Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016

Δημόσιο: Σαρωτικές αλλαγές για τους εργαζόμενους - Τι περιλαμβάνει το νομοσχέδιο (δείτε όλο το κείμενο)


Κατατέθηκε (28-11-2016) στη Βουλή το νομοσχέδιο για την κινητικότητα των δημόσιων υπαλλήλων.
Το νομοσχέδιο αφορά διοικητικούς υπαλλήλους και η κινητικότητα θα είναι εθελούσια. Προβλέπεται να γίνεται με μία αίτηση και υπογραφή, ενώ το αρμόδιο υπουργείο θα παρουσιάσει σύστημα το οποίο θα φαίνονται οι θέσεις και το τι θα μπορεί να κάνει με τις επιλογές του.
Από τις διατάξεις του νομοσχεδίου εξαιρούνται δικαστικοί υπάλληλοι, υπάλληλοι φυλακών, του ιδρύματος Αρωγής Αρρένων Βόλου, και υπάλληλοι νοσοκομείων και ΕΚΑΒ, όπως επίσης και διοικητικοί υπάλληλοι, αλλά και σχολικοί φύλακες.
Οι υποψήφιοι προς μετάταξη δημόσιοι υπάλληλοι θα αξιολογούνται από τριμελές όργανο του φορέα υποδοχής. Αυτό θα στελεχώνεται από τον γενικό διευθυντή και τον διευθυντή της υπηρεσίας στην οποία ανήκει η προς κάλυψη θέση, καθώς και τον διευθυντή προσωπικού του φορέα. Η αξιολόγηση των υποψηφίων θα γίνεται πάνω:
α) στη συνάφεια των τυπικών και ουσιαστικών τους προσόντων με τη θέση που διεκδικούν
β) στις εκθέσεις αξιολόγησής τους
γ) στην εμπειρία τους σε συναφές αντικείμενο
δ) σε κάθε στοιχείο του προσωπικού τους μητρώου που τεκμηριώνει την καταλληλότητά τους
Συνέντευξη
Με στόχο την πληρέστερη αξιολόγηση των υποψηφίων από τον φορέα του Δημοσίου που δέχεται τους μετατασσόμενους, μετά από την αξιολόγηση των προς μετάταξη υπαλλήλων προβλέπεται η δυνατότητα συνέντευξης μεταξύ των τριών επικρατέστερων υποψηφίων.
Το νομοσχέδιο αναμένεται να έχει ψηφιστεί μέχρι την ερχόμενη Παρασκευή. 
Σύμφωνα με το Υπουργείο Διοικητικής Ανασυγκρότησης το σχέδιο Νόμου δημιουργεί ένα σαφές πλαίσιο, απλουστεύει τις διαδικασίες και εξορθολογίζει το σύστημα σε σχέση με το καθεστώς των αποσπάσεων και των μετατάξεων των τακτικών πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων από μια δημόσια υπηρεσία σε άλλη.
Η κινητικότητα στο Δημόσιο, η οποία εισάγεται με το κατατεθέν σχέδιο Νόμου,  αποτελεί ένα κρίσιμο εργαλείο για την ανασυγκρότηση της Δημόσιας Διοίκησης, έναν μοχλό για την ανακατανομή του προσωπικού βάσει των πραγματικών αναγκών τόσο των φορέων, όσο και των υπαλλήλων, αναφέρει το Υπουργείο.
Πιο αναλυτικά, το Υπ. Διοικητικής Ανασυγκρότησης σημειώνει σε σχέση με το νομοσχέδιο αυτό:
Βασική  καινοτομία του προτεινόμενου συστήματος  (Ενιαίο Σύστημα Κινητικότητας – ΕΣΚ)  είναι  ο αμιγώς εθελούσιος χαρακτήρας  της κινητικότητας και ειδικότερα  η δυνατότητα κάθε υπαλλήλου να έχει πρόσβαση στο σύνολο των προς κάλυψη  θέσεων,  βάσει  ενιαίων κανόνων  αναφορικά με τους όρους, τις προϋποθέσεις και εν γένει τις ακολουθούμενες διαδικασίες.
Για τη συμμετοχή των φορέων στο ΕΣΚ τίθενται δύο (2) απαρέγκλιτες  προϋποθέσεις: α) η ύπαρξη επικαιροποιημένων Οργανισμών σε ψηφιακή μορφή, οι οποίοι ενσωματώνονται  στο ενιαίο ψηφιακό Οργανόγραμμα της δημόσιας διοίκησης που δημιουργείται  για πρώτη φορά  και επιτρέπει την αποτύπωση της διάρθρωσης και  της στελέχωσης όλων των φορέων και, β) η κατάρτιση περιγραμμάτων θέσεων εργασίας, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η μετάταξη του υπαλλήλου διενεργείται σε κενή οργανική θέση για την οποία έχει τα προβλεπόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, όπως αυτά προκύπτουν από την "ταυτότητα" της θέσης.
Η προσωρινή μετακίνηση του υπαλλήλου (απόσπαση), χωρίς την προϋπόθεση ύπαρξης κενής οργανικής θέσης, συνιστά πλέον μία κατ΄ εξαίρεση μορφή κινητικότητας.  Για το λόγο αυτό συνδέεται με την ύπαρξη αποδεδειγμένων σοβαρών και επειγουσών υπηρεσιακών αναγκών και έχει περιορισμένη διάρκεια (ένα έτος με δυνατότητα παράτασης εκ μέρους του φορέα και με συναίνεση του υπαλλήλου   έως τρεις μήνες). Η εν λόγω επιλογή υπαγορεύθηκε από το γεγονός ότι οι επικαιροποιημένοι Οργανισμοί των φορέων θα περιλαμβάνουν το σύνολο των θέσεων ανά κλάδο και οργανική μονάδα που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση των αναγκών τους, συνεπώς η αναγκαιότητα απόσπασης  υπαλλήλων πέραν  της κάλυψης των οργανικών θέσεων θα πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς και πάντα στο πλαίσιο επειγουσών αναγκών. Επιπλέον, για πρώτη φορά εισάγεται ρητή ρύθμιση για τη σύνδεση της απόσπασης με την άσκηση καθηκόντων ορισμένου κλάδου, για τον οποίο ο υπάλληλος έχει τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στη δημοσιοποίηση των προς κάλυψη θέσεων, καθώς προβλέπεται ότι αποστέλλονται από τους φορείς στο Υπουργείο Διοικητικής Ανασυγκρότησης τρεις (3) φορές κατ΄ έτος, σε αντίστοιχους κύκλους κινητικότητας, και αναρτώνται σε ειδική ηλεκτρονική πλατφόρμα με τη μορφή Πίνακα διαθέσιμων θέσεων.
* Προβλέπεται  δημοσιοποίηση των θέσεων μέσω της διαδικτυακής ανάρτησής τους, καθώς, επιπλέον, στοιχεία που το διαφοροποιούν ριζικά από τις προϊσχύουσες μορφές κινητικότητας είναι: α) η  διαδικασία επιλογής των μετακινούμενων και η έκδοση της απόφασης διενεργείται εξ ολοκλήρου από την υπηρεσία υποδοχής και,  β) οι καθορισμένες (δεσμευτικές) προθεσμίες για την ολοκλήρωση των διαδικασιών κινητικότητας.
Αναφορικά δε με το χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης των διαδικασιών κινητικότητας υπό τη μορφή μετάταξης ή απόσπασης, για πρώτη φορά προβλέπονται ορισμένες προθεσμίες όχι μόνο για την αποστολή των αιτημάτων κάλυψης των θέσεων, τη διαδικτυακή  ανάρτησή  τους και την αξιολόγηση των υποψηφίων, αλλά και για την ίδια την έκδοση της απόφασης, καθώς  ως ανώτατο χρονικό όριο ορίζεται το τρίμηνο από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής των αιτήσεων. Επιπλέον, δεδομένου ότι η δαπάνη μισθοδοσίας του προσωπικού, εφόσον μεταταχθεί ή αποσπασθεί σε άλλο φορέα, βαρύνει τον φορέα υποδοχής προβλέπεται μέσω ορισμένης διαδικασίας η  παράλληλη ανακατανομή πιστώσεων,  προκειμένου να  επιτευχθεί   δίκαιη κατανομή πόρων από τον έναν φορέα στον άλλο.

Ειδικές ρυθμίσεις εισάγονται για τη μετάταξη/απόσπαση σε υπηρεσίες απομακρυσμένων- παραμεθόριων περιοχών καθώς και σε  ορεινούς-νησιωτικούς ΟΤΑ α΄ βαθμού, προκειμένου να υπάρχουν αυξημένα κίνητρα για τη στελέχωσή τους. Η σύντμηση του απαιτούμενου χρόνου βαθμολογικής προαγωγής, η δυνατότητα παράτασης κατά (1) ένα έτος της απόσπασης, αλλά και η δυνατότητα απευθείας μετάταξης σε κενή οργανική θέση μετά τη συμπλήρωση δύο (2) ετών απόσπασης συνεχώς,  είναι κίνητρα προς τον υπάλληλο που αποσκοπούν  στην ενίσχυση της προσφοράς για την κάλυψη των εν λόγω θέσεων.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016

ΜΕφΚρήτης 19/16 : Εμπράγματη αγωγή - Πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ - Παραδεκτό συζήτησης







Εμπράγματη αγωγή - Πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ - Παραδεκτό συζήτησης. 
Δεν θα μπορούσε μια καθαρά φορολογικού χαρακτήρα διάταξη, όπως αυτή του ΕΝΦΙΑ, που δεν αφορά στην προστασία των συναλλασσομένων σε σχέση με τα ακίνητα ή δεν επιδιώκει την παροχή δικαστικής προστασίας, να αποτελεί ειδική διαδικαστική προϋπόθεση μιας εμπράγματης αγωγής και προαπαιτούμενο προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας. Αντισυνταγματική η θέσπιση υποχρέωσης προσκόμισης πιστοποιητικού ΕΝΦΙΑ, ως όρου παραδεκτού της συζήτησης. Απορρίπτει την έφεση.


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 19/2016
Δικαστής: Ε. Ψαράκη, Εφέτης

(...) Με το ν. 4223/2013 προβλέφθηκε η επιβολή του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) και δη στο άρθρο 1 αυτού ορίζεται «1. Από το έτος 2014 και για κάθε επόμενο έτος επιβάλλεται Ε­νιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) στα δικαιώματα της § 2 του παρόντος, σε ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα και ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή κάθε είδους νομικές οντότη­τες την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους. 2. Ο ΕΝΦΙΑ ε­πιβάλλεται στα εμπράγματα δικαιώματα της πλήρους κυριότητας, της ψιλής κυριότητας, της επικαρπίας, της οίκησης και της επιφάνειας επί του ακινήτου. Εξαιρετικά, επιβάλλεται και στο δι­καίωμα της νομής ή οιονεί νομής, της κατοχής», στο άρθρο 2 αυτού «1. Υποκείμενο του ΕΝΦΙΑ εί­ναι κάθε πρόσωπο ή οντότητα του άρθρου 1, ανά­λογα με το δικαίωμα και το ποσοστό του, και ει­δικότερα: α) Αυτός που αποκτά δικαίωμα σε ακί­νητο από οποιαδήποτε αιτία, από την ημερομηνία σύνταξης του οριστικού συμβολαίου κτήσης ή από την ημερομηνία τελεσιδικίας της δικαστικής απόφασης με την οποία αναγνωρίζεται δικαίωμα ή καταδικάζεται ο δικαιοπάροχος σε δήλωση βουλήσεως .... γ) Ο κληρονόμος και ειδικότερα: αα) .... β β) Ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος, εφόσον δεν έχει δημοσιευθεί διαθήκη μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου της φορολογίας έτους .... ζ) Ο νομέας επίδικου ακινήτου. Αν το ακί­νητο εκνικηθεί με τελεσίδικη απόφαση, ο ΕΝΦΙΑ, που καταβλήθηκε, δεν επιστρέφεται 3. Ο πλήρης κύριος υποχρεούται στην καταβολή του συνολι­κού ΕΝΦΙΑ που βαρύνει το ακίνητο κατά το πο­σοστό συνιδιοκτησίας του .... 8. Για την εφαρμογή του ΕΝΦΙΑ ακίνητα που δεν ιδιοχρησιμοποιούνται από το υποκείμενο του ΕΝΦΙΑ θεωρούνται αυτά τα οποία εκμισθώνονται ή παραχωρούνται καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε τρίτο. Στα ακίνητα που δεν εμπίπτουν στο προηγούμενο εδάφιο θεωρού­νται ιδιοχρησιμοποιούμενα ...», κατά δε τη διάτα­ξη του άρθρου 9 § 2 του ν. 4223/2013, όπως αυτή ήδη τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 § γ αριθ. 5 του ν. 4254/2014: «Μετά το άρθρο 54 του ν. 4174/2013 προστίθεται νέο άρθρο 54Α που έχει ως εξής: «Άρ­θρο 54Α. Υποχρεώσεις τρίτων για τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων. 1. Είναι αυτοδικαίως άκυρη κάθε υποσχετική ή εκποιητική δικαιοπρα­ξία με την οποία συστήνονται, μεταβάλλονται, αλλοιώνονται ή μεταβιβάζονται, από οποιαδήπο­τε αιτία, δικαιώματα επί ακινήτου ή παρέχεται δικαίωμα προσημείωσης ή υποθήκης σε αυτό, αν δεν μνημονεύεται και δεν επισυνάπτεται από το συμβολαιογράφο στο συμβόλαιο που συντάσσει, πιστοποιητικό της Φορολογικής Διοίκησης, με το οποίο πιστοποιείται ότι το ίδιο ακίνητο, με τα ίδια στοιχεία, περιλαμβάνεται στη δήλωση Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων, καθώς και ότι ο φορολογούμενος έχει καταβάλει, ή νόμιμα απαλ­λαγεί από τον ΕΝΦΙΑ για το συγκεκριμένο ακί­νητο και έχει καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις, έχει ρυθμίσει ή έχει νόμιμα απαλλαγεί από τον ΕΝΦΙΑ για τα υπόλοιπα ακίνητα, για τα οποία είναι υπόχρεος για τα πέντε (5) προηγούμενα έτη. 

Αυ­τοδικαίως άκυρος είναι ο συμβολαιογραφικός τίτλος και για τη σύνταξη κατακυρωτικής έκθεσης επί εκούσιου πλειστηριασμού 2. ... 3. Εάν δεν είναι δυνατή η επισύναψη στο συμβολαιογραφικό έγ­γραφο του πιστοποιητικού του ΕΝΦΙΑ της § 1 του άρθρου αυτού για τα πέντε (5) προηγούμενα της μεταβίβασης έτη, επισυνάπτεται για τα υπόλοιπα έτη το πιστοποιητικό του άρθρου 48 του ν. 3842/ 2010 (Α' 58) με το οποίο πιστοποιείται ότι το ίδιο ακίνητο, με τα ίδια στοιχεία, περιλαμβάνεται στη δήλωση φόρου ακίνητης περιουσίας (ΦΑΠ), κα­θώς και ότι ο φορολογούμενος έχει καταβάλει το ΦΑΠ για το συγκεκριμένο ακίνητο και ότι έχει καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις του ΦΑΠ ή έχει ρυθμίσει το ΦΑΠ για τα υπόλοιπα ακίνητα, για τα οποία είναι υπόχρεος για τα προηγούμενα έτη. 4. ... 5. Είναι απαράδεκτη η συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου εμπράγματης αγωγής επί ακινήτου, πλην της μονομερούς εγγραφής υποθήκης ή προ­σημείωσης υποθήκης ή της άρσης κατάσχεσης, αν δεν προσκομισθεί από τον υπόχρεο σε ΕΝΦΙΑ, το πιστοποιητικό των §§ 1 και 3 του άρθρου αυτού». 

Η τελευταία αυτή διάταξη, περί απαραδέκτου της συζητήσεως εμπράγματης αγωγής, που είναι προ­φανές ότι είναι φορολογικής φύσης, θίγει, παρα­βιάζει και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη διάτα­ξη του άρθρου 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώ­που και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) και τις διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος (δικαίωμα της ιδιοκτησίας, δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας και αρχή της αναλογικότητας). Ειδικότερα, στο άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος, το οποίο συμφωνεί και με το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ, κατοχυρώνεται το θεμε­λιώδες δικαίωμα του πολίτη για παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, αποτελεί δε θεμε­λιώδη αρχή του κράτους δικαίου. 

Οι δικονομικές λεπτομέρειες που είναι επιτρεπτό να καθορίζει κάθε κράτος μέλος της Ένωσης δεν επιτρέπεται να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή δυσχερή την ά­σκηση των δικαιωμάτων των πολιτών. Εξάλλου, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλ­λου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (ΥΕΚ 256) ο­ρίζεται ότι: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προ­βλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρ­χών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα πα­ντός Κράτους όπως θέση εν ισχύϊ νόμους ους ήθε­λε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων».

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2016

ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ και ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΠΑΤΡΩΝ και ΑΙΓΙΟΥ (Λ.Ε.Α.Δ.Π.Α.) - Εναρμόνιση καταστατικών διατάξεων [Θεοδώρου Καλδίρη, δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών, μέλους του Δ.Σ. του Λ.Ε.Α.Δ.Π.Α.]



Περιεχόμενα

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 Όπως είχα αναφέρει και στην προ-περυσινή εισήγησή μου με τίτλο «Ο χαρακτήρας των ΛΕΑΔ», οι ΛΕΑΔ εδράζονται στην έννοια της αλληλοβοήθειας. Η έννοια αυτή δεν είναι μονόδρομη: η απόλαυση των παροχών κάθε Λογαριασμού από τα μέλη του δεν λαμβάνει χώρα «δωρεάν» ούτε και φυσικά «με αντάλλαγμα», αλλά στα πλαίσια μιας κοινωνίας «κινδύνων», οι οποίοι δεν έχουν βέβαια μόνο την έννοια του κινδύνου που αποδίδεται στο ασφαλιστικό δίκαιο, αλλά μία ευρύτερη, αυτή της από κοινού δημιουργίας κεφαλαίου και της χρηστής εκμετάλλευσης του για την κάλυψη κοινών αναγκών.
Η κάλυψη των αναγκών αυτών κατά έναν τρόπο αποτελεσματικό, διαυγή και οικονομικά πρόσφορο προϋποθέτει νομικά α) την οργάνωση της διαχείρισης αυτής μέσω νομικών προσώπων, που για τους ΛΕΑΔ είναι σωματεία ιδιωτικού δικαίου µη έχοντα κερδοσκοπικό χαρακτήρα και β) την εύληπτη και δραστική πρόβλεψη, ενεργοποίηση και λειτουργία μηχανισμών στα καταστατικά τους, που να παρέχουν τα κατάλληλα εκείνα εργαλεία προς την όσο το δυνατόν καλύτερη ικανοποίηση των σκοπών τους.
Φυσικά είναι αναμενόμενο οι διατάξεις των καταστατικών των ΛΕΑΔ να μην δύναται να έχουν την ίδια διατύπωση, αφού ο συντάκτης τους ήταν διαφορετικός κάθε φορά με διαφορετικό επίπεδο νομικών γνώσεων, διαφοροποιημένη εμπειρία αντιμετώπισης τέτοιων θεμάτων και κυρίως και πάνω από όλα χωρίς την ίδια για όλους δυνατότητα πρόβλεψης μελλοντικών να ανακύψουν προβλημάτων ή δυσχερών νομικών θεμάτων.
Στα ανωτέρω πλαίσια η σημερινή ανάγνωση των καταστατικών των ΛΕΑΔ συνοδευόμενη από την δεκαπενταετή εμπειρία λειτουργίας τους αναδεικνύει τόσο την προνοητικότητα μερικών εκ των συντακτών τους στην αντιμετώπιση θεμάτων που ακόμη δεν είχαν ανακύψει, αλλά και την ανάγκη να υιοθετηθούν μηχανισμοί χρήσιμοι και από άλλους ΛΕΑΔ που – αδιάφορο για ποιον λόγο – δεν τους ενστερνίστηκαν.
Και βεβαίως η παρούσα Εισήγηση δεν έχει ως σκοπό να προκρίνει την υιοθέτηση ενός κοινού για όλους τους ΛΕΑΔ κειμένου καταστατικού, διότι αυτό θα ερχόταν σε αντίθεση με τον τοπικό χαρακτήρα τους. Κάθε ΛΕΑΔ έχει διαφορετικό αριθμό μελών, διαφορετικούς πόρους και εδράζεται σε διαφορετική οικονομική βάση που διαφοροποιεί τα έσοδα του και επομένως και τις παροχές του. Επίσης, οι τοπικές συνήθειες και αντιλήψεις καθώς και η μακροχρόνια εμπειρία από τα Ταμεία Προνοίας οδήγησαν στην υιοθέτηση παραλλαγμένων πρακτικών, όπερ και είναι απολύτως θεμιτό.
 Στον χώρο υπάρχουν έντονες φωνές αναφορικά με την αναγκαιότητα ενός προτύπου καταστατικού, που να προβλέπει κατά τρόπο ομοιόμορφο κάποια θέματα, κυρίως ως προς την δικαιολογητική τους βάση παρά ως προς τον τρόπο επίλυσής τους[1].
Όμως η έννοια της αλληλοβοήθειας είναι κοινή όχι μόνο για τις παροχές που τα μέλη των ΛΕΑΔ απολαμβάνουν, αλλά και για τους μηχανισμούς ικανοποίησής τους.
Ερευνώντας της δυνατότητες εναρμόνισης των καταστατικών διατάξεων των ΛΕΑΔ, θα πρέπει κατ’ αρχάς να τις κατηγοροποιήσουμε. Πριν από αυτό όμως θα πρέπει να καταλήξουμε στο εάν υπάρχει κάποιο νόημα στην εναρμόνιση αυτή ή εάν αυτή δεν προσφέρει τίποτε.



Το ερώτημα λοιπόν που αρχικά τίθεται, είναι τι θα προσφέρει η εναρμόνιση. Εάν κατατάξουμε τις καταστατικές διατάξεις σε κατηγορίες, θα διαπιστώσουμε εύκολα ότι η κοινή προσαρμογή των διατάξεων που προβλέπουν τους πόρους και την διαχείρισή τους καθώς και ότι αφορά τα όργανα κάθε ΛΕΑΔ (Γενική Συνέλευση, Διοικητικό Συμβούλιο) δεν προσφέρουν κάτι το ιδιαίτερο, καθόσον κάθε ΛΕΑΔ διαθέτει διαφορετικά εκμεταλλεύσιμα περιουσιακά στοιχεία, διαφορετικό αριθμό μελών, που παραλλάσουν τα έσοδά του, διαφορετικές σε αριθμό και εύρος παροχές και διαφορετική οργάνωση. Κάποια ΛΕΑΔ με μικρό αριθμό μελών δεν απασχολούν καν υπαλλήλους, οι Γενικές του Συνελεύσεις είναι εύκολα επιτεύξιμες, τα Διοικητικά τους Συμβούλια ευέλικτα, αλλά τα έσοδα τους περιορισμένα και οι παροχές τους λίγες. Αντίθετα, ΛΕΑΔ με μεγάλο αριθμό μελών κινούνται με μεγαλύτερη ανάγκη γραφειοκρατίας, έχουν περισσότερα έσοδα και περιουσία και έχουν την δυνατότητα μεγαλύτερου εύρους παροχών. Ούτως ή άλλως το θέμα της οργάνωσης και λειτουργίας κάθε ΛΕΑΔ δεν έχει αποτελέσει ιδιαίτερο πρόβλημα από την έναρξη της λειτουργίας τους και συνιστούν τεχνικά θέματα που δεν είναι αδύνατο να λυθούν.
Αντιθέτως, το θέμα των παροχών τους σε συνάρτηση με τα μέλη τους είναι εντελώς διαφορετικό, διότι οι ΛΕΑΔ διέπονται από το ίδιο νομοθετικό καθεστώς και τυχόν πρόβλημα που θα ανακύψει σε έναν ΛΕΑΔ δύναται να ανακύψει και σε άλλο, οπότε η κοινή αντιμετώπισή τους θα είναι τρόπον τινά δεδομένη, ιδίως εάν το πρόβλημα αυτό καταλήξει στην δικαστική κρίση. Άλλωστε η εμπειρία καταδεικνύει ότι τα προβλήματα που ανακύπτουν εστιάζονται κατά κύριο λόγο στις παροχές σε συνάρτηση με την ιδιότητα των μελών. Για τους λόγους αυτούς θα εστιάσω μόνο στο θέμα των τελευταίων.
Πριν εκθέσω όμως  τις διατάξεις που θεωρώ ότι χρήζουν μίας ενιαίας αντίληψης και ακολούθως και εναρμόνισης, θα ξεκινήσω ανάστροφα, αναλογιζόμενος τι θα σημάνει η εναρμόνιση των καταστατικών διατάξεων των ΛΕΑΔ: Τυχόν εναρμόνιση των καταστατικών δεν υποδεικνύει τίποτε άλλο παρά εναρμόνιση παροχών, πόρων, διαχείρισης, διοίκησης και συμμετοχής. Εάν υποθέσουμε ότι υιοθετούμε ένα ενιαίο καταστατικό ή έστω ένα εναρμονισμένο καταστατικό, θεωρώ ότι αυτό θα αυτοεπιβεβαιώσει την αναγκαιότητα ύπαρξης ενός πανελλαδικού ΛΕΑΔ με μία κοινή διοίκηση, όπερ συνεπάγεται την συγχώνευση όλων των τοπικών ΛΕΑΔ, με εξίσωση  παροχών, με συγκεντρωτική διαχείριση όλων των πόρων, με απώλεια της γνώσης τοπικών αναγκών και απρόσωπη διαχείριση όλων των θεμάτων από την μοναδική διοίκηση, με προβληματική συμμετοχή της βάσης στην άσκηση της διαχείρισης, με τεχνικά προβλήματα (υπάλληλοι, διαχείριση παροχών, κατακερματισμός εκδηλώσεων κλπ χωρίς επαρκή έλεγχο, γραφειοκρατία). Τα πλεονεκτήματα βεβαίως θα είναι η οικονομική ισχύς, η απάλειψη ΛΕΑΔ πολλαπλών ταχυτήτων και η εξίσωση (και διάσωση) των αδύναμων ΛΕΑΔ, η απολύτως ορθολογική και σαφέστατα πιο αυστηρή διαχείριση πόρων και κατανομή παροχών.
Η έννοια της αυτοτέλειας των ΛΕΑΔ που θα λειτουργούν με διατάξεις που θα είναι κοινές ή παρόμοιες θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε βάθος χρόνο στο ξεθώριασμα της αυθυπαρξίας τους – και αυτό θα γίνει αμεσότερα αντιληπτό από τους τρίτους προς εμάς παρά από εμάς τους ίδιους. Δεν νομίζω όμως ότι θέλουμε να υποκαταστήσουμε στο σημείο αυτό τον ΛΕΔΕ ούτε πολλώ δε μάλλον να λειτουργούμε όπως αυτός. Ούτε και επιθυμούμε μία Ομοσπονδία ΛΕΑΔ που θα λειτουργούν κάτω από μία διοίκηση.
Άλλωστε, τέτοιες μορφές παρόμοιας εξυπηρέτησης σκοπών έχουμε βιώσει στο παρελθόν από το Ταμείο Υγείας Δικηγόρων Επαρχιών (ΤΥΔΕ) και τον Λογαριασμό Ενίσχυσης Δικηγόρων Επαρχιών (ΛΕΔΕ) με όχι – κατά την γνώμη μου – καλά αποτελέσματα. Κατ’ αποτέλεσμα, θα καταδείξουμε μία αδυναμία στον λόγο ύπαρξης των τοπικών ΛΕΑΔ. Μοιραία θα οδηγηθούμε και στην σωματειακή ενοποίηση και συνακόλουθα θα βρεθούμε μπροστά στην ανάγκη να δικαιολογήσουμε την ύπαρξή μας έναντι άλλων φορέων κοινωνικής ασφάλισης.
 Αντιθέτως ο πλουραλιστικός χαρακτήρας των ΛΕΑΔ ενισχύει τον αλληλοβοηθητικό τους χαρακτήρα, ο οποίος όμως κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι έχει τοπικό χαρακτήρα. Ίσως κάποιος θα μπορούσε να αντιλέξει ότι η κοινή αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων προσδίδει ισχύ στα αρμόδια προς τούτο όργανα. Επιτρέψτε μου να αμφιβάλλω.

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2016

Σύνταγμα, ΕΣΔΑ και ζητήματα (βάρους, είδους και βαθμού) απόδειξης σε φορολογικές υποθέσεις, στην πρόσφατη νομολογία του ΣτΕ (με αφορμή τις αποφάσεις Β' Τμ. επταμ. ΣτΕ 884/2016, ΣτΕ 1992/2016, ΣτΕ 1993/2016)


Ι. Εισαγωγή
Η απόδειξη στις διοικητικές υποθέσεις, η οποία έχει συχνά μεγάλη σημασία για την επίλυσή τους, αντιμετωπίζεται παραδοσιακά (και έχει τύχει θεωρητικής και νομολογιακής επεξεργασίας) ως τμήμα του διοικητικού δικονομικού δικαίου. Ωστόσο, η εν λόγω προσέγγιση, που επικεντρώνει στη δικονομική όψη και ρύθμιση της απόδειξης, δεν αναδεικνύει, όπως θα έπρεπε, δύο άλλες βασικές διαστάσεις του δικαίου της απόδειξης. 
Πρώτον, ότι το ζήτημα της απόδειξης εγείρεται ήδη στο επίπεδο της διοικητικής διαδικασίας έκδοσης της πράξης, η οποία στη συνέχεια άγεται προς έλεγχο ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου. Συνεπώς, το δίκαιο της απόδειξης άπτεται όχι μόνο του δικονομικού δικαίου αλλά και του δικαίου των διοικητικών πράξεων. Δεύτερον, ότι οι κανόνες που διέπουν την απόδειξη, τόσο στη διοικητική όσο και στην ένδικη διαδικασία, δεν θεσπίζονται μόνο από τον κοινό νομοθέτη,  αλλά πηγάζουν και από αρχές ή διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος. Με άλλα λόγια, βασικές ρυθμίσεις του δικαίου της απόδειξης συνάγονται από θεμελιώδεις επιταγές του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ, αλλά και του ενωσιακού δικαίου, όπου αυτό εφαρμόζεται.
Η τελευταία αυτή όψη του δικαίου της απόδειξης φωτίσθηκε καλύτερα από τρεις πρόσφατες αποφάσεις της επταμελούς σύνθεσης του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, σε φορολογικές διαφορές. Και οι τρεις υποθέσεις αφορούσαν σε φορολογικές ή τελωνειακές παραβάσεις. Ωστόσο, το σκεπτικό τους δεν περιορίζεται στο δίκαιο των διοικητικών κυρώσεων/ποινών, αλλά καλύπτει και την έκδοση πράξεων επιβολής φόρων. Εξάλλου, οι κρίσιμες σκέψεις του Δικαστηρίου είναι τέτοιες που μπορούν να τύχουν μεταφοράς και (αναλογικής) εφαρμογής και σε άλλες κατηγορίες διοικητικών διαφορών, πέραν εκείνων της φοροδιαφυγής, στο μέτρο που απηχούν γενικές αρχές και εκφράζουν την ανάγκη ανεύρεσης της κατάλληλης, δίκαιης ισορροπίας μεταξύ του, αφενός, του δημοσίου συμφέροντος και της αποτελεσματικότητας της δράσης της Διοίκησης που το εξυπηρετεί και, αφετέρου, των θεμελιωδών δικαιωμάτων των διοικουμένων.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο εξέτασε, υπό το πρίσμα του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ ή/και του πρωτογενούς δικαίου της ΕΕ, ζητήματα αναγόμενα σε βασικές έννοιες και πτυχές του δικαίου της απόδειξης, ήτοι στο βάρος, στο είδος και στο βαθμό της απόδειξης. Πριν από την παρουσίαση των σχετικών κρίσεών του, υπενθυμίζεται ότι αντικείμενο της απόδειξης είναι, κατ’ αρχήν, τα αμφισβητούμενα/αμφίβολα πραγματικά γεγονότα, τα οποία μπορούν να ασκήσουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της υπόθεσης (βλ. και άρθρο 144 παρ. 1 ΚΔΔ). Πάντως, αντικείμενο απόδειξης δεν αποκλείεται να καταστούν και άλλα στοιχεία, όπως το αλλοδαπό δίκαιο ή στοιχεία νομικού πραγματικού. Τέτοιο στοιχείο είναι η ύπαρξη και το αμετάκλητο σχετικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου, σύμφωνα με όσα θα εκτεθούν στη συνέχεια.


ΙΙ. Βάρος απόδειξης

(Α) Η πρώτη από τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου είναι η ΣτΕ 884/2016, με την οποία το Δικαστήριο απάντησε προδικαστικά ερωτήματα του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο πλαίσιο εκδίκασης προσφυγής, σε υπόθεση επιβολής φόρου εισοδήματος και συναφών χρηματικών κυρώσεων. Στη σκέψη 8 της απόφασης αυτής κρίθηκαν τα εξής, ως προς το βάρος απόδειξης:

[Η] καταστολή της φοροδιαφυγής (και, ιδίως, της μεγάλης από απόψεως ποσού), μέσω της διαπίστωσης των οικείων παραβάσεων  και  της  επιβολής  από  τη Διοίκηση των αντίστοιχων διαφυγόντων φόρων, καθώς και των προβλεπόμενων στο νόμο διοικητικών κυρώσεων, συνιστά, κατά το Σύνταγμα (άρθρο 4 παρ. 5 και άρθρο 106 παρ. 1 και 2 ), επιτακτικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος. Σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές του σεβασμού της αξιοπρέπειας του ανθρώπου (άρ. 2 παρ. 1 του Συντάγματος), του κράτους δικαίου (άρ. 25 παρ. 1 εδ. α΄ του Συντάγματος), της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος) και του τεκμηρίου αθωότητας, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και βρίσκει εφαρμογή και σε  διοικητικές  διαδικασίες  καταλογισμού  παραβάσεων  και συναφών κυρώσεων (πρβλ. ΔΕΕ 21.1.2016, C-74/14 Eturas, ECLI:EU:C:2016:42, σκέψη 38 και ΔΕΕ 23.12.2009, C-45/08, Spector Photo Group, ECLI:EU:C:2009:86, σκέψεις 42-44), το βάρος απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη σε ορισμένο πρόσωπο φορολογική παράβαση, η οποία επισύρει την επιβολή σε βάρος του των διαφυγόντων φόρων και συναφών κυρώσεων, φέρει, κατ’ αρχήν, το κράτος, ήτοι η φορολογική Διοίκηση (πρβλ. ΣτΕ 4049/2014, 2442/2013, 886/2005 κ.ά.).



Με την ανωτέρω σκέψη, κατέστη σαφές ότι η επίρριψη του βάρους απόδειξης (των στοιχείων της υπόστασης φορολογικών ή άλλων διοικητικών παραβάσεων) στηρίζεται σε θεμελιώδεις, υπερνομοθετικής ισχύος, αρχές (προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, κράτος δικαίου, αναλογικότητα, τεκμήριο αθωότητας), ενόψει των οποίων πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται οι σχετικοί κανόνες που θεσπίζει ο κοινός νομοθέτης, όπως τα άρθρα 144 επ. του ΚΔΔ. Οι επιταγές και το εν γένει περιεχόμενο των εν λόγω αρχών “χρωματίζουν” το βάρος απόδειξης των παραβάσεων, στο πεδίο του διοικητικού δικαίου, ως θεσμό περισσότερο του ουσιαστικού παρά του δικονομικού/διαδικαστικού δικαίου. Η προεκτεθείσα κρίση της ΣτΕ 884/2016 αίρει τις αμφιβολίες που ενδεχομένως να προέκυψαν συνεπεία της σκέψης 14 της απόφασης ΣτΕ Ολομ. 1741/2015, η οποία δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι «[...] στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος κατ’ εφαρμογή της αρχής in dubio pro reo, ενώ στην διοικητική δίκη δεν ισχύει η αρχή αυτή, για την ακύρωση δε ή την μεταρρύθμιση της διοικητικής κυρώσεως ο διοικητικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση για την μη διάπραξη της παραβάσεως.». Πράγματι, δεδομένου ότι το βάρος απόδειξης της αποδιδόμενης παράβασης το φέρει, κατ’ αρχήν, η φορολογική Διοίκηση, βάσει των προαναφερόμενων κανόνων του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του ενωσιακού δικαίου, ο διοικητικός δικαστής ακυρώνει την επίδικη πράξη όχι μόνο αν πεισθεί και κρίνει ότι δεν τελέσθηκε η αποδοθείσα παράβαση, αλλά και όταν (αφού ενδεχομένως διατάξει τη συμπλήρωση των αποδείξεων) δεν βεβαιώνεται - στον αναγκαίο βαθμό, όπως θα εξηγηθεί παρακάτω - για τη διάπραξη (και όχι για τη μη διάπραξη) της παράβασης1. Εξάλλου, το “κατ’ αρχήν”, το οποίο περιλαμβάνει η παραπάνω κρίση της ΣτΕ 884/2016 έχει την έννοια ότι δεν αποκλείεται η (κατ’ εξαίρεση) θέσπιση νομοθετικού τεκμηρίου ύπαρξης παράβασης. Πάντως, σύμφωνα με παγιωμένη νομολογία τόσο του ΕΔΔΑ όσο και του ΔΕΕ, τέτοια τεκμήρια ευθύνης είναι θεμιτά μόνον εφόσον συνάδουν προς τις αρχές της αναλογικότητας και του σεβασμού του δικαιώματος άμυνας του διοικουμένου2 . Άλλωστε, ανάλογες προϋποθέσεις τίθενται στην ΣτΕ 884/2016, σε σχέση με τη συναγωγή από την ύπαρξη τραπεζικών καταθέσεων τεκμηρίου (αποδεικτικού λόγου) φοροδιαφυγής, αλλά και όσον αφορά το επιτρεπτό νομοθετικών τεκμηρίων ανεύρεσης και προσδιορισμού του ύψους του φορολογητέου εισοδήματος.

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2016

ΠολΠρΑθ 334/16 : "Δάνεια σε ελβετικό φράγκο - ΓΟΣ - Προστασία καταναλωτών. Συλλογική αγωγή. Δανειακές συμβάσεις σε ελβετικό φράγκο - ΓΟΣ - Αρχή της διαφάνειας - Κρίση ότι βάσει των κριτηρίων του ν. 2251/1994 και της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ,υπήρχε αδιαφάνεια και δη αοριστία ως προς τις οικονομικές συνέπειες της επίδικης ρήτρας της συναλλαγματικής ισοτιμίας, ώστε να διαψευστούν οι τυπικές και δικαιολογημένες προσδοκίες κάθε μέσου δανειολήπτη, ότι, δηλαδή, καταβάλ­λοντος τις συμφωνηθείσες δόσεις ανελλιπώς, το ποσό της οφειλής θα μειώνεται και δεν θα αυξάνεται λόγω μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας ευρώ και ελβετικού φράγκου."


ΠολΠρΑθ 334/16 : Δάνεια σε ελβετικό φράγκο - ΓΟΣ - Προστασία καταναλωτών. Συλλογική αγωγή. Δανειακές συμβάσεις σε ελβετικό φράγκο - ΓΟΣ - Αρχή της διαφάνειας - Κρίση ότι βάσει των κριτηρίων του ν. 2251/1994 και της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ,υπήρχε αδιαφάνεια και δη αοριστία ως προς τις οικονομικές συνέπειες της επίδικης ρήτρας της συναλλαγματικής ισοτιμίας, ώστε να διαψευστούν οι τυπικές και δικαιολογημένες προσδοκίες κάθε μέσου δανειολήπτη, ότι, δηλαδή, καταβάλ­λοντος τις συμφωνηθείσες δόσεις ανελλιπώς, το ποσό της οφειλής θα μειώνεται και δεν θα αυξάνεται λόγω μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας ευρώ και ελβετικού φράγκου. Η ακυρότητα των επίμαχων αδιαφανών ΓΟΣ δεν επιδρά στο κύρος ολόκληρων των δανειακών συμβάσεων, αλλά είναι μερική με αποτέλεσμα να καταλείπεται κενό σε αυτές. Το κενό δε αυτό καλύπτεται κατά το αρ. 200 ΑΚ κι ως εκ τούτου πρέπει να συμπληρωθεί ώστε, να αναγνωριστεί ότι η οφειλή αποπληρωμής των δανείων από τους δανειολήπτες είτε σε φράγκα είτε σε ευρώ, υπολογίζεται βάσει της συναλλαγματικής ισοτιμίας της τιμής αγοράς του φράγκου προς την αξία του ευρώ, η οποία ίσχυε κατά τον χρόνο εκταμίευσης του δανείου. Κατόπιν τούτων πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός των εναγόντων περί καταχρηστικότητας αυτών των όρων και συνακόλουθα περί απάλειψης τους από τις επίδικες δανειακές συμβάσεις. Δεκτή η αγωγή ως προς την κύρια βάση της.


ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 334/2016
Πρόεδρος : Α. Μυλωνά
Δικηγόροι : Α. Νούκα, Μ. Μαρινάκος, I. Μυταλούλης, Γ. Παπαστύλος, Α. Παπαδό­πουλος, Γ. Κωστόπουλος κ.ά.

(...) Εξάλλου η αγωγή είναι νόμιμη ως προς την κύρια βάση της ερειδόμενη στις διατάξεις των αρ. 2 παρ. 2, 6 και 7, 10 παρ. 1, 2, 3, 4, 5, 16 εδ. α του ν. 2251/1994, 281, 200, 806 ΑΚ, 70, 907, 908 παρ. 1 και 947 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλην των επι­κουρικών βάσεων της και δη α) της αδικοπρακτικής ευθύνης της τράπεζας λόγω δόλιας και αντίθετης με την καλή πίστη συμπεριφοράς συνισταμένης στην παροχή ελλιπών, εσφαλμένων και παραπλανητικών πληροφοριών από τραπεζικούς υπαλλή­λους, αναφορικά με τα επίδικα δάνεια, γ) λόγω αντίθεσης στα χρηστά ήθη ιδίως λόγω του αισχροκερδούς χαρακτήρα κατά αρ. 178 και 179 ΑΚ και δ) της απρόο­πτης μεταβολής των συνθηκών κατ αρ. 288, 388 ΑΚ, που επήλθε συνεπεία της ρα­γδαίας ανατίμησης του ελβετικού φράγκου και κατέστησε υπέρμετρα επαχθή την εξυπηρέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων των δανειοληπτών, οι οποίες πρέπει να απορριφθούν ως νόμω αβάσιμες.

Συγκεκριμένα, κατά τα ειδικά διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο μείζονα πρόταση, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αχθεί σε δικα­νική κρίση κατόπιν υπαγωγής του ιστορικού, κριθέντος βάσει των αφηρημένων δικαιοδοτικών κριτηρίων, που εφαρμόζονται επί της δίκης της συλλογικής αγωγής του αρ. 10 παρ. 16 εδ. α ν. 2251/1994, στο νομοτυπικό των διατάξεων των αρ. 288 και 388 ΑΚ, εφόσον η ανατροπή του δικαιοπρακτικού θεμελίου, που απαιτείται για την εφαρμογή τους προκύπτει από τον άρρηκτο συνδυασμό αντικειμενικών και υ­ποκειμενικών κριτηρίων, η συνδρομή των οποίων είναι αναγκαία για τη διορθωτική λειτουργία των ως άνω διατάξεων αφενός και τη διαπλαστική επί τούτου επέμβαση του δικαστηρίου αφετέρου. Τούτο θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνον στο πλαίσιο διεξαγωγής αμιγώς ατομικών δικών και, μάλιστα, κατά την αμφισβητούμενη δικαι­οδοσία, προκειμένου να εξετασθούν ξεχωριστά για καθέναν από τους προσφεύγο­ντες δανειολήπτες η συνδρομή των όρων, που θέτουν τα ως άνω άρθρα στη βάση in concreto αξιολόγησης των ατομικών δεδομένων, χαρακτηριστικών και σκοπιμοτή­των κάθε δανειακής σύμβασης. Η διερεύνηση, δηλαδή, του «προσωπικού δικαιο­πρακτικού θεμελίου» συνισταμένου, εν πολλοίς, στις προσωπικές εκτιμήσεις και καταστάσεις, ικανότητες και προβλέψεις, επιδιώξεις και διακινδυνεύσεις των αντισυμβαλλόμενων μερών δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της συλλογικής δί­κης, στο πλαίσιο της οποίας το δικαστήριο καλείται να διατάξει ρυθμιστικά διαπλαστικά μέτρα υπερατομικού χαρακτήρα.

Αντιστοίχως, όσον αφορά στις λοιπές επι­κουρικές βάσεις αδικοπρακτικής ευθύνης κατά τα αρ. 914 και 919 ΑΚ και δόλιας αντίθεσης στα χρηστά ήθη, ιδίως καταπλεονέκτησης κατά τα αρ. 178-179 ΑΚ, α­φενός ο δόλος στο πρόσωπο της εναγομένης και αφετέρου το γεγονός της ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας (στη ζωή ή στις συναλλαγές) των δανειοληπτών και η εκμε­τάλλευση με παράνομους και παραπλανητικούς χειρισμούς αυτής της κατάστασης δεν μπορεί να κριθεί γενικώς στο πρόσωπο του μέσου καταναλωτή, αλλά μόνο κατ ιδίαν κατά την κατάρτιση κάθε σύμβασης ξεχωριστά. Επιπροσθέτως, το αίτημα, το διατακτικό της εκδοθεισόμενης απόφασης να ισχύσει στους αναφερόμενους Έλλη­νες και αλλοδαπούς καταναλωτές πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, διότι τα όρια ισχύος της δικαστικής απόφασης προβλέπονται από τους δικονομικούς κανόνες και δεν συνιστούν αντικείμενο δικαστικής διάγνωσης. Πρέπει, επομένως, η κρινόμενη αγωγή να ερευνηθεί ως προς το μέρος, που κρίθηκε νόμιμη, για να κριθεί περαιτέ­ρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου δε ότι η αγωγή δεν είναι αποτιμητή σε χρήμα, αλλά κύριο αίτημα της είναι η παράλειψη της παράνομης συ­μπεριφοράς της εναγομένης δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου.

Η εναγομένη, δεν αρνείται την κατάρτιση μεταξύ αυτής και των αντισυμβαλ­λόμενων της καταναλωτών των συμβάσεων με τους γενικούς όρους συναλλαγών, που αναφέρονται στην αγωγή, ωστόσο, αρνείται αιτιολογημένα ότι οι εν λόγω γενι­κοί όροι είναι παράνομοι και καταχρηστικοί, ισχυριζόμενη ότι οι καταναλωτές έ­λαβαν την προσήκουσα ενημέρωση από τους υπαλλήλους της κατά το προσυμβατικό στάδιο σύναψης των επίδικων συμβάσεων για το περιεχόμενο των συμβατικών όρων αυτής και τον κίνδυνο από τη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας σε ευρώ/ελβετικό φράγκο. Τέλος, προβάλλει αίτημα παραπομπής προδικαστικού ερω­τήματος από ΔΕΚ (αρ. 267 ΣΛΕΕ, πρώην 234 ΣυνθΕΚ) χωρίς να εξειδικεύεται το αντικείμενο του ερωτήματος που χρήζει απεύθυνσης στο ΔΕΚ. το ανωτέρω αίτημα τυγχάνει απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι σε κάθε περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα ερμηνείας τί ισχύος πράξης θεσμικού οργάνου της ένωσης, ούτε θεωρείται η κρίση του ΔΕΚ αναγκαία για την έκδοση απόφασης.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των αρ. 80 και 752 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι, αν σε δίκη, που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον, να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκή­σει πρόσθετη παρέμβαση, προκειμένου να υποστηρίξει τον διάδικο αυτό. Η πρό­σθετη παρέμβαση ασκείται σε κάθε στάση της δίκης, εωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση από το Δικαστήριο. Για την άσκηση της, όμως, απαιτείται η ύπαρξη ειδι­κού εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος τρίτου και δη να απο­βεί η μεταξύ άλλων εκκρεμής δίκη υπέρ του διαδίκου, για τον οποίο παρεμβαίνει, που υφίσταται, όταν με αυτήν (παρέμβαση) μπορεί να προστατευτεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία νομικής υποχρέωσης σε βάρος του, ακόμα και αν το προστατευτέο δικαίωμα ή η αποφευκτέα υποχρέωση δεν έχουν πε­ριουσιακό χαρακτήρα (ΟλΑΠ 8/1998 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 5/2003 ΤΝΠ Νόμος). Με τις από 9.12.2015, 3.12.2015, 14.11.2015, 25.12.2015 και 3.12.2015 πρόσθετες πα­ρεμβάσεις υπέρ των εναγόντων, οι ασκήσαντες (τις παρεμβάσεις) με το δικόγραφο των προτάσεων παρεμβαίνουν στη δίκη, που διεξάγεται επί της ως άνω κύριας α­γωγής, ζητώντας να γίνει αυτή δεκτή στο σύνολο της. 

Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, οι υπό κρίση πρόσθετες παρεμβάσεις, που έχουν ασκηθεί αρμοδίως μεν ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου της κύριας δίκης (αρ. 31 Κ.Πολ.Δ.) παραδεκτά δε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο χωρίς να απαιτείται η τήρηση προδικασίας (αρ. 752 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και με έννομο συμφέρον παρέμβασης στην εκκρεμή κύρια δί­κη, ότι η εξέλιξη αυτής δύναται να έχει ως αποτέλεσμα την προστασία των δικαιωμάτων των μελών - καταναλωτών τους κατόπιν κήρυξης των επίδικων όρων κατα­χρηστικών και απαγόρευσης χρησιμοποίησης τους εισάγεται προς συζήτηση ενώ­πιον του Δικαστηρίου τούτου και είναι νόμιμες ερειδόμενες επί των διατάξεων των αρ. 68, 74, 75, 80, 752 παρ. 2, 325 περ. 2, 778, 919 περ. 2 και 31 Κ.Πολ.Δ. και, συνε­πώς, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, κατ ουσίαν.

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

ΕφΑθ 1701/2016: Συγγενικά δικαιώματα ηθοποιών - Ανάρτηση ταινιών στο διαδίκτυο




Δεν εφαρμόζονται αναλογικά στα συγγενικά δικαιώματα όλες οι διατάξεις, που αφορούν στα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, όπως οι μελλοντικοί τρόποι εκμετάλλευσης, μπορούν όμως να εφαρμοσθούν ως προς το κύρος των συναφών όρων τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ. Η τεχνική διαδικασία της ψηφιοποίησης δεν υπάγεται καθεαυτή στην έννοια της αναπαραγωγής, αλλά πρέπει να αξιολογείται σε σχέση με κάθε μορφή χρήσης. Η αντιγραφή σε σκληρό δίσκο Η/Υ και η ανάρτηση σε ιστότοπο του διαδικτύου ψηφιοποιημένης εισφοράς εμπίπτουν στην έννοια της αναπαραγωγής. Η ακεραιότητα της ερμηνείας ή εκτέλεσης προσβάλλεται μόνο από άμεσες μεταβολές και όχι ως προς το συνολικό αισθητικό αποτέλεσμα ή τον υποβιβασμό της αξίας της εισφοράς. Η αναπαραγωγή της ερμηνείας ηθοποιού δεν συνεπάγεται προσβολή της προσωπικότητάς του, εκτός αν πρόκειται για εμπορική εκμετάλλευση της εικόνας του ή για προσβολή της τιμής, της φήμης και της υπόληψής του. Οι κληρονόμοι δικαιούχου συγγενικού δικαιώματος κατά την άσκηση του ηθικού δικαιώματος έχουν τις ίδιες αξιώσεις με τον κληρονομούμενο ως προς την απαγόρευση πράξεων, που αφορούν παρουσίαση της ερμηνείας κατά τρόπο, που προσβάλει την υστεροφημία του καλλιτέχνη. Οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης δικαιούνται να ενεργούν στο όνομά τους, αρκεί μία δειγματοληπτική αναφορά των εισφορών, που έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης και τεκμαίρεται ότι έχουν αρμοδιότητα για τη διαχείριση και προστασία όλων των εισφορών των δικαιούχων, για τους οποίους δηλώνουν ότι τους μεταβιβάσθηκαν οι σχετικές άδειες. 
Η αντιγραφή ή ανάρτηση στο διαδίκτυο ήδη ψηφιοποιημένων κινηματογραφικών ταινιών χωρίς άδεια των ηθοποιών συνιστά προσβολή του περιουσιακού τους δικαιώματος και της εξουσίας διάθεσης κατ’ αίτηση στα ηλεκτρονικά δίκτυαη δε παραμόρφωση της ερμηνείας τους συνιστά προσβολή του ηθικού δικαιώματος. Απόρριψη ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, επειδή η παραγωγός εταιρία υποβλήθηκε σε υπέρογκες δαπάνες για την ψηφιοποίηση των ταινιών, διότι δεν αποδείχθηκε ότι δεν άντλησε οικονομικό όφελος και οι ενάγοντες άσκησαν τα δικαιώματά τους. Παραίτηση των εναγόντων από τον διπλασιασμό της συνήθους αμοιβής. Κρίθηκε πλήρως ορισμένη η αγωγή και επικυρώθηκε η επιδίκαση αμοιβής υπέρ του οργανισμού συλλογικής διαχείρισης και χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης, επειδή υποβλήθηκε σε χρονοβόρα διαδικασία για να επιτύχει τη διακοπή εκ μέρους του παρόχου της λειτουργίας του ιστότοπου, στον οποίο προβάλλονταν οι ταινίες.


ΕφΑθ 1701/2016
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Χρυσούλα Φλώρου, Πρόεδρος Εφετών
Μαρία Φιλακουρίδου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου
(...) Σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την ένωση και τη συνεκδίκαση περισσότερων δικών, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα με την απορρέουσα από τα άρθρα 107, 232, 245, 246 και 247 ΚΠολΔ, αρχή της οικονομίας των διαδικαστικών ενεργειών. Στη προκειμένη και στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη και προσδιορισθείσα αρμοδίως δικάσιμο εκφωνήθηκαν με την εναρίθμως προβλεπόμενη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκαν κατά την τακτική διαγνωστική διαδικασία και με παρόντες όλους τους διαδίκους α) η από 17-10-2014 και με αρ.εκθ.κατ. 6863/2014 έφεση των 1ου έως και 261ου εναγόντων με την από 5-11-2013 και με αρ.εκθ.κατ. 147033/4252/2013 αγωγή και β) η από 10-10-2014 έφεση της πρώτης των εναγόμενων με την ως άνω αγωγή εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, κατά της υπ' αρ. 3089/2014 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή ως προς την πρώτη των εναγόμενων και απορρίφθηκε καθ' ολοκληρίαν ως προς τη δεύτερη των εναγόμενων, επίσης, εταιρία περιορισμένης ευθύνης, κατ' ουσίαν. Πρόκειται για συναφή δικόγραφα των οποίων επιβάλλεται η συνεκδίκαση, αφού, έτσι, διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της όλης δίκης. Οι υπό κρίση εφέσεις φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιου δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (άρθρα 18 αρ. 2, 19, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ) και έχουν ασκηθεί εμπρόθεσμα πριν την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης (άρθρα 495, 499, 511, 513, 516 παρ. 1, 517, 518 ΚΠολΔ).

Όσον αφορά την από 10-10-2014 έφεση (και τον τρίτο λόγο της) της πρώτης των εναγόμενων εταιρίας («F. F. Ε.Π.Ε.») καθ΄ο μέρος αυτή στρέφεται κατά της 262ης των εφεσίβλητων εταιρίας με την επωνυμία «ΓΚΟΥΓΚΛ ΕΛΛΑΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ» και το διακριτικό τίτλο «Google GREECE», η οποία στη πρωτοβάθμια δίκη είχε τη διαδικαστική ιδιότητα της δεύτερης των εναγόμενων με την από 5-11-2013 αγωγή, όντας απλή συνομόδικη της πρώτης εξ αυτών και ήδη, εκκαλούσας εταιρίας, ως προς την οποία (δεύτερη εναγόμενη) απορρίφθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση επί της ουσίας η εναντίον της αγωγή, η από 10-10-2014 έφεση (της πρώτης των εναγόμενων) είναι απαράδεκτη και πρέπει, να απορριφθεί, ελλείψει του απαιτούμενου προς τούτο εννόμου συμφέροντος προς άσκηση της (άρθρα 68, 73, 513, 516, 517 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, όπως, συνάγεται από την επισκόπηση των κρίσιμων αιτιολογιών και παραδοχών της εκκαλουμένης απόφασης, το εκδόσαν αυτή Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κρίνοντας επί της ουσίας της υπόθεση, διετύπωσε σαφές αποδεικτικό πόρισμα για την ανυπαρξία της επικληθείσας από τους ενάγοντες με την από 5-11-2013 αγωγή διακεκριμένης (έναντι αυτών των ιδίων) παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και περαιτέρωαδικοπρακτικής ευθύνης της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας. Ουδόλως, δε, συμπεριέλαβε στην απόφαση του διάταξη όσον αφορά τις συνεναγόμενες και παθητικώς εις ολόκληρον ενεχόμενες στην πληρωμή χρηματικής παροχής, εταιρίες, υπέρ της δεύτερης εναγόμενης και σε βάρος της απλής συνομοδίκου της, πρώτης εναγόμενης, πράγμα, το οποίο από δικονομικής άποψης δεν μπορούσε να πράξει, ενόψει, του ότι, περί ουδεμίας, μεταξύ αυτών έννομης σχέσης, έκρινε, ελλείψει ασκήσεως αυτοτελούς ή έστω, παρεμπίπτουσας αγωγής από την πρώτη των εναγόμενων κατά της δεύτερης εξ αυτών προς καθορισμό του μεταξύ τους βαθμού συνυπαιτιότητας και της σύστοιχης κατ' έκταση ικανοποίησης του τυχόν δικαιώματος αναγωγής της (πρώτης εναγόμενης) κατ' αυτής (δεύτερης εναγόμενης) συνεπεία εφαρμογής των άρθρων 926, 927, 481, 487 ΑΚ και 74, 75 ΚΠολΔ. Και περαιτέρω, της μη δυνατότητας ύπαρξης δικαστικής κρίσης που να δύναται να αποτελέσει δεδικασμένο για κάποιο μεταξύ των συνεναγόμενων εταιριών δικαίωμα (ΑΠ 1229/13 Νοβ 2014. 92, ΑΠ 1468/09 Νοβ 2010. 428, ΑΠ 559/09 Νοβ 2009. 1711, ΑΠ 668/03 ΕλλΔνη2004. 91), με επιβλαβείς για την πρώτη των εναγόμενων συνέπειες έναντι της δεύτερης εξ αυτών, ώστε, η πρώτη εναγόμενη, ως βλαπτόμενη από την πρωτοβάθμια απόφαση να δικαιούται στην άσκηση έφεσης κατ' αυτής (ΑΠ 111/1999 ΕλλΔνη 40. 779). 
Τα δικαστικά έξοδα της 262ης των εφεσίβλητων με την από 10-10-2014 έφεση, η οποία στην προκειμένη ένδικη περίπτωση, νικά, πρέπει, να συμψηφισθούν εν όλω με εκείνα της εκκαλούσας που αντιστοίχως ηττάται, ένεκα του δυσερμήνευτου των στην υπό κρίση υπόθεση εφαρμοστέων και ως άνω παρατιθέμενων κανόνων ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ). Μετά τα ως άνω κριθέντα και την καταβολή από τους ενάγοντες και εκκαλούντες με την από 17-10-2014 έφεση του νόμιμου για το παραδεκτό της άσκησης της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ (βλ. τα συνημμένα στο αντίστοιχο εφετήριο δικόγραφο, υπ' αρ. Α' 1381622-1381624 γραμμάτια Δημοσίου και υπ' αρ. Α' 144465-144466 γραμμάτια Τ.Α.Χ.Δ.Ι.Κ., που μνημονεύονται στη συνταχθείσα για την κατάθεση της έκθεση), ομοίως, δε και από την πρώτη εναγόμενη και εκκαλούσα εταιρία για την δική της με ημερομηνία 10-10-2014 έφεση (βλ. τα συνημμένα στο αντίστοιχο εφετήριο δικόγραφο, υπ' αρ. Α' 1384101-1384102 γραμμάτια Δημοσίου και υπ' αρ. Α' 134882-134883 γραμμάτια Τ.Α.Χ.Δ.Ι.Κ., που μνημονεύονται στην έκθεση κατάθεσης της και επομένως, τυγχάνουν παραδεκτές (άρθρο 532 ΚΠολΔ) να εξετασθούν περαιτέρω (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ) ως προς το βάσιμο των παραδεκτώς προβαλλόμενων λόγων τους (άρθρο 522 ΚΠολΔ) κατά την ίδια (τακτική) διαδικασία (άρθρα 237, 270, 524 ΚΠολΔ), κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση.

Με την από 5-11-2003 αγωγή, όπως το περιεχόμενο αυτής παραδεκτώς διορθώθηκε ως προς την αρίθμηση των δικαιούχων και το συνολικώς αιτούμενο ποσό για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και  κατά  προσήκουσα  από  το  Δικαστήριο  εκτίμηση  των  αγωγικών ισχυρισμών. Οι ενάγοντες εξέθεσαν ότι τα αναφερόμενα με αριθμούς 1 έως 260 εξ αυτών, φυσικά πρόσωπα είναι δικαιούχοι συγγενικών δικαιωμάτων εκ των οποίων οι φέροντες τους αύξοντες αριθμούς 1, 2, 10, 11, 13, 14, 16, 17, 18, 19, 20, 22, 23, 24, 31, 32, 33, 35, 36, 37, 38, 39, 42, 43, 50, 51, 52, 53, 55, 56, 57, 60, 61, 62, 63, 67, 68, 69, 71, 72, 73, 76, 77, 78, 79, 80, 81, 84, 85, 87, 88, 89, 91, 94, 95, 96, 97, 98, 99, 100, 101, 102, 103, 104, 105, 107, 109, 110, 111, 112, 113, 115, 116, 117, 118, 119, 120, 122, 123, 124, 125, 127, 128, 129, 130, 133, 134, 135, 136, 137, 139, 141, 142, 144, 145, 146, 147, 149, 152, 153, 154, 155, 156, 157, 158, 159, 163, 165, 166, 167, 168, 170, 171, 172, 173, 175, 176, 177, 179, 180, 181, 182, 187, 191, 192, 193, 194, 201, 202, 203, 204, 205, 206, 207, 208, 209, 211, 216, 217, 219, 221, 222, 223, 224, 225, 226, 227, 228, 229, 230, 233, 234, 235, 236, 237, 238, 241, 242, 243, 248, 249, 251, 252, 253, 255, 257, 258, 259 και 260 είναι οι ίδιοι ηθοποιοί και οι λοιποί κληρονόμοι αποβιωσάντων ηθοποιών. Ότι, τα ονόματα των ... επαναλαμβάνονται (στο αγωγικό δικόγραφο) διότι, συντρέχει στο πρόσωπο τους, τόσο η ιδιότητα του ηθοποιού, όσο και εκείνη του κληρονόμου. 
Ότι, όλοι οι ανωτέρω αναφερόμενοι ηθοποιοί συμμετείχαν στις περιγραφόμενες στην αγωγή ταινίες του παλαιού ελληνικού κινηματογράφου, παραγωγής της πρώτης των εναγόμενων εταιρίας περιορισμένης ευθύνης. 
Ότι, ο τελευταίος (261ος) ενάγων τυγχάνει νομίμως συνεστημένο νομικό πρόσωπο και αποτελεί τον μοναδικό και αντιπροσωπευτικό, για τους ηθοποιούς, οργανισμό συλλογικής διαχείρισης και προστασίας των συγγενικών τους περιουσιακών δικαιωμάτων, όπως τα μέλη του διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής. Ότι, τα μέλη έχουν αναθέσει σε αυτόν (261ο ενάγοντα), με σχετικές συμβάσεις, τη διαχείριση και την προστασία των περιουσιακών συγγενικών δικαιωμάτων επί των συμβολών τους, μεταξύ δε των σχετικών εξουσιών, που έχουν μεταβιβαστεί σ' αυτόν, περιλαμβάνονται οι εξουσίες αναπαραγωγής και διάθεσης στο κοινό της εγγραφής της ερμηνείας ή της εκτέλεσης τους σε κινηματογραφικές ταινίες. 
Ότι, ο ίδιος έχει το δικαίωμα να διαπραγματεύεται, καθορίζει, εισπράττει, διανέμει στους δικαιούχους την οφειλόμενη αμοιβή από την χρήση των συγγενικών δικαιωμάτων τους από την παραπάνω αιτία, κατά ποσοστά προσδιοριζόμενα από τον εσωτερικό κανονισμό του. 
Ότι, η πρώτη εναγόμενη εταιρία, αφού, μετέτρεψε σε ψηφιακή μορφή τις ενσωματωμένες σε αναλογικό φορέα ερμηνείες των εναγόντων ηθοποιών που περιλαμβάνονται στις αναφερόμενες στο δικόγραφο ταινίες, τις ανάρτησε στο διαδίκτυο (internet), στον ιστότοπο που η ίδια δημιούργησε και φέρει τον τίτλο «f.f.channel», μέσω της τεχνολογίας και του χώρου φιλοξενίας που της παρείχε η δεύτερη των εναγόμενων εταιρία περιορισμένης ευθύνης στη διαδικτυακή πλατφόρμα ιδιοκτησίας της «YouTube-google» κατά τρόπο, ώστε, το κοινό, να μπορεί κάθε στιγμή και σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου να παρακολουθήσει τις εν λόγω ταινίες από οποιοδήποτε ηλεκτρονικό μέσο που παρέχει πρόσβαση στο διαδίκτυο. 
Ότι, ειδικότερα η δεύτερη των εναγόμενων συμφώνησε με την πρώτη εξ αυτών να προβάλλει και να φιλοξενεί τον ανωτέρω ιστότοπο στην προαναφερθείσα πλατφόρμα της «You Tube google» και να εισάγει διαφημίσεις που εμφανίζονται κατά το άνοιγμα εκάστης σελίδας του ιστότοπου κατά την προβολή των σκοπούμενων ταινιών, τα έσοδα των οποίων (διαφημίσεων) μοιράζονται οι ίδιες οι εναγόμενες. Ότι, οι ως άνω ταινίες βρίσκονταν στη διάθεση του κοινού στο διαδίκτυο από τον Αύγουστο του έτους 2013 ολόκληρες, ενώ, από τις 1-10-2013 σε αποσπασματική μορφή. 
Ότι, όλες οι ανωτέρω ενέργειες έγιναν χωρίς έγγραφη άδεια των εναγόντων, συνιστούν δε παραβίαση του περιουσιακού δικαιώματος τους και συγκεκριμένα των επιμέρους εξουσιών της εγγραφής, αναπαραγωγής και διάθεσης στο κοινό, αλλά και του ηθικού δικαιώματος αυτών για διατήρηση της ακεραιότητας των ερμηνειών τους, αναφορικά με τις υπόψη κινηματογραφικές ταινίες. Ότι, ταυτοχρόνως προσβάλλεται το δικαίωμα προσωπικότητας των αναφερόμενων στο δικόγραφο φυσικών προσώπων που ασκούν την αγωγή με την ιδιότητα των ηθοποιών, ως ατόμων και ως καλλιτεχνών, καθόσον οι εναγόμενες εκμεταλλεύτηκαν την ιδιαίτερη φήμη και αναγνωρισιμότητά τους, προκειμένου να αντλήσουν παράνομο κέρδος. 

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2016

ΑΠ∆ΠΧ ΑΠΟΦΑΣΗ 17/2016 "Δήμαρχος ανήρτησε στην ιστοσελίδα πληροφορία σχετικά με ευαίσθητα προσωπικά δεδοµένα πολίτη χωρίς να έχει λάβει τη συγκατάθεση του και χωρίς να συντρέχει κάποια από τις νοµιµοποιητικές βάσεις του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 2472/1997"


ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ∆Ε∆ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ 
Αθήνα, 11-03-2016 -  Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/1581/11-03-2016 
ΑΠΟΦΑΣΗ 17/2016 (Τµήµα)

Η Αρχή Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνεδρίασε µετά από πρόσκληση του Προέδρου της σε σύνθεση Τµήµατος στην έδρα της την 9.3.2016 και ώρα 10:00, προκειµένου να διασκεφθεί επί της υποθέσεως που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσης, η εξέταση της οποίας έλαβε χώρα µε την αυτή σύνθεση του Τµήµατος στις 27.1.2016. 
Παρέστησαν οι Γεώργιος Μπατζαλέξης, Αναπληρωτής Πρόεδρος, κωλυοµένου του Προέδρου της Αρχής Πέτρου Χριστόφορου, και τα αναπληρωµατικά µέλη της Αρχής Γρηγόριος Λαζαράκος, Χαράλαµπος Ανθόπουλος, ως εισηγητής, και Σπύρος Βλαχόπουλος, σε αντικατάσταση των τακτικών µελών Αναστάσιου – Ιωάννη Μεταξά, ∆ηµητρίου Μπριόλα και Λεωνίδα Κοτσαλή, οι οποίοι αν και εκλήθησαν νοµίµως εγγράφως δεν παρέστησαν λόγω κωλύµατος. Στην συνεδρίαση παρέστησαν, χωρίς δικαίωµα ψήφου, η Φερενίκη Παναγοπούλου, ειδική επιστήµων – νοµική ελέγκτρια, ως βοηθός εισηγητή, η οποία αποχώρησε µετά τη συζήτηση και πριν τη διάσκεψη και λήψη της αποφάσεως, και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τµήµατος διοικητικών και οικονοµικών υποθέσεων, ως γραµµατέας. 

Η Αρχή έλαβε υπόψη τα παρακάτω: 

Με την υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/7937/17.12.2014 προσφυγή του A ο προσφεύγων Ακαταγγέλλει ότι ο ∆ήµαρχος πόλης Χ, Β, δηµοσίευσε στην προσωπική του σελίδα στο facebook την πληροφορία ότι ο Α εισπράττει σύνταξη αναπηρίας. Κατόπιν του υπ’ αριθ. πρωτ. Γ/ΕΞ/2399/27-04-2015 διευκρινιστικού ερωτήµατος της Αρχής προς τον Β, ο τελευταίος απάντησε ότι στο τοπικό ιστολογιο …, του οποίου διαχειριστής είναι ο Α, αναρτήθηκε συκοφαντικό σχόλιο του ιδίου περί άσκοπης σπατάλης των χρηµάτων των δηµοτών. Ο ίδιος απάντησε ότι ο Α δεν πληρώνει για το έργο, επειδή έχει µάθει µόνο να εισπράττει, υπογραµµίζοντας ότι λαµβάνει σύνταξη αναπηρίας. Σύµφωνα µε τον Β, είναι γνωστό στους κατοίκους πόλης Χ ότι ο Α 2 συνταξιοδοτήθηκε µε τις προϋποθέσεις αναπηρίας και όχι γήρατος. Περαιτέρω, ο Β υποστηρίζει ότι η ανάρτηση της πληροφορίας περί συντάξεως αναπηρίας έγινε από τον ίδιο προσωπικά και όχι µε την ιδιότητά του ως ∆ηµάρχου πόλης Χ. 

Κατόπιν των υπ’αριθ. πρωτ. Γ/ΕΞ/245/18-01-2016 και /ΕΞ/244/18-01-2016 κλήσεων ο Β και ο Α προσήλθαν στη συνεδρίαση της Αρχής την 27.1.2016 και απάντησαν σε ερωτήσεις των µελών του Τµήµατος και διευκρίνισαν τους ισχυρισµούς τους. Ο Β ισχυρίστηκε ότι η πληροφορία που ανήρτησε στην ιστοσελίδα του στο facebook αναφορικά µε τη λήψη συντάξεως αναπηρίας από τον Α ήταν γνωστή στην τοπική κοινωνία. Επίσης ισχυρίστηκε ότι στην ανάρτηση προέβη µετά από την άσκηση δριµείας κριτικής εκ µέρους του Α για κακοδιαχείριση των οικονοµικών του δήµου, ενώ ο ουσιαστικός λόγος της ασκήσεως κριτικής ήταν ότι δεν ανέθεσε στη σύζυγό του συγκεκριµένες συµβάσεις έργου του δήµου. Ο Α ισχυρίστηκε ότι παρανόµως ο Β διέδωσε ευαίσθητα δεδοµένα του ιδίου. Στη συνέχεια δόθηκε προθεσµία και στα δύο µέρη για κατάθεση υποµνηµάτων. 
Ο Β κατέθεσε το υπ’ αριθμ. πρωτ. ΑΠ∆ΠΧ/Γ/ΕΙΣ/645/3.2.2016 υπόµνηµα, στο οποίο ισχυρίζεται ότι ο Α µετέβαλε προς το ηπιότερο την κριτική που είχε αναρτήσει στο ιστολόγιο …., η οποία κριτική είχε αποτελέσει την αιτία αναρτήσεως του µε τι ανωτέρω περιεχόµενο απαντητικού σχολίου του. Επίσης δηλώνει στο υπόµνηµά του ότι ψευδώς ο Α ισχυρίζεται ότι δεν ήταν ο συντάκτης της πρώτης αναρτήσεως στο …. περί άσκοπης σπατάλης των χρηµάτων των δηµοτών και ότι διέγραψε την ανάρτησή του περί λήψεως συντάξεως αναπηρίας εκ µέρους του Α. Κατά τους ισχυρισµούς του Β το σχόλιο του έχει αναφορά στην ιδιότητα του καταγγέλλοντος ως συνταξιούχου και στο δικαίωµα που του προσδίδει αυτή η ιδιότητα για είσπραξη συντάξεως. Το πραγµατικό στοιχείο της συνταξιοδοτήσεώς του λόγω αναπηρίας και όχι γήρατος δεν προσδίδει στο σχόλιό του την έννοια της παραβιάσεως των προσωπικών δεδοµένων, καθόσον δεν αναγράφει επιµέρους στοιχεία της συνταξιοδοτήσεως του που έχουν σχέση µε τα στοιχεία του σχετικού φακέλου, το χρόνο χορηγήσεως, τα ποσοστά, τη διάρκεια, το ποσό και τα λοιπά προσδιοριστικά στοιχεία που θεµελιώνουν το δικαίωµά του και κατά συνέπεια δεν παραβίασε προσωπικά δεδοµένα του καταγγέλλοντος, καθόσον αυτά είναι κοινά σε όλους τους κατοίκους. 

Στη συνέχεια το Τµήµα µε την αυτή σύνθεση συνήλθε κατά την αναφερόµενη στην αρχή της παρούσης ηµεροµηνία προκειµένου να διασκεφθούν τα µέλη και αποφασίσουν επί της υποθέσεως. 

Η Αρχή, µετά από εξέταση των στοιχείων του φακέλου, αφού άκουσε τον εισηγητή και τις διευκρινίσεις από τη βοηθό εισηγητή, η οποία παρέστη χωρίς δικαίωµα ψήφου και αποχώρησε πριν από τη διάσκεψη και τη λήψη αποφάσεως κατόπιν διεξοδικής συζητήσεως,

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ 

1. Η πληροφορία αναφορικά µε την είσπραξη συντάξεως αναπηρίας εντάσσεται στην κατηγορία των ευαίσθητων προσωπικών δεδοµένων (άρθρο 2 στοιχ. α΄ και β΄ του ν. 2472/1997). Ακολούθως, ενόψει των τεχνικών µεθόδων που ακολουθούνται στα µέσα κοινωνικής δικτυώσεως, η καταχώριση και δηµοσίευση/διάδοση των δεδοµένων αυτών από τα µέσα κοινωνικής δικτυώσεως συνιστά επεξεργασία εν µέρει αυτοµατοποιηµένη (άρθρο 2 στοιχ. δ΄ σε συνδυασµό µε άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2472/1997, βλ. και Απόφαση 73/2013 της Αρχής, σκ. 3 και 6). Συγκεκριµένα, η αποσπασµατική αναπαραγωγή των επίµαχων δεδοµένων συνιστά ιδιαίτερη και διακριτή µορφή επεξεργασίας ως καταχώριση και διάδοση δεδοµένων. 

2. Οι διατάξεις της Οδηγίας 95/46/ΕΚ για την προστασία των δεδοµένων ισχύουν για τους παρόχους υπηρεσιών κοινωνικής δικτυώσεως (εν προκειµένω το facebook) στις περισσότερες περιπτώσεις, ακόµη κι αν η έδρα τους βρίσκεται εκτός ΕΟΧ. Οι πάροχοι υπηρεσιών κοινωνικής δικτυώσεως είναι κατά κανόνα οι υπεύθυνοι για την επεξεργασία των δεδοµένων, σύµφωνα µε την Οδηγία 95/46/ΕΚ. Παρέχουν τα µέσα για την επεξεργασία των δεδοµένων των χρηστών και παρέχουν όλες τις «βασικές» πληροφορίες που αφορούν στη διαχείριση του χρήστη (π.χ. δηµιουργία και διαγραφή λογαριασµών). Επίσης, οι πάροχοι υπηρεσιών κοινωνικής δικτυώσεως καθορίζουν τη χρήση των δεδοµένων του χρήστη για σκοπούς διαφηµίσεως και εµπορικής προωθήσεως –συµπεριλαµβανοµένης της διαφηµίσεως που παρέχεται από τρίτους. 
Η εξέταση εάν αρµόδια αρχή για την εξέταση προσφυγών κατά του facebook είναι η ιρλανδική Επιτροπή Προστασίας ∆εδοµένων, όπου έχει την έδρα του το facebook στην ΕE παρέλκει, γιατί η προσφυγή στρέφεται κατά χρήστη και όχι κατά του παρόχου. 

3. Σύµφωνα µε τη Γνώµη 5/2009 της Οµάδας Εργασίας του Άρθρου 29, στις περισσότερες περιπτώσεις υπηρεσιών κοινωνικής δικτυώσεως θεωρείται ότι οι χρήστες είναι υποκείµενα των δεδοµένων. Η Οδηγία 95/46/ΕΚ δεν επιβάλλει τις υποχρεώσεις ενός υπεύθυνου επεξεργασίας δεδοµένων σε ένα άτοµο που επεξεργάζεται δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο καθαρά προσωπικής ή οικιακής χρήσεως. Ωστόσο, σε κάποιες περιπτώσεις, οι δραστηριότητες του χρήστη µιας υπηρεσίας κοινωνικής δικτυώσεως µπορεί να µην διέπονται από την εξαίρεση λόγω οικιακής χρήσεως και ο χρήστης ενδέχεται να θεωρηθεί ότι επωµίζεται κάποιες από τις ευθύνες ενός υπεύθυνου επεξεργασίας δεδοµένων. Στις περιπτώσεις αυτές οι δραστηριότητες ορισµένων χρηστών των υπηρεσιών κοινωνικής δικτυώσεως επεκτείνονται πέραν της καθαρά προσωπικής ή οικιακής χρήσεως, για παράδειγµα, όταν η υπηρεσία κοινωνικής δικτυώσεως χρησιµοποιείται ως πλατφόρµα 4 συνεργασίας για έναν οργανισµό ή µια εταιρεία. Αν ο χρήστης µιας υπηρεσίας κοινωνικής δικτυώσεως ενεργεί εκ µέρους µιας εταιρείας ή ενός οργανισµού ή χρησιµοποιεί την εν λόγω υπηρεσία κυρίως ως πλατφόρµα για την επιδίωξη διαφηµιστικών, πολιτικών ή φιλανθρωπικών στόχων, η εξαίρεση δεν ισχύει και ο χρήστης αναλαµβάνει όλες τις ευθύνες ενός υπεύθυνου επεξεργασίας δεδοµένων, ο οποίος αποκαλύπτει δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα σε έναν άλλο υπεύθυνο επεξεργασίας δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα (δηλ. την υπηρεσία κοινωνικής δικτύωσης) και σε τρίτους (σε άλλους χρήστες της εν λόγω υπηρεσίας ή ενδεχοµένως ακόµα και σε άλλους υπεύθυνους επεξεργασίας δεδοµένων µε πρόσβαση στα δεδοµένα). Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο χρήστης πρέπει να λάβει τη σύµφωνη γνώµη των ενδιαφεροµένων προσώπων ή να στηρίξει την επεξεργασία σε κάποια άλλη νοµική βάση, που προβλέπεται στην Οδηγία 95/46/ΕΚ. 

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2016

ΕιρΚαλαμάτας 5/2016 : Αμοιβή δικηγόρου - Έμμισθη εντολή με πάγια αντιμισθία - Δημοτικοί δικηγόροι - Δήμος Καλαμάτας - Υποχρεωτική τήρηση ωραρίου - Πράξη περικοπής αποδοχών - Καταγγελία σύμβασης - Ηθική βλάβη


Κρίθηκε ότι η αιτία έκδοσης της προσβαλλόμενης από τον ενάγοντα πράξης περικοπής των αποδοχών του, ήταν η άρνηση του στην τήρηση του ωραρίου, η οποία όμως, αντίκειται στον Κώδικα Δικηγόρων και στη συνδέουσα τους διαδίκους έννομη σχέση που έφερε το χαρακτήρα  έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία και ασυμβίβαστη με την παροχή εξαρτημένης εργασίας από δικηγόρο. Επιπλέον, δεν προέκυψε ότι υπάρχει έρεισμα σε καμία διάταξη της κείμενης νομοθεσίας που να προβλέπει ή να υπονοεί, αναλογικά, την δυνατότητα επιβολής της κύρωσης αυτής, ήτοι της περικοπής αποδοχών σε βάρος δικηγόρων, αλλά την επιφυλάσσει σε βάρος μόνον δημοτικών υπαλλήλων, όχι όμως και των δημοτικών δικηγόρων, οι οποίοι (δικηγόροι), σημειωτέον, δεν λαμβάνουν «αποδοχές», αλλά «αμοιβή», συνιστάμενη σε «πάγια αντιμισθία» και «επιδόματα» και ως εκ τούτου η εν λόγω προσβαλλόμενη πράξη του Δημάρχου Καλαμάτας, που εξέδωσε σε βάρος του ενάγοντος κρίνεται άκυρη, ελλείψει νομοθετικής ρύθμισης που να την επιτρέπει, ευθέως ή  αναλογικά. Επομένως, ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των αποδοχών που του περιεκόπησαν για το μήνα Μάιο 2008. Τέλος, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η προσβαλλόμενη πράξη περικοπής των αποδοχών του ενάγοντος για πέντε εργάσιμες ημέρες έγινε υπό συνθήκες και περιστάσεις που να μπορούσαν να τον προσβάλλουν υλικά και κυρίως ηθικά καθώς και ως δικηγόρο και ως εκπαιδευτικό νομικών μαθημάτων για μια πενταετία, με συνέπεια να μην έχει προξενηθεί σε αυτόν ηθική βλάβη άξια αποκατάστασης, απορριπτομένου, επομένως, του συναφούς αγωγικού κονδυλίου ως κατ' ουσίαν αβασίμου.

 Αριθμός 5/2016 
 ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ 
(Ειδική Διαδικασία Εργατικών Διαφορών)
Αποτελούμενο από την Ειρηνοδίκη Καλαμάτας Γεωργία Μπιτσάκου, και τον Γραμματέα Παναγιώτη Καλέκα.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την 4η Απριλίου 2014, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ... Δικηγόρου Καλαμάτας, κατοίκου Καλαμάτας, οδός ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου ΧΣ.
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Δήμος  Καλαμάτας, νόμιμα εκπροσωπούμενου, με έδρα τη Καλαμάτα, οδός Αριστομένους αρ. 28, ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας του δικηγόρου ΔΜ.
Ο ενάγων με την με αριθ. πραξ. κατ. 14/25-11-2013 αγωγή του, ζητεί να γίνει αυτή δεκτή και για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν. Για τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής ορίσθηκε δικάσιμος αρχικά η 7-2-2014 και μετά από αναβολή αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Ακολούθησε η συζήτηση, όπως αναφέρεται στα πρακτικά.         

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ    
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 38, 44, 63 παρ. 1-5, 63Α, 94 του Ν. 3026/1954 «περί του Κώδικα Δικηγόρων», όπως ισχύουν, σε συνδυασμό με αυτές των αρθρ. 648 επ., 713 επ. του ΑΚ, σαφώς συνάγεται, ότι  η κατ' εξαίρεση επιτρεπόμενη  στο δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια αμοιβή, ρυθμίζεται από τον ως άνω κώδικα Δικηγόρων και συμπληρωματικώς από τους περί ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμούς του ΑΚ και τους περί εντολής κανόνες αυτού, εφόσον δεν αντίκειται στο δημόσιο χαρακτήρα αυτής της σχέσεως. Δεν μπορεί δε, η παραπάνω παροχή υπηρεσιών από δικηγόρους, να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, καθόσον η σχέση αυτή θεωρείται και είναι σχέση απόλυτης εμπιστοσύνης, και συνάπτεται με σύμβαση ιδιόμορφης έμμισθης εντολής, η οποία λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 25/2002 ΕλλΔνη 43, 1019 - 149/2006, ΕφΑΘ 1715/2004 ΕλλΔνη 2006.1105, ΕφΘεσσαλ 1535/2006 Αρμ. 2006, 1352). 
Ο χαρακτήρας της σύμβασης αυτής ως έμμισθης εντολής δεν μεταβάλλεται στην περίπτωση που ο δικηγόρος συμβάλλεται με Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου. Οι δε αναφυόμενες διαφορές δεν αποτελούν διοικητικές διαφορές ουσίας, αλλά υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 3 Συντάγματος και αρθρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ και οι οποίες εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των διαφορών για τις αμοιβές από εργασία (ΟλΑΠ 11/2002 ΕλλΔνη 2002.689, ΑΠ 50/2000 ΑρχΝ 2000.566, 85/1999 ΔΕΝ 1999.1508, ΕφΘεσ 1535/2006, ΕφΑθ 8804/2004 ΕλλΔνη 2005. 1139, ΕφΑΘ 1715/2004, ΝΟΜΟΣ, Παπαχατζή «Η επέκταση της δικαιοδοσίας των Διοικητικών Πρωτοδικείων και Εφετείων στις διαφορές από διοικητικές συμβάσεις» στο ΝοΒ 32.1201). Αντίκειται δε στην δια του Κώδικα Δικηγόρων επιδιωκόμενη και με πολλές διατάξεις περιφρουρούμενη αξιοπρέπεια και ιδιάζουσα ανεξαρτησία του δικηγορικού λειτουργήματος η επιβολή στον δικηγόρο και η αποδοχή από αυτόν υποχρεωτικού ωραρίου απασχόλησης και μάλιστα εκείνου που ισχύει για το υπαλληλικό προσωπικό του εντολέα, έστω και αν παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια ετήσια ή μηνιαία αντιμισθία (ΕφΑΘ 2402/1987 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 871/1970 Αρμεν. ΚΔ' 794 επ.). 
Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 165 παρ. 5 του Ν. 3584/2007 (Κώδικας κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων), οι δικηγόροι που προσλαμβάνονται στους Δήμους με σχέση έμμισθης εντολής υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο κατάστημα του οικείου  Δήμου για χρόνο που ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν παρίσταται ανάγκη παράστασης ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών. Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 653 και 656 ΑΚ, οι οποίες έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση της έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία που συνδέει τον δικηγόρο με τον ΟΤΑ, προκύπτει ότι ο εργοδότης, διαθέτοντας, με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, την εξουσία να ρυθμίσει όλα τα θέματα που άπτονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεως του για την επίτευξη των σκοπών της, δεν έχει κατ' αρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερόμενων υπηρεσιών του δεν έχει κατά τις διατάξεις αυτές άλλες συνέπειες,  εκτός από  εκείνες που  επέρχονται  από την υπερημερία του. 
Η κατ' αρχήν, όμως, νόμιμη άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού καθίσταται παράνομη, όταν υπερβαίνει προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ και αποβαίνει έτσι καταχρηστική, όπως όταν εντελώς αδικαιολόγητα επηρεάζει την αμοιβή του εργαζόμενου ή θίγει άλλα υλικά ή ηθικά συμφέροντα αυτού για την αποδοχή των υπηρεσιών του, ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητας του κατά τα άρθρα 59, 914 και 932 ΑΚ, οπότε παρέχεται σε αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. 
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του ν. 1264/82, που επιβάλλει στον εργοδότη, με απειλή ποινικών κυρώσεων, την   υποχρέωση για πραγματική απασχόληση του εργαζόμενου, αναφέρεται στην εξαιρετική περίπτωση που ο εργαζόμενος απολύθηκε και η απόλυση του κρίθηκε άκυρη με δικαστική απόφαση. Αλλά και τότε, η υποχρέωση αυτή δεν ανακύπτει ως αυτόματη συνέπεια της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, αλλά με τη συνδρομή των προεκτεθέντων περιστατικών (ΑΠ 998/2012, ΑΠ 362/2007, ΑΠ 1900/2005 όλες δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή, ο ενάγων εκθέτει ότι είναι δικηγόρος Καλαμάτας, από τον Ιανουάριο του 1995 και ότι προσλήφθηκε από τον εναγόμενο, Δήμο, στις 23-4-2007 ως νομικός του σύμβουλος με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια μηνιαία αντιμισθία. Ότι ενώ παρείχε στο ακέραιο τις δικηγορικές του υπηρεσίες για λογαριασμό του εναγομένου, Δήμου, εντούτοις ο εναγόμενος, επειδή αντέδρασε ο ενάγων, στην απαίτηση του για τήρηση συγκεκριμένου ωραρίου και για υποβολή αίτησης για λήψη κανονικής άδειας απουσίας, εξέδωσε πράξη περικοπής των αποδοχών του για πέντε (5) εργάσιμες ημέρες, με αριθμό 12808/3-6-2008, η οποία εκτελέστηκε από τον Δήμο αμέσως, με αποτέλεσμα να του γίνει η σχετική περικοπή και στις αποδοχές του του Μαΐου 2008, της τάξεως των 319,55 ευρώ και στα έξοδα κίνησης του Ιουνίου της τάξεως των 73,86 ευρώ δηλαδή συνολικά 393,41 ευρώ και στη συνέχεια ο εναγόμενος, Δήμος, κατήγγειλε τη σύμβαση έμμισθης εντολής που τους συνέδεε, με έγγραφο της 25-2-2009, όπως αυτό επιδόθηκε στις 05-03-2009.