτη είναι εντελώς επουσιώδεις, δεν δικαιολογείται η προβλεπόμενη στο νόμο παραπάνω αντιμετώπιση. Επίσης, δεν χρειάζεται να αναφέρονται στην αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου τα ποσά, που είχαν εισπραχθεί κατά το παρελθόν στον βαθμό που αυτά, κατά την υποβολή της αιτήσεως, έχουν πλέον αναλωθεί προς κάλυψη αναγκών του οφειλέτη ή για εξόφληση οφειλών του, αφού έχουν παύσει να αποτελούν περιουσία του. Ο οφειλέτης πάντως πρέπει να αναφέρει και τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία, κατά την δική του υποκειμενική εκτίμηση, μπορεί να είναι και χωρίς αξία ή και χωρίς πιθανότητα ρευστοποιήσεως ή εισπράξεως, καθώς ο μόνος αρμόδιος να ενημερωθεί γι’ αυτά και να τα αξιολογήσει, είναι ο δικαστής. Τέλος, ο οφειλέτης μπορεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 745 ΚΠολΔ, να προβάλει πραγματικούς ισχυρισμούς έως την περάτωση της τελευταίας συζήτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης, αν πριν την έναρξη της διαδικασίας συμπληρώσει την αίτησή του, όσον αφορά την κατάσταση της περιουσίας του (ΑΠ 1580/2017, ΝΟΜΟΣ) . Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται και ρυθμίζονται από τον νόμο αυτόν, αποβλέπουν στο να διευκολύνουν τον έντιμο και καλόπιστο οφειλέτη, ο οποίος περιήλθε, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία εκπληρώσεως των οφειλών του. Σε κάθε πάντως περίπτωση, ένας ανειλικρινής σε κρίσιμα ζητήματα οφειλέτης (περιουσιακή κατάσταση - εισοδήματα) δεν κρίνεται άξιος να τύχει της ευνοϊκής μεταχειρίσεως του νόμου (ΑΠ 273/2023, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 169/2022, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 120/2021, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1397/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1206/2018, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 636/2017, ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσεως ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρο 744 ΚΠολΔ) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι, που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 759 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων, που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 του Κ.Πολ.Δικ., αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής αποδείξεως (ΑΠ 169/2022, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 508/2020, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 257/2020, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1398/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 986/2018, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 769/2015, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 236/2015, ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, η εξουσία, που παρέχει στο δικαστήριο, η καθιέρωση του ανακριτικού συστήματος στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν αφικνείται μέχρι του σημείου να μπορεί το δικαστήριο να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη αυτοτελείς ισχυρισμούς, για τους οποίους ο ίδιος ο νόμος ορίζει ότι για να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο πρέπει να προταθούν από το διάδικο. Ειδικότερα, το δικαστήριο, στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, παρά την εφαρμογή ανακριτικού συστήματος, δεν δύναται να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως αυτοτελή ισχυρισμό, όταν ο νόμος καθιερώνει τη λήψη υπόψη αυτού μόνο κατόπιν προτάσεώς του από το διάδικο, τέτοια δε νομοθετική πρόβλεψη υπάρχει τόσο στην περίπτωση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, προς το συμφέρον του οποίου τάσσεται η νομοθετική αυτή ρύθμιση και επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει το σχετικό ισχυρισμό κατ’ ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτού, όσο και στην ανωτέρω περίπτωση του άρθρου 10 παρ. 1 εδ. α΄ και β΄ του ίδιου νόμου 3869/2010, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, την παράβαση δε της εν λόγω υποχρεώσεως από δόλο ή βαριά αμέλεια, όπως ρητά ορίζεται με τη νομοθετική αυτή ρύθμιση, τη λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο μετά από «αίτηση του πιστωτή» ή, όπως προεκτέθηκε, και κατ’ ένσταση και όχι αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 277/2018, ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, παρά την εφαρμογή του ανακριτικού συστήματος στην ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, δεν είναι επιτρεπτή η αυτεπάγγελτη από το δικαστήριο λήψη υπόψη της υποβολής ανειλικρινούς δηλώσεως από τον οφειλέτη, αφού αυτή, σύμφωνα με τη σχετική ανωτέρω ρητή νομοθετική ρύθμιση, πρέπει, για να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, να την επικαλεστεί με αίτησή του (ή κατ’ ένσταση), οποιοσδήποτε πιστωτής που μετέχει στη διαδικασία (ΑΠ 169/2022, ΝΟΜΟΣ).

 

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

ΜΠρ(Ασφ. Μ.) Αθ 2937/2026 : "Απαγόρευση επαγγελματικής χρήσης διαμερίσματος με το καθεστώς των βραχυχρόνιων μισθώσεων (ενοικίαση μέσω airbnb, booking κ.λπ.)"

 


ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ

Αριθμός Απόφασης 2937/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Παναγιώτα Πετροπούλου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, η οποία ορίστηκε κατόπιν κλήρωσης.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2026, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 4 και 13 του ν. 3741/1929 και 1002, 1117 ΑΚ προκύπτει ότι υπό τους όρους των άρθρων 4 και 13 του πιο πάνω νόμου όλοι οι συνιδιοκτήτες οικοδομής, που υπάγεται στις διατάξεις της κατ' ορόφους ιδιοκτησίας, μπορούν να ρυθμίσουν με συμφωνίες τους τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους τόσο στα κοινά μέρη που θα καθορίσουν, όσο και στις διαιρεμένες ιδιοκτησίες, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του νόμου αυτού που αποτελούν ενδοτικό δίκαιο και ισχύουν μόνο ελλείψει αντίθετων συμβατικών ρυθμίσεων, θεσπίζοντας έτσι υποχρεώσεις και δικαιώματα ή ορισμένη χρήση των πραγμάτων που δεσμεύει τους διαδόχους τους και ισχύουν ανεξάρτητα από τυχόν προηγούμενη παράβαση του κανονισμού από κάποιο των συνιδιοκτητών ή μείωσης της ασφάλειας της οικοδομής. Η εγκυρότητα των συμφωνιών αυτών δεν θίγεται από τις εκάστοτε ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις (περί αυθαίρετων κατασκευών ή νομιμοποίησης αυτών), εκτός αν προβλέπουν ρητώς την απαγόρευση των συμφωνιών αυτών. Οι πιο πάνω περιορισμοί φέρουν χαρακτήρα πραγματικής δουλείας, δεσμεύοντες εκείνους που τους συμφώνησαν και αντιτάσσονται κατά τρίτων. Συνεπώς, με τον κανονισμό, που έχει ισχύ νόμου, ως προς τις σχέσεις μεταξύ συνιδιοκτητών, εγκύρως καθιερώνονται περιορισμοί και απαγορεύσεις στη χρήση των παραπάνω πραγμάτων και πέραν των αναφερομένων στο άρθρο 3 του ν. 3741/1929 και στις περί γειτονίας διατάξεις των άρθρων 1003, 1004 ΑΚ. Αν, κατά συνεπεία, με κάποιον όρο απαγορεύεται στους συνιδιοκτήτες η διενέργεια μεταβολών σε κάθε περίπτωση ή ορισμένη χρήση των πραγμάτων αυτών, η απαγόρευση αυτή, που έχει χαρακτήρα αρνητικής δουλείας, σύμφωνα με τα άρθρα 13 παρ. 3 του ν. 3741/1929 και 1117 Α.Κ. ισχύει και όταν από την απαγορευμένη πράξη δεν παραβλάπτεται η χρήση ούτε θίγονται τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών. Ειδικότερα, το περιεχόμενο του κανονισμού, το σχετικό με τη συμφωνημένη ή απαγορευμένη χρήση (που αποτελεί το περιεχόμενο της δουλείας) μπορεί να είναι α) η απαγόρευση ορισμένης χρήσης ρητά, β) ο ορισμός ότι οι οριζόντιες ιδιοκτησίες Θα χρησιμοποιούνται για ορισμένη χρήση (λ.χ. για κατοικία) και γ) η απαγόρευση γενικά οποιοσδήποτε χρήσης, η οποία συνεπάγεται τη δημιουργία υπερβολικών θορύβων, ρύπανσης, δυσοσμίας κ.λπ.. Η συμφωνία αυτή, όπως προαναφέρθηκε, δεσμεύει τους συμβαλλομένους και τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους τους, αφού στις μεταξύ των συνιδιοκτητών σχέσεις ο κανονισμός επέχει ισχύ νόμου. Όροι του κανονισμού με τους οποίους επιτρέπεται ορισμένη χρήση των διηρημένων ιδιοκτησιών, υποχρεώνουν τους συνιδιοκτήτες να απέχουν από οποιαδήποτε ενέργεια που είναι αντίθετη με τον κανονισμό, εάν δε συμβαίνει κάτι τέτοιο, η εν λόγω ενέργεια συνιστά παρανομία με άμεση υποχρέωση να παύσει να συνεχίζεται στο μέλλον, η δε άρνηση συμμόρφωσης συνεπάγεται τη λήψη περιοριστικών μέτρων. Η ανωτέρω υποχρέωση βαρύνει όχι μόνον προσωπικώς τον παρανόμως ενεργήσαντα κύριο της διηρημένης ιδιοκτησίας, αλλά και τα πρόσωπα που ανήκουν στον επαγγελματικό του κύκλο, στα τελευταία δε περιλαμβάνονται και εκείνα που έχουν εξουσία χρήσης από γενόμενη παραχώρηση, συνεπεία μίσθωσης ή άλλης έννομης σχέσης, έχουν δε τον χαρακτήρα δουλειών και δεσμεύουν όλους τους συνιδιοκτήτες, με συνέπεια ο παραχωρήσας κύριος τη χρήση ακινήτου του για σκοπό αντιτιθέμενο προς τον κανονισμό να οφείλει να άρει την προσβολή, ενεργώντας αυτοπροσώπως και παρότι η μίσθωση είναι έγκυρη (ΕφΔωδ 231/2023 Νόμος).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση, η αιτούσα, παριστάμενη υπό διττή ιδιότητα, αφενός ως διαχειρίστρια και εκπρόσωπος των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας επί της οδού . και αφετέρου ατομικά ως ιδιοκτήτρια αυτοτελούς ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας αυτής …, εκθέτει ότι δυνάμει των αναφερομένων στο δικόγραφο της αίτησης συμβολαίων, που μεταγράφηκαν νόμιμα, τόσο η ίδια όσο και η καθ' ης η αίτηση εταιρεία που δραστηριοποιείται στην εκμίσθωση και διαχείριση ακινήτων, κατέστησαν κυρίες των αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών που περιγράφονται αναλυτικά στην αίτηση και βρίσκονται σε πολυκατοικία επί της οδού . . Ότι η ανωτέρω οικοδομή διέπεται από την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας (ν. 3741/1929), που έχει μεταγράφει νόμιμα, με βάση την οποία καθορίστηκαν οι κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι χώροι, οι χώροι αποκλειστικής χρήσης εκάστου συνιδιοκτήτη, καθώς και οι περιορισμοί κατά τη χρήση των κοινόχρηστων μερών και των διηρημένων αυτοτελών ιδιοκτησιών και η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του τίτλου ιδιοκτησίας του καθενός από τους συνιδιοκτήτες. Ότι η καθ' ης η αίτηση, κατά παράβαση του κανονισμού, προέβη, κατά το θέρος του 2025 σε καταχώρηση του ακινήτου της σε ιστοσελίδα του διαδικτύου κι έκτοτε το εκμεταλλεύεται ως τουριστικό κατάλυμα με το σύστημα της βραχυχρόνιας μίσθωσης (Airbnb). Ότι οι πελάτες της σε καθημερινή βάση οχλαγωγούν τόσο κατά την παραμονή τους στο διαμέρισμα όπου διαμένουν όσο και στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, ακόμη και κατά τις ώρες κοινής ησυχίας, ενώ προβαίνουν και σε λοιπές ενέργειες που σχετίζονται με την υπερεντατική χρήση των κοινόχρηστων χώρων και την ασυνήθη φθορά τους, ενώ παράλληλα εγείρονται και ζητήματα παραβίασης της ασφάλειας της οικοδομής με την άκριτη είσοδο τρίτων προσώπων, διαταράσσοντας την ομαλή διαμονή των ενοίκων στις ιδιόκτητες κατοικίες τους. Με βάση τα ανωτέρω ζητεί να υποχρεωθεί η καθ' ης α) να αφαιρέσει την διαφημιστική ανάρτηση του διαμερίσματος από όλες τις διαδικτυακές πλατφόρμες διαμοιρασμού ή αναζήτησης τουριστικών καταλυμάτων, άλλως να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση του νομίμου εκπροσώπου της, β) να αφαιρέσει το κουτί εξωτερικά της πολυκατοικίας που χρησιμοποιεί για την τοποθέτηση των κλειδιών της κοινόχρηστης εισόδου, διαφορετικά να επιτραπεί στην ένωση των συνιδιοκτητών να το απομακρύνουν, καταδικαζομένης της καθ' ης να καταβάλει το σχετικό κόστος εργασίας, αποτιμώμενο στο ποσό των 100,00 ευρώ, γ) να παραλείπει στο μέλλον i. την εκμίσθωση του διαμερίσματος, τόσο η ίδια όσο και οιοσδήποτε έλκων εξ αυτής δικαιώματα, υπό καθεστώς βραχυχρόνιας μίσθωσης, ii. να αναρτά το διαμέρισμα σε οποιαδήποτε πλατφόρμα προσφοράς ακινήτων για το σκοπό αυτό, iii. να εγκαθιστά στην είσοδο της οικοδομής οποιαδήποτε κατασκευή που θα επιτρέπει την είσοδο τρίτων στο διαμέρισμα και iv. οποιαδήποτε άλλη χρήση του διαμερίσματος πλην της κατοικίας με την απειλή, για κάθε παραβίαση των διατάξεων της εκδοθησομένης απόφασης εναντίον της και υπέρ της ένωσης των συνιδιοκτητών, χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης. Τέλος να καταδικαστεί η καθ' ης στη δικαστική της δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο, η κρινόμενη αίτηση, παραδεκτά και αρμόδια εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ. Είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας, καθώς και σε αυτές των άρθρων 731 επ, 947 παρ. 1 και 176 ΚΠολΔ, πλην των αιτημάτων α) να υποχρεωθεί η καθ' ης να αφαιρέσει τις διαφημιστικές αναρτήσεις του διαμερίσματος της από όλες τις διαδικτυακές πλατφόρμες και να απέχει από την εκ νέου προβολή του στο μέλλον υπό τον αυτό τρόπο, το οποίο είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αιτούσας, υπό την ιδιότητα με την οποία παρίσταται, καθώς μόνη η διαφημιστική προβολή του διαμερίσματος δεν προκαλεί προσβολή ή βλάβη για τους συνιδιοκτήτες της οικοδομής, επί δε παραδοχής της αίτησης κατά τα λοιπά αιτήματα αυτής μόνη η διατήρηση της διαφημιστικής προβολής στους οικείους ιστοτόπους δεν δύναται να παρακωλύσει την συμμόρφωση της καθ' ης με το διατακτικό της απόφασης, παρά μόνον να διαταράξει το συμβατικό πλαίσιο των σχέσεων αυτής με τους διαχειριστές της πλατφόρμας ή μεμονωμένα με τους τρίτους που θα επιδιώξουν, χωρίς επιτυχία, την διαμονή τους στο διαμέρισμα, απαντώντας την αδυναμία παροχής εκ μέρους της καθ' ης και β) να υποχρεωθεί η καθ' ης να αφαιρέσει την κατασκευή φύλαξης των κλειδιών της εξώθυρας της οικοδομής από τον εξωτερικό τοίχο της οικοδομής και να απέχει από την μελλοντική επανατοποθέτησή του, το οποίο είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του, αφού πρόκειται για ζήτημα διαχείρισης των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής κι εν προκειμένω δεν αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο δεν μπορεί να ληφθεί επί του ζητήματος αυτού σχετική απόφαση από τη Γενική Συνέλευση της πολυκατοικίας. Επομένως, στο βαθμό που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη η υπό κρίση αίτηση πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρας της αιτούσας, … και του μάρτυρα της καθ' ης, …, ακροατήριο, καθώς επίσης και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αιτούσα τυγχάνει διαχειρίστρια και εκπρόσωπος της ένωσης συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας που βρίσκεται … .