Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #ιατρικός φάκελος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #ιατρικός φάκελος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2018

"Από την πρόσβαση στον Ιατρικό Φάκελο έως την Ακροαματική Διαδικασία" [Θάνου Πλεύρη, Δικηγόρου Αθηνών]


Η επεξεργασία ενός θέματος ιατρικού δικαίου με τίτλο «από την πρόσβαση στον ιατρικό φάκελο έως την ακροαματική διαδικασία» παρουσιάζει την πρόκληση χειρισμού ενός θέματος περισσότερο πρακτικής άσκησης δικαιωμάτων ασθενούς, υποχρεώσεων ιατρού και δικηγορικής ενασχόλησης και λιγότερο θεωρητικής προσέγγισης. Όταν ο ασθενής θεωρήσει ότι πρέπει να διερευνηθεί ως προς την ιατρική της ορθότητα μια ιατρική πράξη θέλει να ξέρει ποια δικαιώματα έχει και πως θα τα ασκήσει και ιδίως, εάν αξίζει να μπει σε μια διαδικασία αναζήτησης ιατρικού λάθους, καθώς μια τέτοια διαδικασία είναι αρκετά φορτισμένη. Αντιστοίχως ο ιατρός θέλει να γνωρίζει πως θα προστατευθεί και τι πρέπει να πράξει. Σε αυτό το δίπολο πάντοτε κομβικός είναι ο ρόλος του δικηγόρου που είτε από την μία είτε από την άλλη πλευρά θα κληθεί να διασφαλίσει αυτά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις.
Για να μπορέσουμε να εξετάσουμε, τι πράττουμε, από το πρώτο βήμα που είναι η πρόσβαση στον ιατρικό φάκελο μέχρι να φθάσουμε στο ακροατήριο, οφείλουμε να εξετάσουμε τι ακριβώς αναζητούμε, όταν αναφερόμαστε σε ιατρική ευθύνη, ιατρική αμέλεια και ιατρικό λάθος. Η ιατρική πράξη συνδέεται άμεσα με τα εγκλήματα που αφορούν στην υγεία και στη σωματική ακεραιότητα του ατόμου. Η υγεία και η σωματική ακεραιότητα του ανθρώπου προστατεύονται ρητά από το Σύνταγμα (αρθ. 7 παρ. 2). Η συνταγματική αυτή επιταγή βρίσκει την έκφρασή της στα άρθρα ΠΚ 308 επ. Κατά την πάγια μάλιστα νομολογία και θεωρία η ιατρική πράξη που διενεργείται ενάντια στους κανόνες της ιατρικής επιστήμης (lege artis) και προκαλεί βλάβη στην υγεία ή σωματική κάκωση του ασθενούς συνιστά σωματική βλάβη δυνάμει των άρθρων 308 επ. ΠΚ[1]. Η ιατρική ευθύνη είναι ευθύνη επαγγελματική και ο ιατρός οφείλει να καταβάλλει την επιμέλεια που επιτάσσει το επάγγελμά του γενικά και η συγκεκριμένη πράξη ειδικά. Η επιμέλεια αυτή εξειδικεύεται τόσο στο αρ. 24 του ΑΝ 1565/39 όσο και στους γενικούς κανόνες επιμέλειας που ρυθμίζουν τον τρόπο ενέργειας των ιατρών σε συγκεκριμένη περίπτωση[2].  Ιδιαιτέρως σύμφωνα με το νέο κώδικα ιατρικής δεοντολογίας Ν.3418/05 η άσκηση της ιατρικής είναι λειτούργημα που αποσκοπεί στη διατήρηση, βελτίωση και αποκατάσταση της σωματικής, ψυχικής και πνευματικής υγείας του ανθρώπου, καθώς και στην ανακούφιση του από τον πόνο(αρ. 2 παρ. 1) και ο κάθε ιατρός ενεργεί με βάση τους κανόνες της τεκμηριωμένης και βασισμένης σε ενδείξεις ιατρικής επιστήμης (αρ. 3 παρ. 2γ).  Ως ιατρικό σφάλμα χαρακτηρίζεται η συμπεριφορά του ιατρού που αξιολογείται ως υπολειπόμενη της επιβαλλόμενης στο επάγγελμά του και στη συγκεκριμένη περίπτωση επιμέλειας. Η προσέγγιση αυτή έχει κατά κανόνα δυο θεωρήσεις, μια στενότερη, κατά την οποία το ιατρικό σφάλμα υπάρχει, όταν ο ιατρός παραβαίνει τους κανόνες και τις αρχές της ιατρικής επιστήμης (δεν ενεργεί lege artis) και μια ευρύτερη, κατά την οποία ιατρικό σφάλμα συνιστά κάθε αμελής συμπεριφορά, δηλαδή και αυτή που μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι, χωρίς να είναι αναγκαία η αναγωγή στους κανόνες της ιατρικής επιστήμης. To ιατρικό σφάλμα που προκαλεί αιτιωδώς ζημία σε ένα πρόσωπο αναγνωρίζεται, κατά πάγια άποψη στο ελληνικό δίκαιο, ως περίπτωση εφαρμογής της ΑΚ 914.
Η ιατρική ευθύνη λοιπόν συνίσταται σε μια αντικειμενικά εσφαλμένη ενέργεια, που δημιουργεί μια απόκλιση από τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και πιο συγκεκριμένα μια παράβαση των ιατρικών κανόνων. Συνδέεται με ένα σύμφωνα με την επιστήμη ακατάλληλο μέτρο[3].  Η αντικειμενική αυτή εσφαλμένη ενέργεια συνδέεται με παράβαση από τον ιατρό των κανόνων της ιατρική επιστήμης, για τους οποίους δε μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση με παράλληλη προσβολή του καθήκοντος επιμέλειας[4] λ.χ. η εσφαλμένη διάγνωση (διαγνωστική πλάνη) που οδηγεί στην εσφαλμένη αντιμετώπιση του περιστατικού συνιστά εξωτερικά αμελή ιατρική παράλειψη και άρα ιατρικό σφάλμα. Περιπτώσεις τέτοιες είναι η ΣτΕ 727/09 (ρήξη οισοφάγου με αποζημίωση 125.000 ευρώ), η ΣτΕ 3081/03 απώλεια νεφρού με αποζημίωση 40.000.000 δραχμές), η ΣτΕ 3202/06 πρόκληση ηπίου καρκινώματος με αποζημίωση 52.000 ευρώ) και κάποιες με βαρύτερες συνέπειες, όπως μερική τύφλωση (ΣτΕ 2739/07 με 150.000 αποζημίωση) και μόνιμη εγκεφαλική βλάβη (525.000 αποζημίωση ΣτΕ 727/09). Πληθώρα αποφάσεων και του Αρείου Πάγου υπάρχει με κορυφαίες τις ΑΠ 529/00, 601/00, 1063/00, 1384/01, 1953/01, 797/02, 1644/02, 3016/03, 290/04 (ιδιαιτέρως σημαντική) 546/05, 183/06, 97/07, 801/07, 1484/08.
Το ιατρικό σφάλμα συνδέεται, λοιπόν, με τη θεραπευτική αστοχία που συνίσταται είτε στη λανθασμένη επιλογή της ιατρική μεθόδου είτε στην παράληψη του ιατρού να ενεργήσει έγκαιρα για την αποτροπή δυσμενών αποτελεσμάτων. Ως χαρακτηριστικές θεραπευτικές αστοχίες η νομολογία επισημαίνει 1. Το διαγνωστικό λάθος 2. Την εφαρμογή μη αναγνωρισμένης θεραπευτικής μεθόδου. 3. Τεχνικό σφάλμα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων 4. Μη υποβολή σε χειρουργική επέμβαση 5. πλημμελής προεγχειρητικός έλεγχος και  6. Παράλειψη ιατρικής παρακολούθησης μετά το πέρας της επεμβάσεως (ΠοινΔικ 11/2004). Έχει δε κριθεί ότι δεν υπάρχει ιατρική αμέλεια όταν ο ιατρός δεν παραβιάζει τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης[5].
Σχετικά δε με την ένταξη του ιατρικού σφάλματος στις προϋποθέσεις της παρανομίας και της υπαιτιότητας, επισημαίνονται τα ακόλουθα: Σύμφωνα με την ορθότερη άποψη, που πλέον πρέπει να θεωρείται κρατούσα στο ελληνικό δίκαιο, η συνδρομή της προϋπόθεσης της παρανομίας εξετάζεται με αναγωγή στη συμπεριφορά του δράστη, η οποία πρέπει καθεαυτή να αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, και όχι ενόψει του επιζήμιου αποτελέσματος. Με αυτή την έννοια, στην ιατρική ευθύνη για ιατρικό σφάλμα, η προϋπόθεση της παρανομίας θεμελιώνεται α) με αναγωγή σε συγκεκριμένες διατάξεις, στις οποίες θεωρείται ότι αντιβαίνει η αμελής και αντιεπιστημονική συμπεριφορά του γιατρού και β) στην παράβαση των γενικών (άγραφων) κανόνων επιμέλειας, που ρυθμίζουν τον τρόπο ενέργειας των ιατρών. Ειδικότερα, όπως είναι γνωστό, παρανομία δεν συνιστά μόνο η συμπεριφορά προσώπου που αντίκειται σε ειδική διάταξη νόμου, αλλά και αυτή που παραβιάζει τις υποχρεώσεις επιμέλειας την οποία οφείλει να επιδεικνύει κάθε κοινωνός προς το σκοπό της αποφυγής πρόκλησης ζημίας σε αγαθά άλλων προσώπων. Το δίκαιο, με άλλες λέξεις, απαγορεύει την αμελή συμπεριφορά και το ιατρικό σφάλμα συνιστά μια τέτοια συμπεριφορά .

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2018

Πρόσβαση σε ιατρικό φάκελο ασθενούς από τον θεράποντα ιατρό προς δικαστική υπεράσπισή του


Η ΑΠΔΠΧ χορήγησε άδεια (7 παρ. 2 του Ν. 2472/1997) σε διαγνωστικό θεραπευτικό κέντρο ως υπεύθυνο επεξεργασίας προκειμένου να διαβιβάσει σε αιτούντα τρίτο ιατρό ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα υγείας άλλου προσώπου για δικαστική χρήση. Πιο συγκεκριμένα, ο ενδιαφερόμενος ιατρός ζήτησε στοιχεία του ιατρικού φακέλου του ασθενούς έτσι ώστε να αντικρούσει ενώπιον του δικαστηρίου αγωγή αποζημίωσης εναντίον του. Η Αρχή αποφάσισε την χορήγηση της άδειας αφού προηγουμένως ενημερωθεί και ο ασθενών από το διαγωνιστικό κέντρο (άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 2472/1997) καθώς ο σκοπός της επεξεργασίας συνάδει με το άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. γ’ του Ν. 2472/1997 ενώ πληρούται και η αρχή της αναλογικότητας κατά το άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ. β του νόμου, εφόσον τα στοιχεία του ιατρικού φακέλου τυγχάνουν πρόσφορα για την αντίκρουση της αγωγής. Επομένως, η Αρχή προκρίνει τον περιορισμό του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων έναντι της απονομής της δικαιοσύνης.
Δείτε την απόφαση εδώ : ΑΠΟΦΑΣΗ 37/2017
Σχολιασμός της απόφασης:
Η συν τω νόμω πρόσβαση του τρίτου σε ευαίσθητα δεδομένα για δικαστική χρήση: Το πρόβλημα της έκτασης αρμοδιότητας ανάμεσα στις Εισαγγελικές Αρχές και την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα [Σιουμάλα Ν. Ευαγγελία, Υποψήφια Π.Μ.Σ. Φιλοσοφίας του Δικαίου, Νομική Σχολή Ε.Κ.Π.Α.]
Εισαγωγη
Αφορμή για το παρόν σχόλιο αποτελεί η προσφάτως εκδοθείσα υπ’ αριθμόν 37/2017 απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα[1] (στο εξής ΑΠΔΠΧ) αλλά και η προ τριετίας γνωμοδότηση του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου υπ’ αριθμόν 4/2014[2], με την οποία και συντηρείται ακόμα θολό το νομικό πλαίσιο της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Με την υπ’ αριθμόν 37/2017 απόφαση της, η Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα χορήγησε άδεια σε διαγνωστικό θεραπευτικό κέντρο ως υπεύθυνο επεξεργασίας, ώστε το τελευταίο να παραδώσει έγγραφο που περιέχει ευαίσθητα δεδομένα σε  ενδιαφερόμενο τρίτο για δικαστική χρήση , έπειτα από αίτηση του τελευταίου. Ο ενδιαφερόμενος είναι γιατρός και ζήτησε στοιχεία του ιατρικού φακέλου του ασθενούς έτσι ώστε να αντικρούσει ενώπιον του δικαστηρίου αγωγή αποζημίωσης του ασθενούς εναντίον του. Η ΑΠΔΠΧ εξέτασε την συνδρομή των προϋποθέσεων που τίθενται στο άρθρο 7 παρ. 2γ) του νόμου 2472/1997 καθώς και την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 4 παρ. 1β) του ίδιου νόμου. Σε συνέχεια, αποφάσισε τη χορήγηση της άδειας με την παράλληλη γνωστοποίηση στον ενάγοντα ασθενή της επεξεργασίας των δεδομένων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 11 παρ.3 του ν. 2472/1997. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε και η άδεια χορηγήθηκε στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της ΑΠΔΠΧ όπως αυτά καθορίζονται στο άρθρο 19 του νόμου 2472/2017.
Με την υπ’ αριθμόν 4/2014 γνωμοδότηση, ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου απεφάνθη ότι εφόσον έχει προηγηθεί εισαγγελική παραγγελία, οι υπεύθυνοι επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων οφείλουν να επιτρέπουν την πρόσβαση σε ευαίσθητα δεδομένα, χωρίς να προηγείται άδεια της ΑΠΔΠΧ. Με την ανωτέρω απόφαση της ΑΠΔΠΧ και την εισαγγελική γνωμοδότηση αλλά και με πλήθος αντιφατικών γνωμοδοτήσεων και δικαστικών αποφάσεων, μνεία των οποίων θα γίνει παρακάτω, η σχέση μεταξύ των εισαγγελικών αρχών και των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών αναδεικνύεται επισφαλής. Οι αλληλοσυγκρουόμενες τοποθετήσεις του Αντιεισαγγελέα και της ΑΠΔΠΧ προβληματίζουν και θέτουν σε δοκιμασία το κύρος της ΑΠΔΠΧ ενώ καταδεικνύεται απερίφραστα και το πρόβλημα της πολυνομίας στην ελληνική έννομη τάξη. Γι’ αυτό εξάλλου και το ζήτημα που πραγματεύεται το παρόν, έχει απασχολήσει τόσο την ελληνική δικαστηριακή πρακτική[3] όσο και την ελληνική θεωρία[4].
Μέρος Α: Το πρόβλημα
Ι. Οριοθέτηση του προβλήματος
Το ζήτημα που ερείδεται είναι αφενός μεν η διαφάνεια της κρατικής δράσης συνάμα με το δικαίωμα πρόσβασης στην πληροφορία όπως τα δικαιώματα αυτά κατοχυρώνονται στα άρθρα 5Α και 20 του Συντάγματος καθώς και στα λοιπά συναφή νομοθετήματα, αφετέρου δε το αμυντικό δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 9Α του Συντάγματος και καθορίζεται από το νόμο 2742/1997[5]. Στο παρόν, θα εξεταστεί το πρόβλημα των αντιτιθέμενων αρμοδιοτήτων ανάμεσα στην ΑΠΔΠΧ να εκδίδει άδειες σύμφωνα με το άρθρο 19 του ν.2472/1997 και στο εισαγγελικό σώμα να προβαίνει σε παραγγελίες χορήγησης εγγράφων κατά άρθρο 25 παρ. 4 ν.1756/1988.  Πιο συγκεκριμένα, στο μικροσκόπιο θα τεθεί  η χορήγηση αδειών καθώς και η εισαγγελική παραγγελία επεξεργασίας των ευαίσθητων δεδομένων και όχι των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα γενικά. Επιπλέον, η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων ενδιαφέρει όταν πραγματοποιείται έπειτα από αίτηση τρίτου ενδιαφερόμενου, δηλαδή από πρόσωπο διαφορετικό από το υποκείμενο των δεδομένων και τον υπεύθυνο επεξεργασίας, ήτοι αυτόν που καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασία και πρόσβασης του τρίτου στα δεδομένα για δικαστική χρήση[6],.
ΙΙ. Η πολυνομοθετική πραγματικότητα
Η διάκριση των ευαίσθητων δεδομένων από τα απλά ή άλλως κοινά προσωπικά δεδομένα επιχειρείται καταρχήν στο άρθρο 2 του ν. 2472/1997 αλλά εντοπίζεται επισήμανση της διάκρισης αυτής και σε δικαστικές αποφάσεις[7] αλλά και γνωμοδοτήσεις του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους[8], με σκοπό την προσεκτικότερη νομική αντιμετώπιση των ευαίσθητων δεδομένων. Σύμφωνα με τον ορισμό που τίθεται στο νόμο, τα ευαίσθητα δεδομένα αφορούν στη φυλετική ή εθνική προέλευση, στα πολιτικά φρονήματα, στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, στη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, στην υγεία, στην κοινωνική πρόνοια και στην ερωτική ζωή, στα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων. Η σημασία τους καταδεικνύεται με τη θεσπισμένη στο άρθρο 7 του νόμου απαγόρευση επεξεργασίας τους, εκτός και αν συντρέχουν ειδικές εξαιρέσεις και πάντα έπειτα από σχετική άδεια της ΑΠΔΠΧ[9]. Έτσι, η προστασία των ευαίσθητων δεδομένων καθίσταται μεγάλης σημασίας και η ΑΠΔΠΧ αναλαμβάνει το ρόλο να αποφαίνεται ad hoc για τη σκοπιμότητα ή μη της επεξεργασίας τους[10].
Σύμφωνα όμως με το άρθρο 25 παρ. 4 περ. β΄ του ν.1756/1988, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών δικαιούται να παραγγέλλει στις υπηρεσίες του δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των οργανισμών κοινής ωφέλειας και όλων γενικά των επιχειρήσεων του δημόσιου τομέα, να παραδώσουν έγγραφα ή να χορηγήσουν αντίγραφά τους, όταν το ζητήσουν νομικά ή φυσικά πρόσωπα που έχουν δικαίωμα ή έννομο συμφέρον, εκτός αν πρόκειται για έγγραφα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 261 του Κ.Π.Δ.