Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2018

ΕφΛαρ 11/17 : Τράπεζες - Ευθύνη - Μη άμεση εκτέλεση εντολής - ''Κούρεμα καταθέσεων'' - Ζημία. Σύμβαση κατάθεσης χρημάτων σε Τράπεζα - Έννοια εμβάσματος


ΕφΛαρ 11/17 : Τράπεζες - Ευθύνη - Μη άμεση εκτέλεση εντολής - ''Κούρεμα καταθέσεων'' - Ζημία. Σύμβαση κατάθεσης χρημάτων σε Τράπεζα - Έννοια εμβάσματος. Μη άμεση εκτέλεση εντολής μεταφοράς χρημάτων από τράπεζα της Κύπρου σε κατάστημα της ίδιας στην Ελλάδα, με συνέπεια τη ζημία του εντολέα, καθώς μεσολάβησε στο επίμαχο χρονικό διάστημα της καθυστέρησης, κούρεμα των καταθέσεων - Εξαιτίας λοιπόν, της μη εμπρόθεσμης εκτέλεσης της μεταφοράς αυτής και πίστωσης του λογαριασμού του δικαιούχου πρώτου ενάγοντος και των λοιπών εναγόντων - συνδικαιούχων ήδη του λογαριασμού, η οποία με βάση τη σύμβαση ήταν άμεσα εκτελεστέα, η τράπεζα κατέστη υπερήμερη σχετικά με την εκτέλεση αυτής μέσα στον απαιτούμενο χρόνο, μετά την πάροδο του οποίου η αποστολή των χρημάτων δεν εξυπηρετεί πλέον κανένα σκοπό (από 1.11.2013 ο επίμαχος λογαριασμός έπαυσε να προσφέρει την δυνατότητα μεταφοράς κεφαλαίων από και προς την Κύπρο) και η εναγομένη τράπεζα οφείλει να αποκαταστήσει κάθε ζημία του εντολέα πρώτου ενάγοντος και των λοιπών εναγόντων ως συνδικαιούχων του λογαριασμού από τη μη εκπλήρωση της σύμβασης.  Η ζημία συνίσταται στο χρηματικό ποσό το οποίο θα πιστώνονταν στον κοινό λογαριασμό των εναγόντων εάν είχε εκτελεστεί άμεσα η εντολή και στους νομίμους τόκους υπερημερίας.



ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 11/2017

Πρόεδρος: Κ. Αλεβιζοπούλου, Πρόεδρος Εφετών
Εισηγήτρια: Β. Πάπαρη

[...] 3. Το άρθρο 1 του Ν 5638/1932, όπως ισχύει μετά το ΝΔ 951/1971 και το άρθρο 2 του ΝΔ της 17 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ΑΕ», ρυθμίζουν τα θέματα της κατάθεσης χρημάτων σε τράπεζες υπέρ τρίτου και σε κοινό λογαριασμό στο όνομα δύο ή περισσότερων, ορίζοντας ταυτόσημα ότι αυτοί για τους οποίους έγινε η κατάθεση γίνονται, αμέσως μετά απ’ αυτήν, δικαιούχοι των χρημάτων που κατατέθηκαν. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 411, 806, 822 και 830 ΑΚ συνάγεται ότι η σύμβαση κατάθεσης χρημάτων σε Τράπεζα, ανεξάρτητα αν γίνεται υπέρ του καταθέτη, τρίτου ή σε κοινά λογαριασμό, συνάπτεται με τη μεταβίβαση της κυριότητας των χρημάτων από τον καταθέτη στην Τράπεζα (RE) και ταυτόχρονη πληρεξουσιότητα προς αυτή να αποδώσει, τα κατατεθέντα στο δικαιούχο. Συνέπεια της παραπάνω λειτουργίας είναι ότι μετά την κατάθεση, αποκόπτεται κάθε δεσμός μεταξύ καταθέτη και κατάθεσης, δικαιούχος της οποίας είναι αυτός υπέρ του οποίου έγινε, η δε Τράπεζα, από τότε που με την παράδοση έγινε κυρία των χρημάτων (ΑΚ 1034), έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλει στον δικαιούχο όταν της ζητηθεί. Η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση συνήθους για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, έχει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, επί της οποίας η θεματοφύλακας τράπεζα οφείλει σε περίπτωση αμφιβολίας, αφενός μεν να αποδώσει τα χρήματα, αν τα απαιτεί ο παρακαταθέτης και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξή τους (άρθρα 830 παρ. 1 εδ. α' και 827 του ΑΚ), αφετέρου δε να καταβάλει νομίμους τόκους επί του οφειλόμενου ποσού από την όχλησή της (άρθρα 340, 431, 345 και 346 ΑΚ), η οποία είναι οιονεί δικαιοπραξία και μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τύπο ακόμη και σιωπηρά, αρκεί να προκύπτει με τη σαφή πρόσκληση καταβολής, μεταξύ των άλλων, το είδος και το ποσό της αξιούμενης παροχής (ΑΠ 1220/2014, ΑΠ 980/2014, ΑΠ 1402/2012 Nomos, ΑΠ 322/1989 ΕΕΝ 1990, 75, ΑΠ 1547/1986 ΝοΒ 35, 1040, ΣυμπλΒασΝομ 1993, 577, ΕφΛαρ 390/2001 Nomos). Συναφώς, η άρνηση της Τράπεζας να αποδώσει στον παρακαταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσης, ακόμα κι αν είναι αυθαίρετη, συνιστά αθέτηση συμβάσεως και όχι καθαυτή αδικοπραξία, με την έννοια των άρθρων 914 επ. ΑΚ, με αποτέλεσμα να μη γεννά, πέρα από τις αξιώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση και αξίωση αποζημίωσής του, εκτός αν η υπαίτια πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάστηκε η ενοχική σύμβαση, λαμβάνουσα χώρα και χωρίς τη συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλεται από το νόμο να μη ζημιώνει κανείς άλλον υπαίτια (ΕφΛαμ 27/2013 Nomos). Η τράπεζα δικαιούται κατ’ άρθρο 1000 ΑΚ, να διαθέσει τα κατατεθειμένα σ’ αυτή χρήματα «κατ’ αρέσκεια», χωρίς ο νόμιμος εκπρόσωπος ή ο αρμόδιος υπάλληλος της να υποπίπτει στο αδίκημα της υπεξαίρεσής τους, το οποίο διαπράττει μόνο αυτός που ιδιοποιείται παρανόμως ξένο κινητό πράγμα. Επομένως και αν ακόμη η τράπεζα αρνείται ν' αποδώσει στον καταθέτη κατά τον προσήκοντα χρόνο, τα κατατεθειμένα χρήματα, ο καταθέτης δεν έχει εναντίον της την κατ’ άρθρο 914 επ. ΑΚ αξίωση για αποζημίωση από την υπεξαίρεση, αλλά μόνο την αγωγή από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης κατ' άρθρα 806, 822 και 830 ΑΚ, δεδομένου ότι η αδικοπραξία από τον τρίτο τελείται σε βάρος της Τράπεζας (ΑΠ 929/2009 Nomos, ΑΠ 1122/2005 ΝοΒ 2006, 196, ΑΠ 830/2003 ΕλλΔνη 45, 176, ΑΠ 1083/1991 Nomos). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η κατά της τράπεζας αγωγή με την οποία ζητείται από τον καταθέτη το ποσόν της καταθέσεώς του, δεν δύναται να έχει άλλη βάση πλην της εκ της ανωμάλου παρακαταθήκης, όχι δε και εξ αδικοπραξίας, διότι η τράπεζα, ακόμη και αν αυθαίρετα παρακρατεί το ποσόν της καταθέσεώς, δεν αδικοπραγεί κατά τα προεκτεθέντα. Για τη θεμελίωση της από την ανωτέρω διάταξη ευθύνης δεν απαιτείται να προέβη ο υπαίτιος στην ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον παθόντα, αλλά αρκεί και η γνώση αυτού ότι η επέλευση ζημίας στον άλλον ήταν ενδεχόμενη και παρά ταύτα αυτός δε θέλησε να απόσχει από την πράξη ή την παράλειψη που προκάλεσε την ζημία (ΑΠ 356/2013, ΑΠ 1652/2006, ΑΠ 1122/2005, ΕφΘεσ 1599/2004 Nomos). Εξάλλου, η χρηματική κατάθεση σε κοινό λογαριασμό στο όνομα δύο ή περισσότερων, συνιστά περίπτωση συμβατικής ενεργητικής ενοχής εις ολόκληρον (ΑΚ 489, βλ. ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρα 489-490, σελ. 694, παρ. 4, ΑΠ 246/1992 ΕλλΔνη 1993, 1311, ΕφΑθ 4725/2001 ΕλλΔνη 2003, 254). Σύμφωνα δε με το άρθρο 492 ΑΚ, το πταίσμα ενός συνδανειστή κατά κανόνα δεν βλάπτει τους υπολοίπους. Το πταίσμα του οφειλέτη ενεργεί επίσης υποκειμενικά, παράγει δηλαδή ευθύνη του μόνο προς το συνδανειστή έναντι του οποίου συνέτρεξε, ενώ οι λοιποί δικαιούνται την αρχική παροχή. Όσον αφορά στην αδυναμία παροχής, ενεργεί κατ' αρχήν υποκειμενικά, εξαίρεση όμως πρέπει να υπάρξει επί αντικειμενικής αδυναμίας και επί υποκειμενικής, η οποία όμως επήλθε προς όλους τους δανειστές. Στις μορφές αυτές δεν θα ήταν ορθό να περιορίζεται η ενέργεια σε συγκεκριμένο δανειστή, αφού η εκπλήρωση είναι αδύνατη απέναντι σε όλους. Σε περίπτωση υπαίτιας αδυναμίας, ολικής ή μερικής, ο οφειλέτης θα ευθύνεται εις ολόκληρον προς αποζημίωση όλων των δανειστών, δηλαδή η παροχή αντικαθίσταται από υποχρέωση αποζημίωσης. Επί αδυναμίας οφειλόμενης σε υπαιτιότητα ενός δανειστή, απαλλάσσεται ο οφειλέτης έναντι πάντων (βλ. για την αδυναμία Μπαλή, Ενοχ. Δ., παρ. 185, άρθρα 3-4). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν 3601/2007, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με την παρ. 1 άρθρου 83 του Ν 3862/2010 και πριν την κατάργησή του με το Ν 4261/2014,στις δραστηριότητες των πιστωτικών ιδρυμάτων περιλαμβάνονται και οι «υπηρεσίες πληρωμών», περιλαμβανομένης της μεταφοράς κεφαλαίων. Εξάλλου, η εντολή του πελάτη προς την τράπεζά του να μεταφέρει το καθορισμένο κεφάλαιο στο δικαιούχο και να του το παραδώσει στο υποκατάστημά της στον τόπο της πληρωμής, εκτελείται με έμβασμα. Ο κλασικότερος ορισμός για την έννοια του εμβάσματος είναι η διατόπια αποστολή χρήματος που καταβάλλεται τοις μετρητοίς σε ορισμένο δικαιούχο μέσω τράπεζας. Ο πελάτης δίνει εντολή στην τράπεζα να παραδώσει ένα προσυμφωνημένο ποσό στο δικαιούχο και το υποκατάστημα στον τόπο πληρωμής.

Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2018

Εγκύκλιος Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείων Αθηνών – Πειραιώς – Αιγαίου & Δωδεκανήσου 9/2018 – Συναινετική λύση γάμου


ΘΕΜΑΣυναινετικό διαζύγιο (Ν. 4509/2017, άρθρο 22)
Σχετ. 1H υπ’ αριθμ. 5/ΤΑΔΚ 156/6-2-2018 Eγκύκλιος του Υπουργείου Εσωτερικών
Σχετ. 2Σχέδιο πληρεξουσίου
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
          με τις διατάξεις του άρθρου 22 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ 201 Α/22-12-2017) αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1438 και 1441 του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες το συναινετικό διαζύγιο απαγγελλόταν με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, και εφεξής ορίζεται ότι η συναινετική λύση του γάμου χωρεί μόνο με συμβολαιογραφικό έγγραφο και καθορίζεται λεπτομερώς η διαδικασία που ακολουθείται.
          Βάση για την έναρξη της νέας διαδικασίας αποτελεί η έγγραφη συμφωνία των συζύγων περί λύσεως του γάμου τους. Η συμφωνία συνάπτεται εγγράφως είτε μεταξύ των συζύγων με την παρουσία των πληρεξουσίων δικηγόρων τους και επικυρώνεται το γνήσιο της επί του εγγράφου υπογραφής των συζύγων (όχι των δικηγόρων) από την Γραμματεία του Ειρηνοδικείου της έδρας του συμβολαιογράφου που θα καταρτίσει την συμβολαιογραφική πράξη της λύσεως του γάμου τους, είτε μόνον από τους δικηγόρους τους, εφόσον ο κάθε σύζυγος έχει προηγουμένως χορηγήσει στον δικηγόρο του ειδική πληρεξουσιότητα για τον σκοπό αυτό με συμβολαιογραφικό έγγραφο, στο οποίο περιέχονται οι όροι της κοινής τους συμφωνίας (συναποστέλλεται σχετικό σχέδιο). Το ειδικό αυτό πληρεξούσιο ισχύει μόνο για ένα μήνα.
          Τα πρόσωπα, τα οποία είναι ικανά να συνάψουν γάμο (άρθρα 1350 επ. ΑΚ), έχουν και την ικανότητα να συνάψουν συμφωνία για τη λύση του. Οι ανήλικοι και οι τελούντες σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση μπορούν να συνάπτουν συμφωνία λύσεως του γάμου τους χωρίς άδεια του δικαστηρίου ή συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 594 ΚΠολΔ.
          Η συμφωνία των συζύγων δεν εξαρτάται από όρους ή προθεσμίες ή αιρέσεις. Αν τυχόν περιληφθούν στο κείμενο της έγγραφης συμφωνίας την καθιστούν ανύπαρκτη, διότι θεωρείται ότι αίρουν την συναίνεση.
          Σε περίπτωση ύπαρξης ανήλικων τέκνων, ουσιαστική προϋπόθεση του συναινετικού διαζυγίου αποτελεί η συμφωνία για την επιμέλεια αυτών, την επικοινωνία με αυτά και την διατροφή τους. Η συμφωνία αυτή δύναται είτε να εμπεριέχεται στην συμφωνία των συζύγων για την λύση του γάμου τους, είτε σε άλλη έγγραφη συμφωνία, η οποία συνάπτεται, όπως ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 1441 ΑΚ, δηλ. είτε από τους συζύγους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους, είτε από τους εφοδιασμένους με ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο δικηγόρους τους. Η ως άνω συμφωνία ισχύει για δύο (2) έτη τουλάχιστον –με δυνατότητα σύναψης νέας με την ίδια διαδικασία–, εκτός κι αν τα ανήλικα τέκνα ενηλικιώνονται προ της παρόδου της διετίας, οπότε ισχύει μέχρι της ενηλικιώσεώς τους. Στην συγκεκριμένη διάταξη γίνεται ρητή πρόβλεψη μόνο για τα ανήλικα τέκνα. Θέματα διατροφής π.χ. ενηλίκων αλλά αναπήρων τέκνων ή σπουδαστών ή του/της πρώην συζύγου ρυθμίζονται από τις λοιπές διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρα 1442 έως 1446 και 1485 επ.).
          Η συναφθείσα, κατά τ’ ανωτέρω, έγγραφη κοινή συμφωνία των συζύγων για α) την λύση του γάμου τους και β) τη ρύθμιση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων τους, της επικοινωνίας τους με αυτά και την διατροφή τους υποβάλλεται στο συμβολαιογράφο, που θα καταρτίσει την συμβολαιογραφική πράξη της λύσεως του γάμου τους είτε από τους συζύγους με θεωρημένο επ’ αυτής το γνήσιο της υπογραφής τους από τη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου της έδρας του συμβολαιογράφου, οι οποίοι παρίστανται, μετά των δικηγόρων τους, είτε διά των εφοδιασμένων με το ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο δικηγόρων τους, όπως προαναφέρθηκε.
          Για την κατάρτιση της συμβολαιογραφικής πράξης της συναινετικής λύσης του γάμου απαιτούνται:

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2018

ΔΕφΑθ 4489/17 : Φορολογία - Αναδρομική εφαρμογή του άρθρου 58 παρ. 1 Ν 4174/2014. Αναδρομική εφαρμογή της ευνοϊκότερης διάταξης του άρθρου 58 παρ. 1 του Ν. 4174/14, με αποτέλεσμα τη μείωση του καταλογισθέντος πρόσθετου φόρου.


ΔΕφΑθ 4489/17 : Φορολογία  - Αναδρομική εφαρμογή του άρθρου 58 παρ. 1 Ν 4174/2014. Αναδρομική εφαρμογή της ευνοϊκότερης διάταξης του άρθρου 58 παρ. 1 του Ν. 4174/14, με αποτέλεσμα τη μείωση του καταλογισθέντος πρόσθετου φόρου.  Η εφαρμογή του άρθρου 53 (αναφορικά με την επιβολή τόκων λόγω εκπρόθεσμης καταβολής του φόρου) και συναφώς και του άρθρου 57 (αναφορικά με την επιβολή προστίμου λόγω εκπρόθεσμης καταβολής του φόρου), δεν βρίσκει έδαφος παρά μόνον μετά την απόκτηση του εκτελεστού τίτλου βάσει του οποίου πραγματοποιείται η είσπραξη του φόρου (όπως η εκδιδόμενη οριστική δικαστική απόφαση). Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι : α) το ποσοστό του προσθέτου φόρου ανακρίβειας που προβλέπεται από τη διάταξη της παρ. 1γ’ του άρθρου 58 του ΚΦΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της από το Ν. 4337/2015 και ανέρχεται στο 50% της διαφοράς του κύριου φόρου που προκύπτει, αφού η τελευταία υπερβαίνει το 50% του φόρου που οφειλόταν με βάση τη δήλωση που υπέβαλε η προσφεύγουσα, είναι ευμενέστερη σε σχέση με όλες τις ρυθμίσεις που προηγήθηκαν αναφορικά με τα ποσοστά επιβολής του πρόσθετου φόρου και β) η ανωτέρω ρύθμιση οφείλεται στη μεταβολή των αντιλήψεων του νομοθέτη σχετικά με το ότι ο σκοπός επιβολής του πρόσθετου φόρου μπορεί να επιτευχθεί και με ηπιότερα μέσα, κρίνει ότι η ως άνω διάταξη πρέπει να εφαρμοστεί αναδρομικά, καταλαμβάνουσα και την ένδικη παράβαση. Πρέπει λοιπόν, να γίνουν εν μέρει δεκτές οι συνεκδικαζόμενες προσφυγές και να μεταρρυθμιστούν ανάλογα οι προοβαλλόμενες πράξεις.


ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΝΗΜΑ 6ο – ΤΡΙΜΕΛΕΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 4489/2017

Πρόεδρος: Μ. Τσομπανίκου, Πρόεδρος Εφετών ΔΔ
Eισηγήτρια: Α. Στεφοπούλου, Εφέτης ΔΔ


[...][8]
22. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το ποσό που πρέπει να φορολογηθεί κατά το κρινόμενο οικονομικό έτος ως εισόδημα της προσφεύγουσας από υπηρεσίες ελευθερίων επαγγελμάτων, κατ’ άρθρο 48 παρ. 3 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, πρέπει να προσδιοριστεί, κατά μερική παραδοχή των σχετικών λόγων των προσφυγών, σε 321.191,09 ευρώ (ήτοι, ποσό εμβασμάτων 1.688.345,93 ευρώ, μείον προοδευτικό υπόλοιπο διαθέσιμου κεφαλαίου από χρήση σε χρήση 939.047,85 ευρώ, μείον ποσό που ήδη αναγνωρίζεται με την παρούσα 428.107,01 ευρώ), και το συνολικό φορολογητέο εισόδημά της σε 360,497,84 (ήτοι 321.191,09 συν λοιπά εισοδήματα 40.744,81 ευρώ μείον απαλλασσόμενα 1.438 ευρώ). Ακολούθως, η φορολογητέα βάση για την επιβολή της εισφοράς αλληλεγγύης πρέπει να προσδιοριστεί στο ποσό των 365.798,20 ευρώ.
23. Επειδή, η προσφεύγουσα υπέβαλε ανακριβή δήλωση φόρου εισοδήματος οικον. έτους 2011 (χρήση 2010) και επιβλήθηκε σε βάρος της, με την πρώτη πράξη προσδιορισμού του φόρου (1790/2014), πρόσθετος φόρος ποσού 229.146,27 ευρώ, για τη διαπιστωθείσα κατά τον αρχικό έλεγχο διαφορά κύριου φόρου εισοδήματος ύψους 301.508,25 ευρώ, και με τη δεύτερη (1131/2015) συναφή πράξη, επιπλέον πρόσθετος φόρος 33.079,75 ευρώ για τη διαπιστωθείσα κατά τον νέο έλεγχο διαφορά κύριου φόρου εισοδήματος ύψους 32.431,13 ευρώ Ο πιο πάνω πρόσθετος φόρος υπολογίστηκε σε ποσοστό 76% της προκύπτουσας διαφοράς κύριου φόρου με την πρώτη αναφερόμενη πράξη (δηλ. 2% για κάθε έναν από τους 38 μήνες καθυστέρησης, μέχρι την έκδοση της πράξης αυτής), και σε ποσοστά 102% δηλαδή 2% για κάθε έναν από τους 51 μήνες καθυστέρησης, μέχρι την έκδοση της δεύτερης πράξης). Ακολούθως, ενόψει του ότι προέκυψε κατά τον αρχικό έλεγχο διαφορά εισφοράς αλληλεγγύης του Ν 3986/2011 ύψους 27.981,29 ευρώ, και κατά τον νέο έλεγχο, διαφορά εισφοράς 2.882,77 ευρώ, επιβλήθηκε πρόσθετος φόρος λόγω ανακρίβειας της δήλωσης, ο οποίος ανήλθε σε 20.146,53 ευρώ, με την πρώτη εκδοθείσα πράξη επιβολής της (1791/2014) υπολογιζόμενος σε ποσοστό 72% (δηλ. 2% για κάθε έναν από τους 36 μήνες καθυστέρησης, μέχρι την έκδοση της πράξης αυτής), και σε 2.825,11 ευρώ, με την επακολουθήσασα νέα πράξη (1132/2015), υπολογιζόμενος σε ποσοστό 98% (δηλαδή 2% για κάθε έναν από τους 49 μήνες καθυστέρησης). Ήδη με τις συνεκδικαζόμενες προσφυγές της η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι πρέπει, κατ’ εφαρμογή της αρχής της αναδρομικής εφαρμογής της ευνοϊκότερης κύρωσης, να εφαρμοστεί στην περίπτωσή της, το άρθρο 53 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.
24. Επειδή, όπως έχει κριθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας (2460/1981, 1525/1955), ο κύριος σκοπός των διατάξεων των φορολογικών νόμων, με τις οποίες επιβάλλεται πρόσθετος φόρος ή προσαύξηση σε βάρος του παραλείποντος την υποβολή της φορολογικής δήλωσης ή του υποβάλλοντος ανακριβή δήλωση, είναι ο, επ’ απειλή οικονομικής κύρωσης, εξαναγκασμός σε ταχεία και ακριβή συμμόρφωση προς τη σχετική υποχρέωσή του. Όταν, όμως, ο νομοθέτης, μεταβάλλοντας αντιλήψεις, κρίνει ότι ο σκοπός αυτός δύναται να επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα, τότε ελέγχεται όχι μόνον ως άσκοπη και αδικαιολόγητη, αλλά και ως αντίθετη κατ’ αρχήν προς τη νεότερη νομοθετική βούληση η επιβολή των παλαιότερων αυστηρότερων κυρώσεων, οι οποίες υπερβάλλουν το μέτρο, το οποίο ήδη κρίνεται από τον νομοθέτη ως αναγκαίο. Στις περιπτώσεις αυτές, ειδικώς, κατ’ εξαίρεση του γενικού κανόνα περί μη αναδρομικότητας του νόμου, υπάρχει τεκμήριο αναδρομικής εφαρμογής του νέου ηπιότερου νόμου και επί εκκρεμών υποθέσεων, τεκμήριο το οποίο μόνο με σαφή αντίθετη διάταξη δύναταί να ανατραπεί . Εξάλλου, με την 2031/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, κρίθηκε ότι, η αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ηπιότερης, ως προς την επιβολή κυρώσεων, διάταξης, έχει συνταγματική βάση, ως απορρέουσα από την αρχή της αναλογικότητας, ενώ τέλος, με την 459/2013 απόφαση της Ολομέλειας του ίδιου Δικαστηρίου, κρίθηκε ότι η πιο πάνω αρχή δεν έχει εν πάση περιπτώσει έδαφος εφαρμογής όταν η μεταγενέστερη ηπιότερη νομοθετική ρύθμιση υπαγορεύθηκε όχι από μεταβολή «επί το επιείκέστερον» των σχετικών αξιολογήσεων του νομοθέτη, αλλά από άλλους λόγους (βλ. ΣτΕ 2402/2016 παραπ. στην 7μελή σύνθεση, η οποία όμως δεν επιλήφθηκε του θέματος αυτού με τη 1102/2017 απόφασή της, λόγω αναίρεσης της παραπεμπτικής για άλλο θέμα).

Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2018

"Νέες ρυθμίσεις για τη δέσμευση και δήμευση περιουσιακών στοιχείων (ν. 4478/2017)" [Ιωάννης Ν. Ανδρουλάκης Δικηγόρος, Επίκουρος Καθηγητής Ποινικού Δικαίου και Ποινικής Δικονομίας Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ ]


Mε το Πρώτο Μέρος του (ασυνήθιστα μακροσκελούς και πολυπλόκαμου) ν. 4478/2017 καλύφθηκαν ορισμένες αισθητές από καιρό νομοθετικές εκκρεμότητες στο πεδίο του ποινικού μας δικαίου που αφορά στην νομιμοποίηση, δέσμευση και δήμευση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Πρόκειται αφενός για την κύρωση του πλέον σύγχρονου διεθνούς συμβατικού οργάνου με δεσμευτικό χαρακτήρα στο υπό συζήτηση πεδίο, ήτοι της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης της 16ης Μαΐου 2005 «για τη νομιμοποίηση, ανίχνευση, κατάσχεση και δήμευση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας» (της λεγόμενης «Σύμβασης της Βαρσοβίας»), και αφετέρου για την ενσωμάτωση μιας σειράς ενωσιακών κειμένων (των Α-Π 2003/577/ΔΕΥ, 2005/212/ΔΕΥ, 2006/783/ΔΕΥ και της Οδηγίας 2014/ 42/ΕΕ) που αφορούν στις διασυνοριακές, αλλά και στις εγχώριες δεσμεύσεις και δημεύσεις περιουσιακών στοιχείων. 

Η επιλογή της κύρωσης και ενσωμάτωσης των ανωτέρω συμβατικών και ενωσιακών κειμένων μέσω του ίδιου νομοθετήματος κρίνεται ως επιτυχής, αφού ρυθμίζουν απολύτως συναφή ζητήματα. Η προσαρμογή της νομοθεσίας μας προς αυτά τα κείμενα σηματοδοτεί εν πολλοίς την ένταξη της χώρας μας σε έναν ενιαίο ενωσιακό χώρο άμεσης αναγνώρισης και εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων δέσμευσης και δήμευσης περιουσιακών στοιχείων προερχόμενων από εγκληματικές δραστηριότητες, αλλά και την διευκόλυνση της εκτέλεσης αντίστοιχων αποφάσεων μεταξύ της Ελλάδας και των λοιπών κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ταυτόχρονα, τροποποιήθηκε το νομοθετικό πλαίσιο για την λήψη και εφαρμογή των σχετικών μέτρων σε εθνικό επίπεδο, με στόχο την διεύρυνση των δυνατοτήτων δέσμευσης και δήμευσης των οργάνων και προϊόντων του εγκλήματος, αλλά και την αποτελεσματικότερη προστασία των εμπλεκόμενων προσώπων. 

Η κυρωθείσα Σύμβαση αντικατέστησε ουσιαστικά την πρώτη σχετική Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1990 που κυρώθηκε στη χώρα μας με τον ν. 2655/1998, λαμβάνοντας υπόψη τις διεθνείς εξελίξεις που μεσολάβησαν κατά την δεκαπενταετία 1990-2005. Ωστόσο, οι προσαρμοστικές διατάξεις του ν. 4478/2017 είναι μάλλον περιορισμένες, με δεδομένες τις ήδη υφιστάμενες, εκτεταμένες ρυθμίσεις του ν. 3691/2008. Σημασία δόθηκε κατά κύριο λόγο στην ανανέωση του καθεστώτος που ίσχυε αναφορικά με τη διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων δέσμευσης και δήμευσης περιουσιακών στοιχείων που προέρχονται από άλλα κράτη μέρη, προκειμένου η εν λόγω διαδικασία να καταστεί πιο ευέλικτη και αποτελεσματική. Παρά την ανανέωση αυτή επελέγη, πάντως, ορθά να μη καταργηθούν ταυτόχρονα οι διατάξεις του ν. 2655/1998, ο οποίος θα συνεχίσει να εφαρμόζεται στις σχέσεις της Ελλάδας και των κρατών που είναι μέρη μόνο στην παλαιότερη Σύμβαση. 

Στις σχέσεις της Ελλάδας με τα άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ισχύουν πλέον τα άρθρα 10-30 του ν. 4478/2017, με τα οποία ενσωματώνονται οι Α-Π 2003/ 577/ΔΕΥ και 2006/783/ΔΕΥ. Βασικό χαρακτηριστικό τους είναι η εισαγωγή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και εκτέλεσης και η αναλυτική ρύθμιση της σχετικής διαδικασίας στα ζητήματα α) δέσμευσης αποδεικτικών στοιχείων με σκοπό την εξασφάλισή τους και τη μεταφορά τους από το κράτος στο οποίο βρίσκονται στο κράτος ενώπιον των δικαστικών αρχών του οποίου πρόκειται να χρησιμοποιηθούν, β) δέσμευ- σης περιουσιακών στοιχείων με σκοπό την εν συνεχεία δήμευσή τους, και γ) δήμευσης περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν προϊόν ή όργανο εγκληματικής δραστηριότητας. 

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2018

ΕιρΑθ 5286/17 : Πώληση αυτοκινήτου - Έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας - Εκπομπή ρύπων. Αδικοπραξία - Αποζημίωση.


ΕιρΑθ 5286/17 : Πώληση αυτοκινήτου - Έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας - Εκπομπή ρύπων. Αδικοπραξία - Αποζημίωση. Ευθύνη της κατασκευάστριας αυτοκινητοβιομηχανίας αναφορικά με την εκπομπή ρύπων αυτοκινήτων. Προστασία καταναλωτή. Εξαπάτηση της ενάγουσας αγοράστριας του επίδικου αυτοκινήτου - Αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη βάσει των διατάξεων του Ν.2251/94 , καθότι έλειπε από το όχημα η συνομολογημένη ιδιότητα, ενώ πρέπει να αποκατασταθεί και η ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης. Δέχεται εν μέρει την αγωγή. [Δες και την υπ' αρ. 5285/17 ΕιρΑθ.]


ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 5286/2017

Πρόεδρος: Β. Δελλαπόρτα, Ειρηνοδίκης Αθηνών

Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 147 και 149 ΑΚ προκύπτει, ότι όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βουλήσεως, έχει δικαίωμα είτε να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και παράλληλα την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 και επ. ΑΚ), εφόσον η απάτη περιέχει και τους όρους της αδικοπραξίας, είτε να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας του, θετικής και αποθετικής. Απάτη, κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση, είτε η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών είτε σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στο συμβαλλόμενο που τα αγνοούσε ήταν επιβεβλημένη από την καλή πίστη ή από την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος και εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, η συμπεριφορά δε αυτή αποσκοπεί στην πρόκληση δηλώσεως βουλήσεως του απατηθέντος, η οποία και πρέπει να προξενείται από την απάτη (ΑΠ 325/2009, 491/2008). Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις συνεπώς η απάτη αντιμετωπίζεται με το δίκαιο του Αστικού Κώδικα υπό δύο έννοιες, ήτοι: α) ως λόγος που καθιστά ελαττωματική τη βούληση του απατηθέντος, εξ αιτίας της οποίας ελαττωματικότητας δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση της δήλωσής του, και β) ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του απατήσαντος, η οποία δημιουργεί υποχρέωση του προς αποζημίωση του απατηθέντος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ., ανεξαρτήτως αν η απάτη αυτή αποτελεί και ποινικό αδίκημα. Δεν ενδιαφέρει, αν τα παραπλανητικά γεγονότα αναφέρονται στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον ούτε αν η πλάνη που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης είναι συγγνωστή ή ασύγγνωστη, ουσιώδης ή επουσιώδης ή αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια, αλλά αρκεί αυτή να υφίσταται κατά το χρόνο της δηλώσεως βουλήσεως του απατηθέντος (ΑΠ 282/2010, 373/2008, 441/2004, 898/2000). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 361 και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί πέραν της αξιώσεως από τη σύμβαση να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο κατά το άρθρο 914 ΑΚ επιβαλλόμενο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κάποιος τον άλλον υπαιτίως (ΑΠ Ολ 967/1973). Προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση για τη ζημία που προήλθε από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υπόχρεου προς αποζημίωση, είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος. Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια, όταν κατά τα διδάγματα της κοινή πείρας (αρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1756/2011 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ).
Β. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 2 και 4 στοιχείο α', 6 παρ. 1, 5 και 6, 7 παρ. 1 και 2 του Ν 2251/1994, σαφώς προκύπτει ότι ο νόμος για την προστασία των καταναλωτών δεν σκοπεί να υποκαταστήσει το πλέγμα των νομικών διατάξεων, το οποίο ρυθμίζει τις συνέπειες από την πώληση ελαττωματικού πράγματος, αλλά θεσμοθετεί την ευθύνη του παραγωγού που διέθεσε στην αγορά προϊόντα μη ασφαλή, από τη χρήση των οποίων προέκυψε ζημία στον καταναλωτή. Ειδικότερα: 1) κατά το άρθρο 1 παρ. 4 στοιχ. α' του Ν 2251/1994 "καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους”. Η συμπερίληψη των νομικών προσώπων υπό τη σκέπη του νόμου, μαζί με τα φυσικά πρόσωπα, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη προϊόντων ή υπηρεσιών, αποτελεί ευνοϊκότερη ρύθμιση από τον εθνικό νομοθέτη, αποκλίνοντας σ' αυτό το σημείο από τις οδηγίες της ΕΟΚ, οι οποίες αναφέρονται σε καταναλωτή φυσικό πρόσωπο (85/577/ΕΟΚ για τις συμβάσεις εκτός εμπορικού καταστήματος, 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων και 87/102/ΕΟΚ για την καταναλωτική πίστη, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 90/88/ΕΟΚ), με τις οποίες όμως επιτρέπεται η εκ μέρους των εθνικών νομοθετών υιοθέτηση ευνοϊκότερων ρυθμίσεων για τον καταναλωτή 2) Κατά την ίδια, ως άνω, διάταξη, εδ. β', προμηθευτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, κατά την άσκηση της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητός του, προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες στον καταναλωτή. 3) Κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του ίδιου νόμου παραγωγός θεωρείται ο κατασκευαστής τελικού προϊόντος, πρώτης ύλης ή συστατικού, καθώς και κάθε πρόσωπο που εμφανίζεται ως παραγωγός του προϊόντος επιθέτοντας σε αυτό την επωνυμία, το σήμα ή άλλο διακριτικό του γνώρισμα.... Περαιτέρω, η ευθύνη του παραγωγού ελαττωματικών προϊόντων ρυθμίζεται από την ως άνω διάταξη του άρθρου 6 του Ν 2251/1994, που έχει ενσωματώσει την υπ' αριθ. 85/374/25.7.1985 Οδηγία της ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών - μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων. Η ρύθμιση αποτελεί στην ουσία ειδική ρύθμιση της αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού ελαττωματικών προϊόντων, ενώ οι κοινές διατάξεις εφαρμόζονται μόνο αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στον καταναλωτή (άρθ. 14 § 5 Ν 2251/1994) ή πρόκειται για θέματα τα οποία δεν καλύπτονται από την ειδική ρύθμιση. Στο πλαίσιο της ειδικής αυτής ρύθμισης του άρθ. 6 Ν 2251/1994, ο παραγωγός ευθύνεται για κάθε ζημία, στην οποία περιλαμβάνεται η βλάβη ή καταστροφή, εξαιτίας του ελαττωματικού προϊόντος, κάθε περιουσιακού στοιχείου του καταναλωτή καθώς και η ζημιά λόγω θανάτου ή σωματικής βλάβης (§ 6), που οφείλεται σε ελάττωμα του προϊόντος του (§ 1). Η ικανοποίηση όμως της ηθικής βλάβης, πριν τις 10.7.2007, δεν καλυπτόταν από τις διατάξεις του νόμου αυτού, αλλά από τις κοινές διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ, οι οποίες ρυθμίζουν και την ευθύνη του προμηθευτή ελαττωματικού προϊόντος (άρθ. 1 § 4 εδάφιο β' Ν 2251/1994), όταν αυτός δεν εξομοιώνεται με τον παραγωγό (ήδη όμως με το Ν 3587/2007 άρθρο 7 παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε η παρ. 7 του άρθρου 6 του προηγούμενου νομοθετήματος και ορίζεται πλέον ότι χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης οφείλεται και σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος άρθρου). Η ειδική, ως άνω, ρύθμιση της ευθύνης του παραγωγού αποσκοπεί στη διαφύλαξη της σωματικής και περιουσιακής ακεραιότητας των καταναλωτών (διαφέρον ακεραιότητας) από προσβολές εξαιτίας ελαττωματικών προϊόντων. Αντίστοιχα, προς το σκοπό αυτό ορίζεται με το άρθ. 6 § 5 εδ. α' του Ν 2251/1994 ως ελαττωματικό το προϊόν εκείνο, που δεν παρέχει την εύλογα αναμενόμενη ασφάλεια, ενόψει όλων των ειδικών συνθηκών και ιδίως της εξωτερικής εμφάνισής του, της εύλογα αναμενόμενης χρησιμοποιήσεώς του και του χρόνου, κατά τον οποίο τέθηκε σε κυκλοφορία Ελαττωματικό, συνεπώς, είναι το επικίνδυνο προϊόν, που αντιδιαστέλλεται από το ασφαλές και με την έννοια αυτή η ελαττωματικότητα του προϊόντος συνδέεται κατά τρόπο άμεσο με τη θεμελίωση της ειδικής αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού. Αντίθετα για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης του κατά τις κοινές διατάξεις, απαιτείται παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, με την οποία να συνδέεται η (αντικειμενική) βλαπτική ελαττωματικότητα του προϊόντος.
Η συμπεριφορά είναι παράνομη, όχι μόνο όταν προσκρούει σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και όταν εξέρχεται από τα όρια των χρηστών συναλλακτικών ηθών, όπως τα όρια αυτά προκύπτουν από τα άρθ. 5 του Συντάγματος 1975, 200, 281 και 288 ΑΚ. Σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και τη γενική επιταγή δημιουργείται, για τους μετερχόμενους επικίνδυνες δραστηριότητες, γενική υποχρέωση πρόνοιας, δηλαδή λήψης όλων των κατάλληλων μέτρων για την προστασία των έννομων αγαθών των τρίτων, που εύλογα εμπιστεύονται την άσκηση της δραστηριότητος (αρχή της εμπιστοσύνης). Τα κατάλληλα μέτρα μπορεί να προκύπτουν άμεσα από διάταξη ουσιαστικού νόμου, διαφορετικά προσδιορίζονται με βάση τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων. Διαμορφώνονται έτσι οι ειδικότερες συναλλακτικές υποχρεώσεις, που συνδέονται με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα και καθορίζουν το αναγκαίο επίπεδο ασφάλειάς της. Δραστηριότητα που εγκυμονεί κινδύνους για αόριστο αριθμό ατόμων, αποτελεί και εκείνη του παραγωγού (ή ανάλογα του προμηθευτή) προϊόντων, ο οποίος με τη διαφήμιση και την προβολή των προϊόντων του εμπεδώνει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και δημιουργεί δεσμό πίστεως, από τον οποίο απορρέουν αντίστοιχες συναλλακτικές υποχρεώσεις του. Κοινή συνισταμένη των υποχρεώσεων του παραγωγού είναι η οργάνωση της παραγωγής με τρόπο που να εξυπηρετείται η γενική υποχρέωση πρόνοιας, μέσω κυρίως του ελέγχου του προϊόντος και της πληροφόρησης του καταναλωτικού κοινού. Η παράβαση με οποιοδήποτε τρόπο της υποχρέωσης αυτής, που έχει ως συνέπεια την παραγωγή και διάθεση ελαττωματικών προϊόντων, δηλαδή προϊόντων που θέτουν σε κίνδυνο έννομα αγαθά απροσδιόριστου αριθμού καταναλωτών, αποτελεί συμπεριφορά που εξέρχεται από τα όρια της θεμιτής δράσης του παραγωγού και διαψεύδει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών, ως προς το προσδοκώμενο όριο ασφαλείας του προϊόντος. Αναμφίβολα αποτελεί παράνομη και κατ’ αρχήν και υπαίτια (άρθ. 330 εδ. β' ΑΚ) συμπεριφορά που δικαιολογεί, με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης, αποζημίωση για υλικές ζημιές και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με την παράγραφο 1 του άρθ. 7 του Ν 2251/1994, που ενσωμάτωσε την υπ’ αριθμό 92/59 Οδηγία της ΕΟΚ για την ασφάλεια των προϊόντων, ορίζεται ότι οι προμηθευτές (άρθ. 1 § 4 εδ. β' Ν 2251/1994), υποχρεούται να διαθέτουν στην αγορά μόνο ασφαλή προϊόντα, ενώ με τις §§ 2 και 4 του ίδιου νόμου ορίζεται πότε ένα προϊόν είναι ασφαλές και πότε οι προμηθευτές θεωρούνται ότι συμμορφώθηκαν με την υποχρέωση διάθεσης ασφαλών προϊόντων. Συνάγεται έτσι άμεσα από το νόμο συγκεκριμένη συναλλακτική υποχρέωση, η παράβαση της οποίας αποτελεί παράβαση επιτακτικού κανόνα δικαίου, που επισύρει αυτόνομα την αδικοπρακτική ευθύνη των προμηθευτών.... Ενόψει όλων αυτών, το ελάττωμα και η ταυτότητα του προϊόντος, η ζημία από τη συνηθισμένη (την κατά προορισμό) χρήση του και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ελαττώματος και ζημίας είναι στοιχεία που έχει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο ενάγων καταναλωτής (ή ο ζημιούμενος τρίτος) για να θεμελιώσει και κατά τις κοινές διατάξεις αδικοπρακτική ευθύνη του παραγωγού ή ανάλογα των προμηθευτών του (άρθ. 338 § 1 ΚΠολΔ). Το αίτιο όμως της βλαπτικής ελαττωματικότητας του προϊόντος με τη μορφή της υπαίτιας παράβασης συγκεκριμένης συναλλακτικής υποχρέωσης του παραγωγού ή των προμηθευτών του προϊόντος ο καταναλωτής βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία να το προσδιορίσει και να το αποδείξει, αφού αυτός είναι ξένος προς τη διαδικασία παραγωγής και διάθεσης του προϊόντος, δηλαδή προς τη σφαίρα επιρροής άλλων προσώπων, και συνεπώς δεν μπορεί να γνωρίζει τις πράξεις ή παραλείψεις, καθώς και ποιου προσώπου, από εκείνα που αναμείχθηκαν στην διαδικασία διάθεσης, οδήγησαν στην κυκλοφορία ελαττωματικού προϊόντος. Γίνεται έτσι δεκτό με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 925 ΑΚ που απηχεί τη λεγόμενη θεωρία των σφαιρών επιρροής ή προελεύσεως των κινδύνων, ότι ο καταναλωτής απαλλάσσεται από το σχετικό βάρος και αντίθετα έχει το βάρος ο παραγωγός ή ο προμηθευτής του προϊόντος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που το προϊόν ήταν στη σφαίρα επιρροής του, δεν υπήρξε πλημμέλεια στην παραγωγή ή ανάλογα στη συντήρηση και διάθεση του προϊόντος ή ότι η τυχόν πλημμέλεια δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του ή σε υπαιτιότητα προσώπων για τα οποία ευθύνεται. Έτσι με αναστροφή του βάρους απόδειξης, η αδικοπρακτική ευθύνη των προσώπων αυτών διαμορφώνεται, κατά τις κοινές διατάξεις σε νόθο αντικειμενική (ΑΠ 891/2013, ΑΠ 1505/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 535 ΑΚ, ο πωλητής δεν εκπληρώνει την υποχρέωση του για παράδοση πράγματος με τις συνομολογημένες ιδιότητες και απαλλαγμένου από πραγματικά ελαττώματα, όταν το πράγμα δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση. Η ίδια, ως άνω, διάταξη, μάλιστα, ορίζει εν συνεχεία ενδεικτικά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίσταται μαχητό τεκμήριο μη ανταπόκρισης του πράγματος στη σύμβαση. Τέτοιο μαχητό τεκμήριο μη ανταπόκρισης του πωληθέντος πράγματος στη σύμβαση υφίσταται, μεταξύ άλλων, όταν το πωληθέν δεν ανταποκρίνεται στην περιγραφή που έχει γίνει από τον πωλητή ... (περ. 1), όταν δεν είναι κατάλληλο για τη χρήση για την οποία προορίζονται συνήθως πράγματα της ίδιας κατηγορίας (περ. 3), καθώς και όταν δεν έχει την ποιότητα ή την απόδοση που ο αγοραστής ευλόγως προσδοκά από πράγματα της ίδιας κατηγορίας λαμβάνοντας υπόψη και τις δημόσιες δηλώσεις του πωλητή, του παραγωγού ή του αντιπροσώπου του, στο πλαίσιο ιδίως της σχετικής διαφήμισης ή της επισήμανσης εκτός αν ο πωλητής δεν γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει τη σχετική δήλωση.