ΕφΑθ 4622/18 : Τράπεζες - Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα. Αποζημίωση απόλυσης - Συμψηφισμός - Αναστολή. Ν.3869/10 - Συλλογικός ο χαρακτήρας της διαδικασίας του Νόμου - Εκτείνεται και καταλαμβάνει όλη την περιουσία του οφειλέτη και όλους τους πιστωτές - Στα πλαίσια αυτά, μετά την κατάθεση της αίτησης και πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της προσωρινής διαταγής που διατάσσει την αναστολή των διώξεων στην περιουσία του οφειλέτη και τη διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του, δεν είναι επιτρεπτός ο μονομερής συμψηφισμός από πλευράς κάποιου των δανειστών της απαίτησης που έχει σε βάρος του οφειλέτη με ανταπαίτηση του τελευταίου, οι προϋποθέσεις του οποίου γεννήθηκαν μετά την ως άνω αναστολή, καθόσον με τον εν λόγω μονομερή συμψηφισμό, που συνιστά δραστική επέμβαση στην περιουσία του οφειλέτη και επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης των δανειστών με την προνομιακή ικανοποίηση της απαιτήσεως ενός δανειστή έναντι των λοιπών. Περίπτωση μη καταβολής του ποσού της αποζημιώσεως απόλυσης του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος - πρώην υπαλλήλλου της δανείστριας τράπεζας -, το οποίο ποσό η εν λόγω τράπεζα συμψήφισε μονομερώς με ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της από δανειακές συμβάσεις που είχαν συναφθεί μεταξύ τους. Ισχυρισμός του ενάγοντος περί παράνομου συμψηφισμού εκ μέρους της εναγομένης τράπεζας, διότι έλαβε χώρα ενώ ήδη είχε εκδοθεί προσωρινή διαταγή, η οποία κι εκδόθηκε κατόπιν αιτήματος του και στο πλαίσιο αιτήσεώς του προκειμένου να υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση των οφειλών των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Κρίθηκε λοιπόν, ότι ο ανωτέρω μονομερής συμψηφισμός είναι ανίσχυρος και άκυρος και δεν επέφερε απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων. Δεκτή η έφεση ως κατ' ουσία βάσιμη, όπως και η αγωγή
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 4622/2018
Η υπό κρίση από 22.6.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ...2015 έφεση, κατά της με αριθμό 858/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των εργατικών διαφορών, των άρθρων 664 έως 676 του Κ.Πολ.Δ., έχει ασκηθεί νόμιμα, με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από τον ενάγοντα, που ηττήθηκε στην πρωτόδικη δίκη (άρθρα 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1, 516 και 517 του Κ.Πολ.Δ.) και εμπρόθεσμα, εντός της οριζόμενης από τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 του Κ.Πολ,Δ., προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης οριστικής αποφάσεως, η οποία έλαβε χώρα στις 25.5.2015 (βλ. την από 25.5.2015 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Σ.Π. επί του προσκομιζομένου αντιγράφου της εκκαλουμένης οριστικής αποφάσεως), ενώ το δικόγραφο της υπό κρίση εφέσεως κατατέθηκε στις 22.6.2015. Συνεπώς η υπό κρίση έφεση αρμοδίως φερόμενη προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια παραπάνω ειδική διαδικασία (άρθρα 522, 532, 533 παρ. 1 και 591 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Με την από 30.6.2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../.../30.6.2014 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ο ενάγων και ήδη εκκαλών ισχυρίστηκε ότι εργάστηκε στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη Τράπεζα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως υπάλληλος, από τις 6.3.1978 μέχρι τις 31.12.2013, οπότε αποχώρησε κατόπιν συμμετοχής του σε πρόγραμμα εθελουσίας αποχώρησης προσωπικού, το οποίο εφάρμοσε με σχετική εγκύκλιο της η εναγομένη και δεδομένου ότι ο ίδιος είχε θεμελιώσει δικαίωμα λήψης πλήρους συντάξεως. Ότι το ποσό της αποζημίωσης για τη λύση της συμβάσεως εργασίας του το οποίο δικαιούτο ανερχόταν συνολικά σε 86.717,34 ευρώ, από το οποίο η εναγομένη του κατέβαλε ένα μέρος ως προκαταβολή, ποσού 25.000 ευρώ, στις 5.2.2014, ενώ το υπόλοιπο ποσό, το οποίο ήταν απαιτητό στις 28.2.2014, δεν του το κατέβαλε, αλλά το συμψήφισε μονομερώς με ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της από δανειακές συμβάσεις που είχαν συναφθεί μεταξύ τους. Ότι η εναγομένη παράνομα προέβη στον ανωτέρω συμψηφισμό, όσον αφορά το υπόλοιπο ποσό των 57.383,41 ευρώ, διότι οι οφειλές του αυτές είχαν ήδη ρυθμιστεί με την από 27.11.2013 προσωρινή διαταγή του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αιτήματος του και στο πλαίσιο αιτήσεώς του ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου προκειμένου να υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση των οφειλών των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν ήθελε κριθεί ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος συμψηφισμού, το εν λόγω δικαίωμα ασκήθηκε καταχρηστικά από την εναγομένη για τους ειδικότερα αναφερόμενους σε αυτή (αγωγή) λόγους.
Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων, επικαλούμενος τη σύμβαση εργασίας του και τις διατάξεις του ν. 3869/2010 και επικουρικά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό των 57.383,41 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις 28.2.2014, οπότε το εν λόγω ποσό κατέστη απαιτητό, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη με αριθμό 858/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή, αφού κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, ακολούθως απορρίφθηκε στο σύνολο της ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατά της πρωτόδικης αυτής οριστικής αποφάσεως παραπονείται ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την υπό κρίση έφεσή του, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να γίνει δεκτή η έφεσή του και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του σε όλο το αιτητικό της.
Με τις διατάξεις του άρθρου 1, 2 και 3 του ν. 3869/2010 «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις» (Φ.Ε.Κ. Α 130/3.8.2010), όπως η παράγραφος 2 αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 15 άρθρου 20 ν. 4019/2011, ορίζεται ότι: «1. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. 2. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών, οι οποίες: είτε α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας της παραγράφου 1 του άρθρου 4 είτε β) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, τέλη προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης είτε γ) προέκυψαν από χορήγηση δανείων από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, όπως ισχύουν (Α 151). 3. Απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου μπορεί να γίνει μόνο μία φορά».
Με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1, 2, 3, 5 και 6 του ως άνω ν. 3869/2010, όπως αντικ. με ν. 4161/2013, ορίζεται ότι: «1. Για την έναρξη της διαδικασίας, ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στο γραμματέα του αρμόδιου Δικαστηρίου. Η αίτηση πρέπει να περιέχει: α) κατάσταση της περιουσίας του οφειλέτη και των κάθε φύσης εισοδημάτων του ίδιου και του συζύγου του, β) κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης οφειλών, που να λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τόσο τα συμφέροντα των πιστωτών, όσο και την περιουσία, τα εισοδήματα και την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη. 2. Η αίτηση της προηγούμενης παραγράφου, προς διευκόλυνση του προδικαστικού συμβιβασμού και όχι ως στοιχείο παραδεκτού, συνοδεύεται από: α. έγγραφα που έχει στη διάθεσή του σχετικά με την περιουσία του, τα κάθε φύσης εισοδήματά του, τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους και β. υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις α και β της προηγούμενης παραγράφου και για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες προέβη την τελευταία τριετία. Η παράγραφος 6 του άρθρου 22 του ν. 1599/1986, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 13 του άρθρου 2 του ν. 2479/1997 (Α 67) εφαρμόζεται και για την υπεύθυνη δήλωση του προηγούμενου εδαφίου. Τα υπό α και β έγγραφα μπορούν να υποβάλλονται εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την κατάθεση της αίτησης. 3. Η δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης προσδιορίζεται μέσα σε έξι (6) μήνες από την ημερομηνία κατάθεσής της. Με την κατάθεση της αίτησης προσδιορίζεται και η ημέρα επικύρωσης, κατά την οποία είτε θα επικυρωθεί ο ενδεχόμενος προδικαστικός συμβιβασμός από τον Ειρηνοδίκη, είτε θα συζητηθεί ενδεχόμενο αίτημα για την έκδοση προσωρινής διαταγής. Για την έκδοση προσωρινής διαταγής και τη λήψη προληπτικών μέτρων εφαρμόζεται το άρθρο 781 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η ημέρα επικύρωσης προσδιορίζεται υποχρεωτικώς δύο (2) μήνες μετά την κατάθεση της αίτησης. Μέχρι την ημέρα της επικύρωσης δεν επιτρέπεται η λήψη καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη, καθώς και η μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του. Από την ημέρα κατάθεσης της αίτησης ο οφειλέτης υποχρεούται να προβαίνει στις μηνιαίες καταβολές που ορίζονται στο άρθρο 5 παρ. 2 εδ. γ του παρόντος. 5. Με την υποβολή της αίτησης ανοίγει στο αρμόδιο δικαστήριο φάκελος του οφειλέτη στον οποίο τοποθετούνται με μέριμνα της γραμματείας του όλα τα έγγραφα και στοιχεία της υπόθεσης. 6. Αν δεν συμπεριληφθεί στην κατάσταση της παραγράφου 1 πιστωτής, η απαίτησή του δεν επηρεάζεται από την πορεία της διαδικασίας που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1».
Με τις διατάζεις του άρθρου 5 παρ. 1, 2 του ως άνω ν. 3869/2010 όπως αντικ. με ν. 4161/2013 ορίζεται ότι: «1. Ο οφειλέτης πρέπει εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την κατάθεση να επιδώσει την αίτηση στους πιστωτές και τους εγγυητές. Εντός μηνός από την επίδοση οι πιστωτές οφείλουν να καταθέσουν στο φάκελο τις απόψεις τους για το σχέδιο ρύθμισης των οφειλών του αιτούντος. Οι πιστωτές μπορούν να λάβουν γνώση όλων των στοιχείων που προβλέπονται στο προηγούμενο άρθρο. Αν πληρούνται οι προϋποθέσεις συναίνεσης σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2-4 του παρόντος, επέρχεται ο προδικαστικός συμβιβασμός των μερών. Ο συμβιβασμός των μερών επικυρώνεται από τον Ειρηνοδίκη στην ταχθείσα ημέρα, κατά τα άρθρα 210 επ. και 293 Κ.Πολ.Δ., και επιφέρει την ανάκληση της αίτησης. 2. Αν δεν επέλθει συμβιβασμός και επικύρωση, ο Ειρηνοδίκης αποφασίζει κατά την ημέρα επικύρωσης κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη ή πιστωτή ή και αυτεπαγγέλτως την αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη, τη διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του, καθώς και την καταβολή μηνιαίων δόσεων μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αίτησης, οι οποίες κατανέμονται συμμέτρους εφόσον πρόκειται για καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2, ή σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9 παρ. 2, εφόσον υφίσταται αίτημα εξαίρεσης εκποίησης των δικαιωμάτων στην κύρια κατοικία. Οι μηνιαίες καταβολές από την κατάθεση της αίτησης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης, συνυπολογίζονται στο χρονικό διάστημα καταβολών του άρθρου 8 παρ. 2 ή αντίστοιχα του άρθρου 9 παρ. 2……
Σε περίπτωση που ο οφειλέτης καθυστερεί υπαιτίως την καταβολή των δόσεων που ορίζονται από τον Ειρηνοδίκη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) μηνών, εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3869/2010. Η επικύρωση ή η όποια απόφαση ανακαλούνται ή μεταρρυθμίζονται κατά το άρθρο 758 με δυνατότητα προσωρινής ρύθμισης κατά το άρθρο 781 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.».




