Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #αναίρεση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #αναίρεση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018

ΑΠ 389/18 : Τροχαίο ατύχημα - Ευθύνη Επικουρικού Κεφαλαίου - Ν.4092/12. Αναίρεση. Περιορισμός της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου με το Ν. 4092/12 - Ανώτατο όριο αποζημιώσεων και χρηματικής ικανοποίησης, καθώς και περιορισμός του επιτοκίου στο 6% για τον υπολογισμό των τόκων για την καταβολή των αποζημιώσεων - Ζήτημα αντίθεσης με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ.



Άρειος Πάγος 389/18 : Τροχαίο ατύχημα - Ευθύνη Επικουρικού Κεφαλαίου - Ν.4092/12. Αναίρεση. Περιορισμός της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου με το Ν. 4092/12 - Ανώτατο όριο αποζημιώσεων και χρηματικής ικανοποίησης, καθώς και περιορισμός του επιτοκίου στο 6% για τον υπολογισμό των τόκων για την καταβολή των αποζημιώσεων - Ζήτημα αντίθεσης με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Ειδικότερα,το ζήτημα εάν η επίμαχη νέα ρύθμιση του άρθρου 4 παρ. γ' του ν. 4092/2012, με την οποία περιορίζεται το όριο της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου ως προς το ύψος της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που πρέπει να καταβάλει στον παθόντα είναι ή όχι αντίθετη με τις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 του Σ., 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ και 1 της Δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30-12-1983, αφού χαρακτηρίστηκε γενικότερου ενδιαφέροντος, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου κι ως εκ τούτου για την ενότητα της νομολογίας και προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, ως προς το κρινόμενο αυτό σκέλος, πρέπει να ανασταλεί η πρόοδος της παρούσας δίκης, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση, για το ζήτημα αυτό, από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Αναιρετικοί λόγοι κατ' άρθρο 559 αρ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι το Εφετείο,  με το να μην εφαρμόσει τις επίμαχες διατάξεις του Ν. 4092/12, κατά το μέρος που περιορίζουν το ποσοστό των τόκων που βαρύνει το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο για την καταβολή από το τελευταίο αποζημιώσεων και χρηματικών ικανοποιήσεων, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, το νόμο. Απορρίπτει την αναίρεση της 742/2016 απόφασης του ΜονΕφΘεσ κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας και αναβάλλει, κατά τα λοιπά, τη συζήτηση μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου


ΑΡΙΘΜΟΣ 389/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
  
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου -Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 12 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία ‘’ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ’’, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «…», της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε για παράβαση νόμου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ΓΜ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Α. Ζ. – Σ., το γένος Χ. Π., κατοίκου …, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου και καθολικής διαδόχου (με ποσοστό κληρονομικής μερίδας 1/4) του αποβιώσαντος στις 13-11-2011 αρχικού διαδίκου Α. Ζ. – Σ. του Χ. και 2) Μ. Ζ. – Σ. του Α., κατοίκου …, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου και καθολικής διαδόχου (με ποσοστό κληρονομικής μερίδας 3/4) του αποβιώσαντος στις 13-11-2011 αρχικού διαδίκου Α. Ζ. – Σ. του Χ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ΘΖ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Α. Ζ. - Σ. , που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών και συνεκδικάστηκε με τις από 7-1-2011 και 17-2-2012 αγωγές του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και των Β. Φ. και Α. Φ., αντίστοιχα, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 742/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-12-2016 αίτηση του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο τέταρτο, παρ. γ', του ν. 4092/2012, που ισχύει από 8-11-2012, αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 489/1976 (που κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 237/1986), όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 37 παρ. 26 του ν. 2496/1997, και εισήχθησαν ρυθμίσεις, ως προς την ευθύνη του «Επικουρικού Κεφαλαίου», βάσει των οποίων α) τέθηκε, ως ανώτατο όριο, στη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, το χρηματικό ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο, β) ειδικά, για την περίπτωση ευθύνης του «Επικουρικού Κεφαλαίου», εξαιτίας ατυχήματος που προκλήθηκε από αυτοκίνητο, καλυπτόμενο, ως προς την αστική ευθύνη έναντι τρίτων, από ασφαλιστική εταιρεία, η οποία πτώχευσε ή της οποίας ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας ή η εκτέλεση σε βάρος της απέβη άκαρπη, ορίστηκε κλιμακωτά η υποχρέωση του να καταβάλει την αποζημίωση που επιδικάστηκε (με ανώτατο όριο 100.000 ευρώ, με εξαίρεση για τα πρόσωπα που ζημιώθηκαν με αναπηρία) και γ) ορίστηκε ότι οι ρυθμίσεις αυτές καταλαμβάνουν και τις ήδη γεννημένες αξιώσεις κατά του «Επικουρικού Κεφαλαίου», χωρίς, πάντως, να θίγονται αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση. Επίσης, με άλλο εδάφιο στην ίδια γ' παράγραφο του άρθρου αυτού, διατηρήθηκε η πρόβλεψη ότι οι τόκοι που βαρύνουν το «Επικουρικό Κεφάλαιο» για την καταβολή αποζημιώσεων και χρηματικών ικανοποιήσεων υπολογίζονται με επιτόκιο 6% ετησίως που μπορεί να μεταβάλλεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μετά από εισήγηση της Τράπεζας της Ελλάδας. Όμως, οι νέες αυτές διατάξεις είναι αντίθετες 1) όσον αφορά εκείνες, με τις οποίες εισάγεται περιορισμός στα ποσά που επιδικάζονται ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, έναντι του αναιρεσείοντος, στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 της οδηγίας 72/166 του Συμβουλίου της 24-4-1972 και στην παράγραφο 4 του άρθρου 1 της Δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30-12-1983 (84/5/ΕΟΚ), αλλά και στο άρθρο 25 παρ. 1 εδάφ. 6' του Συντάγματος, ενώ, κατά το μέρος που η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει και τις ήδη γεννημένες αξιώσεις κατά του αναιρεσείοντος, αντίκειται στα άρθρα 17 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ»), που κυρώθηκε εκ νέου (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη, έναντι των νόμων, ισχύ (ΑΠ Ολομ., 5/2017, 4/2017) και 2) όσον αφορά εκείνες που περιορίζουν το ύψος του επιτοκίου, στα άρθρα 4 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδάφ. δ' του Συντάγματος, 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997) και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της «ΕΣΔΑ» (ΑΠ Ολομ., 5/2017, 4/2017 και 3/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης 742/2016 απόφασης του, δικάζοντας, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, επί της από 12-2-2014 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης .../6-3-2014 έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ με την επωνυμία «…», ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας «….», της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, κατά της πρωτόδικης 15/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την έφεση αυτή (που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη), επικυρώνοντας, κατά τούτο, την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε δεχθεί, κατά ένα μέρος, την ένδικη, από 12-10-2010, αγωγή, από αδικοπραξία (τροχαίο ατύχημα), των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και του δικαιοπαρόχου τους Α. Ζ. - Σ. (συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα) που πέθανε, μετά την άσκηση της αγωγής, στις 13-11-2011 και επιδίκασε σε αυτούς, με τον νόμιμο τόκο, αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από τον τραυματισμό τους κατά το επίδικο τροχαίο ατύχημα της 28-9-2008, συνολικού ποσού 4.619,60 ευρώ και 15.058,80 ευρώ, αντίστοιχα, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις. Αρνήθηκε, όμως, να εφαρμόσει τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 4092/2012, χωρίς, πάντως, να αιτιολογήσει την κρίση του αυτή, απορρίπτοντας, ως αβάσιμους, τους σχετικούς αντίθετους έκτο και έβδομο λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δηλαδή με το να μην εφαρμόσει τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις του ν. 4092/2012, που τροποποίησαν το άρθρο 19 του ν. 489/1976, κατά το μέρος που περιορίζουν το ποσοστό των τόκων που βαρύνει το αναιρεσειον για την καταβολή από το τελευταίο αποζημιώσεων και χρηματικών ικανοποιήσεων, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, το νόμο, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας.
Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' και 19 ΚΠολΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη τους, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2018

ΑΠ 101/2018 - ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΗ ΑΠΑΤΗ ΜΕ ΖΗΜΙΑ ΑΝΩ ΤΩΝ 120.000 ΕΥΡΩ. Αναιρείται για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς το δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε σε αρνητιικούς ισχυρισμούς αναφορικά με την δόλια προαίρεση του κατηγορουμένου



Με την τελευταία αυτή απόφασή του ο Άρειος Πάγος διευρύνει το πεδίο της υποχρέωσης του δικαστηρίου να απαντήσει σε κάθε επιχείρημα και ισχυρισμό του κατηγορουμένου. Στο πλαίσιο αυτό αναίρεσε απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς το δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε σε ισχυρισμούς του κατηγορουμένου με τους οποίους αυτός αρνήθηκε την δόλια προαίρεσή του για την τέλεση της πράξης της απάτης, διαλαμβάνοντας μεταξύ άλλων τα εξής: «με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου, που επικυρώθηκε με το ΝΔ 53/19/20-9-1974, κατά την οποία «παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως. Κατ’ αυτό, η πολιτεία, μέσω των οργάνων της οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι. Παραβίαση της ως άνω αρχής πέραν της αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και 171 παρ. 1 δ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως». Ειδικότερα με την παραπάνω απόφαση αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία ο εκεί αναιρεσείων καταδικάστηκε για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, καθώς κρίθηκε ότι : «… δεν εκτίθεται παντελώς η θέση του Δικαστηρίου επί του αρνητικού ισχυρισμού που προτάθηκε στο ακροατήριο ότι δεν έχει εκδώσει αυτός (αναιρεσείων) την κρινόμενη επιταγή, αλλά ο αδελφός του, ούτε επίσης απάντησε επί του ισχυρισμού περί διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης προς επιβεβαίωση του ισχυρισμού του, για τον οποίο κατέθεσε στο ακροατήριο η σύζυγος του ανωτέρω αδελφού του κατηγορουμένου. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ’ ΚΠοινΔ προσβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως και ο περιλαμβανόμενος σ’ αυτόν λόγος περί απόλυτης ακυρότητας (αρ. 510 § 1Α’ και 171 ΚΠοινΔ), διότι εκ της ως άνω μη απαντήσεως επί των ισχυρισμών του, στέρησε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο του δικαιώματος για δίκαιη δίκη, που παρέχεται από το υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρ. 28 §1 της ΕΣΔΑ)…».

πηγή : http://kosmatos-lampakis.gr


Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2017

ΑρΠάγος 532/16 : "Σύμβαση έργου - Προθεσμία αναίρεσης - Δικαστική ομολογία - Επιστροφή παραβόλου ενδίκων μέσων - Λόγοι αναίρεσης. Το εμπρόθεσμο της αναίρεσης, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως"


Το εμπρόθεσμο της αναίρεσης, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως. Ο αναιρετικός λόγος της περ. 11 άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία. Δικαστική ομολογία είναι μόνο εκείνη που αποσκοπεί στην αποδοχή του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος και πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη. Αν το ένδικο μέσο γίνει δεκτό και εξαφανισθεί εν όλω ή εν μέρει η απόφαση, ο διάδικος, που το άσκησε, θεωρείται νικήσας, δικαιούμενος εντεύθεν της επιστροφής του, ανεξαρτήτως αν η τελική κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της υποθέσεως είναι ή όχι ευνοϊκότερη γι’ αυτόν. Η διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, αν και συστηματικώς εντάσσεται στο δικονομικό δίκαιο, ελέγχεται αναιρετικώς με το λόγο της περ. 1 άρθρου ΚΠολΔ, αφού το θεσπιζόμενο δι’ αυτής, επί ποινή απαραδέκτου για την άσκηση των ενδίκων μέσων, παράβολο συνιστά προϋπόθεση για την ουσιαστική διερεύνηση της υποθέσεως, της οποίας η έκβαση καθορίζει και την τύχη του κατατεθέντος παραβόλου. Εν προκειμένω εσφαλμένως η προσβαλλομένη απόφαση, αν και έκανε δεκτή την έφεση, διέταξε την εισαγωγή του παραβόλου άσκησής της στο δημόσιο ταμείο. Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 6503/14 απόφαση του ΕφΑθηνών, κρατεί και δικάζει.

Αριθμός 532/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΒΣ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας "...", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΜΧ, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3190/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 6503/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9-3-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 11-11-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου και την παραδοχή του δεύτερου λόγου της από 9-3-2015 αιτήσεως της Α. Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6503/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, "αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης", κατά δε αυτή του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά (έγγραφα) στοιχεία της δικογραφίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται, συνομολογεί δε άλλωστε και η αναιρεσίβλητη, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε σ’ αυτήν στις 6-2-2015 και συνεπώς η ασκηθείσα παραδεκτά, με κατάθεση στην γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, στις 9-3-2015, ένδικη αίτηση αναιρέσεως, ενόψει του ότι η 8-3-2015, τελευταία ημέρα της προθεσμίας των τριάντα ημερών ήταν Κυριακή (άρθρο 1 παρ. 12 εδ. α’ του ν. 1157/1981), είναι εμπρόθεσμη. Ως εκ τούτου, η ένσταση της αναιρεσίβλητης, προβαλλόμενη παραδεκτά με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της (άρθρο 570 παρ. 1ΚΠολΔ), περί απαραδέκτου της αναιρέσεως λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, για τη θεμελίωση της οποίας αυτή ισχυρίζεται ότι ως εναρκτήρια ημέρα της τριακονθήμερης προθεσμίας, πρέπει να θεωρηθεί η 20-12-2014, δηλαδή η επομένη της είσπραξης από την αναιρεσείουσα των επιδικασθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσών, κατόπιν κοινής συμφωνίας τους, είναι μη νόμιμη. Ούτε άλλωστε μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η άσκηση της αναιρέσεως εκ μέρους της, παρά την είσπραξη των επιδικασθέντων ποσών, εφόσον όπως και η αναιρεσίβλητη συνομολογεί, ρητώς επιφυλάχθηκαν οι διάδικοι με έγγραφη δήλωσή τους στην απόδειξη είσπραξης "για ένδικα μέσα κατά της παραπάνω αποφάσεως από αμφότερες τις πλευρές αν κριθεί αναγκαίο".
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του ως άνω λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη των προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μόνο αν από την γενική αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα τοιαύτα. Επίσης ο αυτός ως άνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, την οποία είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία. Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 339, 352 παρ. 1 και 353 του Κ.Πολ.Δ., δεν αποτελεί δικαστική ομολογία οποιαδήποτε τοιαύτη, αλλά εκείνη που αποσκοπεί στην αποδοχή του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρισίμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεώς του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (Α.Π 2047/2014). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στου οποίου το πραγματικό πρέπει να ανταποκρίνονται οι παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984).

Τρίτη 17 Μαΐου 2016

ΑΠ. 907/2015 Απόφαση (Γ’ Πολιτικού Τμήματος) : "Η αναίρεση που ασκείται από τον διάδικο υπέρ του οποίου έχει ασκηθεί πρόσθετη παρέμβαση δεν απαιτείται να απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται περί αυτοτελούς ή μη αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως. Η αναίρεση του μετά από προσεπίκληση ως υποχρέου σε αποζημίωση προσθέτως παρεμβαίνοντος απευθύνεται μόνον κατά του αντιδίκου του, που νίκησε και όχι κατά του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε πρόσθετη παρέμβαση"


(…) Η αναίρεση που ασκείται από τον διάδικο υπέρ του οποίου έχει ασκηθεί πρόσθετη παρέμβαση δεν απαιτείται να απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται περί αυτοτελούς ή μη αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως. Η αναίρεση του μετά από προσεπίκληση ως υποχρέου σε αποζημίωση προσθέτως παρεμβαίνοντος απευθύνεται μόνον κατά του αντιδίκου του, που νίκησε και όχι κατά του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 ΚΠολΔ) το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάζει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο συζητήθηκαν 1) η από 18/12/2013 αίτηση αναιρέσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «….», 2) η από 3-4-2014 αίτηση αναιρέσεως του Δήμου …. και 3) η από 10-9-2014 αίτηση αναιρέσεως της ……, οι οποίες στρέφονται κατά της 6357/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν επειδή είναι συναφείς και έτσι διευκολύνονται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246, 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα και αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου την ένδικη αγωγή, με την οποία ζήτησε, επικαλούμενη κυριότητα στο επίδικο ακίνητο, 2 δικαίωμα που απέκτησε παραγώγως ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μητέρας της, η οποία (κληρονομουμένη) είχε τελεσιδίκως με απόφαση του Εφετείου αναγνωρισθεί κυρία του επιδίκου, στα πλαίσια προγενέστερης δίκης μεταξύ αυτής και της δικαιοπαρόχου της επίσης αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητης ……. Α.Ε., κατά τη διάρκεια της οποίας στον πρώτο βαθμό απεβίωσε και στη δικονομική της θέση αυτή υπεισήλθε υπό την προεκτεθείσα ιδιότητα, να υποχρεωθεί η τελευταία, που κατέχει και νέμεται τούτο χωρίς δικαίωμα να της το αποδώσει, διαφορετικά σε περίπτωση αδυναμίας απόδοσης αυτού, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της ίδιας να της καταβάλει αποζημίωση ισόποση με την εμπορική του αξία, καθώς επίσης να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της στην απόδοση των ωφελημάτων τα οποία απέκτησε από την αποκλειστική χρήση του επιδίκου, ως κακής πίστεως νομέας και κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Η εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, και αναιρεσίβλητη …….. Α.Ε. άσκησε κατά της παραπάνω ενάγουσας ανταγωγή ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία ζήτησε, επικαλούμενη τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 1010 ΑΚ (ενοικοδόμηση κατά ένα μέρος σε γειτονικό ακίνητο) και εφόσον γίνει δεκτό το αγωγικό αίτημα περί αποδόσεως του επιδίκου, να επιδικασθεί σ' αυτήν η κυριότητα τούτου με την καταβολή αποζημιώσεως. Περαιτέρω η ίδια (……. Α.Ε.), με αυτοτελές δικόγραφo προσεπικάλεσε τον ήδη αναιρεσείοντα και αναιρεσίβλητο, Δήμο ….., δικαιοπάροχο της και πωλητή του επιδίκου, ως δικονομικό εγγυητή της, ενώνοντας στην προσεπίκληση και αγωγή αποζημιώσεως, ζήτησε δε να παρέμβει στην εκκρεμή δίκη προς υποστήριξη της και σε περίπτωση ήττας της να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του να της καταβάλει ότι υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα με την κύρια αγωγή ήδη αναιρεσείουσα και αναιρεσίβλητη.
Ο προσεπικληθείς δικαιοπάροχος άσκησε με ίδιο δικόγραφο πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εναγομένης-αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητης.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο 1) δέχθηκε κατά ένα μέρος την κύρια αγωγή ως προς την επικουρική της βάση που στήριζε την αξίωση της ενάγουσας στην καταβολή αποζημιώσεως για την περίπτωση αδυναμίας απόδοσης του επιδίκου και αναγνώρισε την υποχρέωση της τελευταίας να 3 καταβάλει στην ενάγουσα της κύριας αγωγής τα αναφερόμενα σ' αυτήν χρηματικά ποσά, που αντιπροσωπεύουν τόσον αποζημίωση αυτής λόγω αδυναμίας απόδοσης του επιδίκου, όσον και τα ωφελήματα που απέκτησε αυτή ως κακής πίστεως νομέας 2) δέχθηκε κατ' ουσίαν την παρεμπίπτουσα αγωγή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του προσθέτως παρεμβάντος και παρεμπιπτόντως εναγομένου, Δήμου να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ……. Α.Ε. τα παραπάνω χρηματικά ποσά καθώς και τα δικαστικά έξοδα και 3) απέρριψε κατ' ουσίαν την ανταγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση.

Επί των αντιθέτων εφέσεων που ασκήθηκαν από όλους τους διαδίκους εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της ενάγουσας με την κύρια αγωγή, έγιναν κατ' ουσίαν δεκτές οι εφέσεις της εναγομένης και παρεμπιπτόντως ενάγουσας, καθώς και του παρεμπιπτόντως εναγομένου και προσθέτως παρεμβάντος και εξαφανίσθηκε η εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση μόνον κατά το μέρος που αφορούσε το ύψος των επιδικασθέντων για τις προαναφερόμενες αιτίες αποζημιώσεων το ποσόν των οποίων μείωσε. Η τελευταία αυτή απόφαση προσβάλλεται με τις τρεις αναιρέσεις.

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1, 82, 83 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αναίρεση που ασκείται από το διάδικο υπέρ του οποίου έχει ασκηθεί πρόσθετη παρέμβαση δεν απαιτείται να απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται περί αυτοτελούς ή μη αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης. Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73, 80, 82, 84, 85, 88, 285 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι κατά τελεσίδικης απόφασης έχει δικαίωμα αυτοτελούς αναίρεσης και ο μετά από προσεπίκληση, ως υπόχρεος σε αποζημίωση προσθέτως παρεμβάς, όχι μόνον όταν ανέλαβε το δικαστικό αγώνα και έθεσε τον υπερ’ού η παρέμβαση διάδικο εκτός δίκης αλλά και όταν δεν ανέλαβε μεν το δικαστικό αγώνα, καταδικάσθηκε όμως από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση σε αποζημίωση του υπερ’ού παρενέβη, μετά από προσεπίκληση του τελευταίου τούτου, ο οποίος σώρευσε και παρεμπίπτουσα κατά του παρεμβάντος αγωγή αποζημίωσης του, γιατί και στην περίπτωση αυτή, κατά 4 την οποία διευρύνονται τα υποκειμενικά όρια της δίκης έχει έννομο συμφέρον, ως διάδικος βλαπτόμενος από τις επιβλαβείς γι’ αυτόν διατάξεις της απόφασης, να προσβάλει αυτήν κατά το κεφάλαιο της, το συνεχόμενο αμέσως ή εμμέσως με την καταδίκη του σε αποζημίωση, αφού αυτός τελικά φέρει την ευθύνη από την απώλεια της δίκης. Η αναίρεση όμως απευθύνεται μόνον κατά του αντιδίκου του, που νίκησε και όχι κατά του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε πρόσθετη παρέμβαση.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…. Α.Ε.» κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Δήμου …, ο οποίος όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση είχε πρωτοδίκως και κατ' έφεση την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβάντος υπέρ της παραπάνω αναιρεσείουσας, καθώς και η αίτηση αναίρεσης του Δήμου …. κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης (ήδη παραπάνω αναιρεσείουσας εταιρείας) πρέπει να απορριφθούν κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) ως απαράδεκτες.