Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

ΕφΑθ (Μον.-Τμ.14ο) 961/25 : «Σύμβαση αθλητικού σωματείου με αθλήτρια στα πλαίσια ερασιτεχνικού αθλητισμού – ιδιόμορφη σύμβαση – έλλειψη χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας του αθλητή – συμφωνία για τις οικονομικές παροχές. Περίπτωση τραυματισμού της αθλήτριας – σύναψη τροποποιητικής σύμβασης στο πλαίσιο συμβιβαστικής επίλυσης για την καταβολή αμοιβής στην αθλήτρια και στο διαμεσολαβητή της – αθέτηση των όρων από το σωματείο – ενεργοποίηση της διαλυτικής αίρεσης περιεχόμενης στην τροποποιητική σύμβαση περί πληρωμής της αμοιβής – επάνοδος σε ισχύ της αρχικής σύμβασης. Αβάσιμη η ένσταση των εναγομένων εκ του άρ. 281 ΑΚ. Δεκτή εν μέρει η αγωγή. Δεκτή η έφεση.»

 


Οι ενάγοντες/εφεσίβλητοι εξέθεταν ότι η πρώτη εξ αυτών τυγχάνει επαγγελματίας αθλήτρια, ο δεύτερος τυγχάνει αθλητικός διαμεσολαβητής, δυνάμει δε, έγγραφης σύμβασης με το πρώτο εναγόμενο αθλητικό σωματείο, συμφωνήθηκε η ένταξη της ενάγουσας στο δυναμικό γυναικείας καλαθοσφαίρισης αυτού – Ότι την 29.10.2017, στη διάρκεια αγώνα, η πρώτη ενάγουσα τραυματίσθηκε και υποχρεώθηκε σε αποχή από τις αθλητικές υπηρεσίες της για διάστημα 6-9 μηνών,  κατόπιν δε, αυτού αμφότεροι αξίωσαν την καταβολή της αμοιβής τους, ενώ στο πλαίσιο συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, συμφωνήθηκε η λύση της μεταξύ τους σύμβασης και η καταβολή στην πρώτη ενάγουσα του ποσού των 6.100 ευρώ σε 4 δόσεις και στον δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 680 ευρώ σε μία δόση, ωστόσο το πρώτο εναγόμενο δεν τήρησε τους όρους της τροποποιητικής αυτής συμφωνίας, με αποτέλεσμα να ενεργοποιηθούν οι όροι της αρχικής σύμβασης και οι εναγόμενοι, να οφείλουν στην πρώτη εξ αυτών, αφαιρουμένων των γενόμενων καταβολών, το ποσό των 9.320 ευρώ και στον δεύτερο το ποσό των 1.362 ευρώ, καθώς και το ποσό της συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας, που ανέρχεται σε 11.560 ευρώ. Εφόσον εν προκειμένω, δεν τηρήθηκαν οι όροι της έγγραφης συμφωνίας περί πληρωμής της αμοιβής των εναγόντων στις αναφερόμενες σε αυτή ημεροχρονολογίες, πληρώθηκε η τεθείσα σε αυτή διαλυτική αίρεση από την οποία εξαρτάτο η επέλευση των αποτελεσμάτων της, ώστε επανήλθε σε ισχύ η αρχική από 31.08.2017 έγγραφη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η 31.08.2017 σύμβαση μεταξύ του αθλητικού σωματείου, το οποίο δεν διατηρεί Τμήμα Αμειβόμενων Αθλητών και της πρώτης ενάγουσας – αθλήτριας, συνήφθη στα πλαίσια του ερασιτεχνικού αθλητισμού και δεν έχει το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αλλά πρόκειται για ιδιόμορφη σύμβαση. Με τη σύμβαση αυτή εγκύρως δύναται να συμφωνηθούν, κατ’ άρθρο 361 του Α.Κ., οικονομικές ή άλλες παροχές προς τον αθλητή. Επίσης, αποδείχθηκε ότι η από 06.11.2017 σύμβαση υπογράφηκε στο πλαίσιο συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, η δε προσθήκη της διαλυτικής αίρεσης σε αυτή δεν αντίκειται στο νόμο. Ο ισχυρισμός των εναγομένων περί ανυπαίτιας αδυναμίας παροχής ένεκα του τραυματισμού της πρώτης ενάγουσας κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Πρέπει, απορριπτόμενης της ένστασης των εκκαλούντων, εκ του αρ.281 του ΑΚ, η αγωγή ως προς την κύρια περί ενδοσυμβατικής ευθύνης των εναγομένων βάση της, να γίνει εν μέρει δεκτή και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 13.200 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 1.362 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Δέχεται την έφεση κατά της υπ’αρ.5090/21 απόφασης του ΜονΠρωτΑθ. [Αρ.6 Ν.765/43, Π.Υ.Σ 324/1946, αρ.281,288, 341, 345,346, 361, 404-406, 409, 480, 648, 847 ΑΚ, αρ.29,38 ΕισΝΑΚ]


ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 14°

ΑΡΙΘΜΟΣ 961/2025

 

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Ελευθερία Αθανασίου, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Ερασμία Κανατά.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Σεπτεμβρίου του έτους 2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ - ΚΑΘΏΝ Η ΚΛΗΣΗ: 1) Του Αθλητικού Σωματείου με την επωνυμία «….», που εδρεύει στον …. Αττικής, οδός …., αριθμός 80 και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ …. και 2) …., κατοίκου … Αττικής, οδός …, με ΑΦΜ …. της Δ.Ο.Υ. …. Αττικής, του οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους ΑΛ, Δικηγόρος … (AM …), δυνάμει των από 14.09.2023 δικαστικών πληρεξουσίων του …., υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και νομίμου εκπροσώπου του σωματείου δυνάμει του από 28.01.2022 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού και του δεύτερου εκκαλούντος ατομικά, τα οποία φέρουν θεώρηση του γνησίου της υπογραφής τους, που παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., κατέθεσε προτάσεις και προσκόμισε το με αριθμό …..2023 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ - ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ : 1) …. και 2) …., του οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους ΚΠ, Δικηγόρος … (AM ….) , που παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., κατέθεσε προτάσεις και προσκόμισε το με αριθμό ΠΒ …..2023 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου ….

....


ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

(...) Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι με την κρινόμενη αγωγή εξέθεταν ότι η πρώτη εξ αυτών τυγχάνει επαγγελματίας αθλήτρια καλαθοσφαίρισης και ότι δεύτερος εξ αυτών τυγχάνει αθλητικός διαμεσολαβητής με αριθμό FIBA .... Ότι δυνάμει της από 31.08.2017 έγγραφης σύμβασης με το πρώτο εναγόμενο αθλητικό σωματείο, η οποία συνήφθη με τη διαμεσολάβηση του δεύτερου ενάγοντος, ενεργούντος ως εκπροσώπου της πρώτης εξ αυτών, συμφωνήθηκε η ένταξη της τελευταίας στο δυναμικό γυναικείας καλαθοσφαίρισης αυτού για την αγωνιστική περίοδο 2017-2018, με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται στη σύμβαση. Ότι η διάρκεια παροχής των αθλητικών υπηρεσιών της πρώτης ενάγουσας ορίσθηκε για χρονικό διάστημα επτά (07) μηνών και ότι η αμοιβή της συμφωνήθηκε στο ποσό των δεκατριών χιλιάδων εξακοσίων είκοσι ευρώ (13.620 ευρώ), καταβλητέο σε μηνιαίες δόσεις, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι το ποσό της αμοιβής συμφωνήθηκε εγγυημένο, δηλαδή το εναγόμενο αθλητικό σωματείο ανέλαβε την υποχρέωση καταβολής της αμοιβής και στην περίπτωση που η πρώτη εξ αυτών δεν θα μπορούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες της λόγω ατυχήματος ή ασθένειας και ότι για την περίπτωση καθυστέρησης καταβολής των δόσεων της αμοιβής πέραν των 15 ημερών συμφωνήθηκε ποινική ρήτρα ύψους σαράντα ευρώ (40 ευρώ) για κάθε ημέρα καθυστέρησης. Ότι η αμοιβή του δεύτερου ενάγοντος για τη διαμεσολάβησή του συμφωνήθηκε στο ποσό των χιλίων τριακοσίων εξήντα δύο ευρώ (1.362 ευρώ), καταβλητέα σε δύο ισόποσες δόσεις. Ότι στη σύμβαση συμβλήθηκε και ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος εγγυήθηκε την τήρηση των υποχρεώσεων του σωματείου έναντι τους (εναγόντων) καθώς και την εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση της συμφωνηθείσης αμοιβής έκαστου εξ αυτών. Ότι σε εκτέλεση των όρων της σύμβασης η πρώτη ενάγουσα αφίχθη στην Ελλάδα την 31.08.2017 και κατόπιν της υποβολής της σε πλήρη ιατρικό έλεγχο εντάχθηκε στο γυναικείο τμήμα καλαθοσφαίρισης του πρώτου εναγόμενου. Ότι την 29.10.2017, στη διάρκεια αγώνα καλαθοσφαίρισης, η πρώτη ενάγουσα τραυματίσθηκε και υποχρεώθηκε με εντολή του θεράποντος ιατρού της σε αποχή από τις αθλητικές υπηρεσίες της για χρονικό διάστημα 6-9 μηνών. Ότι κατόπιν τούτου αμφότεροι αξίωσαν την καταβολή της αμοιβής τους, που είχε συμφωνηθεί εγγυημένη και ότι στο πλαίσιο συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς συμφωνήθηκε εγγράφως την 06.11.2017 η λύση της μεταξύ τους σύμβασης, η καταβολή στην πρώτη ενάγουσα του ποσού των 6.100 ευρώ σε τέσσερις δόσεις τις αναφερόμενες στην αγωγή ημεροχρονολογίες και στον δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 680 ευρώ σε μία δόση καθώς και να καλυφθεί από το πρώτο εναγόμενο το κόστος του εισιτηρίου για την επιστροφή της πρώτης εξ αυτών στην Ολλανδία. Ότι στην ανωτέρω τροποιητική συμφωνία ετέθη όρος ότι αυτή τελεί υπό την αίρεση της πλήρους και εμπρόθεσμης τήρησης των όρων της, ήτοι της πλήρους και εμπρόθεσμης εξόφλησης κάθε δόσης των ανωτέρω ποσών και ότι σε αντίθετη περίπτωση οι ενάγοντες δικαιούνταν να αξιώσουν την αμοιβή τους εκ της αρχικής σύμβασης καθώς και την συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα. Ότι παρά τις διαρκείς και επανειλημμένες οχλήσεις τους το πρώτο εναγόμενο δεν τήρησε τους όρους της τροποποιητικής συμφωνίας και ότι μετά την άρνηση της πρώτης ενάγουσας να αποδεχθεί την από 12.01.2018 πρόταση των εναγομένων περί σύναψης νέας συμφωνίας, με την οποία προτάθηκε μείωση του ποσού της αμοιβής της και νέο χρονοδιάγραμμα καταβολής αυτής, το σωματείο κατέβαλε στους αναφερόμενους στην αγωγή χρόνους έναντι της οφειλής του στην πρώτη εξ αυτών το ποσό των 4.300 ευρώ, ενώ δεν προέβη σε καμία καταβολή έναντι της οφειλής του στον δεύτερο από αυτούς. Ότι λόγω μη τήρησης των όρων της από 06.11.2017 έγγραφης συμφωνίας ενεργοποιήθηκαν οι όροι της αρχικής σύμβασης και ότι οι εναγόμενοι, υπό τις ανωτέρω ιδιότητες τους, του αντισυμβαλλόμενου και του εγγυητή αντίστοιχα, οφείλουν λόγω της υπερημερίας τους στην πρώτη εξ αυτών, αφαιρουμένων των γενόμενων καταβολών, το ποσό των 9.320 ευρώ και στον δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 1.362 ευρώ καθώς και το ποσό της συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας, που ανέρχεται σε 11.560 ευρώ, ως αυτό αναλυτικά υπολογίζεται στην αγωγή. Με βάση αυτό το ιστορικό αιτήθηκαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, ως ενεχόμενοι έναντι τους (εναγόντων) από την μεταξύ τους συμβατική σχέση, ως αυτοφειλέτης και ως εγγυητής αντίστοιχα, άλλως, και σε περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβαση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι επωφελήθηκαν (εναγόμενοι) των υπηρεσιών τους εναγόντων) χωρίς να καταβάλουν σε αυτούς αμοιβή και εξοικονόμησαν με τον τρόπο αυτό την δαπάνη που θα κατέβαλαν σε οιαδήποτε άλλη αθλήτρια του επιπέδου της πρώτης εξ αυτών και σε οιοδήποτε διαμεσολαβητή, καθιστάμενοι με τον τρόπο αυτό (εναγόμενοι) πλουσιότεροι σε βάρος της περιουσίας τους (εναγόντων), ο δε πλουτισμός τους σώζεται, το ποσό των εννέα χιλιάδων τριακοσίων είκοσι ευρώ (9.320 ευρώ) στην πρώτη εξ αυτών νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής (αίτημα επιδίκασης τόκων υπάρχει στην επικουρική αγωγική βάση περί αδικαιολογήτου πλουτισμού) και το ποσό των χιλίων τριακοσίων εξήντα δύο ευρώ (1.362 ευρώ) στον δεύτερο εξ αυτών, νομιμοτόκως κατά το ποσό των εξακοσίων ογδόντα ενός ευρώ (681 ευρώ) από την 01.12.2017 και κατά το λοιπό ποσό των εξακοσίων ογδόντα ενός ευρώ (681 ευρώ) από την 31.01.2018, άλλως για το σύνολο του ποσού από την επίδοση της αγωγής, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν υπό τις ανωτέρω ιδιότητές τους στην πρώτη εξ αυτών το ποσό των έντεκα χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα ευρώ (11.560 ευρώ) ως ποινική ρήτρα και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων.

Οι εναγόμενοι με τις προτάσεις που κατέθεσαν εντός της νόμιμης προθεσμίας του άρθρου 237 του Κ.Πολ.Δ. αρνήθηκαν αιτιολογημένα την αγωγή, προέβαλαν ισχυρισμούς περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης του δεύτερου ενάγοντος και παθητικής νομιμοποίησης του δεύτερου εναγόμενου καθώς και ενστάσεις περί ακυρότητας της σύμβασης, ανυπαίτιας αδυναμίας εκπλήρωσης της παροχής, εξοφλήσεως, άλλως και επικουρικά συμψηφισμού για το καταβληθέν ποσό των 8.200 ευρώ, καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και ένσταση περί απώλειας του πλουτισμού όσον αφορά στην επικουρική βάση της αγωγής περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχθηκε (ορθώς) ότι η διαφορά που πηγάζει από την ιστορούμενη στην αγωγή σύμβαση μεταξύ του εναγόμενου αθλητικού σωματείου, που δεν διατηρεί τμήμα αμειβόμενων αθλητών (Τ.Α.Α.) και των εναγόντων, δεν υπάγεται στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (ΑΠ 199/2023 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 216/2020 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), αλλά στην τακτική διαδικασία και ακολούθως έκρινε ότι η αγωγή, για το καταψηφιστικό αίτημα της οποίας καταβλήθηκε το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου, παραδεκτά στρέφεται κατά του δευτέρου των εναγομένων, ότι αυτή είναι ορισμένη και νόμιμη ως προς την κύρια βάση της, απέρριψε τις ενστάσεις των εναγομένων που αφορούσαν στην κύρια βάση αυτής και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.

Ήδη κατά της απόφασης αυτής οι εκκαλούντες - εναγόμενοι παραπονούνται με την κρινόμενη έφεση τους για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνιση της προκειμένου να απορριφθεί στο σύνολο της η αγωγή και την καταδίκη των εφεσιβλήτων στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.


I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του Α.Κ. και 6 του νόμου 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι’ αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη (ΟλΑΠ 4/2021 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, με το νόμο 2725/1999 «Ερασιτεχνικός και Επαγγελματικός Αθλητισμός και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 121 Α717.06.1999), ο αθλητισμός διακρίνεται σε ερασιτεχνικό (Τμήμα Α’ άρθρο 1 έως 58) και επαγγελματικό (Τμήμα Β’ άρθρα 59 έως 118). Στο άρθρο 1 του νόμου αυτού ορίζεται ότι : «Αθλητικό Σωματείο είναι η κατά τις διατάξεις του άρθρου 78 επ. του Α.Κ. ένωση φυσικών προσώπων που έχει ως κύριο σκοπό την συστηματική καλλιέργεια και την ανάπτυξη των δυνατοτήτων των αθλητών της για την συμμετοχή τους σε αθλητικούς αγώνες». Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1 και 2 του νόμου αυτού : «Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε αθλητές που δεν αγωνίζονται σε τμήμα αμειβομένων αθλητών Αθλητικού Σωματείου ή σε Αθλητική Ανώνυμη Εταιρία» (παρ. 1). «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 85 του παρόντος Νόμου, ή αγωνιστική δραστηριότητα των αθλητών δεν αποτελεί άσκηση επαγγελματικής αθλητικής Οικονομικές, ή άλλες παροχές που δίνονται, από αθλητικά σωματεία, ενώσεις ή ομοσπονδίες σε αθλητές, ως ενίσχυση για την υποστήριξη της αθλητικής τους δραστηριότητας, δεν αποτελούν οικονομικά ανταλλάγματα, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 86 του παρόντος Νόμου. Οι σχέσεις αθλητών και Αθλητικών Σωματείων καθορίζονται από τις διατάξεις του καταστατικού ή του σχετικού ειδικού κανονισμού της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας» (παρ. 2). Σύμφωνα, με τις διατάξεις του άρθρου 59. του ιδίου Νόμου όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του νόμου 3057/2002 : «Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, που εκδίδεται ύστερα από εισήγησή της οικείας Αθλητικής Ομοσπονδίας, μπορεί, να καθορίζεται, ο κλάδος άθλησης και οι κατηγορίες των αγώνων πρωταθλημάτων του στη διεξαγωγή των οποίων επιτρέπεται η συμμετοχή αθλητών με αμοιβή. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται και οι τυχόν ειδικότεροι, όροι ίδρυσης και λειτουργίας TAA και ΑΑΕ στο συγκεκριμένο κλάδο» (παρ. 1) «Για την έκδοση της πιο πάνω απόφασης λαμβάνοντας υπόψη κυρίως τα οικονομικά στοιχεία βιωσιμότητας του κλάδου άθλησης, ο βαθμός και οι δυνατότητες ανάπτυξής του» (παρ. 2) και του άρθρου 64 «Σύσταση αθλητικής ανώνυμης εταιρίας επιτρέπεται μόνο με τη μετατροπή του TAA. Σε περίπτωση μη υπάρξεως TAA λόγω λειτουργίας στο οικείο άθλημα ανωνύμων αθλητικών εταιριών, επιτρέπεται η σύσταση ΑΑΕ με τη μετατροπή του τμήματος ερασιτεχνών αθλητών του αθλητικού σωματείου» (παρ. 1) «Η εταιρία που συνιστάται υποκαθίσταται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του Αθλητικού Σωματείου που προκύπτουν κατά περίπτωση από τη δραστηριότητα του TAA ή του τμήματος ερασιτεχνών αθλητών. Κατά τα Λοιπά δεν επηρεάζονται η μορφή και η λειτουργία του αθλητικού σωματείου, το οποίο διατηρεί τα υπόλοιπα αθλητικά του τμήματα, συμπεριλαμβανομένου και του αντίστοιχου ερασιτεχνικού τμήματος» (παρ. 2). Τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 85 παρ. 1 έως 4του ιδίου ως άνω νόμου : «Αθλητής με αμοιβή είναι εκείνος που συνδέεται με Αθλητικό Σωματείο που διατηρεί TAA με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για παροχή αθλητικών υπηρεσιών" (παρ. 1) Επαγγελματίας αθλητής είναι εκείνος που συνδέεται με την Α.Α.Ε. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για παροχή αθλητικών υπηρεσιών» (παρ. 2). «Κατ’ εξαίρεση αθλητής με αμοιβή ή επαγγελματίας αθλητής ανάλογα, είναι και εκείνος ο οποίος διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 94 του παρόντος Νόμου» (παρ. 3) «Η πιο πάνω σύμβαση εργασίας αθλητή με αμοιβή ή επαγγελματία αθλητή διέπεται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και του νόμου αυτού» (παρ. 4). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο νομοθέτης διακρίνει μεταξύ αφενός αθλητών με αμοιβή ή επαγγελματιών αθλητών, οι οποίοι είναι αντίστοιχα εκείνοι που παρέχουν αντί αμοιβής τις αθλητικές τους υπηρεσίες στα αθλητικά σωματεία που διατηρούν Τμήμα Αμειβομένων Αθλητών ή στις Αθλητικές Ανώνυμες Εταιρίες δυνάμει συμβάσεων ρητώς χαρακτηριζομένων ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και διεπομένων από τις διατάξεις της εργατικής Νομοθεσίας και αφετέρου ερασιτεχνών αθλητών, οι οποίοι εντάσσονται στη δύναμη ενός αθλητικού σωματείου, είτε ως μέλη του είτε με τη σύναψη συμβάσεως με αυτό, που στόχο έχει τη δια της παροχής των αθλητικών τους υπηρεσιών ανάπτυξη του οικείου αθλήματος και η οποία διέπεται από τις διατάξεις του καταστατικού ή του σχετικού ειδικού κανονισμού της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας. Ο χαρακτηρισμός δηλαδή ενός αθλητή ως επαγγελματία ή ερασιτέχνη εξαρτάται από τον κλάδο άθλησης στον οποίο ανήκει, καθόσον δεν είναι όλοι οι κλάδοι οργανωμένοι σε επίπεδο επαγγελματικού αθλητισμού και περαιτέρω από το ποιος είναι αντισυμβαλλόμενός του στη συναπτόμενη σύμβαση παροχής αθλητικών υπηρεσιών. Έτσι, έγκυρη σύμβαση εργασίας για την παροχή αθλητικών υπηρεσιών διεπομένη από τις διατάξεις της εργατικής Νομοθεσίας μπορεί να συναφθεί μόνον μεταξύ αθλητή και TAA αθλητικού σωματείου ή ΑΑΕ σε κλάδο άθλησης πού με υπουργική απόφαση έχει οργανωθεί σε επίπεδο επαγγελματικού αθλητισμού (άρθρα 59 του ανωτέρω νόμου), καθόσον μόνο σε αυτές τις περιπτώσεις επιτρέπεται από το νόμο η κατάρτιση τέτοιας σύμβασης. Η σύμβαση αντίθετα μεταξύ αθλητή του Αθλητικού Σωματείου που δεν διατηρεί Τ.Α.Α., συνάπτεται στα πλαίσια του ερασιτεχνικού αθλητισμού και δεν έχει το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αλλά πρόκειται για ιδιόμορφη σύμβαση στην οποία, κατά τις επιταγές του ανωτέρω νόμου, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του καταστατικού του σωματείου ή τού σχετικού ειδικού κανονισμού της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας. Με τη σύμβαση αυτή εγκύρως μπορεί να συμφωνηθούν (άρθρο 361 του Α.Κ.) οικονομικές ή άλλες παροχές προς τον αθλητή, οι οποίες όμως δεν μεταβάλλουν το χαρακτήρα της και δεν την καθιστούν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθόσον δεν αποτελούν οικονομικά ανταλλάγματα προς αυτόν, όπως αντίθετα ισχύει με την αμοιβή στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία δίνεται ως οικονομικό αντάλλαγμα για την παροχή από τον αθλητή των αθλητικών του υπηρεσιών, αλλά συνιστούν, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ενίσχυση του σωματείου προς τον αθλητή για την. υποστήριξη της αθλητικής του δραστηριότητας και την επίτευξη της κατά το δυνατό καλύτερης απόδοσής του και περαιτέρω την δι’ αυτής καλλιέργεια της ανάπτυξης του οικείου αθλήματος, στην οποία αποβλέπουν αντιστοίχως και οι εκ της συμβάσεως υποχρεώσεις του αθλητή (τήρηση προγράμματος προπόνησης συμμόρφωση με τις οδηγίες του προπονητή κλπ.). Η ανωτέρω δηλαδή συνδέουσα τον ερασιτέχνη αθλητή με το αθλητικό σωματείο έννομη σχέση δεν αποβλέπει σε υλικό όφελος, αλλά στην αθλητική ενασχόληση από ελευθεριότητα του πρώτου και την καλλιέργεια του οικείου αθλήματος από το δεύτερο, η δε τυχόν συμφωνηθείσα οικονομική παροχή προς τον αθλητή αποκλειστικό σκοπό, έχει να διευκολύνει την επίτευξη αυτού του στόχου και σε καμία περίπτωση ο ερασιτέχνης αθλητής δεν μπορεί να είναι εργαζόμενος μισθωτός του σωματείου στο οποίο παρέχει τις αθλητικές υπηρεσίες, ανεξαρτήτως του ύψους των οικονομικών ανταλλαγμάτων του λαμβάνει. Συνεπώς, η συναπτόμενη μεταξύ αθλητή καλαθοσφαίρισης και αθλητικού σωματείου, που δεν διατηρεί τέτοιο τμήμα, σύμβαση δεν φέρει το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας κατά την έννοια των άρθρων 85 και 86 του ανωτέρω νόμου, αλλά πρόκειται για την προαναφερόμενη ιδιόμορφου χαρακτήρα σύμβαση που διέπεται από το Καταστατικό του Σωματείου, ο δε αθλητής δεν είναι μισθωτός απασχολούμενος από το σωματείο, αλλά παρέχει τις αθλητικές του υπηρεσίες σε αυτό στα πλαίσια της από ελευθεριότητα ενασχόλησής του με το οικείο άθλημα, ανεξαρτήτως της ύπαρξης οικονομικών παροχών προς αυτόν που ενδεχομένως να χρησιμοποιούνται και για την κάλυψη των αναγκών βιοπορισμού του. Επομένως, στη σύμβαση αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου για διαφορές νομίμων αποδοχών, επιδόματα εορτών, άδειας, αποδοχές άδειας (ΑΠ 199/2023 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 216/2020 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 690/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).