Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Φορολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Φορολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2018

ΔΕφΑθ 4489/17 : Φορολογία - Αναδρομική εφαρμογή του άρθρου 58 παρ. 1 Ν 4174/2014. Αναδρομική εφαρμογή της ευνοϊκότερης διάταξης του άρθρου 58 παρ. 1 του Ν. 4174/14, με αποτέλεσμα τη μείωση του καταλογισθέντος πρόσθετου φόρου.


ΔΕφΑθ 4489/17 : Φορολογία  - Αναδρομική εφαρμογή του άρθρου 58 παρ. 1 Ν 4174/2014. Αναδρομική εφαρμογή της ευνοϊκότερης διάταξης του άρθρου 58 παρ. 1 του Ν. 4174/14, με αποτέλεσμα τη μείωση του καταλογισθέντος πρόσθετου φόρου.  Η εφαρμογή του άρθρου 53 (αναφορικά με την επιβολή τόκων λόγω εκπρόθεσμης καταβολής του φόρου) και συναφώς και του άρθρου 57 (αναφορικά με την επιβολή προστίμου λόγω εκπρόθεσμης καταβολής του φόρου), δεν βρίσκει έδαφος παρά μόνον μετά την απόκτηση του εκτελεστού τίτλου βάσει του οποίου πραγματοποιείται η είσπραξη του φόρου (όπως η εκδιδόμενη οριστική δικαστική απόφαση). Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι : α) το ποσοστό του προσθέτου φόρου ανακρίβειας που προβλέπεται από τη διάταξη της παρ. 1γ’ του άρθρου 58 του ΚΦΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της από το Ν. 4337/2015 και ανέρχεται στο 50% της διαφοράς του κύριου φόρου που προκύπτει, αφού η τελευταία υπερβαίνει το 50% του φόρου που οφειλόταν με βάση τη δήλωση που υπέβαλε η προσφεύγουσα, είναι ευμενέστερη σε σχέση με όλες τις ρυθμίσεις που προηγήθηκαν αναφορικά με τα ποσοστά επιβολής του πρόσθετου φόρου και β) η ανωτέρω ρύθμιση οφείλεται στη μεταβολή των αντιλήψεων του νομοθέτη σχετικά με το ότι ο σκοπός επιβολής του πρόσθετου φόρου μπορεί να επιτευχθεί και με ηπιότερα μέσα, κρίνει ότι η ως άνω διάταξη πρέπει να εφαρμοστεί αναδρομικά, καταλαμβάνουσα και την ένδικη παράβαση. Πρέπει λοιπόν, να γίνουν εν μέρει δεκτές οι συνεκδικαζόμενες προσφυγές και να μεταρρυθμιστούν ανάλογα οι προοβαλλόμενες πράξεις.


ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΝΗΜΑ 6ο – ΤΡΙΜΕΛΕΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 4489/2017

Πρόεδρος: Μ. Τσομπανίκου, Πρόεδρος Εφετών ΔΔ
Eισηγήτρια: Α. Στεφοπούλου, Εφέτης ΔΔ


[...][8]
22. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το ποσό που πρέπει να φορολογηθεί κατά το κρινόμενο οικονομικό έτος ως εισόδημα της προσφεύγουσας από υπηρεσίες ελευθερίων επαγγελμάτων, κατ’ άρθρο 48 παρ. 3 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, πρέπει να προσδιοριστεί, κατά μερική παραδοχή των σχετικών λόγων των προσφυγών, σε 321.191,09 ευρώ (ήτοι, ποσό εμβασμάτων 1.688.345,93 ευρώ, μείον προοδευτικό υπόλοιπο διαθέσιμου κεφαλαίου από χρήση σε χρήση 939.047,85 ευρώ, μείον ποσό που ήδη αναγνωρίζεται με την παρούσα 428.107,01 ευρώ), και το συνολικό φορολογητέο εισόδημά της σε 360,497,84 (ήτοι 321.191,09 συν λοιπά εισοδήματα 40.744,81 ευρώ μείον απαλλασσόμενα 1.438 ευρώ). Ακολούθως, η φορολογητέα βάση για την επιβολή της εισφοράς αλληλεγγύης πρέπει να προσδιοριστεί στο ποσό των 365.798,20 ευρώ.
23. Επειδή, η προσφεύγουσα υπέβαλε ανακριβή δήλωση φόρου εισοδήματος οικον. έτους 2011 (χρήση 2010) και επιβλήθηκε σε βάρος της, με την πρώτη πράξη προσδιορισμού του φόρου (1790/2014), πρόσθετος φόρος ποσού 229.146,27 ευρώ, για τη διαπιστωθείσα κατά τον αρχικό έλεγχο διαφορά κύριου φόρου εισοδήματος ύψους 301.508,25 ευρώ, και με τη δεύτερη (1131/2015) συναφή πράξη, επιπλέον πρόσθετος φόρος 33.079,75 ευρώ για τη διαπιστωθείσα κατά τον νέο έλεγχο διαφορά κύριου φόρου εισοδήματος ύψους 32.431,13 ευρώ Ο πιο πάνω πρόσθετος φόρος υπολογίστηκε σε ποσοστό 76% της προκύπτουσας διαφοράς κύριου φόρου με την πρώτη αναφερόμενη πράξη (δηλ. 2% για κάθε έναν από τους 38 μήνες καθυστέρησης, μέχρι την έκδοση της πράξης αυτής), και σε ποσοστά 102% δηλαδή 2% για κάθε έναν από τους 51 μήνες καθυστέρησης, μέχρι την έκδοση της δεύτερης πράξης). Ακολούθως, ενόψει του ότι προέκυψε κατά τον αρχικό έλεγχο διαφορά εισφοράς αλληλεγγύης του Ν 3986/2011 ύψους 27.981,29 ευρώ, και κατά τον νέο έλεγχο, διαφορά εισφοράς 2.882,77 ευρώ, επιβλήθηκε πρόσθετος φόρος λόγω ανακρίβειας της δήλωσης, ο οποίος ανήλθε σε 20.146,53 ευρώ, με την πρώτη εκδοθείσα πράξη επιβολής της (1791/2014) υπολογιζόμενος σε ποσοστό 72% (δηλ. 2% για κάθε έναν από τους 36 μήνες καθυστέρησης, μέχρι την έκδοση της πράξης αυτής), και σε 2.825,11 ευρώ, με την επακολουθήσασα νέα πράξη (1132/2015), υπολογιζόμενος σε ποσοστό 98% (δηλαδή 2% για κάθε έναν από τους 49 μήνες καθυστέρησης). Ήδη με τις συνεκδικαζόμενες προσφυγές της η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι πρέπει, κατ’ εφαρμογή της αρχής της αναδρομικής εφαρμογής της ευνοϊκότερης κύρωσης, να εφαρμοστεί στην περίπτωσή της, το άρθρο 53 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.
24. Επειδή, όπως έχει κριθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας (2460/1981, 1525/1955), ο κύριος σκοπός των διατάξεων των φορολογικών νόμων, με τις οποίες επιβάλλεται πρόσθετος φόρος ή προσαύξηση σε βάρος του παραλείποντος την υποβολή της φορολογικής δήλωσης ή του υποβάλλοντος ανακριβή δήλωση, είναι ο, επ’ απειλή οικονομικής κύρωσης, εξαναγκασμός σε ταχεία και ακριβή συμμόρφωση προς τη σχετική υποχρέωσή του. Όταν, όμως, ο νομοθέτης, μεταβάλλοντας αντιλήψεις, κρίνει ότι ο σκοπός αυτός δύναται να επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα, τότε ελέγχεται όχι μόνον ως άσκοπη και αδικαιολόγητη, αλλά και ως αντίθετη κατ’ αρχήν προς τη νεότερη νομοθετική βούληση η επιβολή των παλαιότερων αυστηρότερων κυρώσεων, οι οποίες υπερβάλλουν το μέτρο, το οποίο ήδη κρίνεται από τον νομοθέτη ως αναγκαίο. Στις περιπτώσεις αυτές, ειδικώς, κατ’ εξαίρεση του γενικού κανόνα περί μη αναδρομικότητας του νόμου, υπάρχει τεκμήριο αναδρομικής εφαρμογής του νέου ηπιότερου νόμου και επί εκκρεμών υποθέσεων, τεκμήριο το οποίο μόνο με σαφή αντίθετη διάταξη δύναταί να ανατραπεί . Εξάλλου, με την 2031/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, κρίθηκε ότι, η αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ηπιότερης, ως προς την επιβολή κυρώσεων, διάταξης, έχει συνταγματική βάση, ως απορρέουσα από την αρχή της αναλογικότητας, ενώ τέλος, με την 459/2013 απόφαση της Ολομέλειας του ίδιου Δικαστηρίου, κρίθηκε ότι η πιο πάνω αρχή δεν έχει εν πάση περιπτώσει έδαφος εφαρμογής όταν η μεταγενέστερη ηπιότερη νομοθετική ρύθμιση υπαγορεύθηκε όχι από μεταβολή «επί το επιείκέστερον» των σχετικών αξιολογήσεων του νομοθέτη, αλλά από άλλους λόγους (βλ. ΣτΕ 2402/2016 παραπ. στην 7μελή σύνθεση, η οποία όμως δεν επιλήφθηκε του θέματος αυτού με τη 1102/2017 απόφασή της, λόγω αναίρεσης της παραπεμπτικής για άλλο θέμα).

Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2017

ΔΕφΑθ 2979/17 : Φορολογία κληρονομίας - Μετοχές - Τρόπος προσδιορισμού φορολογικής αξίας - Αντισυνταγματικότητα


Φορολογία κληρονομίας - Μετοχές - Τρόπος προσδιορισμού φορολογικής αξίας  - Αντισυνταγματικότητα.  
Με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν. 3091/2002, με την οποία προστέθηκε παρ. 4 στο άρθρο 12 του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών (Ν. 2961/2001), παρασχέθηκε στον Υπουργό των Οικονομικών, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του ιδίου νόμου, νομοθετική εξουσιοδότηση για «αντικειμενικό» προσδιορισμό της αξίας, μεταξύ άλλων, των μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο μετοχών, ώστε να καθίσταται εκ των προτέρων ευχερής ο προσδιορισμός της φορολογητέας επιβάρυνσης από τους φορολογούμενους και να εδραιωθεί το αίσθημα εμπιστοσύνης αυτών προς τις φορολογικές αρχές. Όμως, η εν λόγω ρύθμιση, με την οποία προβλέπεται ότι ο τρόπος προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των κληρονομουμένων μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο μετοχών, θα καθοριστεί κατ’ εξουσιοδότηση, με την έκδοση σχετικής υπουργικής απόφασης είναι αντίθετη προς τους ορισμούς των συνταγματικών διατάξεων (αρ.78 παρ. 1,2 και 43 του Σ.), γιατί καθιστά ανεπιτρέπτως τον προσδιορισμό του αντικειμένου της φορολογίας αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρη. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο κρίνει ότι μη νόμιμα καταλογίστηκε σε βάρος του προσφεύγοντος ο ένδικος φόρος. Δέχεται την προσφυγή.


ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΡΙΜΕΛΕΣ – ΤΜΗΜΑ 4ο
ΑΡΙΘΜΟΣ 2979/2017

Πρόεδρος: Μ. Καλαϊντζή, Πρόεδρος Εφετών ΔΔ
Eισηγήτρια: Ε. Λεοντάρη, Εφέτης ΔΔ

[...] 2. Επειδή, κατά μεν την παράγραφο 1 του άρθρου 78 του Συντάγματος, «Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος», κατά δε την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου «Το αντικείμενο της φορολογίας, ο φορολογικός συντελεστής, οι απαλλαγές ή εξαιρέσεις από τη φορολογία... δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης...». Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 43 του Συντάγματος, «Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της. Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, «ειδικότερα θέματα», για τη ρύθμιση των οποίων επιτρέπεται η νομοθετική εξουσιοδότηση σε άλλα πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας όργανα της Διοίκησης, αποτελούν μερικότερες περιπτώσεις θεμάτων που ρυθμίζονται ήδη, σε γενικό έστω, αλλά πάντως ορισμένο πλαίσιο, στο ίδιο το κείμενο του τυπικού νόμου (πρβλ. ΣτΕ 4953/2012, Ολ 2815/2004, κ.ά.).
3. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 3 του Ν 2961/2001 «Κύρωση του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία» (ΦΕΚ Α’ 266/22.11.2001), ορίζεται ότι: «1. Σε φόρο υποβάλλεται: α) ... ε) οι μετοχές, οι ιδρυτικοί τίτλοι και τα εταιρικά μερίδια των κάθε φύσεως εταιριών που εδρεύουν στην Ελλάδα ...» και στο άρθρο 12 ότι: «1. ... 2. Για τον προσδιορισμό της αξίας μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο μετοχών λαμβάνονται υπόψη και συνεκτιμώνται πράξεις μεταβίβασης μετοχών της επιχείρησης μέσα στο τελευταίο πριν από το θάνατο του κληρονομουμένου εξάμηνο, καθώς επίσης και η εσωτερική αξία τους που βρίσκεται με διαίρεση της καθαρής θέσης της επιχείρησης διά του αριθμού των μετοχών. Η εσωτερική αυτή αξία μπορεί να αυξομειώνεται από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, ο οποίος λαμβάνει υπόψη ιδίως: τα κέρδη που διανεμήθηκαν μέσα στην τελευταία πενταετία, τη φήμη και πελατεία της επιχείρησης και κάθε άλλο πρόσφορο στοιχείο, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στη διαμόρφωση της αγοραίας αξίας τους. Ανάλογα με τον αριθμό των μετοχών που περιέρχονται σε καθένα κληρονόμο ή κληροδόχο, σε σχέση με το σύνολο των μετοχών της εταιρίας, μπορεί ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας να αυξομειώνει ανάλογα τη συνολική αξία αυτών. 3. Για τους λοιπούς μη εισηγμένους στο χρηματιστήριο τίτλους κινητών αξιών καθώς και για συμμετοχές σε εταιρίες ή συνεταιρισμούς ο προσδιορισμός της αξίας αυτών γίνεται με βάση κάθε αποδεικτικό στοιχείο και εφαρμόζονται ανάλογα τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο». Στο παραπάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 4, με την παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν 3091/2002 «Βελτιώσεις Φορολογίας Εισοδήματος, Κεφαλαίου, ΦΠΑ - Επενδύσεις κ.λπ.» (ΦΕΚ Α΄ 330/24.12.2002), στην οποία ορίζεται ότι: «Α. Για την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3, με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της φορολογητέας αξίας: α) των μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο μετοχών, λαμβάνοντας υπόψη αποτελέσματα από τους τελευταίους πριν από τη μεταβίβαση ισολογισμούς και την απόδοση των ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης και β) ολόκληρης επιχείρησης, μερίδων ή μεριδίων και ποσοστών συμμετοχής, λαμβάνοντας υπόψη τα καθαρά κέρδη των τελευταίων πέντε (5) ετών, την αμοιβή του επιχειρηματία, το επιτόκιο των εντόκων γραμματίων του Δημοσίου ετήσιας διάρκειας και τα έτη λειτουργίας της. Εκτός των ανωτέρω μεγεθών, λαμβάνεται υπόψη και κάθε άλλο στοιχείο που επηρεάζει αυξητικά ή μειωτικά την αξία. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται ο χρόνος έναρξης της ισχύος αυτής, καθώς και κάθε άλλο θέμα που αφορά την εφαρμογή τους. Οι διατάξεις των παρ. 3, 4 και 5 της ενότητας Β του άρθρου 10 του παρόντος εφαρμόζονται ανάλογα ...».
4. Επειδή, εξάλλου, κατ’ εξουσιοδότηση της προαναφερόμενης διάταξης, εκδόθηκε η 1031583/253/Α0013 (ΦΕΚ Β’ 477/21.4.2003) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, στην οποία ορίζονται τα ακόλουθα: «Άρθρο μόνο: Ι. Κατά τη μεταβίβαση αιτία θανάτου, δωρεάς ή γονικής παροχής ολόκληρης επιχείρησης εταιρικών μερίδων ή μεριδίων και μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο μετοχών, στην υποβαλλόμενη δήλωση φόρου αναγράφεται η φορολογητέα αξία αυτών η οποία προσδιορίζεται ως ακολούθως: Α. ... Β. ... Ε. ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΑΣ ΑΞΙΑΣ ΜΗ ΕΙΣΗΓΜΕΝΩΝ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΜΕΤΟΧΩΝ. 1. Η φορολογητέα αξία των μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο μετοχών εξευρίσκεται ως ακολούθως: Τα ίδια κεφάλαια της εταιρίας, που υπάρχουν την προηγούμενη ημέρα εκείνης κατά την οποία γεννιέται η φορολογική υποχρέωση, προσαυξάνονται με την απόδοση των ιδίων κεφαλαίων των πέντε (5) τελευταίων διαχειριστικών περιόδων πριν από τη μεταβίβαση. Στο αποτέλεσμα που προκύπτει προστίθεται υφιστάμενη διαφορά μεταξύ της αξίας των παγίων περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, και της εμφανιζόμενης στα βιβλία αξίας κτήσης αυτών, αν η δεύτερη είναι μικρότερη της πρώτης. Το αποτέλεσμα αυτό, διαιρούμενο διά του αριθμού των υφιστάμενων, κατά την προηγούμενη ημέρα εκείνης κατά την οποία γεννιέται η φορολογική υποχρέωση, μετοχών αποτελεί τη φορολογητέα αξία αυτών. 2. Για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου, ως ίδια κεφάλαια λαμβάνεται το άθροισμα των οριζομένων στην περίπτωση 6 της παραγράφου 4.2.200 του ΕΓΛΣ κονδυλίων, που εμφανίζονται στον τελευταίο, πριν από το χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, επίσημο ισολογισμό, και των αυξήσεων (ή μειώσεων) κεφαλαίου που μεσολάβησαν μέχρι την προηγούμενη ημέρα εκείνης κατά την οποία γεννιέται η φορολογική υποχρέωση. 3. Ως απόδοση ιδίων κεφαλαίων λαμβάνεται ο λόγος του μέσου όρου των ολικών αποτελεσμάτων εκμετάλλευσης (προ φόρων) των πέντε τελευταίων ισολογισμών, πριν από το χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, και του μέσου όρου των ίδιων κεφαλαίων της αυτής χρονικής περιόδου. Στην περίπτωση που υπάρχουν λιγότεροι των πέντε (5) ισολογισμοί, λαμβάνονται υπόψη οι μέσοι όροι των ολικών αποτελεσμάτων εκμετάλλευσης και των ιδίων κεφαλαίων των ισολογισμών αυτών. Αν το άθροισμα αυτών των αποτελεσμάτων είναι αρνητικό, τότε δεν λαμβάνεται καμία απόδοση των ιδίων κεφαλαίων. 4... II. 1. Οι διατάξεις της παρούσας εφαρμόζονται στις υποθέσεις φορολογίας κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών: α) στις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννιέται από την 24η Δεκεμβρίου 2002 και μεταγενέστερα ...».
5. Επειδή, με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν 3091/2002, με την οποία προστέθηκε παράγραφος 4 στο άρθρο 12 του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών κ.λπ. (Ν 2961/2001), παρασχέθηκε στον Υπουργό των Οικονομικών, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του ιδίου νόμου, νομοθετική εξουσιοδότηση για «αντικειμενικό» προσδιορισμό της αξίας, μεταξύ άλλων, των μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο μετοχών, ώστε να καθίσταται εκ των προτέρων ευχερής ο προσδιορισμός της φορολογητέας επιβάρυνσης από τους φορολογούμενους και να εδραιωθεί το αίσθημα εμπιστοσύνης αυτών προς τις φορολογικές αρχές. Όμως, η εν λόγω ρύθμιση, με την οποία προβλέπεται ότι ο τρόπος προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των κληρονομουμένων μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο μετοχών, θα καθοριστεί κατ’ εξουσιοδότηση, με την έκδοση σχετικής υπουργικής απόφασης είναι αντίθετη προς τους ορισμούς της πιο πάνω συνταγματικής διάταξης, γιατί καθιστά ανεπιτρέπτως τον προσδιορισμό του αντικειμένου της φορολογίας αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρη (πρβλ. ΣτΕ 2376/2013, 4953/2012, Ολ 737/2011, ΔΕΑ 399/2014, 3647/2012).