Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #ποινικό δίκαιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #ποινικό δίκαιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018

"Η οικονομική κρίση και το έγκλημα της λαθρανασκαφής" [ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΒΡΕΛΛΗΣ, Ομότιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Διευθυντής του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου]




Ι. Εισαγωγή
Η λαθρανασκαφή ή παράνομη (χωρίς προηγούμενη άδεια) ανασκαφή αποτελεί την κύρια πηγή εφοδιασμού της διεθνούς αγοράς με αρχαιολογικά αντικείμενα[1] και τον μεγαλύτερο ίσως από τους κινδύνους που απειλούν την πολιτιστική κληρονομιά ενός λαού και της ανθρωπότητας ολόκληρης. Αυτό συμβαίνει, όχι μόνο γιατί με τον τρόπο που επιχειρείται η λαθρανασκαφή[2] καταστρέφονται σε πολύ μεγάλο βαθμό τόσο τα συγκεκριμένα αφαιρούμενα αντικείμενα όσο και τα εναπομένοντα τμήματα του αρχαίου μνημείου, αλλά κυρίως διότι χάνονται οριστικά, χωρίς δυνατότητα ανακτήσεως, όλες οι σημαντικές αρχαιολογικές και ιστορικές πληροφορίες που συνδέονται με την προέλευση των αντικειμένων[3]. Καθίσταται έτσι προφανής η αυξημένη ανάγκη προστασίας του δημοσίου συμφέροντος στην προκειμένη περίπτωση.
ΙΙ. Η ποινική αντιμετώπιση της λαθρανασκαφής στο ελληνικό δίκαιο
  1. Η προγενέστερη νομοθεσία
Ο παλαιότερος κωδικοποιημένος ν. 5351/1932 «περί αρχαιοτήτων» όριζε (άρθρο 46), ότι «ο άνευ προηγουμένης αδείας του Υπουργείου [Πολιτισμού] και ειδοποιήσεως της αρμοδίας αρχαιολογικής Αρχής ενεργών ανασκαφάς εν ιδίω ή αλλοτρίω κτήματι προς ανεύρεσιν αρχαιοτήτων τιμωρείται διά φυλακίσεως 1 μηνός έως 2 ετών και χρηματικής ποινής 1000-10.000 δραχμών. –Ο επί τη πράξει ταύτη καταδικασθείς εις φυλάκισιν πλέον των δύο μηνών εκπίπτει αυτοδικαίως και πάντων των εν άρθρω 21 Π.Νόμου [ήδη άρθρων 59-65 ΠοινΚ] αναγραφομένων δικαιωμάτων και πλεονεκτημάτων [αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων] επί πενταετίαν, εάν μη βραχύτερος χρόνος ορίζεται εν τη αποφάσει, όστις όμως δεν δύναται να είναι κατώτερος των έξ μηνών. […]».
  1. Ο ν. 3028/2002
Ο ν. 3028/2002 για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς, στο 9ο Κεφάλαιο (ποινικές διατάξεις, άρθρα 53 επ.), μεταξύ των διαφόρων ποινικά κολασίμων πράξεων που θίγουν τα πολιτιστικά αγαθά, όπως είναι π.χ. η παράνομη εισαγωγή και εξαγωγή πολιτιστικών αγαθών, η κλοπή, η υπεξαίρεση, η παράνομη εμπορία ή η φθορά τους, προβλέπει και τιμωρεί την λαθρανασκαφή (άρθρο 61, «παράνομη ανασκαφή ή άλλη αρχαιολογική έρευνα»).
Σύμφωνα με την διάταξη αυτή, «1. Όποιος χωρίς προηγούμενη άδεια διενεργεί ανασκαφή με σκοπό την ανεύρεση ή αποκάλυψη αρχαίων τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών. -2. Αν οι πράξεις της προηγούμενης παραγράφου τελέσθηκαν μέσα σε αρχαιολογικούς χώρους ή αν ο υπαίτιος τις επιχειρεί κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια[4], επιβάλλεται κάθειρξη [δηλ. και ισόβια]. -3. Όποιος χωρίς προηγούμενη άδεια διενεργεί άλλης μορφής παράνομη αρχαιολογική έρευνα με σκοπό την ανεύρεση ή αποκάλυψη αρχαίων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους. Αν ο δράστης διαπράττει την πράξη του προηγούμενου εδαφίου κατά συνήθεια ή κατ’ επάγγελμα, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα (10) ετών»[5].
Μερικές σύντομες παρατηρήσεις φαίνονται χρήσιμες:
(α) Το άρθρο 61 διακρίνει μεταξύ αφ’ ενός παράνομης ανασκαφής, την οποία τιμωρεί με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών ή, αν η πράξη τελέσθηκε μέσα σε αρχαιολογικό χώρο ή ο υπαίτιος τις επιχειρεί κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια, με κάθειρξη (§§ 1-2) και αφ’ ετέρου «άλλης μορφής παράνομη[ς] αρχαιολογική[ς] έρευνα[ς] με σκοπό την ανεύρεση ή αποκάλυψη αρχαίων», την οποία τιμωρεί κατ’ αρχήν με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, μόνον δε αν ο δράστης διαπράττει την τελευταία αυτή πράξη κατά συνήθεια ή κατ’ επάγγελμα, με κάθειρξη μέχρι 10 ετών.
Οι έννοιες της ανασκαφής και της άλλης αρχαιολογικής έρευνας δεν προσδιορίζονται από την άνω διάταξη. Ερμηνευτικά όμως η έννοια της ανασκαφής από μια πλευρά διευρύνεται, όταν στην έννοιά της εμπίπτει, όπως είχε γίνει δεκτό ήδη υπό την παλαιά νομοθεσία «και πάσα ενέργεια ερεύνης εν τω πυθμένι της θαλάσσης προς ανεύρεσιν αρχαιοτήτων»[6], ενώ από άλλη πλευρά συστέλλεται, όταν εκτιμάται ότι η εννοιολογική της συγκρότηση εξαρτάται από το αν επιχειρείται με κατάλληλα (πρόσφορα) σκαπτικά εργαλεία, που επιτρέπουν όχι την απλώς επιφανειακή αλλά την σε επαρκές βάθος και πλάτος απαιτούμενη για την ανεύρεση αρχαιοτήτων εκσκαφή[7].
(β) Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παράνομης ανασκαφής, σύμφωνα με τη σαφή διατύπωση του άρθρου 61 ν. 3028/ 2002, πληρούται με μόνη την (χωρίς προηγούμενη άδεια) διενέργεια της ανασκαφής, χωρίς να απαιτείται και ανεύρεση ή αποκάλυψη ή, ακόμη λιγότερο, αφαίρεση αρχαίου αντικειμένου. Αν με την παράνομη ανασκαφή ανακαλυφθεί και αφαιρεθεί από τον δράστη αρχαίο αντικείμενο, τότε, τουλάχιστον σε συστήματα, όπως το ελληνικό, που προβλέπουν ότι η κυριότητα και η νομή (στην οποία εννοιολογικά εμπεριέχεται και η κατοχή) των αρχαιοτήτων που αποτελούν ευρήματα ανασκαφών, ανήκει στο Κράτος, υπάρχει αληθής πραγματική συρροή παράνομης ανασκαφής και (ορθότερα, όχι υπεξαιρέσεως αλλά) κλοπής[8], η οποία κλοπή, εφ’ όσον το αντικείμενο αφαιρέθηκε «από χώρο ανασκαμμένο», τιμωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 53 § 1 ν.3028/2002, με κάθειρξη μέχρι 10 ετών. Σε μια τέτοια περίπτωση, η βαρύτερη ποινή του άρθρου 61 § 2 επαυξάνεται σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 94 ΠΚ.
 (γ) Η υποκειμενική υπόσταση της παράνομης ανασκαφής συνίσταται στον «σκοπό της ανευρέσεως ή αποκαλύψεως αρχαίων». Έτσι, η τυχαία ανεύρεση αρχαίου μνημείου κατά την διάρκεια εκσκαφής για ανέγερση οικοδομής[9], δεν συνιστά παράνομη ανασκαφή.
 (δ) Είναι προφανής η μεταβολή (ορθώς) επί το αυστηρότερον της απειλουμένης κατά της λαθρανασκαφής ποινικής κυρώσεως που επήλθε με τον ν. 3028/2002, εν όψει της βαρύτητος του εγκλήματος και της αυξημένης ανάγκης προστασίας του εννόμου αγαθού που απειλείται από την πράξη αυτή[10].

Παρασκευή 20 Μαΐου 2016

"ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ ΣΕ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΙΔΙΚΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ" [του Αναστάσιου Τριανταφύλλου, Δικηγόρου, Επ. Καθηγητή Δ.Π.Θ.]


[Εισήγηση στο 7o ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΝΩΣΗΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΟΙΝΙΚΟΛΟΓΩΝ ΜΕ ΘΕΜΑ: ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ: Όψεις και όρια, Πάτρα 15 & 16 Απριλίου 2016]

Ο συνήγορος υπεράσπισης αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα πλέον σημαίνοντα πρόσωπα στον χώρο της απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Ο κώδικας ποινικής δικονομίας παρέχει στον εκάστοτε διάδικο της ποινικής δίκης συγκεκριμένα δικαιώματα, τα οποία ο ίδιος δύναται να ασκήσει είτε αυτοπροσώπως είτε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Δικαιώματα όμως και υποχρεώσεις προβλέπονται όχι μόνο για τους διάδικους της ποινικής δίκης αλλά και για τους εξεταζόμενους μάρτυρες που αποτελούν αναμφίβολα ένα από τα πλέον σημαντικά αποδεικτικά μέσα. Σκοπός της παρούσας εισήγησης είναι η ενασχόληση με συγκεκριμένες διατάξεις του κώδικα ποινικής δικονομίας αλλά και άλλων ειδικών ποινικών νόμων, οι οποίες αφορούν την εμμάρτυρη απόδειξη στην ποινική δίκη και οι οποίες εγείρουν ορισμένους προβληματισμούς, οι οποίοι μπορούν να επιλυθούν με την ουσιαστική συνδρομή του συνηγόρου υπεράσπισης και ειδικότερα είτε με την συμμετοχή του συνηγόρου των διαδίκων κατά την προδικαστική κατάθεση ενός μάρτυρα είτε με το προτεινόμενο δικαίωμα ενός μάρτυρα να διορίζει ή να αιτείται τον διορισμό νομικού συμπαραστάτη.
Είναι γνωστό ότι ο κώδικας ποινικής δικονομίας περιλαμβάνει αρκετές διατάξεις, η εφαρμογή των οποίων αποσκοπεί στην εμφάνιση των μαρτύρων σε κάθε διαδικαστικό στάδιο της ποινικής διαδικασίας και ειδικά για το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας στην ικανοποίηση του βασικού υπερασπιστικού δικαιώματος του κατηγορουμένου όπως εξετάζει τους μάρτυρες κατηγορίας και όπως αιτείται και πετυχαίνει την εξέταση μαρτύρων, την κατάθεση των οποίων θεωρεί χρήσιμη για την ανάδειξη και αποδοχή των υπερασπιστικών του θέσεων. Συγχρόνως, ικανοποιεί την ανάγκη του δικαστηρίου όπως εμφανισθούν και εξετασθούν ενώπιον του ως μάρτυρες τα πρόσωπα εκείνα, η κατάθεση των οποίων θα συμβάλλει στην εκπλήρωση του έργου του για ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας.
Για το στάδιο, όμως, της προδικασίας τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η διάταξη του άρθρου 241 ΚΠΔ είναι σαφής. Η ανάκριση ενεργείται πάντοτε εγγράφως και χωρίς δημοσιότητα (ουχί δημοσίως). Ο μυστικός λοιπόν χαρακτήρας της ανάκρισης έχει την έννοια ότι κατά τη διενέργειά της δεν δύνανται να παρίστανται παρά μόνο τα υπό του νόμου οριζόμενα πρόσωπα, καθώς επίσης ότι το περιεχόμενό της δεν επιτρέπεται να ανακοινώνεται σε τρίτους. Η εν λόγω, όμως, αρχή έχει και εξαιρέσεις. Ο δικονομικός νομοθέτης επέλεξε για το στάδιο της προδικασίας τη δυνατότητα παράστασης των διαδίκων κατά την ενέργεια ανακριτικών πράξεων, όταν αυτές δεν δύναται να επαναληφθούν κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Αυτό αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 97 ΚΠΔ.
Συγχρόνως, η διάταξη του άρθρου 97 ΚΠΔ εισάγει μία ρητή εξαίρεση ορίζοντας ότι απαγορεύεται η παράσταση των διαδίκων κατά την εξέταση των μαρτύρων και των κατηγορουμένων. Συνεπώς, η κατ΄ αντιδικία εξέταση των μαρτύρων στο στάδιο της προδικασίας θεωρείται από τον νομοθέτη μη αναγκαία, αφού η εν λόγω διαδικαστική πράξη θα επαναληφθεί ενώπιον του αρμοδίου ποινικού δικαστηρίου, όταν ο κατηγορούμενος (όπως και ο πολιτικώς ενάγων) θα έχει τη δυνατότητα να αντιπαρατεθεί με τον μάρτυρα, να αξιολογήσει την αξιοπιστία της κατάθεσης και να ασκήσει εν γένει όλα τα παρεχόμενα σε αυτόν δικαιώματα. Η ούτως λαμβανομένη ανέλεγκτη μαρτυρική κατάθεση αποτελεί έγγραφο της σχηματιζόμενης δικογραφίας και αξιολογείται κατά το στάδιο της προδικασίας μαζί το λοιπό αποδεικτικό υλικό από τα αρμόδια διαδικαστικά όργανα. Έτσι λοιπόν και σε αντίθεση με άλλες ανακριτικές πράξεις, ο κατηγορούμενος δεν έχει το δικαίωμα κατά το στάδιο της προδικασίας να παρίσταται κατά την εξέταση των ουσιωδών για την υπόθεση μαρτύρων, καθότι κατά το ισχύον δικονομικό σύστημα, φυσικός χώρος για την άσκηση του δικαιώματος εξέτασης μαρτύρων θεωρείται το ακροατήριο του ποινικού δικαστηρίου, εκεί όπου πρωταγωνιστεί το στοιχείο της αντιδικίας.
Εξαίρεση, όμως, και σε αυτόν τον κανόνα προέβλεψε ο νομοθέτης με τη διάταξη του άρθρου 219 παρ. 2 ΚΠΔ, η οποία αναμφίβολα διασφαλίζει την άσκηση των προβλεπομένων για την εξέταση μαρτύρων δικαιωμάτων, αφού μεταθέτει την αντιδικία σε ένα προηγούμενο διαδικαστικό στάδιο, έχοντας ως κριτήριο την αδυναμία εμφάνισης του μάρτυρα στο δικαστήριο. Στο πλαίσιο εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης, οι διάδικοι υποβάλλουν ερωτήσεις και παρατηρήσεις, συμμετέχοντας ενεργά στη συγκεκριμένη διαδικαστική πράξη, ενώ και ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να εκφράσει αργότερα παράπονο για αξιοποίηση μίας ή περισσοτέρων ανέλεγκτων μαρτυρικών καταθέσεων. Ο ρόλος του συνηγόρου υπεράσπισης είναι σημαντικός. Το εν λόγω άρθρο ρητά ορίζει την παρουσία του δικηγόρου στην εν λόγω διαδικαστική πράξη.
Οι ίδιες θετικές παρατηρήσεις μπορούν να διατυπωθούν και για τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 328 και 354 ΚΠΔ, οι οποίες επίσης προωθούν την κατ΄ αντιδικία και εκτός του χώρου του δικαστηρίου εξέταση των μαρτύρων. Πιο συγκεκριμένα το άρθρο 328 ΚΠΔ ρυθμίζει την κατά το στάδιο της προπαρασκευαστικής διαδικασίας εξέταση μαρτύρων, οι οποίοι αφενός δεν εξετάστηκαν στην προδικασία και αφετέρου έχουν πρόβλημα εμφάνισης ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου. Οι διάδικοι δικαιούνται να είναι παρόντες κατά την εξέταση του μάρτυρα ή να εκπροσωπηθούν από συνήγορο, ο οποίος συμμετέχει ενεργά στην συγκεκριμένη διαδικασία. Αντίστοιχα το άρθρο 354 ΚΠΔ ρυθμίζει την κατά το στάδιο της διαδικασίας στο ακροατήριο εξέταση μαρτύρων, που δεν εξετάστηκαν στην προδικασία, με την έκδοση σχετικής προπαρασκευαστικής απόφασης. Ο μάρτυρας εξετάζεται από μέλος του δικαστηρίου στον χώρο που αυτός διαμένει και η κατάθεσή του διαβάζεται στο ακροατήριο. Κατά την εξέτασή του παρευρίσκονται και οι συνήγοροι των διαδίκων, οι οποίοι δικαιούνται να απευθύνουν σε αυτόν ερωτήσεις.
Από τις ανωτέρω λοιπόν διατάξεις καθίσταται σαφές ότι στην προδικασία ή στην προπαρασκευαστική διαδικασία ή στην επ΄ ακροατηρίου διαδικασία υπάρχει η δυνατότητα παράστασης των συνηγόρων των διαδίκων κατά την εξέταση μαρτύρων, οι οποίοι αδυνατούν κατά κανόνα να εξεταστούν στο ακροατήριο. 

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

"Οικονομική Κρίση και Εγκληματικότητα" [του Δημητρίου Γ. Παπαδημητρόπουλου Δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω ΔΜΣ Νομικής Αθηνών (ΕΚΠΑ)]


Α. Εισαγωγικά

Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα, ως απότοκος και της ψήφισης των νόμων του κοινώς επονομαζόμενου μνημονίου και των εφαρμοστικών αυτού διατάξεων, είναι ένα σύνθετο οικονομικό-πολιτικό-κοινωνικό  φαινόμενο, που ήταν επόμενο να επηρεάσει και το θέμα της εγκληματικότητας.
Με αφορμή το τριήμερο εγκληματολογικό συνέδριο προς τιμή του Ομοτίμου Καθηγητή Πανεπιστημίου κ. Νέστορα Κουράκη, με κεντρικό θέμα «Κρίση, Έγκλημα και Ποινική Καταστολή», που διοργανώθηκε στις αρχές Απριλίου του 2015 από Πανεπιστημιακούς και Κοινωνικούς Φορείς, στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, σύσσωμος ο επιστημονικός κόσμος που κινείται στο χώρο της Εγκληματολογίας, αλλά και σε συναφείς επιστημονικούς κλάδους, διεξήγαγε έναν γόνιμο διάλογο πάνω στο ιδιαίτερο αυτό νεοπαγές θέμα.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι η εργασία αυτή λαμβάνει χώρα προς τιμή και ευχαριστία προς τον αγαπητό μας Καθηγητή κ. Νέστορα Κουράκη, ακούραστο Πανεπιστημιακό Διδάσκαλο, ο οποίος συνέβαλε καθοριστικά με τη διδασκαλία και την καθοδήγηση του τόσο στην εξέλιξη της επιστήμης της Εγκληματολογίας, όσο και στην καλλιέργεια και τη διαμόρφωση της επιστημονικής σκέψης πολλών νέων επιστημόνων.
Ακολούθως τώρα, στο θέμα μας, σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να γίνει μία πρώτη προσέγγιση στο θέμα της επίδρασης της οικονομικής κρίσης στη διαμόρφωση της εγκληματικότητας, όπως το θέμα αυτό παρουσιάζεται, κατά περίπτωση, και μέσα από σταχυολογημένα ενδιαφέροντα σχετικά δημοσιεύματα, δημοσιευμένα ερευνητικά στοιχεία και κριτικές επιστημονικές απόψεις, από τα οποία προκύπτουν χρήσιμα συμπεράσματα, με την επισήμανση ότι, αφενός, το φαινόμενο βρίσκεται σε εξέλιξη και, αφετέρου, ότι για την πληρότητα των κάθε είδους συμπερασμάτων θα πρέπει να ακολουθήσει κατά περίπτωση και εμπεριστατωμένη επιστημονική (εγκληματολογική) τεκμηρίωση.

Β. Δημοσιεύματα, δημοσιευμένα ερευνητικά στοιχεία και κριτικές απόψεις.

1. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η Πτυχιακή Διατριβή της κ. Ελένης Κωνσταντίνου με θέμα «Ο αντίκτυπος της πρόσφατης οικονομικής κρίσης στο έγκλημα»[1]. Κατά την αναφερόμενη εκεί επιτομή της, η Πτυχιακή αυτή Διατριβή σκοπεύει στην προσπάθεια σύνδεσης της πρόσφατης οικονομικής κρίσης (2008-2012) με την εγκληματικότητα. Μέσα από την ανάλυση πιθανών αιτιωδών σχέσεων μεταξύ των δύο παραμέτρων, επιχειρείται να καταγραφεί κατά πόσον η πρόσφατη οικονομική ύφεση είχε επίδραση στους δείκτες της εγκληματικότητας, τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο, όσο και στην Κύπρο. Στην εν λόγω εργασία καταγράφονται θεωρίες, απόψεις και γνώμες επιστημόνων για το θέμα αυτό. Επίσης, παρουσιάζονται και αναλύονται στατιστικά στοιχεία που περιλαμβάνουν εξωγενείς μεταβλητές όσον αφορά στους δείκτες της εγκληματικότητας και της ανεργίας πριν και κατά την περίοδο της πρόσφατης οικονομικής ύφεσης ανά τον κόσμο, σε ευρωπαϊκές χώρες και ειδικά για την Κύπρο. Μέσα από ευρήματα της έρευνας, εξάγονται δύο βασικά συμπεράσματα: α) Η οικονομική ύφεση σε μια χώρα μπορεί να ωθήσει στην αύξηση της εγκληματικότητας, όταν όμως συνδέεται και με μια σειρά άλλων παραγόντων όπως κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, λαθρομετανάστευση, ατιμωρησία εγκλήματος, χαλάρωση αρχών επιβολής του νόμου κ.α. Επίσης, προκύπτει ότι το έγκλημα αλλάζει και μεταβάλλεται ανάλογα της χρονικής περιόδου, β) Μόνο συγκεκριμένος τύπος αδικημάτων πιθανόν να συνδέονται με οικονομικά κίνητρα όπως, εγκλήματα κατά περιουσίας (διαρρήξεις, κλοπές, ληστείες) τα οποία μπορεί να παρουσιάζονται αυξημένα σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο λόγω της οικονομικής αστάθειας σε μια χώρα. Συμπερασματικά, αυτό που πρέπει να κάνει κάθε χώρα είναι τη δική της αυτοκριτική και να λάβει μέτρα ώστε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το κοινωνικό φαινόμενο της εγκληματικότητας, λαμβάνοντας υπόψη τους παράγοντες που την επηρεάζουν.
Η πτυχιακή αυτή διατριβή είναι μία καλή βάση για μία πρώτη προσέγγιση στο θέμα μας, εμπεριέχουσα χρήσιμες απόψεις και θέσεις. 

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

«Υπέρβαση εξουσίας» - ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

• ΑΠ Ολ 2/2012 Αποδοχή έφεσης ασκηθείσας από µη δικαιούµενο προς τούτο πρόσωπο (ΝΟΜΟΣ)
Παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηµατική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από το σύνδικο. Προσωποπαγές δικαίωµα η αξίωση χρηµατικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, η οποία και δεν υπάγεται στην πτωχευτική περιουσία και δεν µπορεί να ασκηθεί από τους δανειστές. Νοµιµοποίηση µόνο της παθούσας πτωχευσάσης ανώνυµης εταιρείας, και όχι του συνδίκου, ο οποίος και νοµιµοποιείται για άσκηση πολιτικής αγωγής µόνο για διεκδίκηση αποζηµίωσης. Άσκηση εφέσεως εκ µέρους του συνδίκου. Απαράδεκτο εφέσεως. Αναίρεση. Λόγοι. Υπέρβαση εξουσίας. Αιτίαση περί υπέρβασης εξουσίας, λόγω αποδοχής της έφεσης του πολιτικώς ενάγοντος συνδίκου, καίτοι δεν δικαιούτο να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηµατική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Απαράδεκτη η έφεση του συνδίκου. Δέχεται την αναίρεση. Αναιρεί το προσβαλλόµενο βούλευµα. Απορρίπτει την έφεση του συνδίκου ως απαράδεκτη. Παραπέµφθηκε στην Ολοµέλεια µε την υπ` αριθµ. 1518/2011 απόφαση του Στ` Ποινικού Τµήµατος.

• ΑΠ Ολ 3/2009 Πρόσωπα ιδιάζουσας δωσιδικίας – περάτωση προανάκρισης (ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2009/885)

Ποινική Δικονοµία. Αναίρεση υπέρ του νόµου. Λόγος. Υπέρβαση εξουσίας. Πρόσωπα ιδιάζουσας δωσιδικίας. Δήµαρχος. Περάτωση της προανάκρισης επί πληµµεληµάτων όσον αφορά στα ως άνω πρόσωπα. Εισαγωγή της υποθέσεως στο Δικαστικό Συµβούλιο, ακόµη κι αν η πράξη υπάγεται στην αρµοδιότητα του Μονοµελούς Πληµµελειοδικείου. Αναιρεί το υπ΄αριθµ. 2266/2008 βούλευµα του Συµβουλίου Πληµµελειοδικών Αθηνών για τον ως άνω λόγο, αφού κρίθηκε αναρµόδιο να περατώσει την προανάκριση επί του πληµµελήµατος της αυθαίρετης δόµησης, τελεσθείσα από Δήµαρχο, επειδή η υπόθεση υπάγεται στο Μονοµελές Πληµµελειοδικείο, καίτοι ο Δήµαρχος αποτελεί πρόσωπο ιδιάζουσας δωσιδικίας και ως εκ τούτου η υπόθεση υπάγεται στην εξαιρετική αρµoδιότητα του Τριµελούς Πληµµελειοδικείου.

• ΟΛΑΠ 2/2009 Υπέρβαση εξουσίας από την οριστική παύση της δίωξης λόγω παραγραφής (ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2009/546)

Ποινική Δικονοµία. Αναίρεση. Λόγοι. Εσφαλµένη εφαρµογή και ερµηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Υπέρβαση εξουσίας. Αναιρεί διότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το αδίκηµα, που τέλεσαν τα µέλη του ΔΣ της Κτηµατολόγιο ΑΕ, φέρει το χαρακτήρα της κοινής απιστίας και όχι της απιστίας της σχετικής µε την υπηρεσία µε τη σκέψη ότι η ελάττωση της δηµόσιας δεν συνδέεται µε τον προσδιορισµό, την είσπραξη ή τη διαχείριση των δηµόσιων εσόδων. Η παύση της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής της κοινής απιστίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας, εφόσον η πράξη συνιστά το αδίκηµα της κακουργηµατικής απιστίας σχετικά µε την υπηρεσία και ως εκ τούτου δεν έχει παραγραφεί. Με µειοψηφία 15 µελών.

• ΟΛΑΠ 9/2008 Παραβίαση διατάξεων για την έναρξη της ποινικής δίωξης (Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2008/1144)

Ποινική δικονοµία. Άσκηση ποινικής δίωξης. Έγκυρη η απορριπτική διάταξη του Εισαγγελέα Πληµµελειοδικών επί µηνύσεως έστω κι αν θεωρήθηκε αυτή ως έγκληση (αντί της αρχειοθετήσεως), αφού οι λόγοι απορρίψεως και το ελεγκτικό όργανο είναι τα ίδια, αλλά και για οικονοµία δικαστικών ενεργειών. Δυνατότητα επανεξέτασής της δια της προσφυγής στον Εισαγγελέα Εφετών. Απιστία σχετική µε την υπηρεσία. Θετική υπέρβαση εξουσίας του Συµβουλίου Πληµµελειοδικών λόγω ακύρωσης εισαγγελικής διατάξεως χωρίς να έχει αρµοδιότητα και αρνητική λόγω άρνησης να αποφασίσει επί της ουσίας. (Αναιρείται το 1663/2007 βούλευµα του Συµβ.Πληµ.Αθηνών).

• ΟΛΑΠ 1/2008 Επανάληψη άκυρης ανακριτικής πράξης-ακυρότητα παραποµπής στο ακροατήριο (Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΠΟΙΝΧΡ 2008/305, ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2008/275, ΑΡΜ 2008/617, ΔΙΚΗ 2008/563, ΠΟΙΝΛΟΓ 2008/21)

Ποινική δικονοµία. Ακυρότητα πράξεων προδικασίας. Αρµοδιότητα του Δικαστικού Συµβουλίου για την κήρυξή τους. Οι ακυρότητες αυτές προτείνονται µέχρι την αµετάκλητη παραποµπή του κατηγορουµένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτονται, µε αποτέλεσµα να µη µπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αν δε προτάθηκαν και απορρίφθηκαν από το δικαστικό συµβούλιο δεν µπορούν να επαναφερθούν και να προταθούν και πάλι ενώπιον του δικαστηρίου που αναλαµβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Κλητήριο θέσπισµα. Περιπτώσεις ακυρότητας. Δεν αποτελούν λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσµατος οι ακυρότητες της προδικασίας. Δύναται όµως τέτοια ακυρότητα, εφόσον δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστικού συµβουλίου, να προταθεί µε την κατ` άρθρο 322 ΚΠοινΔ προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών, εφόσον συνάπτεται µε τη βασιµότητα της παραποµπής του κατηγορουµένου στο ακροατήριο. Το δικαστήριο δεν µπορεί να κηρύξει την ακυρότητα της παραποµπής και να παραπέµψει και πάλι την υπόθεση στην ανάκριση, προκειµένου να επαναληφθεί ακύρως διενεργηθείσα ανακριτική πράξη (απολογία). Αναίρεση υπέρ του νόµου για αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Με παρατηρήσεις Νάντιας Λαγού στην ΠοινΔ/νη.

• ΟΛΑΠ 8/2006 Κατηγορούµενος ωσεί παρών (ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2006/1116)

Ποινική δικονοµία. Απόρριψη ασκηθείσας έφεσης ως ανυποστήρικτης, λόγω απουσίας του εκκαλούντος στη µετ` αναβολή δικάσιµο, παρά το γεγονός ότι ο εκκαλών εµφανίστηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ` έφεση δίκης. Αναίρεση προσβαλλοµένης απόφασης, λόγω υπέρβασης εξουσίας, εφόσον το δικαστήριο όφειλε κατά τη µετ` αναβολή δικάσιµο να θεωρήσει παρόντα τον εκκαλούντα και να δικάσει την υπόθεση κατ` ουσίαν.

• ΟΛΑΠ 10/2005 Αρνητική υπέρβαση εξουσίας από την κήρυξη αναρµοδιότητας (ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2006/132, ΠΟΙΝΧΡ 2006/120, ΝΟΒ 2006/453, ΠΟΙΝΛΟΓ 2005/1895, ΔΙΚΗ 2006/440).

Ποινική δικονοµία. Αναίρεση απόφασης πενταµελούς εφετείου για υπέρβαση εξουσίας, εφόσον έκρινε ότι το ίδιο είναι αναρµόδιο και παρέπεµψε την υπόθεση προς εκδίκαση σε πρώτο βαθµό ενώπιον του τριµελούς δικαστηρίου ανηλίκων. Άσκηση έφεσης και εισαγωγή αυτής προς εκδίκαση µετά την ισχύ του Ν. 3189/2003 που αύξησε το όριο ανηλικότητας από το 17ο στο 18ο έτος της ηλικίας. Θεµελίωση αρµοδιότητας δευτεροβαθµίου δικαστηρίου µόνο στο γεγονός ότι η υπόθεση εισήχθη πρωτοδίκως στο κατά την εισαγωγή της αρµόδιο δικαστήριο, ανεξαρτήτως µεταγενέστερης απόκτησης από τον κατηγορούµενο, κατά νοµοθετικό χαρακτηρισµό ή επαγγελµατική εξέλιξη, ορισµένης ιδιότητας ή διαφορετικού χαρακτηρισµού της πράξης από το νοµοθέτη. Αναιρεί υπέρ του νόµου την 357/2005 απόφαση του Πενταµελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

• ΟΛΑΠ 9/2005 Ειδική αιτιολογία εισαγγελικής έφεσης (Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2006/13, ΠΟΙΝΧΡ 2006/117, ΠΟΙΝΛΟΓ 2005/1137, ΝΟΒ 2006/447)

Ποινική δικονοµία. Έφεση Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης. Προϋποθέσεις παραδεκτού. Ειδική αιτιολογία των λόγων εφέσεως. Απόρριψη του ενδίκου µέσου που δεν περιέχει την απαιτούµενη αιτιολογία δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως για αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Δικαίωµα παροχής έννοµης προστασίας και δίκαιης δίκης κατά το Σύνταγµα και την ΕΣΔΑ. Δεν αντίκειται στις σχετικές διατάξεις η διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3.