ΕφΛαρ 11/17 : Τράπεζες - Ευθύνη - Μη άμεση εκτέλεση εντολής - ''Κούρεμα καταθέσεων'' - Ζημία. Σύμβαση κατάθεσης χρημάτων σε Τράπεζα - Έννοια εμβάσματος. Μη άμεση εκτέλεση εντολής μεταφοράς χρημάτων από τράπεζα της Κύπρου σε κατάστημα της ίδιας στην Ελλάδα, με συνέπεια τη ζημία του εντολέα, καθώς μεσολάβησε στο επίμαχο χρονικό διάστημα της καθυστέρησης, κούρεμα των καταθέσεων - Εξαιτίας λοιπόν, της μη εμπρόθεσμης εκτέλεσης της μεταφοράς αυτής και πίστωσης του λογαριασμού του δικαιούχου πρώτου ενάγοντος και των λοιπών εναγόντων - συνδικαιούχων ήδη του λογαριασμού, η οποία με βάση τη σύμβαση ήταν άμεσα εκτελεστέα, η τράπεζα κατέστη υπερήμερη σχετικά με την εκτέλεση αυτής μέσα στον απαιτούμενο χρόνο, μετά την πάροδο του οποίου η αποστολή των χρημάτων δεν εξυπηρετεί πλέον κανένα σκοπό (από 1.11.2013 ο επίμαχος λογαριασμός έπαυσε να προσφέρει την δυνατότητα μεταφοράς κεφαλαίων από και προς την Κύπρο) και η εναγομένη τράπεζα οφείλει να αποκαταστήσει κάθε ζημία του εντολέα πρώτου ενάγοντος και των λοιπών εναγόντων ως συνδικαιούχων του λογαριασμού από τη μη εκπλήρωση της σύμβασης. Η ζημία συνίσταται στο χρηματικό ποσό το οποίο θα πιστώνονταν στον κοινό λογαριασμό των εναγόντων εάν είχε εκτελεστεί άμεσα η εντολή και στους νομίμους τόκους υπερημερίας.
ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 11/2017
Πρόεδρος: Κ. Αλεβιζοπούλου, Πρόεδρος Εφετών
Εισηγήτρια: Β. Πάπαρη
[...] 3. Το άρθρο 1 του Ν 5638/1932, όπως ισχύει μετά το ΝΔ 951/1971 και το άρθρο 2 του ΝΔ της 17 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ΑΕ», ρυθμίζουν τα θέματα της κατάθεσης χρημάτων σε τράπεζες υπέρ τρίτου και σε κοινό λογαριασμό στο όνομα δύο ή περισσότερων, ορίζοντας ταυτόσημα ότι αυτοί για τους οποίους έγινε η κατάθεση γίνονται, αμέσως μετά απ’ αυτήν, δικαιούχοι των χρημάτων που κατατέθηκαν. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 411, 806, 822 και 830 ΑΚ συνάγεται ότι η σύμβαση κατάθεσης χρημάτων σε Τράπεζα, ανεξάρτητα αν γίνεται υπέρ του καταθέτη, τρίτου ή σε κοινά λογαριασμό, συνάπτεται με τη μεταβίβαση της κυριότητας των χρημάτων από τον καταθέτη στην Τράπεζα (RE) και ταυτόχρονη πληρεξουσιότητα προς αυτή να αποδώσει, τα κατατεθέντα στο δικαιούχο. Συνέπεια της παραπάνω λειτουργίας είναι ότι μετά την κατάθεση, αποκόπτεται κάθε δεσμός μεταξύ καταθέτη και κατάθεσης, δικαιούχος της οποίας είναι αυτός υπέρ του οποίου έγινε, η δε Τράπεζα, από τότε που με την παράδοση έγινε κυρία των χρημάτων (ΑΚ 1034), έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλει στον δικαιούχο όταν της ζητηθεί. Η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση συνήθους για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, έχει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, επί της οποίας η θεματοφύλακας τράπεζα οφείλει σε περίπτωση αμφιβολίας, αφενός μεν να αποδώσει τα χρήματα, αν τα απαιτεί ο παρακαταθέτης και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξή τους (άρθρα 830 παρ. 1 εδ. α' και 827 του ΑΚ), αφετέρου δε να καταβάλει νομίμους τόκους επί του οφειλόμενου ποσού από την όχλησή της (άρθρα 340, 431, 345 και 346 ΑΚ), η οποία είναι οιονεί δικαιοπραξία και μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τύπο ακόμη και σιωπηρά, αρκεί να προκύπτει με τη σαφή πρόσκληση καταβολής, μεταξύ των άλλων, το είδος και το ποσό της αξιούμενης παροχής (ΑΠ 1220/2014, ΑΠ 980/2014, ΑΠ 1402/2012 Nomos, ΑΠ 322/1989 ΕΕΝ 1990, 75, ΑΠ 1547/1986 ΝοΒ 35, 1040, ΣυμπλΒασΝομ 1993, 577, ΕφΛαρ 390/2001 Nomos). Συναφώς, η άρνηση της Τράπεζας να αποδώσει στον παρακαταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσης, ακόμα κι αν είναι αυθαίρετη, συνιστά αθέτηση συμβάσεως και όχι καθαυτή αδικοπραξία, με την έννοια των άρθρων 914 επ. ΑΚ, με αποτέλεσμα να μη γεννά, πέρα από τις αξιώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση και αξίωση αποζημίωσής του, εκτός αν η υπαίτια πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάστηκε η ενοχική σύμβαση, λαμβάνουσα χώρα και χωρίς τη συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλεται από το νόμο να μη ζημιώνει κανείς άλλον υπαίτια (ΕφΛαμ 27/2013 Nomos). Η τράπεζα δικαιούται κατ’ άρθρο 1000 ΑΚ, να διαθέσει τα κατατεθειμένα σ’ αυτή χρήματα «κατ’ αρέσκεια», χωρίς ο νόμιμος εκπρόσωπος ή ο αρμόδιος υπάλληλος της να υποπίπτει στο αδίκημα της υπεξαίρεσής τους, το οποίο διαπράττει μόνο αυτός που ιδιοποιείται παρανόμως ξένο κινητό πράγμα. Επομένως και αν ακόμη η τράπεζα αρνείται ν' αποδώσει στον καταθέτη κατά τον προσήκοντα χρόνο, τα κατατεθειμένα χρήματα, ο καταθέτης δεν έχει εναντίον της την κατ’ άρθρο 914 επ. ΑΚ αξίωση για αποζημίωση από την υπεξαίρεση, αλλά μόνο την αγωγή από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης κατ' άρθρα 806, 822 και 830 ΑΚ, δεδομένου ότι η αδικοπραξία από τον τρίτο τελείται σε βάρος της Τράπεζας (ΑΠ 929/2009 Nomos, ΑΠ 1122/2005 ΝοΒ 2006, 196, ΑΠ 830/2003 ΕλλΔνη 45, 176, ΑΠ 1083/1991 Nomos). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η κατά της τράπεζας αγωγή με την οποία ζητείται από τον καταθέτη το ποσόν της καταθέσεώς του, δεν δύναται να έχει άλλη βάση πλην της εκ της ανωμάλου παρακαταθήκης, όχι δε και εξ αδικοπραξίας, διότι η τράπεζα, ακόμη και αν αυθαίρετα παρακρατεί το ποσόν της καταθέσεώς, δεν αδικοπραγεί κατά τα προεκτεθέντα. Για τη θεμελίωση της από την ανωτέρω διάταξη ευθύνης δεν απαιτείται να προέβη ο υπαίτιος στην ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον παθόντα, αλλά αρκεί και η γνώση αυτού ότι η επέλευση ζημίας στον άλλον ήταν ενδεχόμενη και παρά ταύτα αυτός δε θέλησε να απόσχει από την πράξη ή την παράλειψη που προκάλεσε την ζημία (ΑΠ 356/2013, ΑΠ 1652/2006, ΑΠ 1122/2005, ΕφΘεσ 1599/2004 Nomos). Εξάλλου, η χρηματική κατάθεση σε κοινό λογαριασμό στο όνομα δύο ή περισσότερων, συνιστά περίπτωση συμβατικής ενεργητικής ενοχής εις ολόκληρον (ΑΚ 489, βλ. ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρα 489-490, σελ. 694, παρ. 4, ΑΠ 246/1992 ΕλλΔνη 1993, 1311, ΕφΑθ 4725/2001 ΕλλΔνη 2003, 254). Σύμφωνα δε με το άρθρο 492 ΑΚ, το πταίσμα ενός συνδανειστή κατά κανόνα δεν βλάπτει τους υπολοίπους. Το πταίσμα του οφειλέτη ενεργεί επίσης υποκειμενικά, παράγει δηλαδή ευθύνη του μόνο προς το συνδανειστή έναντι του οποίου συνέτρεξε, ενώ οι λοιποί δικαιούνται την αρχική παροχή. Όσον αφορά στην αδυναμία παροχής, ενεργεί κατ' αρχήν υποκειμενικά, εξαίρεση όμως πρέπει να υπάρξει επί αντικειμενικής αδυναμίας και επί υποκειμενικής, η οποία όμως επήλθε προς όλους τους δανειστές. Στις μορφές αυτές δεν θα ήταν ορθό να περιορίζεται η ενέργεια σε συγκεκριμένο δανειστή, αφού η εκπλήρωση είναι αδύνατη απέναντι σε όλους. Σε περίπτωση υπαίτιας αδυναμίας, ολικής ή μερικής, ο οφειλέτης θα ευθύνεται εις ολόκληρον προς αποζημίωση όλων των δανειστών, δηλαδή η παροχή αντικαθίσταται από υποχρέωση αποζημίωσης. Επί αδυναμίας οφειλόμενης σε υπαιτιότητα ενός δανειστή, απαλλάσσεται ο οφειλέτης έναντι πάντων (βλ. για την αδυναμία Μπαλή, Ενοχ. Δ., παρ. 185, άρθρα 3-4). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν 3601/2007, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με την παρ. 1 άρθρου 83 του Ν 3862/2010 και πριν την κατάργησή του με το Ν 4261/2014,στις δραστηριότητες των πιστωτικών ιδρυμάτων περιλαμβάνονται και οι «υπηρεσίες πληρωμών», περιλαμβανομένης της μεταφοράς κεφαλαίων. Εξάλλου, η εντολή του πελάτη προς την τράπεζά του να μεταφέρει το καθορισμένο κεφάλαιο στο δικαιούχο και να του το παραδώσει στο υποκατάστημά της στον τόπο της πληρωμής, εκτελείται με έμβασμα. Ο κλασικότερος ορισμός για την έννοια του εμβάσματος είναι η διατόπια αποστολή χρήματος που καταβάλλεται τοις μετρητοίς σε ορισμένο δικαιούχο μέσω τράπεζας. Ο πελάτης δίνει εντολή στην τράπεζα να παραδώσει ένα προσυμφωνημένο ποσό στο δικαιούχο και το υποκατάστημα στον τόπο πληρωμής.




