Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Data protection package: Parliament and Council now close to a deal. European Institutions Conclude Data Protection Reform


A "strong compromise" on how to ensure a high level of data protection across the EU was agreed by Parliament and Council negotiators in their last round of talks on the data protection package on Tuesday. It is now up to member states to give a green light to the agreement (1) . The two draft laws in the package - a regulation and a directive - are scheduled for a confirmation vote in the Civil Liberties Committee on Thursday morning.

The draft regulation aims to give citizens control over their private data, while also creating clarity and legal certainty for businesses to spur competition in the digital market.
The General Data Protection Regulation (2) establishes common privacy rules across Europe and creates strong enforcement power. The law will be fully applicable in about two years.

Data protection standards for cross-border police cooperation

The new draft directive on data transfers for policing and judicial purposes will ensure citizens' rights and freedoms, allowing at the same time national law enforcement bodies in the EU to exchange information faster and more effectively. 

“It is of the utmost importance, especially after the Paris attacks, to enhance police cooperation and exchange of law enforcement data", said Parliament' lead MEP on the draft directive Marju Lauristin (S&D, ET) after the agreement was reached. "I am very confident that this law will offer the right balance between safeguarding citizen's fundamental rights and increasing the effectiveness of police cooperation throughout the Union", she added.

The directive will be the first instrument to harmonise 28 different law enforcement systems with respect to exchanging data - also within each member state. At the same time, it should clarify police cooperation arrangements and give citizens greater certainty as to the law. EU countries may set higher data protection standards than those enshrined in the directive if they so wish.

---------------------------------


Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

ΑΠ.Ολ (ποιν) 1/2015 : Εφαρμογή ηπιότερου νόμου - Παράβαση του νόμου για τα ναρκωτικά - Συμμετοχή - Διακεκριμένη περίπτωση -.


Εάν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκαση της υπόθεσης ίσχυσαν περισσότεροι νόμου εφαρμόζεται αυτός που είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο. Επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, δηλαδή, με βάση τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, επιφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση συνολικά ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Οι πράξεις της διακίνησης ναρκωτικών που τελέστηκαν κατ' επάγγελμα προ της ισχύος του ν. 4139/2013 και είχαν προσδοκώμενο όφελος ανώτερο των 75.000 ευρώ διατηρούν και υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς το χαρακτήρα της διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και τη δυνατότητα επιβολής της ποινής της ισοβίου κάθειρξης. Όταν η διακίνηση ναρκωτικών ουσιών διαπράττεται από περισσότερους από έναν δράστες "από κοινού", το προσδοκώμενο όφελος, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, θα προσδιορισθεί μια φορά και θα αντιστοιχεί σε όλους μαζί τους δράστες χωρίς να επιμερίζεται μεταξύ τους. Ο προσδιορισμός του ποσού είναι ανεξάρτητος από το μορφή της συμμετοχής κάθε δράστη, του πόσοι από αυτούς είναι γνωστής ταυτότητας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και πόσοι από αυτούς έχουν συλληφθεί ή έχουν παραπεμφθεί σε δίκη. Είναι αβάσιμη κατά τα παραπάνω η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.


Αριθμός 1/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΕ B' ΤΑΚΤΙΚΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Β' Τακτικής Ποινικής Ολομέλειας: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Αικατερίνη Βασιλακόπουλου-Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Χρυσούλα Παρασκευά, Βασίλειο Καπελούζο, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη-Εισηγητή, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Γεώργιο Κοντό, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Μαρία Χυτήρογλου, Ειρήνη Καλού, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αλτάνα Κοκκοβού, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Δήμητρα Κοκοτίνη, και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) N. S. του M., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του ΔΤ και ΜΔ και 2) A. S. του G., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΜΔ, περί αναιρέσεως της 2584/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) T. A. του G. και 2) Σ. Α. του Μ..
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 1 Νοεμβρίου 2013 και 4 Νοεμβρίου 2013 δύο αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1311/2013.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1329/2014 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Β' Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 1329/2014 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος, παραπέμφθηκαν στην Τακτική Ολομέλεια του δικαστηρίου σας, τα εξής ζητήματα που σχετίζονται με συναφείς λόγους αναιρέσεως των N. S. και A. S., και ειδικότερα το εάν :
α) Συνιστά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 2 παρ.1 του Π.Κ και 23 παρ.2 του Ν 4139/2013, ταυτόχρονα δε και ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας και χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου, με συνέπεια να ιδρύονται οι από τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχεία Ε, Α και Η Κ.Π.Δ αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως, η από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που επιλαμβάνεται, μετά από έφεση του κατηγορουμένου, της εκδίκασης υπόθεσης διακίνησης ναρκωτικών κατ’ επάγγελμα προσθήκη στο σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης του ότι το προσδοκώμενο όφελος του υπαιτίου από την πράξη υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, καίτοι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που είχε εκδικάσει την υπόθεση υπό την ισχύ του άρθρου 23 του Ν. 3459/2006 (Κ.Ν.Ν), δεν είχε διαλάβει οποιαδήποτε σχετική σκέψη περί τούτου, ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της απόφασης του, β) συνιστά εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης και επομένως συγκροτεί τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Ε του Κ.Π.Δ αναιρετικό λόγο, η παραδοχή ότι στην περίπτωση διακίνησης ναρκωτικών με την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 23 του Ν 4139/.2013, δηλαδή της κατ' επάγγελμα τέλεσης και με προσδοκώμενο όφελος ανώτερο των 75.000 ευρώ, το τελευταίο υπολογίζεται μια φορά μόνο και αντιστοιχεί σε όλους τους συμμέτοχους, χωρίς να επιμερίζεται ανάλογα με τον αριθμό τους.

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2015

9313/2015 ΜΠρ Αθ (Ασφ): Νομική προστασία βάσεων δεδομένων. Παράνομη εξαγωγή και επαναχρησιμοποίηση του περιεχομένου της Τράπεζας Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ από εταιρία ανάπτυξης εφαρμογών νομικής πληροφόρησης για δημιουργία και εμπορική εκμετάλλευση αντίστοιχων βάσεων. Ασφαλιστικά μέτρα σε βάρος της.


                              ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
















ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης 9313/2015
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
    Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αικατερίνη Μυλωνά Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο 
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην Αθήνα, σας 20.10.2015 χωρίς τη σύμπραξη
Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου. γραμματέα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΙNTRASOFT INTERNATIONAL S.A.», η οποία εδρεύει στο Λουξεμβούργο (2b rue Nicolas Bove, L-1253, Luxembourg) και η οποία διατηρεί μόνιμη εγκατάσταση /υποκατάστημα ατην Ελλάδα την επωνυμία «INTRASOFT International S.A. Ελληνικό Υποκατάστημα», που εδρεύει στην Παιανία Αττικής (19ο χλμ Λεωφόρου Μαρκοπούλου - Παιανίας,) νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΕΛ. ΤΩΝ ΚΑΘΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ: 1) της κυπριακής εταιρίας «...............................», η οποία εδρεύει στη Λεμεσό Κύπρου, οδός ....................., 2) του ................................, κατοίκου Πατρών Αχαϊας, οδός ........................, 3) του ......................, κατοίκου Πατρών οδός ................ αρ ......εκ των οποίων η πρώτη και ο τρίτος εκπροσωπήθηκαν, ενώ ο δεύτερος εμφανίστηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο τους ΕΜ. Η αιτούσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 23.5.2014 αίτηση με ΓΑΚ 60848/2014 και ΑΚΔ 6640/2014, η οποία προοδιορίσθηκε για τις 19.09.2014, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης και εγγράφηκε στο έκθεμα. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στο σημείωμα που κατέθεσαν. ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ Η Οδηγία 96/9 ΕΟΚ θέσπισε ένα εναρμονισμένο καθεστώς νομικής προστασίας των βάσεων δεδομένων εντός της Κοινότητας. Στο ελληνικό δίκαιο η Οδηγία ενσωματώθηκε ικανοποιητικά με το ν. 2819/2000. Ως βάση δεδομένων νοείται «η συλλογή έργων, δεδομένων ή άλλων ανεξαρτήτων στοιχείων, διευθετημένων κατά συστηματικό ή μεθοδικό τρόπο και ατομικώς προσιτών με ηλεκτρονικά μέσα ή με άλλο τρόπο» (άρθρα 1 § 2 της Οδηγίας 96/9 ΕΟΚ και § 2α του άρθρου 2 του ν. 2121/1993, που προστέθηκε με το άρθρο 7 § 1 του ν.2819/2000). Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις της Οδηγίας 96/9, στην έννοια των βάσεων δεδομένων υπάγονται τόσο οι ηλεκτρονικές (ψηφιακές) βάσεις δεδομένων, όσο και οι μη ηλεκτρονικές (παραδοσιακές) βάσεις δεδομένων (αιτ.σκ.14), ο όρος «βάση δεδομένων» πρέπει να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει κάθε είδους συλλογές έργων, λογοτεχνικών, καλλιτεχνικών, μουσικών ή άλλων ή άλλο υλικό, όπως κείμενα, ήχους, εικόνες, αριθμούς, πραγματικά στοιχεία και δεδομένα (αιτ.σκ. 17), στις ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων περιλαμβάνονται και τα CD-ROM και CD-I (αιτ.σκ. 23). 
Με την Οδηγία 96/9 ΕΟΚ θεσπίσθηκε το σύστημα «διπλής προστασίας» των βάσεων δεδομένων: 
προστατεύονται είτε με το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, είτε με το νέο, ειδικής φύσης, 
δικαίωμα του κατασκευαστή βάσης δεδομένων. Η προστασία της βάσης δεδομένων δεν εκτείνεται 
στα δεδομένα τα οποία περιέχει η βάση. Προστατεύεται η κατάταξη, η διευθέτηση και η οργάνωση 
του περιεχομένου της. Αντικείμενο προστασίας με το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας είναι οι 
βάσεις δεδομένων, οι οποίες λόγω της επιλογής ή της διευθέτησης του περιεχομένου τους 
αποτελούν πνευματικά δημιουργήματα (άρθρο 3 § 1 της Οδηγίας 96/9 και § 2α του άρθρου 2 του 
ν. 2121/1993). Για να προστατευθεί έτσι η βάση δεδομένων με δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας 
πρέπει να καταδειχθεί μια πρωτοτυπία στην επιλογή ή στην οργάνωση του υλικού της. Μια βάση 
δεν θα είναι πρωτότυπη, εάν δεν υπάρχει καμία επιλογή στο υλικό ή αν η διευθέτηση γίνεται με 
κριτήρια αυτονόητα (π.χ. όλοι οι πολίτες ενός Δήμου ή όλα τα ονόματα με αλφαβητική σειρά (βλ. 
Μ. Κανελλοπούλου - Μπότη, Νομική Προστασία Βάσεων Δεδομένων, έκδοση 2004, σ. 57). Εξάλλου 
στο άρθρο 3 § 1 εδ. β' της Οδηγίας διευκρινίζεται ότι κανένα άλλο, κριτήριο, εκτός από την 
πρωτοτυπία, δεν θα καθορίζει την προστασία της βάσης με δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας και 
ιδίως δε θα πρέπει να γίνεται καμία αξιολόγηση της ποιοτικής ή αισθητικής αξίας της (αιτ.σκ. 16). 
Υποκείμενο προστασίας κατά το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας είναι ο δημιουργός του. Κατά 
το άρθρο 4 της Οδηγίας, ο δημιουργός της είναι το φυσικό πρόσωπο ή ομάδα φυσικών προσώπων 
που έχει δημιουργήσει τη βάση δεδομένων ή, εφόσον επιτρέπεται από τη νομοθεσία του κράτους - 
μέλους, το νομικό πρόσωπο που ορίζεται ως δικαιούχος από τη νομοθεσία αυτή. Κατά το ελληνικό 
δίκαιο μόνο τα φυσικά πρόσωπα μπορούν να είναι δημιουργοί, ενώ τα νομικά πρόσωπα μπορούν 
μόνο δευτερογενώς να αποκτήσουν την ιδιότητα του δικαιούχου (άρθρα 6 και 8 του ν. 
2121/1993). 

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2015

"Οι αγωγές ομολογιούχων κατά του Ελληνικού Δημοσίου κατόπιν της αναγκαστικής ανταλλαγής ομολόγων κατά τον Ν. 4050/2012 υπάγονται στις «αστικές ή εμπορικές υποθέσεις» κατά τον κανονισμό 1393/2007: ΔΕΕ της 11.6.2015, C‑226/13, C‑245/13, C‑247/13 και C‑578/13, Fahnenbroc κ.λπ κατά Ελληνικής Δημοκρατίας"


της Ευγενίας Β. Πρεβεδούρου, Αναπληρώτριας Καθηγήτριας Διοικητικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Με την απόφαση της 11ης Ιουνίου 2015 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑226/13, C‑245/13, C‑247/13 και C‑578/13, Fahnenbroc κ.λπ κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αγωγές κατά του Ελληνικού Δημοσίου τις οποίες άσκησαν στη Γερμανία ιδιώτες κατόπιν της αναγκαστικής ανταλλαγής των κρατικών ομολόγων τους που προέβλεψε ο Νόμος 4050/2012, «Κανόνες τροποποιήσεως τίτλων, εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου με συμφωνία των Ομολογιούχων», είναι δυνατόν να επιδοθούν στο Ελληνικό Δημόσιο κατά τον κανονισμό ΕΕ 1393/2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, δεδομένου ότι δεν είναι προφανές ότι τέτοιες αγωγές δεν υπάγονται στις αστικές ή εμπορικές υποθέσεις.

Ειδικότερα, το Landgericht Wiesbaden (Πρωτοδικείο Wiesbaden, Γερμανία) και το Landgericht Kiel (Πρωτοδικείο Kiel, Γερμανία) έχουν επιληφθεί αγωγών που ασκήθηκαν κατά του Ελληνικού Δημοσίου από δικαιούχους ελληνικών κρατικών ομολόγων οι οποίοι είναι κάτοικοι Γερμανίας. Οι ως άνω δικαιούχοι θεωρούν ότι εθίγησαν εκ του ότι η Ελλάδα, κατά τη γνώμη τους, τους εξανάγκασε, τον Μάρτιο του 2012, να ανταλλάξουν τους τίτλους τους με νέα κρατικά ομόλογα σημαντικά μειωμένης ονομαστικής αξίας. Πράγματι, προκειμένου να αντιμετωπίσει τη σοβαρή χρηματοοικονομική κρίση, η Ελλάδα είχε εκδώσει, τον Φεβρουάριο του 2012, τον Ν. 4050/2012 ο οποίος προέβλεπε την υποβολή προσφοράς αναδιάρθρωσης στους κατόχους ορισμένων ελληνικών κρατικών ομολόγων. Προέβλεπε επίσης την προσθήκη ρήτρας αναδιάρθρωσης στις οικείες συμβάσεις έκδοσης, έτσι ώστε οι αρχικοί όροι έκδοσης των τίτλων να μπορούν να τροποποιηθούν με αποφάσεις που λαμβάνονται με ενισχυμένη πλειοψηφία του ανεξόφλητου κεφαλαίου (οι αποφάσεις αυτές δεσμεύουν κατ’ αυτόν τον τρόπο και τη μειοψηφία) [βλ., αντί πολλών, Δ. Γ. Τσιμπανούλη, Οι ρήτρες συλλογικής δράσης του προγράμματος ανταλλαγής ομολόγων ελληνικού δημοσίου κατά το Ν 4050/2012 υπό το πρίσμα του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, Τιμητικός Τόμος Ι. Δρυλλεράκη, Νομική Βιβλιοθήκη, 2015, σσ. 303-362]. Κανείς από τους ενδιαφερόμενους εν προκειμένω ιδιώτες δεν δέχθηκε την προσφορά ανταλλαγής την οποία υπέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο βάσει του νόμου αυτού. Οι αγωγές είχαν ως αίτημα είτε την ανόρθωση της ζημίας των εναγόντων λόγω προσβολής της νομής και της κυριότητας είτε την εκπλήρωση των ληξιπρόθεσμων αρχικών συμβατικών υποχρεώσεων είτε την καταβολή αποζημίωσης. Στο πλαίσιο της διαδικασίας επίδοσης των αγωγών στο Ελληνικό Δημόσιο (εναγόμενο), ανέκυψε το ζήτημα αν οι αγωγές αυτές αφορούν τις αστικές ή εμπορικές υποθέσεις κατά την έννοια του κανονισμού 1393/2007 (οπότε η επίδοση μπορεί να πραγματοποιηθεί επί τη βάσει του κανονισμού) ή αν έχουν ως αντικείμενο πράξη ή παράλειψη κράτους κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας (στην περίπτωση αυτή, ο κανονισμός δεν έχει εφαρμογή). Ο ως άνω κανονισμός της Ένωσης, με τον οποίον επιδιώκεται η καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση των δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, προβλέπει τη χρήση τυποποιημένων εντύπων και τη διαβίβαση, απευθείας και το ταχύτερο δυνατόν, μεταξύ των υπηρεσιών που ορίζονται προς τούτο από τα κράτη μέλη, ορίζει δε ρητώς ότι δεν εφαρμόζεται όταν πρόκειται για την ευθύνη του κράτους για πράξεις ή παραλείψεις του κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας

Τα γερμανικά δικαστήρια ζήτησαν από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν αγωγές με τις οποίες ζητείται αποκατάσταση ζημίας, εκπλήρωση της σύμβασης και αποζημίωση, ασκηθείσες από ιδιώτες κατόχους ομολόγων κατά του κράτους το οποίο τα εξέδωσε, εμπίπτουν στις «αστικές ή εμπορικές υποθέσεις» κατά την έννοια του κανονισμού, οπότε αυτός έχει εφαρμογή.

Η απόφαση αυτή θα πρέπει να διαβαστεί παράλληλα με τις πρόσφατες πολυσχολιασμένες αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ για το PSI [ΣτΕ Ολ 1116/2014, 1117/2014, 1506/2014, 1507/2014, 1508/2014, 2400/2014, 2401/2014, 2402/2014, 3006/2014, 3008/2014, 3009/2014, 3010/2014, 3724/2014, 4746/2014, 4747/2014, 4748/2014, 4749/2014]1116, 1117, 3724/2014], στο πλαίσιο των οποίων οι υπουργικές πράξεις που εκδόθηκαν για την εφαρμογή του Νόμου [α) Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (Π.Υ.Σ.) 5/24.2.2012 «Έναρξη διαδικασίας τροποποίησης επιλέξιμων τίτλων και καθορισμός όρων ανταλλαγής τους» (Α΄ 37/24.2.2012, β) από 24.2.2012 πρόσκληση του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (Ο.Δ.ΔΗ.Χ.) προς τους ομολογιούχους για συμμετοχή στην ορισθείσα με την ως άνω Π.Υ.Σ. διαδικασία, γ) από 9.3.2012 πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, με την οποία βεβαιώθηκε ότι η διαδικασία αυτή τερματίσθηκε με την επίτευξη της προβλεπόμενης απαρτίας και πλειοψηφίας (ανεξόφλητου κεφαλαίου) για την ανταλλαγή τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου με νέους τίτλους, δ) Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (Π.Υ.Σ.) 10/9.3.2012 «Έγκριση της απόφασης των ομολογιούχων για την τροποποίηση των επιλέξιμων τίτλων, όπως βεβαιώθηκε από την Τράπεζα της ….. ως Διαχειριστή της Διαδικασίας» (Α΄ 50/9.3.2012) και ε) πράξη 2/20964/0023 Α/9.3.2012 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών «Υλοποίηση της τροποποίησης των επιλέξιμων τίτλων και έκδοση νέων τίτλων ομολόγων και τίτλων ΑΕΠ Ελληνικού Δημοσίου» (Β΄ 682/9.3.2012)] κρίθηκαν εκτελεστές διοικητικές πράξεις προς θεμελίωση της δικαιοδοσίας του ακυρωτικού διοικητικού δικαστή. Επιβάλλεται στο σημείο αυτό να αναφερθεί η σκέψη 5 της απόφασης ΣτΕ Ολ 1116/2014: «5. Επειδή, οι προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν κατά την θεσπιζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 4050/2012 διαδικασία αντικατάστασης τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου με νέους τίτλους. Η αντικατάσταση αυτή, με την οποία μειώθηκε το δημόσιο χρέος της Ελληνικής Δημοκρατίας, εχώρησε βάσει των διατάξεων αυτών κατόπιν της αποδοχής από τους ιδιώτες πιστωτές, ως πλειοψηφούν κεφάλαιο, σχετικής πρότασης του Υπουργικού Συμβουλίου, η αποδοχή δε αυτή δέσμευσε και τους πιστωτές που δεν έλαβαν μέρος στη σχετική διαδικασία ή μειοψήφησαν. Η δυνατότητα αντικατάστασης δεν είχε θεσπισθεί ή συμφωνηθεί κατά την έκδοση των τίτλων, αλλά προβλέφθηκε το πρώτον κυριαρχικώς με τις εν λόγω διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 4050/2012 για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Υπό τα δεδομένα αυτά, η αμφισβήτηση της νομιμότητας των προσβαλλομένων πράξεων δεν γεννά ιδιωτική διαφορά, αλλά διαφορά της ακυρωτικής δικαιοδοσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με τα άρθρα 94 παρ. 1 α΄ του Συντάγματος και 45 επ. του π.δ. 18/1989». Δηλαδή η σχέση μεταξύ ομολογιούχων και Ελληνικού Δημοσίου προφανώς ρυθμίζεται από το ιδιωτικό δίκαιο, τη διοικητική διαφορά όμως προκαλεί η έκδοση των ανωτέρω εκτελεστών διοικητικών πράξεων που στηρίζονται στον Ν. 4050/2012 και επεμβαίνουν στην εξέλιξη συνεστημένης συμβατικής σχέσης ιδιωτικού δικαίου. Άλλωστε, στη σκέψη 24 της ΣτΕ Ολ 1116/2014, το ΣτΕ αναγνώρισε ότι «είναι διαφορετικό το ζήτημα αν γι’ αυτή τη συναλλακτική συμπεριφορά του Ελληνικού Δημοσίου [την προσέλκυση επενδυτών], η οποία δεν ανάγεται στον κρίσιμο χρόνο αλλά στον χρόνο της έκδοσης των τίτλων που τελικά αντικαταστάθηκαν, το Ελληνικό Δημόσιο θα ηδύνατο να εναχθεί από τους αιτούντες ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων».

Παρά την εκ πρώτης όψεως αντίθετη λύση που υιοθέτησαν το Συμβούλιο της Επικρατείας και το ΔΕΕ, θα πρέπει να τονισθεί ότι η προσέγγιση του ΔΕΕ ήταν πολύ προσεκτική και μετρημένη, αφορά δε ένα προκαταρκτικό ζήτημα, που δεν προδικάζει την ουσία της υπόθεσης, αλλά ούτε και την ίδια τη δικαιοδοσία του αιτούντος δικαστηρίου. Το ΔΕΕ ερμηνεύει την έννοια των αστικών και εμπορικών υποθέσεων αποκλειστικά υπό το πρίσμα των σκοπών του κανονισμού 1393/2007 -που διασφαλίζει την ταχεία επίδοση των δικαστικών και εξώδικων πράξεων- και ενόψει της εφαρμογής του κανονισμού αυτού, δηλαδή του προσδιορισμού της διαδικασίας επίδοσης των αγωγών. Το ΔΕΕ αναγνωρίζει ότι τα πορίσματα του ελέγχου που ασκείται στο στάδιο αυτό πριν οι διάδικοι εκφράσουν τις απόψεις τους δεν μπορούν βεβαίως να προκαταλάβουν τις αποφάσεις που θα λάβει το επιληφθέν δικαστήριο στη συνέχεια όσον αφορά ιδίως την αρμοδιότητά του και την ουσία της οικείας υπόθεσης. Περαιτέρω, για την εφαρμογή του κανονισμού, αρκεί μειωμένος βαθμός δικανικής πεποίθησης, αφού το ΔΕΕ καταλήγει ότι οι επίμαχες αγωγές, οι οποίες ασκήθηκαν από ιδιώτες, δικαιούχους κρατικών ομολόγων, κατά του κράτους που εξέδωσε τα ομόλογα αυτά εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού στο μέτρο που δεν προκύπτει ότι οι αγωγές αυτές προδήλως δεν υπάγονται στις αστικές ή εμπορικές υποθέσεις.

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2015

ΣτΕ 4446/2015 (Ολ.) – Αντικειμενικές αξίες ακινήτων


Ακυρώνεται η παράλειψη της Διοίκησης να προβεί στην έκδοση απόφασης αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων της Χώρας και ορίζεται χρόνος έναρξης της ουσιαστικής ισχύος της απόφασης που υποχρεούται να εκδώσει η Διοίκηση η 21η Μαΐου 2015.

Αριθμός 4446/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Οκτωβρίου 2015, με την εξής σύνθεση: ……
Για να δικάσει την από 6 Μαρτίου 2014 αίτηση: των: ……………………………………………
κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τη ……………………………………, Νομική Σύμβουλο του Κράτους.
Η υπόθεση εισήχθη εκ νέου στην Ολομέλεια μετά την 4003/2014 αναβλητική απόφασή της και κατόπιν της από 26 Ιουνίου 2015 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδάφ. β΄, 20 και 21 του π.δ. 18/1989.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθούν: α) η παράνομη παράλειψη της Διοίκησης να εκδώσει την απόφαση που προβλέπεται στο άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 1249/1982 και β) το 1025803 ΕΞ 2014/10.2.2014 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από τον εισηγητή, Σύμβουλο ….
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων που παρέστησαν, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο  Ν ό μ ο
1. Επειδή, ζητείται η ακύρωση α) της παράλειψης της Διοίκησης να εκδώσει απόφαση περί αναπροσαρμογής της φορολογητέας αξίας των ακινήτων κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 1249/1982· β) του 1025803/10.2.2014 εγγράφου της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών
και Στέγασης της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας και Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, το οποίο εκδόθηκε σε απάντηση σχετικής αίτησης των ήδη αιτούντων και άλλων φορολογουμένων.
2. Επειδή, μετά την έκδοση της 4003/2014 εν μέρει οριστικής και εν μέρει προδικαστικής απόφασης της Ολομέλειας, η αίτηση εισήχθη ενώπιον της Ολομέλειας με την 1055/2014/26.6.2015 πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου.
3. Επειδή, λόγω κωλύματος του ήδη Αντιπροέδρου …………………, τακτικού μέλους της σύνθεσης που εκδίκασε την υπόθεση, έλαβε μέρος στη διάσκεψη, ως τακτικό μέλος, ο Σύμβουλος ……………, αναπληρωματικό μέχρι τότε μέλος της σύνθεσης (άρθρο 26 παρ. 2 ν. 3719/2008 (Α΄ 241), με το οποίο προστέθηκαν τέσσερα εδάφια στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 8 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8)· 164/2014 πρακτικό διάσκεψης Ολομέλειας).
4. Επειδή, με την άνω απόφαση κρίθηκε ότι για την αίτηση είχε καταβληθεί το νόμιμο παράβολο, ότι αυτή ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη ως προς τους μη νομιμοποιηθέντες αιτούντες …… και ότι οι λοιποί αιτούντες ασκούν την αίτηση με έννομο συμφέρον και ομοδικούν.
5. Επειδή, περαιτέρω, με την ίδια απόφαση κρίθηκαν τα ακόλουθα: κατά το άρθρο 45 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 είναι δυνατόν να ασκηθεί αίτηση ακυρώσεως κατά παράλειψης της διοικητικής αρχής να προβεί σε οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια ή κατά ρητής άρνησης αυτής να προβεί στην ενέργεια αυτή, εφ’ όσον ο νόμος ή υπερκείμενος του νόμου κανόνας δικαίου της επιβάλλει την υποχρέωση να ρυθμίσει συγκεκριμένο ζήτημα με την έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης. Τέτοια παράλειψη ή άρνηση δεν στοιχειοθετείται, κατ’ αρχήν, όταν ο νόμος παρέχει την εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει ζήτημα με κανονιστική πράξη· τούτο, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για το χρόνο έκδοσής της ανήκει στην ανέλεγκτη από τον ακυρωτικό δικαστή κρίση της διοικητικής αρχής. Κατ’ εξαίρεση, στοιχειοθετείται παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενεργείας είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει στη Διοίκηση την υποχρέωση να εκδώσει κανονιστική πράξη, εφ’ όσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εφ’ όσον τίθεται ορισμένη προθεσμία, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα. Στις περιπτώσεις αυτές, η άσκηση της αρμοδιότητας προς κανονιστική ρύθμιση καθίσταται δέσμια, η παράλειψη δε της Διοίκησης να ασκήσει την κανονιστική αρμοδιότητά της δεν είναι νόμιμη (Σ.τ.Ε. 1849/2009 Ολομ., 3749/2013 Ολομ.).

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2015

"Ζητήματα ερμηνείας και εφαρμογής των ασφαλιστικών μέτρων" (εισήγηση Δημήτρης Κράνης, ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ)


ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ

Ι. Αναγκαιότητα, συνταγματική κατοχύρωση και ευρωπαϊκή διάσταση της προσωρινής δικαστικής προστασίας.
ΙΙ. Εννοιολογικά χαρακτηριστικά των ασφαλιστικών μέτρων.
α. Σκοπός, β. Προϋποθέσεις, γ. Όρια, δ. Αντικείμενο της δίκης.
ΙΙΙ. Το ασφαλιστέο δικαίωμα και η απαγόρευση της ικανοποίησής του
IV. Κατηγορίες ασφαλιστικών μέτρων.
V. Φύση και συνέπειες της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων.
VI. Η κατάλυση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων.
α. Αποδυνάμωση, β. Ανάκληση ή μεταρρύθμιση, γ. Ανάλωση, δ. Εξαφάνιση της προσβληθείσας με έφεση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων νομής ή κατοχής.
VII. Oι συνέπειες από την άρση των ασφαλιστικών μέτρων.
VIII. Εκδηλώσεις μετενέργειας των ασφαλιστικών μέτρων.
α . Η μετενέργεια ως διαχρονική προέκταση της ισχύος των ασφαλιστικών μέτρων (το ερώτημα της αναδρομικότητας), β. Η μετενέργεια ως σχέση εκκαθάρισης (επαναφορά ή οιονεί επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, αποζημίωση άρθ. 703 ΚΠολΔ, εγγύηση άρθρ. 694 ΚΠολΔ).
IX. Δικαστική μεσεγγύηση, συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση και προσημείωση υποθήκης στο πλαίσιο καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης.
Χ. Προσωρινή διαταγή.
α. Διαδικαστικά θέματα, β. Φύση της προσωρινής διαταγής γ. Περιεχόμενο και λειτουργία της προσωρινής διαταγής (προσωρινή διαταγή με περιεχόμενο την ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή υλικής πράξης / απαγόρευση μεταβολής της νομικής κατάστασης).

Ι. Αναγκαιότητα, συνταγματική κατοχύρωση και ευρωπαϊκή διάσταση της προσωρινής δικαστικής προστασίας.
1. Η προσωρινή δικαστική προστασία αποτελεί ανάγκη που υπαγορεύεται από τη διαπίστωση ότι οι ειδικές συνθήκες της κρίσιμης βιοτικής σχέσης σε συνδυασμό με τη βραδύτητα, με την οποία διεξάγεται κατά κανόνα η κύρια διαγνωστική δίκη, δημιουργούν συνήθως μέχρι την περάτωσή της αμετάκλητες ή δύσκολα αναστρέψιμες καταστάσεις, που ματαιώνουν τον πρακτικό σκοπό της και αποδυναμώνουν τη δραστικότητα της οριστικής δικαστικής προστασίας . Μάλιστα στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει νομολογηθεί με την απόφαση Factortame Ι του ΔΕΚ από 19.6.1990 ότι για την προστασία δικαιωμάτων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο τα εθνικά δικαστήρια είναι υποχρεωμένα να λάβουν τα αναγκαία προσωρινά μέτρα, έστω και αν δεν προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία και να αγνοήσουν αντίθετες απαγορευτικές διατάξεις της. Στην ελληνική έννομη τάξη η συνταγματικά αναγνωριζόμενη δημόσια αξίωση ένδικης προστασίας (άρθρ. 20 Ι Σ) καλύπτει και την παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας , η οποία εξειδικεύεται από τον κοινό νομοθέτη με κύρια έκφραση στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου τα ασφαλιστικά μέτρα, που προβλέπονται στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης (άρθρ. 682-738), αλλά και της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 781) του ΚΠολΔ.


ΙΙ. Εννοιολογικά χαρακτηριστικά των ασφαλιστικών μέτρων (σκοπός, προϋποθέσεις, όρια και αντικείμενο της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων).
2. Σκοπός των ασφαλιστικών μέτρων είναι η διασφάλιση των αμφισβητούμενων δικαιωμάτων των διαδίκων μέχρι την οριστική κρίση της διαφοράς ή η ρύθμιση μέχρι τότε μιας κατάστασης προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου ή λόγω συνδρομής επείγουσας περίπτωσης (άρθρ. 682 Ι ΚΠολΔ). Οι προϋποθέσεις έτσι για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων είναι αφενός μεν η ύπαρξη δικαιώματος και γενικότερα έννομης σχέσης του ουσιαστικού δικαίου και αφετέρου η συνδρομή επικείμενου κινδύνου ή επείγουσας περίπτωσης.
3. Η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, αποσκοπώντας να αποτρέψει τη δημιουργία ανεπανόρθωτων καταστάσεων ή δύσκολα αναστρέψιμων, δεν θα πρέπει να δημιουργεί η ίδια τέτοιες καταστάσεις. Έτσι δεν επιτρέπεται να οδηγεί σε πλήρη ικανοποίηση του ασφαλιστέου δικαιώματος (άρθρ. 692 IV ΚΠολΔ), υπόκειται σε ανάκληση ή μεταρρύθμιση (άρθρ. 696-698, 702 ΙΙ 2 ΚΠολΔ) και ισχύει προσωρινά, χωρίς να επηρεάζει την κύρια δίκη (άρθρ. 695 ΚΠολΔ). Αντισταθμίζεται συνεπώς η έλλειψη σημαντικών εγγυήσεων ορθής κρίσης, η οποία είναι αναπόφευκτη λόγω της ταχύτητας με την οποία διεξάγεται η σχετική δίκη, έχοντας ως βασικά χαρακτηριστικά την απλή πιθανολόγηση των ισχυρισμών και τον αποκλεισμό των ένδικων μέσων (άρθρ. 690 Ι 1, 699 ΚΠολΔ).
4. Ως μορφή προσωρινής δικαστικής προστασίας τα ασφαλιστικά μέτρα έχουν παρεπόμενο χαρακτήρα και συνδέονται τελολογικά με την κύρια διαγνωστική δίκη (πρβλ. άρθρ. 693 ΚΠολΔ). Κατ’ επέκταση συνδέονται τελολογικά και με το ασφαλιστέο ουσιαστικό δικαίωμα, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της κύριας διαγνωστικής δίκης . Αντίθετα αντικείμενο της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων είναι η ύπαρξη ή η ανυπαρξία δικαιώματος του αιτούντος για παροχή σ” αυτόν προσωρινής δικαστικής προστασίας με τα κατάλληλα ασφαλιστικά μέτρα. Πρόκειται για δημόσιο δικαίωμα (ό.π. αριθ. 1), συνταγματικά κατοχυρωμένο (άρθρ. 20 Ι Σ), το οποίο υλοποιούμενο από τις διατάξεις του δικονομικού δικαίου για τα ασφαλιστικά μέτρα, καταλήγει σε διάπλαση στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου. Στο πλαίσιο αυτό το δικαστήριο, εφόσον πιθανολογεί τη συνδρομή των προϋποθέσεων που απαιτούνται κατά το άρθρ. 682 ΚΠολΔ για τη θεμελίωση δικαιώματος προσωρινής δικαστικής προστασίας, προβαίνει με την απόφασή του στη λήψη των κατάλληλων ασφαλιστικών μέτρων, διαπλάσσοντας προσωρινά τις ουσιαστικές σχέσεις των διαδίκων. Το ασφαλιστέο δηλαδή ουσιαστικό δικαίωμα δεν είναι αντικείμενο της σχετικής δίκης, αλλά απλό προδικαστικό ζήτημα, που εξετάζεται παρεμπιπτόντως για να διαπιστωθεί στη συνέχεια το διαπλαστικό δικαίωμα παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας .


Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

"Οι πρόσφατες τροποποιήσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας - Κριτική Προσέγγιση" [Εισήγηση : Σπυρίδωνα Γεωργουλέα, Προέδρου Πρωτοδικών, Πρόεδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών]


Η ΔΙΚΗ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ : ΝΟΜΟΤΕΧΝΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ, ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΛΥΣΕΙΣ

       Κυρίες και Κύριοι Σύνεδροι,
Στο πλαίσιο εφαρμογής της συμφωνίας μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των αντισυμβαλλομένων της (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ESM) ψηφίσθηκε ο Ν. 4335/2015 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 87/23.7.2015) «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4334/2015 (Α΄ 80)», δια του οποίου εισήχθησαν σαρωτικές αλλαγές στον ΚΠολΔ, με σκοπό την επιτάχυνση της απονομής της πολιτικής δικαιοσύνης. Ειδικότερα, εισήχθησαν, μεταξύ άλλων, σημαντικές μεταβολές αναφορικώς με τη διαδικασία ασκήσεως και συζητήσεως της αγωγής (τόσο στην τακτική, όσο και στις ειδικές διαδικασίες), με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την εκουσία δικαιοδοσία και με τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως. Αντικείμενο της παρούσας εισηγήσεως είναι οι νέες ρυθμίσεις αναφορικώς με τη συζήτηση κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς και του Μονομελούς Πρωτοδικείου, θα λάβει δε χώρα παράθεση των εν λόγω ρυθμίσεων, θα επιχειρηθεί ο εντοπισμός τυχόν νομοτεχνικών ατελειών και, κυρίως, θα επισημανθούν οι αναμενόμενες δυσχέρειες εφαρμογής των νέων ρυθμίσεων στην τρέχουσα δικαστηριακή πρακτική (με αναφορά στο μεγαλύτερο Πρωτοδικείο της χώρας, το Πρωτοδικείο Αθηνών), ενώ θα σκιαγραφηθούν οι προτεινόμενες  λύσεις στα ανακύπτοντα πρακτικά ζητήματα.
Ι. ΟΙ ΝΕΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
Α. Η νέα διάταξη του άρθρου 237 ΚΠολΔ αποτελεί το βασικό άξονα της νέας ρυθμίσεως της συζητήσεως κατά την τακτική διαδικασία. Η εν λόγω διάταξη ρυθμίζει λεπτομερώς τη διαδικασία από τη στιγμή της καταθέσεως της αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς και του Μονομελούς Πρωτοδικείου μέχρι και την περάτωση της δίκης σε πρώτο βαθμό. Κατά την παρ. 1 του ως άνω άρθρου, εντός εκατό ( 100 ) ημερών από την ημερομηνία της καταθέσεως της αγωγής οι διάδικοι υποχρεούνται να καταθέσουν τις προτάσεις και να προσκομίσουν μετ’ επικλήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα, το αποδεικτικό επιδόσεως της αγωγής και την κατά τη διάταξη του άρθρου 96 του ιδίου Κώδικος πληρεξουσιότητα προς τους δικηγόρους, όχι όμως και το δικαστικό ένσημο, το οποίο πρέπει να κατατεθεί το αργότερο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, η δε προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά τριάντα ( 30 ) ημέρες για όλους τους διαδίκους, εάν ο εναγόμενος ή οποιοσδήποτε από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι αγνώστου διαμονής. Ακολούθως, στην παρ. 2 του νέου άρθρου 237 ΚΠολΔ ορίζεται ότι οι αμοιβαίες αντικρούσεις γίνονται με προσθήκη στις προτάσεις, η οποία κατατίθεται εντός δεκαπέντε ( 15 ) ημερών από τη λήξη της προαναφερομένης προθεσμίας των εκατό ( 100 ) ημερών, μετά δε την παρέλευση του δεκαπενθημέρου κλείεται ο φάκελος της δικογραφίας. Με την προσθήκη δύνανται να προταθούν νέοι ισχυρισμοί και να προσκομισθούν νέα αποδεικτικά μέσα μόνο προς αντίκρουση περιεχομένων στις προτάσεις ισχυρισμών, επαναλαμβάνεται δε ότι εκπρόθεσμες προτάσεις και προσθήκες δεν λαμβάνονται υπόψη. Η παρ. 3 του νέου άρθρου 237 ΚΠολΔ ορίζει τον τρόπο της καταθέσεως των προτάσεων και της προσθήκης στον αρμόδιο υπάλληλο της Γραμματείας, ο οποίος με επισημείωσή του επί του σώματος αυτών βεβαιώνει τη χρονολογία της καταθέσεώς τους, ορίζεται δε ότι έκαστος διάδικος δικαιούται να λάβει ατελώς με ίδιες δαπάνες αντίγραφα των προτάσεων, των αντικρούσεων και των προσκομισθέντων εγγράφων και επιλύεται το πρακτικό ζήτημα του καθορισμού ετέρων προσώπων, δυναμένων να ασκήσουν το σχετικό δικαίωμα ( ήτοι ο υπογράφων το δικόγραφο της αγωγής, της παρεμβάσεως ή των προτάσεων δικηγόρος ή τρίτο πρόσωπο, εξουσιοδοτημένο από τον ως άνω δικηγόρο ). Εν συνεχεία, στην παρ. 4 του ιδίου άρθρου προβλέπεται η πορεία της υποθέσεως μετά το κλείσιμο του φακέλου της δικογραφίας. Ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Δικαστηρίου ή ο αρμόδιος κατά τον Κανονισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας αυτού Δικαστής υποχρεούται εντός δεκαπέντε ( 15 ) ημερών από τη συμπλήρωση του συνολικού χρονικού διαστήματος των εκατόν δεκαπέντε ( 115 ) ημερών με πράξη του να ορίσει τον δικάζοντα Δικαστή για τις υποθέσεις αρμοδιότητος του Μονομελούς Πρωτοδικείου και τη δικάζουσα σύνθεση για τις υποθέσεις αρμοδιότητος του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, οριζομένου στην τελευταία περίπτωση και του Εισηγητή της υποθέσεως. Συγχρόνως ορίζεται ημέρα και ώρα συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο σε χρόνο όχι μεγαλύτερο των τριάντα ( 30 ) ημερών από τη λήξη της τελευταίας δεκαπενθημέρου προθεσμίας. Η εν λόγω πρόβλεψη περί του χρόνου ορισμού δικασίμου κάμπτεται, εάν ο προβλεπόμενος από τον Κανονισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δικαστηρίου αριθμός υποθέσεων που αναλογεί σε κάθε Δικαστή υπερκαλυφθεί, οπότε ο ορισμός Δικαστή και δικασίμου γίνεται εντός του απολύτως αναγκαίου χρόνου. Αμέσως μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής χωρεί η εγγραφή της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο, το οποίο δυνατόν να τηρείται και ηλεκτρονικώς, η δε εγγραφή αυτή γίνεται με πρωτοβουλία και ευθύνη του αρμοδίου Γραμματέως και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προβλέπεται επίσης η δυνατότητα του αρμοδίου Γραμματέως να γνωστοποιεί στους διαδίκους την ορισθείσα δικάσιμο με ηλεκτρονικά μέσα ( αποστολή μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην αντίστοιχο ηλεκτρονική διεύθυνση ). Κατόπιν των ανωτέρω, η υπόθεση φέρεται προς συζήτηση κατά την ορισθείσα δικάσιμο, εισαγομένων πλέον τριών ριζικών καινοτομιών : α ) του κατ’ αρχήν αποκλεισμού της εξετάσεως μαρτύρων, β ) της δυνητικής προόδου της συζητήσεως απουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους και γ ) του πλήρους και ανεξαιρέτου αποκλεισμού της εφαρμογής του άρθρου 241 ΚΠολΔ περί αναβολής για σπουδαίο λόγο. Όπως ρητώς προβλέπεται από την αμέσως επομένη παρ. 5 του άρθρου 237 ΚΠολΔ, μετά την κατά τα προεκτιθέμενα τυπική συζήτηση της αγωγής ακολουθεί η έκδοση της οριστικής αποφάσεως βάσει των στοιχείων του φακέλου της δικογραφίας. Στην παρ. 6 του άρθρου 237 ΚΠολΔ κάμπτεται ο εισαγόμενος κανόνας της μη εξετάσεως μαρτύρων και προβλέπεται η ευχέρεια του Πρόεδρου επί Πολυμελούς Πρωτοδικείου και του δικάζοντος Δικαστή επί Μονομελούς Πρωτοδικείου και Ειρηνοδικείου, εάν κρίνει απολύτως αναγκαία την εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο ( ενός για κάθε πλευρά από εκείνους που έδωσαν ένορκο βεβαίωση ή, σε περίπτωση ανυπαρξία αυτών, από τρίτους ), με απλή διάταξή του να διατάξει την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο σε χρόνο όχι συντομότερο των δεκαπέντε ( 15 ) ημερών για την εξέταση των μαρτύρων ενώπιον του ήδη ορισμένου Δικαστή, σε τόπο, ημέρα και ώρα που ορίζονται με τη διάταξη εντός του αυτού δικαστικού έτους, εκτός εάν αυτό είναι χρονικώς αδύνατον. Η καταχώριση της διατάξεως δύναται να γνωστοποιηθεί με πρωτοβουλία του αρμοδίου Γραμματέως στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων. Στο ιδιαίτερο αυτό στάδιο της διαδικασίας ο αρμόδιος Δικαστής αποφασίζει για όλα τα σχετικά με την απόδειξη διαδικαστικά ζητήματα. Εάν ο χρόνος προς διεξαγωγή των αποδείξεων δεν επαρκεί, επιτρέπεται μόνο διακοπή για άλλη ημέρα και ώρα ενώπιον του ιδίου Δικαστή, με προφορική ανακοίνωση, καταχωριζομένη στα πρακτικά και επέχουσα θέση κλητεύσεως απάντων των διαδίκων, ακόμη και των μη παρισταμένων. Όταν ολοκληρωθεί η ανωτέρω περιγραφομένη διαδικασία της εξετάσεως των μαρτύρων, θεωρείται συντελεσμένη και η επανάληψη της συζητήσεως. Προβλέπεται, τέλος, ότι εάν για οποιονδήποτε λόγο ο χρόνος εξετάσεως των μαρτύρων ορισθεί εντός του επομένου δικαστικού έτους και η ενώπιον του συγκεκριμένου Δικαστή εξέταση των μαρτύρων δεν είναι πλέον δυνατή για φυσικούς ή νομικούς λόγους, η υπόθεση διαγράφεται από τη χρέωση του συγκεκριμένου Δικαστή και ακολουθεί νέα χρέωση για την εξέταση των μαρτύρων και την έκδοση της αποφάσεως, στη θέση δε της διαγραφείσας υποθέσεως ανατίθεται στον Εισηγητή ή τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή του Ειρηνοδικείου άλλη υπόθεση. Η επομένη παρ. 7 του άρθρου 237 ΚΠολΔ ορίζει ότι εντός οκτώ ( 8 ) εργασίμων ημερών από της εξετάσεως των μαρτύρων οι διάδικοι δικαιούνται  με προσθήκη να προβούν σε αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και διευκρινίζεται ότι νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν λαμβάνονται υπόψη, ενώ δεν κατατίθενται νέες προτάσεις. Η παρ. 8 του ιδίου άρθρου προβλέπει την υποχρέωση των διαδίκων να αναλάβουν όλα τα σχετικά τους μετά την περάτωση της δίκης και την αντίστοιχο υποχρέωση του Γραμματέως να βεβαιώσει επί των προτάσεων εκάστου διαδίκου ότι ανέλαβε τα έγγραφά του, προβλέπεται δε και η δυνατότητα αναλήψεως συγκεκριμένου εγγράφου προ της περατώσεως της δίκης, υπό την όρο της καταθέσεως επικυρωμένου αντιγράφου και επαναλαμβάνεται ότι οι προτάσεις παραμένουν στο αρχείο του Δικαστηρίου. Οι νέες παρ. 9, 10 και 11 προβλέπουν : α ) τη δυνατότητα καταθέσεως των προτάσεων, της προσθήκης και των σχετικών, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 119 του ιδίου Κώδικος, β ) την κατόπιν αυτεπαγγέλτου ενεργείας ή αιτήματος των διαδίκων δυνατότητα διεξαγωγής της δίκης « εξ αποστάσεως », δηλαδή σε άλλο τόπο, όπου διενεργούνται οι αναγκαίες διαδικαστικές πράξεις από τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, με ταυτόχρονο αναμετάδοση ήχου και εικόνας στην αίθουσα συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και γ ) την κατόπιν αυτεπαγγέλτου ενεργείας ή αιτήματος των διαδίκων δυνατότητα εξετάσεως μαρτύρων, πραγματογνωμόνων και διαδίκων, χωρίς αυτοί να παρίστανται στην αίθουσα συνεδριάσεως, της αποφάσεως αυτής του Δικαστηρίου μη υποκειμένης σε ένδικα μέσα. Η εξέταση αυτή θεωρείται ότι διεξάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου και έχει την ίδια αποδεικτική ισχύ με την εξέταση στο ακροατήριο.

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015

"Οι πρόσφατες τροποποιήσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας" [Εισήγηση Στέφανου Πανταζόπουλου, Εφέτη - Αναπληρωτή Καθηγητή Νομικής Σχολής του Παν/μίου Αθηνών]



Οι τροποποιήσεις του ΚΠολΔ στα ένδικα μέσα, τις ειδικές διαδικασίες και στο γενικό μέρος της αναγκαστικής εκτέλεσης βάσει του ν. 4335/2015·.
  Α. Γενικά
      Θα ήθελα, κατ΄ αρχάς, να εκφράσω τις ευχαριστίες μου στην Ένωση Δικαστών καιΕισαγγελέων για την εξαιρετική τιμή που μου έκανε να παρουσιάσω τις πρόσφατες νομοθετικές τροποποιήσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Πριν αναφερθώ στις τροποποιήσεις αυτές θα ήθελα να επισημάνω δύο πράγματα. Πρώτο, το σχέδιο νόμου που συνέταξε η Επιτροπή Χαμηλοθώρη και που αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεων στην ημερίδα που είχε λάβει χώρα στο Εφετείο Αθηνών τον Μαϊο του 2014[1] σε σχέση με τις νέες διατάξεις διαφέρει σε πολλά σημεία. Το τελικό σχέδιο που ψηφίστηκε πρόσφατα έχει λάβει υπόψη του τις παρατηρήσεις της θεωρίας κατά την ως άνω ημερίδα. Και αυτό καταφαίνεται ιδίως στο τμήμα που αφορούν τα ένδικα μέσα και την αναγκαστική εκτέλεση.
     Η δεύτερη παρατήρηση είναι ότι τον Μάιο 2015 συνεστήθη από το Υπουργείο Δικαιοσύνης άλλη Επιτροπή υπό τον Αρεοπαγίτη Κράνη, στην οποίαν είχα την τιμή να μετέχω ως μέλος. Η Επιτροπή αυτή κατόρθωσε σ΄ ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα να προτείνει σημαντικές τροποποιήσεις του κατατεθέντος νόμου σε ορισμένα ζητήματα και, λαμβάνοντας υπόψη τις ισχύουσες δικονομικές αρχές, να επιτύχει, κατά τη γνώμη μου, ένα δίκαιο και ισότιμο συγκερασμό μεταξύ των απόψεων και αντιθέσεων σχετικά με τις ισχύουσες ρυθμίσεις και αυτές που τελικά ψηφίστηκαν με το ν. 4335/2015, που ως γνωστό τέθηκε ως προαπαιτούμενο για την γνωστή έναρξη των διαπραγματεύσεων της Ελληνικής Κυβέρνησης και της ΕΕ. Έκτοτε οι εργασίες της Επιτροπής σταμάτησαν λόγω των γνωστών γεγονότων για τη διαπραγμάτευση της Ελλάδος. Ο τότε και νυν Υπουργός Δικαιοσύνης είχε εξαγγείλει ότι η Επιτροπή αυτή θα συνεχίσει τις εργασίες της, προκειμένου να εξομαλυνθούν οι αντιθέσεις και οι αντιδράσεις που είχαν διατυπωθεί σε πλείονα του ενός δογματικά και πρακτικά ζητήματα από διάφορους επιστημονικούς συλλόγους και γενικότερα τη θεωρία και τους δικαστικούς λειτουργούς, πλην όμως κάτι τέτοιο δεν έχει λάβει χώρα μέχρι σήμερα.

Β. Οι τροποποιήσεις στα ένδικα μέσα
      Οι νέες ρυθμίσεις στο κεφάλαιο των ενδίκων μέσων είναι βέβαια πολύ περιορισμένες σε σχέση με ό,τι ισχύει για τη δίκη στα πρωτοβάθμια δικαστήρια. Ως γενική παρατήρηση μπορεί να λεχθεί ότι είτε πρόκειται για καταφανώς νέες ρυθμίσεις, είτε υιοθετούνται τώρα ήδη προταθείσες ρυθμίσεις προηγούμενων νομοθετικών επιτροπών, οι οποίες τελικώς δεν είχαν γίνει διάταξη νόμου, είτε επαναφέρουν εκ νέου σε ισχύ προϊσχύον νομοθετικό καθεστώς. θα αναφερθώ στις πιο βασικές απ’ αυτές.
      Κατ΄ αρχάς, δεν καταργείται το μονομελές εφετείο ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως είχε προταθεί αρχικώς. Η καθιέρωση του μονομελούς εφετείου ήταν κατ’ εξοχήν μια διαρθρωτική αλλαγή, που αντικατέστησε ένα σύστημα, το οποίο ίσχυε για πάρα πολλά χρόνια. Πρόκειται για μία κατά τη γνώμη μου επιτυχή ρύθμιση που έτυχε της αποδοχής πολύ μεγάλου αριθμού των δικαστικών λειτουργών. Επανέρχεται η προθεσμία κλήτευσης των διαδίκων στη δίκη των ενδίκων μέσων σε τριάντα ημέρες από εξήντα, που ίσχυε, ενώ δεν επιτρέπεται κύρια παρέμβαση στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, ως απόρροια της γενικότερης νομοθετικής επέμβασης στην πρωτοβάθμια δίκη.
Με τα άρθρα 518 παρ. 2 και 564 παρ. 3 η καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της έφεσης ή της αναίρεσης, όταν δεν επιδίδεται η απόφαση καθορίζεται από τα τρία χρόνια σε δύο χρόνια από τη δημοσίευσή της, ζήτημα που άπτεται της νομοθετικής πολιτικής για τη γρήγορη τελεσιδικία ή το αμετάκλητο της απόφασης.

«Οι πρόσφατες τροποποιήσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας Παρουσίαση - Κριτική προσέγγιση» [ΕΙΣΗΓΗΣΗ : Γρηγορίου Κομπολίτη, Ειρηνοδίκη Πατρών]


ΘΕΜΑ: «Τροποποιηθείσες διατάξεις που αφορούν ειδικά την ενώπιον του Ειρηνοδικείου διαδικασία»

Οι βασικές αλλαγές   του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αφορούν κυρίως στην τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων με την καθιέρωση της έγγραφης διαδικασίας. 
Επίσης σημαντικές   αλλαγές  επέρχονται  στις ειδικές διαδικασίες, με την αναδιάρθρωση και συστηματοποίησή τους, αλλά και στις άλλες διαδικασίες σε μικρότερη έκταση,   καθώς και στην αναγκαστική εκτέλεση.
Οι αλλαγές στη διαδικασία ενώπιον των  πρωτοβάθμιων δικαστηρίων   αφορούν  βέβαια  και το ειρηνοδικείο.
Θα αναφερθώ επιλεκτικά και περιληπτικά στις  σημαντικότερες αλλαγές και καινοτομίες,  που ενδιαφέρουν και  το ειρηνοδικείο, οι οποίες θα αναλυθούν από τους άλλους ομιλητές και εκτενέστερα   στις αλλαγές που αφορούν  αποκλειστικά  το ειρηνοδικείο.
  
 ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ
Στο άρθρο 14 παρ. 1  προστίθεται περιπ. γ’, σύμφωνα με την οποία στην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων υπάγονται «οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας κλπ και οι διαφορές ανάμεσα στους διαχειριστές ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους και στους ιδιοκτήτες ορόφων και διαμερισμάτων που αφορούν κοινόχρηστες δαπάνες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους δεν υπερβαίνει το ποσό των  20.000 ευρώ».
Με την προσθήκη αυτή διευρύνεται η καθύλη αρμοδιότητα των Ειρηνοδικείων με την υπαγωγή σ’ αυτά και των συγκεκριμένων διαφορών, μετά την αφαίρεσή τους από την καθύλη αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων, τα οποία πριν είχαν αποκλειστική αρμοδιότητα επί των υποθέσεων αυτών κατ’ αρθ. 17 παρ. 3. 

'Αρθρο 94 ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ
Με το άρθρο 94 παρ. 1 ορίζεται ότι «1. Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο.
2. Επιτρέπεται η δικαστική παράσταση διαδίκου χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο: α) στο ειρηνοδικείο, εφόσον πρόκειται για μικροδιαφορές β) για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος.»
Με την τροποποίηση της διάταξης αυτής καταργείται η δυνατότητα δικαστικής παράστασης στο ειρηνοδικείο χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς δεν υπερέβαινε το ποσό των 12.000 ευρώ, καθώς και στα ασφαλιστικά μέτρα.  Η δυνατότητα αυτή περιορίζεται  μόνο στις υποθέσεις των μικροδιαφορών και για να αποτραπεί  επικείμενος κίνδυνος, που μπορεί να  καλύψει υπό προϋποθέσεις την κατάργηση στα ασφαλιστικά μέτρα, με δικαίωμα του δικαστή, εκτιμώντας τις ιδιαίτερες περιστάσεις, να υποχρεώσει τον διάδικο να προσλάβει δικηγόρο σύμφωνα με τη διατηρούμενη παρ.3.
  Μετά τη θέσπιση της υποχρεωτικής παράστασης με πληρεξούσιο δικηγόρο σε όλα τα δικαστήρια, άρα και στα ειρηνοδικείο, και την κατάργηση  του  ποσοτικού κριτηρίου  των 12.000 ευρώ, καθώς και τη ρητή πρόβλεψη εξαίρεσης μόνο στις υποθέσεις των μικροδιαφορών,  δεν αφήνονται περιθώρια διαφορετικής ερμηνείας και  είναι υποχρεωτική πλέον η παράσταση με πληρεξούσιο δικηγόρο και στις υποθέσεις των υπερχρεωμένων, που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Μέχρι σήμερα είχε παγιωθεί η νομολογιακή θέση περί μη υποχρεωτικότητας της παράστασης με δικηγόρο.

'Αρθρο 115 ΕΓΓΡΑΦΗ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ
Οι διατάξεις των παρ. 3 και 4    του άρθρου  115 με την προηγούμενη μορφή του, όριζαν  ότι   ενώπιον του ειρηνοδικείου οι διάδικοι έχουν δικαίωμα, και όχι  υποχρέωση, όπως στα άλλα δικαστήρια να υποβάλλουν προτάσεις,  με παράλληλη δυνατότητα του ειρηνοδίκη να υποχρεώσει τους διαδίκους να καταθέσουν προτάσεις σε δύσκολες υποθέσεις. 
Ήδη με την τροποποιημένη διάταξη η κατάθεση των προτάσεων καθίσταται υποχρεωτική και στο ειρηνοδικείο, καταργουμένης της δυνατότητας της παράλειψης κατάθεσης, όπως προβλεπόταν από τον ΚΠολΔ. Διατηρείται η προαιρετική  κατάθεση προτάσεων μόνο στις υποθέσεις των μικροδιαφορών.

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥ
Καταργείται το άρθρο 208, με το οποίο καθιερωνόταν υποχρέωση του ειρηνοδίκη για απόπειρα συμβιβασμού, και αυτό γιατί, κατά το νέο άρθρο 116Α το δικαστήριο γενικότερα, άρα και το ειρηνοδικείο ενθαρρύνει τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς.
Επίσης για τον ίδιο λόγο καταργήθηκε η διάταξη του αρθ. 209, κατά το μέρος της που προέβλεπε συμβιβαστική επέμβαση, του κατά τόπο αρμόδιου ειρηνοδίκη έστω και αν ήταν καθύλη αναρμόδιος και η συμβιβαστική επέμβαση του ειρηνοδίκη περιορίζεται στις υποθέσεις που έχει και καθύλη αρμοδιότητα.

ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ
    Καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 215 παρ. 2, με την οποία οριζόταν ότι στα ειρηνοδικεία, στων οποίων την έδρα δεν υπάρχουν διορισμένοι δικηγόροι ή δικολάβοι η αγωγή μπορεί να ασκηθεί και προφορικά ενώπιον του Ειρηνοδίκη, αφού έχουν εκλείψει πλέον οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.
 Αντ’ αυτής ορίσθηκε ότι στην περίπτωση του άρθρου 237, η αγωγή επιδίδεται στον εναγόμενο εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την κατάθεσή της, με συνέπεια της παράληψης της δικονομικής αυτής υποχρέωσης να θεωρείται η αγωγή ως μη ασκηθείσα. Μετά τη ρύθμιση της επίδοσης της αγωγής στον εναγόμενο με τη διάταξη αυτή καταργήθηκε η διάταξη του αρθ. 229 που ρύθμιζε το ίδιο θέμα. 
ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ
    Με το άρθρο 223 παρέχεται η δυνατότητα περιορισμού του αιτήματος της αγωγής ή διατύπωσης αιτήματος επιδίκασης των παρεπομένων του κυρίου αντικειμένου της αγωγής κλπ, παράλληλα με τις προτάσεις και με δήλωση στα πρακτικά, ρύθμιση αναγκαία ενόψει της ρύθμισης του άρθρου 237.

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015

"Η επαγγελματική δραστηριότητα των δικηγόρων υπό το πρίσμα του Συνταγματικού και Ευρωπαϊκού-Ενωσιακού Δικαίου. Με αφορμή την υπ’ αριθμ. 3154/2014 Απόφαση του ΣτΕ" [Αναστάσιος Γρ. Παυλόπουλος, Δικηγόρος, Υποψήφιος Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Α.Π.Θ.]



Ι. Εισαγωγή
Η υπ’ αριθμ. 3154/2014 Απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας μας παρέχει το έναυσμα να εκφράσουμε ορισμένες σκέψεις, γύρω από τα εξής, μείζονος σημασίας, θέματα με τα οποία ασχολήθηκε: πρώτον, αναφορικά με τα ζητήματα της επαγγελματικής ελευθερίας των δικηγόρων, δεύτερον, αναφορικά με την σχέση του κόστους των δικηγορικών υπηρεσιών και του δικαιώματος δικαστικής προστασίας και τρίτον αναφορικά με την δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων περί ελεύθερου ανταγωνισμού του εθνικού και ενωσιακού δικαίου επί συγκεκριμένων εκφάνσεων της δικηγορικής δραστηριότητας.
Τα ζητήματα αυτά ήχθησαν ενώπιον του ΣτΕ κατόπιν ασκήσεως σχετικής αιτήσεως ακυρώσεως, από τον θιγόμενο δικηγόρο, της οποίας προηγήθηκαν τα εξής –συνοπτικά αναφερόμενα– πραγματικά περιστατικά:
 
ΙΙ. Ιστορικό της υποθέσεως
 Ο αιτών ως δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου, απείχε από την έκδοσή των διπλοτύπων προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής σε σχετικές υποθέσεις που χειριζόταν. Το συνολικό ποσό που όφειλε στον εν λόγω Σύλλογο ανήλθε, κατόπιν συμψηφισμού, στο ύψος των 7.527,46 €. Για τον λόγο ότι αρνήθηκε να καταβάλει το ως άνω ποσό στον Δικηγορικό Σύλλογο, ασκήθηκε πειθαρχική δίωξη κατ’ αυτού για παράβαση του άρθρου 96 παρ. 6 του τότε ισχύοντος Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), το οποίο όριζε την αντίστοιχη υποχρέωση έκδοσης των γραμματίων προκαταβολής. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου απέρριψε τους ισχυρισμούς του αιτούντος και έκρινε ότι έχει υποπέσει στο πειθαρχικό αδίκημα της συστηματικής παραβίασης της υποχρέωσης περί καταβολής του προβλεπόμενου ποσοστού από τις αμοιβές του για τη λειτουργία του διανεμητικού λογαριασμού και του επέβαλε την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης των έξι μηνών. Ο αιτών κατά της ως άνω απόφασης άσκησε έφεση, ενώπιον του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή, οπότε του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης των είκοσι ημερών, με τη σκέψη –όπως αναφέρεται στην απόφαση–  ότι ναι μεν υπέπεσε στο αποδιδόμενο πειθαρχικό παράπτωμα, πλην όμως ενήργησε όχι με ιδιοτελή κίνητρα, αλλά με εύλογες νομικές επιφυλάξεις για το κύρος των εφαρμοστέων, εν προκειμένω, διατάξεων. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ο αιτών άσκησε την αίτηση ακύρωσης, επί της οποίας εκδόθηκε η σχολιαζόμενη απόφαση.
Οι αιτιάσεις οι οποίες προβλήθηκαν από τον θιγόμενο δικηγόρο κατά του κύρους της προσβληθείσας απόφασης, αφορούσαν την αντίθεση των σχετικών διατάξεων, που επιβάλλουν την υποχρέωση έκδοσης του γραμματίου προκαταβολής της δικηγορικής αμοιβής, αλλά και την απόδοση μέρους αυτής υπέρ του διανεμητικού λογαριασμού, προς την επαγγελματική ελευθερία, το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αλλά και τις περί ελεύθερου ανταγωνισμού διατάξεις του ενωσιακού δικαίου. Πριν την εξέταση της δικαιοδοτικής κρίσης, επί των ισχυρισμών αυτών, είναι επιβεβλημένη μία σύντομη επισκόπηση του κρίσιμου νομοθετικού καθεστώτος που ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης, σε παράλληλη ανάγνωση με τις ισχύουσες, σήμερα, διατάξεις.
 
ΙΙΙ. Το εφαρμοστέο δίκαιο
Το εφαρμοστέο δίκαιο αποτελείται από ένα πλέγμα διατάξεων, που συσχετίζουν την υποχρέωση προκαταβολής της δικηγορικής αμοιβής με τις περί πειθαρχικού δικαίου διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων. Ήδη το άρθρο 96 του προϊσχύοντος καθεστώτος του Ν.Δ. 3026/1954 προέβλεπε ρητά την υποχρέωση έκδοσης γραμματίου προκαταβολής για το αντίστοιχο ποσό της –τότε προβλεπόμενης‑ ελάχιστης αμοιβής, ενώ επίσης ρητά προβλεπόταν ότι ο δικηγόρος που παραβιάζει την υποχρέωση του αυτή υποχρεούται να καταβάλει κάθε ποσό που έπρεπε να έχει προεισπραχθεί και τιμωρείται με πρόστιμο ύψους εκατό έως πεντακοσίων χιλιάδων δραχμών και σε περίπτωση υποτροπής με την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης από του δικηγορικού λειτουργήματος από δεκαπέντε (15) ημέρες μέχρι έξι (6) μήνες. Ένα μέρος από την προεισπραττόμενη αμοιβή, με βάση το άρθρο 96Α του προϊσχύοντος καθεστώτος αποδίδεται υπέρ του διανεμητικού λογαριασμού, προκειμένου τα ποσά που συγκεντρώνονταν να διανέμονται μεταξύ των μελών του Δικηγορικού Συλλόγου, σύμφωνα με τις ειδικότερες προϋποθέσεις, που θέσπιζε η σχετική Υπουργική Απόφαση.
Το άρθρο 96 § 1 Ν.Δ. 3026/1954 τροποποιήθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 5 του Ν. 3919/2011, ενώ μετά την αντικατάσταση του Ν.Δ. 3026/1954 από τον Ν. 4194/2013, ισχύουσες είναι οι διατάξεις του άρθρου 61 του τελευταίου. Η βασική αλλαγή, μεταξύ του προγενέστερου, του Ν. 3919/2011 και του ισχύοντος καθεστώτος, συνίσταται στην κατάργηση της υποχρεωτικής προείσπραξης της αμοιβής των δικηγόρων μέσω του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, η οποία συνάπτεται απολύτως προς τον, ωσαύτως, καταργούμενο θεσμό των υποχρεωτικών ελαχίστων αμοιβών. Το γραμμάτιο προκαταβολής, πλέον, περιλαμβάνει μόνο τις εισφορές, που προβλέπονται για (α) την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των υπηρεσιών του Συλλόγου, (β) την απόδοση ως πόρου, στον τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων (ΤΕΑΔ) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (ΕΤΑΑ), (γ) την απόδοση ως πόρου στον αντίστοιχο για κάθε Δικηγορικό Σύλλογο Τομέα Προνοίας – Υγείας του ΕΤΑΑ ή Ταμείο Αλληλοβοήθειας ή Λογαριασμούς Ενίσχυσης και Αλληλοβοήθειας Δικηγόρων (ΛΕΑΔ) και (δ) την απόδοση ως πόρου στον Ειδικό Διανεμητικό Λογαριασμό νέων δικηγόρων του άρθρου 33 του ν. 2915/ 2001. Οι εισφορές αυτές αντιστοιχούν σε πάγια ποσά, που διαφοροποιούνται ανάλογα με την κάθε διαδικαστική πράξη, το δε ύψος τους προβλέπεται, κατά την έναρξη ισχύος του Κώδικα, στο Παράρτημα ΙΙΙ και είναι δυνατόν να τροποποιείται μεταγενεστέρως με την έκδοση Κοινής Υπουργικής Απόφασης. Με τις ρυθμίσεις αυτές ο νομοθέτης έλαβε πρόνοια, ώστε η κατάργηση της υποχρεωτικής προεισπράξεως των δικηγορικών αμοιβών να μην επιφέρει μείωση στα έσοδα των Δικηγορικών Συλλόγων και των Ασφαλιστικών Ταμείων[1].
Με παρόμοιο τρόπο και οι νέες διατάξεις δεν αρκούνται στην πρόβλεψη της υποχρέωσης καταβολής του γραμματίου προκαταβολής, αλλά εξοπλίζουν τη διατύπωση αυτή, με τη θέσπιση ουσιαστικής φύσεως κανόνων δικαίου, κυρωτικού χαρακτήρα, οι οποίοι αποβλέπουν στον διοικητικό καταναγκασμό, με την ευρεία έννοια του όρου. Προβλέπεται, συγκεκριμένα, πρόστιμο ύψους από 1.000 έως 20.000 €, ενώ σε περίπτωση υποτροπής προβλέπεται ακόμα και η πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης από το δικηγορικό λειτούργημα από 15 ημέρες μέχρι 6 μήνες. Για την αποτελεσματικότητα λειτουργίας αυτού του κυρωτικού συστήματος στην παρ. 6 του άρθρου 61 προβλέπεται υποχρέωση των γραμματειών των δικαστηρίων να αποστέλλουν στο τέλος κάθε μήνα στους οικείους Δικηγορικούς Συλλόγους ονομαστικές καταστάσεις των δικηγόρων που παρέστησαν, χωρίς να προσκομίσουν το προβλεπόμενο γραμμάτιο προκαταβολής.
Τέλος, με το άρθρο 62 του Ν. 4194/2013 μεταφέρονται κατ’ ουσίαν οι διατάξεις του άρθρου 96Α του Ν.Δ. 3026/1954, το οποίο είχε προστεθεί με το άρθρο 2 § 2 Ν. 1649/1986 και είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 5 § 9 Ν. 3919/2011. Με τις διατάξεις της παρ. 1 παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση στον Υπουργό Δικαιοσύνης, προκειμένου να εκδώσει την κανονιστική πράξη (ΥΑ) σύστασης των ειδικών διανεμητικών λογαριασμών. Η Υπουργική Απόφαση εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Αυτό σημαίνει πως ο Υπουργός δεσμεύεται από το περιεχόμενο της πρότασης του Δικηγορικού Συλλόγου, χωρίς να μπορεί να αποκλίνει από αυτό. Έκδοση της Υπουργικής Απόφασης, χωρίς σύμφωνη γνώμη, θα την καθιστά ακυρωτέα λόγω μη τηρήσεως του προβλεπόμενου ουσιώδους τύπου. Η σύμφωνη γνώμη του Συλλόγου μπορεί να προσβληθεί αυτοτελώς μόνο, όταν είναι αρνητική, ενώ δε θεωρείται εκτελεστή πράξη, όταν είναι θετική.
Η παράλληλη ανάγνωση των διατάξεων του προγενέστερου και εφαρμοστέου, στην εξεταζόμενη περίπτωση, δικαίου με τις αντίστοιχες διατάξεις του νέου Κώδικα Δικηγόρων, μας επιτρέπει την εκτίμηση ότι η σχολιαζόμενη νομολογία εξακολουθεί να διατηρεί την αξία της, καθώς παρά το γεγονός της κατάργησης του θεσμού των υποχρεωτικών ελάχιστων αμοιβών, το γραμμάτιο προκαταβολής, έστω και με διαφορετικό περιεχόμενο, εξακολουθεί να ισχύει, όπως επίσης και η παρακράτηση μέρους των προκαταβαλλομένων ποσών υπέρ του διανεμητικού λογαριασμού.
 

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2015

ΠΠρΘεσ 3256/2015: "Μη νόμιμη η επίκληση και προσκομιδή μηνυμάτων SMS" [σχόλιο Ι. Ιγγλεζάκης Αν. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ]





Κατά το άρθρο 444 § 1 αριθ. 3 ΚΠολΔ ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση, συνεπώς και οι μαγνητοταινίες, αφού αποτελούν την κύρια μορφή της φωνοληψίας. Κατά την § 2 του ίδιου άρθρου μηχανική απεικόνιση, είναι και κάθε μέσο το οποίο χρησιμοποιείται από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφόσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα που έχουν έννομη σημασία. Κατά τη θεμελιώδη, όμως, διάταξη του άρθρου 2 § 1 του Συντάγματος «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας».

Στην προστατευόμενη από το Σύνταγμα και μάλιστα «πρωταρχικά», αξία του ανθρώπου περιλαμβάνεται και η ελευθερία της επικοινωνίας, αφού μέσω και αυτής εκφράζεται και πραγματώνεται η αξία του ανθρώπου. Η συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας αυτής προκύπτει και από το άρθρο 9 § 1 εδ. β΄ του Συντάγματος, που ορίζει ότι «η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη», καθώς και από το άρθρο 19 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων». Το τελευταίο αυτό άρθρο αναφέρεται μεν στο απόρρητο της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας, είναι, όμως, πρόδηλο ότι προϋποθέτει την ελευθερία της ανταπόκρισης ή επικοινωνίας ως συνταγματικά προστατευόμενο έννομο αγαθό.

Ανάλογα προκύπτουν και από την αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, Εφόσον αποδεικτικό μέσο αποτελεί δέσμευση και περιορισμό στην ελεύθερη άσκηση της επικοινωνίας, είναι συνταγματικά απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί σε πολιτική δίκη. Πράγματι, η απονομή της δικαιοσύνης δεν πρέπει να γίνεται έναντι οιουδήποτε τιμήματος. Η αντίθετη άποψη θα μπορούσε να οδηγήσει –υπό την επίκληση της ανάγκης απόκτησης αποδεικτικού μέσου για ενδεχόμενα δικαιώματα– στη γενίκευση της χρήσης π.χ. μαγνητοφώνων από τους συνομιλητές προσώπων, η φωνή των οποίων θα καταγραφόταν χωρίς τη συναίνεση τους. Κατ’ αυτόν, όμως, τον τρόπο η ελευθερία της επικοινωνίας θα περιοριζόταν, διότι τότε ο καθένας θα ζούσε με το καταθλιπτικό συναίσθημα ότι κάθε αστόχαστη ή υπερβολική, έστω, έκφραση του, στα πλαίσια μιας ιδιωτικής συζήτησης, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια υπό άλλες περιστάσεις ως αποδεικτικό μέσο εναντίον του, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν τα σύγχρονα τεχνικά μέσα παρέχουν ευρείες δυνατότητες αλλοίωσης του περιεχομένου των αποτυπώσεων, οι οποίες (αλλοιώσεις) είναι πολύ δύσκολο ή και αδύνατο να διαγνωσθούν.

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

Γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ. αριθμ. 124/2015: "Προθεσμία ασκήσεως προσφυγών σύμφωνα με το άρθρο 66 παρ. 2α του ν. 2717/1999, όπως ισχύει, για τις περιπτώσεις διαφορών που προκύπτουν από τη δημοτική φορολογία"

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ υπ' αριθμ. 124/2015
Αριθμ. Ερωτήματος: Το με αριθμό πρωτ. 25176/2014/30.4.2015 έγγραφο της Διεύθυνσης Οικονομικών Τ.Α. του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης.
Περίληψη Ερωτήματος:
α) Αν στην έννοια των φορολογικών διαφορών (άρθρο 66 παρ. 2α του Ν.2717/1999), όπως ήδη ισχύει, υπάγονται και οι διαφορές από την δημοτική φορολογία, ή μόνον αυτές που αφορούν στα δημόσια έσοδα. 
β) Προθεσμία ασκήσεως προσφυγών, κατά την παρ. 2α άρθρου 66 του Ν. 2717/1999, σε περιπτώσεις διαφορών 1) από το τέλος χρήσης κοινοχρήστων χώρων (άρθρο 13 παρ.1 του Β.Δ. της 24.9/20.10.1958), 2) από το τέλος επί των ακαθαρίστων εσόδων (άρθρο 1 του Ν. 339/1976), 3) από πρόστιμα του άρθρου 13 παρ. 8 του Β.Δ. της 24.9/20.10.1958, 4) από πρόστιμα του άρθρου 73 παρ. 1 του Β.Δ. της 24.9/20.10.1958, 5) από πρόστιμα του Κ.Ο.Κ. (άρθρο 104 του Ν. 2696/1999) και 6) από πρόστιμα σχετικά με την υπαίθρια διαφήμιση (άρθρο 8 του Ν. 2946/2001).

Γνωμοδοτών: Δημήτριος I. Μακαρονίδης, Νομικός Σύμβουλος.

Επί του ανωτέρω ερωτήματος, η γνώμη μου έχει ως εξής:
I. ΙΣΤΟΡΙΚΟ
Στο έγγραφο του ερωτήματος, όπως συμπληρώθηκε με το με αριθμό 17772/22.5.2015 έγγραφο της ερωτώσας υπηρεσίας και όπως εκτιμάται, αναφέρεται ότι στην παράγραφο 1 άρθρου 66 του Ν. 2717/1999 (Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας), προβλέπεται προθεσμία ασκήσεως προσφυγής, 60 ημερών, στην δε παρ. 2 περ. α", όπως ισχύει, επί φορολογικών και τελωνειακών διαφορών, 30 ημερών.
'Οτι, με βάση την παρ. 3 άρθρου 4 του Β.Δ. της 17.5/15.6.1959, το απόσπασμα χρηματικού καταλόγου κοινοποιείται στον οφειλέτη και καθίσταται οριστικό μετά το πέρας της προθεσμίας για την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος κατά της εγγραφής και συγκεκριμένα προσφυγής, οπότε και συνεχίζεται η διαδικασία για την εν στενή έννοια βεβαίωση της οφειλής.
Ότι, η διαφοροποίηση και σύντμηση της προθεσμίας προς άσκηση προσφυγής, κατά τα ανωτέρω, επήλθε με βάση την υποπερίπτωση 2 της υποπαραγράφου ΙΓ' του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, που αντικατέστησε την παρ. 2 του άρθρου 66 του ΚΔΔ, χωρίς να προκύπτει αν η προθεσμία των 30 ημερών αφορά όλες, γενικώς, τις φορολογικές διαφορές ή μόνον όσες εξ αυτών αφορούν το Δημόσιο.
Και ότι, κατόπιν αλληλογραφίας με Δήμους και άλλες υπηρεσίες, σύμφωνα και με τα διαβιβασθέντα έγγραφα, προέκυψε προβληματισμός της υπηρεσίας και ως προς την προθεσμία ασκήσεως προσφυγής στις επί μέρους αναφερόμενες στην ανωτέρω περίληψη περιπτώσεις. Εξ αιτίας των προβληματισμών αυτών υπεβλήθη το ανωτέρω ερώτημα.