Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

Μον. Πρ. Λαμίας 17/2016, Νέος ΚΠολΔ: Δεν επιφέρει ακυρότητα η μη αναγραφή ΑΦΜ, ΔΟΥ Διαδίκου και email Δικηγόρου


Σύμφωνα με την υπ. αριθμ. 17/2016 απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Λαμίας "η παράλειψη αναγραφής στο δικόγραφο της ανακοπής, των στοιχείων που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 118ΚΠολΔ (όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το ν. 4335/2015), ήτοι ΑΦΜ και Δ.Ο.Υ. ανακόπτοντος καθώς και διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του πληρεξούσιου δικηγόρου, δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, εφόσον στην ως άνω διάταξη, δεν ορίζεται καμία δικονομική συνέπεια σε περίπτωση μη αναγραφής των ανωτέρω στοιχείων, τα οποία δύνανται να συμπληρωθούν εκ των υστέρων, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού του καθ’ου. Επομένως, πρέπει η ανακοπή να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν."

Aριθμός Αποφάσεως 17/2016
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΜΙΑΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη δικαστή Θεοδώρα Θεοδοσιάδου, Πρόεδρο Πρωτοδικών που ορίσθηκε με κλήρωση, χωρίς Γραμματέα.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στη Λαμία, στις 14 Ιανουαρίου 2016, για να δικάσει την υπ’ αριθ., εκθέσεως καταθέσεως 27/Ασφ10/2016 ανακοπή με αντικείμενο διόρθωση έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΟΣ:……………………………………., κατοίκου Λιβανάτων Λοκρίδος Νομού Φθιώτιδος, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του ΝΠ, ο οποίος κατέθεσε έγγραφο σημείωμα.
ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: ………………………………………….. κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του ΚΜ, ο οποίος κατέθεσε έγγραφο σημείωμα.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υποθέσεως στο ακροατήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν προφορικώς τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1167 εδ. α ΑΚ η επικαρπία, εφόσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, αποσβήνεται με το θάνατο του επικαρπωτή. Με το θάνατο του επικαρπωτή, η επικαρπία επιστρέφει (υποστρέφει) αυτομάτως στην κυριότητα από την οποία είχε αποσπασθεί, δηλαδή ενώνεται με την ψιλή κυριότητα σε πλήρη κυριότητα. Όταν η απόσβεση της επικαρπίας με το θάνατο του επικαρπωτή λάβει χώρα στην περίπτωση εκκρεμότητας της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης με αφετηρία την κατάσχεση της ψιλής κυριότητας, εμφανίζεται το ζήτημα της επίδρασης της ανωτέρω υποστροφής της επικαρπίας επί της ήδη κατασχεμένης ψιλής κυριότητας. Σύμφωνα με μία άποψη, η υποστροφή της επικαρπίας δεν ασκεί καμία επίδραση επί της υφιστάμενης κατάσχεσης της ψιλής κυριότητας, με αφετηρία την αρχή ότι με την κατάσχεση, η οποία αποτελεί θεμελιώδη πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας αποχωρίζεται από την περιουσία του οφειλέτη και τίθεται υπό υλική και νομική δέσμευση ορισμένο δικαίωμα, το οποίο και μόνο άγεται σε πλειστηριασμό και μεταβιβάζεται στον υπερθεματιστή. Κατά την ορθότερη όμως άποψη, που και το παρόν Δικαστήριο υιοθετεί, η υφιστάμενη κατάσχεση της ψιλής κυριότητας μετά το θάνατο του επικαρπωτή, περιλαμβάνει πλέον την πλήρη κυριότητα (ως απόρροια της αρχής της ελαστικότητας, η οποία ενυπάρχει στο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας και προσδιορίζει αυτήν) και δεσμεύει όλες τις εξουσίες του κυρίου, μεταξύ των οποίων αναμφισβήτητα συγκαταλέγεται και η ελπίδα του ψιλού κυρίου να απορροφήσει τις εξουσίες και χρησιμότητες του πράγματος που αποτελούν το περιεχόμενο της επικαρπίας. Εξάλλου, υπέρ της αυτοδίκαιης επέκτασης της κατάσχεσης επί της επικαρπίας η οποία, μετά το θάνατο του επικαρπωτή, δεν έχει πλέον αυθυπαρξία, συνηγορεί και η διάταξη του άρθρου 992 παρ. 3 ΚΠολΔ, που επεκτείνει την κατάσχεση του ακινήτου επί των συστατικών του, καίτοι αυτά δεν μνημονεύθηκαν στην κατασχετήρια έκθεση του ακινήτου. Εφόσον η επέκταση αυτή λαμβάνει χώρα επί συστατικών, που έχουν φυσική αυτοτέλεια, κατά μείζονα λόγο τούτο πρέπει να συμβαίνει επί της επικαρπίας, που αποτελεί σάρκα της κυριότητας. Με την ανωτέρω επέκταση δεν ωφελούνται αδικαιολογήτως οι δανειστές ή ο υπερθεματιστής εις βάρος του οφειλέτη. Οι δανειστές προβαίνουν στην κατάσχεση της ψιλής κυριότητας και οι πλειοδότες, προτιθέμενοι να πλειοδοτήσουν κατά τον πλειστηριασμό, υπολογίζουν πρωτίστων επί της αποσβέσεως της επικαρπίας, από την οποία αποξενώθηκε ήδη με την κατάσχεση ο οφειλέτης, μη δυνάμενος να μεταβιβάσει αυτήν σε τρίτο ή να συστήσει νέα (αρθ. 997 ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια, ούτε καν για σύγκρουση εκατέρωθεν συμφερόντων είναι δυνατόν να γίνει λόγος (ΑΠ 1657/2001, ΕφΘεσ 418/2010, ΕφΑθ 9371/2001, Μπρίνιας: Αναγκ. Εκτελ. Παρ 498α.
O ανακόπτων, καθ’ ού η εκτέλεση, επικαλούμενος έννομο συμφέρον ζητά να διορθωθεί η υπ’ αριθμ. 1871/2.7.2014 αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου και η υπ’ αριθμ. 1925/2015 Β’ επαναληπτική περίληψη αυτής, που συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Λαμίας Δημήτριος Μαγγίπας, δυνάμει της οποίας εκτίθεται σε αναγκαστικό δημόσιο πλειστηριασμό, την 20.1.2016, το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας επί της αναφερόμενης σ’ αυτήν, ακίνητης περιουσίας του, με επίσπευση του καθ’ου η ανακοπή, επειδή, όπως ισχυρίζεται, η αξία του κατασχεθέντος είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που αναφέρεται στην ως άνω έκθεση, δεδομένου ότι, μετά την κατάσχεση του δικαιώματος της ψιλής κυριότητας που εκτίθεται σε πλειστηριασμό, έχει επέλθει υποστροφή της επικαρπίας λόγω θανάτου της επικαρπώτριας μητέρας του και ως εκ τούτου ο υπερθεματιστής θα αποκτήσει δικαιώματα πλήρους κυριότητας επί του εκπλειστηριασθέντος.

H ανακοπή, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (καθόσον η επιταγή προς εκτέλεση επιδόθηκε στον ανακόπτοντα πριν την 1.1.2016 και συγκεκριμένα επιδόθηκε την 27.5.2014, άρθρο 9 παρ.3 του ν.4335/2015) αρμοδίως καθ’ύλην και κατά τόπο φέρεται για να δικασθεί από το Δικαστήριο αυτό, με την προκείμενη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 954§4 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η παράλειψη αναγραφής στο δικόγραφο της ανακοπής, των στοιχείων που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 118ΚΠολΔ (όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το Ν.4335/2015), ήτοι ΑΦΜ και Δ.Ο.Υ. ανακόπτοντος καθώς και διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του πληρεξούσιου δικηγόρου, δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, εφόσον στην ως άνω διάταξη, δεν ορίζεται καμία δικονομική συνέπεια σε περίπτωση μη αναγραφής των ανωτέρω στοιχείων, τα οποία δύνανται να συμπληρωθούν εκ των υστέρων, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού του καθ’ου. Επομένως, πρέπει η ανακοπή να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου