Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #εντολή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #εντολή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020

ΣυμβΕφΑθ 29/2020 : "Προσφυγή κατ’ απευθείας κλήσης στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων κατηγορούμενου Δικηγόρου κατ’ άρθρο 323 ΚΠοινΔ. Αρμοδιότητα Συμβουλίου Εφετών. Αποδοχή προσφυγής, κρίση ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά του δικηγόρου που κατέθεσε μηνυτήρια αναφορά, κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Νομικού Προσώπου εντολέως του, καθόσον αυτή έγινε σε εκτέλεση εντολής, την οποία είχε υποχρέωση να εκπληρώσει κατά τις διατάξεις των άρθρων 36 και 37 του Κώδικα Δικηγόρων"


ΑΡΙΘΜΟΣ 29/2020
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΦΕΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αννα Φωτοπούλου -Ιωάννου, Πρόεδρο Εφετών, Παναγιώτα ΓΙασσίση και Ευθυμία Νικολάου - Εισηγήτρια, Εφέτες.
Συνήλθε στο ειδικό δωμάτιο διασκέψεων στις 9 Ιανουαρίου 2020. Στη συνεδρίαση παραστάθηκε και η Γραμματέας Ευγενία Καλλιντέρη.
Η Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με το υπ' αριθ. ... κλητήριο θέσπισμά της, κάλεσε τον κατηγορούμενο ... να εμφανισθεί αυτοπροσώπως ενώπιον του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που συνεδριάζει στο ακροατήριο στις ... του μήνα ... ημέρα ... και ώρα 9η π.μ., για να δικασθεί για τις πράξεις: α) της ψευδούς καταμήνυσης και β) της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση (άρθρα 1, 14, 18, 26, 27, 94, 98, 229 παρ. 1, 363 -362 του προϊσχύσαντος Π.Κ.), πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν στην Αθήνα, η μεν πρώτη πράξη στις 3 Φεβρουαρίου 2015, η δε δεύτερη εξακολουθητικούς στις 3 Φεβρουαρίου 2015 καιστις 13 Φεβρουαρίου 2015, σε βάρος του εγκαλούντος....
Κατά του παραπάνω κλητήριου θεσπίσματος, ο ανωτέρω κατηγορούμενος .... άσκησε την από 10ης Δεκεμβρίου 2019 και με Αριθμό Προσφυγής ./2019 προσφυγή του, με την οποία ζήτησε την ακύρωση του προσβαλλόμενου κλητήριου θεσπίσματος και την απαλλαγή του από τις παραπάνω κατηγορίες.
Η παραπάνω προσφυγή, μαζί με τη σχετική δικογραφία, εισάγονται προς το Συμβούλιο τούτο με τη με αριθμό 1883/2019 πρόταση της Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών Ουρανίας Γ. Σταθέα, η οποία έχει ως εξής:

"Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 323 ΚΠΔ την με αριθμό ./2019 προσφυγή κατά της απευθείας κλήσεως, του παραπεμπόμενου ενώπιον το» Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για πλημμελήματα) ... μαζί με την σχετική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:
Ο ανωτέρω, με το υπ' αριθ. ... κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών που επιδόθηκε σε αυτόν στις 04-12-2019 (βλ. το με ίδια ημερομηνία αποδεικτικό επιδόσεως της ... επιμελήτριας της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών) παραπέμφθηκε ενώπιον του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για πλημμελήματα) για να δικασθεί, κατά την δικάσιμο της ... για α) ψευδή καταμήνυση και β) συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση (άρθρα 1, 14,18, 26, 27, 94, 98, 229 § 1, 3636-362 του προϊσχύσαντος ΠΚ), που φέρονται ότι τελέσθηκαν η μεν πρώτη πράξη στις 3-2-2015, η δε δεύτερη εξακολουθητικώς στις 3-2-2015 και στις 13-2-2015, σε βάρος του εγκαλούντος ... κατά τα ειδικότερον αναφερόμενα στο άνω κλητήριο θέσπισμα. 
Κατά του προαναφερομένου κλητηρίου θεσπίσματος, ο κατηγορούμενος άσκησε νομοτύπως, δηλαδή δια δηλώσεως στον αρμόδιο γραμματέα της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών και για την οποία (δήλωση) συντάχθηκε έκθεση η οποία υπογράφηκε από τον προσφεύγοντα-κατηγορούμενο που έκανε την δήλωση και από την γραμματέα που την δέχτηκε (συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 323, 322 § 2 εδ. α' και 474 § 1 ΚΠΔ), και εμπροθέσμως, εντός δηλαδή δέκα ημερών από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσμστος, που έλαβε χώρα, ως προαναφέρθηκε, στις 04-12-2019 και η προσφυγή ασκήθηκε στις 10-12-2019, την υn' αριθμ. ./2019 προσφυγή και συνεπώς αρμοδίως φέρεται αυτή προς κρίση ενώπιον του Συμβουλίου Σας.
Από την διάταξη του άρθρου 323 ΚΠΔ, που έχει τίτλο «Προσφυγή προσώπων ιδιάζουσας δωσιδικίας», όπως το εδ. β' αυτού αντικαταστάθηκε με το άρ. 7 παρ. 35 β' του Ν. 4637/2019, ορίζεται, ότι ο κατηγορούμενος που κλητεύθηκε με κλητήριο θέσπισμα απευθείας στο ακροατήριο του τριμελούς εφετείου σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 111 έχει δικαίωμα να προσφύγει στο αρμόδιο συμβούλιο εφετών μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στην παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου, δηλαδή «μέσα σε δέκα ημέρες από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος». Η προσφυγή υποβάλλεται στον γραμματέα της εισαγγελίας εφετών ή στα όργανα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του προηγούμενου άρθρου και ως προς τις διατυπώσεις της εφαρμόζονται οι παράγραφοι 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου, ανάμεσα στις οποίες είναι κατ’ αυτή του άρθρου 474, ως προς τις διατυπώσεις άσκησης της προσφυγής, καθώς και αυτή της κατάθεσης παραβόλου υπέρ του δημοσίου ποσού 150 ευρώ. Το συμβούλιο εφετών έχει υποχρέωση να αποφασίσει μέσα σε δέκα ημέρες από τότε που υποβλήθηκε η έκθεση προσφυγής μαζί με την σχετική πρόταση του εισαγγελέα εφετών, και μπορεί: α) να απορρίψει την προσφυγή, β) να κάνει δεκτή την προσφυγή, εκδίδοντας βούλευμα με το οποίο αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη ή κηρύσσει αυτήν απαράδεκτη, γ) να προβεί σε μία από τις παραπάνω ενέργειες, αφού προηγουμένως διατάξει προανάκριση για τη συμπλήρωση του   αποδεικτικού υλικού, με τη διενέργεια συγκεκριμένων ανακριτικών πράξεων. Το συμβούλιο αποφαίνεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό. Το βούλευμα του συμβουλίου εφετών που απορρίπτει την προσφυγή επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155 κ.ε. στον κατηγορούμενο. Αν από την επίδοση του βουλεύματος έως την δικάσιμο που ορίστηκε αρχικά μεσολαβεί τουλάχιστον το μισό της προθεσμίας που ορίστηκε για κλήτευση ο κατηγορούμενος έχει υποχρέωση να εμφανιστεί κατά τη δικάσιμο αυτή για να δικαστεί χωρίς άλλη κλήτευση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο δια της προσφυγής κλητήριο θέσπισμα, ο προσφεύγων-κατηγορούμενος παραπέμφθηκε για να δικαστεί για ψευδή καταμήνυση, συνισταμένη στο ότι στις 3-2-2015 εν γνώσει του κατεμήνυσε ψευδώς τον εγκαλούντα ... και δη ότι κατήγγειλε αυτόν με την από 3-2-2015 μήνυση του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών για αυτεπαγγέλτως διωκόμενα εγκλήματα, όπως απιστίας, παράβασης καθήκοντος και αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης, και δη ότι αυτός (εγκαλών) μετείχε παράνομα στη συνεδρίαση της ... στην οποία αποφασίστηκε παράνομα, με την ... απόφαση, η επιστροφή ποσού ... ευρώ προς τους ... ενώ έπρεπε να αυτοεξαιρεθεί, λόγω της σχέσης του με τους ... οι οποίοι δραστηριοποιούνταν εντός του ... στο οποίο ο εγκαλών διετέλεσε ... και ότι, με την μη αυτοεξαίρεσή του, αλλά και με την προσπάθεια συγκαλύψεως του θέματος δια της μη χορήγησης αντιγράφου των πρακτικών, επωφελήθησαν παράνομα οι άνω ... με βλάβη του δημοσίου συμφέροντος και των σκοπών της κοινωνικής ασφάλισης. Επίσης, ο προσφεύγων παραπέμφθηκε να δικαστεί και για συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση, συνισταμένη στο ότι στις 3-2-2015 ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα τα ανωτέρω γεγονότα τελώντας εν γνώσει της αναληθείας αυτών και τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, αλλά και στις 13-2-2015, σε συνέχεια της ανωτέρω μήνυσης-καταγγελίας, ισχυρίστηκε και πάλι, εξακολουθητικά δηλαδή, ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, ότι ο εγκαλών εξακολουθεί να συγκαλύπτει την κατά τα άνω παράνομη πράξη του.

Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2018

ΕφΛαρ 11/17 : Τράπεζες - Ευθύνη - Μη άμεση εκτέλεση εντολής - ''Κούρεμα καταθέσεων'' - Ζημία. Σύμβαση κατάθεσης χρημάτων σε Τράπεζα - Έννοια εμβάσματος


ΕφΛαρ 11/17 : Τράπεζες - Ευθύνη - Μη άμεση εκτέλεση εντολής - ''Κούρεμα καταθέσεων'' - Ζημία. Σύμβαση κατάθεσης χρημάτων σε Τράπεζα - Έννοια εμβάσματος. Μη άμεση εκτέλεση εντολής μεταφοράς χρημάτων από τράπεζα της Κύπρου σε κατάστημα της ίδιας στην Ελλάδα, με συνέπεια τη ζημία του εντολέα, καθώς μεσολάβησε στο επίμαχο χρονικό διάστημα της καθυστέρησης, κούρεμα των καταθέσεων - Εξαιτίας λοιπόν, της μη εμπρόθεσμης εκτέλεσης της μεταφοράς αυτής και πίστωσης του λογαριασμού του δικαιούχου πρώτου ενάγοντος και των λοιπών εναγόντων - συνδικαιούχων ήδη του λογαριασμού, η οποία με βάση τη σύμβαση ήταν άμεσα εκτελεστέα, η τράπεζα κατέστη υπερήμερη σχετικά με την εκτέλεση αυτής μέσα στον απαιτούμενο χρόνο, μετά την πάροδο του οποίου η αποστολή των χρημάτων δεν εξυπηρετεί πλέον κανένα σκοπό (από 1.11.2013 ο επίμαχος λογαριασμός έπαυσε να προσφέρει την δυνατότητα μεταφοράς κεφαλαίων από και προς την Κύπρο) και η εναγομένη τράπεζα οφείλει να αποκαταστήσει κάθε ζημία του εντολέα πρώτου ενάγοντος και των λοιπών εναγόντων ως συνδικαιούχων του λογαριασμού από τη μη εκπλήρωση της σύμβασης.  Η ζημία συνίσταται στο χρηματικό ποσό το οποίο θα πιστώνονταν στον κοινό λογαριασμό των εναγόντων εάν είχε εκτελεστεί άμεσα η εντολή και στους νομίμους τόκους υπερημερίας.



ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 11/2017

Πρόεδρος: Κ. Αλεβιζοπούλου, Πρόεδρος Εφετών
Εισηγήτρια: Β. Πάπαρη

[...] 3. Το άρθρο 1 του Ν 5638/1932, όπως ισχύει μετά το ΝΔ 951/1971 και το άρθρο 2 του ΝΔ της 17 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ΑΕ», ρυθμίζουν τα θέματα της κατάθεσης χρημάτων σε τράπεζες υπέρ τρίτου και σε κοινό λογαριασμό στο όνομα δύο ή περισσότερων, ορίζοντας ταυτόσημα ότι αυτοί για τους οποίους έγινε η κατάθεση γίνονται, αμέσως μετά απ’ αυτήν, δικαιούχοι των χρημάτων που κατατέθηκαν. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 411, 806, 822 και 830 ΑΚ συνάγεται ότι η σύμβαση κατάθεσης χρημάτων σε Τράπεζα, ανεξάρτητα αν γίνεται υπέρ του καταθέτη, τρίτου ή σε κοινά λογαριασμό, συνάπτεται με τη μεταβίβαση της κυριότητας των χρημάτων από τον καταθέτη στην Τράπεζα (RE) και ταυτόχρονη πληρεξουσιότητα προς αυτή να αποδώσει, τα κατατεθέντα στο δικαιούχο. Συνέπεια της παραπάνω λειτουργίας είναι ότι μετά την κατάθεση, αποκόπτεται κάθε δεσμός μεταξύ καταθέτη και κατάθεσης, δικαιούχος της οποίας είναι αυτός υπέρ του οποίου έγινε, η δε Τράπεζα, από τότε που με την παράδοση έγινε κυρία των χρημάτων (ΑΚ 1034), έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλει στον δικαιούχο όταν της ζητηθεί. Η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση συνήθους για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, έχει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, επί της οποίας η θεματοφύλακας τράπεζα οφείλει σε περίπτωση αμφιβολίας, αφενός μεν να αποδώσει τα χρήματα, αν τα απαιτεί ο παρακαταθέτης και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξή τους (άρθρα 830 παρ. 1 εδ. α' και 827 του ΑΚ), αφετέρου δε να καταβάλει νομίμους τόκους επί του οφειλόμενου ποσού από την όχλησή της (άρθρα 340, 431, 345 και 346 ΑΚ), η οποία είναι οιονεί δικαιοπραξία και μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τύπο ακόμη και σιωπηρά, αρκεί να προκύπτει με τη σαφή πρόσκληση καταβολής, μεταξύ των άλλων, το είδος και το ποσό της αξιούμενης παροχής (ΑΠ 1220/2014, ΑΠ 980/2014, ΑΠ 1402/2012 Nomos, ΑΠ 322/1989 ΕΕΝ 1990, 75, ΑΠ 1547/1986 ΝοΒ 35, 1040, ΣυμπλΒασΝομ 1993, 577, ΕφΛαρ 390/2001 Nomos). Συναφώς, η άρνηση της Τράπεζας να αποδώσει στον παρακαταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσης, ακόμα κι αν είναι αυθαίρετη, συνιστά αθέτηση συμβάσεως και όχι καθαυτή αδικοπραξία, με την έννοια των άρθρων 914 επ. ΑΚ, με αποτέλεσμα να μη γεννά, πέρα από τις αξιώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση και αξίωση αποζημίωσής του, εκτός αν η υπαίτια πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάστηκε η ενοχική σύμβαση, λαμβάνουσα χώρα και χωρίς τη συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλεται από το νόμο να μη ζημιώνει κανείς άλλον υπαίτια (ΕφΛαμ 27/2013 Nomos). Η τράπεζα δικαιούται κατ’ άρθρο 1000 ΑΚ, να διαθέσει τα κατατεθειμένα σ’ αυτή χρήματα «κατ’ αρέσκεια», χωρίς ο νόμιμος εκπρόσωπος ή ο αρμόδιος υπάλληλος της να υποπίπτει στο αδίκημα της υπεξαίρεσής τους, το οποίο διαπράττει μόνο αυτός που ιδιοποιείται παρανόμως ξένο κινητό πράγμα. Επομένως και αν ακόμη η τράπεζα αρνείται ν' αποδώσει στον καταθέτη κατά τον προσήκοντα χρόνο, τα κατατεθειμένα χρήματα, ο καταθέτης δεν έχει εναντίον της την κατ’ άρθρο 914 επ. ΑΚ αξίωση για αποζημίωση από την υπεξαίρεση, αλλά μόνο την αγωγή από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης κατ' άρθρα 806, 822 και 830 ΑΚ, δεδομένου ότι η αδικοπραξία από τον τρίτο τελείται σε βάρος της Τράπεζας (ΑΠ 929/2009 Nomos, ΑΠ 1122/2005 ΝοΒ 2006, 196, ΑΠ 830/2003 ΕλλΔνη 45, 176, ΑΠ 1083/1991 Nomos). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η κατά της τράπεζας αγωγή με την οποία ζητείται από τον καταθέτη το ποσόν της καταθέσεώς του, δεν δύναται να έχει άλλη βάση πλην της εκ της ανωμάλου παρακαταθήκης, όχι δε και εξ αδικοπραξίας, διότι η τράπεζα, ακόμη και αν αυθαίρετα παρακρατεί το ποσόν της καταθέσεώς, δεν αδικοπραγεί κατά τα προεκτεθέντα. Για τη θεμελίωση της από την ανωτέρω διάταξη ευθύνης δεν απαιτείται να προέβη ο υπαίτιος στην ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον παθόντα, αλλά αρκεί και η γνώση αυτού ότι η επέλευση ζημίας στον άλλον ήταν ενδεχόμενη και παρά ταύτα αυτός δε θέλησε να απόσχει από την πράξη ή την παράλειψη που προκάλεσε την ζημία (ΑΠ 356/2013, ΑΠ 1652/2006, ΑΠ 1122/2005, ΕφΘεσ 1599/2004 Nomos). Εξάλλου, η χρηματική κατάθεση σε κοινό λογαριασμό στο όνομα δύο ή περισσότερων, συνιστά περίπτωση συμβατικής ενεργητικής ενοχής εις ολόκληρον (ΑΚ 489, βλ. ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρα 489-490, σελ. 694, παρ. 4, ΑΠ 246/1992 ΕλλΔνη 1993, 1311, ΕφΑθ 4725/2001 ΕλλΔνη 2003, 254). Σύμφωνα δε με το άρθρο 492 ΑΚ, το πταίσμα ενός συνδανειστή κατά κανόνα δεν βλάπτει τους υπολοίπους. Το πταίσμα του οφειλέτη ενεργεί επίσης υποκειμενικά, παράγει δηλαδή ευθύνη του μόνο προς το συνδανειστή έναντι του οποίου συνέτρεξε, ενώ οι λοιποί δικαιούνται την αρχική παροχή. Όσον αφορά στην αδυναμία παροχής, ενεργεί κατ' αρχήν υποκειμενικά, εξαίρεση όμως πρέπει να υπάρξει επί αντικειμενικής αδυναμίας και επί υποκειμενικής, η οποία όμως επήλθε προς όλους τους δανειστές. Στις μορφές αυτές δεν θα ήταν ορθό να περιορίζεται η ενέργεια σε συγκεκριμένο δανειστή, αφού η εκπλήρωση είναι αδύνατη απέναντι σε όλους. Σε περίπτωση υπαίτιας αδυναμίας, ολικής ή μερικής, ο οφειλέτης θα ευθύνεται εις ολόκληρον προς αποζημίωση όλων των δανειστών, δηλαδή η παροχή αντικαθίσταται από υποχρέωση αποζημίωσης. Επί αδυναμίας οφειλόμενης σε υπαιτιότητα ενός δανειστή, απαλλάσσεται ο οφειλέτης έναντι πάντων (βλ. για την αδυναμία Μπαλή, Ενοχ. Δ., παρ. 185, άρθρα 3-4). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν 3601/2007, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με την παρ. 1 άρθρου 83 του Ν 3862/2010 και πριν την κατάργησή του με το Ν 4261/2014,στις δραστηριότητες των πιστωτικών ιδρυμάτων περιλαμβάνονται και οι «υπηρεσίες πληρωμών», περιλαμβανομένης της μεταφοράς κεφαλαίων. Εξάλλου, η εντολή του πελάτη προς την τράπεζά του να μεταφέρει το καθορισμένο κεφάλαιο στο δικαιούχο και να του το παραδώσει στο υποκατάστημά της στον τόπο της πληρωμής, εκτελείται με έμβασμα. Ο κλασικότερος ορισμός για την έννοια του εμβάσματος είναι η διατόπια αποστολή χρήματος που καταβάλλεται τοις μετρητοίς σε ορισμένο δικαιούχο μέσω τράπεζας. Ο πελάτης δίνει εντολή στην τράπεζα να παραδώσει ένα προσυμφωνημένο ποσό στο δικαιούχο και το υποκατάστημα στον τόπο πληρωμής.