Τετάρτη 29 Απριλίου 2020

ΣτΕ (ΟΛ) 209/20 : ΑΝΩΝΥΜΕΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ - ΠΡΟΣΦΥΓΗ - ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ - ΠΑΡΑΔΕΚΤΟ. ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ. Η υπόθεση εισάγεται στην Ολομέλεια, κατόπιν της 1618/19 παραπεμπτικής αποφάσεως του Β' τμήματος. Τίθεται το ζήτημα της νομιμοποιήσεως και της παραστάσεως της ΑΕ ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, ενόψει μάλιστα και της ύπαρξης αντίθετης επί του ζητήματος αυτού, νομολογίας.


ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
ΑΠΟΦΑΣΗ 209/2020

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2019, με την εξής σύνθεση: Αικ. Σακελλαροπούλου, Πρόεδρος, Ε. Σαρπ, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ. Πικραμένος, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Μ.-Ε. Κωνσταντινίδου, Ε. Νίκα, Ε. Αντωνόπουλος, Σ. Μαρκάτης, Ά. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Κουσούλης, Θ. Αραβάνης, Α. Χλαμπέα, Σ. Βιτάλη, Ηλ. Μάζος, Α.-Μ. Παπαδημητρίου, Β. Κίντζιου, Ελ. Παπαδημητρίου, Μ. Σωτηροπούλου, Κ. Κονιδιτσιώτου, Ι. Σπερελάκης, Ρ. Γιαννουλάτου, Χρ. Σιταρά, Μ. Τριπολιτσιώτη, Α. Σδράκα, Χρ. Λιάκουρας, Ιφ. Αργυράκη, Σύμβουλοι, Μ. Αθανασοπούλου, Ι. Δημητρακόπουλος, Ε. Τζιράκη, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Ηλ. Μάζος και Α. Σδράκα καθώς και η Πάρεδρος Ε. Τζιράκη μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα.
Για να δικάσει την από 16 Μαΐου 2014 αίτηση:
της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ...., η οποία δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο,
κατά του Δήμου Αθηναίων, ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο ΓΓ (Α.Μ. ....), που τον διόρισε με πληρεξούσιο και ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του.
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ' αριθμ. 1618/2019 απόφασης του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.
Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 4357/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Σ. Βιτάλη.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. ..../2014 ειδικά έντυπα παραβόλου σειράς Α΄).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 4357/2013 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη ως ανομιμοποίητη προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά της εγγραφής της στον βεβαιωτικό κατάλογο του αναιρεσιβλήτου Δήμου για ανταποδοτικά δημοτικά τέλη, δημοτικούς φόρους και τέλος ακίνητης περιουσίας συνολικού ύψους 1.458.794 ευρώ.
3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την από 1.10.2019 πράξη της Προέδρου του, λόγω σπουδαιότητας, κατά το άρθρο 14 παρ. 2 του π.δ/τος 18/1989, κατόπιν της 1618/2019 παραπεμπτικής αποφάσεως του Β΄ Τμήματος, προκειμένου να επιλύσει το ζήτημα της νομιμοποίησης και της παράστασης των ανωνύμων εταιρειών ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, εν όψει αντίθετης επ’αυτού νομολογίας του Δικαστηρίου τούτου.
4. Επειδή, ο κυρωθείς με τον ν. 2717/1999 (Α΄ 97) Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ) ορίζει στο άρθρο 23 ότι «Ικανότητα να είναι διάδικοι έχουν ... και τα νομικά, πρόσωπα ...», στο άρθρο 25 παρ. 2 ότι «2. Τα νομικά πρόσωπα ... ιδιωτικού δικαίου εκπροσωπούνται από τους νόμιμους εκπροσώπους τους ...», στο άρθρο 26 ότι «Τα στοιχεία νομιμοποίησης των νόμιμων αντιπροσώπων και εκπροσώπων των διαδίκων υποβάλλονται στο δικαστήριο ως την πρώτη συζήτηση. Οι διατάξεις των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 28 εφαρμόζονται αναλόγως και ως προς τους νόμιμους αντιπροσώπους και τους εκπροσώπους των διαδίκων», στο άρθρο 28 ότι «1. Για τις πράξεις της προδικασίας θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα εφόσον, είτε επακολουθήσει η νομιμοποίηση δικαστικού πληρεξουσίου, είτε εμφανιστεί στο ακροατήριο ο διάδικος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπος του, και δηλώσει ότι εγκρίνει τη διενέργειά τους. 2. Αν, ως την πρώτη συζήτηση, δεν έχουν υποβληθεί τα στοιχεία νομιμοποίησης ή αυτά που έχουν υποβληθεί δεν είναι πλήρη, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου ή του εκπροσώπου ή του εμφανιζόμενου ως δικαστικού πληρεξουσίου του, είτε αναβάλλει τη συζήτηση είτε προχωρεί σε αυτή χορηγώντας εύλογη προθεσμία για την υποβολή τους. 3. Αν, κατά τη διάσκεψη, διαπιστωθεί ότι τα κατά νόμο στοιχεία της νομιμοποίησης έχουν μεν υποβληθεί όλα, είτε εξαρχής είτε ύστερα από τη χορήγηση της κατά την προηγούμενη παράγραφο προθεσμίας, πλην αυτά παρουσιάζουν ελλείψεις, ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος, με πράξη του, καλεί τον εμφανιζόμενο ως δικαστικό πληρεξούσιο να τα συμπληρώσει, μέσα σε τασσόμενη από αυτόν ανατρεπτική προθεσμία. 4. ... 5. Αν ο δικαστικός πληρεξούσιος του διαδίκου τελικώς δεν νομιμοποιηθεί, οι διαδικαστικές πράξεις που διενεργήθηκαν από αυτόν είναι αυτοδικαίως άκυρες και το σχετικό ένδικο βοήθημα ή μέσο απορρίπτεται. 6. …», στο άρθρο 30 ότι «1. Δικαστικοί πληρεξούσιοι των λοιπών, πλην του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου διαδίκων ορίζονται δικηγόροι, σύμφωνα με το Δικηγορικό Κώδικα. … 2. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο δικαστική πληρεξουσιότητα παρέχεται : α) … β) με συμβολαιογραφική πράξη ή με ιδιωτικό έγγραφο, οπότε όμως απαιτείται η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου ή του νομίμου αντιπροσώπου ή του εκπροσώπου του από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή …», στο άρθρο 35 ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως την συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων, στο άρθρο 133 παρ. 2, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 2915/2001 (Α΄ 109), ότι «... Οι διάδικοι μπορούν να συμφωνήσουν ότι δεν θα εμφανισθούν στο ακροατήριο αλλά θα παραστούν με κοινή δήλωση που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ... Η δήλωση αυτή παραδίδεται ... στον αρμόδιο γραμματέα το αργότερο την παραμονή της δικασίμου και σημειώνεται αμέσως στο πινάκιο ...» και στο άρθρο 139Α, το οποίο προστέθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 22 του ν. 3226/2004 (Α΄ 24), ότι «1. Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις, ο πρόεδρος του πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής του μονομελούς δικαστηρίου καλεί, και μετά τη συζήτηση, τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή το διάδικο, εφόσον παρίσταται αυτοπροσώπως, να τις καλύψει, τάσσοντας εύλογη κατά την κρίση του προθεσμία. 2. Η πρόσκληση γίνεται τηλεφωνικώς από το γραμματέα...». Εξάλλου, στο άρθρο 8 του Κώδικα Συμβολαιογράφων (ν. 2830/2000, Α΄ 96) ορίζεται ότι «1. ... 3. ... Η νομιμοποίηση των εμφανιζομένων ως αντιπροσώπων των δικαιοπρακτούντων αποδεικνύεται από τα έγγραφα που ορίζει ο νόμος. 4. Τα έγγραφα νομιμοποίησης ... αναγράφονται στο συμβολαιογραφικό έγγραφο και προσαρτώνται σε αυτό, αν δεν βρίσκονται στο αρχείο του συμβολαιογράφου. 5. Στις δικαιοπραξίες των νομικών προσώπων αναγράφεται στο συμβολαιογραφικό έγγραφο η έδρα, η επωνυμία και το είδος τους, όπως προκύπτουν από τη συστατική ή τροποποιητική τους πράξη». Τέλος, ο κωδικοποιημένος νόμος 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών" (β.δ. 174/1963, Α΄ 37), ορίζει στο άρθρο 18 παρ. 1, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του ν. 3604/2007 (Α΄ 189), ότι «Η ανώνυμος εταιρεία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του Διοικητικού αυτής Συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς» και στο άρθρο 22 παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν. 3604/2007, ότι «Επιτρέπεται το καταστατικό να ορίζει θέματα για τα οποία το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχείρισης και εκπροσώπησης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη».

Τρίτη 21 Απριλίου 2020

Κατευθυντήριες Γραμμές της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για τη λήψη μέτρων ασφάλειας στο πλαίσιο τηλεργασίας


Λόγω των μέτρων περιορισμού που έχουν επιβληθεί για την αποτροπή εξάπλωσης της COVID-19, πολλοί οργανισμοί και επιχειρήσεις προτρέπουν ή/και υποχρεώνουν το προσωπικό τους σε τηλεργασία, αξιοποιώντας σχετικές δυνατότητες της τεχνολογίας. Ως τηλεργασία θεωρείται η εργασία από απόσταση (δηλαδή χωρίς φυσική παρουσία στον χώρο της εργασίας) με χρήση των απαραίτητων τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών.
Η Αρχή, με στόχο την ευαισθητοποίηση των υπευθύνων επεξεργασίας, των εκτελούντων την επεξεργασία, των εργαζομένων και γενικότερα του κοινού αναφορικά με τους κινδύνους που αφορούν την προστασία των προσωπικών δεδομένων αλλά, ταυτόχρονα, και τις σχετικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων και τον νόμο 4624/2019, παραθέτει τις ακόλουθες Κατευθυντήριες Γραμμές.

1. Ο οργανισμός/επιχείρηση (εφεξής, φορέας) οφείλει να ορίσει και να υποστηρίξει συγκεκριμένες διαδικασίες για την τηλεργασία. Οι διαδικασίες αυτές πρέπει να λαμβάνουν υπόψη, για την κάθε περίπτωση, τη φύση και τη σοβαρότητα των κινδύνων ως προς την προστασία προσωπικών δεδομένων, οι οποίοι απορρέουν από την εξ αποστάσεως εργασία.

2. Ο φορέας οφείλει να ενημερώνει επαρκώς, να εκπαιδεύει και να συνδράμει τους εργαζομένους του στην εφαρμογή των διαδικασιών αυτών, λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλοί χρήστες δεν είναι εξοικειωμένοι με τις τεχνολογίες που υποστηρίζουν την τηλεργασία και τους σχετικούς κινδύνους. Για τον σκοπό αυτό, είναι πολύτιμη η συμβολή του Υπεύθυνου Προστασίας Δεδομένων (DPO) όπου έχει ορισθεί.

3. Επισημαίνεται ιδιαίτερα ότι οι υποχρεώσεις των φορέων αναφορικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων τους αποκτούν ιδιάζουσα βαρύτητα στην περίπτωση της τηλεργασίας. Και τούτο, διότι ο εργαζόμενος, λόγω του γεγονότος ότι βρίσκεται στο σπίτι του, έχει μεγαλύτερη προσδοκία για την προστασία της ιδιωτικής του ζωής.

Οι διαδικασίες για την τηλεργασία συστήνεται να περιλαμβάνουν μέτρα, όπως τα ακόλουθα:


Πρόσβαση στο δίκτυο

1. Διασφάλιση ότι δεν υπάρχει δυνατότητα μη ασφαλούς απομακρυσμένης πρόσβασης σε πόρους των πληροφοριακών συστημάτων του φορέα, όπως υπολογιστές εσωτερικού δικτύου και εσωτερικά αρχεία. Η ασφαλής σύνδεση μπορεί, ενδεικτικώς, να επιτευχθεί μέσω εικονικού ιδιωτικού δικτύου στο οποίο πραγματοποιείται κρυπτογράφηση των δεδομένων και αυθεντικοποίηση των χρηστών (π.χ. IPSec VPN).

i. Καθορισμός και περιορισμός των πόρων στους οποίους επιτρέπεται η απομακρυσμένη πρόσβαση στο απολύτως απαραίτητο, ανάλογα με τα καθήκοντα που επιτελεί ο τηλεργαζόμενος.
ii. Σύνδεση σε υπολογιστικά συστήματα του φορέα μέσω υπηρεσίας “απομακρυσμένης επιφάνειας εργασίας” (“Remote Desktop Protocol -RDP”), μόνο εφόσον αυτή γίνεται μέσω ασφαλούς εικονικού ιδιωτικού δικτύου (VPN).

2. Χρήση ασφαλούς πρωτοκόλλου WPA2 με ισχυρό κωδικό, όταν η σύνδεση της συσκευής του τηλεργαζόμενου στο Διαδίκτυο γίνεται μέσω ασύρματου δικτύου (Wi-Fi). Τούτο ισχύει ακόμα και όταν μετά τη σύνδεση στο Διαδίκτυο, γίνεται ασφαλής σύνδεση στο δίκτυο του φορέα π.χ. με χρήση VPN.

3. Αποφυγή αποθήκευσης αρχείων με προσωπικά δεδομένα σε υπηρεσίες διαδικτυακής αποθήκευσης (π.χ. Dropbox, One Drive, google drive), εκτός και αν υπάρχουν τα κατάλληλα εχέγγυα, όπως π.χ. να πρόκειται για υπηρεσία που παρέχεται, με κατάλληλα μέτρα ασφάλειας, από τον φορέα ή τα δεδομένα να αποθηκεύονται αποκλειστικά σε κατάλληλα κρυπτογραφημένη μορφή.


Χρήση εφαρμογών ηλεκτρονικού ταχυδρομείου/ανταλλαγής μηνυμάτων

1. Αποφυγή χρήσης προσωπικού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (π.χ. gmail, yahoo, hotmail) για αποστολή ή λήψη μηνυμάτων για σκοπούς τηλεργασίας, τα οποία σχετίζονται με προσωπικά δεδομένα. Αντ’ αυτού, θα πρέπει να χρησιμοποιείται η επαγγελματική ηλεκτρονική διεύθυνση την οποία παρέχει ο φορέας. Εάν αυτό δεν είναι τεχνικά εφικτό (π.χ. μη δυνατότητα πρόσβασης στο εσωτερικό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο από εξωτερικό του φορέα δίκτυο), τότε το περιεχόμενο των μηνυμάτων που αφορά προσωπικά δεδομένα πρέπει να κρυπτογραφείται κατάλληλα (π.χ. είτε ολόκληρο το μήνυμα είτε μόνο τα συνημμένα αρχεία).

2. Αποφυγή χρήσης εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων (κείμενο ή/και βίντεο) για τους σκοπούς της τηλεργασίας, όταν τα μηνύματα αυτά περιέχουν προσωπικά δεδομένα, των οποίων τυχόν διαρροή θα επέφερε κινδύνους. Αν είναι πραγματικά απαραίτητο, να προτιμώνται υπηρεσίες των οποίων τα χαρακτηριστικά ασφάλειας (κρυπτογράφηση, ρυθμίσεις προστασίας δεδομένων) αξιολογούνται ως ισχυρά.


Χρήση τερματικής συσκευής\αποθηκευτικών μέσων

1. Εγκατάσταση και τακτική ενημέρωση αντιϊκού προγράμματος και “αναχώματος ασφαλείας” (firewall) στη συσκευή (π.χ. υπολογιστής, laptop κτλ.) μέσω της οποίας πραγματοποιείται η τηλεργασία.

2. Εγκατάσταση των πλέον πρόσφατων ενημερώσεων του λογισμικού εφαρμογών και λειτουργικού συστήματος της συσκευής των εργαζομένων.

3. Χρήση προγραμμάτων πλοήγησης στο Διαδίκτυο (π.χ. Firefox, Chrome κτλ.) με τις πλέον πρόσφατες, κάθε φορά, εκδόσεις τους. Μη τήρηση ιστορικού (ανώνυμη περιήγηση) ή διαγραφή από το ιστορικό των συνδέσμων εκείνων που σχετίζονται με την τηλεργασία, κατά το τέλος της εργασίας.

4. Διαχωρισμός των αρχείων που περιέχουν προσωπικά δεδομένα, τα οποία σχετίζονται με την εργασία από προσωπικά αρχεία τα οποία τηρεί ο εργαζόμενος στη συσκευή (π.χ. σε σαφώς διακριτούς φακέλους, με κατάλληλη προσδιοριστική ονομασία). Χρήση «εικονικού μηχανήματος» (virtual machine) αποκλειστικά για την παροχή τηλεργασίας, όταν αυτό είναι εφικτό.

5. Υποστήριξη από τον φορέα διαδικασιών κατάλληλης κρυπτογράφησης αρχείων που περιέχουν προσωπικά δεδομένα, ιδίως όταν τηρούνται σε φορητό/αποσπώμενο μέσο αποθήκευσης (π.χ. usb stick). Ανά περίπτωση, θα πρέπει να εξετάζεται και το ενδεχόμενο κρυπτογράφησης των αρχείων και στην κυρίως συσκευή από την οποία πραγματοποιείται η τηλεργασία (H/Y, laptop κτλ.), ιδίως για δεδομένα υψηλού κινδύνου.

6. Υποστήριξη, από τον φορέα, διαδικασιών λήψης αντιγράφων ασφαλείας για αρχεία με προσωπικά δεδομένα, τα οποία υφίστανται επεξεργασία στο πλαίσιο δραστηριοτήτων τηλεργασίας. Για τα αντίγραφα ασφαλείας πρέπει να τηρούνται μέτρα ανάλογα με όσα περιγράφονται στο σημείο 5.

7. «Κλείδωμα» της συσκευής από την οποία γίνεται η τηλεργασία (π.χ. προφύλαξη οθόνης, με κωδικό απενεργοποίησης) εφόσον μένει, για κάποιο λόγο, χωρίς επιτήρηση.


Πραγματοποίηση τηλεδιασκέψεων

1. Στην περίπτωση τηλεδιασκέψεων, θα πρέπει να αξιοποιούνται πλατφόρμες που υποστηρίζουν υπηρεσίες ασφαλείας (κρυπτογράφηση). Για παράδειγμα, θα πρέπει να αποφεύγεται λογισμικό τηλεδιάσκεψης το οποίο δεν εξασφαλίζει κρυπτογράφηση από άκρη σε άκρη (end-to-end encryption).

2. Σε περίπτωση προγραμματισμένης τηλεδιάσκεψης, προστασία του συνδέσμου (link) αυτής (π.χ. όχι δημοσιοποίησή του σε κοινωνικό δίκτυο).

3. Προσεκτική μελέτη των όρων χρήσης και των όρων προστασίας προσωπικών δεδομένων κατά την επιλογή της λύσης τηλεδιάσκεψης.


Πέμπτη 16 Απριλίου 2020

ΜονΠρωτΧανίων 6/20 : ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ - ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ. Χώρος εργασίας - Έννοια ιδιωτικής ζωής. Συνταγματική προστασία της προσωπικότητας των εργαζομένων. Συμβατότητα μέτρων παρακολούθησης των εργαζομένων προς τη διάταξη του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Διευθυντικό δικαίωμα - Υποχρέωση πρότερης και ρητής ενημέρωσης των εργαζομένων από τον εργοδότη


Χώρος εργασίας  - Έννοια ιδιωτικής ζωής. Συνταγματική προστασία της προσωπικότητας των εργαζομένων. Συμβατότητα μέτρων παρακολούθησης των εργαζομένων προς τη διάταξη του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Διευθυντικό δικαίωμα - Υποχρέωση πρότερης και ρητής ενημέρωσης των εργαζομένων από τον εργοδότη - Συγκατάθεση εργαζομένου. Απόδειξη - Μηχανική απεικόνιση - Screenshots. Περίπτωση εν αγνοία εγκατάστασης σε Η/Υ ενάγουσας εργαζομένης του προγράμματος καταγραφέα οθόνης και καταγραφής προσωπικών πληροφοριών της. Κρίση ότι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο εναγόμενος εργοδότης, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις, αφενός του Ν. 2472/97, αφετέρου του ΓΚΠΔ, ώστε αφενός η δική του ενέργεια (τοποθέτηση ένδειξης περί ύπαρξης καταγραφής οθόνης) να δύναται να θεωρηθεί ότι συνιστά από μέρους του νόμιμη ενημέρωση της ενάγουσας, αφετέρου η ενέργεια της ενάγουσας (χρήση του εν λόγω υπολογιστή παρά την ύπαρξη της εν λόγω ένδειξης) να θεωρηθεί ότι συνιστά συναίνεσή της. Επιδικάζει εύλογη χρηματική ικανοποίηση ποσού 10.000 ευρώ - Εν μέρει δεκτή η αγωγή.


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΝΙΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 6/2020

Πρόεδρος: Χ. Λαγανάς, Πάρεδρος Πρωτοδικείου


Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 9 παρ. 1 Συντ. και 8 της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι η προστασία της ιδιωτικής ζωής περιλαμβάνει την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου. Κατ’ αντιδιαστολή προς την κοινωνική ζωή του ατόμου, ως ιδιωτική ζωή του νοείται το σύνολο των σχέσεων και των δραστηριοτήτων εκείνων, που το ίδιο θέλει να κρατήσει μακριά από τη δημοσιότητα, είτε αποκλειστικά για τον εαυτό του, είτε για έναν στενό κύκλο, τον οποίο το ίδιο κάθε φορά προσδιορίζει. Έτσι, εκτός της ερωτικής ζωής, των ζητημάτων υγείας και της οικογενειακής ζωής του ατόμου, που βρίσκονται στον πυρήνα του προστατευτέου δικαιώματος, στην έννοια της ιδιωτικής ζωής εμπίπτει ένας ευρύτερος κύκλος υποθέσεών του, ο οποίος ενδέχεται να συμπλέκεται και με την επαγγελματική ζωή (ΑΠ Ολ 1/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά την πάγια νομολογία του, το ΕΔΔΑ, απορρίπτοντας τη σχηματική διάκριση μεταξύ ιδιωτικής και επαγγελματικής ζωής και δεχόμενο ότι υπάρχει μια ζώνη αλληλεπίδρασης των ατόμων ακόμη και σε δημόσιο πλαίσιο, η οποία εμπίπτει στο πεδίο του ιδιωτικού βίου, έχει αποφανθεί ότι η έννοια της ιδιωτικής ζωής δεν είναι επιδεκτική ενός εξαντλητικού ορισμού, αλλ’ αντιθέτως δύναται να καλύπτει την ανάπτυξη του ατόμου τόσο από πλευράς ιδιωτικής αυτονομίας όσο και προσωπικότητας. Ειδικότερα, με την από 05-09-2017 απόφασή του επί της υπόθεσης ................. κατά Ρουμανίας, το ΕΔΔΑ, αναφερόμενο στο ήδη διαμορφωμένο από τη νομολογία του κριτήριο της «εύλογης προστασίας της ιδιωτικότητας» [ΕΔΔΑ 24.6.2004, Von Hannover κατά Γερμανίας (Αριθμός Προσφυγής ................), δημοσ. σε https://hudoc.echr.coe.int], δέχεται ότι κρίσιμο νομικό ζήτημα σε υποθέσεις που αφορούν σε παρακολούθηση των εργαζομένων στον χώρο εργασίας αποτελεί, καταρχάς, το κατά πόσο ο εργαζόμενος διαθέτει μια εύλογη προσδοκία προστασίας της ιδιωτικής ζωής του, για την οποία κρίσιμη είναι η έγκαιρη ενημέρωσή του για τους εσωτερικούς κανονισμούς εργασίας. Άλλωστε, θα ήταν υπερβολική μία συστολή του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ σε έναν στενό κύκλο δραστηριοτήτων, αποκλείοντας οιαδήποτε εξωτερική συναναστροφή. Ειδικότερα, οι εργαζόμενοι, δαπανώντας ένα σημαντικό τμήμα του χρόνου τους στο χώρο εργασίας, ευλόγως προσδοκούν την προστασία της ιδιωτικότητάς τους και στο πλαίσιο της σχέσης εργασίας, πολύ δε περισσότερο υπό τις σύγχρονες συνθήκες εργασίας όπου τα όρια μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού βίου, δημόσιου και ιδιωτικού χώρου, ιδιωτικής και επαγγελματικής ζωής (όρια συχνά δυσδιάκριτα και διαρκώς μεταβαλλόμενα), αντιστοιχούν, κάθε φορά, στη φύση και την ποιότητα των σχέσεων του ατόμου με τους άλλους, την κοινωνία και το Κράτος, καθώς και τη θέση και αξία του μέσα σε αυτά (Λ. Μήτρου, Ιδιωτικότητα, προσωπικά δεδομένα και εργασιακές σχέσεις, ΕΕργΔ 2017, σελ. 139-140). Πρόκριση αντίθετης εκδοχής θα οδηγούσε στο άτοπο αποτέλεσμα να θεωρείται ότι οι εργαζόμενοι εγκαταλείπουν το δικαίωμά τους για προστασία της ιδιωτικής τους ζωής και προστασίας των προσωπικών τους δεδομένων κάθε πρωί στην είσοδο του τόπου εργασίας τους. Η δε εύλογη αυτή προσδοκία προστασίας της ιδιωτικής τους ζωής δεν αίρεται από το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι χρησιμοποιούν εξοπλισμό, συσκευές επικοινωνιών ή οποιεσδήποτε άλλες επαγγελματικές εγκαταστάσεις του εργοδότη ή ότι µία ηλεκτρονική επιστολή έχει αποσταλεί από εταιρική διεύθυνση αλληλογραφίας, καθώς το γεγονός αυτό δεν οδηγεί σε απεµπόληση του δικαιώµατος στον ιδιωτικό βίο [ΕΔΔΑ 14.5.2019, ...................... κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Αριθ. Προσφυγής ....................), παρ. 25, ΕΔΔΑ 3.4.2007, Copland κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Αριθ. Προσφυγής ..................), ΕΔΔΑ 25.6.1997, .................. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Αριθ. Προσφυγής ......................), όλες δημοσ. σε https://hudoc.echr.coe.int], ούτε βεβαίως µπορεί να γίνει δεκτό ότι τα δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα των εργαζοµένων, που παράγονται µε τη χρήση των εταιρικών µέσων επικοινωνιών συνιστούν «ιδιοκτησία» ή «περιουσία» του εργοδότη, επειδή αυτός τυγχάνει ο ιδιοκτήτης των ανωτέρω µέσων επικοινωνίας, προσέγγιση που δεν υιοθετείται, άλλωστε, από τη νοµολογία των Δικαστηρίων της Ε.Ε. (ΑΠΔΠΧ ................/2019, δημοσ. σε www.dpa.gr). Ωστόσο, η ανάγκη προστασίας της ιδιωτικότητας των εργαζομένων δεν δύναται να οδηγήσει στην έλλειψη ελέγχου του τρόπου παροχής της εργασίας τους. Ο εργοδότης έχει εύλογα συμφέροντα, τα οποία επίσης χρήζουν διαφύλαξης, κατόπιν στάθμισης με τα δικαιώματα του εργαζομένου. Ως εκ τούτου, η ιδιωτικότητα στον χώρο εργασίας δεν σημαίνει ότι ο εργαζόμενος μεταφέρει στον χώρο εργασίας του την «ησυχία» που ενδεχομένως απολαμβάνει στην οικία του, αλλ’ αντιθέτως, ότι καταλείπεται σ’ αυτόν κάποιος χώρος προσωπικής δράσης [Φ. ..................., Facebook εν ώρα εργασίας, ΕφημΔΔ 2011, 205 επ. (206)]. Ενόψει των ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 8 ΕΣΔΑ εγγυάται την προστασία της ιδιωτικής ζωής εν ευρεία εννοία, η οποία -μεταξύ άλλων- περιλαμβάνει στο κανονιστικό της βεληνεκές και την έννοια της «ιδιωτικής κοινωνικής ζωής», τη δυνατότητα δηλαδή του ατόμου να αναπτύξει την κοινωνική του ταυτότητα μέσω της επαφής και επικοινωνίας με άλλα πρόσωπα [ΕΔΔΑ 5.9.2017, ............... κατά Ρουμανίας (Αριθ. Προσφυγής .................), παρ. 70, ΕΔΔΑ 26.7.2007,................ κατά Βουλγαρίας (Αριθ. Προσφυγής ...............), ΕΔΔΑ 3.4.2007, Copland κατά Ηνωμένου Βασιλείου ο.π., ΕΔΔΑ 25.6.1997, Halford κατά Ηνωμένου Βασιλείου ο.π., ΕΔΔΑ 16.12.1992 ............... κατά Γερμανίας (Αριθ. Προσφυγής ................., παρ. 29), όλες δημοσ. σε https://hudoc.echr.coe.int]. Ωστόσο, το ΕΔΔΑ, αντιλαμβανόμενο ότι μία άκαμπτη εξάρτηση της εφαρμογής του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ από το εάν ο εργαζόμενος διαθέτει «εύλογη προσδοκία ιδιωτικότητας» συνοδεύεται από τον ελλοχεύοντα κίνδυνο να αποκλεισθεί η παρεχόμενη από την ΕΣΔΑ προστασία σε περιπτώσεις όπου ο εργαζόμενος έχει ρητώς και σαφώς ενημερωθεί για τα εισαχθέντα από τον εργοδότη μέτρα παρακολούθησης, ακόμη κι αν αυτά στερούνται οιασδήποτε δικαιολογητικής βάσης, νομιμότητας ή αναλογικότητας, με την προαναφερθείσα απόφασή του επί της υπόθεσης ...................... κατά Ρουμανίας υπογραμμίζει ότι το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και την αλληλογραφία του ατόμου δεν μπορεί να συρρικνωθεί. Ως εκ τούτου, είναι δυνατή η in concreto εφαρμογή του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ και σε περιπτώσεις που δεν πληρούν το ως άνω κριτήριο [ΕΔΔΑ 5.9.2017, ................... κατά Ρουμανίας, ο.π., παρ. 80, Ι. Κούβακας, Παρατηρήσεις στην απόφαση ΕΔΔΑ Bărbulescu κατά Ρουμανίας, ΕΕυρΔ 4/2017, σελ. 505 επ. (509-510)].
ΙΙ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9 Α του Συντ., καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει. Με το άρθρο αυτό κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, δηλαδή το δικαίωμα του λεγόμενου «πληροφοριακού αυτοκαθορισμού» ή «αυτοδιάθεσης των πληροφοριών». Ως τέτοια δε δεδομένα θεωρούνται όχι μόνο εκείνα που αναφέρονται στην ιδιωτική ζωή, αλλά και εκείνα που προορίζονται για εξωτερίκευση στη δημόσια σφαίρα, ενώ, εξάλλου, η προστασία αναφέρεται όχι μόνο στην επεξεργασία των στοιχείων αυτών από κρατικά όργανα, αλλά και από ιδιώτες (ΑΠ Ολ 1/2017 ο.π., ΣτΕ 1616/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το άτομο δικαιούται πλέον να ελέγχει και να καθορίζει τον τρόπο συλλογής και επεξεργασίας των πληροφοριών που το αφορούν, και τούτο με την εγγύηση και συνδρομή μιας ανεξάρτητης αρχής, επιφορτισμένης με αυτήν ακριβώς την αρμοδιότητα, της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα, η οποία περιλαμβάνεται στις ανεξάρτητες αρχές που κατοχυρώνει ρητά το Σύνταγμα. Σύμφωνα με το Ν 2472/1997, προστατευτέα προσωπικά δεδομένα είναι μόνον όσα αναφέρονται σε φυσικά πρόσωπα. Τούτο συνάγεται από τις περ. α' και γ', αντιστοίχως, του άρθρου 2 του Ν 2472/1997, οι οποίες ορίζουν ως προσωπικά δεδομένα «κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων» και ως «υποκείμενο των δεδομένων» το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 περ. δ' του ως άνω Ν 2472/1997 ως «επεξεργασία» δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα νοείται «κάθε εργασία ή σειρά εργασιών, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση, η αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή» (ΑΠ Ολ 1/2017 ο.π., ΑΠ 474/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η πρόσβαση από τον εργοδότη σε αποθηκευμένα προσωπικά δεδομένα στον υπολογιστή του εργαζομένου συνιστά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 2 περ. δ’ Ν 2472/1997 (ΑΠΔΠΧ ................, ΑΠΔΠΧ ........, αμφότερες δημοσ. σε www.dpa.gr). Εξάλλου, ως δικαίωμα αλλά και ως συνιστώσα της διαμόρφωσης της εργασιακής σχέσης και του αντίστοιχου περιβάλλοντος, η προστασία προσωπικών δεδομένων σχετίζεται -εκτός από την προστασία του ιδιωτικού βίου (άρθρο 9 Συντ.)- άρρηκτα με την προστασία της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.). Έτσι, η προστασία δεδομένων εκφράζεται ως αξίωση να μην καθίσταται το άτομο ένα σύνολο δεδομένων προς επεξεργασία ή προς συναλλαγή. Στην αξία του ανθρώπου ανήκει η ελευθερία της επικοινωνίας σε σχέση και με τις πληροφορίες που ανταλλάσσει. Η εσωτερική ολοκλήρωση ενός ανθρώπου προϋποθέτει μεταξύ άλλων την ελευθερία της επικοινωνίας, την ελευθερία στην παροχή και πρόσληψη πληροφοριών. Η καταγραφή προσωπικών πληροφοριών (με σκοπό τον έλεγχο και τη χειραγώγηση) προσβάλλει αυτήν καθεαυτή την αξία του (Λ. Μήτρου, ό.π., σελ. 143). Η προστασία προσωπικών δεδομένων τελεί επίσης σε στενή σχέση με την προστασία και την ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου. Δεδομένου ότι ο άνθρωπος καθίσταται προσωπικότητα μέσα σε μία διαδικασία αυτοπαρουσίασης και ανάπτυξης του εαυτού του, που ολοκληρώνεται εντός του πλαισίου της κοινωνικής επικοινωνίας, έχει την ανάγκη μίας σφαίρας δράσης που αποδίδεται σε αυτόν και την οποία χρειάζεται να ελέγχει, ώστε να εκδηλώνεται ο ίδιος ως προσωπικότητα, ως συνειδητή ατομικότητα. Το δικαίωμα στην αυτοκαθοριζόμενη ζωή και πληροφορία αποτελεί βασική συνιστώσα του γενικού δικαιώματος της ανάπτυξης της προσωπικότητας. Αναφορικά με την προσωπικότητα του εργαζομένου, αυτή περιλαμβάνει το σύνολο των καταστάσεων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από την ιδιαιτερότητά του ως ελλόγου και συνειδητού όντος και κατοχυρώνουν την ευχέρειά του να ολοκληρώνει τη σωματική, ψυχική, πνευματική, ηθική και κοινωνική του υπόσταση με την παροχή εξαρτημένης εργασίας. Η συνταγματική προστασία της προσωπικότητας των εργαζομένων συνάγεται εμμέσως από τον συνδυασμό των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 (αξία του ανθρώπου), 5 παρ. 1 (ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας), 22 παρ. 1 (δικαίωμα στην εργασία), 25 παρ. 1 (αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου), 106 παρ. 2 (αξιοπρέπεια ως όριο της οικονομικής πρωτοβουλίας) και καλύπτει όλα τα στάδια της εξέλιξης της εργασιακής σχέσης, από τη σύσταση έως τη λύση αυτής. Το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού του εργαζομένου εντοπίζεται στον πυρήνα του δικαιώματος και της προστασίας της προσωπικότητας στη σχέση εργασίας, αντικείμενο της οποίας είναι η εικόνα, η ομιλία (υπό την έννοια του λόγου), η ηθική υπόσταση (αξιοπρέπεια, τιμή, υπόληψη), η ελευθερία της επικοινωνίας, της συναναστροφής και της σύναψης σχέσεων με άλλους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα προσβολής της προσωπικότητας συνιστά η παρακολούθηση με τεχνικά μέσα με σκοπό την κατάργηση κάθε αυτονομίας του εργαζομένου και την εξαντλητική επιτήρηση και περιχαράκωση των κινήσεών του κατά τη διάρκεια της παροχής εργασίας. Η περίπτωση αυτή αναδεικνύει εναργώς τη σχέση της προστασίας της προσωπικότητας με την προστασία προσωπικών δεδομένων. Η συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, η «κατόπτευση» διαφόρων πτυχών της ζωής ενός ατόμου έχει ως άμεση συνέπεια ότι αυτός που συλλέγει και επεξεργάζεται πληροφορίες μπορεί μέσω αυτών (των πληροφοριών) να επεμβαίνει δραστικά στη ζωή των άλλων, επιστρατεύοντας τεχνολογικές εφαρμογές που προσδιορίζουν και περιορίζουν συμπεριφορές, με προφανή συνέπεια τον περιορισμό της αυτονομίας του προσώπου και, σε τελευταία ανάλυση, την προσβολή της αξίας του. Η προσωπικότητα καθίσταται έτσι προβλέψιμη, ένα μέρος της ατομικότητας (και όχι μόνο του ιδιωτικού βίου) και της ελευθερίας προγραμματισμού της ζωής και δράσης κάθε προσώπου αναιρείται και το πρόσωπο γίνεται «αντικείμενο» των συμφερόντων και επιδιώξεων των άλλων. Τα δε ατομικά δικαιώματα δεν προστατεύονται μόνον έναντι της Πολιτείας και των οργάνων της, αλλά και έναντι ιδιωτών που τα προσβάλλουν, αφού πλέον, κατά την παρ. 1 του άρθρου 25 του Συντ. τα δικαιώματα ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Πρόκειται για την λεγόμενη «τριτενέργεια» των συνταγματικών δικαιωμάτων, στην οποία εμπίπτει κατ’ εξοχήν η σχέση εργοδότη και εργαζομένου (ΑΠ Ολ 1/2017 ό.π.).

Τρίτη 14 Απριλίου 2020

Η διάγνωση της αντισυνταγματικότητας διατάξεων τυπικού νόμου – ex tunc ή ex nunc? Σκέψεις με αφορμή τις πρόσφατες Ολομ. ΣτΕ 1880,1888,1889,1890 και 1891/2019 [Βασίλειος Ηλ. Σταματόπουλος, Δικηγόρος]


Εξ αφορμής των προσφάτων [1] αλλά και των κατά τι παλαιοτέρων [2] αποφάσεων της Ολομελείας του ΣτΕ οφείλουμε να επισημάνουμε ένα μείζον, κατά τη γνώμη μας, νομικό (ταυτοχρόνως δε και λογικό) σφάλμα στο οποίο δυστυχώς έχει υποπέσει το ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο [3] ως προς ένα ειδικό μεν, πλην όμως απολύτως καίριο και με ουσιώδεις νομικές αλλά και μείζονες κοινωνικές επιπτώσεις ζήτημα, αυτό δηλ. της επιρροής ή μη του χρόνου δημοσιεύσεως των εκάστοτε αποφάσεων της Ολομελείας του ΣτΕ. Οι εν θέματι αποφάσεις εξαρτούν, κατά τρόπο συνταγματικώς απολύτως αίολο [4], τις έννομες συνέπειες της διαγνωσθείσης (από τις ίδιες αυτές αποφάσεις) αντισυνταγματικότητας ορισμένων νομοθετικών διατάξεων [5] από το χρόνο δημοσιεύσεως των εν λόγω αποφάσεων, ορίζοντας συναφώς ότι η αντισυνταγματικότητα αυτή δεν έχει αναδρομική ισχύ και αφορά μόνο τον μέλλοντα (της δημοσιεύσεως) χρόνο. Θέτοντας το εν λόγω ζήτημα υπό αυστηρή επιστημονική βάσανο νομικού αλλά και λογικού ελέγχου θα εντοπίσουμε τυχόν ερμηνευτικές πλημμέλειες και θα αποδείξουμε ότι η εξάρτηση αυτή (η και καταχρηστικώς καλουμένη μη αναδρομικότητα της αντισυνταγματικότητας) είναι με βάση τη Συνταγματική μας Δικαιοταξία παντελώς εσφαλμένη, επιπλέον δε προσκρούει, όπως θα αποδείξουμε, και σε στοιχειώδεις λογικές επιταγές, καθώς επίσης και σε βασικά αξιώματα της Γενικής Θεωρίας και Μεθοδολογίας του Δικαίου. Ειδικότερα :
Το ΣτΕ, με τις εν θέματι αποφάσεις του εν Ολομελεία, διέγνωσε μεν την αντισυνταγματικότητα ορισμένων νομοθετικών διατάξεων, χωρίς όμως και να ακυρώσει τις εν θέματι διατάξεις, αρμοδιότητα άλλωστε η οποία προσνέμεται δυνάμει του άρθρου 100 του Συντάγματος μόνο στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ) και πάντως υπό τις εκεί αναφερόμενες συγκεκριμένες προϋποθέσεις (άρθρο 100 παρ.1 περ. ε΄ Συντάγματος). Υπό το πρίσμα πλέον αυτό, είναι αυτονόητο ότι κανένα ζήτημα επιρροής του χρόνου δημοσιεύσεως καμίας αποφάσεως του ΣτΕ (ούτε καν της Ολομελείας) δεν μπορεί να τεθεί, αφού ακριβώς οι αποφάσεις αυτές δεν ακυρώνουν τις εν θέματι νομοθετικές διατάξεις (δικαιοδοσία την οποία εξάλλου το ΣτΕ δεν διαθέτει) αλλά απλώς διαγιγνώσκουν την αντισυνταγματικότητα τους βάσει της θεμελιώδους εξ επόψεως Συνταγματικού Δικαίου διατάξεως του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος. Με άλλα λόγια, και με βάση πάντοτε τους κανόνες της Συνταγματικής μας Δικαιοταξίας, το Συμβούλιο της Επικρατείας, οσάκις, κατ΄ ενάσκηση της συνταγματικής δικαιοδοσίας του, διαγιγνώσκει την αντισυνταγματικότητα τυπικού νόμου, οφείλει να μην τον εφαρμόζει (άρθρο 93 παρ. 4 Συντάγματος), χωρίς όμως να διαθέτει και την περαιτέρω εξουσία, ακόμα δε και εν Ολομελεία, να εξαρτά την επέλευση των όποιων συνεπειών της διαγνωσθείσης αυτής αντισυνταγματικότητας από οιοδήποτε χρονικό σημείο (και πολλώ δε μάλλον από το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης), εξάρτηση που κατά το Σύνταγμά μας μόνο το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο έχει την δικαιοδοσία να χαράξει (άρθρο 100 παρ.1 περ. ε΄ σε συνδυασμό με το άρθρο 100 παρ. 4 εδ. β΄ του Συντάγματος) λόγω ακριβώς της ιδιαζούσης θεσμικής αποστολής του, ήτοι της κηρύξεως ως ανισχύρου συγκεκριμένου (τυπικού) νόμου και δη για το σύνολο της εννόμου τάξεως. Τέτοια δηλ. εξάρτηση από το χρόνο δημοσίευσης της σχετικής δικαστικής απόφασης προβλέπεται μόνο βάσει του άρθρου 100 παρ. 4 εδ. β΄ του Συντάγματος, μόνο δηλ. στην περίπτωση κήρυξης διατάξεως νόμου ως αντισυνταγματικής από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, το οποίο κατά ταύτα είναι το μόνο δικαστικό όργανο το οποίο έχει κατά το Σύνταγμα την αποκλειστική δικαιοδοσία να εξαφανίζει αντισυνταγματική διάταξη νόμου από την έννομη τάξη. Τέτοια αντίστοιχη συνταγματική δικαιοδοσία δεν έχει σε καμία περίπτωση το ΣτΕ [6], οι αποφάσεις της Ολομελείας του οποίου απλώς διέγνωσαν εν προκειμένω την αντισυνταγματικότητα των διατάξεων των νόμων 4051/2012, 4093/2012 και προσφάτως του νόμου 4387/2016, κατ΄ εφαρμογή δηλ. του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος, και φυσικά όχι του άρθρου 100 του Συντάγματος, ώστε να μπορούσε βασίμως να τεθεί τότε ζήτημα επιρροής του χρόνου δημοσιεύσεως της αποφάσεως βάσει και του άρθρου 100 παρ. 4 εδ. β΄ του Συντάγματος, διάταξη, εξάλλου, η οποία αφορά αποκλειστικώς και μόνο στις αποφάσεις του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου.
Αναφορικά τώρα με το argumentum εκ της διατάξεως του άρθρου 50 παρ. 3β΄ του π.δ. 18/1989, argumentum που προβάλλουν ως δήθεν κομβικό οι εν θέματι ολομελειακές αποφάσεις [7] προς το σκοπό ερμηνευτικής κατάφασης της δυνατότητος του ΣτΕ να περιορίζει χρονικώς τη διάγνωση της αντισυνταγματικότητας του εκάστοτε κρινόμενου τυπικού νόμου μόνο στον χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως και εφεξής (ex nunc), φρονούμε ότι το ερμηνευτικό αυτό επιχείρημα είναι λίαν σαθρό, αφού εδράζεται επί μίας εσφαλμένης νομικής εξομοίωσης δύο όλως ανόμοιων και σε κάθε περίπτωση ετεροειδών περιπτώσεων. Ειδικότερον, η νομική – ερμηνευτική εξομοίωση, που επιχειρεί το Συμβούλιο της Επικρατείας, της εν θέματι επίδικης περιπτώσεως, εν προκειμένω δηλ. της διαγνώσεως της αντισυνταγματικότητας νομοθετικών διατάξεων – τυπικών νόμων, με την όλως διαφορετική περίπτωση της αιτήσεως ακυρώσεως προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης [8] είναι παντελώς άστοχη. Και είναι η εξομοίωση αυτή παντελώς άστοχη καθόσον επί ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως το Συμβούλιο της Επικρατείας ακυρώνει την προσβαλλόμενη διοικητική πράξη (βλ. και άρθρο 50 παρ. 1 π.δ. 18/1989), ήτοι την καταργεί και την εξαφανίζει ολοσχερώς από την έννομη τάξη (εδώ όντως μπορεί να γίνει λόγος για ακυρωτικό αποτέλεσμα) και δεν περιορίζεται μόνο στο να διαγνώσει την αντισυνταγματικότητα της εκάστοτε προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης και απλώς να μην την εφαρμόσει, όπως ακριβώς γίνεται στην (ένεκα του λόγου τούτου τελείως διαφορετική) περίπτωση της διάγνωσης της αντισυνταγματικότητας νομοθετικής διατάξεως κατ΄ εφαρμογήν του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος. Είναι προφανές ότι στην τελευταία αυτή περίπτωση το Συμβούλιο της Επικρατείας ούτε ακυρώνει ούτε και καταργεί την εν θέματι διάταξη, όπως αντιθέτως γίνεται επί αιτήσεως ακυρώσεως κατά διοικητικής πράξης, και φυσικά κανένας λόγος δεν μπορεί να γίνει εδώ για ακυρωτικό αποτέλεσμα [9]. Γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο στην περίπτωση του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος είναι απολύτως σαφές ότι το ΣτΕ δεν έχει καμία απολύτως συνταγματική (αλλά ούτε και λογική [10]) δικαιοδοσία να εξαρτά τις συνέπειες διαγνώσεως της αντισυνταγματικότητας από οιοδήποτε χρονικό σημείο, και τούτο ακριβώς διότι η αντισυνταγματικότητα μίας διατάξεως, άπαξ και διαγνωσθεί, ανατρέχει κατά απόλυτη λογική αναγκαιότητα [11] στην ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της διατάξεως αυτής. Πολλώ δε μάλλον το ΣτΕ δεν έχει καμία απολύτως εξουσία να εξαρτά τις συνέπειες της αντισυνταγματικότητας από το χρόνο δημοσιεύσεως της εκάστοτε αποφάσεώς του [12], αφού άλλωστε τέτοια εξουσία το ΣτΕ δεν έχει ούτε καν στην περίπτωση της ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως κατά διοικητικής πράξης (βλ. το ρητό περιορισμό στη σαφή γραμματική διατύπωση του άρθρου 50 παρ. 3β΄ in fine [13] π.δ. 18/1989).

Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

"Η προστασία προσωπικών δεδομένων σε περίοδο πανδημίας" [Φερενίκη Παναγοπούλου-Κουτνατζή, Επικ. Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου, Δ.Ν. (Humboldt), M.P.H. (Harvard), M.Δ.Ε. (Ε.Κ.Π.Α.)]


Περίληψη: Η νομοθεσία περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προσφέρει ένα ασφαλές νομικό οπλοστάσιο για την αντιμετώπιση δύσκολων καταστάσεων. Εάν στηριχθούμε σε βασικές αρχές επεξεργασίας δεδομένων και σεβαστούμε την αρχή της αναλογικότητας, η προστασία προσωπικών δεδομένων μπορεί να συνυπάρξει αρμονικά με άλλα συγκρουόμενα αγαθά, ακόμα και σε περιόδους κρίσεως.
Κρίνεται, πάντως, ότι η πανδημία μας κάνει να αναστοχασθούμε την ιδέα της επιτηρήσεως, όχι μόνο των κινδύνων που επισείει αλλά και των λύσεων που ενδεχομένως μπορεί να προσφέρει. Στην επιτήρηση αυτή οφείλουμε, ωστόσο, να είμαστε ιδιαιτέρως προσεκτικοί. Η επιδημία μπορεί να αποτελέσει την εφαλτήριο δύναμη για την ανάπτυξη εργαλείων μαζικής επιτηρήσεως των πολιτών, αλλά και να σηματοδοτήσει τη μετάβαση από την επιδερμική στην αέναη και λεπτομερή παρακολούθηση. Εναπόκειται, εν τέλει, σε μας να μην προσδώσουμε στα προσωρινά μέτρα, που δικαιολογούνται απολύτως στη σημερινή περίσταση της παγκόσμιας πανδημίας, το μανδύα της κανονικότητας.
Διαβάστε το κείμενο στο pdf
Προδημοσίευση από το περιοδικό "ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ"

Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

Διάταξη ΕισΕφΑθ 21-1-20 : ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ. Παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα λόγω χρήσεως καμερών εντός καταστήματος εστίασης



ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΕΦΕΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΙΑΤΑΞΗ της 21ης.1.2020

Αφού λάβαμε υπ’ όψη την με αριθμ. […]/16.8.2019 προσφυγή του Ν.Ο. […] κατοίκου Αθηνών […] κατά της με αριθμ. […]/1.7.2019 Διατάξεως του εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε, κατ’ άρ. 51 ΚΠΔ, η από 20.5.2019 έγκλησή του σε βάρος των Σ.Π. […] με την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνοντος Συμβούλου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «[…]», Χ.Π. […] με την ιδιότητα του Αντιπροέδρου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «[…]» και Δ.Κ. […] με την ιδιότητα του υπεύθυνου εστιατορίου-καφενείου με την επωνυμία «…» που βρίσκεται στην Αθήνα και δη στην οδό […] για παράβαση του νόμου περί προσωπικών δεδομένων εκθέτουμε τα ακόλουθα:
Η κρινόμενη προσφυγή είναι: α) εμπρόθεσμη, καθόσον η προσβαλλόμενη διάταξη εκδόθηκε την 1.7.2019 και επιδόθηκε στον εγκαλούντα την 13.8.2019 σύμφωνα με όσα ορίζει το άρ. 52 παρ. 1 ΚΠΔ και ο ως άνω προσφεύγων άσκησε την ως άνω προσφυγή του την 16.8.2019, ήτοι εντός της προθεσμίας 15 ημερών από την επίδοση αυτής, συνοδευομένη με το σχετικό παράβολο των 250 ευρώ υπέρ του ελληνικού δημοσίου, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο άρ. 52 παρ. 2 ΚΠΔ, και β) νομότυπη κατά τα λοιπά, καθόσον ασκήθηκε από τον ίδιο τον προσφεύγοντα, η σχετική δε έκθεση περιέχει τα κατά νόμο στοιχεία, όπως και λόγους προσφυγής. Πέραν αυτών, πρόδηλο είναι το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντα προς άσκηση αυτής, αφού επιδιώκει την κίνηση ποινικής διώξεως κατά των ως άνω εγκαλουμένων. Ως εκ τούτου πρέπει η παρούσα προσφυγή να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ’ ουσίαν.
Στην υπό κρίση έγκληση αναφέρεται ότι ο εγκαλών Ν.Ο. παραπέμφθηκε με την αυτόφωρη διαδικασία στο αυτόφωρο Μονομελές Πλημ/κείο Αθηνών για το αδίκημα της κλοπής (άρ. 372 παρ. 1 ΠΚ). Ειδικότερα ο εγκαλών φέρεται την 26.2.2019 να αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένα ολικά κινητά πράγματα με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή τους και συγκεκριμένα αφού μετέβη στο επί της οδού […] στην Αθήνα κείμενο κατάστημα ζαχαροπλαστείο-εστιατόριο με την επωνυμία «…» στην συνέχεια αφαίρεσε από την εγκαλούσα […] την τσάντα της που βρισκόταν σε ένα μεγάλο τραπέζι στο οποίο κάθονται οι θαμώνες του καταστήματος. Η τσάντα περιείχε ένα κινητό τηλέφωνο, το χρηματικό ποσό των 65 ευρώ και διάφορα προσωπικά της είδη. Ο εγκαλών διατείνεται ότι η ενοχοποίησή του έγινε κατόπιν αξιοποίησης κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης που διαθέτει το ως άνω κατάστημα. Ο εγκαλών ισχυρίζεται ότι δεν είχε πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης των ως άνω αντικειμένων και επιπλέον αναφέρει ότι με βάση το άρ. 19 παρ. 4 της υπ’ αριθμ. 1/2011 Οδηγίας της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων απαγορεύεται σε κάθε περίπτωση η λειτουργία καμερών σε χώρους εστίασης και αναψυχής. Ως εκ τούτου οι εγκαλούμενοι έχουν τελέσει ποινικό αδίκημα της παράβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Στην υπό κρίση Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι «κατά την διάταξη του άρ. 1 Ν. 2472/1997 προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 95/46 ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης.10.1995, αντικείμενο του νόμου αυτού είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Στο άρ. 2 του νόμου αυτού ορίζεται ότι για τους σκοπούς του νόμου αυτού νοούνται ως: α) «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» κάθε είδους πληροφορίες που αναφέρονται στο υποκείμενο των δεδομένων, β) … γ) … δ) «επεξεργασία» κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώρηση ή οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) (όπως ήδη αντικαταστάθηκε το εδάφιο αυτό με την παρ. 2 του άρ. 18 του Ν. 3471/2006) «αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (αρχείο) είναι κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, στ) … ζ) υπεύθυνος επεξεργασίας είναι οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Επιπλέον κατά την παρ. 1 του άρ. 6 του Ν. 2472/1997 «Προστασία ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων», «ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να γνωστοποιήσει εγγράφως στην Αρχή τη σύσταση και λειτουργία αρχείου ή την έναρξη της Επεξεργασίας». Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρ. 10 παρ. 1 της απόφασης με αρ. 1/2011 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα, η οποία ρυθμίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις της χρήσης συστημάτων βιντεοεπιτήρησης για την προστασία προσώπων και αγαθών, την υποχρέωση γνωστοποίησης έχει και ο υπεύθυνος επεξεργασίας που εγκαθιστά σύστημα βιντεοεπιτήρησης, πριν την έναρξη της επεξεργασίας. Επιπλέον κατά την παρ. 1 του άρ. 22 του ίδιου Νόμου «όποιος παραλείπει να γνωστοποιήσει στην Αρχή, κατά το άρθρο 6 του παρόντος νόμου τη σύσταση και λειτουργία αρχείου ή οποιαδήποτε μεταβολή στους όρους και τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της άδειας, που προβλέπεται από την παρ. 3 του άρ. 7 του παρόντος νόμου, τιμωρείται με φυλάκιση έως 3 ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 1.000.000 δρχ. έως 5.000.000 δρχ.». Ήδη όμως από τις 25.5.2018 έχει τεθεί σε εφαρμογή ο Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων, ο οποίος καταργεί τη γενική υποχρέωση γνωστοποίησης της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στις εποπτικές αρχές που προέβλεπε η Οδηγία 95/46/ΕΚ. Παρέχεται δε η εξουσιοδότηση στα κράτη-μέλη, στο πλαίσιο των ειδικότερων εθνικών ρυθμίσεων που επιτρέπεται να εισαχθούν για την εφαρμογή του ΓΚΠΔ, να διατηρήσουν ή να θεσπίσουν περαιτέρω όρους, μεταξύ άλλων και περιορισμούς, μόνον όμως όσον αφορά την επεξεργασία γενετικών δεδομένων, βιομετρικών δεδομένων ή δεδομένων που αφορούν την υγεία. Από τις ανωτέρω διατάξεις του ΓΚΠΔ συνάγεται ότι παρέχεται στον εθνικό νομοθέτη η εξουσία να θεσπίσει ή να διατηρήσει ήδη προβλεπόμενους περαιτέρω όρους για την επεξεργασία των δεδομένων που περιοριστικώς αναφέρονται στην παρ. 4 του άρ. 9 αυτού, στους όρους δε αυτούς μπορεί να περιλαμβάνεται και η υποχρέωση λήψης αδείας από την Αρχή για την επεξεργασία των δεδομένων αυτών. Η ευχέρεια, όμως, αυτή, τόσο για τη θέσπιση νέων όσο και για τη διατήρηση υφισταμένων όρων, πρέπει να ασκηθεί στο πλαίσιο του εισαγόμενου με τον ΓΚΠΔ συστήματος, σύμφωνα με το οποίο δεν προβλέπεται αδειοδότηση για την παραπάνω επεξεργασία (βλ. με αρ. 46/2018 Απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα). Κατά συνέπεια εφόσον, σύμφωνα με τα ανωτέρω, με τις διατάξεις του Κανονισμού καταργήθηκε ήδη από τις 25.5.2018 η γενική υποχρέωση γνωστοποίησης της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στην Αρχή προστασίας Δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, δεν αποτελεί πλέον αξιόποινη πράξη η παράλειψη της γνωστοποίησης στην Αρχή της σύστασης και λειτουργίας αρχείου, που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρ. 22 Ν. 2472/1997.
Ο εγκαλών διατείνεται ότι απαγορεύεται εντελώς η λειτουργία καμερών σε χώρους εστίασης και αναψυχής και επομένως δεν μπορεί να δοθεί άδεια από την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Κατά συνέπεια δεν τίθεται θέμα γνωστοποίησης της χρήσης καμερών σε καταστήματα εστίασης στην ως άνω Αρχή.