Τρίτη 19 Απριλίου 2016

"Δικαίωμα υπερασπίσεως και δικηγορικό απόρρητο" [του ΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ, Καθηγητή Πανεπιστημίου Θράκης]

Εισήγηση στο 7ο Συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων με θέμα : "ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ - Όψεις και Όρια" (Πάτρα 15 & 16/4/2016)


Διάγραμμα
 Ι. Εισαγωγή
ΙΙ. Νομοθετική ρύθμιση
1.      Καθήκον επαγγελματικής εχεμύθειας
2.      Απαγόρευση μαρτυρίας
3.      Κατασχέσεις και έρευνες σε γραφεία δικηγόρων
ΙΙΙ. Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότηση
      της τρομοκρατίας
IV. Συμπέρασμα
  
Ι. Εισαγωγή
Το δικηγορικό απόρρητο, το οποίο ανήκει στα κλασσικά απόρρητα, ευρίσκεται τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο των νομοθετικών και νομολογιακών εξελίξεων.
Το ότι υπάρχει ουσιαστική σχέση μεταξύ του δικαιώματος υπερασπίσεως κατά την αντίκρουση της κατηγορίας από πλευράς κατηγορουμένου στην ποινική δίκη και του δικηγορικού απορρήτου, είναι φανερό, όταν αναλογισθεί κανείς ότι η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ συνηγόρου υπερασπίσεως και κατηγορουμένου λόγω της κεφαλαιώδους σημασίας της εγγυάται την αποτελεσματική δικαστική προστασία του τελευταίου.
Συγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 20 § 1 του Συντ.: «Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του, όπως νόμος ορίζει».
Δηλαδή με την ανωτέρω διάταξη[1] καθιερώνονται συνταγματικά αφενός το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και αφετέρου το δικαίωμα δικαστικής ακροάσεως.
Αυτό σημαίνει ότι το πρόσωπο, που προστρέχει το δικηγόρο για νομική βοήθεια, αποκαλύπτει σε αυτόν στο πλαίσιο της μεταξύ τους σχέσης εμπιστοσύνης μυστικά γεγονότα της ιδιωτικής του ζωής[2], που αναφέρονται στον ιδιωτικό, οικογενειακό ή επαγγελματικό βίο του με σκοπό την πληρέστερη υπεράσπισή του.
Επίσης δεν πρέπει να αμφισβητείται ότι το δικηγορικό απόρρητο συνδέεται με το δικαίωμα που έχει ο καθένας να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να αξιώνει τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του[3]. Δηλαδή αυτή η συνταγματική προστασία της προσωπικής του ελευθερίας επεκτείνεται και στη σφαίρα απορρήτων του ατόμου (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντ.)[4].  
Επί πλέον το δικηγορικό απόρρητο κατοχυρώνεται τόσο στον ΠΚ όσο και στον ΚΠΔ[5]. Συγκεκριμένα με το άρθρο 371 ΠΚ τιμωρούνται οι δικηγόροι και οι βοηθοί τους με χρηματική ποινή ή με φυλάκιση μέχρι ενός έτους αν φανερώσουν ιδιωτικά απόρρητα που τους τα εμπιστεύθηκαν ή τα έμαθαν λόγω του επαγγέλματος τους ή της ιδιότητάς τους, ενώ με το άρθρο 212 ΚΠΔ επιβάλλεται στους συνηγόρους απαγόρευση εξέτασης τους ως μαρτύρων τόσο στην προδικασία όσοι και στη κύρια διαδικασία σχετικά με όσα τους εμπιστεύθηκαν οι πελάτες τους. Η ανωτέρω απαγόρευση διασφαλίζεται και από τις διατάξεις των άρθρων 261 και 262 ΚΠΔ, που απαγορεύουν την κατάσχεση εγγράφων των προσώπων, που αναφέρονται σ’αυτές.
Εκτός από τα άρθρα αυτά το δικηγορικό απόρρητο κατοχυρώνεται επίσης στο άρθρο 38 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013), ενώ το άρθρο 39 § 1 του ανωτέρω κώδικα ενίσχυσε την προστασία του δικηγορικού απορρήτου ορίζοντας ότι «απαγορεύεται η διεξαγωγή έρευνας για την αναζήτηση εγγράφων ή άλλων στοιχείων ή των ηλεκτρονικών μέσων αποθήκευσης αυτών, καθώς και η κατάσχεση αυτών για όσο χρόνο βρίσκονται στην κατοχή του δικηγόρου για υπόθεση που αυτός χειρίζεται».
Ακόμη το δικηγορικό απόρρητο διασφαλίζεται στο άρθρο 400 ΚΠολΔ, το οποίο απαγορεύει την εξέταση του δικηγόρου στην πολιτική δίκη σχετικά με γεγονότα, που καλύπτονται από το δικηγορικό απόρρητο.
Τέλος πρέπει να  επισημανθεί ότι η συνταγματική προστασία του δικηγορικού απορρήτου στα άρθρα 2 § 1 και 5 § 1 του Συντ. επεκτείνεται και στα άρθρα 9 (προστασία του ιδιωτικού βίου), 9A (προστασία των προσωπικών δεδομένων) και 19 του Συντ. (προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας) αφού επιβάλλει περιορισμούς στην απόδειξη, προκειμένου να διατηρηθεί μυστικός ένας κύκλος γεγονότων της ιδιωτικής ζωής κάθε ανθρώπου[6]. Με την έννοια αυτή είναι προφανής και η σχέση του δικηγορικού απορρήτου με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, όπως αυτό καθιερώνεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ[7].
Όμως σοβαρό ρήγμα στο στέρεο οικοδόμημα του δικηγορικού απορρήτου και στη σχέση του με τον εντολέα του έχει επιφέρει η θεσμοθέτηση ευρύτατων υποχρεώσεων για το δικηγόρο στο πεδίο του Ευρωπαϊκού-Κοινοτικού Δικαίου, που αναφέρονται στην αντιμετώπιση της νομιμοποίησης παράνομων εσόδων και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
Με άλλα λόγια με τις επιβαλλόμενες νέες υποχρεώσεις των δικηγόρων βάσει των διατάξεων του ν. 3691/2008, που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τη θεσμική κατοχύρωση του δικηγορικού λειτουργήματος, καταλύεται πλέον η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ δικηγόρου και εντολέα με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ουσιαστική υπεράσπιση του τελευταίου.

     ΙΙ. Νομοθετική ρύθμιση 
1. Καθήκον επαγγελματικής εχεμύθειας

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 371 ΠΚ τιμωρούνται με χρηματική ποινή ή με φυλάκιση μέχρι ενός έτους οι δικηγόροι, καθώς και οι βοηθοί τους, αν φανερώσουν ιδιωτικά απόρρητα, που τους τα εμπιστεύθηκαν οι πελάτες τους ή που τα πληροφο­ρήθηκαν λόγω του επαγγέλματος τους ή της ιδιότητας τους.
Η έννοια του απορρήτου δεν καθορίζεται στον ΠΚ. Γίνεται όμως δεκτό ότι για να χαρακτηρισθεί ένα γεγονός ως απόρρητο πρέπει να συντρέχουν δύο στοιχεία: ένα α­ντικειμενικό και ένα υποκειμενικό.
Το αντικειμενικό στοιχείο υπάρχει, όταν το γεγονός είναι γνωστό μόνο σ' ένα πρόσωπο ή σε ένα περιορισμένο κύκλο προσώπων[8]. Ανάλογα με τον κύκλο προσώ­πων, στον οποίο ανήκουν ορισμένα πρόσωπα διακρίνουμε το οικογενειακό, εμπορι­κό, υπηρεσιακό απόρρητο κ.λπ.[9].
Παράλληλα όμως απαιτείται και το υποκειμενικό στοιχείο, δηλαδή η επιθυμία και το ενδιαφέρον μυστικότητας[10].
Έτσι και τα δύο αυτά στοιχεία είναι απαραίτητα για να δώσουν σε ένα γεγονός το χαρακτήρα του απόρρητου.
Συγκεκριμένα υπάγονται στη σφαίρα του απορρήτου γεγονότα, που αφορούν την οικογενειακή ή σεξουαλική ζωή του προσώπου, περιπέτειες και βιώματα του, ασθέ­νειες, πεποιθήσεις και συνήθειες του, περιστατικά και καταστάσεις της εσωτερικής ζωής και του εξωτερικού κόσμου του.
Όμως, ενώ δεν υπάρχει διαμάχη σχετικά με την έννοια και το περιεχόμενο του α­πορρήτου, για το έννομο αγαθό, που προστατεύει η διάταξη του άρθρου 371 ΠΚ, έ­χουν αναπτυχθεί διάφορες απόψεις. Η πρώτη άποψη υποστήριξε ότι έννομο αγαθό δεν είναι το ιδιωτικό απόρρητο, αλλά η εμπιστοσύνη του κοινού" σε συγκεκριμένα ε­παγγέλματα[11]. Κατά τη δεύτερη άποψη έννομο αγαθό είναι η προστασία του ιδιωτι­κού απορρήτου[12].
Τελευταία υποστηρίζεται η άποψη κατά την οποία  πρωταρχικά προστατεύεται το ατομικό έννομο συμφέρον του ατόμου να διατηρεί ένα κύκλο μυστικών γεγονότων του ιδιωτικού ή επαγγελματικού βίου του. Σύμφωνα με την άποψη αυτή μόνο έμμεσα προστατεύεται η εμπιστοσύνη του κοινού σε ορισμένα επαγγέλματα[13]. Προς αυτή την κατεύθυνση κινείται η νομολογία του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία υπάρχει, εδώ, ένα κατοχυρωμένο συνταγματικά δικαίωμα του πολίτη να αποφασίζει, πότε  γεγονότα του ιδιωτικού βίου επιτρέπονται να γίνονται γνωστά σε τρίτους (“Recht auf informationelle Selbstbestimmung), ως τμήμα του δικαιώματος της προσωπικότητας του[14].
Επίσης διατυπώθηκε η άποψη ότι το έγκλημα του άρθρου 371 εί­ναι απλώς μια παραβίαση της επαγγελματικής δεοντολογίας· γι' αυτό θα πρέπει να τυποποιηθεί ως πειθαρχικό αδίκημα στους ειδικούς νόμους, που ρυθμίζουν την ενά­σκηση αυτών των επαγγελμάτων[15].
Ωστόσο ορθότερο είναι να δεχθούμε ότι με τη διάταξη του άρθρου 371 ΠΚ προ­στατεύεται κυρίως το ιδιωτικό απόρρητο, αλλά και η εμπιστοσύνη του κοινού σε ορι­σμένα επαγγέλματα, όπως λ.χ. το δικηγορικό επάγγελμα[16].
Η αξιόποινη εγκληματική συμπεριφορά του συνηγόρου συνίσταται στην αποκά­λυψη (φανέρωση) του ιδιωτικού απορρήτου[17]. Αποκάλυψη δε υπάρχει, όταν το απόρ­ρητο ανακοινώνεται από το συνήγορο με οποιοδήποτε τρόπο σε τρίτο, που δεν δι­καιούται να το πληροφορηθεί. Η αποκάλυψη μπορεί να γίνει και με παράλειψη (άρ­θρο 15 ΠΚ). Ακόμη είναι αξιόποινη η αποκάλυψη και όταν γίνεται σε χρόνο κατά τον οποίο ο δράστης έπαυσε να ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου.
Πάντως ο δικηγόρος δεσμεύεται και μετά τη διεκπεραίωση της υπόθεσης για όλα όσα έμαθε σχετικά με την υπόθεση του εντολέα του ή την ανάκληση της εντολής από τον πελάτη του, αλλά και μετά τον θάνατο του πελάτη του. Το δε καθήκον εχεμύθειας πρέπει να το επιβάλλει και στους συνεργάτες και υπαλλήλους του (άρθρο 36 § 3 στοιχ. ε΄ του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγορικού Λειτουργήματος). Η δε διάταξη του άρθρου 371 ΠΚ δεν αφορά μόνο στους διορισμένους δικηγόρους, αλλά και στους έμμισθους, καθώς και στους ασκούμενους δικηγόρους[18].
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί η απόφαση C-550/07 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης στην υπόθεση Akzo Nobel κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής[19], όπου το δικαστήριο έδωσε αρνητική απάντηση στο αίτημα των επιχειρήσεων για την επέκταση της προστασίας του απόρρητου επικοινωνίας δικηγόρου-πελάτη, ώστε να περιλαμβάνει και την επικοινωνία με τους έμμισθους δικηγόρους[20]
Συγκεκριμένα με την απόφαση της Επιτροπής C (2003) 559/4 της 10.2.2003 οι Akzo και Akcros υποχρεώθηκαν να υποβληθούν σε έλεγχο με σκοπό την ανεύρεση αποδεικτικών στοιχείων για ενδεχόμενες πρακτικές νοθεύουσες τον ανταγωνισμό.
Επίσης το καθήκον εχεμύθειας του συνηγόρου κατοχυρώνεται στη διάταξη του άρθρου 38 του νέου Κώδικα Δικηγόρων κατά την οποία ο δικηγόρος οφείλει να τη­ρεί αυστηρά εχεμύθεια για όσα του εμπιστεύεται ο εντολέας του κατά την ανάθεση και εκτέλεση της εντολής ή πληροφορείται κατά τη διάρκεια του χειρισμού της.  
Περαιτέρω ο ρόλος της συναίνεσης του πελάτη, που έχει εμπιστευθεί το απόρρη­το στο συνήγορο του, έχει προβληματίσει τη θεωρία και τη νομολογία.
Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη η συναίνεση αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης[21]. Ωστόσο έχει επίσης υποστηριχθεί ότι η συναίνεση του ενδιαφερομένου α­ποκλείει την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης[22]. Όμως, όπως προανα­φέρθηκε, κυρίως προστατεύεται στη διάταξη του άρθρου 371 ΠΚ το ιδιωτικό απόρ­ρητο. Εφόσον λοιπόν ο ίδιος ο πελάτης δεν έχει πλέον ενδιαφέρον στη διαφύλαξη του απορρήτου, αίρεται ο απόρρητος χαρακτήρας του και συνεπώς η αποκάλυψη του δεν αποτελεί παραβίαση της επαγγελματικής εχεμύθειας.
Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 371 § 4 ΠΚ η πράξη δεν είναι άδικη και μένει ατιμώρητη εάν ο υπαίτιος απέβλεπε στην εκπλήρωση καθήκοντος ή στη διαφύλα­ξη έννομου ή για άλλο λόγο δικαιολογημένου ουσιώδους συμφέροντος δημόσιου ή του ίδιου ή κάποιου άλλου, το οποίο δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά[23].
Έτσι η αποκάλυψη του απορρήτου από το δικηγόρο δεν είναι άδικη και παραμένει ατιμώρητη, αν αυτός απέβλεπε με αυτήν στην εκπλήρωση άλλου καθήκοντος νομικού ή ηθικού (echte Pflichtenkollision)[24].
Εδώ θα πρέπει ιδιαίτερα να τονισθεί ότι το καθήκον της επαγγελματικής εχεμύθειας  του συνηγόρου υπερασπίσεως μπορεί να συγκρουσθεί με το καθήκον αλήθειας του[25]. Όμως,  ο συνήγορος δεν χρειάζεται να λέγει όλη την αλήθεια ή κατ’ άλλη διατύπωση όσα λέγει ο συνήγορος πρέπει να είναι αληθή, αλλά επιτρέπεται να μη λέγει όλα όσα είναι αληθή[26].
Ωστόσο υποστηρίχθηκε ότι ο συνήγορος υποχρεούται να ανακοινώσει το απόρρητο π.χ. την ενοχή του πελάτη του στην περίπτωση κατά την οποία διαφορετικά ε­πέρχεται σοβαρή ζημία στο κοινωνικό σύνολο[27].
Όμως αντιπαρατηρείται ότι με αυτό το επιχείρημα καταργείται το καθήκον σιωπής ή της επαγγελματικής εχεμύθειας του συνηγόρου και μαζί μ' αυτό η λειτουργία της υπερασπίσεως στην ποινική δί­κη, αφού στην περίπτωση αυτή ο πελάτης δεν θα εμπιστευόταν ποτέ τον συνήγορο του από φόβο, μήπως εξαναγκασθεί αυτός ν' αποκαλύψει το περιεχόμενο της απόρ­ρητης έγγραφης ή προφορικής επικοινωνίας, που είχε μαζί του[28].
Με άλλα λόγια δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί ότι, ο συνήγορος είναι νομικός συμπαραστάτης του κατηγορουμένου και όχι όργανο της δικαι­οσύνης. Η υποχρέωση μεροληπτικής δραστηριότητας του συνηγόρου υπέρ του κατη­γορουμένου αποτελεί το καθοριστικό στοιχείο για την επιλογή του καθήκοντος της επαγγελματικής εχεμύθειας έναντι του καθήκοντος αλήθειας[29].
Ωστόσο υποστηρίζεται ευρέως από τη θεωρία η άποψη σύμφωνα με την οποία ο συνήγορος υπερασπίσεως είναι και αυτοτελές όργανο της Δικαιοσύνης[30], το τρίτο στο χώρο της ποινικής δίκης, κοντά στο δικαστή και τον εισαγγελέα.
Όμως η τελευταία άποψη δεν είναι ορθή, επειδή μεταβάλλει τον συνήγορο ως το τρίτο όργανο της δικαιοσύνης στο πλευρό του δικαστή και του εισαγγελέως, υποχρεωμένο να συμβάλει στην ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας. Αυτό εξάλλου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού η θέση του συνηγόρου υπερασπίσεως από την άποψη των εξουσιών στην απονομή της δικαιοσύνης είναι συντριπτικά υποδεέστερη από τη θέση του δικαστή και του εισαγγελέως. Ακόμη η ανωτέρω άποψη παραγνωρίζει τη σημαντικότερη υποχρέωση που έχει ο συνήγορος κατά την άσκηση του υπερασπιστικού του έργου στην ποινική δίκη, την υποχρέωση μεροληπτικής δραστηριότητας υπέρ του κατηγορουμένου. Δηλαδή δεν μπορεί ο συνήγορος από τη μία πλευρά να είναι όργανο της ποινικής δικαιοσύνης και από την άλλη να έχει την υποχρέωση αυτή. Πάντως, αν και ο συνήγορος είναι νομικός συμπαραστάτης του κατηγορουμένου, εκπληρώνει τα καθήκοντά του κατά τη δική του κρίση, ακόμη και παρά τη θέληση του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι προϋπόθεση της ορθής εκτέλεσης του έργου του είναι η ανεξαρτησία του[31]
 Επομένως, όπως γίνεται φανερό, είναι εντελώς ιδιάζουσα η θέση του συνηγόρου υπερασπίσεως στο πλαίσιο της ποινικής δίκης[32].
Περαιτέρω η στάθμιση της αξίας, που έχουν για την έννομη τάξη τα συγκρουόμενα μεταξύ τους καθήκοντα στις διάφορες περιπτώσεις, δηλ. το καθήκον σιωπής και το καθήκον αληθείας του συνηγόρου είναι πραγματικά δύσκολη.
Επίσης το καθήκον, που έρχεται σε σύγκρουση με το καθήκον της επαγγελματικής εχεμύθειας του δικηγόρου, μπορεί να προκύπτει από διάταξη νόμου, όπως π.χ. η υποχρέωση καταγγε­λίας μελετωμένων κακουργημάτων κατά το άρθρο 232 ΠΚ.
Είναι φανερό ότι στις περιπτώσεις αυτές ο δικηγόρος επιλέγει το καθήκον, που προκύπτει από κάποια διάταξη νόμου. Έτσι π.χ. δεν είναι τελικά άδικη η πράξη του δικηγόρου, συμφωνά με τα ανωτέρω, όταν καταγγέλει ένα μελετημένο κακούργη­μα[33].
Ακόμη δεν είναι επίσης άδικη και παραμένει ατιμώρητη η πράξη, αν ο συνήγορος απέβλεπε με την αποκάλυψη του απορρήτου στη διαφύλαξη εννόμου ή για άλλο λόγο δικαιολογημένου ουσιώδους συμφέροντος δημόσιου ή του ίδιου ή κάποιου άλλου, το οποίο δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά.
Επομένως δεν είναι άδικη η πράξη του συνηγόρου (αποκάλυψη του απορρήτου), όταν αυτή κρίθηκε απαραίτητη για την αντίκρουση της κατηγορίας που απαγγέλθηκε σε βάρος του υπό την προϋπόθεση ότι αποκαλύπτει όσα είναι αναγκαία για να εξυπηρετήσει τον σκοπό του[34] ή προκειμένου να θεμελιώσει ο συνήγορος την αξίωση του για α­μοιβή από πελάτη, ο οποίος αρνείται να τον πληρώσει[35].
Επίσης πρέπει να επισημανθεί ότι δεν καλύπτονται από το καθήκον επαγγελματικής εχεμύθειας γεγονότα τα οποία ο δικηγόρος πληροφορείται με άλλο τρόπο και όχι λόγω της ιδιότητας του π.χ. όταν ο δικηγόρος είναι αυτόπτης μάρτυρας κατά την τέλεση ενός εγκλήματος[36]. Επίσης δεν καλύπτονται από το ανωτέρω καθήκον επαγγελματικής εχεμύθειας όσα γεγονότα πληροφορείται ο δικηγόρος από τρίτον όχι με την ιδιότητα του αυτή, αλλά λόγω της φιλίας ή της συγγένειας που τους συνδέει[37].
Τέλος, όπως προαναφέρθηκε, το δικηγορικό απόρρητο διασφαλίζεται και στο άρθρο 38 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013), καθώς και στο άρθρο 32 και 36 § 3 του Κώδικα Δεοντολογία Δικηγορικού Λειτουργήματος.

  2. Απαγόρευση μαρτυρίας

Η προστασία του καθήκοντος σιωπής (άρθρο 371 ΠΚ) συμπληρώνεται με την α­παγόρευση εξέτασης του συνηγόρου ως μάρτυρα τόσο στην προδικασία όσον και στην κυρία διαδικασία (άρθρο 212 ΚΠΔ)[38].
Πράγματι με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας απαγορεύεται η εξέταση του συ­νηγόρου ως μάρτυρα σχετικά με όσα του εμπιστεύθηκε ο πελάτης του. Επίσης ο συ­νήγορος κρίνει συμφωνά με την συνείδηση του, αν και σε ποιο μέτρο πρέπει να κα­ταθέσει όσα άλλα έμαθε με αφορμή την άσκηση του λειτουργήματος του[39]. Όπως είναι ευνόητο για γεγονότα που αφορούν τρίτους μη πελάτες του δικηγόρου, αυτός, όπως όλα τα άλλα πρόσωπα, έχει τη γενική υποχρέωση προς μαρτυρία κατά τη διάταξη του άρθρου 209 ΚΠΔ.
Ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 212 § 1 ΚΠΔ, η οποία απαγορεύει να εξετα­σθεί ως μάρτυρας ανάμεσα στα άλλα πρόσωπα και ο δικηγόρος, ακόμη και αν υ­πάρχει η συναίνεση του πελάτη του, τέθηκε για κοινωνικούς λόγους, οι οποίοι είναι υπέρτεροι από την ιδιωτικής βούληση του πελάτη του[40]. Δηλαδή η απαγόρευση εξέ­τασης του συνηγόρου εισάγεται χάριν του «κύρους»[41] του δικηγορικού λειτουργήμα­τος. Τούτο προκύπτει και από την  § 2 του ανωτέρω άρθρου σύμφωνα με την οποία η απαγόρευση εξέτασης ισχύει ακόμη και αν ο συνήγορος απαλλάχθηκε από την υποχρέωση τήρησης του απορρήτου, ακόμη δηλ. και αν υπάρχει η συναίνεση του εντολέα για την εξέταση του συνηγόρου και την αποκάλυψη του μυστικού.
Παρατηρούμε λοιπόν, ότι στην ποινική δίκη, η οποία αφορά την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, προστατεύεται πρωταρχικά η «εμπιστοσύνη του κοινού σε συγκεκριμένα επαγγέλματα» και ακολουθεί η προστασία της σφαίρας των ιδιωτικών απορρήτων.
Εκείνο πάντως που πρέπει ιδιαίτερα να τονισθεί είναι ότι η σφαίρα των ιδιωτι­κών απορρήτων του ατόμων, που προστατεύεται από το άρθρο 212 ΚΠΔ, δεν είναι παρά το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του ανθρώπου να έχει και να διατη­ρεί μυστικά γεγονότα ή καταστάσεις ιδιωτικής ζωής του ως μια ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος της προσωπικότητας.
Έτσι από το συνδυασμό των άρθρων 2 § 1 και 5 § 1 του Συντ. προκύπτει ότι κα­θένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητα του και να αξιώ­νει το σεβασμό και την προστασία της αξίας του[42].
Η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του συνηγόρου και του πελάτη του στηρίζεται στην πεποίθηση του πελάτη ότι ο συνήγορος παρέχει την εγγύηση ότι θα διατηρήσει μυ­στικά τα γεγονότα, που εμπιστεύθηκε σ' αυτόν.
Τούτο σημαίνει ότι η διάταξη του άρθρου 212 ΚΠΔ συγκεκριμενοποιεί το περιε­χόμενο των διατάξεων των άρθρων 2 § 1, 5 § 1, αλλά και 9 § 1, 9 α και 19  του Συντ., αφού επιβάλλει περιορισμούς στην απόδειξη, προκειμένου να διατηρηθεί μυστικός ένας κύκλος γε­γονότων της ιδιωτικής ζωής κάθε ανθρώπου.
Αναλυτικότερα παρατηρείται ότι στο άρθρο 212 ΚΠΔ μετά από αξιολόγηση του νομοθέτη περιέχεται μια αποδεικτική απαγόρευση, δηλαδή απαγόρευση εξέτασης των συνηγόρων και βοηθών τους. Έτσι ο ανακρίνων ή το δικαστήριο οφείλει να μην εξετάσει το συνήγορο ως μάρτυρα (Beweiserhebungsverbot). Συγκεκριμένα η απο­δεικτική απαγόρευση του άρθρου 212 ΚΠΔ είναι από εκείνες, που ρυθμίζονται από τον ΚΠΔ. Έτσι η κατά παράβαση αυτού του άρθρου αξιοποίηση της μαρτυρικής κατάθεσης του συνηγόρου συνεπάγεται την ακυρότητα της διαδικασίας. Στην περί­πτωση δε του άρθρου 212 ΚΠΔ πρόκειται για σχετική ακυρότητα, η οποία πρέπει να προταθεί από τον εισαγγελέα ή τον διάδικο, που έχει έννομο συμφέρον κατά τα άρ­θρα 173 και 174 ΚΠΔ. Επίσης αν απορριφθεί η πρόταση της ακυρότητας από το δι­καστήριο θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης κατά τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. β΄ ΚΠΔ.
Έτσι εξηγείται, γιατί στη διάταξη του άρθρου 212 ΚΠΔ υπερισχύει η αξία του ε­παγγελματικού απορρήτου και ειδικότερα της εμπιστοσύνης του κοινού στο δικηγο­ρικό επάγγελμα-λειτούργημα και ακολουθεί η αξία, που έχει για την έννομη τάξη η ανακάλυψη της ουσιαστικής αλήθειας.
Ενόψει των παραπάνω εκτεθέντων συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 212 ΚΠΔ ως δικονομική κύρωση του άρθρου 371ΠΚ δικαιολογεί και συμπληρώνει το νομοθε­τικό λόγο της ποινικής ευθύνης του συνηγόρου για παραβίαση του καθήκοντος της επαγγελματικής εχεμύθειας.
Πάντως επισημαίνεται ότι οι συνήγοροι του κατηγορουμένου μπορούν κατ’ αρχήν να καταθέσουν ως μάρτυρες στο ακροατήριο του δικαστηρίου που δικάζει υπόθεση του εντολέα τους, στο μέτρο, που σύμφωνα με τη συνείδηση τους, η κατάθεση τους, συμπορεύεται με το συμφέρον του εντολέα τους, αφού προηγουμένως παραιτηθούν από την υπεράσπιση του[43].
Ακόμη ορθά αναφέρεται ότι η απαγόρευση εξέτασης των συνηγόρων κατοχυρώνεται και από τα άρθρα  5 περ. γ΄ και 39 § 5 του Ν. 4194/2013 «Κώδικος Δικηγόρων»[44], ενώ σύμφωνα με το άρθρο 32 του Κώδικα Δικηγορικού Λειτουργήματος πληροφορίες των οποίων λαμβάνει γνώση ο δικηγόρος εξ’ αφορμής της άσκησης του επαγγέλματος του, εφόσον κρίνει ότι σύμφωνα με τη συνείδηση του οφείλει να τις αποκαλύψει, πρέπει να ζητήσει άδεια από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο εκθέτοντας τους σπουδαίους λόγους που επιβάλλουν την κατάθεση του, χωρίς ωστόσο το γεγονός της κατάθεσης να βλάπτει τον πελάτη του.
Τέλος πρέπει να παρατηρηθεί ότι προβλήματα δημιουργούνται από τη σύγκριση της διάταξης του άρθρου 371 ΠΚ με εκείνη του άρθρου 212 ΚΠΔ. Με άλλα λόγια ο κύκλος των προσώπων του άρθρου 371 ΠΚ δεν συμπίπτει με τα ορισμένα επαγγέλματα-λειτουργήματα του άρθρου 212 ΚΠΔ. Δηλαδή δεν επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας, αν εξετασθούν ως μάρτυρες οι βοηθοί των δικηγόρων που, όμως, τιμωρούνται κατά το άρθρο 371 §§ 1 και 2 ΠΚ αν φανερώνουν ιδιωτικά απόρρητα που τους εμπιστεύθηκαν ή που τα έμαθαν λόγω του επαγγέλματος ή της ιδιότητάς τους, εφόσον δεν περιλαμβάνονται στην περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 212 § 1 ΚΠΔ. Όμως τη διέξοδο δίνει  η διάταξη του άρθρου 371 § 4 ΠΚ σύμφωνα με την οποία η πράξη μένει ατιμώρητη, αν ο υπαίτιος απέβλεπε στην εκπλήρωση καθήκοντός του, όπως το νομικό καθήκον μαρτυρίας του άρθρου 209 ΚΠΔ[45]. Με άλλα λόγια το καθήκον μαρτυρίας (άρθρο 209 ΚΠΔ) αποτελεί λόγος άρσης του αδίκου χαρακτήρα της πράξης, που ενεργοποιείται με τη διάταξη του άρθρου 371 § 4 ΠΚ[46].
Επομένως ένα από τους σημαντικότερους περιορισμούς στην προσπάθεια ανεύρεσης της αλήθειας στην ποινική δίκη αποτελεί το επαγγελματικό απόρρητο του άρθρου 212 ΚΠΔ, δηλ. και το δικηγορικό απόρρητο. Είναι φανερό ότι στην περίπτωση αυτή ο ΚΠΔ έλυσε τη σύγκρουση ανάμεσα στην αξία που έχει για τη δικαιοσύνη και την ασφάλεια του δικαίου η ανακάλυψη της ουσιαστικής αλήθειας και στην αξία που έχει η εμπιστοσύνη του κοινού σε ορισμένα επαγγέλματα ή κοινωνικά λειτουργήματα θυσιάζοντας την αρχή της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας και προτιμώντας την προστασία του δικηγορικού απορρήτου[47].

3. Κατασχέσεις και έρευνες σε γραφεία δικηγόρων

Η προστασία του δικηγορικού απορρήτου συμπληρώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 261 και 262 ΚΠΔ. Έτσι ο δικηγόρος μπορεί σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΚΠΔ να αρνηθεί την παράδοση στη δικαστική  αρχή των εγγράφων κλπ., εφόσον δηλώσει στον ανακρίνοντα ότι με αυτόν τον τρόπο θα παραβιαζόταν το δικηγορικό απόρρητο.
Προς αυτήν την κατεύθυνση το άρθρο 39 § 1 του νέου δικηγορικού κώδικα (Ν. 4194/2013) ορίζει ότι υπάρχει απαγόρευση έρευνας και κατάσχεσης. Συγκεκριμένα απαγορεύεται η διεξαγωγή έρευνας για την αναζήτηση εγγράφων ή άλλων στοιχείων ή των ηλεκτρονικών μέσων αποθήκευσης αυτών, καθώς και η κατάσχεση αυτών, για όσο χρόνο βρίσκονται στην κατοχή του δικηγόρου για υπόθεση που αυτός χειρίζεται. Δηλ. σε αντίθεση με το προϊσχύσαν άρθρο 49 § 3 Ν. 3926/1954, που ρητώς, απαγόρευε τις έρευνες στην οικία ή στο γραφείο του δικηγόρου, στο νέο άρθρο 39 § 1 η απαγόρευση έρευνας και κατάσχεσης αφορά μόνο σε πράγματα που έχουν σχέση με την υπόθεση, που χειρίζεται ο δικηγόρος[48]. Βέβαια το άρθρο 39 § 1 περιορίζει χρονικά την απαγόρευση έρευνας και κατάσχεσης μέχρι το χρόνο, που χειρίζεται ο δικηγόρος την υπόθεση. Στη δε Αιτιολογική ΄Εκθεση για το άρθρο 39 § 1 γίνεται λόγος για απαγόρευση έρευνας και κατάσχεσης στο γραφείο του δικηγόρου.
Η έρευνα και η κατάσχεση στα δικηγορικά γραφεία επιτρέπεται μόνον όταν ο δικηγόρος κατηγορείται για συμμετοχή στο έγκλημα που ερευνάται, υπόθαλψη του πελάτη του ή αποδοχή προϊόντων εγκλήματος. Το επιτρεπτό της έρευνας και κατάσχεσης γίνεται επίσης δεκτό, όταν αναζητούνται αντικείμενα, που σχετίζονται άμεσα με το έγκλημα.
Οι ανωτέρω διατάξεις καθιερώνουν μία αποδεικτική απαγόρευση ύστερα από στάθμιση και απόφαση του νομοθέτη. Πρόκειται όμως για ατελείς νομικές διατάξεις, γιατί ο νομοθέτης δεν προέβλεψε τι θα γίνει, αν ο ανακρίνων παραβιάσει τις διατάξεις αυτές. Ωστόσο γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και απαγόρευση αξιοποίησης του παράνομα αμέσως ή εμμέσως αποκτηθέντος αποδεικτικού μέσου διότι στην περίπτωση των άρθρων 261, 262 ΚΠΔ και άρθρου 39 § 1 του νέου δικηγορικού κώδικα (Ν. 4174/2013) πρόκειται για έρευνα και κατάσχεση απορρήτων εγγράφων, που ανήκουν στην απόρρητη σφαίρα υπερασπίσεως και ως εκ τούτου η αξιοποίηση του παράνομα αποκτηθέντος αποδεικτικού μέσου έρχεται σε αντίθεση με την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και επισύρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 § 1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ)[49]. Προς αυτή την κατεύθυνση κατά την Αναθεώρηση του Συντάγματος προστέθηκε στο άρθρο 19 και τρίτη παράγραφος σύμφωνα με την οποία «Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση των άρθρων 9 και 9 Α. Επίσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 177 § 2 ΚΠΔ αποδεικτικά μέσα, που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνεται υπόψη στην ποινική διαδικασία[50].
Όμως η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει, εφόσον το αμέσως ή εμμέσως αποκτηθέν παράνομα αποδεικτικό μέσο αποδεικνύει την αθωότητα του κατηγορουμένου.
Η θέση του ΕΔΔΑ ως προς τη διενέργεια ανακριτικών ερευνών  και κατασχέσεων σε δικηγορικά γραφεία έχει επανειλημμένα διατυπωθεί κατά την εκδίκαση προσφυγών, που υποβλήθηκαν από δικηγόρους, οι οποίοι παραπονούνταν για παραβίαση της ιδιωτικής τους ζωής, όπως αυτή προστατεύεται από το άρθρο 8 της Σύμβασης[51].
Περαιτέρω με την παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν. 3943/2011 εισήχθη νέο άρθρο 17 Α στο Ν.2523/1997, όπου περιέχονται οι ειδικότερες ρυθμίσεις που αφορούν στο θεσμό του Οικονομικού Εισαγγελέα.
Σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 17 Α ο Οικονομικός Εισαγγελέας και οι εισαγγελείς που τον επικουρούν «έχουν πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή είναι χρήσιμο για την άσκηση του έργου τους μη υποκείμενοι σε περιορισμό της νομοθεσίας περί φορολογικού, τραπεζικού, χρηματιστηριακού και κάθε άλλου είδους απορρήτου και σε κάθε μορφής αρχείο Δημόσιας Αρχής ή Οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα».
Όμως η αποδέσμευση του εισαγγελέα από το δικηγορικό απόρρητο παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 2 § 1, 5 § 1, 9, 9 Α και 19 του Συντ., καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 6 και 8 της ΕΣΔΑ.
Τα ίδια ισχύουν και για τη διάταξη του άρθρου 15 § 5 Ν. 4174/2013 («Κώδικας Φορολογικής διαδικασίας») κατά την οποία τρίτα πρόσωπα που δεσμεύονται από το επαγγελματικό απόρρητο υποχρεούνται στη χορήγηση των πληροφοριών της § 3 του ανωτέρω άρθρου, εφόσον αυτές αφορούν οικονομικές συναλλαγές με τον φορολογούμενο. Για τις λοιπές πληροφορίες, που προστατεύονται από το επαγγελματικό απόρρητο απαιτείται έγγραφη άδεια από τον αρμόδιο εισαγγελέα. Για τη χορήγηση της άδειας αυτής ο γενικός γραμματέας υποβάλλει στον αρμόδιο εισαγγελέα αίτημα στο οποίο μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται οι λόγοι για τους οποίους η Φορολογική Διοίκηση επιθυμεί να αποκτήσει πληροφορίες από το πρόσωπο που δεσμεύεται από επαγγελματικό απόρρητο.
Τέλος πρόσφατα υποστηρίχθηκε η άποψη σύμφωνα με την οποία με τις διατάξεις των άρθρων 30 § 6 Ν. 3296/2004 και 17 Α Ν.2523/1997[52] θεσπίσθηκε κάμψη κάθε επαγγελματικού (και του δικηγορικού) απορρήτου, το οποίο πλέον δεν αντιτάσσεται από τον φορέα του έναντι των οργάνων του ΣΔΟΕ κατά την άσκηση των νομίμων καθηκόντων τους, αλλά και ενώπιον του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος κατά την άσκηση του έργου του[53].
Προς αυτή την κατεύθυνση πρόσφατα θεσπίσθηκε και η νέα διάταξη του άρθρου 65 § 1 τoυ Ν. 4356/2015 κατά την οποία «Στις περιπτώσεις πράξεων κακουργηματικού χαρακτήρα, που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, δεν εφαρμόζεται η παραγραφή του άρθρου 177 του ΚΠΔ, εφόσον το αποδεικτικό μέσο αφορά πληροφορίες ή στοιχεία, στα οποία οι ανωτέρω Εισαγγελείς έχουν δικαίωμα πρόσβασης κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 Α § 8 δια του ν. 2523/1997 και του άρθρου 2 § 5 εδ.α΄ του ν. 4022/2011.
Ακόμη στο άρθρο 65 § 2 του Ν. 4356/2015 προβλέπονται τα εξής; « η χρήση του παραπάνω αποδεικτικού μέσου κατά την παραπομπή και τη δίκη γίνεται δεκτή, εφόσον κριθεί αιτιολογημένα ότι: α) η βλάβη που προκαλείται με την κτήση του είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος, τη σπουδαιότητα και την έκταση από τη βλάβη ή τον κίνδυνο που προκάλεσε η ερευνώμενη πράξη, β) η απόδειξη της αλήθειας θα ήταν διαφορετικά αδύνατη και γ) η πράξη με την οποία το αποδεικτικό μέσο  αποκτήθηκε δεν προσβάλλει την ανθρώπινη αξία».
Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής: Οι ανωτέρω νέες διατάξεις, που αποδυναμώνουν την αξία των σημαντικών διατάξεων των άρθρων 19 § 3 του Συντ., 177§ 2 ΚΠΔ και 39 § 1 του νέου δικηγορικού κώδικα (Ν. 4194/2013) παραβλέπουν το γεγονός ότι η στάθμιση έχει γίνει από το ίδιο Σύνταγμα ή τον ίδιο νόμο (άρθρο 177 § 2 ΚΠΔ) με τις διατάξεις των οποίων καθιερώνεται απόλυτη απαγόρευση αξιοποίησης παράνομα αποκτηθέντος αποδεικτικού μέσου. Μόνον, εφόσον η χρήση των παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων αποτελεί το μόνο προτεινόμενο από τον κατηγορούμενο αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη της αθωότητας του, υπό τον περιορισμό της αρχής της αναλογικότητας, το δικαστήριο μπορεί να συνεκτιμήσει τα ευνοϊκά σημεία του παράνομου αποδεικτικού μέσου για τον προτείνοντα κατηγορούμενο[54].
Σε σχέση, λοιπόν, με τις διατάξεις των άρθρων 30 § 6 του Ν. 3296/2004, 17 Α του Ν. 2533/1997 και 65 §§ 1 και 2 του Ν. 4356/2015 επισημαίνεται ακόμη ότι η διάταξη του άρθρου 39 § 1 του νέου δικηγορικού κώδικα (Ν. 4194/2013) διατηρεί την ισχύ της σύμφωνα με το αξίωμα  lex posterior generalis non derogat priori speciali! (ο μεταγενέστερος γενικός νόμος δεν καταργεί προγενέστερο ειδικό)[55].
Κατά συνέπεια, αν ο δικηγόρος δεν είναι συμμέτοχος του ερευνόμενου εγκλήματος, δεν κάμπτεται το δικηγορικό απόρρητο, έστω και αν πρόκειται να εξυπηρετηθεί υπέρμετρο δημόσιο συμφέρον[56].
Σύμφωνα δε με την πάγια νομολογία του ΔΕΚ και του ΠΕΚ γίνεται δεκτό ότι η αρχή του απορρήτου της επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρων και πελατών συνιστά το αναγκαίο συμπλήρωμα για την πλήρη άσκηση των δικαιωμάτων υπερασπίσεως του πελάτη. Προς αυτήν την κατεύθυνση αξίζει να μνημονευθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ για τον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής η από 1.12.2015 απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση “Brito Ferrinho Bexiga Villa-Nova κατά Πορτογαλίας», όπου το δικαστήριο επισημαίνει ότι η προστασία του επαγγελματικού απορρήτου αναφορικά με την ανταλλαγείσα αλληλογραφία μεταξύ ενός δικηγόρου και του πελάτη του συνιστά, ειδικά το επιστέγασμα του δικαιώματος που έχει ο τελευταίος να μη μετέχει στην ίδια την ενοχοποίησή του[57].

ΙΙΙ. Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες

Με το ν. 3425/2005 οι δικηγόροι κατατάχθηκαν για πρώτη φορά σε επίπεδο κοινοτικού δικαίου μεταξύ των προσώπων, που έχουν υποχρέωση να βοηθούν το Κράτος για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης από εγκληματικές δραστηριότητες.
Παρά τις ενστάσεις[58], που είχαν διατυπωθεί από τη θεωρία αναφορικά με την υποχρέωση των δικηγόρων για την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος[59], ο Ν. 3691/2008, στον οποίο ενσωματώθηκαν οι οδηγίες  2005/60/ΕΚ και 2006/70/ΕΚ περιέλαβε ρυθμίσεις με πρόσθετο αυτή τη φορά στόχο την αντιμετώπιση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
Έτσι βάσιμα μπορεί να υποστηριχθεί ότι το δικηγορικό απόρρητο έχει υποστεί σημαντικές ρωγμές με τις διατάξεις των ανωτέρω νόμων.
Συγκεκριμένα, στο νέο νόμο 3691/2008, σύμφωνα με το άρθ. 5 § 1 περ. 1γ΄οι δικηγόροι υπόκεινται στις σχετικές υποχρεώσεις για την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας όταν συμμετέχουν είτε ενεργώντας εξ’ ονόματος και για λογαριασμό των πελατών τους στο πλαίσιο χρηματοπιστωτικών συναλλαγών ή συναλλαγών επί ακινήτων είτε βοηθώντας στο σχεδιασμό ή στην υλοποίηση συναλλαγών για τους πελάτες τους σχετικά i) την αγορά ή πώληση ακινήτων ή επιχειρήσεων  ii) τη διαχείριση χρημάτων, τίτλων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων των πελατών τους,    iii) το άνοιγμα ή τη διαχείριση τραπεζικών λογαριασμών, λογαριασμών ταμιευτηρίου  ή λογαριασμών τρίτων, iv) την οργάνωση των αναγκαίων εισφορών για τη σύσταση, λειτουργία ή διοίκηση εταιρειών, εμπιστευμάτων (trusts) ή ανάλογων νομικών σχημάτων.
Όταν, λοιπόν, οι δικηγόροι ενεργούν πράξεις, που αναφέρονται στο άρθρο 5 § 1 περ. 1γ΄ Ν. 3691/2008, εφαρμόζουν, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ανωτέρω νόμου, τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη για να διαπιστώνουν την πιθανή τέλεση νομιμοποίησης παράνομων εσόδων ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
Οι περιπτώσεις δέουσας επιμέλειας είναι οι εξής :
α) όταν συνάπτουν επιχειρηματικές σχέσεις
β) όταν διενεργούν περιουσιακές συναλλαγές, που ανέρχονται σε ποσό τουλάχιστον δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, ανεξάρτητα από το αν η συναλλαγή διενεργείται με μία μόνη πράξη ή με περισσότερες μεταξύ των οποίων φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση
γ) όταν υπάρχει υπόνοια για απόπειρα ή διάπραξη αδικημάτων του άρθρου 2, δηλ, της νομιμοποίησης παράνομων εσόδων ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας[60], ανεξάρτητα από κάθε παρέκκλιση, εξαίρεση ή όριο ποσού που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 13 § 10, του άρθρου 14 §§ 2 και 3 και του άρθρου 17 §§ 1, 2 και 5.
δ) όταν  υπάρχουν αμφιβολίες για την ακρίβεια, την πληρότητα ή την καταλληλότητα των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν προηγουμένως για την πιστοποίηση και επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη, άλλου προσώπου για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ο πελάτης και του πραγματικού δικαιούχου και των πραγματικών δικαιούχων του πελάτη.
Εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω περιπτώσεις οι δικηγόροι οφείλουν κατά το άρθρο 13 § 1 του ανωτέρω νόμου να τηρούν τα μέτρα της συνήθους δέουσας επιμέλειας, δηλ.
 α) την πιστοποίηση και την επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη βάσει εγγράφων ή δεδομένων ή πληροφοριών από αξιόπιστες και ανεξάρτητες πηγές.
β) Τη συλλογή πληροφοριών για το σκοπό και τη σκοπούμενη φύση της επιχειρηματικής σχέσης ή σημαντικών συναλλαγών ή δραστηριοτήτων του πελάτη ή του πραγματικού δικαιούχου.
γ) Την εξέταση με ιδιαίτερη προσοχή κάθε συναλλαγής ή δραστηριότητας, η  οποία από τη φύση της ή από τα στοιχεία που αφορούν το πρόσωπο ή την ιδιότητα των συναλλασσομένων μπορεί να συνδεθεί με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή με χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.
δ) Τη λήψη κάθε άλλου πρόσφορου μέτρου συμπεριλαμβανομένης της μη κατάρτισης της συναλλαγής και της άρνησης παροχής υπηρεσιών ή άσκησης δραστηριοτήτων, εφόσον δεν έχουν ικανοποιηθεί οι όροι της πιστοποίησης και επαλήθευσης του πελάτη.
ε) Την άσκηση συνεχούς εποπτείας όσον αφορά την επιχειρηματική σχέση με ενδελεχή εξέταση των συναλλαγών και δραστηριοτήτων των ως άνω προσώπων καθ’ όλη τη διάρκεια της επιχειρηματικής σχέσης, προκειμένου να διαπιστώνουν ότι οι συναλλαγές ή δραστηριότητες συνάδουν με τις γνώσεις που έχουν για το πελάτη και τον πραγματικό δικαιούχο, τις επαγγελματικές δραστηριότητες τους κλπ.
Εδώ, όμως ορθά, υποστηρίχθηκε[61] ότι με την επιβολή αυτών των υποχρεώσεων στους δικηγόρους μετατρέπεται ο δικηγόρος από συνήγορος σε ανακριτή του πελάτη του, που οφείλει ανά πάσα στιγμή να εποπτεύει και να εξετάζει όλες τις συναλλαγές του πελάτη του, προκειμένου να διαπιστώσει την τέλεση νομιμοποίησης παράνομων εσόδων ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
Επίσης δικαιολογημένα επισημάνθηκε ότι στην ανωτέρω διάταξη δεν προσδιορίζονται οι πράξεις, που οφείλει να ενεργήσει ο δικηγόρος για τη συλλογή πληροφοριών ή την ενδελεχή εξέταση των συναλλαγών ούτε ο τρόπος με τον οποίο οφείλει να ενεργεί, προκειμένου να διαπιστώσει την πιθανή τέλεση νομιμοποίησης παράνομων εσόδων ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας[62].
Πάντως σημαντική είναι η επισήμανση της Αιτιολογικής Έκθεση του Ν. 3691/2008 ότι οι δικηγόροι (όπως και άλλοι ελεύθεροι επαγγελματίες) δεν μπορούν αντικειμενικά να εφαρμόζουν τα πλήρη μέτρα δέουσας επιμέλειας, την τήρηση αρχείων ή τον εσωτερικό έλεγχο[63].
Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 35 του Ν. 3691/2008 οι δικηγόροι οφείλουν να τηρούν αρχεία και στοιχεία, προκειμένου να διευκολύνουν την έρευνα σχετικά με την τέλεση των εγκλημάτων της νομιμοποίησης παράνομων εσόδων ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
Ακόμη το άρθρο 26 §1 του ανωτέρω νόμου επιβάλλει την υποχρέωση στους δικηγόρους α) να ενημερώνουν αμελλητί την επιτροπή με δική τους πρωτοβουλία, όταν γνωρίζουν ή έχουν σοβαρές ενδείξεις, ή υποψίες ότι διαπράττεται ή επιχειρείται να διαπραχθεί νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και β) να παρέχουν αμελλητί στην επιτροπή, στην αρμόδια αρχή τους (Δικηγορικός Σύλλογος) και σε άλλες δημόσιες αρχές που είναι αρμόδιες για την καταπολέμηση των ανωτέρω εγκλημάτων, όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες και τα στοιχεία, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπουν οι κείμενες διατάξεις.
Ωστόσο η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 26 του ανωτέρω νόμου, όπως και εκείνης του άρθρου 2 § 13, η οποία παραπέμπει στην έννοια των «ύποπτων συναλλαγών» εξαρτάται από την υποκειμενική εκτίμηση των δικηγόρων και συναρτάται, όπως ορθά υποστηρίχθηκε, με τις δικές τους συνθετικές ικανότητες[64]. Έτσι, όμως προκαλείται ανασφάλεια στον δικηγόρο κατά την άσκηση του λειτουργήματος του, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι υπάρχει και ασάφεια σχετικά με το ποιες πράξεις υποχρεούται ο δικηγόρος να καταγγείλει (υποχρέωση καταγγελίας)[65]. Εξάλλου, όπως ορθά έχει επισημανθεί, αν οι πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων δεν έχουν ολοκληρωθεί, ο δικηγόρος, εφόσον πρόκειται για κακούργημα, έχει ούτως ή άλλως υποχρέωση καταγγελίας που πηγάζει από το άρθρο 232 ΠΚ[66].
Βέβαια ο Ν. 3691/2008 μετά την επιβαλλόμενη υποχρέωση των δικηγόρων κατά το άρθρο 26 § 1, εισάγει εξαίρεση στην ανωτέρω υποχρέωση με την § 2 του  ίδιου άρθρου ως εξής: οι δικηγόροι δεν έχουν υποχρέωση αναφοράς ή παροχής στοιχείων όσον αφορά τις πληροφορίες που λαμβάνουν από ή σχετικά με πελάτη τους, κατά τη διαπίστωση της νομικής θέσης του πελάτη, όταν τον υπερασπίζονται ή τον εκπροσωπούν στο πλαίσιο ή σχετικά με δίκη, συμπεριλαμβανομένων των συμβουλών για την κίνηση ή την αποφυγή δίκης.
΄Ετσι, λοιπόν, οι δικηγόροι καλύπτονται από το δικηγορικό απόρρητο αναφορικά με όλες τις πληροφορίες που λαμβάνουν σχετικά με τον πελάτη τους κατά τη διαπίστωση της νομικής θέσης του πελάτη ή για όλα όσα πληροφορούνται σχετικά με μία ένδικη υπόθεση ανεξάρτητα μάλιστα αν έχει ξεκινήσει ή όχι η διαδικασία ή αν οι πληροφορίες έχουν ληφθεί πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά τη δίκη[67]. Επομένως το δικηγορικό απόρρητο καλύπτει ό,τιδήποτε πληροφορείται ο δικηγόρος κατά την άσκηση των νομικών καθηκόντων του, πράγμα που σημαίνει ότι αυτός σ’ αυτές τις περιπτώσεις εξαιρείται από την κατά τα ανωτέρω υποχρέωση καταγγελίας. Αντίθετα έχει ποινική ευθύνη για παραβίαση της επαγγελματικής εχεμύθεια, όταν αποκαλύπτει ιδιωτικά απόρρητα, εφόσον δεν συντρέχει κάποιος λόγος άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης του κατά το άρθρον 371 § 4 ΠΚ.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι το ζήτημα της συμβατότητας της υποχρέωσης καταγγελίας δηλ. της νομοθεσίας  περί καταπολέμησης των εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, από την άποψη των περιορισμών του δικηγορικού απορρήτου με την ΕΣΔΑ τέθηκε ως προδικαστικό ζήτημα από το βελγικό Συνταγματικό Δικαστήριο με την απόφαση της 13 Ιουλίου 2005  στο ΔΕΚ, το οποίο στην υπόθεση C- 305-05 (Ένωση γαλλόφωνων και γερμανόφωνων Δικηγορικών Συλλόγων, Ένωση γαλλόφωνων Δικηγόρων του Δικηγορικού Συλλόγου  Βρυξελλών, ΄Ενωση Φλαμανδικών Δικηγορικών Συλλόγων και Ένωση Ολλανδόφωνων Δικηγόρων του Δικηγορικού Συλλόγου Βρυξελλών κατά του Συμβουλίου Υπουργών), ήλθε αντιμέτωπο με προσφυγές δικηγορικών συλλόγων του Βελγίου  για την ακύρωση διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας, που επέβαλαν υποχρέωση συνεργασίας των δικηγόρων με τις αρχές κατ’ επιταγή της Οδηγίας 2001/97[68]
Ειδικότερα οι προσφεύγουσες Ενώσεις-σύλλογοι υποστήριξαν ότι οι υποχρεώσεις καταγγελίας και παροχής στοιχείων σε βάρος του πελάτη συνιστούν αδικαιολόγητη προσβολή των αρχών της προστασίας του επαγγελματικού απορρήτου και της ανεξαρτησίας του δικηγόρου, οι οποίες αποτελούν συστατικά στοιχεία του θεμελιώδους δικαιώματος κάθε πολίτη για δίκαιη δίκη και προστασία των δικαιωμάτων του άμυνας[69].
 Το ΔΕΚ απεφάνθη εξαίροντας τη σημασία του δικηγορικού απορρήτου στη διεξαγωγή μιας δίκαιης δίκης ότι, εφόσον η αρωγή την οποία παρέσχε ο δικηγόρος στον πελάτη ζητήθηκε είτε για την άσκηση της αποστολής της υπεράσπισης ή εκπροσώπησης του σε ένδικη διαδικασία, είτε υπό τη μορφή συμβουλής για τον ενδεδειγμένο τρόπο κινήσεως ή αποφυγής μιας διαδικασίας, τότε αυτός απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις ενημέρωσης και συνεργασίας διασφαλίζοντας την προστασία του δικαιώματος για δίκαιη δίκη. Ωστόσο οι δικηγόροι, όταν ενεργούν πράξεις χρηματοοικονομικής φύσεως ή αγοραπωλησίας ακινήτων που δεν σχετίζονται με ένδικη διαδικασία, υπέχουν τις προβλεπόμενες από την οδηγία υποχρεώσεις ενημέρωσης και συνεργασίας, καθόσον η επιβολή αυτών των υποχρεώσεων δικαιολογείται από την ανάγκη αποτελεσματικής καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ανεξαρτήτως των απαιτήσεων που συνδέονται με την προστασία του δικαιώματος για δίκαιη δίκη[70].
Με άλλα λόγια το ΔΕΚ απέρριψε την αιτίαση για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα για δίκαιη δίκη)[71], αφού οι ανωτέρω υποχρεώσεις των δικηγόρων αναφέρονται στις δραστηριότητες κείμενες εκτός ένδικης διαδικασίας με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ασυμβατότητα της οδηγίας 2001/97/ΕΚ (άρθρα 1 και 2) με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.
Πάντως το βελγικό Συνταγματικό Δικαστήριο δεν ακολούθησε την απόφαση του ΔΕΚ υιοθετώντας την εξαίρεση του άρθρου 26 § 2 του ν. 3651/2008, που εισήχθη με την οδηγία, για το δικηγόρο και στην περίπτωση της παροχής νομικών συμβουλών. Ομοίως έπραξε και το γαλλικό Συνταγματικό Δικαστήριο.
Επομένως σύμφωνα με τα ανωτέρω θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι στο δικηγορικό απόρρητο καλύπτει κάθε δραστηριότητα του δικηγόρου, που έχει σχέση με την άσκηση των νομικών καθηκόντων του είτε κατά την εκπροσώπηση του πελάτη του σε μία δίκη είτε όταν παρέχει σ’ αυτόν νομικές συμβουλές.
Βέβαια πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι τα όρια μεταξύ άσκησης νομικών και όχι αμιγώς νομικών καθηκόντων, πολλές φορές, είναι δυσδιάκριτα[72].
Επίσης πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι η εξαίρεση του άρθρου 26 § 2 του Ν. 3691/2008 συνιστά, όπως ορθά υποστηρίχθηκε[73], εξαίρεση και ως προς την παράδοση προς τις αρχές της σχετικής αλληλογραφίας με τον πελάτη, αφού και αυτή αφορά σε πληροφορίες και στοιχεία που αποκτήθηκαν από τον πελάτη μέσω αλληλογραφίας κατά τη διαδικασία διαπίστωσης της νομικής του θέσης ή παροχής συμβουλών για την έναρξη ή αποφυγή σχετικής διαδικασίας.
Περαιτέρω σε σχέση με τα ανωτέρω πρέπει να αναφερθεί και η απόφαση του ΕΔΔΑ της 13/12/2012 Michaud κατά Γαλλίας[74]. Στην περίπτωση αυτή ο Γάλλος δικηγόρος Patrick Michaud προέβαλε ενώπιον του ΕΔΔΑ ότι η απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου Δικηγορικού Συλλόγου Γαλλίας της 12.7.2007, που υιοθετεί ρύθμιση σχετικά με τις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ήταν αντίθετη προς το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ[75], εφόσον οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την απόφαση αυτή, που λήφθηκε  κατ’ εφαρμογή του γαλλικού νόμου ενσωμάτωσης των κοινοτικών Οδηγιών σχετικά με τα ανωτέρω εγκλήματα, προσβάλλουν το επαγγελματικό απόρρητο.
Εδώ δηλ. το ΕΔΔΑ αντιμετώπισε το ζήτημα του περιορισμού του δικηγορικού απορρήτου όχι σε συνάρτηση με την αρχή της δίκαιης δίκης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, ζήτημα που είχε ήδη απαντήσει το ΔΕΚ[76], αλλά από τη σκοπιά του άρθρου 8 της Σύμβασης για τον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής.
Όμως το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι οι δικηγόροι κατά την εκτέλεση όχι αμιγώς νομικών καθηκόντων (εξωδικαστικών)[77] νομίμως υπόκεινται σε υποχρεώσεις τήρησης επιμέλειας, αναφοράς κλπ., και η θεσπιζόμενη υποχρέωση στους δικηγόρους να αναφέρουν τις ύποπτες συναλλαγές του πελάτη τους δεν συνιστά δυσανάλογη παρέμβαση στο δικηγορικό απόρρητο.
Ακόμη κατά το άρθρο 45 § 1 περ. δ του ν. 3691/2008 τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως μέχρι δύο ετών κάθε υπόχρεο πρόσωπο προς αναφορά υπόπτων συναλλαγών, δηλ,. και ο δικηγόρος, που παραλείπει από πρόθεση να αναφέρει στις αρχές ύποπτες ή ασυνήθεις συναλλαγές ή δραστηριότητες ή παρουσιάζει ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία κατά παράβαση των σχετικών νομοθετικών, διοικητικών ή κανονιστικών διατάξεων και κανόνων, εφόσον για την πράξη του δεν προβλέπεται βαρύτερη ποινή από άλλες διατάξεις[78].
Όπως είναι φανερό, εδώ, τιμωρείται η παράλειψη αναφοράς κάθε ύποπτης ή ασυνήθους συναλλαγής χωρίς να προσδιορίζεται επαρκώς το περιεχόμενό της.
Βέβαια στο άρθρο 4 §§ 13 και 14, ορίζονται οι ύποπτες[79] και ασυνήθεις[80] συναλλαγές. Ορθά, όμως, έχει υποστηριχθεί ότι οι ορισμοί αυτοί ελάχιστα μπορούν να βοηθήσουν στην αποσαφήνιση του περιεχομένου της αξιόποινης συμπεριφοράς, γιατί στηρίζονται σε ασαφείς έννοιες, που περικλείουν συχνά αμιγώς υποκειμενικό περιεχόμενο.
Επίσης πρέπει να παρατηρηθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για έγκλημα γνήσιας παράλειψης (παράλειψη αναφοράς) και για την τέλεση του αρκεί και ενδεχόμενος δόλος[81].
Τέλος με τις διατάξεις των άρθρων 27 § 2 και 31 του ν. 3691/2008 παραβιάζεται ευθέως το δικηγορικό απόρρητο, αφού οι επιβαλλόμενες με αυτές υποχρεώσεις σε δικηγόρους είναι τελείως ασύμβατες με την αποστολή και θεσμική κατοχύρωση του δικηγορικού λειτουργήματος.
Συγκεκριμένα στο άρθρο 27 § 2 του ν. 3691/2008  ρυθμίζονται οι υποχρεώσεις των δικηγόρων κατά τη διενέργεια των συναλλαγών, την άσκηση δραστηριοτήτων ή την παροχή υπηρεσιών προς τον πελάτη για τις οποίες γνωρίζουν ή υποπτεύονται ότι συνδέονται με νομιμοποίηση παράνομων εσόδων ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Αν όμως η αποφυγή της διενέργειας της συναλλαγής ή της παροχής των υπηρεσιών είναι αδύνατη ή ενδέχεται να εμποδίσει τη δίωξη των πελατών, των πραγματικών δικαιούχων ή των προσώπων για λογαριασμό των οποίων ενεργούν οι πελάτες, τότε εκτελούν τις συναλλαγές, ασκούν τις δραστηριότητες ή παρέχουν τις υπηρεσίες ενημερώνοντας ταυτόχρονα την επιτροπή του άρθρου για την εκτέλεση της συναλλαγής.
Ορθά, εδώ, υποστηρίχθηκε ότι στην ουσία πρόκειται για μία υποχρέωση παγίδευσης των πελατών από τους δικηγόρους, η οποία είναι αντίθετη προς το περιεχόμενο του δικηγορικού λειτουργήματος[82].
Με το άρθρο 31 του ν. 3691/2008 οι δικηγόροι απαγορεύεται να γνωστοποιούν στον εμπλεκόμενο πελάτη ή σε τρίτους ότι διαβιβάσθηκαν αρμοδίως ή ζητήθηκαν πληροφορίες ή ότι διεξάγεται ή πρόκειται να διεξαχθεί έρευνα για νομιμοποίηση παράνομων εσόδων ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Και στην περίπτωση αυτή οι δικηγόροι δεν συμπαρίστανται στους πελάτες τους, αλλά αντίθετα βοηθούν στη δίωξή του.
Με άλλα λόγια και στις δύο ανωτέρω περιπτώσεις είναι φανερό ότι οι παραπάνω υποχρεώσεις  των δικηγόρων έρχονται σε σύγκρουση με το βασικό καθήκον τους, που είναι η συμπαράσταση στον πελάτη τους και η μονόπλευρη υπεράσπιση των συμφερόντων του έναντι οποιουδήποτε[83]. Γι’ αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι ορθά υποστηρίχθηκε ότι «η σχέση μεταξύ διαδίκου και δικηγόρου είναι πολύ στενότερη και βαθύτερη από τη σχέση μεταξύ δικηγόρου και μηχανισμού απονομής της δικαιοσύνης»[84]. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της στενής αυτής σχέσης ανάμεσα στους δικηγόρους και τους πελάτες τους είναι το καθήκον συνηγορίας scricto sensu των δικηγόρων.

  
ΙV. Συμπέρασμα

Το δικηγορικό απόρρητο διασφαλίζεται τόσο στον ΠΚ όσο και στον ΚΠΔ. Επίσης κατοχυρώνεται στο νέο Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013) και ΚΠολΔ, ενώ παράλληλα συγκεκριμενοποιεί το περιεχόμενο των διατάξεων 2 § 1, 5 §1, 9, 9 Α και 19 του Συντ., αφού επιβάλλει περιορισμούς στην απόδειξη, προκειμένου να διατηρηθεί μυστικός ένας κύκλος γεγονότων της ιδιωτικής ζωής κάθε ανθρώπου.
Σε σχέση με τις διατάξεις των άρθρων 30 § 6 του Ν. 3296/2004, 17Α του Ν.2523/1997 και 65 §§ 1και 2 του Ν. 4356/2015 επισημαίνεται  ότι η διάταξη του άρθρου 39 § 1 του νέου δικηγορικού Κώδικα (Ν. 4194/2013) διατηρεί την ισχύ της λαμβανομένου υπόψη ότι πρόκειται για ειδική διάταξη[85] και ως εκ τούτου η θέσπιση γενικού νόμου δεν οδηγεί στην κατάργηση του ειδικού νόμου. Επομένως και υπό  το νέο άρθρο 39 §1 υπάρχει απαγόρευση έρευνας και κατάσχεσης στο γραφείο του δικηγόρου, αλλά σε πράγματα που σχετίζονται με την υπόθεση, που χειρίζεται ο δικηγόρος. 
Μόνο, αν ο δικηγόρος είναι συμμέτοχος του ερευνόμενου εγκλήματος κάμπτεται το δικηγορικό απόρρητο.
Πολύ σημαντικό πλήγμα στο δικηγορικό απόρρητο συνιστούν οι υποχρεώσεις προς αναφορά υπόπτων συναλλαγών και συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, που καθιερώνει ο Ν. 3691/2008.
Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι αφενός μεν οι ανωτέρω υποχρεώσεις για τους δικηγόρους είναι ασαφείς τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τις προϋποθέσεις επιβολής τους[86], αφετέρου δε είναι αντίθετες με την ΕΣΔΑ, το Σύνταγμα και τη νομολογία του ΔΕΚ και του ΕΔΔΑ[87], το σημαντικότερο  είναι ότι ο δικηγόρος μετατρέπεται από νομικός συμπαραστάτης του εντολέα του σε μάρτυρα[88] ή και σε «δικηγόρο ανακριτικών καθηκόντων» σε βάρος του τελευταίου[89]. Όμως, όπως προαναφέρθηκε, ο δικηγόρος δεν είναι όργανο της δικαιοσύνης κοντά στον δικαστή και τον εισαγγελέα, διότι έχει υποχρέωση μεροληπτικής δραστηριότητας υπέρ του εντολέα του. Δηλ. δεν είναι κρατικό όργανο και ούτε έχει τις ίδιες εξουσίες στην απονομή της δικαιοσύνης με το δικαστή[90]. Το δε έργο του έχει μονόπλευρο χαρακτήρα[91].
Κατά συνέπεια οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται στους δικηγόρους με τις διατάξεις του Ν. 3691/2008 και αρμόζουν μόνο σε κρατικούς φορείς αλλοιώνουν οπωσδήποτε τον θεσμικό ρόλο του δικηγόρου[92], αφού κλονίζουν την εμπιστοσύνη του πελάτη προς το πρόσωπο του δικηγόρου, που αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα της αποτελεσματικότητας και της ποιότητας της υπεράσπισης[93]. 


[1] Αναλυτικότερα βλ. Καρρά, Η αρχή της δικαστικής ακροάσεως στην ποινική δίκη, Σειρά «ΠΟΙΝΙΚΑ», αριθμ. 29, 1989, σ. 3 επ.
[2] Όπως π.χ. γεγονότα που αφορούν στην οικογενειακή ή σεξουαλική σφαίρα, ατυχήματα και αρρώστιες, πεποιθήσεις, συνήθειες, επαγγελματικά μυστικά κλπ.
[3] Βλ. Μάνεση, Ατομικές ελευθερίες, Τόμ. Α΄, 4η έκδ., 1982 σ.114· Μαυριά. Το συνταγματικό δικαίωμα ου ιδιωτικού βίου, 1982,σ. 163 επ.
[4] Βλ. Α. Κωνσταντινίδη, «Καθήκον μαρτυρίας και «επαγγελματικό απόρρητο» στην ποινική δίκη, τεύχ. Α., 1987, σ. 54, 73. Πρβλ. Χρυσανθάκη, ΕΔΔΔΔ 2001 σ. 627/. Βλ. επίσης Θ. Αντωνίου, Ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου ως αρχή και δικαίωμα στο Σύνταγμα του 1975, 2010 σ. 72 επ., 240 επ.
[5] Βλ. σχετικά Φιλιππίδη, Ποιν.Χρον. Β΄ σ. 97 επ.· Συμεωνίδου-Καστανίδου, Δίκαιο και Πολιτική, 1983 σ. 119 επ.· της ίδιας, ΠοινΧρον. ΝΣΤ΄ σ. 289 επ.· Α. Κωνσταντινίδη, ό.α. σ. 68 επ.· του ίδιου, Ποιν.Χρον. ΜΖ΄ σ. 609 επ.· Μακρίδου,  Το δικηγορικό απόρρητο, 1989 σ. 44 επ. Από τη γερμανική θεωρία  βλ. Kuttner, Die rechtliche Stellung des Rechtsanwaltverteigers zum Angeklagten, 1952 σ. 111 επ.· Bär, Die Schweigepflicht des Rechtsanwalts im Rahmen der Verteidigung eines von mehreren Beschuldigten aus straf-und standesrechtlicher Sicht, 1988 σ. 74 επ.· Bohne-Sax, Der strafrechtliche Schutz des Berufsgeheimnisses,in: Deutsche Landesreferate 2.III Intern.Kongress f. Rechtsvergleichung (1950) σ. 931 επ.
[6] Βλ. Α. Κωνσταντινίδη, «Καθήκον μαρτυρίας» και «επαγγελματικό απόρρητο» στην ποινική δίκη, τεύχ. Α΄, 1987 σ. 73, 74. Βλ. επίσης Αντωνίου, ό.α. σ. 240 επ.
[7] Βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ, S.v.Switzerland (28.11.1991), σκέψη 48, κατά την οποία «...το δικαίωμα του κατ/νου να επικοινωνεί με το δικηγόρο του χωρίς την παρέμβαση τρίτου ανήκει στις βασικές απαιτήσεις της δίκαιης δίκης σε μία δημοκρατική κοινωνία». Βλ. επίσης Castravet v. Moldova (13.6.2007), σκέψεις 49 επ., κατά την οποία «….η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ συνηγόρου και κατ/νου ανήκει στις βασικές συνιστώσες του δικαιώματος σε υπεράσπιση». Από τη θεωρία βλ. Χρ. Αργυρόπουλου, Δικηγορική Επικαιρότητα, 1999 σ. 3.
[8] Βλ. Φιλιππίδη, Ποιν.Χρον. Β’  σ. 98. Βλ. επίσης Lackner-Kühl, StGB, Komm., 28η έκδ., 2014, § 203, αριθμ. 14· Schönke-Schröder-Leckner-Eisele, StGB, Komm., 28η έκδ., 2010 § 203, αριθμ. 5, 6.
[9] Βλ. Φιλιππίδη, ό.α. σ. 99.
[10] Βλ. Welzel, Das deutsche Strafrecht, 11η έκδ., 1969, σ. 336. Πρβλ. Lackner-Kühl, ό.α.
[11] Βλ. Schönke-Schröder-Lenckner, StGB, Komm. 24η έκδ., 1991, § 203, αριθμ. 3.
[12] Βλ. Φιλιππίδη, Ποιν.Χρον. Β΄, σ. 100˙ Συμεωνίδου-Καστανίδου, ό.α. σ. 121, της ίδιας σε Μελέτες Ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου, έκδ. Νομικής Βιβλιοθήκης, 2003, σ. 733. Βλ. επίσης Lackner-Kühl, StGB, 28η έκδ., 2014, § 203, αριθμ. 1.
[13] Βλ.Schönke-Schröder-Lenckner-Eisele, StGB, Komm. 28η έκδ., 2010, § 203 αριθμ. 3 με περαιτέρω παραπομπές.
[14] BVerfGE 65 σ. 41 επ.· BVerfGE 84 σ. 192 επ.
[15] Βλ. Μανωλεδάκη, Η διαλεκτική έννοια των εννόμων αγαθών σ. 190.
[16] Βλ. Schönke-Schröder-Lenckner-Eisele, § 203,  αριθμ. 3· Α. Κωνσταντινίδη, ό.α. σ. 68 σημ. 185. Βλ. επίσης Κονταξή, Ποινικός Κώδικας, τόμ. Β΄,1991 σ. 2447. Πρβλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, ΠοινΧρον. ΝΣΤ΄ σ. 290, σημ. 9.
[17] Bl. PeiuSymb DSA 201/1966 NoB 14 (1966) s. 596.
[18]Βλ. Π. Φιλόπουλου, Ποινική προστασία του απορρήτου, Συστηματική Ερμηνεία Άρθρων 370-371 ΠΚ, 2015 σ. 210 με περαιτέρω παραπομπές.
[19] Βλ. Μ. Γλαράκη, Ευρωπαίων Πολιτεία, 2011 σ. 95 επ. Βλ. επίσης Πιλάφα, ΔΕΕ 2011 σ. 1008 επ.· Τσιρίδη, Ο νέος  νόμος για το ξέπλυμα χρήματος (Ν. 3691/2008), 2009 σ. 236 σημ. 419.
[20] Βλ. Πιλάφα, ΔΕΕ 2011 σ. 1016.
[21] Βλ. Γάφο, Ποινικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, τεύχ. Ε', σ, 206.
[22] Βλ. Χωραφά, Ποινικόν Δίκαιον, τόμ. Α', σ. 186· Συμεωνίδου-Καστανίδου, Δίκαιο και Πολιτική, 1983, σ. 124. Βλ. επίσης Α. Κωνσταντινίδη, Η θέση του συνηγόρου υπερασπίσεως στην ποινική δίκη, Σειρά «ΠΟΙΝΙΚΑ», αριθ. 36, 1992, σ. 287. Από τη γερμανική θεωρία βλ. Schönke-Schröder-Lenckner- Eisele § 203, αριθμ. 22 επ.
[23] Βλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ποιν.Χρον. ΝΣΤ΄ σ. 292.
[24] Βλ. Γ.-Α. Μαγκάκη, Ο συνήγορος, Μία παράδοξη κατάκτηση του πολιτισμού, τρίτη έκδ., Σειρά «ΠΟΙΝΙΚΑ», αριθμ. 67, 2004 σ. 13.
[25] Βλ. Schönke-Schröder-Lenckner-Eisele, ό.α. § 203, αριθμ. 29 επ. Από την ελληνική θεωρία βλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ποιν.Χρον. ΝΣΤ΄ σ. 292. Βλ. επίσης και Μακρίδου, ό.α. σ. 192 επ.
[26] Βλ. Dahs, Handbuch des Strafverteidigers, 6η εκδ., 1999 σ. 33, 34, αριθμ 48. Βλ. επίσης Α. Κωνσταντινίδη, Ποιν.Χρον. ΜΖ΄ σ. 615 με περαιτέρω παραπομπές.
[27] Έτσι Heeb, Grundsätze und Grenzen der anwätlichen Strafverteidigung und ihre Anwendung auf dem Fall der Mandatsübernahme, 1973 σ. 101, 102.
[28] Πρβλ. Berkenheide, Die Grenzen der anwältichen Strafverteidigung, 1952 σ. 108.
[29] Βλ. και Συμεωνίδου-Καστανίδου, Δίκαιο  και Πολιτική, 1983 σ. 128.
[30] Βλ. BGHSt 12 σ. 369.  Από τη θεωρία βλ. Roxin-Schünemann, Strafverfahrensrecht, 27η έκδ., 2012 σ. 113, 114, αριθμ. 4. Έτσι και Ανδρουλάκης, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, 4η έκδ., 2012 σ. 74, αριθμ. 107. Πρβλ. Beulke, Der Verteidiger im Strafverfahren 1980 σ. 143, επ., 258 επ., ο οποίος τάσσεται υπέρ της «περιορισμένης οργανικής θεωρίας». Αντίθετα ο Knapp, Der Verteidiger-Ein Organ der Rechtspflege,1974 s.47,140, που στρέφεται κατά της οργανικής θεωρίας και δέχεται ότι ο συνήγορος είναι συμπαραστάτης του κατηγορουμένου.
[31] Βλ. Α.Κωνσταντινίδη, Η θέση του συνηγόρου υπερασπίσεως στην ποινική δίκη, Σειρά «ΠΟΙΝΙΚΑ», αριθμ. 36, 1992 σ. 67.
[32] Βλ. Καρρά, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 4η έκδ., 2011 σ. 400, αριθμ. 452. Έτσι επίσης Α. Κωνσταντινίδης, ό.α. σ. 304, 305.
[33] Βλ. σχετικά Συμεωνίδου-Καστανίδου, ό.α. σ. 126, 127. Βλ. επίσης Schönke-Schröder-Lenckner, § 139, αριθμ. 3· Heeb, ό.α. σ. 101.
[34] Βλ. Seiler, Der strafrechtliche Schutz der Geheimsphäre, 1960 σ. 197· Kuttner, Die rectliche Stellung des Rechtsanwaltsverteidigers zum Angeklagten 1952 σ. 115.
[35] Βλ. BGHSt 1 σ. 366. Βλ. επίσης Dahs, ό.α. σ. 34, αριθμ. 48· Schönke-Schröder-Lenckner, § 203, αριθμ. 33 με περαιτέρω παραπομπές· Heeb, ό.α. σ. 101· Γάφο, Ποινικόν Δίκαιον, Ειδικόν Μέρος, τευχ. Ε΄, σ. 209 σημ. 41· Συμεωνίδου-Καστανίδου, ό.α. σ. 128 σημ. 14 με περαιτέρω παραπομπές. Αντίθετα ΠειθΣυμβΔΣΑ 201/1066, ΝοΒ 14 (1966) σ. 596.
[36] Βλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ποιν.Χρον. ΝΣΤ΄ σ. 291.
[37] Βλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, ό.α.
[38] Ειδικότερα για την εξέταση των δικηγόρων ως μαρτύρων βλ. Ζαγκαρόλα, Ποιν.Χρον. Θ΄, σ. 488 επ. Βλ. επίσης αγόρευση Σακελλαρίου στην ΑΠ 234/1959 Ποιν.Χρον. Θ΄, σ. 555 επ.· Μπουρόπουλο, Σχόλιο στην ΑΠ 234/1959, Ποιν.Χρον. Θ΄, σ. 558· Κονταξή, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, τόμ. 1, 2006, σ. 1430 επ.· Α.Κωνσταντινίδη, «Καθήκον μαρτυρίας» και «επαγγελματικό απόρρητο» στην ποινική δίκη, τεύχ. Α΄, 1987, σ. 86 επ.· Καρρά, ΚΠΔ, Συστηματική Ερμηνεία και Μεθοδολογική Ανάπτυξη κατ’ άρθρο Ανάπτυξη, 3η έκδ., 2016 σ. 423. Από τη γερμανική θεωρία βλ. Karlsruher Komm., 3η εκδ., 2006, αριθμ. 36.
[39] Βλ. ΑΠ 818/2000, ΠοινΧρον. ΝΑ΄ σ. 133· ΑΠ 1529/2008, ΠΛογ 2008 σ. 935.
[40] Βλ. σχετικά Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία, τόμ. Β΄, 3η έκδ. σ. 38· Ζαγκαρόλα, Ποιν.Χρον. Θ΄, σ. 489· Συμεωνίδου-Καστανίδου, ό.α., σ. 122· Α. Κωνσταντινίδη, «Καθήκον μαρτυρίας» και «επαγγελματικό απόρρητο» στην ποινική δίκη, τεύχ. Α΄, 1987 σ. 70.
[41] Έτσι Ανδρουλάκης, Θεμελιώδεις Έννοιαι της Ποινικής δίκης, 4η έκδ., 2012, σ. 307, αριθμ. 516.
[42] Βέβαια ο συνταγματικός προβληματισμός για το  δικηγορικό απόρρητο επεκτείνεται και στα άρθρα 9, 9 α και 19 του Συντ. με την έννοια ότι η καθιέρωση του δικηγορικού απορρήτου (άρθρα 371 ΠΚ και 212 ΚΠΔ) συμπληρώνει την προστασία της ιδιωτικής ζωής. Βλ. Α. Κωνσταντινίδη, «Καθήκον μαρτυρίας» και «επαγγελματικό απόρρητο» στην ποινική δίκη, τεύχ. Β΄, 1991, σ. 27.
[43] Βλ. ΑΠ 1070/1998, Ποιν.Χρον. ΜΘ΄ σ. 590. Βλ. επίσης ΑΠ 1333/2006, ΠΛογ 2006 σ. 1272. Πρβλ. ΑΠ 32/2009, ΠΛογ 2009 σ. 26 κατά την οποία η έλλειψη άδειας του δικηγορικού συλλόγου ή του προέδρου του δεν δημιουργεί ακυρότητα της κατάθεσης του, αλλά συνεπάγεται μόνο πειθαρχικές κυρώσεις.
[44] Έτσι Καρράς, ό.α. σ. 423.
[45] Βλ. Α. Κωνσταντινίδη, «Καθήκον μαρτυρίας» και «επαγγελματικό απόρρητο» στην ποινική δίκη, τεύχ. Α΄, 1987 σ. 96· Καρρά, Επίτ. Ερμ. ΚΠΔ, 2η έκδ. 2005 σ. 554. Βλ. επίσης Ανδρουλάκη, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, 4η έκδ., 2012 σ. 308, αριθμ. 517, που δέχεται ότι στην προκειμένη περίπτωση  τη διέξοδο δίνει η § 4 του άρθρου 374 ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 20 ΠΚ.
[46] Βλ. Γιαννίδη, Προφορική παρέμβαση, Ε, τόμ. 2, 1987 σ. 369. Έτσι επίσης Α. Κωνσταντινίδη, ό.α. σ. 96, του ίδιου, τεύχ. Β΄, 1991 με περαιτέρω παραπομπές.
[47] Βλ. Α. Κωνσταντινίδη, Ποιν.Χρον. ΜΕ΄ σ. 865 επ.
[48] Βλ. επίσης Σ. Μπαλτά σε Κ. Γώγου-Ι.Κωνσταντίνου, Ερμηνεία Κώδικα Δικηγόρων, 2016 σ. 132· Νάϊντο, Αποδεικτικές απαγορεύσεις στην ποινική δίκη, 2020 σ. 19, 20.
[49] Βλ. Α. Κωνσταντινίδη, Ποιν.Χρον. ΜΕ΄ σ. 878 επ. με περαιτέρω παραπομπές.
[50] Βλ. επίσης Καρρά, ΚΠΔ, Συστηματική Ερμηνεία και Μεθοδολογική κατ’ άρθρο Ανάπτυξη, 3η έκδ. 2016 σ. 366 επ.
[51] Aleksanyan v.Russia (05.06.2009), σκέψεις 212, κατά την οποία η ανακριτική έρευνα σε γραφείο ασκουμένου δικηγόρου δυνάμει εντάλματος, που δεν προσδιόρισε ακριβώς τι είδους έγγραφα αναζητούνται και δεν περιείχε ειδική μνεία για τυχόν έγγραφα, που προστατεύονται από το επαγγελματικό απόρρητο, συνεπάγεται παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης· Wieser and Bicos Beteiligungen GMBH v. Austria (16.01.2008), σκέψεις, 57 επ., κατά την οποία υπήρξε παραβίαση του άρθρ. 8 της Σύμβασης, καθώς κατά την ανακριτική έρευνα σε δικηγορικό γραφείο και την κατάσχεση εγγράφων δεν παρίστατο εκπρόσωπος του δικηγορικού συλλόγου, όπως προβλέπεται από τον οικείο εθνικό νόμο και χωρίς να συνταχθεί στο τέλος της έρευνας έκθεση και λίστα των κατασχεθέντων αρχείων, προκειμένου ο δικηγόρος να ασκήσει τα δικαιώματά του και να ζητήσει να υποβληθούν σφραγισμένα τα αρχεία που περιείχαν ιδιωτικά απόρρητα του εντολέα του στην κρίση του ανακρίνοντος, για το αν αυτά καλύπτονταν ή όχι από το επαγγελματικό απόρρητο· Stefavon v. Bulgaria (22.08.2008),  σκέψεις 198 επ., όπου το ένταλμα έρευνας σε γραφείο δικηγόρου δεν προσδιόριζε το περιεχόμενο των εγγράφων, που αναζητούνταν και κατασχέθηκε το σύνολο των περιφερειακών μηχανημάτων του υπολογιστή του δικηγόρου με αποτέλεσμα παραβίαση του επαγγελματικού απορρήτου και συνεπώς του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Τέλος το ΕΔΔΑ στην απόφαση Khodorkovskiy v. Russia (31.5.2011) επεσήμανε ότι «κάθε επέμβαση σε υλικό που καλύπτεται από το δικηγορικό απόρρητο και η εκ των υστέρων χρησιμοποίηση του εναντίον του κατηγορουμένου είτε στο στάδιο της προσωρινής κράτησης είτε στην κύρια διαδικασία θα πρέπει να γίνεται κατ’ εξαίρεση, να δικαιολογείται από επιτακτική ανάγκη και να υπόκειται πάνα στον πιο αυστηρό έλεγχο του δικαστηρίου. 
[52] Η διάταξη του νέου άρθρου 17 Α προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 2 § 1 του Ν. 3943/2011 «καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, στελέχωση των ελεγκτικών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών μετά το άρθρο 17 του Ν. 2323/1997 στην παρ. 8 του οποίου ορίζεται ότι «Οι εισαγγελικοί λειτουργοί της παρ. 1 έχουν πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή είναι χρήσιμο για την άσκηση του έργου τους, μη υποκείμενοι στους περιορισμούς της νομοθεσίας περί φορολογικού, τραπεζικού, χρηματιστηριακού και κάθε άλλου είδους απορρήτου και σε κάθε μορφή αρχείο Δημόσιας Αρχής ή οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένου προσωπικού χαρακτήρα».
[53] Έτσι ΣυμβΠλημμ Αθ 1996/2014, ΠοινΔικ 2014 σ. 925 επ.
[54]  Βλ. ΑΠ 653/2013, Ποιν.Χρον. ΞΔ΄ σ. 34.
[55] Πρβλ. Καρρά, ό.α. σ. 369 κατά το οποίο η ρύθμιση του άρθρου 65 του Ν. 4356/2015 «- εντελώς οριακά συνταγματικά – θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή ως εξαίρεση του κανόνα της απαγόρευσης και μόνο – ενόψει του εξαιρετικού χαρακτήρα της – προς ικανοποίηση του επιδιωκόμενου με αυτήν συγκεκριμένου σκοπού της αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής …». Αντίθετα ο Σταθόπουλος (βλ. εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 20.1.2016) είναι υπέρ της εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης επικαλούμενος το άρθρο 25 § 3 του Συντ., που προβλέπει ότι η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται σε συνδ. με τα άρθρα 19 § 3 και 25 § 3 του Συντ.
[56] Βλ. απόφαση της 18/5/1982 AM και S Europe Limited κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, παρ. 23.
[57] Βλ. επίσης την από 2.4.2015 απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Vinci Construction et GTM Génie Civil et Services κατά Γαλλίας.
[58] Βλ. Χ. Αργυρόπουλο, Δικηγορική Επικαιρότητα 1999 σ. 3 επ., που αναφέρει ορθά τα εξής: «Μία δίκη στην οποία ο συνήγορος είναι ουσιαστικά και μάρτυρας κατά του εντολέα του ή του οποίου πάντως καταχράται την εμπιστοσύνη για να πληροφορήσει την Αρχή, δεν είναι ασφαλώς χρηστή. Και μία Πολιτεία στην οποία ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να εμπιστευθεί τον συνήγορο του, αφού ο τελευταίος οφείλει να τον «καταδώσει» δεν παρέχει τις εγγυήσεις ότι η δικαστική μεταχείριση του εντολέα είναι έντιμη. Η δίκη ή είναι δίκαιη ή δεν είναι δίκη, αλλά δικαστικοφανής άσκηση διοικητικής αντεγκληματικής πολιτικής».
[59] Βλ Συμεωνίδου-Καστανίδου, ΠοινΧρον. ΝΣΤ΄ σ. 289 επ. Τσιρίδη, Το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και το λειτούργημα του συνηγόρου (Υποχρεώσεις και ευθύνες) σε: Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων, Ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, «Καθαρή ή ελεύθερη κοινωνία», 2007 σ. 301 επ. 
[60] Βλ. σχετικά Τσιρίδη, Ο νέος νόμος για το ξέπλυμα χρήματος (Ν. 3691/2008), 2009 σ. 40 επ.· Ε. Καμπέρου-Ντάλτα, Ο ν. 3691/2008 για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, 2009, σ. 67 επ. · Παύλου, Ποιν.Χρον. ΝΖ΄ σ. 385 επ.· Δημήτραινα, Ποιν.Χρον. ΝΣΤ΄σ. 351 επ.· Πατσαβέλλα, Ποιν.Χρον. ΝΣΤ΄  σ. 367 επ.· Διονυσόπουλου, Ποιν.Χρον. ΝΖΤ΄ σ. 31 επ.
[61] Βλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ποιν.Χρον. ΝΗ΄ σ. 934. Βλ. επίσης Τσιρίδη, Ο νέος νόμος για το ξέπλυμα χρήματος (Ν. 3691/2008), 2009 σ. 239.
[62] Βλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, ό.α., σ. 934· Τσιρίδης, ό.α. σ. 239.
[63] Βλ. Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 3691/2008 υπό το άρθρο 6 § 4 αυτού. Βλ. και Τσιρίδη, ό.α. σ. 240.
[64] ΄Ετσι ορθά, Συμεωνίδου-Καστανίδου, ό.α. σ. 936. Πρβλ. Τσιρίδη, ο.α. σ. 239 επ.
[65] Βλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, ό.α. Για την υποχρέωση καταγγελίας βλ. επίσης Schönke-Schröder-Lenckner-Eisele, StGB, Komm., 28η έκδ., 2010, § 203, αριθμ. 29.
[66] Βλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ποιν.Χρον. ΝΣΤ΄  σ. 299.
[67] Βλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ποιν.Χρον. ΝΗ΄ σ. 936 με περαιτέρω παραπομπές.
[68] Βλ. σχετικά απόφαση του ΔΕΚ της 26/6/2007, Ποιν.Χρον. ΝΖ΄ σ. 888 επ. Βλ. επίσης Π. Πανταζόπουλο, ΔΕΕ 2013 σ. 223. 
[69] Βλ. σχετικά Π. Πανταζόπουλο, ό.α. σ. 226.
[70] Βλ. απόφαση του ΔΕΚ της 26/6/2007, Ποιν.Χρον. ΝΖ΄ σ. 888 επ.
[71] Αναλυτικότερα βλ. Π. Πανταζόπουλο, ό.α. σ. 226. Βλ. επίσης Βλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ποιν. Χρον. ΝΗ΄ σ. 933· Β. Φλωρίδη, ΠοινΔικ 2007 σ. 1200· Τσιρίδη, ό.α. σ. 151 επ.
[72] Βλ. Προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα του ΔΕΚ M.Poiares Maduro της 14/12/2006 για την υπόθεση C-305/2005, σκέψη 63. Βλ. επίσης Τσαδήρα, ΕΕΕυρΔ 2007 σ. 597 επ.· Β. Φλωρίδη, ΠοινΔικ 2007 σ. 1200 επ.
[73] Βλ. Τσιρίδη, ό.α. σ. 238.
[74] Αναλυτικότερα βλ. Π. Πανταζόπουλο, ΔΕΕ 2013 σ. 225 επ.
[75] Σύμφωνα με το άρθρο 8 § 1 της ΕΣΔΑ ορίζεται ότι «παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής, της κατοικίας του και της αλληλογγραφίας του».
[76] Βλ. υπόθεση C- 305/2005, όπου το ΔΕΚ είχε αποφανθεί ως προς το ζήτημα της συμβατότητας με την ΕΣΔΑ των περιορισμών του δικηγορικού απορρήτου από την ενωσιακή νομοθεσία για την αντιμετώπιση των εγκλημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
[77] Για την υποχρέωση αναφοράς κατά την εκτέλεση όχι αμιγώς νομικών καθηκόντων βλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, ΠοινΧρον. ΝΗ΄ σ. 937.
[78] Βλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, ΠοινΧρον. ΝΗ΄ σ. 939· Τσιρίδη, ό.α. σ. 206 επ.
[79] Κατά το άρθρο 4 § 13 του Ν. 3691/2008 ύποπτη συναλλαγή είναι «Η δραστηριότητα ή οι συναλλαγές ή δραστηριότητες από τις οποίες εκτιμάται ότι προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ή υπόνοιες για πιθανή απόπειρα ή διάπραξη ων αδικημάτων του άρθρου του παρόντος νόμου ή για εμπλοκή του συναλλασσομένου ή του πραγματικού δικαιούχου σε εγκληματικές δραστηριότητες, με βάση την αξιολόγηση των στοιχείων της συναλλαγής (φύση της συναλλαγής, κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου, συχνότητα, πολυπλοκότητα και ύψος της συναλλαγής, χρήση ή μη μετρητών) και του προσώπου (επάγγελμα, οικονομική επιφάνεια, συναλλακτική ή επιχειρηματική συμπεριφορά, φήμη, παρελθόν, επίπεδο διαφάνειας του νομικού προσώπου-πελάτη, άλλα σημαντικά χαρακτηριστικά)»
[80] Ασυνήθης συναλλαγή ή δραστηριότητα είναι «Η συναλλαγή ή οι συναλλαγές ή δραστηριότητες που δεν συνάδουν με τη συναλλακτική επιχειρηματική ή επαγγελματική συμπεριφορά του συναλλασσομένου ή του πραγματικού δικαιούχου ή με την οικονομική τους επιφάνεια ή που δεν έχουν προφανή σκοπό ή κίνητρο οικονομικής, επαγγελματικής ή προσωπικής φύσεως».
[81] Βλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, ΠοινΧρον. ΝΗ΄ σ. 939. Βλ. επίσης Τσιρίδη, ό.α. σ. 207, κατά τον οποίο η διάταξη του άρθρου 43 § 1 περ. δ΄του ν. 3691/2008 δεν πληροί τις προϋποθέσεις της lex certa  και αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 7 του Συντ. και 1 ΠΚ. Ο ίδιος συγγραφέας ορθά συμπληρώνει ότι με την ανωτέρω διάταξη θεμελιώνεται για τον δικηγόρο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, ενώ η ίδια η διάταξη αποτελεί ένα είδος ανάθεσης εξαιρετικής ανακριτικής αρμοδιότητας σε ιδιώτες. Βλ. ακόμη Λίβο, ΕΕΠ 2007 σ. 357, 371.
[82]  Βλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ποιν.Χρον. ΝΗ΄ σ. 938. Βλ. επίσης Τσιρίδη, ό.α., σ. 221.
[83] Βλ.Α. Κωνσταντινίδη, Η θέση του συνηγόρου υπερασπίσεως στην ποινική δίκη, Σειρά «ΠΟΙΝΙΚΑ», αριθμ. 36, 1992 σ. 300.
[84] Welp, ZStW 90  σ. 102.
[85] Βλ. και Καρρά, ό.α. σ.504.
[86] Βλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ποιν.Χρον. ΝΗ΄ σ. 940.
[87] Βλ. και Τσιρίδη, ό.α. σ. 304.
[88] Βλ. Χρ. Αργυρόπουλου, Δικηγορική Επικαιρότητα 1999 σ. 3.
[89] Βλ. και Τσιρίδη, ό.α. σ. 304. Έτσι επίσης Παύλου, ΠοινΧρον. ΝΖ΄ σ. 391.
[90] Βλ. Καρρά, ό.α. σ. 228.  
[91] Έτσι Καρρά, ό.α. σ. 228.
[92] Βλ. Α. Κωνσταντινίδη, ό.α. σ. 304.
[93] Βλ. Χ. Αργυρόπουλο, Δικηγορική Επικαιρότητα 1999, σ. 22, ο οποίος εύστοχα επισημαίνει ότι:      « Ένα δικαιοδοτικό σύστημα, στο οποίο ο δικηγόρος, στο θεσμικό ρόλο του οποίου ανάγεται η πλήρης και ουσιαστική άσκηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, υποβιβάζεται σε «καταδότη» του εντολέα του και ο τελευταίος αδυνατεί να αναπτύξει με πληρότητα το πραγματικό της υποθέσεως, ώστε να ζητήσει την αντίστοιχη νομική συμβουλή και συμπαράσταση, είναι αναξιόπιστο, αναποτελεσματικό και ανέντιμο, αφού διακηρύσσει την ανάγκη της δίκαιης δίκης και την παραβιάζει έμπρακτα».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου