Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #ΦΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #ΦΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2018

ΔιοικΠρΤριπ 348/18 : Κοινοπραξία - Οφειλή από φόρο - Ευθύνη μελών - Ατομική ειδοποίηση. Επιβολή αναγκάστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου - τράπεζας - από καταλογιστικές πράξεις επιβολής προστίμων ΦΠΑ σε Κοινοπραξία. Ευθύνη των μελών της Κοινοπραξίας


ΔιοικΠρΤριπ 348/18 : Κοινοπραξία - Οφειλή από φόρο - Ευθύνη μελών - Ατομική ειδοποίηση. Επιβολή αναγκάστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου - τράπεζας - από καταλογιστικές πράξεις επιβολής προστίμων ΦΠΑ σε Κοινοπραξία. Ευθύνη των μελών της Κοινοπραξίας - Έχουν δικαίωμα να ασκήσουν ανακοπή κατά της ατομικής ειδοποίησης και όχι προσφυγή κατά των καταλογιστικών πράξεων. Αναγκαία προϋπόθεση για τη λήψη κατά των ανωτέρω προσώπων οποιουδήποτε μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης συνιστά η προηγούμενη έκδοση και νόμιμη κοινοποίηση προς αυτά της ατομικής ειδοποίησης για την διενεργηθείσα σε βάρος της κοινοπραξίας ταμειακή βεβαίωση, η παράλειψη της οποίας καθιστά άκυρη τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως είναι και η κατάσχεση. Εν προκειμένω, δεν προκύπτει, ούτε το καθ’ ου αποδεικνύει, ότι έχει εκδοθεί και κοινοποιηθεί ειδοποίηση προς τον ανακόπτοντα ατομικά, πριν την επίσπευση της ένδικης κατάσχεσης, με αποτέλεσμα αυτός να απωλέσει στάδιο δικονομικής προστασίας. Δέχεται την ανακοπή.


ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΡΙΠΟΛΗΣ
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ – ΤΜΗΜΑ Β’
ΑΡΙΘΜΟΣ 348/2018

Πρόεδρος: Α. Μάλλιου, Πρωτοδίκης Δ.Δ.

[...] 2. Επειδή, στο άρθρο 4 παρ. 10 του Ν 1882/1990 «Μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής, διαρρυθμίσεις στην άμεση και έμμεση φορολογία και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 43), ορίζεται ότι: «Για τις κοινοπραξίες, [...], που ασκούν επιχείρηση, οι οφειλές κύριες και πρόσθετες, από φόρους, τέλη, εισφορές και από πρόστιμα για φορολογικές παραβάσεις γενικά που αφορούν αυτές βεβαιώνονται στο όνομά τους, η ευθύνη όμως για την καταβολή των οφειλών αυτών βαρύνει αλληλεγγύως και σε ολόκληρο καθένα από τα μέλη τους». Εξάλλου, στο άρθρο 293 του Ν 4072/2012 «Βελτίωση επιχειρηματικού περιβάλλοντος - Νέα εταιρική μορφή - Σήματα - Μεσίτες Ακινήτων - Ρύθμιση θεμάτων ναυτιλίας, λιμενικών και αλιείας και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 86) ορίζεται ότι: «1. Η κοινοπραξία είναι εταιρία χωρίς νομική προσωπικότητα. Εφόσον καταχωρισθεί στο ΓΕΜΗ ή εμφανίζεται προς τα έξω, αποκτά, ως ένωση προσώπων, ικανότητα δικαίου και πτωχευτική ικανότητα. 2. Στην κοινοπραξία που συστήθηκε με σκοπό το συντονισμό της δραστηριότητας των μελών της εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την αστική εταιρία. Η σύμβαση κοινοπραξίας μπορεί να προβλέπει ότι για τις υποχρεώσεις της κοινοπραξίας έναντι τρίτων τα κοινοπρακτούντα μέλη θα ευθύνονται εις ολόκληρον. 3. Εφόσον η κοινοπραξία ασκεί εμπορική δραστηριότητα, καταχωρίζεται υποχρεωτικά στο ΓΕΜΗ και εφαρμόζονται ως προς αυτήν αναλόγως οι διατάξεις για την ομόρρυθμη εταιρία. 4. Οι ως άνω διατάξεις εφαρμόζονται και στις ειδικά ρυθμιζόμενες κοινοπραξίες, εκτός αν υπάρχει αντίθετη πρόβλεψη στην ειδική ρύθμιση» ενώ στο άρθρο 294 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «1. Ο παρών νόμος εφαρμόζεται και στις εταιρίες, οι οποίες κατά την έναρξη της ισχύος του δεν τελούν σε εκκαθάριση ή σε πτώχευση. 2. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 18-28, 38, 39, 47-50 και 64 του Εμπορικού Νόμου 3. [...]».
3. Επειδή, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 4 παρ. 10 του Ν 1882/1990 δεν δημιουργεί ιδία υποχρέωση των προσώπων που είχαν την ιδιότητα του μέλους κοινοπραξίας (για όσο χρονικό διάστημα είχαν την ιδιότητα αυτή), για την καταβολή οφειλών της τελευταίας (από διάφορες αιτίες, όπως φόρους, πρόστιμα, ασφαλιστικές εισφορές κ.λπ.), αλλά απλή πρόσθετη ευθύνη αυτών, τα οποία ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως με την κοινοπραξία (δηλαδή με την απειλή μέτρων εκτέλεσης σε βάρος της ατομικής τους περιουσίας) προς πληρωμή της βεβαιωθείσας σε βάρος της οφειλής, η ευθύνη δε αυτή δεν ανάγεται στο στάδιο της βεβαίωσης της οφειλής, αλλά στο στάδιο της είσπραξής της. Επομένως, τα ανωτέρω πρόσωπα δεν καθίστανται υποκείμενα της σχετικής φορολογικής υποχρέωσης και δεν νομιμοποιούνται να ασκήσουν προσφυγή κατά της πράξης της αρμόδιας αρχής με την οποία προσδιορίζεται η οφειλή της κοινοπραξίας, ενώ, για την ενεργοποίηση της ευθύνης τους δεν απαιτείται να επαναληφθεί η διαδικασία προσδιορισμού του χρέους, με κοινοποίηση, προς τα πρόσωπα αυτά, της οικείας καταλογιστικής πράξης (φύλλου ελέγχου, πράξης επιβολής εισφορών και πρόσθετης επιβάρυνσης επ’ αυτών κ.λπ.), υποκείμενης σε προσφυγή αλλά επιτρέπεται, κατ’ αρχάς, να επιδιωχθεί η αναγκαστική είσπραξη του οφειλόμενου ποσού των εισφορών, φόρων κλπ από τα πρόσωπα αυτά βάσει της πράξης ταμειακής βεβαίωσης που έχει εκδοθεί επ’ ονόματι της κοινοπραξίας (πρβλ. ΣτΕ 708/2008, 2019/2001 επταμελούς). Η ανωτέρω ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 4 του Ν 1882/1990, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 64 παρ. 1 και 113 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, δεν αποστερεί τα προαναφερόμενα πρόσωπα της δικαστικής προστασίας που αυτά δικαιούνται, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι τα πρόσωπα αυτά, εφόσον δεν έχουν δικαίωμα να ασκήσουν προσφυγή κατά της καταλογιστικής του φόρου, πράξης, δύνανται, κατά τη σύμφωνη με την ανωτέρω συνταγματική διάταξη ερμηνεία των άρθρων 217 παρ. 1 και 219 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, να ασκήσουν ανακοπή κατά της ατομικής ειδοποίησης (βλ. ΣτΕ 2267/2016, 844/2012, 4411/2011, 237/2008, 2999/2006) και να προβάλουν λόγους αναγόμενους στο κατ’ ουσίαν βάσιμο της απαίτησης του Δημοσίου, ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κ.λπ., εκτός εάν, κατόπιν προσφυγής της κοινοπραξίας κατά της καταλογιστικής πράξης, (στη δίκη επί της προσφυγής τα ανωτέρω πρόσωπα δύνανται να παρέμβουν κατ’ άρθρο 113 παρ. 1 του ΚΔΔ), έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση, με την οποία έχει κριθεί, κατ’ ουσίαν, η νομιμότητα της καταλογιστικής πράξης (βλ. ΣτΕ 2267/2016, 844/2012, πρβλ. ΣτΕ 708/2008, 2712/2002). Δεδομένου, όμως, ότι τα μέλη της κοινοπραξίας δεν είναι τα υποκείμενα της σχετικής υποχρέωσης (φορολογικής, ασφαλιστικής ή άλλης φύσης), δεν έχουν μετάσχει στη διαδικασία ελέγχου και δεν τους έχει κοινοποιηθεί η καταλογιστική πράξη, την οποία, άλλωστε, δεν νομιμοποιούνται, κατά τα ανωτέρω, να προσβάλλουν, αλλά είναι τρίτοι (αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ευθυνόμενοι), των οποίων η ευθύνη γεννάται το πρώτον κατά το στάδιο της είσπραξης της οφειλής, τα πρόσωπα αυτά αποκτούν την ιδιότητα του «οφειλέτη», μόνο από και διά της έκδοσης και κοινοποίησης προς αυτά της ατομικής ειδοποίησης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 4 του ΚΕΔΕ και στο άρθρο 47 παρ. 1 και 2 του ΚΦΔ, μέσω της οποίας πληροφορούνται την ύπαρξη, το ύψος και την αιτία του χρέους τους, και τους παρέχεται η δυνατότητα είτε να αμυνθούν αποτελεσματικά, ασκώντας την ανακοπή της παραγράφου 1 του άρθρου 217 του ΚΔΔ κατά της ατομικής ειδοποίησης είτε να προβούν σε ρύθμιση του χρέους τους (πρβλ. ΣτΕ 844/2012, 708/2008, 3219, 1639/2003, ΔΕφΑθ 831/2014). Επομένως, αναγκαία προϋπόθεση για τη λήψη κατά των ανωτέρω προσώπων οποιουδήποτε μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης συνιστά η προηγούμενη έκδοση και νόμιμη κοινοποίηση προς αυτά της ατομικής ειδοποίησης για την διενεργηθείσα σε βάρος της κοινοπραξίας ταμειακή βεβαίωση, η παράλειψη της οποίας καθιστά άκυρη τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως είναι και η κατάσχεση ακινήτων, ενώ η παρ. 3 του ίδιου άρθρου του ΚΕΔΕ, με την οποία ορίζεται ότι η παράλειψη αποστολής της κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου ειδοποίησης ουδεμία ασκεί επίδραση επί του κύρους των κατά του οφειλέτου λαμβανομένων αναγκαστικών μέτρων, δεν έχει, οπωσδήποτε, εφαρμογή επί αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος τρίτων προσώπων που ευθύνονται προσθέτως και αλληλεγγύως για χρέη άλλων προσώπων, εφόσον, τυχόν εφαρμογή της θα απέληγε είτε στην λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος τους, χωρίς προηγουμένως να τους έχει δοθεί η δυνατότητα να εξοφλήσουν το χρέος τους ή να προβούν, σε αρχικό στάδιο, σε ρύθμισή του, είτε στην απώλεια σταδίου δικονομικής προστασίας τους (πρβλ. ΣτΕ 1552/2017, 844/2012, 708/2008, 3219, 1639/2003, ΔΕφΑθ 831/2014). Επομένως, η μη περιέλευση ή η καθυστερημένη περιέλευση της ατομικής ειδοποίησης στον οφειλέτη, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα να απωλέσει ο τελευταίος στάδιο δικονομικής προστασίας πριν από τη λήψη συγκεκριμένου μέτρου εκτέλεσης, όπως η κατάσχεση ακινήτου, οδηγεί σε ακύρωση της πράξης αυτής εκτέλεσης, εφόσον ο οφειλέτης επικαλεσθεί το γεγονός αυτό της μη περιέλευσης ή της μη έγκαιρης περιέλευσης σ’ αυτόν της ατομικής ειδοποίησης (βλ. ΣτΕ 1074/2017, 3325/2014, 29/2013, 1806/2011, 1705/2008, 2701/2011, πρβλ. 1642-4, 1639/2003).

Κυριακή 7 Μαΐου 2017

ΕφΠατρών 124/2017 : Αμοιβή δικηγόρου - ΝΠΔΔ - Υπολογισμός - Τόκος - ΦΠΑ


Βάση για τον προσδιορισμό της αμοιβής που δικαιούται ο δικηγόρος του εναγομένου για τη σύνταξη προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της αγωγής ή της εφέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου ή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου πολιτικών ή διοικητικών, αποτελεί η αμοιβή που δικαιούται ο δικηγόρος του ενάγοντος για τη σύνταξη προτάσεων της πρώτης πρωτόδικης συζητήσεως και ανέρχεται στο διπλάσιο αυτής, δηλαδή σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής όταν πρόκειται περί αγωγής με αντικείμενο αποτιμητό σε χρήμα. Το δικαίωμα του δικηγόρου να αξιώσει αμοιβή προϋποθέτει ολοκληρωμένη ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για την οποία προβλέπεται η καταβολή αμοιβής. Σε περίπτωση περιορισμού εκ μέρους των εναγόντων του αιτήματος σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό για τον υπολογισμό της δικηγορικής αμοιβής λαμβάνεται υπόψη το μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής ποσό. Εν προκειμένω δεν συνήφθη μεταξύ του ενάγοντος δικηγόρου και του εναγόμενου ΝΠΔΔ έγγραφη σύμβαση που να καθορίζει την αμοιβή του δικηγόρου. Ελλείψει τέτοιας συμφωνίας ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει ανάλογη αμοιβή με αυτή που προβλέπεται για τη σύνταξη προτάσεων από εναγόμενο (2%) επί του αιτούμενου  με την αγωγή χρηματικού ποσού. Για την ύπαρξη υποχρέωσης του εναγομένου τοκοδοσίας της αμοιβής του ενάγοντος δικηγόρου απαιτείται όχληση κατά τις οικείες διατάξεις του ΑΚ ή συμβατικά ορισμένη για την καταβολή της αμοιβής δήλη ημέρα. Δικαίωμα του δικηγόρου να αιτηθεί από το εναγόμενο την καταβολή του αναλογούντος ΦΠΑ επί της αμοιβής του. Ο φόρος είναι απαιτητός κατά το χρόνο έκδοσης της απόδειξης. Ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει το οικείο ποσό με τον νόμιμο τόκο από την ημέρα εκδόσεως από τον ενάγοντα της σχετικής απόδειξης παροχής υπηρεσιών και παραδόσεώς της στον εναγόμενο μέχρι την πλήρη εξόφληση και όχι από της επιδόσεως της αγωγής.

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Μαριέττα Μαυρή, Εφέτη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο Εφετών και τη Γραμματέα Αφροδίτη Γεωργίου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 7 Μαΐου 2015 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ..., Δικηγόρου και κατοίκου Πύργου Ηλείας, οδός ..., ο οποίος παραστάθηκε στο Δικαστήριο αυτοπροσώπως λόγω της άνω ιδιότητας του.

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ  Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣ ΠΥΡΓΟΥ» ως εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει επί της οδού Τ. Πετροπούλου & Πατρών στον Πύργο Ηλείας, ως καθολικού διαδόχου του αρχικά εφεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΔΗΜΟΥ ΠΥΡΓΟΥ» και αυτού ως καθολικού διαδόχου του αρχικά εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ ΑΘΛΗΣΕΩΣ ΔΗΜΟΥ ΠΥΡΓΟΥ», το οποίο παραστάθηκε στο Δικαστήριο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΙΜΑ, δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του ΚΦ.

Ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 21-01-2011 και με αριθμό κατάθεσης 26/2011 αγωγή του, που άσκησε προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας κατά του αρχικού εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ ΑΘΛΗΣΕΩΣ ΔΗΜΟΥ ΠΥΡΓΟΥ», στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος του το Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία «ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΔΗΜΟΥ ΠΥΡΓΟΥ» αρχικά εφεσίβλητο ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ' αυτήν.

Το ανωτέρω Δικαστήριο αφού δίκασε την αγωγή εξέδωσε την υπ' αριθ. 145/2012 οριστική του απόφαση, με την οποία, δέχθηκε εν μέρει ως κατ" ουσίαν βάσιμη αυτή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εκκαλών - ενάγων με την από 07-01-2013 έφεση του, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5/21-01-2014, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 131/12-3-2014 και ορίσθηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, ζητώντας να γίνει δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή.

Η υπόθεση αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους που ο πρώτος εξ αυτών κατέθεσε επί της έδρας και η δεύτερη προκατέθεσε νόμιμα και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα σε αυτές αναφέρονται.


ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ


Η υπό κρίση από 07-01-2013 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης 5/21-01-2014) έφεση του ενάγοντος κατά της υπ αριθ. 145/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677 έως 681 του ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας και ούτε γίνεται επίκληση επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης. Επομένως, πρέπει, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρ. 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1β, 516, 517 εδάφιο α', 518 παρ. 2, 520 του ΚΠολΔ) και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με την από 21-01-2011 (αριθ. κατ. Μει 26/2011) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, ο ενάγων και ήδη εκκαλών ιστορούσε ότι είναι νόμιμα διορισμένος δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Ηλείας και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Ηλείας. 
Ότι με την υπ' αριθ. 42/23-12-2005 απόφαση του Δ.Σ. του εναγόμενου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ ΑΘΑΗΣΕΩΣ ΔΗΜΟΥ ΠΥΡΓΟΥ», όπως το περιεχόμενο αυτής αναφέρεται λεπτομερώς στην αγωγή, το τελευταίο του ανέθεσε στις 23-12-2005 την ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πύργου εκπροσώπηση του με την ιδιότητα του ως δικηγόρου και τη σύνταξη και κατάθεση υπομνήματος προς απόκρουση αγωγής αποζημίωσης των ................................... και ......................................  ατομικά και ως εκπροσώπων του ανηλίκου τέκνου τους ... σε βάρος του και σε βάρος του Δήμου Πύργου, με αντικείμενο διαφοράς αξίας 1.767.350,00 Μεταξύ αυτού και του εναγομένου καταρτίστηκεσύμβαση με την οποία συμφωνήθηκε ότι η αμοιβή του ανέρχεται στο ποσό που καθορίζεται ως ελάχιστη νόμιμη αμοιβή για τον δικηγόρο του εναγόμενου με βάση τον Κώδικα περί Δικηγόρων και την 3η γενική συνεδρίαση της 31ης-01-2002 της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ότι σε εκτέλεση της άνω εντολής παραστάθηκε και κατέθεσε υπόμνημα ενώπιον του προαναφερόμενου Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 19ης-01-2006, το εναγόμενο όμως αρνείται να του καταβάλει την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή του, η οποία ανέρχεται, με βάση τις διατάξεις του ως άνω Κώδικα, στο ποσό των 35.347,00ήτοι σε ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της αγωγήςκαθώς και ποσό των 8.129,816, που αναλογεί σε ΦΠΑ 23% επί του ως άνω ποσού. 
Η απαίτηση του κατέστη ληξιπρόθεσμη στις 24-01-2006, που κατέθεσε το υπόμνημα στο ως άνω δικαστήριο. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να του καταβάλει κυρίως από τη σύμβαση επικουρικά από τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων το συνολικό ποσό των 43.476,81με το νόμιμο τόκο ως προς το ποσό των 35.347,006 από 24-01-2006 άλλως από την επίδοση της αγωγής και ως προς το ποσό των 8.129,816 από την επίδοση της αγωγής και  μέχρι την πλήρη  και ολοσχερή  εξόφληση τους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του αφού απέρριψε ως μη νόμιμο το παρεπόμενο αίτημα της αγωγής περί τοκογονίας από 24-01-2006, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως βάσιμη στην ουσία και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 5.052,006, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο ενάγων με την υπό κρίση έφεση του και ζητεί, για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ερμηνεία του νόμου, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή του και την παραδοχή αυτής στο σύνολο της.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 91, 92 παρ.1, 98 και 100 παρ.1 του Κώδικα Περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/ 1954), που εφαρμόζεται εν προκειμένω λόγω του χρόνου γενέσεως της επίδικης αξιώσεως, συνάγεται ότι ο δικηγόρος, ως άμισθος δημόσιος λειτουργός που καθήκον έχει την αντιπροσώπευση και υπεράσπιση των υποθέσεων του εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και αρχής, δικαιούται να λάβει αμοιβής. Με το άρθρο 155 εδ. Β’ του ίδιου Κώδικα, όπως τούτο προσετέθη με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 4507/1966 και του οποίου η εφαρμογή επεκτάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 950/1970 και "επί των ενώπιον παντός διοικητικού δικαστηρίου και κατά πάσαν διαδικασίαν εκδικαζομένων υποθέσεων" ορίζεται ότι "Διά τας ενώπιον των φορολογικών δικαστηρίων, ήδη διοικητικών, υποθέσεις εφαρμόζονται αι διατάξεις αι αφορώσαι τας πολιτικός υποθέσεις, κατά την εξής διάκρισιν: α) Διά τας ενώπιον του μονομελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών υποθέσεις, β) διάτας ενώπιον του Τριμελούς Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του πρωτοδικείου υποθέσεις και γ) διά τας ενώπιον του δευτεροβαθμίου φορολογικού Εφετείου [ανεξαρτήτως συνθέσεως], αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Εφετείου υποθέσεις". Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι βάση για τον προσδιορισμό της αμοιβής που δικαιούται ο δικηγόρος του εναγομένου για τη σύνταξη Προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της αγωγής ή της εφέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου ή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, πολιτικών ή διοικητικών, αποτελεί η αμοιβή που δικαιούται ο δικηγόρος του ενάγοντος για τη σύνταξη προτάσεων της πρώτης πρωτόδικης συζητήσεως (107 παρ. 1) και ανέρχεται στο διπλάσιο αυτής, δηλαδή σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, όταν πρόκειται περι αγωγής με αντικείμενο αποτιμητό σε χρήμα (ΕφΑΘ 8653/1999 ΕλλΔνη 2000.481). Το δικαίωμα του δικηγόρου να αξιώσει αμοιβή κατά τις άνω διατάξεις προϋποθέτει ολοκληρωμένη ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για την οποία προβλέπεται η καταβολή αμοιβής, διότι μόνον αφού τελειωθεί η ενέργεια του δικηγόρου διασφαλίζονται τα συμφέροντα του εντολέα, στην προστασία των οποίων αποβλέπει η ενέργεια αυτή (Ολ ΑΠ 14/2008).

Δευτέρα 29 Φεβρουαρίου 2016

ΑΠ 1175/2015 : "Αναγκαστική απαλλοτρίωση, προσδιορισμός αποζημίωσης. ΦΠΑ επί της δικηγορικής αμοιβής"


Περίληψη : "Από τις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντ/τος, 13 και 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, 189 του Κ.Πολ.Δ. και 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων, συνάγεται ότι η αμοιβή την οποία καταβάλλει ο δικαιούχος της αποζημιώσεως που οφείλεται από απαλλοτρίωση στον δικηγόρο του για τη σύνταξη αιτήσεως, ανταιτήσεως, κυρίας παρεμβάσεως ή προτάσεων, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη της αποζημιώσεως, αποτελεί παρακολούθημα της αποζημιώσεως, προσαυξάνει το ποσό της, βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημιώσεως και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος του τελευταίου και να περιέρχεται στον δικαιούχο, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημιώσεως (ΟλΑΠ 17/2000, ΑΠ 502/ 2005). 
Επίσης, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 του Συντάγματος, 1, 2 παρ. 1 περ. α’ , 3, 19 παρ. 1 του Ν. 2859/2000, 62 παρ. 3 του Ν. 3842/2010, σύμφωνα με την οποία δεν απαλλάσσεται πλέον του Φ.Π.Α. η παροχή υπηρεσιών από δικηγόρους και 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, προκύπτει ότι ο ανωτέρω φόρος προστιθέμενης αξίας επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεο σε βάρος του αντισυμβαλλομένου του, ήτοι, στην προκειμένη περίπτωση, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο που παρέχει τις υπηρεσίας του στο δικαιούχο της αποζημίωσης, δηλαδή στον εντολέα του και δικαιούχο της αποζημίωσης, επιπρόσθετα δε ότι βαρυνόμενος κατά νόμο με την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης είναι ο υπόχρεος σε αποζημίωση, ο οποίος υποχρεούται, συνεπώς, να καταβάλει και τον αναλογούντα επί της ως άνω αμοιβής Φ.Π.Α., άλλως θίγεται η πληρότητα της καταβαλλόμενης αποζημίωσης και φαλκιδεύεται αυτή κατά παράβαση της συνταγματικής επιταγής περί καταβολής πλήρους αποζημίωσης".

Αριθμός 1175/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία " Γ. Κ. και Σία ΕΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ι Χ, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 29-1-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομίας (πρώην Οικονομίας και Οικονομικών) και ΥΠΟ.ΜΕ.ΔΙ. (πρώην ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.), που κατοικοεδρεύουν στην ... και τον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδος (πρώην Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας), που κατοικοεδρεύει στη ... το οποίο εκπροσωπήθηκε από την ΣΔ, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2009 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος απαλλοτριώσεως της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο ... και συνεκδικάστηκε με την από 30-10-2009 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, καθώς και με αιτήσεις άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκε η 287/2013 απόφαση του Εφετείου ... την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-6-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 10-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι της από 23-6-2014 και με αριθμό κατάθεσης 35/2014 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 287/2013 αποφάσεως του Εφετείου ... που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων των άρθρων 18 επ. του Ν. 2882/2001. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.