Δευτέρα 29 Φεβρουαρίου 2016

ΑΠ 1175/2015 : "Αναγκαστική απαλλοτρίωση, προσδιορισμός αποζημίωσης. ΦΠΑ επί της δικηγορικής αμοιβής"


Περίληψη : "Από τις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντ/τος, 13 και 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, 189 του Κ.Πολ.Δ. και 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων, συνάγεται ότι η αμοιβή την οποία καταβάλλει ο δικαιούχος της αποζημιώσεως που οφείλεται από απαλλοτρίωση στον δικηγόρο του για τη σύνταξη αιτήσεως, ανταιτήσεως, κυρίας παρεμβάσεως ή προτάσεων, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη της αποζημιώσεως, αποτελεί παρακολούθημα της αποζημιώσεως, προσαυξάνει το ποσό της, βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημιώσεως και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος του τελευταίου και να περιέρχεται στον δικαιούχο, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημιώσεως (ΟλΑΠ 17/2000, ΑΠ 502/ 2005). 
Επίσης, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 του Συντάγματος, 1, 2 παρ. 1 περ. α’ , 3, 19 παρ. 1 του Ν. 2859/2000, 62 παρ. 3 του Ν. 3842/2010, σύμφωνα με την οποία δεν απαλλάσσεται πλέον του Φ.Π.Α. η παροχή υπηρεσιών από δικηγόρους και 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, προκύπτει ότι ο ανωτέρω φόρος προστιθέμενης αξίας επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεο σε βάρος του αντισυμβαλλομένου του, ήτοι, στην προκειμένη περίπτωση, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο που παρέχει τις υπηρεσίας του στο δικαιούχο της αποζημίωσης, δηλαδή στον εντολέα του και δικαιούχο της αποζημίωσης, επιπρόσθετα δε ότι βαρυνόμενος κατά νόμο με την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης είναι ο υπόχρεος σε αποζημίωση, ο οποίος υποχρεούται, συνεπώς, να καταβάλει και τον αναλογούντα επί της ως άνω αμοιβής Φ.Π.Α., άλλως θίγεται η πληρότητα της καταβαλλόμενης αποζημίωσης και φαλκιδεύεται αυτή κατά παράβαση της συνταγματικής επιταγής περί καταβολής πλήρους αποζημίωσης".

Αριθμός 1175/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία " Γ. Κ. και Σία ΕΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ι Χ, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 29-1-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομίας (πρώην Οικονομίας και Οικονομικών) και ΥΠΟ.ΜΕ.ΔΙ. (πρώην ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.), που κατοικοεδρεύουν στην ... και τον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδος (πρώην Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας), που κατοικοεδρεύει στη ... το οποίο εκπροσωπήθηκε από την ΣΔ, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2009 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος απαλλοτριώσεως της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο ... και συνεκδικάστηκε με την από 30-10-2009 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, καθώς και με αιτήσεις άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκε η 287/2013 απόφαση του Εφετείου ... την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-6-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 10-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι της από 23-6-2014 και με αριθμό κατάθεσης 35/2014 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 287/2013 αποφάσεως του Εφετείου ... που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων των άρθρων 18 επ. του Ν. 2882/2001. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. 
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια τη διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (Ολομ.ΑΠ 3/1997, Ολομ.ΑΠ 11/1996, Ολομ.ΑΠ 469/1984) και γενικότερα οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως. Εξάλλου, ο ως άνω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, όπως και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει, εκ των πραγμάτων, προβληθέντα ισχυρισμό, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που τον συγκροτούν (ΑΠ 1363/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για τον καθορισμό της αξίας του εδάφους του ακινήτου της που απαλλοτριώθηκε τους προταθέντες ισχυρισμούς της που αφορούσαν την πρόσοδο του ακινήτου, την οικοπεδική αξία του ακινήτου και τα σημαντικά έργα υποδομής για την οικοδομική του αξιοποίηση και με τον δεύτερο, κατά το τρίτο σκέλος του λόγο αναιρέσεως, αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για την ίδια πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β’ του Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως και για το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση τμήμα της ιδιοκτησίας της τον προταθέντα ισχυρισμό της ότι το εναπομένον τμήμα του ακινήτου της ιδιοκτησίας της δεν αποκτά πρόσωπο σε παράπλευρη οδό καθώς δεν επιβαρύνεται με αυτοαποζημίωση και υποχρεώσεις προς τρίτες ιδιοκτησίες. Όμως, τους ως άνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, οι οποίοι αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα που επιδρούν αυξητικά επί της αξίας του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε και επί της μειώσεως της αξίας του εναπομείναντος μετά την απαλλοτρίωση τμήματός του, από τα οποία επιχειρήματα προκύπτει η αξία του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε και η τυχόν μείωση της αξίας του εναπομείναντος μετά την απαλλοτρίωση τμήματός του, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο τους έλαβε υπόψη του και μάλιστα κατά ένα μέρος δέχθηκε και κατά άλλο μέρος απέρριψε, εκ των πραγμάτων, τους προταθέντες ισχυρισμούς (επιχειρήματα) της αναιρεσείουσας που αφορούσαν την πρόσοδο του ακινήτου, την οικοπεδική αξία του ακινήτου, τα σημαντικά έργα υποδομής για την οικοδομική του αξιοποίηση και ότι το εναπομένον τμήμα του ακινήτου της ιδιοκτησίας της δεν αποκτά πρόσωπο σε παράπλευρη οδό, δεχόμενο, μεταξύ άλλων, ότι "τα απαλλοτριούμενα ακίνητα... βρίσκονται εκατέρωθεν του αυτοκινητόδρομου ... στην ΧΘ 343+000 και συγκεκριμένα 3 χιλιόμετρα βορειοδυτικά του οικισμού της ... 4 ΚΜ νοτιοανατολικά της εισόδου 1 (από ...) προς την πόλη της ... 13 ΚΜ νοτιοανατολικά από το κέντρο της ... 2 ΚΜ νοτιοανατολικά του ανισόπεδου κόμβου της επαρχιακής οδού που συνδέει τους οικισμούς ... και ... και 7 ΚΜ νοτιοανατολικά των διοδίων .... Στην είσοδο 1 της πόλης της ... υπάρχει ανισόπεδος κόμβος (ο κόμβος της ...) όπου βρίσκεται το εμπορικό πάρκο της ... που περιλαμβάνει πολυκαταστήματα όπως τα IKEA, Leroy Merlin καθώς και την κλινική ΙΑΣΩ. Η εγγύς περιοχή είναι γεωργικής κυρίως χρήσης [κυρίως καλλιεργούνται με βαμβάκι, σιτηρά, και καλαμπόκι], λόγω όμως της προβολής στον αυτοκινητόδρομο υπάρχουν παρακείμενες επιχειρηματικές δραστηριότητες, όπως η μονάδα επεξεργασίας ξηρών καρπών Ν., η επιπλοποιία Β. καθώς και φωτοβολταϊκά πάρκα. Η αρτιότητα των απαλλοτριούμενων ακινήτων κατά τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις είναι εκείνη που ισχύει για τα εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης οικισμού ακίνητα. Στην ευρύτερη περιοχή και σε ακτίνα 4-5 ΚΜ παρατηρούνται οικιστικές χρήσεις, το γεγονός δε ότι έχουν προβολή στην Εθνική Οδό τους προσδίδει δυνατότητα περαιτέρω αξιοποίησης. Από πλευράς υποδομής η περιοχή εξυπηρετείται από δίκτυα των Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας (ΔΕΗ, ΟΤΕ) και συγκοινωνιακά εξυπηρετείται από τον οδικό άξονα της ... και τους παράδρομους αυτού από τις υπεραστικές και τοπικές αστικές λεωφορειακές γραμμές" και ότι "οι ισχυρισμοί όμως αυτοί αποδείχθηκε ότι είναι αβάσιμοι στην ουσία τους, καθόσον η συνέχεια του παράπλευρου δρόμου αποκαθίσταται, αφού αυτός οδεύει περιμετρικά των ορίων του Σταθμού Εξυπηρέτησης Αυτοκινήτων, με αποτέλεσμα να αυξάνει η δυνατότητα πρόσβασης στον και από τον παράπλευρο δρόμο σχεδόν σε όλο το μήκος της νοτιοανατολικής πλευράς του εναπομείναντος γηπέδου". Κατά συνέπεια, οι άνω λόγοι αναιρέσεως (πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος και δεύτερος, κατά το τρίτο σκέλος, από τον αριθμό 8 περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημιώσεως, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του δικαστηρίου της αιτήσεως καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού σε περίπτωση παραλείψεως του προσωρινού) της αποζημιώσεως αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου. Εξάλλου, στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ. τελευτ. του Ν. 2882/2001 Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α.), όπως το εδάφιο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν.3193/2003, ορίζεται ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριουμένου". Ως πρόσοδος, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμεταλλεύσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου ως εκ του είδους, της θέσεως, της μορφής και του προορισμού του, σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται. Έτσι, ως κριτήριο διαφοροποιήσεως και στοιχείο αξιολογήσεως αποτελεί, προκειμένου περί οικοδομής, το είδος της κατασκευής, η παλαιότητα, ο αριθμός των ορόφων, το εμβαδόν, το είδος της χρήσεως κ.α. Όμως, η πιο πάνω διάταξη δεν καθιερώνει αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο κριτήρια για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται αυτή στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν θα τα λάβει υπόψη ή θα λάβει υπόψη άλλα κριτήρια, αλλά παρέχει μόνον οδηγίες για το πώς πρέπει να καθορίζεται η πραγματική αξία και επιτρέπει στο δικαστήριο να λάβει υπόψη για το σκοπό αυτό, αφού χρησιμοποιεί τη λέξη "ιδίως", κάθε πρόσφορο κατά την ανέλεγκτη κρίση του συγκριτικό στοιχείο, εφόσον το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1782/2008). Ενόψει τούτων, η μη παράθεση στην απόφαση κάποιων από τα προαναφερόμενα κριτήρια και στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη επί απαλλοτριουμένου ακινήτου για τη διακρίβωση της πραγματικής αξίας του, δεδομένου μάλιστα ότι αυτά αποτελούν απλούς προσδιοριστικούς της διαγνώσεως της αξίας του παράγοντες, δεν προσδίδουν στην απόφαση έλλειψη νομίμου βάσεως, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, ως προς τον καθορισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου και γι’ αυτό, στην περίπτωση αυτή, δεν στοιχειοθετείται η προβλεπόμενη από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στο Εφετείο πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., διότι κατά τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης του απαλλοτριουμένου ακινήτου δεν έλαβε υπόψη την κατά προορισμό χρήση του ακινήτου (κύρια και δευτερεύουσα) και την πρόσοδό του, με συνέπεια τον καθορισμό ιδιαίτερα χαμηλής τιμής. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, ανεξάρτητα από το ότι είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν, αφού από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, για τον καθορισμό της πλήρους αποζημιώσεως για την αξία του εδάφους του απαλλοτριωθέντος ακίνητου, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 13 παρ. 1 του Κ.Α.Α.Α., αλλά διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ως προς το ζήτημα αυτό πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, με συνέπεια η απόφασή του να μην στερείται νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα, υπό το πρόσχημα της απλής επίκλησης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 7 και 8 του Ν. 2882/2001 (Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων - Κ.Α.Α.Α.), η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 6 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στη διαδικασία του οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης στο εφετείο, ορίζει ότι "η συζήτηση στο ακροατήριο πρέπει να τερματίζεται σε μία δικάσιμο. Απόφαση για απόδειξη δεν εκδίδεται. Οι διάδικοι μέχρι να τελειώσει η συζήτηση στο ακροατήριο υποχρεούνται να προσάγουν όλα τα αποδεικτικά μέσα. Ο γραμματέας υποχρεούται να καταχωρίσει στα πρακτικά τους ουσιώδεις ισχυρισμούς των διαδίκων και τις καταθέσεις των μαρτύρων και να μνημονεύσει τα έγγραφα που προσήχθησαν από τους διαδίκους. Οι διάδικοι δύνανται να καταθέσουν υπόμνημα, στο οποίο να αναπτύσσουν τους ισχυρισμούς που πρόβαλαν μέσα σε δύο ημέρες από τη συζήτηση και να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς του αντιδίκου τους μέσα στην επόμενη ημέρα". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην ειδική διαδικασία του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως του απαλλοτριωμένου ακινήτου, οι διάδικοι, μέχρι το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο, υποχρεούνται να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ο δε γραμματέας υποχρεούται να καταχωρίσει στα πρακτικά τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και να μνημονεύσει τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα. Οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι, αλλά δύνανται, να καταθέσουν προτάσεις ή υπόμνημα. Αν όμως καταθέσουν υπόμνημα και προσκομίσουν έγγραφα προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, προκειμένου να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο, πρέπει να τα μνημονεύσουν και να τα προσκομίσουν μέχρι να τελειώσει η συζήτηση στο ακροατήριο. Και τούτο για να καθορίζεται και να αποδεικνύεται ποία αποδεικτικά μέσα δικαιούται και υποχρεούται το δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη.
Συνεπώς, αν δεν αποδεικνύεται ούτε από τα πρακτικά του δικαστηρίου, ούτε από τις προτάσεις των διαδίκων ότι προσκομίστηκαν τα έγγραφα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, θεωρούνται αυτά ότι δεν προσκομίστηκαν, οπότε το δικαστήριο υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. β’ του Κ.Πολ.Δ., κατά το οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων για τον οριστικό καθορισμό της αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου της αναιρεσείουσας, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμά του επί της ουσίας της υποθέσεως ως προς την μείωση της αξίας του εναπομείναντος μετά την απαλλοτρίωση τμήματος του ακινήτου της αναιρεσείουσας εκ του ότι αυτό δεν έχει μετά την απαλλοτρίωση του τμήματός του προσπέλαση στον παράπλευρο δρόμο της εθνικής οδού, δέχθηκε τα εξής: "Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί αποδείχθηκε ότι είναι αβάσιμοι στην ουσία τους, καθόσον η συνέχεια του παράπλευρου δρόμου αποκαθίσταται, αφού αυτός οδεύει περιμετρικά των ορίων του Σταθμού Εξυπηρέτησης Αυτοκινήτων, με αποτέλεσμα να αυξάνει η δυνατότητα πρόσβασης σ’ αυτόν και από τον παράπλευρο δρόμο σχεδόν σε όλο το μήκος της νοτιοανατολικής πλευράς του εναπομείναντος γηπέδου, όπως αυτό προκύπτει από τη συνημμένη στην τεχνική έκθεση του συντάξαντος αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Δ. Β., μελέτη εφαρμογής των ΣΕΑ". Έτσι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για να απορρίψει τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί μειώσεως της αξίας του εναπομείναντος μετά την απαλλοτρίωση τμήματος του ακινήτου της λόγω στερήσεως προσπελάσεώς του στον παράπλευρο της εθνικής οδού δρόμο, έλαβε υπόψη του και εκτίμησε ως αποδεικτικό στοιχείο, όχι την τεχνική έκθεση του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Δ. Β., αλλά την μελέτη εφαρμογής των ΣΕΑ, την οποία το Ελληνικό Δημόσιο προσκόμισε και επικαλείτο με τις προτάσεις του (βλ. τις προτάσεις του που αφορούν την απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας, όπου αναφέρεται στην μελέτη εφαρμογής των ΣΕΑ και στο προσκομιζόμενο διάγραμμά της), τις οποίες κατέθεσε στο Εφετείο επί της έδρας κατά τη συζήτηση του οριστικού καθορισμού της αποζημιώσεως, όπως τούτο βεβαιώνεται στα πρακτικά συνεδριάσεως του Εφετείου, στα οποία αναφέρεται ότι "οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις γραπτές προτάσεις τους, που κατέθεσαν και ζήτησαν αυτά που σημειώνονται σ’ αυτές". Κατά συνέπεια, αφού το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για να απορρίψει τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί μειώσεως της αξίας του εναπομείναντος μετά την απαλλοτρίωση τμήματος του ακινήτου της λόγω στερήσεως προσπελάσεώς του στον παράπλευρο της εθνικής οδού δρόμο την τεχνική έκθεση του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Δ. Β., αλλά την μελέτη εφαρμογής των ΣΕΑ, δηλαδή έγγραφο που επικαλέστηκε και προσκόμισε το Ελληνικό Δημόσιο με τις προτάσεις που κατέθεσε κατά τη συζήτηση επί της έδρας του Εφετείου, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του που στηρίζεται στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β’ του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί πάντως ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαιρεί το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολομ.ΑΠ 2/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και συγκεκριμένα του διαγράμματος της μελέτης εφαρμογής των ΣΕΑ Νικαίας με το να δεχθεί ότι αυξάνεται η δυνατότητα πρόσβασης του εναπομένοντος τμήματος του ακινήτου της στον παράπλευρο της εθνικής οδού δρόμο. Όμως, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αυτή, σχετικά με την παραδοχή της ότι δεν μειώνεται η αξία του εναπομείναντος μετά την απαλλοτρίωση τμήματος του ακινήτου της αναιρεσείουσας επειδή, εκτός των άλλων, αυξάνεται η δυνατότητα πρόσβασής του στον παράπλευρο της εθνικής οδού δρόμο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο του διαγράμματος της μελέτης εφαρμογής των ΣΕΑ Νικαίας, δηλαδή σε λάθος που ανάγεται στην ανάγνωση του ως άνω εγγράφου (διαγράμματος), με την εσφαλμένη παραδοχή ότι το έγγραφο αυτό περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, αφού πουθενά δεν δέχεται ότι από το τελευταίο έγγραφο προκύπτει ότι το εναπομένον τμήμα του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε εφάπτεται κατά το μεγαλύτερο τμήμα του με τον παράπλευρο δρόμο χωρίς να μεσολαβεί ανάμεσα σ’ αυτό και στον παράπλευρο δρόμο και απαλλοτριωθείσα έκταση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αλλά, εκτιμώντας το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου (διαγράμματος), το οποίο σωστά διέγνωσε, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, δεχόμενη ότι αυξάνεται η δυνατότητα πρόσβασης του εναπομένοντος τμήματος του ακινήτου της αναιρεσείουσας στον παράπλευρο της εθνικής οδού δρόμο. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν έχει στηρίξει το ως άνω αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή έστω κατά κύριο λόγο στο ως άνω έγγραφο του διαγράμματος της μελέτης εφαρμογής των ΣΕΑ Νικαίας, αλλά και σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στην απόφασή του, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα στοιχεία της κτηματογραφήσεως των απαλλοτριουμένων ακινήτων (κτηματολογικά διαγράμματα και κτηματολογικοί πίνακες), η έκθεση του ΣΟΕ, καταθέσεις μαρτύρων και φωτογραφίες του απαλλοτριουμένου ακινήτου. Κατά συνέπεια, ενόψει τούτων, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 20 για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου και ο περί του εναντίου δεύτερος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995, η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, σύμφωνα με το άρθρο 130 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, που τροποποίησε τη σχετική διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 και η οποία εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 περ. δ’ των μεταβατικών διατάξεων του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις, κατά την έναρξη της ισχύος του, που συμπίπτει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 10-4-2012 (ΦΕΚ Α’ /10-4-2012), κατά το άρθρο 188 του ίδιου νόμου. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες εναρμονιζόμενες προς τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 εδάφιο τελευταίο του άρθρου 17 του Συντάγματος, αποσκοπούν στη μη φαλκίδευση της οφειλόμενης στον καθού η απαλλοτρίωση πλήρους αποζημιώσεως μέσω επιβαρύνσεων του τελευταίου έστω και με μέρος των εξόδων της δίκης για τον καθορισμό της, συνάγεται ότι στη δίκη αυτή (καθορισμού αποζημιώσεως αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων), κατά παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες των άρθρων 173 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αφ’ ενός μεν η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε σε βάρος του υποχρέου σε αποζημίωση και αφ’ ετέρου αποκλείεται ο ολικός ή μερικός συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων καθώς και η κατανομή του οικείου ποσού ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας καθενός από τους διαδίκους (Ολομ.ΑΠ 9/1996). Ο προβλεπόμενος από τις ως άνω διατάξεις υποχρεωτικός καθορισμός της επιδικαζόμενης από το Δικαστήριο αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημιώσεως μέχρι το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, όταν αυτή υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης και όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995, όπως είναι το Ελληνικό Δημόσιο, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 εδ. α’ του Συντάγματος και 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., διότι, αφ’ ενός μεν δεν μειώνεται η αποζημίωση, αφού ο δικαιούχος αυτής υποχρεούται να καταβάλει στον δικηγόρο του μόνον τη μειωμένη αμοιβή που προβλέπεται από το νόμο, η οποία επιδικάζεται σ’ αυτόν και την εισπράττει από τον αντίδικό του και υπόχρεο προς αποζημίωση, αφ’ ετέρου δε η μείωση της αμοιβής του δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης δεν παραβιάζει τις αρχές της δίκαιης δίκης, αφού δεν αναιρεί και δεν περιορίζει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και δεν αποτελεί ανεπίτρεπτο περιορισμό της επαγγελματικής ελευθερίας των δικηγόρων, ενόψει μάλιστα και του δικαιολογητικού λόγου για τον οποίο υπαγορεύτηκε ο περιορισμός αυτός (απλότητα στη διαχείριση των υποθέσεων) που εξυπηρετεί και το δημόσιο συμφέρον. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ’ ορθή εκτίμηση, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και τούτο επειδή, σε δίκη καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου, όπου υπόχρεο προς καταβολή της αποζημιώσεως είναι το Ελληνικό Δημόσιο και η αμοιβή του δικηγόρου της δικαιούχου αποζημιώσεως αναιρεσείουσας υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, επιδίκασε ως αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου της δικαιούχου της αποζημιώσεως αναιρεσείουσας ποσό μέχρι το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντ/τος, 13 και 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, 189 του Κ.Πολ.Δ. και 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων, συνάγεται ότι η αμοιβή την οποία καταβάλλει ο δικαιούχος της αποζημιώσεως που οφείλεται από απαλλοτρίωση στον δικηγόρο του για τη σύνταξη αιτήσεως, ανταιτήσεως, κυρίας παρεμβάσεως ή προτάσεων, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη της αποζημιώσεως, αποτελεί παρακολούθημα της αποζημιώσεως, προσαυξάνει το ποσό της, βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημιώσεως και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος του τελευταίου και να περιέρχεται στον δικαιούχο, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημιώσεως (Ολομ.ΑΠ 17/2000, ΑΠ 502/ 2005). Επίσης, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 του Συντάγματος, 1, 2 παρ. 1 περ. α’ , 3, 19 παρ. 1 του Ν. 2859/2000, 62 παρ. 3 του Ν. 3842/2010, σύμφωνα με την οποία δεν απαλλάσσεται πλέον του Φ.Π.Α. η παροχή υπηρεσιών από δικηγόρους και 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, προκύπτει ότι ο ανωτέρω φόρος προστιθέμενης αξίας επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεο σε βάρος του αντισυμβαλλομένου του, ήτοι, στην προκειμένη περίπτωση, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο που παρέχει τις υπηρεσίας του στο δικαιούχο της αποζημίωσης, δηλαδή στον εντολέα του και δικαιούχο της αποζημίωσης, επιπρόσθετα δε ότι βαρυνόμενος κατά νόμο με την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης είναι ο υπόχρεος σε αποζημίωση, ο οποίος υποχρεούται, συνεπώς, να καταβάλει και τον αναλογούντα επί της ως άνω αμοιβής Φ.Π.Α., άλλως θίγεται η πληρότητα της καταβαλλόμενης αποζημίωσης και φαλκιδεύεται αυτή κατά παράβαση της συνταγματικής επιταγής περί καταβολής πλήρους αποζημίωσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, παρόλο που η αναιρεσείουσα και δικαιούχος της αποζημιώσεως ζητούσε να υποχρεωθεί το αναιρεσιβαλλόμενο και υπόχρεο προς καταβολή της αποζημιώσεως Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει ως δικαστική δαπάνη και τον Φ.Π.Α. επί της αμοιβής του δικηγόρου της, εντούτοις, της επιδίκασε ως δικαστική δαπάνη μόνον την αμοιβή του δικηγόρου της και όχι και τον Φ.Π.Α. που αναλογούσε επ’ αυτής, χωρίς μάλιστα να αποφασίσει επί του συγκεκριμένου αιτήματός της για επιδίκαση ως δικαστικής δαπάνης (εξόδων) της και του Φ.Π.Α. επί της αμοιβής του δικηγόρου της. Κατά συνέπεια, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, άφησε αίτηση αδίκαστη και ιδρύεται ο επικαλούμενος από το άρθρο 559 αρ. 9 τέταρτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, παρελκούσης της έρευνας του τέταρτου, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως με την μη εφαρμογή τους, ενώ ήταν εφαρμοστέες, τις προαναφερθείσες διατάξεις που προβλέπουν τον υπολογισμό του Φ.Π.Α. επί της αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου στη δικαστική δαπάνη του δικαιούχου της αποζημιώσεως από απαλλοτρίωση, αφού ο τελευταίος καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
Πρέπει επομένως, κατά παραδοχή του ως άνω τέταρτου λόγου της κρινόμενης αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που αφορά επιδίκαση δικαστικής δαπάνης στην αναιρεσείουσα και επειδή δεν χρειάζεται άλλη περαιτέρω διευκρίνιση η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 4055/2012), να γίνει δεκτό το σχετικό αίτημα της αναιρεσείουσας που υπέβαλε ως αιτούσα και δικαιούχος αποζημιώσεως από απαλλοτρίωση στην δίκη του οριστικού καθορισμού της αποζημιώσεως στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να της επιδικασθεί ως δικαστική δαπάνη και ο ανάλογος Φ.Π.Α. επί της αμοιβής του δικηγόρου της και να καταδικασθεί το υπόχρεο προς αποζημίωση της απαλλοτριώσεως Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει ως δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας ως αιτούσας και δικαιούχου αποζημιώσεως για τη δίκη του οριστικού καθορισμού της αποζημιώσεως στην οποία εκδόθηκε η αναιρούμενη απόφαση, 650 ευρώ για την παράσταση του δικηγόρου της, την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της, υπολογιζόμενη σε ποσοστό 1% για τη σύνταξη της αιτήσεώς της και σε ποσοστό 0,5% για τη σύνταξη των προτάσεών της επί του ποσού της αποζημιώσεως που της οφείλεται για την απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας της, καθώς και τον ανάλογο Φ.Π.Α. επί της ως άνω αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου της, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας για την παρούσα δίκη, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας, μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 287/2013 απόφαση του Εφετείου Λάρισας κατά το μέρος της που αφορά επιδίκαση δικαστικής δαπάνης στην αναιρεσείουσα.
Κρατεί και δικάζει περαιτέρω την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της.
Καταδικάζει το υπόχρεο προς αποζημίωση της απαλλοτριώσεως Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα, αιτούσα και δικαιούχο αποζημιώσεως, ως δικαστική δαπάνη για τη δίκη του οριστικού καθορισμού της αποζημιώσεως στην οποία εκδόθηκε η ως άνω αναιρούμενη απόφαση του Εφετείου Λάρισας, 650 ευρώ για την παράσταση του δικηγόρου της, την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της, υπολογιζόμενη σε ποσοστό 1% για τη σύνταξη της αιτήσεώς της και σε ποσοστό 0,5% για τη σύνταξη των προτάσεών της επί του ποσού της αποζημιώσεως που της οφείλεται για την απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας της, καθώς και τον ανάλογο Φ.Π.Α. επί της ως άνω αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου της.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                         Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Σεπτεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ                Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου