Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Χρηματική ικανοποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Χρηματική ικανοποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018

ΑΠ 389/18 : Τροχαίο ατύχημα - Ευθύνη Επικουρικού Κεφαλαίου - Ν.4092/12. Αναίρεση. Περιορισμός της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου με το Ν. 4092/12 - Ανώτατο όριο αποζημιώσεων και χρηματικής ικανοποίησης, καθώς και περιορισμός του επιτοκίου στο 6% για τον υπολογισμό των τόκων για την καταβολή των αποζημιώσεων - Ζήτημα αντίθεσης με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ.



Άρειος Πάγος 389/18 : Τροχαίο ατύχημα - Ευθύνη Επικουρικού Κεφαλαίου - Ν.4092/12. Αναίρεση. Περιορισμός της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου με το Ν. 4092/12 - Ανώτατο όριο αποζημιώσεων και χρηματικής ικανοποίησης, καθώς και περιορισμός του επιτοκίου στο 6% για τον υπολογισμό των τόκων για την καταβολή των αποζημιώσεων - Ζήτημα αντίθεσης με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Ειδικότερα,το ζήτημα εάν η επίμαχη νέα ρύθμιση του άρθρου 4 παρ. γ' του ν. 4092/2012, με την οποία περιορίζεται το όριο της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου ως προς το ύψος της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που πρέπει να καταβάλει στον παθόντα είναι ή όχι αντίθετη με τις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 του Σ., 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ και 1 της Δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30-12-1983, αφού χαρακτηρίστηκε γενικότερου ενδιαφέροντος, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου κι ως εκ τούτου για την ενότητα της νομολογίας και προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, ως προς το κρινόμενο αυτό σκέλος, πρέπει να ανασταλεί η πρόοδος της παρούσας δίκης, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση, για το ζήτημα αυτό, από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Αναιρετικοί λόγοι κατ' άρθρο 559 αρ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι το Εφετείο,  με το να μην εφαρμόσει τις επίμαχες διατάξεις του Ν. 4092/12, κατά το μέρος που περιορίζουν το ποσοστό των τόκων που βαρύνει το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο για την καταβολή από το τελευταίο αποζημιώσεων και χρηματικών ικανοποιήσεων, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, το νόμο. Απορρίπτει την αναίρεση της 742/2016 απόφασης του ΜονΕφΘεσ κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας και αναβάλλει, κατά τα λοιπά, τη συζήτηση μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου


ΑΡΙΘΜΟΣ 389/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
  
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου -Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 12 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία ‘’ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ’’, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «…», της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε για παράβαση νόμου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ΓΜ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Α. Ζ. – Σ., το γένος Χ. Π., κατοίκου …, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου και καθολικής διαδόχου (με ποσοστό κληρονομικής μερίδας 1/4) του αποβιώσαντος στις 13-11-2011 αρχικού διαδίκου Α. Ζ. – Σ. του Χ. και 2) Μ. Ζ. – Σ. του Α., κατοίκου …, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου και καθολικής διαδόχου (με ποσοστό κληρονομικής μερίδας 3/4) του αποβιώσαντος στις 13-11-2011 αρχικού διαδίκου Α. Ζ. – Σ. του Χ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ΘΖ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Α. Ζ. - Σ. , που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών και συνεκδικάστηκε με τις από 7-1-2011 και 17-2-2012 αγωγές του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και των Β. Φ. και Α. Φ., αντίστοιχα, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 742/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-12-2016 αίτηση του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο τέταρτο, παρ. γ', του ν. 4092/2012, που ισχύει από 8-11-2012, αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 489/1976 (που κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 237/1986), όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 37 παρ. 26 του ν. 2496/1997, και εισήχθησαν ρυθμίσεις, ως προς την ευθύνη του «Επικουρικού Κεφαλαίου», βάσει των οποίων α) τέθηκε, ως ανώτατο όριο, στη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, το χρηματικό ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο, β) ειδικά, για την περίπτωση ευθύνης του «Επικουρικού Κεφαλαίου», εξαιτίας ατυχήματος που προκλήθηκε από αυτοκίνητο, καλυπτόμενο, ως προς την αστική ευθύνη έναντι τρίτων, από ασφαλιστική εταιρεία, η οποία πτώχευσε ή της οποίας ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας ή η εκτέλεση σε βάρος της απέβη άκαρπη, ορίστηκε κλιμακωτά η υποχρέωση του να καταβάλει την αποζημίωση που επιδικάστηκε (με ανώτατο όριο 100.000 ευρώ, με εξαίρεση για τα πρόσωπα που ζημιώθηκαν με αναπηρία) και γ) ορίστηκε ότι οι ρυθμίσεις αυτές καταλαμβάνουν και τις ήδη γεννημένες αξιώσεις κατά του «Επικουρικού Κεφαλαίου», χωρίς, πάντως, να θίγονται αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση. Επίσης, με άλλο εδάφιο στην ίδια γ' παράγραφο του άρθρου αυτού, διατηρήθηκε η πρόβλεψη ότι οι τόκοι που βαρύνουν το «Επικουρικό Κεφάλαιο» για την καταβολή αποζημιώσεων και χρηματικών ικανοποιήσεων υπολογίζονται με επιτόκιο 6% ετησίως που μπορεί να μεταβάλλεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μετά από εισήγηση της Τράπεζας της Ελλάδας. Όμως, οι νέες αυτές διατάξεις είναι αντίθετες 1) όσον αφορά εκείνες, με τις οποίες εισάγεται περιορισμός στα ποσά που επιδικάζονται ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, έναντι του αναιρεσείοντος, στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 της οδηγίας 72/166 του Συμβουλίου της 24-4-1972 και στην παράγραφο 4 του άρθρου 1 της Δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30-12-1983 (84/5/ΕΟΚ), αλλά και στο άρθρο 25 παρ. 1 εδάφ. 6' του Συντάγματος, ενώ, κατά το μέρος που η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει και τις ήδη γεννημένες αξιώσεις κατά του αναιρεσείοντος, αντίκειται στα άρθρα 17 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ»), που κυρώθηκε εκ νέου (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη, έναντι των νόμων, ισχύ (ΑΠ Ολομ., 5/2017, 4/2017) και 2) όσον αφορά εκείνες που περιορίζουν το ύψος του επιτοκίου, στα άρθρα 4 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδάφ. δ' του Συντάγματος, 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997) και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της «ΕΣΔΑ» (ΑΠ Ολομ., 5/2017, 4/2017 και 3/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης 742/2016 απόφασης του, δικάζοντας, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, επί της από 12-2-2014 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης .../6-3-2014 έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ με την επωνυμία «…», ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας «….», της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, κατά της πρωτόδικης 15/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την έφεση αυτή (που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη), επικυρώνοντας, κατά τούτο, την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε δεχθεί, κατά ένα μέρος, την ένδικη, από 12-10-2010, αγωγή, από αδικοπραξία (τροχαίο ατύχημα), των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και του δικαιοπαρόχου τους Α. Ζ. - Σ. (συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα) που πέθανε, μετά την άσκηση της αγωγής, στις 13-11-2011 και επιδίκασε σε αυτούς, με τον νόμιμο τόκο, αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από τον τραυματισμό τους κατά το επίδικο τροχαίο ατύχημα της 28-9-2008, συνολικού ποσού 4.619,60 ευρώ και 15.058,80 ευρώ, αντίστοιχα, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις. Αρνήθηκε, όμως, να εφαρμόσει τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 4092/2012, χωρίς, πάντως, να αιτιολογήσει την κρίση του αυτή, απορρίπτοντας, ως αβάσιμους, τους σχετικούς αντίθετους έκτο και έβδομο λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δηλαδή με το να μην εφαρμόσει τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις του ν. 4092/2012, που τροποποίησαν το άρθρο 19 του ν. 489/1976, κατά το μέρος που περιορίζουν το ποσοστό των τόκων που βαρύνει το αναιρεσειον για την καταβολή από το τελευταίο αποζημιώσεων και χρηματικών ικανοποιήσεων, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, το νόμο, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας.
Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' και 19 ΚΠολΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη τους, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Δευτέρα 28 Μαΐου 2018

ΠΠρΑθ 1227/2018 : "Διακοπή κι επανάληψη δίκης - Ιατρική αμέλεια - Αδικοπρακτική ευθύνη ιατρού - Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης - Ολική υστερεκτομή – Ιστολογική εξέταση - Πρόστηση - Ευθύνη διατηρούντος κλινική"



Βίαιη διακοπή δίκης και σιωπηρή εκούσια επανάληψή της. Ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για κάθε ζημία που έπαθε ο ασθενής πελάτης του από κάθε αμέλειά του, ακόμη και ελαφρά, αν κατά την τέλεση των ιατρικών του καθηκόντων παρέβη την υποχρέωσή του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλειας, δηλαδή αυτή που αναμένεται από τον μέσο εκπρόσωπο του κύκλου του. Μορφές ιατρικής αμέλειας. Αδικοπρακτική ιατρική ευθύνη. Παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αν στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξεως παραβιασθούν οι κανόνες και οι αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή οι εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και υπαίτια. Για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του ιατρού και υποχρέωσή του γι αποζημίωση απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη πρόσφορου αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της προβαλλόμενης ως παράνομης συμπεριφοράς του ιατρού και της ζημίας που έχει προκληθεί ή και της βλάβης, την οποία επικαλείται ο ασθενής. Αν από αμελή, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, συμπεριφορά του προστηθέντος ιατρού επήλθε η σωματική βλάβη προσώπου νοσηλευομένου σε ιδιωτική κλινική, η προστήσασα τον ιατρό κλινική ευθύνεται για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστη το πιο πάνω πρόσωπο. Γνήσια αντικειμενική ευθύνη.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΝΟΧΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
(ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ)
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Λούκια Λάμπρου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Αθανασία Ταμπάκη, Πρωτοδίκη-Εισηγήτρια, Ιωάννη Σιμιτσή, Πρωτοδίκη και από τη Γραμματέα Όλγα Οικονόμου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια και στο ακροατήριο του στις 16 Μαρτίου 2017, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ..., κατοίκου Νέου Κόσμου Αττικής, επί της οδού ..., η οποία παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων της ΝΔ και ΕΜ, που κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις.
ΤΩΝ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) ..., 2) , 3) ..., απάντων κατοίκων Χαλανδρίου Αττικήςεπί της οδού ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους ΚΒπου κατέθεσε έγγραφες προτάσεις και 4) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «........................ ΚΛΙΝΙΚΗ», που εδρεύει στο ......... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της ΠΛ.
Η καλούσα-ενάγουσα, με την από 01.11.2011 κλήση της, με γενικό αριθμό κατάθεσης/αριθμό κατάθεσης δικογράφου 190015/2434/2011, που προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 16.01.2014, και μετά από αναβολές, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο, επαναφέρει προς συζήτηση την από 26.03.2010 με γενικό αριθμό κατάθεσης/αριθμό κατάθεσης δικογράφου 67646/3853/2011 αγωγή της κατά των 1) ..., νομίμως εκπροσωπούμενου από την προσωρινή δικαστική συμπαραστάτριά του ..., στο πρόσωπο του οποίου η δίκη διακόπηκε βιαίως λόγω θανάτου και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΜΗΤΕΡΑ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΓΕΝΙΚΗ ΜΑΙΕΥΤΙΚΗ ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ».

ΚΑΤΑ ΤΉ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης και μετά την εκφώνηση της από το σχετικό πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα επαναφέρονται με τη με γενικό αριθμό κατάθεσης/αριθμό κατάθεσης δικογράφου 190015/2434/2011 κλήση, η με γενικό αριθμό κατάθεσης/αριθμό κατάθεσης δικογράφου 67646/3853/2010 αγωγή.
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α' 287 παρ.1, και 290 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγο διακοπής της δίκης αποτελεί και ο θάνατος διαδίκου, ο οποίος όμως πρέπει να γνωστοποιηθεί στον αντίδικο του αποβιώσαντος από πρόσωπο που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη ή από τον πληρεξούσιο ή το νόμιμο αντιπρόσωπο του αποβιώσαντος, η δε γνωστοποίηση μπορεί να γίνει μόνο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως, όχι όμως και με τις προτάσεις αφού αυτές δεν επιδίδονται. Περαιτέρω, η δίκη που έχει διακοπεί μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως με ρητή ή σιωπηρή δήλωση εκείνου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή ακόμη και ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής οπότε επέρχεται άμεση επανάληψη της δίκης. Ακόμη οπό το συνδυασμό των ίδιων διατάξεων με εκείνες των άρθρων 62, 73, 242 παρ. 1 και 313 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το αποτέλεσμα της διακοπής και της επαναλήψεως της δίκης επέρχεται εφόσον τόσο το διακοπτικό γεγονός όσο και η γνωστοποίηση του επισυμβούν το βραδύτερο μέχρι την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, διότι μετά το πέρας αυτής και μέχρι την έκδοση της αποφάσεως δεν υπάρχει στάδιο διακοπής της δίκης και η απόφαση εκδίδεται εγκύρως στο όνομα των αρχικών διαδίκων (ΑΠ 1252/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 105/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 65/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 84/2003 ΕλλΔνη 2003.1347). Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος εναγόμενος απεβίωσε στις 24.08.2011 (βλ. το υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου 5327/2011 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου με αριθμό 28/4/2011 της Ληξιάρχου Δήμου Αμαρουσίου), δηλαδή μετά την κατάθεση της κρινόμενης αγωγής το γεγονός δε αυτό γνωστοποίησαν με δήλωση τους στο ακροατήριο, κατά τη δικάσιμο της 06.10.2011, οι έχοντες το δικαίωμα αυτό, υπό στοιχεία 1-3 καθ' ων η κλήση (άρθρα 286 περ. α', 287 του ΚΠολΔ). Έτσι η προκείμενη δίκη διακόπηκε βιαίως και επαναλήφθηκε εκουσίως σιωπηρά (άρθρο 290 του ΚΠολΔ), καθώς οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι τα τέκνα του από το γάμο του με την πρώτη των καθ' ων η κλήση, δεύτερο και τρίτη αυτών και την ανωτέρω σύζυγο του, (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. 12267/2009 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δημάρχου Αμαρουσίου) παραστάθηκαν στη δίκη αυτή δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Βασιλάκη και κατέθεσαν προτάσεις. Επισημαίνεται ότι τα ανωτέρω ουδόλως αμφισβητούνται από τους αντιδίκους τους, ιδίως ενόψει του ότι οι τελευταίοι στρέφουν τις νομίμως κατατεθειμένες προτάσεις τους κατά των συνεχιζόντων τη δίκη διαδίκων και όχι κατά του αρχικώς εναγομένου.

Κατά το άρθρο 24 του Α.Ν. 1565/1939 "περί κωδικός ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ κατά το όρθρο 47 ΕισΝΑΚ, "ο ιατρός οφείλει να παρέχει με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική του συνδρομή, σύμφωνα με τις θεμελειώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσας πείρας τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις για τη διαφύλαξη των ασθενών και την προστασία των υγιών". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τα άρθρ. 330, 652 και 914 ΑΚ, προκύπτει ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που έπαθε ο ασθενής πελάτης του από κάθε αμέλεια του, ακόμη και ελαφρά, αν κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων παρέβη την υποχρέωση του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, δηλαδή αυτή που αναμένεται από το μέσο εκπρόσωπο του κύκλου του (ΑΠ 1362/2007 181/2011, ΑΠ 424/2012). Ειδικά στην περιοχή της ιατρικής αμέλειας, αυτή μπορεί να εμφανίζεται υπό τις εξής μορφές: α) είτε ως εσφαλμένη διάγνωση ή μη διάγνωση μιας νόσου που οφείλεται στη μη συμμόρφωση προς τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και έχει ως συνέπεια τη μη αντίληψη και τη μη κοινοποίηση του κινδύνου που απειλεί το έννομο αγαθό της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας και υγείας (ως επί το πλείστον η ορθή διάγνωση προϋποθέτει τη λήψη του ιστορικού του ασθενούς εξέταση του ασθενούς εργαστηριακές εξετάσεις ακτινογραφίες και συμβουλή άλλων ιατρών), β) είτε ως εσφαλμένη-πλημμελής θεραπευτική αγωγή (φαρμακευτική, διαιτητική, εγχειρηματική κ.λπ.), διαδικασία δηλαδή που αποσκοπεί στην ίαση του ασθενούς κατά τρόπο παρακάμπτοντα τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης (π.χ. μετάγγιση αίματος χωρίς έλεγχο της συμβατότητας των ομάδων αίματος εγκατάλειψη εργαλείων ή άλλων αντικειμένων στο σώμα του ασθενούς μετά την εγχείρηση, μη έγκαιρη επέμβαση, χορήγηση υπερβολικής δόσης φαρμάκου), δηλαδή συγκεκριμένα η αμέλεια του ιατρού μπορεί να θεμελιωθεί σε σφάλμα περί την εκλογή της θεραπείας λόγω της οποίας και επέρχεται βλάβη στον ασθενή, είτε αυτό οφείλεται σε άγνοια της προσήκουσας για την περίπτωση θεραπείας ή γενικά ενέργειας είτε γιατί επέλεξε μέθοδο και θεραπεία η οποία, κατά τις γενικά κρατούσες αρχές της ιατρικής επιστήμης δεν ήταν η ενδεδειγμένη για την περίπτωση, γ) είτε ως μη παραπομπή του ασθενούς σε ειδικό θάλαμο και την ανάληψη της διεξαγωγής ενός διαγνωστικού ή θεραπευτικού εγχειρήματος χωρίς να υπάρχουν οι απαραίτητες ειδικές γνώσεις και ικανότητες ή τα κατάλληλα διαγνωστικά μέσα, δ) είτε ως μη εκπλήρωση καθήκοντος ιατρικής μέριμνας και επιμέλειας (ΕφΘεσ 318/2015 ΕλλΔνη 2015.1722, ΕφΑθ 197/1988 ΑρχΝ 1988.139, βλ. παρατηρήσεις Καϊάφα-Γκμπάντι, ΠλημΣαμ 19/2001 ΠοινΔνη 2001.1114). Στην περίπτωση αυτή ο ιατρός ευθύνεται στην καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος ασθενούς κατά τους όρους των άρθρων 297, 298, 299 και 932 ΑΚ (ΑΠ 687/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού ρυθμίζεται ως προς ορισμένα ζητήματα και από το άρθρο 8 του ν. 2251/1994 για την «προστασία των καταναλωτών», (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 ν. 3587/2007) το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψη του κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή» (§ 1), ότι «ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας» (§ 2 εδ. β'), ότι «ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας» (§ 3), ότι «ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας» (§ 4 εδ. α), ότι «για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της, γ) ο χρόνος παροχής της δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος» (§ 4 εδ. β) και ότι «μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της συγκεκριμένης υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα» (§ 5). Από τις διατάξεις αυτού του άρθρου προκύπτει ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι ιατρικές υπηρεσίες διότι ο παρέχων αυτές ιατρός ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο, δεν υπόκειται δηλαδή σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του αποδέκτη των υπηρεσιών (ασθενούς), αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του. Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ιατρικής ευθύνης απαιτείται παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας («διπλή λειτουργία της αμέλειας»). Έτσι, αν, στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξεως, παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή (και) οι εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και, συγχρόνως υπαίτια. Ενόψει δε της καθιερούμενης συναφώς νόθου αντικειμενικής ευθύνης με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξεως του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (σχετικά ΑΠ 427/2015, ΑΠ 974/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΑΠ 1227/2007, Φουντεδάκη, ό.π. σ. 91-91, 100-102, την ίδια, Αστική Ευθύνη ιδιωτικής κλινικής ΧρΙδΔ 2010. 786 επ..).
Εξάλλου, αμέλεια, κατ' άρθρον 330 του ΑΚ, υπάρχει όταν αφενός μπορούσε να προβλεφθεί το αποτέλεσμα της παράνομης συμπεριφοράς και αφετέρου η αποτροπή του ήταν δυνατή με την καταβολή της απαιτούμενης επιμέλειας. Σημειωτέον ότι, αν με το δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση της αμέλειας του εναγομένου, που είναι μια ορισμένη νομική έννοια, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση αυτής βάσει των ειδικότερων περιστατικών που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια τούτου, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, τούτο δε διότι η κατά το άρθρο 224 του ΚΠολΔ απαγόρευση της μεταβολής της βάσεως της αγωγής αναφέρεται στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής και όχι της νομικής βάσης της αγωγής (βλ. ΑΠ 838/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 641/2011 ΧρΙΔ 2012 114, I. Καρόκωστα «Το δίκαιο των αδικοπραξιών» σελ. 29 επ.). Εξάλλου, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί κατά τις πιο πάνω διατάξεις ευθύνη του ιατρού και υποχρέωση του γι’' αποζημίωση, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη πρόσφορου αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της φερομένης ως παράνομης συμπεριφοράς του ιατρού και της ζημίας που έχει προκληθεί ή και της βλάβης περιουσιακής ή ηθικής την οποία ο ασθενής επικαλείται. Ο εν λόγω αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας η φερομένη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, ήταν ικανή και πρόσφορη να επιφέρει το ζημιογόνο γεγονός. Εξάλλου, από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρ. 922 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση πρόκλησης σωματικής βλάβης προσώπου από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος η ευθύνη του προστήσαντος προς αποκατάσταση της ζημίας και της τυχόν ηθικής βλάβης του πιο πάνω προσώπου προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης β) παράνομη και υπαίτια (άρα και αμελή) συμπεριφορά του προστηθέντος τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση της βλάβης και γ) εσωτερική αιτιώδη σχέση μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της εκτέλεσης της ανατεθειμένης στον προστηθέντα υπηρεσίας. Σχέση πρόστησης υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφισταμένης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης διαρκούς ή ευκαιριακής το ένα από τα πρόσωπα αυτό (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσης η οποία αποβλέπει σε διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά την οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου. Έτσι, πρόστηση μπορεί να υπάρχει και σε περίπτωση σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Εξάρτηση κατά την πιο πάνω έννοια και επομένως και ευθύνη του διατηρούντος την κλινική φυσικού ή νομικού προσώπου, υπάρχει και στη συνηθισμένη πλέον σήμερα περίπτωση που η σχέση του ιατρού με την κλινική ή το νοσηλευτικό ίδρυμα είναι ελεύθερη, με τη μορφή ελεύθερης συνεργασίας μεταξύ τους, σύμφωνα με την οποία ο ιατρός επιμελείται τη νοσηλεία σε κλινική ή ίδρυμα που διαθέτει την απαραίτητη επιστημονική και άλλη υποδομή (εγκαταστάσεις, φάρμακα, μηχανήματα, εργαλεία κ.λπ.) και το κατώτερο μη ιατρικό ή παραϊατρικό προσωπικό και τα θέτει στη διάθεση του ιατρού, με αμοιβή που εισπράττει κατευθείαν από τον πελάτη ασθενή, άσχετα με την αμοιβή του ιατρού, που καταβάλλεται στον τελευταίο απευθείας από τον ασθενή. Υφίσταται δε και στην περίπτωση αυτή εξάρτηση, διότι και με αυτή τη μορφή συνεργασίας μεταξύ κλινικής ή νοσηλευτικού ιδρύματος και ιατρού, η δραστηριότητα του τελευταίου εμπίπτει στον επιχειρηματικό και επαγγελματικό κύκλο δράσης του διατηρούντος την κλινική ή το ίδρυμα προσώπου, το οποίο χρησιμοποιεί τους ιατρούς αυτούς, συνήθως διαπρεπείς προκειμένου να αποκτήσει η κλινική ή το νοσηλευτικό ίδρυμα αίγλη και να προσελκύσει μεγαλύτερο αριθμό ασθενών και έτσι να ωφεληθεί από τη δραστηριότητα του ιατρού. Πάντως όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εργασίας των εν λόγω προσώπων, ως προς τον οποίο άλλωστε ο κύριος της υπόθεσης ελλείψει των σχετικών γνώσεων, δεν είναι σε θέση να τα ελέγξει, αλλά μπορεί και αρκεί (ο έλεγχος) να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους λοιπούς όρους εργασίας των ειδικευμένων προσώπων. Ειδικότερα, στην περίπτωση νοσηλείας ασθενούς από ιατρό σε ιδιωτική κλινική ή άλλο ιατρικό κέντρο αρκεί, για τον χαρακτηρισμό τους ως προστήσαντες η εκ μέρους τους παροχή γενικών μόνο οδηγιών στον ιατρό ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους όρους εργασίας του τελευταίου. Και τούτο, γιατί η παροχή ειδικών οδηγιών στον ιατρό για τον τρόπο διενέργειας των ιατρικών πράξεων (διαγνωστικών ή θεραπευτικών) δεν είναι δυνατή, αφού, όπως προκύπτει από το όρθρο 24 ΑΝ 1565/1939, ο ιατρός είναι υποχρεωμένος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, να ενεργήσει όχι σύμφωνα με τις τυχόν αυτές οδηγίες, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης ήτοι τα διδάγματα της εν λόγω επιστήμης και την αποκτηθείσα συναφώς ειδική πείρα. Επομένως αν από αμελή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του συμπεριφορά του προστηθέντος ιατρού επήλθε η σωματική βλάβη προσώπου νοσηλευομένου σε ιδιωτική κλινική, η προστήσασα τον ιατρό κλινική ευθύνεται για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστη το πιο πάνω πρόσωπο. Πρόκειται για γνήσια αντικειμενική ευθύνη, δικαιολογητικό λόγο της οποίας αποτελεί το γεγονός ότι ο προστήσας ωφελείται από τις υπηρεσίες του προοτηθέντος διευρύνοντας το πεδίο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και ως εκ τούτου είναι εύλογο να φέρει την ευθύνη για τους κινδύνους που προκύπτουν από τη δραστηριότητα του προστηθέντος (ΑΠ 687/2013, ΑΠ 181/2011, ΑΠ 1226/2007, ΑΠ 1362/2007).

Τρίτη 5 Ιουλίου 2016

ΜΠρΠατρών 231/2016 : Σύγκρουση πλοίων - Εις ολόκληρον ευθύνη περισσότερων προσώπων - Δυσμενείς καιρικές συνθήκες - Ένσταση ανωτέρας βίας - Αποζημίωση - Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης - Ανακοίνωση δίκης - Παρεμπίπτουσα αγωγή - Σύμβαση ασφάλισης - Κάλυψη ασφαλιστικής περίπτωσης -.


Κρίθηκε ότι το ατύχημα και οι εξ αυτού υλικές ζημιές στο σκάφος του ενάγοντος οφείλονται κατʼ αιτιώδη συνάφεια αποκλειστικά σε αμέλεια των εναγομένων ιδιοκτητών των δύο ζημιογόνων σκαφών οι οποίοι, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν να καταβάλουν ως κάθε μέσος συνετός ιδιοκτήτης σκάφους ελλιμενισμένου σε μαρίνα στη θέση τους, αν και επρόκειτο για την περίοδο του χειμώνα όπου συχνά εμφανίζονται δυσμενή καιρικά φαινόμενα και ειδικά στην συγκεκριμένη ημερομηνία όπου επικρατούσε κακοκαιρία, δεν έλαβαν υπόψη τις επικρατούσες κακές καιρικές συνθήκες στην περιοχή και δεν προσπάθησαν να εξασφαλίσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το σταθερό ελλιμενισμό των σκαφών τους εντός της μαρίνας ώστε σε περίπτωση έξαρσης της κακοκαιρίας να μην καταστεί δυνατό να αποδεσμευτούν αυτά και να κινηθούν ανεξέλεγκτα με κίνδυνο να συγκρουστούν με άλλα σκάφη. Έτσι, δεν έδεσαν όπως έπραξε ο ενάγων την πλώρη των σκαφών τους με δύο κάβους (ρεμέντζο), αλλά με ένα, ούτε έδεσαν την πρύμνη τους με ισχυρούς κάβους ανάλογους με το μέγεθος και την κατάσταση των σκαφών τους. Αποτέλεσμα της ανωτέρω συμπεριφοράς τους, ήταν να μην μπορέσουν οι κάβοι που είχαν τοποθετήσει να συγκρατήσουν τα σκάφη τους από τους σφοδρούς ανέμους και τον κυματισμό που προκλήθηκε στη μαρίνα και να κοπούν, ακολούθως δε τα σκάφη τους να κινηθούν ανεξέλεγκτα πλάγια προς το σκάφος του ενάγοντος και να το χτυπήσουν. Οι ανωτέρω συνθήκες, ουδόλως αποδείχθηκε ότι αποτέλεσαν συνθήκες ανωτέρας βίας, δηλαδή καιρικά φαινόμενα τα οποία ήταν αδύνατον να προβλεφθούν, ούτε να αποτραπούν οι δυσμενείς τους συνέπειες με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, απορριπτόμενης ως ουσία αβάσιμης της ένστασης ανωτέρας βίας των εναγομένων και της βάσει αυτής αιτούμενης απαλλαγής τους από την αδικοπρακτική τους ευθύνη έναντι του ενάγοντος. Ακολούθως, επειδή η ανωτέρω πράξη των εναγομένων συνιστά αδικοπραξία που τελέστηκε από περισσότερους και δεν μπορεί να εξακριβωθεί ποια συγκεκριμένη επιμέρους πράξη κάθε εναγομένου προκάλεσε τη ζημία στο σκάφος του ενάγοντος και ποιο το ποσοστό συμβολής της στην πρόκληση της ζημιάς, πρέπει οι εναγόμενοι να υποχρεωθούν να τον αποζημιώσουν ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας. Τέλος, όσον αφορά στην παρεμπίπτουσα αγωγή της τρίτης εναγομένης προς την ασφαλιστική εταιρία, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη της κύριας αγωγής και ο σύζυγος της δεύτερος εναγόμενος, ως ιδιοκτήτες του δεύτερου ζημιογόνου σκάφους κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος, το είχαν ασφαλισμένο σ' αυτήν με έγκυρη και ισχυρή σύμβαση ασφάλισης. Κρίθηκε ότι η σύμβαση ασφάλισης καλύπτει την ανωτέρω ασφαλιστική περίπτωση του επίδικου ατυχήματος και η παρεμπιπτόντως εναγομένη οφείλει να πληρώσει στην τρίτη εναγομένη της κύριας αγωγής κάθε ποσό που αυτή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα.


Αριθμός 231/2016
(Γεν. Ειδ. 2539/2012, Γεν. Ειδ. 2505/2014 και Γεν. Ειδ. 730/2015)
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Μιχαήλ Τσέφα, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε η Πρόεδρος Πρωτοδικών και από τη Γραμματέα Κωνσταντίνο Καλλάη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στην Πάτρα την 1η Δεκεμβρίου 2015, για να δικάσει τις παρακάτω υποθέσεις μεταξύ:
Αʼ ΑΓΩΓΗ
Του ενάγοντος: ..., κατοίκου Πατρών, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του ΓΠ.
Των εναγομένων: 1] ..., κατοίκου Πατρών, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του ΓΜ, 2] ...., κατοίκου Γ. Πατρών, ο οποίος δεν παραστάθηκε και 3] ..., κατοίκου ομοίως, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της ΝΠ.

Βʼ ΑΙΤΗΣΗ-ΚΛΗΣΗ
Του αιτούντος-καλούντος: ..., κατοίκου Πατρών, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του ΓΠ.

Της καθ' ής η αίτηση-κλήση: ..., κατοίκου Γ. Πατρών, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της ΝΠ.

Γʼ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΔΙΚΗΣ – ΠΡΟΣΕΠΙΚΛΗΣΗ - ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΥΣΑ ΑΓΩΓΗ - ΑΝΑΓΩΓΗ

Της ανακοινώνουσας τη δίκη - προσεπικαλούσας - ενάγουσας: ..., κατοίκου Γ. Πατρών, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της ΝΠ.

Καθ' ης η ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή-αναγωγή: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας, με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ» που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθηνών Σπυρίδωνα Παπαναστασίου.

Ο ενάγων και αιτών-καλών (Αʼ ΑΓΩΓΗ) και (Βʼ ΑΙΤΗΣΗ-ΚΛΗΣΗ) με την από 29-6-2012 αγωγή του (αριθ. έκθκατάθ. 2539/11-7-2012) και την από 9-9-2014 αίτηση - κλήση του (αριθμ. έκθκατάθ. 2505/11-9-2014), και η ανακοινούσα τη δίκη - προσεπικαλούσα (Γʼ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΔΙΚΗΣ – ΠΡΟΣΕΠΙΚΛΗΣΗ - ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΥΣΑ ΑΓΩΓΗ - ΑΝΑΓΩΓΗ) με την από 2012-2014 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση (αριθμ. έκθκατάθ. 730/3-32015) που απευθύνονται στο Δικαστήριο αυτό και συνεκδικάζονται λόγω συνάφειας, ζήτησαν όσα αναφέρονται σʼ αυτές.

Στις 29-6-2012 λόγω θανάτου του β' εναγόμενου διακόπηκε βιαίως η συζήτηση της υπόθεσης και τώρα ο αιτών-καλών ζητά την επανάληψη της συζήτησης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου σύμφωνα με την από 9-9-2014 αίτηση-κλήση του (αριθμ. έκθκατάθ. 2505/11-9-2014).

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κατωτέρω: 1) από 29.06.2012 με αριθμό κατάθεσης 2539/11.07.2012 αγωγή, 2) από 09.09.2014 με αριθμό κατάθεσης 2505/11.09.2014 αίτηση - κλήση και 3) από 20.12.2014 με αριθ. κατάθ. 730/03.03.2015 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή, που εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικαστούν, λόγω της συνάφειας που υπάρχει μεταξύ τους, αλλά και γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ενώ παράλληλα επέρχεται μείωση των εξόδων της (άρθ. 246, 285 ΚΠολΔ).


Από το συνδυασμό των άρθρων 235, 236 του ΚΙΝΔ και 914 του ΑΚ προκύπτει ότι, επί συγκρούσεως πλοίων, η ευθύνη και η προς αποζημίωση υποχρέωση κανονίζεται ανάλογα με το βαθμό υπαιτιότητας του κάθε πλοίου. Ειδικότερα, εάν η σύγκρουση πλοίων συνέβη από τυχαίο γεγονός ή από ανώτερη βία, ή αν υπάρχουν αμφιβολίες για τα αίτια της, τότε οι ζημίες βαρύνουν αυτούς που τις υπέστησαν. Αν υπάρχει κοινή υπαιτιότητα, κάθε πλοίο ευθύνεται προς αποζημίωση ανάλογα με το βαθμό της υπαιτιότητας που το βαρύνει. Όταν η σύγκρουση συνέβη από υπαιτιότητα του ενός πλοίου, τότε το πλοίο αυτό, δηλαδή ο πλοιοκτήτης του, είναι υποχρεωμένος να αποκαταστήσει όλες τις ζημίες που προκλήθηκαν σε βάρος του άλλου πλοίου ή του φορτίου ή των προσώπων (ΕφΠειρ 335/2003 ΕΝΔ 31. 187, ΕφΠειρ 739/2000 ΕΝΔ 29.57, ΕφΠειρ 274/1999 ΕΝΔ 27. 18, ΕφΠειρ 1373/84 ΕΝΔ 13. 285). Ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό, είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως του μέσου ανθρώπου (ΟλΑΠ 15/1987, ΑΠ 623/2000 ΕλλΔνη 42. 84, ΑΠ 1264/2000 ΕλΜνη 41. 1468, ΑΠ 742/1998 ΕλλΔνη 39. 1440). Περίπτωση ανώτερης βίας συνιστά και η ορμητικότητα του ανέμου, η σφοδρότητα της θαλασσοταραχής και οι εν γένει εξαιρετικά δυσμενείς καιρικές συνθήκες, συνεπεία των οποίων το πλοίο αδυνατεί να κυβερνηθεί ή να παραμείνει προσδεδεμένο στο αγκυροβόλιο του, εφόσον τα καιρικά αυτά φαινόμενα δεν είναι δυνατόν να προβλεφθούν ούτε να αποτραπούν οι δυσμενείς συνέπειες τους με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως, έτσι ώστε το αποτέλεσμα να αποβαίνει αναπόφευκτο (ΕφΠειρ 274/1999ό.π.). Στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή πρόκειται για επίταση ήδη υφισταμένων δυσμενών καιρικών συνθηκών ή τα έντονα καιρικά φαινόμενα ήταν δυνατόν να προβλεφθούν από ορισμένες ατμοσφαιρικές ενδείξεις ή είχαν ήδη προαναγγελθεί με τα εκδιδόμενα σχετικώς από τις αρμόδιες υπηρεσίες (ΕΜΥ) δελτία καιρού, και ο πλοίαρχος δεν λαμβάνει εγκαίρως τις προφυλάξεις που υπαγορεύουν οι κανόνες της ναυτικής τέχνης και η ναυτική πείρα προς εξουδετέρωση του κινδύνου, δεν συνιστά περίπτωση ανώτερης βίας η πρόσκρουση ή σύγκρουση του πλοίου συνεπεία των έντονων αυτών καιρικών φαινομένων (ΕφΠειρ 1003/2003 ΕπΕμπΔ 2004.128, ΕφΠειρ 274/1999 ό.π.). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 926 ΑΚ, καθορίζονται στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Οι περιπτώσεις αυτές είναι τρεις α) κοινή πράξη περισσοτέρων προσώπων, β) παράλληλη ευθύνη περισσοτέρων προσώπων και γ) περιπτώσεις διαζευκτικής αιτιότητας. Στην πρώτη περίπτωση, η ζημία προέρχεται από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ο όρος κοινή πράξη λαμβάνεται με την ευρεία έννοια της αιτιώδους συμπράξεως ή συμμετοχής - με οποιαδήποτε μορφή - στην αδικοπραξία και ειδικότερα, είτε στην τέλεση της πράξεως, είτε στην επαγωγή της ζημίας. Έτσι εμπίπτει στην έννοια αυτή μεταξύ άλλων, και η μορφή συμμετοχής της παραυτουργίας, δηλαδή, η περίπτωση κατά την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα πραγματώνουν με τη συμπεριφορά τους ορισμένη αδικοπραξία, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους καμία συνεννόηση. Τέτοια περίπτωση υπάρχει και όταν από τη σύγκρουση δύο αυτοκινήτων, η οποία οφείλεται σε συνυπαιτιότητα και των δύο οδηγών, τραυματίζεται τρίτο πρόσωπο. Στη δεύτερη περίπτωση της παράλληλης ευθύνης, περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται από το νόμο αυτοτελώς το καθένα, για την αποκατάσταση της ίδιας ζημίας. Η περίπτωση αυτή μπορεί να υπάρχει στο πεδίο της αντικειμενικής, αλλά και της υποκειμενικής ευθύνης. Στην τρίτη περίπτωση η ζημία προήλθε από ανεξάρτητες πράξεις ή παραλείψεις περισσότερων προσώπων, οι οποίες αποτελούν όλες δυνατούς αιτιώδεις όρους επαγωγής της ζημίας, αλλά δεν μπορεί να εξακριβωθεί ποια συγκεκριμένη πράξη προκάλεσε πράγματι τη ζημία ή ποιο το ποσοστό συμβολής της κάθε μιας στην πρόκληση της ζημιάς (ΑΠ 1229/2013 ΧρΙΔ 2014.198. ΑΠ 1958/2009 ΝοΒ 2011.80, ΑΠ 901/2004 ηλ.ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, I. Δεληγιάννη - Π. Κορνηλάκη τ. IΙΙ, έκδ. 1992, σελ. 217, 225, ιδίως 222, 225). Όταν συντρέχει μια από τις πιο πάνω τρεις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 926 ΑΚ, θεμελιώνεται εις ολόκληρον ευθύνη των περισσοτέρων προσώπων, δηλαδή δημιουργείται παθητική ειςολόκληρον ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 481 ΑΚ. Προϋπόθεση όμως της εις ολόκληρον ευθύνης δεν είναι η κοινή εναγωγή από τον ζημιωθέντα περισσότερων προσώπων, φερόμενων ως συνοφειλετών, αλλά η πραγματική συνδρομή των νόμιμων όρων ευθύνης για τον κάθε συνοφειλέτη χωριστά. Εξάλλου, στην περίπτωση που ενάγονται περισσότεροι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι δεν μπορούν να αντιδικούν μεταξύ τους ούτε ως προς την ύπαρξη ούτε ως προς την έκταση της ευθύνης τους. Στη δίκη αποζημίωσης αν εναχθούν περισσότεροι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι δεν μπορούν αυτοί να ζητήσουν από το δικαστήριο να τους προσδιορίσει με την απόφαση του, το βαθμό συμμετοχής τους στο ατύχημα. Αυτό θα κριθεί στα πλαίσια της δίκης αναγωγής μεταξύ των εις ολόκληρον ευθυνόμενων (ΑΠ 1229/2013 ο.π.).


Με την πρώτη κύρια αγωγή, ο ενάγων εκθέτει ότι στον αναφερόμενο σ' αυτήν τόπο και χρόνο, από ατύχημα που προκλήθηκε εντός της θάλασσας, στη μαρίνα της Πάτρας, από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων ιδιοκτητών των εκεί ελλιμενισμένων σκαφών, προκλήθηκαν υλικές ζημιές στο επίσης στην ίδια μαρίνα ελλιμενισμένο σκάφος ιδιοκτησίας του, κατά την πρόσκρουση των σκαφών τους η οποία έγινε υπό τις συνθήκες που αναλυτικά περιγράφονται στην αγωγή. Για την αιτία αυτή, ζητεί μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος (άρθ.223 ΚΠολΔ), με διάταξη προσωρινά εκτελεστή, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας, να του καταβάλουν, για αποζημίωση και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το συνολικό ποσό των 68.589,38 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επέλευση του ατυχήματος, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Η αγωγή αρμόδια καθ' ύλην και κατά τόπο (άρθ. 14παρ.2, 22 ΚΠολΔ) και παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία (άρθ. 208επ. ΚΠολΔ). Είναι ορισμένη (άρθ. 216 παρ.1 ΚΠολΔ), πλην του κατωτέρω αναφερόμενου κονδυλίου αποζημίωσης και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330εδ.β', 346, 481 επ., 914, 932, 926 ΑΚ, 1, 236 ΚΙ ΝΔ, 907, 908 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος περί τοκοδοσίας από την επέλευση του ατυχήματος το οποίο είναι μη νόμιμο και απορριπτέο διότι ο ενάγων δεν επικαλείται προηγούμενη όχληση (άρθ.341 ΑΚ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία της, καθώς καταβλήθηκε το ανάλογο για το αντικείμενο της δικαστικό ένσημο με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το υπ' αριθ. 12877885/2015 διπλότυπα είσπραξης της ΔΟΥ Π Πατρών).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1 στοιχ. α', 291 και 292 ΚΠολΔ, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρων 1846, 1847 και 1858 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι ο αντίδικος του διαδίκου, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης λόγω θανάτου και ο ομόδικος του μπορούν να προκαλέσουν την επανάληψη της, προσκαλώντας τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, για το σκοπό αυτό, με κοινοποίηση δικογράφου. Αυτοί μπορούν να κοινοποιήσουν την πρόσκληση και πριν τη γνωστοποίηση του θανάτου μετά την παρέλευση της προθεσμίας που ορίζεται από το άρθρο 1847 ΑΚ για την αποδοχή ή αποποίηση της κληρονομιάς. Η επανάληψη της δίκης χωρεί αυτοδικαίως τριάντα ημέρες μετά την κοινοποίηση της πρόσκλησης. Η πρόσκληση αυτή γίνεται με κοινοποίηση δικογράφου που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διακοπείσα δίκη {ΑΠ 812/1994 ΕλΔνη 1997, 579, ΕφΑΘ 2732/1987 ΕλΔνη 29, 326, ΕφΘεσ 37/1990 Αρμ 1990, 108, ΕφΛαρ 179/2007 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2007.489). Την παραπάνω πρόσκληση, αναπληρώνει η κλήση προς συζήτηση αγωγής ή ενδίκου μέσου (ΑΠ 866/1977 ΝοΒ 26, 297, ΕφΑθ 2732/1987 ό.π). Στην προκείμενη περίπτωση, με την παραπάνω αίτηση-κλήση του ενάγοντος, νόμιμα επαναλαμβάνεται η δίκη στο πρόσωπο της κληρονόμου του δεύτερου εναγομένου της ανωτέρω κύριας αγωγής (τρίτης εναγομένης της ίδιας αγωγής), για τον οποίο επήλθε κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο συζήτησης της αγωγής στις 18.03.2014, βίαιη διακοπής της δίκης λόγω του επελθόντος θανάτου αυτού στις 06.12.2012 (βλ. το υπ' αριθ. 18790/27.06.2013 πιστοποιητικό της υπ' αριθ. 1261/06.12.2012 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του δήμου Πατρέων) και η οποία κληρονόμος σιωπηρώς αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομιά (βλ. τα 68/01.04.2013 πρακτικά δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης και το 805/27.03.2014 πιστοποιητικό μη αποποίησης κληρονομιάς του Ειρηνοδικείου Πατρών) (άρθ. 286, 291, 292 ΚΠολΔ).

Με την ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή, η τρίτη εναγομένη της κύριας αγωγής, αφού παραθέτει αυτολεξεί το περιεχόμενο της αγωγής, επικαλούμενη έγκυρη και ισχυρή σύμβαση ασφάλισης, ζητεί να παρέμβει υπέρ της η καθής η ανακοίνωση δίκης -προσεπίκληση και παρεμπιπτόντως εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία στην ανοιγείσα με την κύρια αγωγή δίκη και να υποχρεωθεί, με διάταξη προσωρινά εκτελεστή, να της καταβάλει το αιτούμενο με την αγωγή ποσό, άλλως, κάθε ποσό που αυτή θα υποχρεωθεί εκ της ανωτέρω κύριας αγωγής σε περίπτωση που αυτή γίνει δεκτή, να καταβάλει στον ενάγοντα της αγωγής, αποτελούμενο από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή στην κυρίως ενάγουσα. Η ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή, παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 31 ΚΠολΔ) κατά την ίδια τακτική διαδικασία και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των. άρθρων 340, 345, 361 ΑΚ, 1, 26 ν. 2496/1997. 1,8 ν. 2743/1999, 282, 283, 88, 91, 69 παρ.1 περ. ε', 907, 908 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν καθόσον για το αντικείμενο της καταβλήθηκε το ανάλογο δικαστικό ένσημο με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το υπ'αριθ. 12877851/2015 διπλότυπο είσπραξης της ΔΟΥ Γ Πατρών).