Πέμπτη 29 Ιουλίου 2021

ΑΕΠΠ 707/21 : ΦΩΤΟΣΑΡΩΣΗ/ΣΚΑΝΑΡΙΣΜΑ ΣΥΜΒΟΛΟΥ ΨΗΦΙΑΚΗΣ ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

 


Η ΑΡΧΗ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ

1ο ΚΛΙΜΑΚΙΟ

ΑΠΟΦΑΣΗ 707/2021

 

Συνεδρίασε την 12 Απριλίου 2021 με την εξής σύνθεση: Χρήστος Σώκος Πρόεδρος, Μιχαήλ Διαθεσόπουλος, Εισηγητής και Σταυρούλα Κουρή σε αναπλήρωση της Αγγελικής Πουλοπούλου, Μέλος.

Για να εξετάσει την από 12-3-2021 Προδικαστική Προσφυγή με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης (ΓΑΚ) Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών (ΑΕΠΠ) 543/16-3-2021 του οικονομικού φορέα με την επωνυμία «...», νομίμως εκπροσωπούμενου.

Κατά της αναθέτουσας αρχής «...», νομίμως εκπροσωπουμένης.

Και της παρεμβαίνουσας ένωσης οικονομικών φορέων με την επωνυμία «.», νομίμως εκπροσωπούμενου.

Με την ως άνω προδικαστική προσφυγή, ο προσφεύγων ζητά την ακύρωση της σε αυτόν κοινοποιηθείσας από 9-3-2021 Απόφασης υπ' αριθ. 22/2021 της Οικονομικής Επιτροπής της αναθέτουσας, καθ' ο μέρος ενέκρινε τα δικαιολογητικά κατακύρωσης της παρεμβαίνουσας, στο πλαίσιο της διαδικασίας ανάθεσης δημόσιας σύμβασης εκτιμώμενης άνευ ΦΠΑ αξίας 1.202.692,28 ευρώ για την ..., η οποία δημοσιεύθηκε στο ΚΗΜΔΗΣ με Μοναδικό ΑΔΑΜ ... την 7-8-2020 και στο ΕΣΗΔΗΣ με συστημικό α/α ....

Η συζήτηση άρχισε αφού το Κλιμάκιο άκουσε τον Εισηγητή.

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφτηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της προσφυγής κατεβλήθη κατ' άρ. 5 ΠΔ 39/2017 και άρ. 363 Ν. 4412/2016 παράβολο με αρ. ... και ποσού 6.013,46 ευρώ, φέρει δε την ένδειξη «ΔΕΣΜΕΥΜΕΝΟ».

2. Επειδή, εμπροθέσμως και μετ' εννόμου συμφέροντος ασκείται εκ του δεύτερου αποδεκτού μειοδότη προσφεύγοντος, η από 12-3-2021 κατά της από 9-3-2021 κοινοποιηθείσας, εκτελεστής πράξης περάτωσης σταδίου δικαιολογητικών κατακύρωσης, στο πλαίσιο διαδικασίας εμπίπτουσας λόγω εκτιμώμενης αξίας και χρόνου δημοσίευσης στην αρμοδιότητα της ΑΕΠΠ, προσφυγή, καθ' ο μέρος η ομοίως εμπροθέσμως και μετ' εννόμου συμφέροντος από 24-3-2021, κατόπιν της από 16-3-2021 κοινοποίησης της προσφυγής, παρεμβαίνουσα ορίστηκε ανάδοχος και κατακυρώθηκε σε αυτήν ο διαγωνισμός. Η αναθέτουσα υποβάλλει τις από 1-4-2021 Απόψεις της. Επομένως, η προσφυγή και η παρέμβαση πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξετασθούν περαιτέρω κατ' ουσία.

3. Επειδή, η φωτοσάρωση/σκανάρισμα συμβόλου ψηφιακής υπογραφής δεν εξομοιώνεται ούτε με την αναγκαίως διαδραστική ηλεκτρονική υπογραφή ούτε καν με ιδιόχειρη υπογραφή, συνιστά δε απλή αναπαράσταση συμβόλου που παραπέμπει και ομοιάζει σε μια αληθή ηλεκτρονική υπογραφή, χωρίς όμως να συνιστά τέτοια. Άρα, δικαιολογητικό υποβαλλόμενο ως φέρον τέτοια «ψηφιοποιημένη» αναπαράσταση, δεν συνιστά υπογεγραμμένο εν γένει έγγραφο και άρα, εφόσον πρόκειται για υπεύθυνη δήλωση, η οποία πρέπει να φέρει υπογραφή του υπευθύνως δηλούντος εκδότη της, υποβάλλεται απαραδέκτως και νοείται ως μη υποβληθέν (Αποφάσεις ΑΕΠΠ 26/2021, α481/2020, 140/2020, 927/2019) Άλλωστε, η ηλεκτρονική και δη, η προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή έχουν τέτοιο χαρακτήρα και καθιστούν πρωτότυπο το φέρον αυτές ηλεκτρονικό έγγραφο, ακριβώς διότι ενέχουν διαδραστικότητα και ο θεωρών το ηλεκτρονικό έγγραφο, έχει δι' αυτών και με την επιλογή τους δια προγράμματος ανάγνωσης σχετικών ηλεκτρονικών εγγράφων, πρόσβαση στις πληροφορίες περί χρόνου υπογραφής και ταυτότητας του υπογράφοντος, πράγμα που προδήλως δεν λαμβάνει χώρα δια της απλής φωτοσάρωσης συμβόλου που αναπαριστά τέτοια ηλεκτρονική υπογραφή και η οποία απλώς απεικονίζεται ως ένα προφανώς ουδόλως αλληλεπιδραστικό «σχέδιο/εικόνα/φωτογραφία». Εξάλλου, ουδόλως είναι γνωστό ή είναι δυνατό να είναι γνωστό, αν αυτή η φωτοσάρωση/φωτογραφία παραπέμπει και προέρχεται από τη φωτοσάρωση μιας εκτύπωσης από ένα έστω ηλεκτρονικό έγγραφο που φέρει μια αληθή τέτοια υπογραφή ή αν απλώς επικολλήθηκε από οιονδήποτε μια σχετική εικόνα επί της εικόνας φωτοσάρωσης ενός φυσικού ανυπόγραφου και ηλεκτρονικά και χειρόγραφα, εγγράφου, πράγμα όλως ευχερές και δυνατό δια απλών χειρισμών μέσω οιουδήποτε ηλεκτρονικού υπολογιστή. Άλλωστε, η εκτύπωση ενός ηλεκτρονικού εγγράφου συνιστά αντίγραφο αυτού, με το ηλεκτρονικό έγγραφο νοούμενο ως το πρωτότυπο και άρα, η ηλεκτρονική υποβολή μιας τέτοιας εκτύπωσης, δια φωτοσάρωσης αυτής, συνιστά ηλεκτρονική υποβολή αντιγράφου εξ ενός πρωτοτύπου, ενώ η απευθείας ηλεκτρονική υποβολή μέσω ΕΣΗΔΗΣ ενός αυτού καθαυτού ηλεκτρονικού εγγράφου συνιστά ηλεκτρονική υποβολή πρωτοτύπου . Προς τούτο άλλωστε, ένα τέτοιο έγγραφο, δηλαδή μια φωτοσάρωση που προβάλλεται ως προερχόμενη από εκτύπωση ενός αληθούς ηλεκτρονικού εγγράφου ηλεκτρονικώς υπογεγραμμένου, θα πρέπει να φέρει επικύρωση από δικηγόρο, για να διακριβώνεται ότι προέρχεται από γνήσιο πρωτότυπο (ηλεκτρονικό) έγγραφο και αυτό διότι η επικύρωση διασφαλίζει ότι κατά δήλωση του τουλάχιστον, το αρμόδιο προς επικύρωση όργανο θεώρησε το εις χείρας του πρωτότυπο ηλεκτρονικό έγγραφο, αντιπαρέβαλε αυτό με την εκτύπωση και κατέληξε στο ότι η δεύτερη αποτελεί πιστό αντίγραφο, δηλαδή πιστή εκτύπωση του ηλεκτρονικού εγγράφου και προς τούτο επικυρώνει την εκτύπωση. O δε όρος 23.2 της διακήρυξης ορίζει ότι «Όλα τα αποδεικτικά έγγραφα του άρθρου 23.3 έως 23.10 της παρούσας, υποβάλλονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4250/2014 (Α' 94). Ειδικά τα αποδεικτικά τα οποία αποτελούν ιδιωτικά έγγραφα, μπορεί να γίνονται αποδεκτά και σε απλή φωτοτυπία, εφόσον συνυποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση στην οποία βεβαιώνεται η ακρίβειά τους.». Εκ τούτου δε και το άρ. 15 του Ν. 4727/2020, με ισχύ από 23-9-2020 (ΦΕΚ Α 184/23.9.2020), ήτοι πριν την από 4-1-2021 κλήση προς υποβολή δικαιολογητικών κατακύρωσης του παρεμβαίνοντος, ορίζει ότι «1. Ηλεκτρονικά ιδιωτικά έγγραφα που εκδίδονται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες με χρήση εγκεκριμένης ηλεκτρονικής υπογραφής ή εγκεκριμένης ηλεκτρονικής σφραγίδας, γίνονται υποχρεωτικά αποδεκτά από τους φορείς του δημόσιου τομέα, από τα δικαστήρια όλων των βαθμών και τις εισαγγελίες όλης της χώρας και από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες κατά την ηλεκτρονική διακίνησή τους. 2. Εκτύπωση των ηλεκτρονικών εγγράφων της παρ. 1 γίνεται υποχρεωτικά αποδεκτή από τους φορείς του δημόσιου τομέα, από τα δικαστήρια όλων των βαθμών και τις εισαγγελίες όλης της χώρας και από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες, εφόσον φέρει επικύρωση από οποιαδήποτε διοικητική αρχή ή ΚΕΠ ή δικηγόρο, η οποία γίνεται μέσω της διαπίστωσης της ταύτισης του περιεχομένου του εκτυπωμένου εγγράφου με το ηλεκτρονικό ιδιωτικό έγγραφο.». Η δε παρεμβαίνουσα ένωση υπέβαλε όσον αφορά το μέλος της ..., έξι υπεύθυνες δηλώσεις του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας, η πρώτη περί ανεκτελέστου υπολοίπου προς συμμόρφωση με τον όρο 23.5.α της διακήρυξης και προς απόδειξη πλήρωσης του κριτηρίου επιλογής του όρου 22.Γ και τούτο ενώ ο ως άνω οικονομικός φορέας είναι εγγεγραμμένος στην ...η τάξη ΜΕΕΠ και δεν εφαρμόζονται για αυτόν οι διατάξεις περί ενημερότητας πτυχίου, η δεύτερη περί μη αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης σχετικά με την έλλειψη του λόγου αποκλεισμού του όρου 22.Α.1, η τρίτη περί μη πτώχευσης και ανάλογης κατάστασης του όρου 22.Α4.β, η τέταρτη περί μη έκδοσης απόφασης αποκλεισμού του άρ. 74 Ν. 4412/2016 κατά τον όρο 23.3.στ.δ και περί έλλειψης του λόγου αποκλεισμού του όρου 22.Α.9, η πέμπτη περί μη έκδοσης απόφασης περί αθέτησης καταβολής φόρων και ασφαλιστικών εισφορών προς πλήρωση του όρου 23.3.β σχετικά με τη μη συνδρομή του λόγου αποκλεισμού του όρου 22.Α.2 και η έκτη περί μη επιβολής προστίμου του ΣΕΠΕ προς πλήρωση του όρου 23.3.γ περί μη συνδρομής του λόγου αποκλεισμού του όρου 22.Α2.Α. Όλες αυτές δεν φέρουν ούτε προηγμένη ούτε εν γένει ηλεκτρονική υπογραφή ούτε φυσική υπογραφή, αλλά φωτοσάρωση/φωτογραφία αναπαράστασης συμβόλου τέτοιας υπογραφής και τούτο ενώ ο όρος 23.2 της διακήρυξης ανέφερε ότι για τις υπεύθυνες δηλώσεις δεν απαιτείται θεώρηση του γνησίου της υπογραφής τους και όχι ότι δεν χρειάζεται υπογραφή τους. Επιπλέον, κατά τον όρο 22.Α οι λόγοι αποκλεισμού επαληθεύονται για κάθε μέλος ένωσης και άρα, η μη υποβολή ή η απαράδεκτη υποβολή δικαιολογητικού κατακύρωσης για την έλλειψη λόγου αποκλεισμού, ως προς ένα μέλος της ένωσης, επιφέρει τον αποκλεισμό αυτής. Κατά τα ανωτέρω δε, οι παραπάνω υπεύθυνες δηλώσεις είναι ανυπόγραφες και άρα, απαραδέκτως υποβληθείσες και μη ληπτέες υπόψη για την πλήρωση των περί δικαιολογητικών κατακύρωσης και έλλειψης λόγων αποκλεισμού, όρους της διακήρυξης. Ουδόλως δε ο προσφεύγων, όπως η αναθέτουσα επικαλείται, συνομολογεί ότι οι δηλώσεις αυτές έχουν όντως υπογραφεί ψηφιακά, αλλά αντίθετα επικαλείται, σελ. 11 προσφυγής, ότι «υποτίθεται ότι έχουν υπογραφεί ηλεκτρονικά» και εξάλλου, ρητά προβάλλει το απαράδεκτο αυτών, ακριβώς λόγω του άκυρου και απαράδεκτου του εμφανιζόμενου συμβόλου υπογραφής τους, ως τέτοιου. Επιπλέον ούτε είναι δυνατόν ο προσφεύγων ή οιοσδήποτε να γνωρίζει αν όντως έχουν υπογραφεί ψηφιακά, αφού το προκείμενο πρόβλημα ακριβώς ανάγεται στο ότι η εμφανιζόμενη φωτοσαρωμένη αναπαράσταση δεν καθιστά γνωστό αν έχουν όντως υπογραφεί ψηφιακά ή όχι ούτε ο προσφεύγων οφείλει να αποδείξει ότι δεν προέρχονται εκ ψηφιακώς υπογεγραμμένων πρωτοτύπων, ενώ μόνο το ανυπόγραφο αυτών, ακριβώς λόγω μη αναγνώρισης της αναπαράστασής τους ως υπογραφής, αρκεί για το απαράδεκτο των δηλώσεων. 

Πέμπτη 15 Ιουλίου 2021

ΔιαιτΑπόφ.Δ.Σ.Α. 12/2021 : "Δικηγορική εταιρεία - Αποχώρηση εταίρου - Αξίωση απόδοσης εισφορών - Παθητική νομιμοποίηση - Αποσβεστική προθεσμία -Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος "



Νομιμοποιούνται παθητικά οι εταίροι συνδιαχειριστές ως εναγόμενοι για τη ζημία, που προκάλεσαν στον αποχωρούντα εταίρο. Στη δικηγορική εταιρεία θεμελιώνεται απεριόριστη και εις ολόκληρον ευθύνη των εταίρων για τα χρέη της εταιρείας, βάσει των διατάξεων του ν. 4072/2012, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη διάταξη στην κώδικα δικηγόρων, που να τους απαλλάσσει. Μειοψηφία ενός διαιτητή, κατά την οποία δεν υφίσταται εις ολόκληρον ευθύνη των εταίρων, επειδή η δικηγορική εταιρεία δεν είναι προσωπική εταιρεία του εμπορικού δικαίου, ο δε διαχειριστής ευθύνεται μόνο αδικοπρακτικά. Κρίση ότι η αγωγή ασκήθηκε εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας με μειοψηφία ενός διαιτητή. Απόρριψη κατά πλειοψηφία ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ως αόριστης και επειδή ούτε η εταιρεία, ούτε οι καθ ων έχουν υποστεί ζημία από την αποχώρηση του αιτούντος. Κρίση ότι η αποχώρηση του αιτούντος από την εταιρεία ήταν αδικαιολόγητη και άτακτη. Επιδίκαση στον αιτούντα των κεφαλαίων, που είχε πράγματι καταθέσει στην εταιρεία και είχαν αναλωθεί σε πάγιες λειτουργίες και δαπάνες της. Απόρριψη αιτήματος εταίρου για καταβολή αμοιβής λόγω χειρισμού συγκεκριμένης υπόθεσης, επειδή οι εταίροι δεν εισπράττουν αμοιβές για υποθέσεις, που χειρίζονται. Παραίτηση του επιδιαιτητή και των διαιτητών από το δικαίωμά τους για λήψη αμοιβής και ορισμός αμοιβής για τη γραμματέα.

 

 

 ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡ. 12/2021

Το κατά το άρθρο 14 του Καταστατικού της Δικηγορικής Εταιρείας με την επωνυμία «..... και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία» και ήδη «..... και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία» και το άρθρο 54 παρ. 7 του Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), Διαιτητικό Δικαστήριο αποτελούμενο από τους: 1) Μάριο Α. Μπαχά, Δικηγόρο Αθηνών, κάτοικο Αθηνών, οδός ….  αριθμός …, ως Eπιδιαιτητή, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ’ αριθμόν ./28-11-2019 Πράξη Διορισμού Επιδιαιτητή, του Εντεταλμένου από το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. Συμβούλου κ. … και των παρακάτω αναφερόμενων Διαιτητών. 2) Γιώργο Αλεξανδρόπουλο, Δικηγόρο Αθηνών, κάτοικο Αθηνών, οδός ….. αριθμός….. ο οποίος ορίστηκε Διαιτητής από τον … (εφεξής ο «Αιτών») με την από με την από 29.09.2015 εξώδικη Πρόσκληση- Δήλωση και 3) Ιωάννη Δρυλλεράκη, Δικηγόρο Αθηνών, κάτοικο Αθηνών, οδός …., αριθμός… ο οποίος ορίσθηκε Διαιτητής από τους καθ’ ων η Αγωγή, ήτοι τους …………….  και την δικηγορική εταιρεία με την επωνυμία «… και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία» και ήδη «…. και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία» (εφεξής οι «Καθ' ων»), με την από 07.10.2015 εξώδικη Πρόσκληση - Δήλωση του …. και με την από 25.11.2015 εξώδικη Πρόσκληση-Δήλωση της …., όπως συγκροτήθηκε νόμιμα σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων) και ενώπιον του οποίοι» επαναφέρεται προς συζήτηση (σύμφωνα με το υπ' αρ. ./14.01.2020 Πρακτικό του Διαιτητικού Δικαστηρίου) η από 27/04/2015 με αρ. πρωτ. ./28-04-2015 Αίτηση/Αγωγή του ανωτέρω αναφερόμενου Αιτούντα κατά των Καθ' ων η οποία είχε υπαχθεί στη Μόνιμη Διαιτησία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών σύμφωνα με τις διατάξεις σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 του ΠΔ 81/2005, του άρθρου 8 του ν. 1330/1983, του ΠΔ 168/1983 περί Σύστασης Μόνιμης Διαιτησίας του ΔΣΑ, συνεδρίασε παρουσία και της γραμματέως της Μαρίας Θερμογιάννη, δικηγόρου Αθηνών, κατοίκου Αθηνών, οδός ….. αριθμός …. η οποία ορίσθηκε δυνάμει του αρ. .-14.01.2020 πρακτικού του Διαιτητικού Δικαστηρίου, στην Αθήνα στις 14.01.2020, 26.02.2020. 20.03,2020. 11.06.2020. στο επί της οδού …. αρ…. γραφείο του επιδιαιτητή Μάριου Μπαχά, στις 21.10.2020 και με αυτοπρόσωπη παρουσία και εξέταση των διαδίκων όπου και επιχειρήθηκε προσπάθεια εξωδίκου συμβιβασμού των διαδίκων, η οποία δεν ευοδώθηκε, και στις 21.01.2021 και 18.02.2021 μέσω τηλεδιάσκεψης

και συζήτησε την από 27/04/2015 με αρ. πρωτ. ./28-04-2015 Αίτηση Αγωγή (εφεξής η «Αγωγή») του ανωτέρω αναφερόμενου Αιτούντα κατά των Καθ' ων. αφού μελέτησε τις νομίμως και εμπροθέσμους κατατεθειμένες Προτάσεις, Προσθήκες-Αντικρούσεις και τα προσκομισθέντα έγγραφα των διαδίκων.

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

Α. Η Συμφωνία Διαιτησίας

Β. Ιστορικό και Διαδικασία

 

Βασικοί ισχυρισμοί και αιτήματα των διάδικων μερών

 

I. Βασικοί ισχυρισμοί και αιτήματα των Αιτούντων

ΙΙ. Βασικοί ισχυρισμοί και αιτήματα των Καθ' ων

 

Δ. Η κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου

 

Α. Η Συμφωνία Διαιτησίας

1. Το άρθρο 14 του από 16.2.2010 Καταστατικού της Δικηγορικής Εταιρείας με την επωνυμία «……………. και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία» και ήδη «…. και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία» (εφεξής η «Δικηγορική Εταιρεία ή η «Εταιρεία»), προβλέπει τα εξής: «14.1 Διαφορές μεταξύ των Εταίρων ή μεταξύ των Εταίρων και της Εταιρείας ή/ και των Συνεργατών επιλύονται με συνδιαλλαγή από τον αρχαιότερο σε έτη δικηγορίας Εταίρο. Αν η διαφορά αφορά αυτόν, η συνδιαλλαγή γίνεται από τον αμέσως επόμενο σε έτη δικηγορίας Εταίρο κ.ο.κ. 14.2 Σε περίπτωση που αποτύχει η συνδιαλλαγή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, οι διαφορές αυτές άγονται προς επίλυση με συνδιαλλαγή στην Συνέλευση των Εταίρων. 14.3 Εφόσον και η συνδιαλλαγή της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου αποτύχει, οι διαφορές επιλύονται διαιτητικά με την διαδικασία της Διαιτησίας από τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθήνας. 14.4 Κατά την επίλυση των διαφορών λαμβάνεται υπόψη πρωτίστως το συμφέρον της Εταιρείας.»

3. Ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 54 παρ. 7 του ν. 4104/2013 (Κώδικας Δικηγόρων) ορίζεται ότι: «Κάθε διαφορά που προκύπτει από την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του Καταστατικού της Εταιρείας είτε μεταξύ αυτών και της Εταιρείας, επιλύεται από τη διαιτησία του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου μετά από προσφυγή εκείνου ή εκείνων που έχουν έννομο συμφέρον, μέσα σε αποσβεστική προθεσμία τριών (3) μηνών από τη γέννηση της διαφοράς. Οι διαιτητές ορίζονται για τρία (3) χρόνια από το Διοικητικό Συμβούλιο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Συνεχίζουν πάντως την άσκηση των καθηκόντων τους για όσες υποθέσεις έχουν αναλάβει κατά τη διάρκεια της θητείας τους.».

4. Ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 131 του ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων) ορίζεται ότι: «Λ Στους Δικηγορικούς Συλλόγους της χώρας μπορούν, μετά τη γνωμοδότηση του Διοικητικού Συμβουλίου κάθε συλλόγου, να οργανώνονται μόνιμες διαιτησίες. Ομοίως, μόνιμη διαιτησία μπορεί να οργανωθεί σε επίπεδο εφετείου, μετά τη γνωμοδότηση των διοικητικών συμβουλίων των οικείων δικηγορικών συλλόγων. 2. Με προεδρικά διατάγματα, τα οποία εκδίδονται ύστερα από πρόταση τον Υπουργού Δικαιοσύνης, καθορίζονται οι λεπτομέρειες οργάνωσης της διαιτησίας σε κάθε δικηγορικό σύλλογο.3. Με τα προεδρικά διατάγματα της προηγούμενης  παραγράφου μπορεί να προβλέπεται και παρέκκλιση από τις ισχύουσες διατάξεις τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. με τις ακόλουθες προσαρμογές, όπως: α) Στις περιπτώσεις των άρθρων 878, 880 παρ. 2 και 884 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αποφαίνεται, αντί του ειρηνοδικείου, ο πρόεδρος ή το Διοικητικό Συμβούλιο τον οικείου δικηγορικού συλλόγου ή επιτροπή αποτελούμενη από συμβούλους αυτού, β) Η υποχρέωση επιλογής των διαιτητών και του επιδιαιτητή από κατάλογο διαιτητών που συντάσσεται κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο και περιλαμβάνει μόνο δικηγόρους μέλη του ίδιου συλλόγου. γ) Η διαιτητική διαδικασία, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 886 παρ. 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και ο τρόπος προσδιορισμού της δαπάνης της διαιτησίας και της αμοιβής των διαιτητών, δ) Το εφαρμοστέο από τον επιδιαιτητή και τους διαιτητές ουσιαστικό δίκαιο, ε) Τα. στοιχεία, που πρέπει να περιέχει η διαιτητική απόφαση, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 892 παρ. 2 τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.»

5. Στο επόμενο άρθρο 132 του ιδίου ως άνω νόμου ορίζεται ότι: “1. Στη διαιτησία κάθε δικηγορικού συλλόγου μπορούν να υπαχθούν όλες οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία, σύμφωνα με τις ισχύουσες γενικές διατάξεις. 2. Στις διαιτησίες των Δικηγορικών Συλλόγων εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 867 έως 900 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των διαταγμάτων που θα εκδοθούν.”

Β. Ιστορικό και διαδικασία

6. Σύμφωνα με το άρθρο 5.3 του Καταστατικού της Εταιρείας προβλέπεται ότι: «κάθε εταίρος δύναται να εξέλθει από την Εταιρεία, εφόσον υποβάλλει έγγραφη δήλωση παραίτησης προς τον ή τους Διαχειριστές της Εταιρείας».

Κατά την υποπαράγραφο 1 της παραγράφου 3 του ιδίου ως άνω άρθρου (5.3.1) του Καταστατικού της Εταιρείας προβλέπεται ότι: «(1) Είδη Δηλώσεως Παραιτήσεως: α) Παραίτηση με προειδοποίηση: Δήλωση παραίτησης που υποβλήθηκε εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου οποιουδήποτε μήνα προκειμένου να ισχύσει μετά από ένα (1) έτος από την ημέρα από την οποία υποβλήθηκε (ελάχιστη προειδοποίηση) λογίζεται υποχρεωτικά ως δικαιολογημένη και επιφέρει για τον παραιτηθέντα Εταίρο όλες τις συνέπειες της δικαιολογημένης παραίτησης, όπως αυτές ορίζονται στην υποπαράγραφο (2) (α) της παρούσης παραγράφου 5.3. β) Παραίτηση χωρίς προειδοποίηση: Δήλωση παραίτησης, που υποβλήθηκε χωρίς την τήρηση της ελάχιστης προθεσμίας προειδοποίησης, θεωρείται ως αδικαιολόγητη και επιφέρει για τον παραιτηθέντα Εταίρο όλες τις συνέπειες που ορίζονται στην υποπαράγραφο (2)(β) της παρούσας παραγράφου 5.3.»

Κατά δε την υποπαράγραφο 2 της παραγράφου 3 του ιδίου ως άνω άρθρου (5.3.2) του Καταστατικού της Εταιρείας προβλέπεται ότι: «Συνέπειες Δηλώσεως Παραιτήσεως: Οι συνέπειες υποβολής δηλώσεως παραιτήσεως για. τον παραιτηθέντα Εταίρο είναι οι ακόλουθες: α) Δικαιολογημένη Παραίτηση. Σε περίπτωση δικαιολογημένης παραίτησης ο παραιτηθείς Εταίρος δικαιούται να λάβει από την Εταιρεία τα ακόλουθα: i) Κάθε ποσό που έχει τυχόν συνεισφέρει στην Εταιρεία ως κεφάλαιο. ii. Το ποσό που αντιστοιχεί στη μερίδα συμμετοχής του στην Εταιρεία από μη διανεμηθέντα κέρδη, από το αποθεματικό κεφάλαιο αυτής μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παραιτήσεώς του. iii. Τα εισφερθέντα κατά χρήση περιουσιακά στοιχεία των οποίων τη χρήση έχει εισφέρει ή, αποτιμώμενα σε χρήμα, τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά. iv. Τις λοιπές κατά χρήση εισφορές του. v. Οποιαδήποτε άλλα ποσά τον οφείλονται από οποιαδήποτε άλλη αιτία (π.χ. δάνειο, έκτακτες αμοιβές τον όπως προβλέπονται στην παράγραφο 6 τον παρόντος). Τα ποσά των πιο πάνω εδαφίων (i), (ii), (iii) και (iv) αποτελούν την συμφωνούμενη αξία της μερίδας συμμετοχής τον οικειοθελώς παραιτούμενου Εταίρου στην Εταιρία, αποκλειόμενης κάθε περαιτέρω αξίωσης του Εταίρου κατά της Εταιρείας που απορρέει από την παραίτησή του. β) Αδικαιολόγητη Παραίτηση: Σε περίπτωση αδικαιολόγητης παραίτησης, ο παραιτούμενος Εταίρος, λαμβάνει τα ποσά που ορίζονται ανωτέρω υπό 5.3(2) (a)(i) και (ν) και η απώλεια των ποσών που ορίζονται στις πιο πάνω υπό (ii), (iii) και (iv)  υποπαραγράφους θεωρείται συμφωνημένη από τώρα εύλογη ποινική ρήτρα».

7. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του ιδίου ως άνω Καταστατικού σε σχέση με την κτήση και Απώλεια της Εταιρικής ιδιότητας, μεταξύ άλλων στην παράγραφο 5.3 περίπτωση (2) α) προβλέπεται ότι: «Σε περίπτωση δικαιολογημένης παραίτησης ο παραιτηθείς Εταίρος δικαιούται να λάβει από την Εταιρεία τα ακόλουθα: i. Κάθε ποσό που έχει τυχόν συνεισφέρει στην Εταιρεία ως κεφάλαιο, iiTo ποσό που αντιστοιχεί στη μερίδα, συμμετοχής του στην Εταιρεία από μη διανεμηθέντα κέρδη, από το αποθεματικό κεφάλαιο αυτής μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παραιτήσεώς του. iii) Τα εισφερθέντα κατά χρήση περιουσιακά στοιχεία των οποίων τη χρήση έχει εισφέρει ή αποτιμώμενα σε χρήμα, τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά. iv. Τις λοιπές κατάχρηση εισφορές του. ν. Οποιαδήποτε άλλα ποσά που οφείλονται από οποιαδήποτε άλλη αιτία (π.χ. δάνειο, έκτακτες αμοιβές του όπως προβλέπονται στην παράγραφο 9.6 του παρόντος).

8. Σύμφωνα με το άρθρο 6 του από 16.2.2010 Καταστατικού της Δικηγορικής Εταιρείας, το οποίο εγκρίθηκε με την από 24.2.2010 απόφαση του Δ.Σ, του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και δημοσιεύθηκε νόμιμα, σε σχέση με τον Σχηματισμό Κεφαλαίου, τις Εισφορές Εταίρων και τις Εταιρικές Μερίδες ορίστηκε, μεταξύ άλλων στην παράγραφο 1, ότι το κεφάλαιο της Εταιρείας ανέρχεται σε ευρώ δέκα οχτώ χιλιάδες (€18.000) και στην παράγραφο 3 περίπτωση (ΣΤ) ορίστηκαν οι μονάδες βάσης των ιδρυτών εταίρων και τα αντίστοιχα εκατοστιαία ποσοστά αυτών και ειδικότερα η συμμετοχή στο κεφάλαιο της εταιρείας, (α) του πρώτου των καθ' ών σε ποσοστό 38.89% (700 μονάδες βάσης επί συνόλου 1800), (β) της δεύτερης των καθ' ών σε ποσοστό 27,78% (500 μονάδες βάσης επί συνόλου 1800) και (γ) του Αιτούντα σε ποσοστό 33.33% (600 μονάδες βάσης επί συνόλου 1800).

Κατά την σύσταση της Εταιρείας και για τις ανάγκες στέγασης γραφείων και λειτουργίας της, αποφασίστηκε η μίσθωση οριζόντιας ιδιοκτησίας, που βρίσκεται στον ενδέκατο όροφο της επί της οδού … πολυώροφης οικοδομής, η οποία (ιδιοκτησία) ανήκει στην κυριότητα της δεύτερης των καθ' ών - κόρης του πρώτου εξ αυτών. Προκειμένου να λειτουργήσει ως χώρος γραφείων και συνεδριάσεων, αποφασίστηκε και υλοποιήθηκε η ανακατασκευή της και ο εξοπλισμός (με τα απαραίτητα μηχανήματα, υπολογιστές, προγράμματα κ.λπ.). Για την αντιμετώπιση των παραπάνω δαπανών, καθέναν εκ των εταίρων κατέβαλε το ποσό, που αναλογούσε σ' αυτόν, κατά τον λόγο συμμετοχής του στο κεφάλαιο της εταιρείας. Περί μήνα Απρίλιο 2013 ο Αιτών, γνωστοποίησε όπως ισχυρίζεται, νόμιμα προς τους καθ' ών, σε σχετική συνάντησή τους, την απόφασή του να αποχωρήσει από την Εταιρεία. Στη συνέχεια και μετά από επανειλημμένες συζητήσεις μεταξύ των διαδίκων, παρεδόθη στον Αιτούντα, από τον πρώτο των καθ' ών ενεργούντα και για λογαριασμό της δεύτερης των καθ' ών, όπως ο ίδιος είχε δηλώσει στον Αιτούντα, το από 27.2.2015 σχέδιο πρακτικών της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης της Εταιρείας. στο οποίο περιλαμβάνονται τόσο τα θέματα της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των εταίρων της χρήσης ΕΙ .2014 έως 31.12.2014 (αποτελέσματα χρήσεως, διανομή κερδών κλπ) όσο και το θέμα της έγκρισης της αποχώρησης του Αιτούντα και των σχετικών όρων και συμφωνιών, το οποίο ο Αιτών δεν αποδέχθηκε, και με την από 7.4.2015 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωση του, κάλεσε τους καθ' ών να συμπράξουν άμεσα στην υλοποίηση της αποχώρησης του από την εταιρεία, να υπογράψουν, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην ανωτέρω εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωση, τα πρακτικά της γενικής συνέλευσης και την επιβαλλόμενη τροποποίηση του καταστατικού της εταιρείας και να του καταβάλουν τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην ανωτέρω εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωση ποσά. Στην παραπάνω εξώδικη διαμαρτυρία απάντησε ο πρώτος των καθ' ών, μη αποδεχόμενος την αποχώρηση του Αιτούντα από την Εταιρεία και αποδεχόμενος την καταβολή μέρους των αιτούμενων ποσών.

9. Κατόπιν των ανωτέρω, δεν διαφαινόταν καμία δυνατότητα φιλικού διακανονισμού της διαφοράς μεταξύ των δύο πλευρών. Σύμφωνα δε με το άρθρο 14.3. του καταστατικού της εταιρίας σε τέτοια περίπτωση, η διαφορά επιλύεται διαιτητικά με τη διαδικασία της Διαιτησίας από τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών. Δεδομένου ότι με το από 16.2.2010 καταστατικό της Εταιρείας δεν είχαν προταθεί Διαιτητές και Επιδιαιτητής, ο Αιτών άσκησε ενώπιον της Διαιτησίας του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (εφεξής «ΔΣΑ») την από 28.04.2015 με αριθμπρωτ. ./2015 Αίτηση-Αγωγή του. και στη συνέχεια, με την από 29.09.2015 Εξώδικη Δήλωση Πρόσκληση του προς τους καθ’ ών, όρισε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 54 παρ. 7 του ν. 4194/2013 και 873 ΚΠολΔ, από τον σχετικό κατάλογο που ορίσθηκε από το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. ως Διαιτητή για την επίλυση της διαφοράς τον Γιώργο Αλεξανδρόπουλο, Δικηγόρο Αθηνών (Α.Μ ΔΣΑ .), καλώντας τους Καθ' ων να ορίσουν τον δικό τους Διαιτητή. Οι Καθ' ων όρισαν ως Διαιτητή τον Ιωάννη Δρυλλεράκη, Δικηγόρο Αθηνών (A.M. ΔΣΑ .). με την από 07.10.2015 δήλωσή του ο πρώτος των καθ’ ών κοινοποιούμενη στον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και με από 25.1 1.2015 δήλωσή της η δεύτερη των καθ’ ών, κοινοποιούμενη ομοίως στον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

Κατόπιν τούτων, οι Διαιτητές συνήλθαν στα γραφεία του ΔΣΑ προκειμένου να διορίσουν Επιδιαιτητή και συμφώνησαν να απευθυνθούν στον Επαμεινώνδα Λαμπαδάριο, Δικηγόρο Αθηνών, AM ΔΣΑ ., ο οποίος απεδέχθη την πρόταση και τον διορισμό του ως Επιδιαιτητή την 15.12.2015 και συγκροτήθηκε το Διαιτητικό Δικαστήριο. Εν συνεχεία, το Διαιτητικό Δικαστήριο, με την από 19.01.2016 συνεδρίασή του, αποφάσισε την παράταση της προθεσμίας υποβολής προτάσεων μετά τριήμερο από τη λήξη αποχής των δικηγόρων, η οποία εμπόδιζε την υποβολή τους. Ακολούθως, την 21.01.2019 ο Επιδιαιτητής Επαμεινώνδας Λαμπαδάριος υπέβαλε, στον Πρόεδρο του ΔΣΑ όπως προβλέπεται κατά το άρθρο 875 ΚΠολΔ, την με αρ. πρωτ. ./2019 αίτηση παραιτήσεως του από Επιδιαιτητής στην υπό κρίση διαιτησία του ΔΣΑ.

Παρασκευή 9 Ιουλίου 2021

ΜονΠρωτΑθ 88/21 : ΔΗΜΟΣΙΟ - ΔΙΑΔΟΧΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΟΡΙΣΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ - ΥΠΕΡΗΜΕΡΙΑ - ΜΙΣΘΟΙ. Περίπτωση εργαζομένων με σύμβαση ορισμένου χρόνου, που προσλήφθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου



ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 88/2021

 

Δικαστής : Λεμονιά Τσαβίδη, Πρόεδρος Πρωτοδικών


 

[…] Από τις διατάξεις των άρθρων 731, 732 και 692 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει δικαίωμα να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο κάθε πρόσφορο κατά την κρίση του μέτρο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις και αποσκοπεί στην εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης, υπό την προϋπόθεση ότι το ασφαλιστικό μέτρο δεν άγει στην ικανοποίηση του δικαιώματος. Σύμφωνα με την άποψη που επικρατεί στη νομολογία, η υποχρέωση του εργοδότη ν αποδέχεται προσωρινά την εργασία του ακύρως απολυθέντος δεν συνιστά ικανοποίηση του δικαιώματος του εργαζομένου, αφού με το ασφαλιστικό αυτό μέτρο αναστέλλεται προσωρινά η εκτέλεση της απόφασης του εργοδότη εωσότου εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή ή τελεσίδικη δικαστική απόφαση επί της αγωγής του εργαζομένου για την κύρια υπόθεση. Ειδικότερα, η προσφυγή από τον εργαζόμενο στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων για την προσωρινή ρύθμιση κατάστασης από τη βλαπτική μεταβολή της σύμβασης εργασίας είναι εύλογη και ανταποκρίνεται στους σκοπούς και στις προϋποθέσεις της διαδικασίας αυτής, προκειμένου ν αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος από την παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη, η οποία επιφέρει επαχθείς συνέπειες για τον εργαζόμενο και δεν δημιουργεί (η προσφυγή στη διαδικασία αυτή) αμετάκλητη απόφαση. Η ασφαλιστέα αξίωση δεν εξαντλείται σε μία εφάπαξ παροχή, αλλά αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση μιας διαρκούς έννομης σχέσης, που τίθεται σε προσωρινή λειτουργία. Επίσης, η περί ασφαλιστικών μέτρων απόφαση δεν αποστερεί το διάδικο από τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης, εντός των πλαισίων και με τις εγγυήσεις της τακτικής διαγνωστικής διαδικασίας, αφού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 695 του Κ.Πολ.Δ., έχει προσωρινή μόνο ισχύ και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση.

Άλλωστε, μετά τη διά του άρθρου 32 παρ. 4 του ν. 2172/1993 κατάργηση της διάταξης της παρ. 6 του άρθρου 692 του Κ.Πολ.Δ., η οποία απαγόρευε την ικανοποίηση αιτήματος αποδοχής από τον εργοδότη των υπηρεσιών του εργαζομένου με ασφαλιστικά μέτρα, επιτράπηκε ήδη να διαταχθεί ως ασφαλιστικό μέτρο η προσωρινή αποδοχή από τον εργοδότη των υπηρεσιών του εργαζομένου. Δημιουργήθηκε δηλαδή ισχυρό νομοθετικό έρεισμα υπέρ της άποψης ότι η υποχρέωση του εργοδότη να εξακολουθήσει ν αποδέχεται προσωρινά την εργασία εκείνου που πιθανολογείται ότι ακύρως απολύθηκε δεν συνιστά ικανοποίηση του δικαιώματος του εργαζομένου για την κύρια υπόθεση, διότι διαφορετικά δεν θα υπήρχε λόγος να καταργηθεί η ανωτέρω απαγορευτική του εν λόγω μέτρου διάταξη.

Τέλος, η προσωρινή ρύθμιση κατάστασης επιτρέπει να διατηρηθεί ζωντανή η υπηρεσιακή κατάσταση του μισθωτού μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της κύριας δίκης, χωρίς να δημιουργείται αμετάκλητη κατάσταση, καθώς η κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων εκδιδόμενη απόφαση είναι προσωρινής ισχύος και βραχύβια και δεν επηρεάζει την έκβαση της κύριας υπόθεσης. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, η αξίωση του εργαζομένου εναντίον του εργοδότη ν ανέχεται την προσφορά των υπηρεσιών του είναι δεκτική προσωρινής δικαστικής προστασίας, κατά το άρθρο 731 του Κ.Πολ.Δ. Η λύση αυτή αρμόζει τόσο στην προστασία που παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο, και μάλιστα το Σύνταγμα, στην προσωπικότητα και στο δικαίωμα εργασίας του μισθωτού (Μον.Πρωτ.Αθ. 4452/2020 προσκομιζόμενη από τις αιτούσες, Μον.Πρωτ.Ρόδ. 182/2017 Νόμος, Μον.Πρωτ.Ηλ. 9/2017 ΕλλΔνη 2017, 879, Μον.Πρωτ.Αθ. 5520/2016, Μον.Πρωτ. Λαμ. 290/2013 Νόμος).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 732Α του Κ.Πολ.Δ., η οποία προστέθηκε με το άρθρο 64 του ν. 4139/2013 και καταργήθηκε με το άρθρο 106 παρ. 3 του ν. 4172/2013, ορίζεται ότι, σε περίπτωση υπερημερίας του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας του εργαζομένου, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο την προσωρινή απασχόληση του εργαζομένου μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αγωγής για την κύρια υπόθεση.

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 656 εδ. α του Α.Κ., η οποία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013, ορίζεται ότι, αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα ν απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 656 του Α.Κ. δεν επηρεάζει αρνητικά η κατάργηση του άρθρου 732Α του Κ.Πολ.Δ. (Μ. Μαργαρίτη, Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ., άρθρο 731, Δ. Βασιλείου, δικηγόρου, με αφορμή την Μον.Πρωτ.Πατρ. 1132/2015, ΕΕργΔ τόμος 74ος, τεύχος 10, έτος 2015, επ.).

Τετάρτη 7 Ιουλίου 2021

Τεχνητή Νοημοσύνη: Η (νέα) ευρωπαϊκή προσέγγιση [Μαρία Γ. Σινανίδου, Int. IP LL.M., Certified Mediation Advocate, Δικηγόρος]

 


“Η τεχνητή νοημοσύνη είναι μέσο, όχι αυτοσκοπός. (…)
Στόχος των σημερινών προτάσεων είναι να ενισχυθεί η θέση της Ευρώπης ως παγκόσμιου κόμβου αριστείας στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης από το εργαστήριο στην αγορά, να διασφαλιστεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη στην Ευρώπη σέβεται τις αξίες και τους κανόνες μας και να αξιοποιηθεί το δυναμικό της για βιομηχανική χρήση.”
Thierry Breton, Ευρωπαίος Eπίτροπος Εσωτερικής Αγοράς

Στις 21.04.2021 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε πρόταση Κανονισμού για “θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων για την Τεχνητή Νοημοσύνη και τροποποίηση ορισμένων νομοθετικών πράξεων της Ένωσης”. Ο συνδυασμός του πρώτου νομικού πλαισίου για την τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ) και ενός νέου συντονισμένου σχεδίου με τα κράτη μέλη της ΕΕ στόχο έχει να εγγυηθεί την ασφάλεια και τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών και των επιχειρήσεων, ενισχύοντας ταυτόχρονα την αποδοχή της τεχνητής νοημοσύνης, τις επενδύσεις και την καινοτομία σε ολόκληρη την ΕΕ. Παράλληλα, οι νέοι κανόνες για τα μηχανήματα θα συμπληρώσουν την εν λόγω προσέγγιση προσαρμόζοντας τους κανόνες ασφαλείας, ώστε να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των χρηστών στη νέα πολυδύναμη γενιά προϊόντων.

Η πρόταση Κανονισμού είναι αποτέλεσμα αρκετών ετών προπαρασκευαστικών εργασιών της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων της “Ευρωπαϊκής στρατηγικής για την τεχνητή νοημοσύνη” του 2018, του “πρώτου συντονισμένου σχεδίου για την τεχνητή νοημοσύνη” του 2018, των “Κατευθυντήριων γραμμών για αξιόπιστη τεχνητή νοημοσύνη” του 2019, καθώς και της “Λευκής Βίβλου για την Τεχνητή Νοημοσύνη” του 2020, η οποία παρουσιάζει ένα σαφές όραμα για την τεχνητή νοημοσύνη στην Ευρώπη: ένα οικοσύστημα αριστείας και εμπιστοσύνης, το οποίο διαμορφώνει το πλαίσιο για την προκείμενη πρόταση Κανονισμού.

Η “Έκθεση σχετικά με τις συνέπειες της τεχνητής νοημοσύνης, του διαδικτύου των πραγμάτων και της ρομποτικής στην ασφάλεια και την ευθύνη”, η οποία συνόδευε την εν λόγω Λευκή Βίβλο, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η ισχύουσα νομοθεσία για την ασφάλεια των προϊόντων έχει ορισμένα κενά που έπρεπε να καλυφθούν, ιδίως στην Οδηγία 2006/42/ΕΚ (“Οδηγία για τα μηχανήματα”).

Η εκτελεστική Αντιπρόεδρος για “Μια Ευρώπη έτοιμη για την ψηφιακή εποχή”, Margrethe Vestager, δήλωσε σχετικά με τη πρόταση Κανονισμού: “Όσον αφορά την τεχνητή νοημοσύνη, η εμπιστοσύνη σε αυτή είναι απολύτως αναγκαία και όχι απλώς ευκταία. Με αυτούς τους κανόνες-ορόσημο, η ΕΕ πρωτοστατεί στην ανάπτυξη νέων παγκόσμιων προτύπων ώστε να διασφαλιστεί ότι μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη στην τεχνητή νοημοσύνη. Καθορίζοντας τα πρότυπα, μπορούμε να προετοιμάσουμε το έδαφος για μια τεχνολογία βασιζόμενη σε δεοντολογικές αρχές σε παγκόσμιο επίπεδο και να διασφαλίσουμε ότι η ΕΕ παραμένει ανταγωνιστική καθ’ όλη τη διαδικασία. Οι κανόνες μας, διαχρονικοί και φιλικοί προς την καινοτομία, θα παρεμβαίνουν όπου είναι απολύτως αναγκαίο: όταν διακυβεύονται η ασφάλεια και τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών της ΕΕ.”

Η νομική βάση της πρότασης Κανονισμού είναι καταρχάς το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ (ΣΛΕΕ), η οποία προβλέπει τη λήψη μέτρων για τη διασφάλιση  της  λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς. Επιπλέον, δεδομένου ότι περιέχονται ορισμένοι ειδικοί κανόνες για την προστασία του άτομου αναφορικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως περιορισμοί στη χρήση συστημάτων AI για απομακρυσμένη βιομετρική ταυτοποίηση σε “πραγματικό χρόνο” σε δημόσιους χώρους για τον σκοπό της επιβολής του νόμου, η πρόταση βασίζεται, στον βαθμό που αφορά σε συγκεκριμένους κανόνες, στο άρθρο 16 της ΣΛΕΕ.

Η επιλογή ενός Κανονισμού ως νομικού μέσου δικαιολογείται από την ανάγκη της ενιαίας εφαρμογής των νέων κανόνων, όπως του ορισμού της τεχνητής νοημοσύνης, της απαγόρευσης ορισμένων επιβλαβών πρακτικών με δυνατότητα AI και της ταξινόμησης ορισμένων συστημάτων AI. Η άμεση ισχύς του Κανονισμού, σύμφωνα με το άρθρο 288 ΣΛΕΕ, θα μειώσει τον νομικό κατακερματισμό και θα διευκολύνει την ανάπτυξη μιας ενιαίας αγοράς για νόμιμα, ασφαλή και αξιόπιστα συστήματα AI.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει κατά τη νομοθετική ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης μια προσέγγιση με βάση τον κίνδυνο με διαβάθμιση τεσσάρων επιπέδων.

Η πρόταση του Κανονισμού περιέχει 12 Τίτλους (Τίτλος I – XII) και συνολικά 85 άρθρα. Σύμφωνα με το άρθρο 3 αυτής, όπου περιλαμβάνονται οι ορισμοί, ο όρος “σύστημα τεχνητής νοημοσύνης” (στοιχ. 1) ορίζεται ως “λογισμικό που έχει αναπτυχθεί με μία ή περισσότερες από τις τεχνικές και προσεγγίσεις που παρατίθενται στο παράρτημα Ι και μπορεί, για ένα δεδομένο σύνολο καθορισμένων από τον άνθρωπο στόχων, να παράγει αποτελέσματα όπως περιεχόμενο, προβλέψεις, προτάσεις ή αποφάσεις που επηρεάζουν περιβάλλοντα με τα οποία αλληλεπιδρούν”.

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2021

ΜΠρΠατρών 28/2021: "Σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού - Αγωγή από συμβιβασμό - Ρύθμιση περιουσιακών σχέσεων πρώην συζύγων"



Σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού με την οποία ρυθμίσθηκαν οι περιουσιακές σχέσεις των διαδίκων μετά τη λύση του γάμου τους λόγω διαζυγίου, με αντικείμενο την απόσβεση των αμοιβαίων αξιώσεων συμμετοχής των διαδίκων στα αποκτήματα αυτών κατά τη διάρκεια του γάμου τους και στην παραίτηση της ενάγουσας από το δικόγραφο και το δικαίωμα αγωγής. Υπερημερία. Αγωγή με την οποία ζητείται η αναγνώριση της υποχρέωσης του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα εντόκως το ποσό που αναφέρεται σε αυτή.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 28/2021

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αποτελούμενο από το Δικαστή Κωνσταντίνο Ρήγα, Πρωτοδίκη, ο οποίος ορίσθηκε από το Διευθύνοντα το Πρωτοδικείο Πατρών Πρόεδρο Πρωτοδικών, και από τη γραμματέα Σοφία Κουτσογιαννοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην Πάτρα την 3η Μαρτίου 2020, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των κάτωθι:

Της ενάγουσας: ... κατοίκου Πατρών, επί της οδού ., και με Α.Φ.Μ. ., που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτής, ΣΑ ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις και δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο.

Του εναγομένου: ., κατοίκου . Νομού Αχαΐας και με Α.Φ.Μ. ., που παραστάθηκε διά της πληρεξουσίας δικηγόρου του, ΜΛ η οποία προκατέθεσε προτάσεις και δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο.

Η ενάγουσα αιτείται να γίνει δεκτή η από 8-4-2019 αγωγή αυτής, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ./11-4-2019, προσδιορίσθηκε μέσω της υπ’ αριθμόν ./25-9-2019 πράξεως του Προέδρου Πρωτοδικών Πατρών για τη διαλαμβανόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και ενεγράφη στο οικείο πινάκιο με αριθμό 30, οπότε εκφωνήθηκε και συζητήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, οι μη εμφανισθέντες στο ακροατήριο πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν νομοτύπως.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ


1. Η ενάγουσα ιστορεί διά της υπό κρίση αγωγής, κατά την προσήκουσα εκτίμηση του δικογράφου αυτής, ότι, δυνάμει της εκεί παρατιθέμενης, συναφθείσας στην Πάτρα, από 31-7-2008 έγγραφης συμβάσεως εξώδικου συμβιβασμού των διαδίκων, ρυθμίσθηκαν οι περιουσιακές σχέσεις αυτών μετά την από 13-7-2006 αμετάκλητη λύση του τελεσθέντος μεταξύ τους κατά την 8-4-1979 γάμου λόγω διαζυγίου, προκειμένου να αποσβεσθούν οι αμοιβαίες αξιώσεις συμμετοχής των διαδίκων στα αποκτήματα αυτών κατά τη διάρκεια του γάμου τους και να παραιτηθεί η ενάγουσα από το δικόγραφο και το δικαίωμα της από 4-9-2006 αγωγής αυτής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών με αντικείμενο την προμνημονευθείσα αξίωσή της εναντίον του εναγομένου, εφόσον αυτός τηρήσει τις εκτιθέμενες στην αγωγή υποχρεώσεις του. Ότι συμφωνήθηκε ειδικότερα, με αμοιβαίες υποχωρήσεις των διαδίκων για την επίλυση της ως άνω φιλονικίας αυτών, ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 8.000 ευρώ κατά την κατάρτιση της προειρημένης συμβάσεως, να μεταβιβάσει, μέχρι την 31-12-2008, την εκεί περιγραφόμενη, ευρισκόμενη στην Κάτω Αχαΐα, οριζόντια ιδιοκτησία, με εμβαδόν 110 τ.μ., κατά ψιλή συγκυριότητα εξ αδιαιρέτου στα δύο τέκνα των διαδίκων και κατ’ επικαρπία στην ενάγουσανα μεταβιβάσει και να παραδώσειέως την 30-6-2013, τη διαλαμβανόμενη στην ένδικη σύμβασημέλλουσα να ανεγερθεί στον πρώτο όροφο πολυώροφης οικοδομής στην Πάτρα, επί της οδού ., οριζόντια ιδιοκτησία, με επιφάνεια 65 τ.μ. και αποκλειστική χρήση μιας ανοικτής θέσεως σταθμεύσεως αυτοκινήτου, κατά ψιλή συγκυριότητα εξ αδιαιρέτου στα προαναφερθέντα τέκνα τους και κατ’ επικαρπία στην ίδια καθώς και να καταβάλλει, εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός, στην ενάγουσα το ποσό των 400 ευρώ κατά το χρονικό διάστημα από την 31-7-2008 μέχρι την 30-6-2013, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως με τον τρέχοντα επίσημο τιμάριθμο από την 31-7-2010 και εντεύθεν. Ότι, στην περίπτωση που ο εναγόμενος δε θα έχει προβεί στην ανωτέρω μεταβίβαση της δεύτερης εκ των προμνημονευθεισών οριζόντιων ιδιοκτησιών έως την 30-6-2013, αυτός υποχρεούτο, μέχρι τότε, είτε να μεταβιβάσει, κατά ψιλή συγκυριότητα εξ αδιαιρέτου στα προειρημένα τέκνα των διαδίκων και κατ’ επικαρπία στην ενάγουσαοριζόντια ιδιοκτησίαίδιας εμπορικής αξίαςπου θα αγόραζε ο εναγόμενος είτε να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό της προδιαληφθείσας εμπορικής αξίαςυπολογιζόμενης κατά την 30-6-2013. Ότι ο εναγόμενος έχει τηρήσει εν μέρει μόνον τις προαναφερθείσες υποχρεώσεις του, καταβάλλοντας εμπροθέσμως στην ενάγουσα το προμνημονευθέν εφάπαξ ποσό των 8.000 ευρώ, μεταβιβάζοντας εκπροθέσμως την πρώτη μόνον από τις προειρημένες οριζόντιες ιδιοκτησίες στα προδιαληφθέντα δύο τέκνα των διαδίκων και στην ενάγουσα κατά την 25-5-2009 και την 10-6-2009 αντιστοίχως και καταβάλλοντας σ’ αυτήν το προμνημονευθέν μηνιαίο ποσό των 400 ευρώ μόνον έως και το Δεκέμβριο του 2011, με συνέπεια να έχει περιέλθει έναντι της ενάγουσας σε υπερημερία οφειλέτη αναφορικά με την καταβολή αφενός του προειρημένου ληξιπρόθεσμου και απαιτητού μηνιαίου ποσού των 400 ευρώ κατά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα από την 1-1-2012 μέχρι και την 30-6-2013, αναπροσαρμοσμένου ετησίως με το διαλαμβανόμενο στο αγωγικό δικόγραφο τρέχοντα επίσημο τιμάριθμο, ήτοι του συνολικού για την περί ης ο λόγος αιτία ποσού των 7.840,16 ευρώ, και αφετέρου του ληξιπρόθεσμου και απαιτητού ποσού των 94.900 (65 τ.μ. Χ 1.460  ανά τ.μ.) ευρώ ως εμπορική αξία κατά την 30-6-2013 της προαναφερθείσας μη μεταβιβασθείσας δεύτερης οριζόντιας ιδιοκτησίας. Ενόψει των προπαρατεθέντων, η ενάγουσα αιτείται να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να της καταβάλει αφενός το προμνημονευθέν ποσό των 7.840,16 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της προειρημένης αντίστοιχης δήλης ημέρας, κατά την οποία το καθένα εκ των κονδυλίων που απαρτίζουν το προδιαληφθέν συνολικό ποσό κατέστη απαιτητό, δηλαδή από την έκτη ημέρα του αντίστοιχου μηνός του υπό κρίση χρονικού διαστήματος από τον Ιανουάριο του 2012 έως και τον Ιούνιο του 2013, άλλως από την επομένη της επιδόσεως της ένδικης αγωγής, και αφετέρου το προαναφερθέν ποσό των 94.900 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της προειρημένης δήλης ημέρας, ήτοι από την 1-7-2013, άλλως από την επομένη της επιδόσεως της υπό κρίση αγωγής, δηλαδή το συνολικό ποσό των 102.740,16 ευρώ, με το νόμιμο τόκο σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, όπως επίσης να καταδικασθεί ο εναγόμενος στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας.

2. Με τα ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση, κατατεθείσα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού την 11-4-2019 και εμπροθέσμως ασκηθείσα την 17-4-2019 (ά. 122 επ., 144 επ. και 215 ΚΠολΔ), αναγνωριστική αγωγή παραδεκτώς (ά. 237 ΚΠολΔ) εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο τυγχάνει καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (ά. 7, 9, 12-14, 22 και 33 ΚΠολΔ), προκειμένου να εκδικασθεί με την αρμόζουσα τακτική διαδικασίαόπως έχει κατόπιν της ισχύος του Ν. 4335/2015 (βλτο άρθρο ένατο αυτού). Είναι επιπροσθέτως παραδεκτή και νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 158, 240 επ., 287, 288, 340, 341§1, 345εδ.α, 346, 361, 871 ΑΚ, 70, 219 και 176 επΚΠολΔ, οπότε πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.