Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #αποζημίωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #αποζημίωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2018

Διοικητικό Πρωτοδικείο Πατρών (τμήμα 4o 3μελές) αρ. απόφασης 2009/2017 : "Ευθύνη της Αστυνομίας για επεισόδια στο Πατρινό Καρναβάλι που είχαν ως αποτέλεσμα φθορές και κλοπές σε κατάστημα. Αποζημίωση 96.628 ευρώ"


A' Δημοσίευση : http://www.legalnews24.gr


Αστική Ευθύνη του Δημοσίου: Ευθύνη της Αστυνομίας για επεισόδια στο Πατρινό Καρναβάλι που είχαν ως αποτέλεσμα καταστροφές και κλοπές σε κατάστημα της πλατείας Γεωργίου στην Πάτρα. Αποζημίωση 96.628,05 ευρώ στην ασφαλιστική εταιρία που κάλυπτε το κατάστημα.

"Επειδή, με βάση τα ανωτέρω και ενόψει των όσων εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, λαμβάνοντας υπόψη ότι: α) η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού ατόμων στην Πλατεία Γεωργίου, μετά το πέρας των εκδηλώσεων του Πατρινού Καρναβαλιού, κατά τα κοινώς γνωστά στις αστυνομικές αρχές της πόλης των Πατρών, ήταν γεγονός προδήλως αναμενόμενο, β) για το λόγο αυτό, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω έγγραφες παραγγελίες-εντολές του Διευθυντή της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αχαΐας, είχε προβλεφθεί, ήδη πριν τη λήξη των καρναβαλικών εκδηλώσεων, η ύπαρξη αστυνομικών δυνάμεων στο χώρο της πλατείας και στα στόμια εισόδου και εξόδου της οδού Κορίνθου προς την πλατεία, προκειμένου να προληφθούν τυχόν έκτροπα, γ) παρά ταύτα, όπως, προκύπτει από τις πιο πάνω καταθέσεις των αστυνομικών οργάνων κατά την ποινική διαδικασία, οι ευρισκόμενες στην πλατεία αστυνομικές δυνάμεις μετακινήθηκαν σε άλλους χώρους, δ) επίσης, όπως προκύπτει από τις ίδιες καταθέσεις, όταν οι αστυνομικές δυνάμεις έλαβαν σήμα από το κέντρο για φωτιά σε όχημα και κάδους στην Πλατεία Γεωργίου επανήλθαν στην πλατεία, έριξαν χειροβομβίδα για να κερδίσουν χρόνο και μετακινήθηκαν προς το λιμάνι, εκ των υστέρων δε, ήρθαν ξανά στην πλατεία και έκαναν αφειδώς χρήση δακρυγόνων, με αποτέλεσμα η ήδη τεταμένη εκεί κατάσταση να εκτραπεί και να δεχθούν επίθεση από νεαρά άτομα, εκ των οποίων 30-50 κινήθηκαν προς τα γειτνιάζοντα με την πλατεία καταστήματα, μεταξύ των οποίων και το κατάστημα οπτικών της ασφαλισμένης στην ενάγουσα εταιρείας, ε) η επίθεση στο επίμαχο κατάστημα, όπως προκύπτει από τις ίδιες καταθέσεις, έγινε καθ’ ο χρόνο ήταν παρούσες στο χώρο οι αστυνομικές δυνάμεις, οι οποίες, όντας και μικρής δυναμικότητας, κατά τις μαρτυρίες των ως άνω αστυνομικών, ενόψει και της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί, αντί να καταστείλουν εν τη γενέσει τους τα επεισόδια, με την ενίσχυσή τους και με άλλους αστυνομικούς και να αποτρέψουν έτσι την επέκτασή τους και να απωθήσουν τους επιτιθέμενους στο επίμαχο κατάστημα νεαρούς, περιορίσθηκαν στο να υποχωρήσουν προκειμένου να εκπονήσουν τότε επιχειρησιακό σχέδιο και να προφυλαχθούν από τη ρίψη των σε βάρος τους αντικειμένων και άφησαν χώρο στους νεαρούς να επιτεθούν στο επίμαχο κατάστημα και στ) εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς των αστυνομικών οργάνων, τα νεαρά άτομα είχαν στη διάθεσή τους όλο τον απαιτούμενο χρόνο να κινηθούν προς το επίμαχο κατάστημα, να σπάσουν τα τζάμια και τις προθήκες του, να εισέλθουν εντός αυτού και να αφαιρέσουν εμπορεύματα (οπτικά είδη) και πέραν από εν τέλει δώδεκα συλληφθέντες (όχι όλοι για την επίθεση στο επίμαχο κατάστημα), οι υπόλοιποι να αποχωρήσουν, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι παραπάνω ενέργειες των νεαρών ατόμων, απαιτούσαν προδήλως αρκετό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο τα αστυνομικά όργανα όφειλαν να παρέμβουν, δεδομένου ότι το επίμαχο κατάστημα βρίσκονταν σε πολύ κοντινή απόσταση τόσο από το χώρο της πλατείας (γωνία Κορίνθου και Πλατείας Γεωργίου), όσο και από το χώρο που βρίσκονταν συγκεντρωμένα τα όργανα της αστυνομίας, τα οποία βρίσκονταν εκεί κατά το χρόνο της επίθεσης στο επίμαχο κατάστημα, και όχι τα αστυνομικά όργανα  να τηρήσουν καθαρώς αμυντική στάση και να ανεχθούν την άσκηση βίας επί μακρό χρονικό διάστημα, επιλογή που συνιστούσε προδήλως μη κατάλληλο μέσο για την αντιμετώπιση της συγκεκριμένης πραγματικής κατάστασης, μη εκπληρουμένης με την επιλογή της ακολουθητέας στην προκειμένη περίπτωση από τα αστυνομικά όργανα τακτικής της ανατεθειμένης σ’ αυτά, κατά το άρθρο 8 του ν. 2800/2000, υποχρέωσης να προστατεύσουν τη δημόσια τάξη και τα ατομικά δικαιώματα των πολιτών, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. 

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018

ΑΠ 389/18 : Τροχαίο ατύχημα - Ευθύνη Επικουρικού Κεφαλαίου - Ν.4092/12. Αναίρεση. Περιορισμός της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου με το Ν. 4092/12 - Ανώτατο όριο αποζημιώσεων και χρηματικής ικανοποίησης, καθώς και περιορισμός του επιτοκίου στο 6% για τον υπολογισμό των τόκων για την καταβολή των αποζημιώσεων - Ζήτημα αντίθεσης με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ.



Άρειος Πάγος 389/18 : Τροχαίο ατύχημα - Ευθύνη Επικουρικού Κεφαλαίου - Ν.4092/12. Αναίρεση. Περιορισμός της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου με το Ν. 4092/12 - Ανώτατο όριο αποζημιώσεων και χρηματικής ικανοποίησης, καθώς και περιορισμός του επιτοκίου στο 6% για τον υπολογισμό των τόκων για την καταβολή των αποζημιώσεων - Ζήτημα αντίθεσης με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Ειδικότερα,το ζήτημα εάν η επίμαχη νέα ρύθμιση του άρθρου 4 παρ. γ' του ν. 4092/2012, με την οποία περιορίζεται το όριο της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου ως προς το ύψος της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που πρέπει να καταβάλει στον παθόντα είναι ή όχι αντίθετη με τις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 του Σ., 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ και 1 της Δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30-12-1983, αφού χαρακτηρίστηκε γενικότερου ενδιαφέροντος, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου κι ως εκ τούτου για την ενότητα της νομολογίας και προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, ως προς το κρινόμενο αυτό σκέλος, πρέπει να ανασταλεί η πρόοδος της παρούσας δίκης, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση, για το ζήτημα αυτό, από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Αναιρετικοί λόγοι κατ' άρθρο 559 αρ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι το Εφετείο,  με το να μην εφαρμόσει τις επίμαχες διατάξεις του Ν. 4092/12, κατά το μέρος που περιορίζουν το ποσοστό των τόκων που βαρύνει το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο για την καταβολή από το τελευταίο αποζημιώσεων και χρηματικών ικανοποιήσεων, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, το νόμο. Απορρίπτει την αναίρεση της 742/2016 απόφασης του ΜονΕφΘεσ κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας και αναβάλλει, κατά τα λοιπά, τη συζήτηση μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου


ΑΡΙΘΜΟΣ 389/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
  
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου -Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 12 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία ‘’ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ’’, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «…», της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε για παράβαση νόμου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ΓΜ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Α. Ζ. – Σ., το γένος Χ. Π., κατοίκου …, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου και καθολικής διαδόχου (με ποσοστό κληρονομικής μερίδας 1/4) του αποβιώσαντος στις 13-11-2011 αρχικού διαδίκου Α. Ζ. – Σ. του Χ. και 2) Μ. Ζ. – Σ. του Α., κατοίκου …, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου και καθολικής διαδόχου (με ποσοστό κληρονομικής μερίδας 3/4) του αποβιώσαντος στις 13-11-2011 αρχικού διαδίκου Α. Ζ. – Σ. του Χ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ΘΖ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Α. Ζ. - Σ. , που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών και συνεκδικάστηκε με τις από 7-1-2011 και 17-2-2012 αγωγές του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και των Β. Φ. και Α. Φ., αντίστοιχα, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 742/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-12-2016 αίτηση του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο τέταρτο, παρ. γ', του ν. 4092/2012, που ισχύει από 8-11-2012, αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 489/1976 (που κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 237/1986), όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 37 παρ. 26 του ν. 2496/1997, και εισήχθησαν ρυθμίσεις, ως προς την ευθύνη του «Επικουρικού Κεφαλαίου», βάσει των οποίων α) τέθηκε, ως ανώτατο όριο, στη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, το χρηματικό ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο, β) ειδικά, για την περίπτωση ευθύνης του «Επικουρικού Κεφαλαίου», εξαιτίας ατυχήματος που προκλήθηκε από αυτοκίνητο, καλυπτόμενο, ως προς την αστική ευθύνη έναντι τρίτων, από ασφαλιστική εταιρεία, η οποία πτώχευσε ή της οποίας ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας ή η εκτέλεση σε βάρος της απέβη άκαρπη, ορίστηκε κλιμακωτά η υποχρέωση του να καταβάλει την αποζημίωση που επιδικάστηκε (με ανώτατο όριο 100.000 ευρώ, με εξαίρεση για τα πρόσωπα που ζημιώθηκαν με αναπηρία) και γ) ορίστηκε ότι οι ρυθμίσεις αυτές καταλαμβάνουν και τις ήδη γεννημένες αξιώσεις κατά του «Επικουρικού Κεφαλαίου», χωρίς, πάντως, να θίγονται αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση. Επίσης, με άλλο εδάφιο στην ίδια γ' παράγραφο του άρθρου αυτού, διατηρήθηκε η πρόβλεψη ότι οι τόκοι που βαρύνουν το «Επικουρικό Κεφάλαιο» για την καταβολή αποζημιώσεων και χρηματικών ικανοποιήσεων υπολογίζονται με επιτόκιο 6% ετησίως που μπορεί να μεταβάλλεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μετά από εισήγηση της Τράπεζας της Ελλάδας. Όμως, οι νέες αυτές διατάξεις είναι αντίθετες 1) όσον αφορά εκείνες, με τις οποίες εισάγεται περιορισμός στα ποσά που επιδικάζονται ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, έναντι του αναιρεσείοντος, στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 της οδηγίας 72/166 του Συμβουλίου της 24-4-1972 και στην παράγραφο 4 του άρθρου 1 της Δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30-12-1983 (84/5/ΕΟΚ), αλλά και στο άρθρο 25 παρ. 1 εδάφ. 6' του Συντάγματος, ενώ, κατά το μέρος που η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει και τις ήδη γεννημένες αξιώσεις κατά του αναιρεσείοντος, αντίκειται στα άρθρα 17 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ»), που κυρώθηκε εκ νέου (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη, έναντι των νόμων, ισχύ (ΑΠ Ολομ., 5/2017, 4/2017) και 2) όσον αφορά εκείνες που περιορίζουν το ύψος του επιτοκίου, στα άρθρα 4 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδάφ. δ' του Συντάγματος, 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997) και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της «ΕΣΔΑ» (ΑΠ Ολομ., 5/2017, 4/2017 και 3/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης 742/2016 απόφασης του, δικάζοντας, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, επί της από 12-2-2014 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης .../6-3-2014 έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ με την επωνυμία «…», ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας «….», της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, κατά της πρωτόδικης 15/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την έφεση αυτή (που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη), επικυρώνοντας, κατά τούτο, την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε δεχθεί, κατά ένα μέρος, την ένδικη, από 12-10-2010, αγωγή, από αδικοπραξία (τροχαίο ατύχημα), των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και του δικαιοπαρόχου τους Α. Ζ. - Σ. (συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα) που πέθανε, μετά την άσκηση της αγωγής, στις 13-11-2011 και επιδίκασε σε αυτούς, με τον νόμιμο τόκο, αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από τον τραυματισμό τους κατά το επίδικο τροχαίο ατύχημα της 28-9-2008, συνολικού ποσού 4.619,60 ευρώ και 15.058,80 ευρώ, αντίστοιχα, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις. Αρνήθηκε, όμως, να εφαρμόσει τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 4092/2012, χωρίς, πάντως, να αιτιολογήσει την κρίση του αυτή, απορρίπτοντας, ως αβάσιμους, τους σχετικούς αντίθετους έκτο και έβδομο λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δηλαδή με το να μην εφαρμόσει τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις του ν. 4092/2012, που τροποποίησαν το άρθρο 19 του ν. 489/1976, κατά το μέρος που περιορίζουν το ποσοστό των τόκων που βαρύνει το αναιρεσειον για την καταβολή από το τελευταίο αποζημιώσεων και χρηματικών ικανοποιήσεων, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, το νόμο, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας.
Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' και 19 ΚΠολΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη τους, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2018

ΕιρΠατρ 137/2017 : "Αντισυνταγματικότητα του ελάχιστου ορίου αποζημίωσης για προσβολή προσωπικών δεδομένων" (σχόλιο ΙΩΑΝΝΗΣ ΙΓΓΛΕΖΑΚΗΣ, AN. ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ, ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ)


Εισαγωγικό σημείωμα:

Με την παρακάτω απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών κρίθηκε ως αντισυνταγματική η διάταξη του άρθρου 23 ν. 2472/1997, με την οποία καθορίζεται ως ελάχιστο όριο αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 2.000.000 δραχμών, ήτοι 5.869,40 €.  Σύμφωνα με το Δικαστήριο, η ρύθμιση αυτή αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 25 § 1 εδ. δ` του Συντάγματος που κατοχυρώνει την αρχή της αναλογικότητας, για το λόγο ότι η καθιέρωση με την ως άνω διάταξη μόνο του στοιχείου της παραβίασης των διατάξεων των προσωπικών δεδομένων για τον καθορισμό του ελάχιστου ορίου χρηματικής ικανοποιήσεως στο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ιδιαίτερα σημαντικό ποσό, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, δεν είναι εν στενή εννοία αναλογική, καθ' ότι η βλάβη που προκαλείται με την υποχρέωσή καταβολής αυτού του χρηματικού ποσού είναι, στις περιπτώσεις ελαφρών εξ απόψεως είδους και βαρύτητας προσβολών, και αντιστοιχεί το εν λόγω κατώτατο όριο χρηματικής ικανοποιήσεως, δυσανάλογα επαχθέστερη από την επιδιωκόμενη ωφέλεια του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, η τιμή και η υπόληψη του οποίου προσβλήθηκε.

Αντίστοιχη κρίση είχε διατυπώσει και η ΕφΘεσ 733/2009 (ΔΙΜΕΕ 2009/614), με παρατηρήσεις Μήτρου, σελ. 519). Η απόφαση αυτή είχε κρίνει ότι: "σε περίπτωση προσδιορισμού του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης το δικαστήριο της ουσίας δεν πρέπει μεν να υποβαθμίζει την απαξία της πράξης επιδικάζοντας χαμηλό ποσό, συγχρόνως δε δεν πρέπει με ακραίες εκτιμήσεις να καταλήγει σε εξουθένωση του ενός μέρους και αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό του άλλου". Βεβαίως, η απόφαση του Ειρηνοδικείου είναι καλύτερα τεκμηριωμένη και με πλήρη ανάλυση των λόγων αντισυνταγματικότητας της άνω διάταξης του ν. 2472/1997 και για το λόγο αυτό παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.


Πιο πέρα, πρέπει να σημειωθεί ότι αντίστοιχες αποφάσεις είχαν εκδοθεί και σχετικά με τα ελάχιστα όρια αποζημίωσης για προσβολές στη ραδιοτηλεόραση (βλ. ΑΠ 6/2011 (Ολ.), ΝΟΜΟΣ, ΔΙΜΕΕ 2011, σελ. 353, ΝΟΒ 2011 σελ. 1819, Δ/ΝΗ 2011 σελ. 695, ΧΡΙΔ 2011 σελ. 731, ΕΦΑΔ 2011 σελ. 1170). Είναι εύλογο συνεπώς, να κριθεί και η συγκεκριμένη διάταξη του ν. 2472/1997 αντισυνταγματική ως αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας.

Βεβαίως, μετά τη θέση σε ισχύ του Κανονισμού 2016/679, η ως άνω διάταξη  του άρθρου 23 ν. 2472/1997 δεν ισχύει πλέον και τούτο, διότι η αστική ευθύνη ρυθμίζεται πλέον στο άρθρο 82 του Κανονισμού, το οποίο δεν προβλέπει εξουσιοδότηση προς τον αστικό νομοθέτη να ρυθμίσει το ζήτημα της αποζημίωσης.


ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 137/2017
Αριθμ. εκθ.καταθ.: 349/2015

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
Συγκροτήθηκε νόμιμα από την Ειρηνοδίκη Πατρών Αγνή - Μαρία Ταλαδιανού και την Γραμματέα Π.Τ. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 25η Ιανουαρίου 2017 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ : Του ενάγοντος : ...., κατοίκου Πατρών (...), ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του ΙΚ.  Του εναγομένου: ..., κατοίκου Πατρών (...), ατομικώς και την ιδιότητα του ως διαχειριστή της πολυκατοικίας στην Πάτρα και στην οδό .... , ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του ΑΑ.


(...)

Ι. Σε συμμόρφωση προς τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981 (που κυρώθηκε με το ν. 2068/1992) και την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 24.10.1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, εξεδόθη ο ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", ο οποίος ορίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (...)

Τρίτη 27 Μαρτίου 2018

ΕφΘεσ 1516/17 : Πώληση ακινήτου - Βάρη - Ευθύνη πωλητή - Αποζημίωση. Περίπτωση μεταβίβασης ακινήτου, που από παραδρομή παραλείφθηκε από την πωλήτρια η μνεία στο συμβόλαιο της ήδη υπάρχουσας κατά το χρόνο της πώλησης, πράξης τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης οικοπέδων της Πολεοδομίας


ΕφΘεσ 1516/17 : Πώληση ακινήτου - Βάρη -  Ευθύνη πωλητή - Αποζημίωση. Περίπτωση μεταβίβασης  ακινήτου, που από παραδρομή παραλείφθηκε από την πωλήτρια  η μνεία στο συμβόλαιο της ήδη υπάρχουσας κατά το χρόνο της πώλησης, πράξης  τακτοποίησης  και αναλογισμού αποζημίωσης οικοπέδων της  Πολεοδομίας. Η εναγομένη που παρέβη την αναληφθείσα υποχρέωση της να παραδώσει στους ενάγοντες το πωλούμενο ακίνητο της, ελεύθερο από κάθε υποχρέωση αποζημίωσης παρόδιων ιδιοκτητών, υποχρεούται να αποκαταστήσει κάθε ποσό που αυτοί κατέβαλαν ως αποζημίωση στους δικαιούχους. Δεκτή η έφεση. Δεκτή εν μέρει η αγωγή.


ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ Α'
ΑΡΙΘΜΟΣ 1516/2017

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές, Σταματία Αναστασιάδου Πρόεδρο Εφετών, Δημήτριο - Κλεόβουλο Κοκκορό και Αικατερίνη Πατσιαρά Εισηγήτρια, Εφέτες και την Γραμματέα Ιωάννα Χατζοπούλου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 25 Νοεμβρίου 2016 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ - ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) Του ...και 2) Της ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους ΚΚ-Αποστολίδου (A.M. … του Δ.Σ.Θ).
ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ/ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ..., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της ΧΓ (A.M. … του Δ.Σ.Θ).
Οι ενάγοντες με αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (αρ. εκθ. κατάθεσης ….), ζητούσαν ότι αναφέρεται σ' αυτήν. Το άνω Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 19372/2009 οριστική απόφαση του, με την οποία απέρριψε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονέθηκαν οι εκκαλούντες με έφεση τους προς το Εφετείο Θεσσαλονίκης (αριθ. εκθ. κατάθεσης....). Το άνω Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 559/2011 οριστική απόφαση του με την οποία απέρριψε την έφεση. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1095/2013 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία αναίρεσε την 559/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Η υπόθεση φέρεται για να συζητηθεί με κλήση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (αρ. εκθ. κατάθεσης….).
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά την εκφώνηση της από το σχετικό πινάκιο στη σειρά της οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 579 παρ. 1 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναί­ρεσης καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση αυτής της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της έκτασης της αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής. Η μερική αναίρεση αναφέρεται σε ολόκληρο το κεφάλαιο της απόφασης στο οποίο αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός και αν η αναιρεθείσα απόφαση είναι δευτέρου βαθμού, η έφεση θα επανακριθεί μόνο ως προς το κεφάλαιο αυτό και δεν εξετάζονται εκ νέου, ούτε θίγονται τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν, ως προς τα οποία πλέον η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη (ΑΠ 336/2013, ΑΠ 493/2011, ΑΠ 602/2011, ΑΠ 845/2010, ΑΠ 479/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έτσι με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτη­σης, οι διάδικοι, οι οποίοι μετέσχον στην αναιρετική δίκη, επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, όμως η διαδικασία πριν την αναιρεθείσα απόφαση ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, ενώ στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση (ΑΠ 43/2005 Δνη 46. 1402, ΑΠ 129/2005 ΕΕργΔ 2005.150, ΑΠ 1717/2002 ΝοΒ 2003. 1223). Οι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου της παραπο­μπής, προτείνουν όποιους ισχυρισμούς μπορούσαν να προτείνουν και κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε. Το δικαστήριο αυτό, ερευνώντας μόνον τους λόγους της έφεσης που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία μόνον επανακρίνεται, εφόσον ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια υπάρχει δεδικασμένο που δεν ανατράπηκε με την αναίρεση και δεσμεύει έτσι το δικαστήριο της παραπομπής, δεν δεσμεύεται να κρίνει διαφορετικά επί της ουσίας, δεσμευόμενο μόνον για τα νομικά ζητήματα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό (ΑΠ 738/2012, ΑΠ 1504/2008, ΑΠ 1145/2005, ΑΠ 1343/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-10-2008 αγωγή (αρ. έκθ. κατάθ. …), που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης οι ήδη καλούντες εναντίον της καθ' ης η κλήση, με την οποία ζήτησαν, κατά την κύρια βάση της στηριζόμενη στις διατάξεις περί συμφωνίας ανάληψης υποχρέωσης σε συνδυασμό με τις διατάξεις της σύμβασης πώλησης και κατά την επικουρική στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει εις έκαστο εξ αυτών, κατ' ισομοιριαν, το συνολικό ποσό των 42.870,62 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της καταβολής κάθε επιμέρους κονδυλίου άλλως από της επίδοσης της αγωγής. Επ’ αυτής εκδόθηκε η υπ՝ αριθμ. 19372/2009 οριστική απόφαση του άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις της. Επί της από 2-9-2009 (αρ. έκθ. κατάθ. ….) έφεσης, που άσκησαν ακολούθως οι ενάγοντες, εκδόθηκε η υπ՝ αριθμ. 559/2011 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που, έκρινε ομοίως και απέρριψε την έφεση ως κατ ουσίαν αβάσιμη. Κατ’ αυτής της απόφασης οι εκκαλούντες-ενάγοντες και ήδη καλούντες άσκησαν την από 29-8-2011 αίτηση αναίρεσης. Επ’ αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1095/2013 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της, αναίρεσε την προαναφερθείσα υπ՝ αριθμ. 559/2011 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου μόνον όμως καθ՝ ο μέρος, με αυτήν απορρίφθηκε η έφεση των εναγόντων αναφορικά με την απορριφθείσα πρωτοδίκως ως μη νόμιμη κύρια βάση της αγωγής, ανεξαρτήτως της γενικής διατύπωσης του διατακτικού της περί (ολικής) αναίρεσης της 559/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2018

ΕιρΑθ 5286/17 : Πώληση αυτοκινήτου - Έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας - Εκπομπή ρύπων. Αδικοπραξία - Αποζημίωση.


ΕιρΑθ 5286/17 : Πώληση αυτοκινήτου - Έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας - Εκπομπή ρύπων. Αδικοπραξία - Αποζημίωση. Ευθύνη της κατασκευάστριας αυτοκινητοβιομηχανίας αναφορικά με την εκπομπή ρύπων αυτοκινήτων. Προστασία καταναλωτή. Εξαπάτηση της ενάγουσας αγοράστριας του επίδικου αυτοκινήτου - Αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη βάσει των διατάξεων του Ν.2251/94 , καθότι έλειπε από το όχημα η συνομολογημένη ιδιότητα, ενώ πρέπει να αποκατασταθεί και η ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης. Δέχεται εν μέρει την αγωγή. [Δες και την υπ' αρ. 5285/17 ΕιρΑθ.]


ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 5286/2017

Πρόεδρος: Β. Δελλαπόρτα, Ειρηνοδίκης Αθηνών

Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 147 και 149 ΑΚ προκύπτει, ότι όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βουλήσεως, έχει δικαίωμα είτε να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και παράλληλα την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 και επ. ΑΚ), εφόσον η απάτη περιέχει και τους όρους της αδικοπραξίας, είτε να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας του, θετικής και αποθετικής. Απάτη, κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση, είτε η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών είτε σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στο συμβαλλόμενο που τα αγνοούσε ήταν επιβεβλημένη από την καλή πίστη ή από την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος και εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, η συμπεριφορά δε αυτή αποσκοπεί στην πρόκληση δηλώσεως βουλήσεως του απατηθέντος, η οποία και πρέπει να προξενείται από την απάτη (ΑΠ 325/2009, 491/2008). Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις συνεπώς η απάτη αντιμετωπίζεται με το δίκαιο του Αστικού Κώδικα υπό δύο έννοιες, ήτοι: α) ως λόγος που καθιστά ελαττωματική τη βούληση του απατηθέντος, εξ αιτίας της οποίας ελαττωματικότητας δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση της δήλωσής του, και β) ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του απατήσαντος, η οποία δημιουργεί υποχρέωση του προς αποζημίωση του απατηθέντος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ., ανεξαρτήτως αν η απάτη αυτή αποτελεί και ποινικό αδίκημα. Δεν ενδιαφέρει, αν τα παραπλανητικά γεγονότα αναφέρονται στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον ούτε αν η πλάνη που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης είναι συγγνωστή ή ασύγγνωστη, ουσιώδης ή επουσιώδης ή αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια, αλλά αρκεί αυτή να υφίσταται κατά το χρόνο της δηλώσεως βουλήσεως του απατηθέντος (ΑΠ 282/2010, 373/2008, 441/2004, 898/2000). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 361 και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί πέραν της αξιώσεως από τη σύμβαση να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο κατά το άρθρο 914 ΑΚ επιβαλλόμενο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κάποιος τον άλλον υπαιτίως (ΑΠ Ολ 967/1973). Προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση για τη ζημία που προήλθε από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υπόχρεου προς αποζημίωση, είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος. Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια, όταν κατά τα διδάγματα της κοινή πείρας (αρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1756/2011 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ).
Β. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 2 και 4 στοιχείο α', 6 παρ. 1, 5 και 6, 7 παρ. 1 και 2 του Ν 2251/1994, σαφώς προκύπτει ότι ο νόμος για την προστασία των καταναλωτών δεν σκοπεί να υποκαταστήσει το πλέγμα των νομικών διατάξεων, το οποίο ρυθμίζει τις συνέπειες από την πώληση ελαττωματικού πράγματος, αλλά θεσμοθετεί την ευθύνη του παραγωγού που διέθεσε στην αγορά προϊόντα μη ασφαλή, από τη χρήση των οποίων προέκυψε ζημία στον καταναλωτή. Ειδικότερα: 1) κατά το άρθρο 1 παρ. 4 στοιχ. α' του Ν 2251/1994 "καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους”. Η συμπερίληψη των νομικών προσώπων υπό τη σκέπη του νόμου, μαζί με τα φυσικά πρόσωπα, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη προϊόντων ή υπηρεσιών, αποτελεί ευνοϊκότερη ρύθμιση από τον εθνικό νομοθέτη, αποκλίνοντας σ' αυτό το σημείο από τις οδηγίες της ΕΟΚ, οι οποίες αναφέρονται σε καταναλωτή φυσικό πρόσωπο (85/577/ΕΟΚ για τις συμβάσεις εκτός εμπορικού καταστήματος, 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων και 87/102/ΕΟΚ για την καταναλωτική πίστη, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 90/88/ΕΟΚ), με τις οποίες όμως επιτρέπεται η εκ μέρους των εθνικών νομοθετών υιοθέτηση ευνοϊκότερων ρυθμίσεων για τον καταναλωτή 2) Κατά την ίδια, ως άνω, διάταξη, εδ. β', προμηθευτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, κατά την άσκηση της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητός του, προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες στον καταναλωτή. 3) Κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του ίδιου νόμου παραγωγός θεωρείται ο κατασκευαστής τελικού προϊόντος, πρώτης ύλης ή συστατικού, καθώς και κάθε πρόσωπο που εμφανίζεται ως παραγωγός του προϊόντος επιθέτοντας σε αυτό την επωνυμία, το σήμα ή άλλο διακριτικό του γνώρισμα.... Περαιτέρω, η ευθύνη του παραγωγού ελαττωματικών προϊόντων ρυθμίζεται από την ως άνω διάταξη του άρθρου 6 του Ν 2251/1994, που έχει ενσωματώσει την υπ' αριθ. 85/374/25.7.1985 Οδηγία της ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών - μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων. Η ρύθμιση αποτελεί στην ουσία ειδική ρύθμιση της αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού ελαττωματικών προϊόντων, ενώ οι κοινές διατάξεις εφαρμόζονται μόνο αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στον καταναλωτή (άρθ. 14 § 5 Ν 2251/1994) ή πρόκειται για θέματα τα οποία δεν καλύπτονται από την ειδική ρύθμιση. Στο πλαίσιο της ειδικής αυτής ρύθμισης του άρθ. 6 Ν 2251/1994, ο παραγωγός ευθύνεται για κάθε ζημία, στην οποία περιλαμβάνεται η βλάβη ή καταστροφή, εξαιτίας του ελαττωματικού προϊόντος, κάθε περιουσιακού στοιχείου του καταναλωτή καθώς και η ζημιά λόγω θανάτου ή σωματικής βλάβης (§ 6), που οφείλεται σε ελάττωμα του προϊόντος του (§ 1). Η ικανοποίηση όμως της ηθικής βλάβης, πριν τις 10.7.2007, δεν καλυπτόταν από τις διατάξεις του νόμου αυτού, αλλά από τις κοινές διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ, οι οποίες ρυθμίζουν και την ευθύνη του προμηθευτή ελαττωματικού προϊόντος (άρθ. 1 § 4 εδάφιο β' Ν 2251/1994), όταν αυτός δεν εξομοιώνεται με τον παραγωγό (ήδη όμως με το Ν 3587/2007 άρθρο 7 παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε η παρ. 7 του άρθρου 6 του προηγούμενου νομοθετήματος και ορίζεται πλέον ότι χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης οφείλεται και σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος άρθρου). Η ειδική, ως άνω, ρύθμιση της ευθύνης του παραγωγού αποσκοπεί στη διαφύλαξη της σωματικής και περιουσιακής ακεραιότητας των καταναλωτών (διαφέρον ακεραιότητας) από προσβολές εξαιτίας ελαττωματικών προϊόντων. Αντίστοιχα, προς το σκοπό αυτό ορίζεται με το άρθ. 6 § 5 εδ. α' του Ν 2251/1994 ως ελαττωματικό το προϊόν εκείνο, που δεν παρέχει την εύλογα αναμενόμενη ασφάλεια, ενόψει όλων των ειδικών συνθηκών και ιδίως της εξωτερικής εμφάνισής του, της εύλογα αναμενόμενης χρησιμοποιήσεώς του και του χρόνου, κατά τον οποίο τέθηκε σε κυκλοφορία Ελαττωματικό, συνεπώς, είναι το επικίνδυνο προϊόν, που αντιδιαστέλλεται από το ασφαλές και με την έννοια αυτή η ελαττωματικότητα του προϊόντος συνδέεται κατά τρόπο άμεσο με τη θεμελίωση της ειδικής αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού. Αντίθετα για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης του κατά τις κοινές διατάξεις, απαιτείται παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, με την οποία να συνδέεται η (αντικειμενική) βλαπτική ελαττωματικότητα του προϊόντος.
Η συμπεριφορά είναι παράνομη, όχι μόνο όταν προσκρούει σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και όταν εξέρχεται από τα όρια των χρηστών συναλλακτικών ηθών, όπως τα όρια αυτά προκύπτουν από τα άρθ. 5 του Συντάγματος 1975, 200, 281 και 288 ΑΚ. Σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και τη γενική επιταγή δημιουργείται, για τους μετερχόμενους επικίνδυνες δραστηριότητες, γενική υποχρέωση πρόνοιας, δηλαδή λήψης όλων των κατάλληλων μέτρων για την προστασία των έννομων αγαθών των τρίτων, που εύλογα εμπιστεύονται την άσκηση της δραστηριότητος (αρχή της εμπιστοσύνης). Τα κατάλληλα μέτρα μπορεί να προκύπτουν άμεσα από διάταξη ουσιαστικού νόμου, διαφορετικά προσδιορίζονται με βάση τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων. Διαμορφώνονται έτσι οι ειδικότερες συναλλακτικές υποχρεώσεις, που συνδέονται με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα και καθορίζουν το αναγκαίο επίπεδο ασφάλειάς της. Δραστηριότητα που εγκυμονεί κινδύνους για αόριστο αριθμό ατόμων, αποτελεί και εκείνη του παραγωγού (ή ανάλογα του προμηθευτή) προϊόντων, ο οποίος με τη διαφήμιση και την προβολή των προϊόντων του εμπεδώνει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και δημιουργεί δεσμό πίστεως, από τον οποίο απορρέουν αντίστοιχες συναλλακτικές υποχρεώσεις του. Κοινή συνισταμένη των υποχρεώσεων του παραγωγού είναι η οργάνωση της παραγωγής με τρόπο που να εξυπηρετείται η γενική υποχρέωση πρόνοιας, μέσω κυρίως του ελέγχου του προϊόντος και της πληροφόρησης του καταναλωτικού κοινού. Η παράβαση με οποιοδήποτε τρόπο της υποχρέωσης αυτής, που έχει ως συνέπεια την παραγωγή και διάθεση ελαττωματικών προϊόντων, δηλαδή προϊόντων που θέτουν σε κίνδυνο έννομα αγαθά απροσδιόριστου αριθμού καταναλωτών, αποτελεί συμπεριφορά που εξέρχεται από τα όρια της θεμιτής δράσης του παραγωγού και διαψεύδει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών, ως προς το προσδοκώμενο όριο ασφαλείας του προϊόντος. Αναμφίβολα αποτελεί παράνομη και κατ’ αρχήν και υπαίτια (άρθ. 330 εδ. β' ΑΚ) συμπεριφορά που δικαιολογεί, με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης, αποζημίωση για υλικές ζημιές και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με την παράγραφο 1 του άρθ. 7 του Ν 2251/1994, που ενσωμάτωσε την υπ’ αριθμό 92/59 Οδηγία της ΕΟΚ για την ασφάλεια των προϊόντων, ορίζεται ότι οι προμηθευτές (άρθ. 1 § 4 εδ. β' Ν 2251/1994), υποχρεούται να διαθέτουν στην αγορά μόνο ασφαλή προϊόντα, ενώ με τις §§ 2 και 4 του ίδιου νόμου ορίζεται πότε ένα προϊόν είναι ασφαλές και πότε οι προμηθευτές θεωρούνται ότι συμμορφώθηκαν με την υποχρέωση διάθεσης ασφαλών προϊόντων. Συνάγεται έτσι άμεσα από το νόμο συγκεκριμένη συναλλακτική υποχρέωση, η παράβαση της οποίας αποτελεί παράβαση επιτακτικού κανόνα δικαίου, που επισύρει αυτόνομα την αδικοπρακτική ευθύνη των προμηθευτών.... Ενόψει όλων αυτών, το ελάττωμα και η ταυτότητα του προϊόντος, η ζημία από τη συνηθισμένη (την κατά προορισμό) χρήση του και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ελαττώματος και ζημίας είναι στοιχεία που έχει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο ενάγων καταναλωτής (ή ο ζημιούμενος τρίτος) για να θεμελιώσει και κατά τις κοινές διατάξεις αδικοπρακτική ευθύνη του παραγωγού ή ανάλογα των προμηθευτών του (άρθ. 338 § 1 ΚΠολΔ). Το αίτιο όμως της βλαπτικής ελαττωματικότητας του προϊόντος με τη μορφή της υπαίτιας παράβασης συγκεκριμένης συναλλακτικής υποχρέωσης του παραγωγού ή των προμηθευτών του προϊόντος ο καταναλωτής βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία να το προσδιορίσει και να το αποδείξει, αφού αυτός είναι ξένος προς τη διαδικασία παραγωγής και διάθεσης του προϊόντος, δηλαδή προς τη σφαίρα επιρροής άλλων προσώπων, και συνεπώς δεν μπορεί να γνωρίζει τις πράξεις ή παραλείψεις, καθώς και ποιου προσώπου, από εκείνα που αναμείχθηκαν στην διαδικασία διάθεσης, οδήγησαν στην κυκλοφορία ελαττωματικού προϊόντος. Γίνεται έτσι δεκτό με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 925 ΑΚ που απηχεί τη λεγόμενη θεωρία των σφαιρών επιρροής ή προελεύσεως των κινδύνων, ότι ο καταναλωτής απαλλάσσεται από το σχετικό βάρος και αντίθετα έχει το βάρος ο παραγωγός ή ο προμηθευτής του προϊόντος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που το προϊόν ήταν στη σφαίρα επιρροής του, δεν υπήρξε πλημμέλεια στην παραγωγή ή ανάλογα στη συντήρηση και διάθεση του προϊόντος ή ότι η τυχόν πλημμέλεια δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του ή σε υπαιτιότητα προσώπων για τα οποία ευθύνεται. Έτσι με αναστροφή του βάρους απόδειξης, η αδικοπρακτική ευθύνη των προσώπων αυτών διαμορφώνεται, κατά τις κοινές διατάξεις σε νόθο αντικειμενική (ΑΠ 891/2013, ΑΠ 1505/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 535 ΑΚ, ο πωλητής δεν εκπληρώνει την υποχρέωση του για παράδοση πράγματος με τις συνομολογημένες ιδιότητες και απαλλαγμένου από πραγματικά ελαττώματα, όταν το πράγμα δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση. Η ίδια, ως άνω, διάταξη, μάλιστα, ορίζει εν συνεχεία ενδεικτικά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίσταται μαχητό τεκμήριο μη ανταπόκρισης του πράγματος στη σύμβαση. Τέτοιο μαχητό τεκμήριο μη ανταπόκρισης του πωληθέντος πράγματος στη σύμβαση υφίσταται, μεταξύ άλλων, όταν το πωληθέν δεν ανταποκρίνεται στην περιγραφή που έχει γίνει από τον πωλητή ... (περ. 1), όταν δεν είναι κατάλληλο για τη χρήση για την οποία προορίζονται συνήθως πράγματα της ίδιας κατηγορίας (περ. 3), καθώς και όταν δεν έχει την ποιότητα ή την απόδοση που ο αγοραστής ευλόγως προσδοκά από πράγματα της ίδιας κατηγορίας λαμβάνοντας υπόψη και τις δημόσιες δηλώσεις του πωλητή, του παραγωγού ή του αντιπροσώπου του, στο πλαίσιο ιδίως της σχετικής διαφήμισης ή της επισήμανσης εκτός αν ο πωλητής δεν γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει τη σχετική δήλωση.

Τρίτη 5 Ιουλίου 2016

ΜΠρΠατρών 231/2016 : Σύγκρουση πλοίων - Εις ολόκληρον ευθύνη περισσότερων προσώπων - Δυσμενείς καιρικές συνθήκες - Ένσταση ανωτέρας βίας - Αποζημίωση - Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης - Ανακοίνωση δίκης - Παρεμπίπτουσα αγωγή - Σύμβαση ασφάλισης - Κάλυψη ασφαλιστικής περίπτωσης -.


Κρίθηκε ότι το ατύχημα και οι εξ αυτού υλικές ζημιές στο σκάφος του ενάγοντος οφείλονται κατʼ αιτιώδη συνάφεια αποκλειστικά σε αμέλεια των εναγομένων ιδιοκτητών των δύο ζημιογόνων σκαφών οι οποίοι, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν να καταβάλουν ως κάθε μέσος συνετός ιδιοκτήτης σκάφους ελλιμενισμένου σε μαρίνα στη θέση τους, αν και επρόκειτο για την περίοδο του χειμώνα όπου συχνά εμφανίζονται δυσμενή καιρικά φαινόμενα και ειδικά στην συγκεκριμένη ημερομηνία όπου επικρατούσε κακοκαιρία, δεν έλαβαν υπόψη τις επικρατούσες κακές καιρικές συνθήκες στην περιοχή και δεν προσπάθησαν να εξασφαλίσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το σταθερό ελλιμενισμό των σκαφών τους εντός της μαρίνας ώστε σε περίπτωση έξαρσης της κακοκαιρίας να μην καταστεί δυνατό να αποδεσμευτούν αυτά και να κινηθούν ανεξέλεγκτα με κίνδυνο να συγκρουστούν με άλλα σκάφη. Έτσι, δεν έδεσαν όπως έπραξε ο ενάγων την πλώρη των σκαφών τους με δύο κάβους (ρεμέντζο), αλλά με ένα, ούτε έδεσαν την πρύμνη τους με ισχυρούς κάβους ανάλογους με το μέγεθος και την κατάσταση των σκαφών τους. Αποτέλεσμα της ανωτέρω συμπεριφοράς τους, ήταν να μην μπορέσουν οι κάβοι που είχαν τοποθετήσει να συγκρατήσουν τα σκάφη τους από τους σφοδρούς ανέμους και τον κυματισμό που προκλήθηκε στη μαρίνα και να κοπούν, ακολούθως δε τα σκάφη τους να κινηθούν ανεξέλεγκτα πλάγια προς το σκάφος του ενάγοντος και να το χτυπήσουν. Οι ανωτέρω συνθήκες, ουδόλως αποδείχθηκε ότι αποτέλεσαν συνθήκες ανωτέρας βίας, δηλαδή καιρικά φαινόμενα τα οποία ήταν αδύνατον να προβλεφθούν, ούτε να αποτραπούν οι δυσμενείς τους συνέπειες με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, απορριπτόμενης ως ουσία αβάσιμης της ένστασης ανωτέρας βίας των εναγομένων και της βάσει αυτής αιτούμενης απαλλαγής τους από την αδικοπρακτική τους ευθύνη έναντι του ενάγοντος. Ακολούθως, επειδή η ανωτέρω πράξη των εναγομένων συνιστά αδικοπραξία που τελέστηκε από περισσότερους και δεν μπορεί να εξακριβωθεί ποια συγκεκριμένη επιμέρους πράξη κάθε εναγομένου προκάλεσε τη ζημία στο σκάφος του ενάγοντος και ποιο το ποσοστό συμβολής της στην πρόκληση της ζημιάς, πρέπει οι εναγόμενοι να υποχρεωθούν να τον αποζημιώσουν ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας. Τέλος, όσον αφορά στην παρεμπίπτουσα αγωγή της τρίτης εναγομένης προς την ασφαλιστική εταιρία, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη της κύριας αγωγής και ο σύζυγος της δεύτερος εναγόμενος, ως ιδιοκτήτες του δεύτερου ζημιογόνου σκάφους κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος, το είχαν ασφαλισμένο σ' αυτήν με έγκυρη και ισχυρή σύμβαση ασφάλισης. Κρίθηκε ότι η σύμβαση ασφάλισης καλύπτει την ανωτέρω ασφαλιστική περίπτωση του επίδικου ατυχήματος και η παρεμπιπτόντως εναγομένη οφείλει να πληρώσει στην τρίτη εναγομένη της κύριας αγωγής κάθε ποσό που αυτή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα.


Αριθμός 231/2016
(Γεν. Ειδ. 2539/2012, Γεν. Ειδ. 2505/2014 και Γεν. Ειδ. 730/2015)
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Μιχαήλ Τσέφα, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε η Πρόεδρος Πρωτοδικών και από τη Γραμματέα Κωνσταντίνο Καλλάη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στην Πάτρα την 1η Δεκεμβρίου 2015, για να δικάσει τις παρακάτω υποθέσεις μεταξύ:
Αʼ ΑΓΩΓΗ
Του ενάγοντος: ..., κατοίκου Πατρών, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του ΓΠ.
Των εναγομένων: 1] ..., κατοίκου Πατρών, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του ΓΜ, 2] ...., κατοίκου Γ. Πατρών, ο οποίος δεν παραστάθηκε και 3] ..., κατοίκου ομοίως, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της ΝΠ.

Βʼ ΑΙΤΗΣΗ-ΚΛΗΣΗ
Του αιτούντος-καλούντος: ..., κατοίκου Πατρών, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του ΓΠ.

Της καθ' ής η αίτηση-κλήση: ..., κατοίκου Γ. Πατρών, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της ΝΠ.

Γʼ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΔΙΚΗΣ – ΠΡΟΣΕΠΙΚΛΗΣΗ - ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΥΣΑ ΑΓΩΓΗ - ΑΝΑΓΩΓΗ

Της ανακοινώνουσας τη δίκη - προσεπικαλούσας - ενάγουσας: ..., κατοίκου Γ. Πατρών, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της ΝΠ.

Καθ' ης η ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή-αναγωγή: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας, με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ» που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθηνών Σπυρίδωνα Παπαναστασίου.

Ο ενάγων και αιτών-καλών (Αʼ ΑΓΩΓΗ) και (Βʼ ΑΙΤΗΣΗ-ΚΛΗΣΗ) με την από 29-6-2012 αγωγή του (αριθ. έκθ. κατάθ. 2539/11-7-2012) και την από 9-9-2014 αίτηση - κλήση του (αριθμ. έκθ. κατάθ. 2505/11-9-2014), και η ανακοινούσα τη δίκη - προσεπικαλούσα (Γʼ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΔΙΚΗΣ – ΠΡΟΣΕΠΙΚΛΗΣΗ - ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΥΣΑ ΑΓΩΓΗ - ΑΝΑΓΩΓΗ) με την από 2012-2014 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση (αριθμ. έκθ. κατάθ. 730/3-32015) που απευθύνονται στο Δικαστήριο αυτό και συνεκδικάζονται λόγω συνάφειας, ζήτησαν όσα αναφέρονται σʼ αυτές.

Στις 29-6-2012 λόγω θανάτου του β' εναγόμενου διακόπηκε βιαίως η συζήτηση της υπόθεσης και τώρα ο αιτών-καλών ζητά την επανάληψη της συζήτησης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου σύμφωνα με την από 9-9-2014 αίτηση-κλήση του (αριθμ. έκθ. κατάθ. 2505/11-9-2014).

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κατωτέρω: 1) από 29.06.2012 με αριθμό κατάθεσης 2539/11.07.2012 αγωγή, 2) από 09.09.2014 με αριθμό κατάθεσης 2505/11.09.2014 αίτηση - κλήση και 3) από 20.12.2014 με αριθ. κατάθ. 730/03.03.2015 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή, που εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικαστούν, λόγω της συνάφειας που υπάρχει μεταξύ τους, αλλά και γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ενώ παράλληλα επέρχεται μείωση των εξόδων της (άρθ. 246, 285 ΚΠολΔ).


Από το συνδυασμό των άρθρων 235, 236 του ΚΙΝΔ και 914 του ΑΚ προκύπτει ότι, επί συγκρούσεως πλοίων, η ευθύνη και η προς αποζημίωση υποχρέωση κανονίζεται ανάλογα με το βαθμό υπαιτιότητας του κάθε πλοίου. Ειδικότερα, εάν η σύγκρουση πλοίων συνέβη από τυχαίο γεγονός ή από ανώτερη βία, ή αν υπάρχουν αμφιβολίες για τα αίτια της, τότε οι ζημίες βαρύνουν αυτούς που τις υπέστησαν. Αν υπάρχει κοινή υπαιτιότητα, κάθε πλοίο ευθύνεται προς αποζημίωση ανάλογα με το βαθμό της υπαιτιότητας που το βαρύνει. Όταν η σύγκρουση συνέβη από υπαιτιότητα του ενός πλοίου, τότε το πλοίο αυτό, δηλαδή ο πλοιοκτήτης του, είναι υποχρεωμένος να αποκαταστήσει όλες τις ζημίες που προκλήθηκαν σε βάρος του άλλου πλοίου ή του φορτίου ή των προσώπων (ΕφΠειρ 335/2003 ΕΝΔ 31. 187, ΕφΠειρ 739/2000 ΕΝΔ 29.57, ΕφΠειρ 274/1999 ΕΝΔ 27. 18, ΕφΠειρ 1373/84 ΕΝΔ 13. 285). Ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό, είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως του μέσου ανθρώπου (ΟλΑΠ 15/1987, ΑΠ 623/2000 ΕλλΔνη 42. 84, ΑΠ 1264/2000 ΕλΜνη 41. 1468, ΑΠ 742/1998 ΕλλΔνη 39. 1440). Περίπτωση ανώτερης βίας συνιστά και η ορμητικότητα του ανέμου, η σφοδρότητα της θαλασσοταραχής και οι εν γένει εξαιρετικά δυσμενείς καιρικές συνθήκες, συνεπεία των οποίων το πλοίο αδυνατεί να κυβερνηθεί ή να παραμείνει προσδεδεμένο στο αγκυροβόλιο του, εφόσον τα καιρικά αυτά φαινόμενα δεν είναι δυνατόν να προβλεφθούν ούτε να αποτραπούν οι δυσμενείς συνέπειες τους με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως, έτσι ώστε το αποτέλεσμα να αποβαίνει αναπόφευκτο (ΕφΠειρ 274/1999ό.π.). Στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή πρόκειται για επίταση ήδη υφισταμένων δυσμενών καιρικών συνθηκών ή τα έντονα καιρικά φαινόμενα ήταν δυνατόν να προβλεφθούν από ορισμένες ατμοσφαιρικές ενδείξεις ή είχαν ήδη προαναγγελθεί με τα εκδιδόμενα σχετικώς από τις αρμόδιες υπηρεσίες (ΕΜΥ) δελτία καιρού, και ο πλοίαρχος δεν λαμβάνει εγκαίρως τις προφυλάξεις που υπαγορεύουν οι κανόνες της ναυτικής τέχνης και η ναυτική πείρα προς εξουδετέρωση του κινδύνου, δεν συνιστά περίπτωση ανώτερης βίας η πρόσκρουση ή σύγκρουση του πλοίου συνεπεία των έντονων αυτών καιρικών φαινομένων (ΕφΠειρ 1003/2003 ΕπΕμπΔ 2004.128, ΕφΠειρ 274/1999 ό.π.). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 926 ΑΚ, καθορίζονται στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Οι περιπτώσεις αυτές είναι τρεις α) κοινή πράξη περισσοτέρων προσώπων, β) παράλληλη ευθύνη περισσοτέρων προσώπων και γ) περιπτώσεις διαζευκτικής αιτιότητας. Στην πρώτη περίπτωση, η ζημία προέρχεται από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ο όρος κοινή πράξη λαμβάνεται με την ευρεία έννοια της αιτιώδους συμπράξεως ή συμμετοχής - με οποιαδήποτε μορφή - στην αδικοπραξία και ειδικότερα, είτε στην τέλεση της πράξεως, είτε στην επαγωγή της ζημίας. Έτσι εμπίπτει στην έννοια αυτή μεταξύ άλλων, και η μορφή συμμετοχής της παραυτουργίας, δηλαδή, η περίπτωση κατά την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα πραγματώνουν με τη συμπεριφορά τους ορισμένη αδικοπραξία, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους καμία συνεννόηση. Τέτοια περίπτωση υπάρχει και όταν από τη σύγκρουση δύο αυτοκινήτων, η οποία οφείλεται σε συνυπαιτιότητα και των δύο οδηγών, τραυματίζεται τρίτο πρόσωπο. Στη δεύτερη περίπτωση της παράλληλης ευθύνης, περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται από το νόμο αυτοτελώς το καθένα, για την αποκατάσταση της ίδιας ζημίας. Η περίπτωση αυτή μπορεί να υπάρχει στο πεδίο της αντικειμενικής, αλλά και της υποκειμενικής ευθύνης. Στην τρίτη περίπτωση η ζημία προήλθε από ανεξάρτητες πράξεις ή παραλείψεις περισσότερων προσώπων, οι οποίες αποτελούν όλες δυνατούς αιτιώδεις όρους επαγωγής της ζημίας, αλλά δεν μπορεί να εξακριβωθεί ποια συγκεκριμένη πράξη προκάλεσε πράγματι τη ζημία ή ποιο το ποσοστό συμβολής της κάθε μιας στην πρόκληση της ζημιάς (ΑΠ 1229/2013 ΧρΙΔ 2014.198. ΑΠ 1958/2009 ΝοΒ 2011.80, ΑΠ 901/2004 ηλ.ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, I. Δεληγιάννη - Π. Κορνηλάκη τ. IΙΙ, έκδ. 1992, σελ. 217, 225, ιδίως 222, 225). Όταν συντρέχει μια από τις πιο πάνω τρεις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 926 ΑΚ, θεμελιώνεται εις ολόκληρον ευθύνη των περισσοτέρων προσώπων, δηλαδή δημιουργείται παθητική ειςολόκληρον ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 481 ΑΚ. Προϋπόθεση όμως της εις ολόκληρον ευθύνης δεν είναι η κοινή εναγωγή από τον ζημιωθέντα περισσότερων προσώπων, φερόμενων ως συνοφειλετών, αλλά η πραγματική συνδρομή των νόμιμων όρων ευθύνης για τον κάθε συνοφειλέτη χωριστά. Εξάλλου, στην περίπτωση που ενάγονται περισσότεροι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι δεν μπορούν να αντιδικούν μεταξύ τους ούτε ως προς την ύπαρξη ούτε ως προς την έκταση της ευθύνης τους. Στη δίκη αποζημίωσης αν εναχθούν περισσότεροι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι δεν μπορούν αυτοί να ζητήσουν από το δικαστήριο να τους προσδιορίσει με την απόφαση του, το βαθμό συμμετοχής τους στο ατύχημα. Αυτό θα κριθεί στα πλαίσια της δίκης αναγωγής μεταξύ των εις ολόκληρον ευθυνόμενων (ΑΠ 1229/2013 ο.π.).


Με την πρώτη κύρια αγωγή, ο ενάγων εκθέτει ότι στον αναφερόμενο σ' αυτήν τόπο και χρόνο, από ατύχημα που προκλήθηκε εντός της θάλασσας, στη μαρίνα της Πάτρας, από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων ιδιοκτητών των εκεί ελλιμενισμένων σκαφών, προκλήθηκαν υλικές ζημιές στο επίσης στην ίδια μαρίνα ελλιμενισμένο σκάφος ιδιοκτησίας του, κατά την πρόσκρουση των σκαφών τους η οποία έγινε υπό τις συνθήκες που αναλυτικά περιγράφονται στην αγωγή. Για την αιτία αυτή, ζητεί μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος (άρθ.223 ΚΠολΔ), με διάταξη προσωρινά εκτελεστή, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας, να του καταβάλουν, για αποζημίωση και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το συνολικό ποσό των 68.589,38 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επέλευση του ατυχήματος, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Η αγωγή αρμόδια καθ' ύλην και κατά τόπο (άρθ. 14παρ.2, 22 ΚΠολΔ) και παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία (άρθ. 208επ. ΚΠολΔ). Είναι ορισμένη (άρθ. 216 παρ.1 ΚΠολΔ), πλην του κατωτέρω αναφερόμενου κονδυλίου αποζημίωσης και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330εδ.β', 346, 481 επ., 914, 932, 926 ΑΚ, 1, 236 ΚΙ ΝΔ, 907, 908 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος περί τοκοδοσίας από την επέλευση του ατυχήματος το οποίο είναι μη νόμιμο και απορριπτέο διότι ο ενάγων δεν επικαλείται προηγούμενη όχληση (άρθ.341 ΑΚ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία της, καθώς καταβλήθηκε το ανάλογο για το αντικείμενο της δικαστικό ένσημο με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το υπ' αριθ. 12877885/2015 διπλότυπα είσπραξης της ΔΟΥ Π Πατρών).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1 στοιχ. α', 291 και 292 ΚΠολΔ, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρων 1846, 1847 και 1858 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι ο αντίδικος του διαδίκου, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης λόγω θανάτου και ο ομόδικος του μπορούν να προκαλέσουν την επανάληψη της, προσκαλώντας τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, για το σκοπό αυτό, με κοινοποίηση δικογράφου. Αυτοί μπορούν να κοινοποιήσουν την πρόσκληση και πριν τη γνωστοποίηση του θανάτου μετά την παρέλευση της προθεσμίας που ορίζεται από το άρθρο 1847 ΑΚ για την αποδοχή ή αποποίηση της κληρονομιάς. Η επανάληψη της δίκης χωρεί αυτοδικαίως τριάντα ημέρες μετά την κοινοποίηση της πρόσκλησης. Η πρόσκληση αυτή γίνεται με κοινοποίηση δικογράφου που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διακοπείσα δίκη {ΑΠ 812/1994 ΕλΔνη 1997, 579, ΕφΑΘ 2732/1987 ΕλΔνη 29, 326, ΕφΘεσ 37/1990 Αρμ 1990, 108, ΕφΛαρ 179/2007 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2007.489). Την παραπάνω πρόσκληση, αναπληρώνει η κλήση προς συζήτηση αγωγής ή ενδίκου μέσου (ΑΠ 866/1977 ΝοΒ 26, 297, ΕφΑθ 2732/1987 ό.π). Στην προκείμενη περίπτωση, με την παραπάνω αίτηση-κλήση του ενάγοντος, νόμιμα επαναλαμβάνεται η δίκη στο πρόσωπο της κληρονόμου του δεύτερου εναγομένου της ανωτέρω κύριας αγωγής (τρίτης εναγομένης της ίδιας αγωγής), για τον οποίο επήλθε κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο συζήτησης της αγωγής στις 18.03.2014, βίαιη διακοπής της δίκης λόγω του επελθόντος θανάτου αυτού στις 06.12.2012 (βλ. το υπ' αριθ. 18790/27.06.2013 πιστοποιητικό της υπ' αριθ. 1261/06.12.2012 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του δήμου Πατρέων) και η οποία κληρονόμος σιωπηρώς αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομιά (βλ. τα 68/01.04.2013 πρακτικά δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης και το 805/27.03.2014 πιστοποιητικό μη αποποίησης κληρονομιάς του Ειρηνοδικείου Πατρών) (άρθ. 286, 291, 292 ΚΠολΔ).

Με την ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή, η τρίτη εναγομένη της κύριας αγωγής, αφού παραθέτει αυτολεξεί το περιεχόμενο της αγωγής, επικαλούμενη έγκυρη και ισχυρή σύμβαση ασφάλισης, ζητεί να παρέμβει υπέρ της η καθής η ανακοίνωση δίκης -προσεπίκληση και παρεμπιπτόντως εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία στην ανοιγείσα με την κύρια αγωγή δίκη και να υποχρεωθεί, με διάταξη προσωρινά εκτελεστή, να της καταβάλει το αιτούμενο με την αγωγή ποσό, άλλως, κάθε ποσό που αυτή θα υποχρεωθεί εκ της ανωτέρω κύριας αγωγής σε περίπτωση που αυτή γίνει δεκτή, να καταβάλει στον ενάγοντα της αγωγής, αποτελούμενο από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή στην κυρίως ενάγουσα. Η ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή, παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 31 ΚΠολΔ) κατά την ίδια τακτική διαδικασία και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των. άρθρων 340, 345, 361 ΑΚ, 1, 26 ν. 2496/1997. 1,8 ν. 2743/1999, 282, 283, 88, 91, 69 παρ.1 περ. ε', 907, 908 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν καθόσον για το αντικείμενο της καταβλήθηκε το ανάλογο δικαστικό ένσημο με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το υπ'αριθ. 12877851/2015 διπλότυπο είσπραξης της ΔΟΥ Γ Πατρών).

Δευτέρα 29 Φεβρουαρίου 2016

ΑΠ 1175/2015 : "Αναγκαστική απαλλοτρίωση, προσδιορισμός αποζημίωσης. ΦΠΑ επί της δικηγορικής αμοιβής"


Περίληψη : "Από τις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντ/τος, 13 και 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, 189 του Κ.Πολ.Δ. και 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων, συνάγεται ότι η αμοιβή την οποία καταβάλλει ο δικαιούχος της αποζημιώσεως που οφείλεται από απαλλοτρίωση στον δικηγόρο του για τη σύνταξη αιτήσεως, ανταιτήσεως, κυρίας παρεμβάσεως ή προτάσεων, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη της αποζημιώσεως, αποτελεί παρακολούθημα της αποζημιώσεως, προσαυξάνει το ποσό της, βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημιώσεως και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος του τελευταίου και να περιέρχεται στον δικαιούχο, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημιώσεως (ΟλΑΠ 17/2000, ΑΠ 502/ 2005). 
Επίσης, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 του Συντάγματος, 1, 2 παρ. 1 περ. α’ , 3, 19 παρ. 1 του Ν. 2859/2000, 62 παρ. 3 του Ν. 3842/2010, σύμφωνα με την οποία δεν απαλλάσσεται πλέον του Φ.Π.Α. η παροχή υπηρεσιών από δικηγόρους και 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, προκύπτει ότι ο ανωτέρω φόρος προστιθέμενης αξίας επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεο σε βάρος του αντισυμβαλλομένου του, ήτοι, στην προκειμένη περίπτωση, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο που παρέχει τις υπηρεσίας του στο δικαιούχο της αποζημίωσης, δηλαδή στον εντολέα του και δικαιούχο της αποζημίωσης, επιπρόσθετα δε ότι βαρυνόμενος κατά νόμο με την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης είναι ο υπόχρεος σε αποζημίωση, ο οποίος υποχρεούται, συνεπώς, να καταβάλει και τον αναλογούντα επί της ως άνω αμοιβής Φ.Π.Α., άλλως θίγεται η πληρότητα της καταβαλλόμενης αποζημίωσης και φαλκιδεύεται αυτή κατά παράβαση της συνταγματικής επιταγής περί καταβολής πλήρους αποζημίωσης".

Αριθμός 1175/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία " Γ. Κ. και Σία ΕΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ι Χ, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 29-1-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομίας (πρώην Οικονομίας και Οικονομικών) και ΥΠΟ.ΜΕ.ΔΙ. (πρώην ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.), που κατοικοεδρεύουν στην ... και τον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδος (πρώην Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας), που κατοικοεδρεύει στη ... το οποίο εκπροσωπήθηκε από την ΣΔ, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2009 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος απαλλοτριώσεως της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο ... και συνεκδικάστηκε με την από 30-10-2009 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, καθώς και με αιτήσεις άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκε η 287/2013 απόφαση του Εφετείου ... την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-6-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 10-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι της από 23-6-2014 και με αριθμό κατάθεσης 35/2014 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 287/2013 αποφάσεως του Εφετείου ... που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων των άρθρων 18 επ. του Ν. 2882/2001. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.