Η ΑΠΔΠΧ χορήγησε άδεια (7 παρ. 2 του Ν. 2472/1997) σε διαγνωστικό θεραπευτικό κέντρο ως υπεύθυνο επεξεργασίας προκειμένου να διαβιβάσει σε αιτούντα τρίτο ιατρό ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα υγείας άλλου προσώπου για δικαστική χρήση. Πιο συγκεκριμένα, ο ενδιαφερόμενος ιατρός ζήτησε στοιχεία του ιατρικού φακέλου του ασθενούς έτσι ώστε να αντικρούσει ενώπιον του δικαστηρίου αγωγή αποζημίωσης εναντίον του. Η Αρχή αποφάσισε την χορήγηση της άδειας αφού προηγουμένως ενημερωθεί και ο ασθενών από το διαγωνιστικό κέντρο (άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 2472/1997) καθώς ο σκοπός της επεξεργασίας συνάδει με το άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. γ’ του Ν. 2472/1997 ενώ πληρούται και η αρχή της αναλογικότητας κατά το άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ. β του νόμου, εφόσον τα στοιχεία του ιατρικού φακέλου τυγχάνουν πρόσφορα για την αντίκρουση της αγωγής. Επομένως, η Αρχή προκρίνει τον περιορισμό του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων έναντι της απονομής της δικαιοσύνης.
Δείτε την απόφαση εδώ : ΑΠΟΦΑΣΗ 37/2017
Σχολιασμός της απόφασης:
Η συν τω νόμω πρόσβαση του τρίτου σε ευαίσθητα δεδομένα για δικαστική χρήση: Το πρόβλημα της έκτασης αρμοδιότητας ανάμεσα στις Εισαγγελικές Αρχές και την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα [Σιουμάλα Ν. Ευαγγελία, Υποψήφια Π.Μ.Σ. Φιλοσοφίας του Δικαίου, Νομική Σχολή Ε.Κ.Π.Α.]
Εισαγωγη
Αφορμή για το παρόν σχόλιο αποτελεί η προσφάτως εκδοθείσα υπ’ αριθμόν 37/2017 απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα[1] (στο εξής ΑΠΔΠΧ) αλλά και η προ τριετίας γνωμοδότηση του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου υπ’ αριθμόν 4/2014[2], με την οποία και συντηρείται ακόμα θολό το νομικό πλαίσιο της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Με την υπ’ αριθμόν 37/2017 απόφαση της, η Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα χορήγησε άδεια σε διαγνωστικό θεραπευτικό κέντρο ως υπεύθυνο επεξεργασίας, ώστε το τελευταίο να παραδώσει έγγραφο που περιέχει ευαίσθητα δεδομένα σε ενδιαφερόμενο τρίτο για δικαστική χρήση , έπειτα από αίτηση του τελευταίου. Ο ενδιαφερόμενος είναι γιατρός και ζήτησε στοιχεία του ιατρικού φακέλου του ασθενούς έτσι ώστε να αντικρούσει ενώπιον του δικαστηρίου αγωγή αποζημίωσης του ασθενούς εναντίον του. Η ΑΠΔΠΧ εξέτασε την συνδρομή των προϋποθέσεων που τίθενται στο άρθρο 7 παρ. 2γ) του νόμου 2472/1997 καθώς και την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 4 παρ. 1β) του ίδιου νόμου. Σε συνέχεια, αποφάσισε τη χορήγηση της άδειας με την παράλληλη γνωστοποίηση στον ενάγοντα ασθενή της επεξεργασίας των δεδομένων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 11 παρ.3 του ν. 2472/1997. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε και η άδεια χορηγήθηκε στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της ΑΠΔΠΧ όπως αυτά καθορίζονται στο άρθρο 19 του νόμου 2472/2017.
Με την υπ’ αριθμόν 4/2014 γνωμοδότηση, ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου απεφάνθη ότι εφόσον έχει προηγηθεί εισαγγελική παραγγελία, οι υπεύθυνοι επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων οφείλουν να επιτρέπουν την πρόσβαση σε ευαίσθητα δεδομένα, χωρίς να προηγείται άδεια της ΑΠΔΠΧ. Με την ανωτέρω απόφαση της ΑΠΔΠΧ και την εισαγγελική γνωμοδότηση αλλά και με πλήθος αντιφατικών γνωμοδοτήσεων και δικαστικών αποφάσεων, μνεία των οποίων θα γίνει παρακάτω, η σχέση μεταξύ των εισαγγελικών αρχών και των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών αναδεικνύεται επισφαλής. Οι αλληλοσυγκρουόμενες τοποθετήσεις του Αντιεισαγγελέα και της ΑΠΔΠΧ προβληματίζουν και θέτουν σε δοκιμασία το κύρος της ΑΠΔΠΧ ενώ καταδεικνύεται απερίφραστα και το πρόβλημα της πολυνομίας στην ελληνική έννομη τάξη. Γι’ αυτό εξάλλου και το ζήτημα που πραγματεύεται το παρόν, έχει απασχολήσει τόσο την ελληνική δικαστηριακή πρακτική[3] όσο και την ελληνική θεωρία[4].
Μέρος Α: Το πρόβλημα
Ι. Οριοθέτηση του προβλήματος
Το ζήτημα που ερείδεται είναι αφενός μεν η διαφάνεια της κρατικής δράσης συνάμα με το δικαίωμα πρόσβασης στην πληροφορία όπως τα δικαιώματα αυτά κατοχυρώνονται στα άρθρα 5Α και 20 του Συντάγματος καθώς και στα λοιπά συναφή νομοθετήματα, αφετέρου δε το αμυντικό δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 9Α του Συντάγματος και καθορίζεται από το νόμο 2742/1997[5]. Στο παρόν, θα εξεταστεί το πρόβλημα των αντιτιθέμενων αρμοδιοτήτων ανάμεσα στην ΑΠΔΠΧ να εκδίδει άδειες σύμφωνα με το άρθρο 19 του ν.2472/1997 και στο εισαγγελικό σώμα να προβαίνει σε παραγγελίες χορήγησης εγγράφων κατά άρθρο 25 παρ. 4 ν.1756/1988. Πιο συγκεκριμένα, στο μικροσκόπιο θα τεθεί η χορήγηση αδειών καθώς και η εισαγγελική παραγγελία επεξεργασίας των ευαίσθητων δεδομένων και όχι των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα γενικά. Επιπλέον, η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων ενδιαφέρει όταν πραγματοποιείται έπειτα από αίτηση τρίτου ενδιαφερόμενου, δηλαδή από πρόσωπο διαφορετικό από το υποκείμενο των δεδομένων και τον υπεύθυνο επεξεργασίας, ήτοι αυτόν που καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασία και πρόσβασης του τρίτου στα δεδομένα για δικαστική χρήση[6],.
ΙΙ. Η πολυνομοθετική πραγματικότητα
Η διάκριση των ευαίσθητων δεδομένων από τα απλά ή άλλως κοινά προσωπικά δεδομένα επιχειρείται καταρχήν στο άρθρο 2 του ν. 2472/1997 αλλά εντοπίζεται επισήμανση της διάκρισης αυτής και σε δικαστικές αποφάσεις[7] αλλά και γνωμοδοτήσεις του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους[8], με σκοπό την προσεκτικότερη νομική αντιμετώπιση των ευαίσθητων δεδομένων. Σύμφωνα με τον ορισμό που τίθεται στο νόμο, τα ευαίσθητα δεδομένα αφορούν στη φυλετική ή εθνική προέλευση, στα πολιτικά φρονήματα, στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, στη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, στην υγεία, στην κοινωνική πρόνοια και στην ερωτική ζωή, στα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων. Η σημασία τους καταδεικνύεται με τη θεσπισμένη στο άρθρο 7 του νόμου απαγόρευση επεξεργασίας τους, εκτός και αν συντρέχουν ειδικές εξαιρέσεις και πάντα έπειτα από σχετική άδεια της ΑΠΔΠΧ[9]. Έτσι, η προστασία των ευαίσθητων δεδομένων καθίσταται μεγάλης σημασίας και η ΑΠΔΠΧ αναλαμβάνει το ρόλο να αποφαίνεται ad hoc για τη σκοπιμότητα ή μη της επεξεργασίας τους[10].
Σύμφωνα όμως με το άρθρο 25 παρ. 4 περ. β΄ του ν.1756/1988, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών δικαιούται να παραγγέλλει στις υπηρεσίες του δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των οργανισμών κοινής ωφέλειας και όλων γενικά των επιχειρήσεων του δημόσιου τομέα, να παραδώσουν έγγραφα ή να χορηγήσουν αντίγραφά τους, όταν το ζητήσουν νομικά ή φυσικά πρόσωπα που έχουν δικαίωμα ή έννομο συμφέρον, εκτός αν πρόκειται για έγγραφα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 261 του Κ.Π.Δ.
