Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #αίτηση ακύρωσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #αίτηση ακύρωσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2018

Πράξεις κύρωσης δασικών χαρτών: Εμπρόθεσμο αιτήσεως ακυρώσεως – Παραδεκτό λόγων [ΣτΕ Ε΄ Τμ. 1810/2018 επταμ.]


Κατά την έννοια του άρθρου 17 παρ. 4 του ν. 3889/2010, το οποίο επιτρέπει την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά των αποφάσεων κύρωσης δασικών χαρτών κατά το μη αμφισβητηθέν με αντιρρήσεις μέρος τους, ερμηνευομένου σε συνδυασμό με το άρθρο 14 του ίδιου νόμου, που προβλέπει διατυπώσεις ευρείας δημοσιότητας για την ανάρτηση των δασικών χαρτών προτού αυτοί κυρωθούν, ώστε να ασκηθούν εντός συγκεκριμένης προθεσμίας αντιρρήσεις κατά του περιεχομένου τους, οι ενδιαφερόμενοι τεκμαίρεται ότι γνωρίζουν την ανάρτηση των δασικών χαρτών και, επομένως, την επικείμενη κύρωσή τους κατά το μέρος που δεν θα αποτελέσει αντικείμενο αντιρρήσεων, ήδη από την ολοκλήρωση των ανωτέρω διατυπώσεων δημοσιότητας.
Ως εκ τούτου, η προθεσμία ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως κατά της κύρωσης του μη αμφισβητηθέντος με αντιρρήσεις δασικού χάρτη, η κατάρτιση και ανάρτηση του οποίου είναι γνωστή στον ενδιαφερόμενο, λόγω της προηγηθείσης δημοσιότητας, κινείται από τη δημοσίευση της κυρωτικής απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δεδομένου, μάλιστα, ότι ο χάρτης αναφέρεται σε σημαντικού εμβαδού και ευρεία έκταση.
Δεν ασκεί δε επιρροή ότι το τμήμα της έκτασης στο οποίο αφορά η κάθε αίτηση ακυρώσεως είναι, ενδεχομένως, μικρό και εντοπισμένο.
Άλλως έχει το ζήτημα στην περίπτωση που οι διατυπώσεις δημοσιότητας της ανάρτησης των δασικών χαρτών δεν έχουν τηρηθεί ή υπήρξαν ελλιπείς ή μη προσήκουσες, οπότε δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί τεκμήριο πλήρους γνώσης του περιεχομένου των χαρτών και να κινηθεί η προθεσμία άσκησης αντιρρήσεων.
Άλλως, επίσης, έχει το ζήτημα όταν εκτάσεις εμπίπτουσες σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεως ή πολεοδομικές μελέτες ως δομήσιμες, οπότε ο ενδιαφερόμενος, γνωρίζοντας ότι το ακίνητό του ευρίσκεται εντός πολεοδομημένης περιοχής, ευλόγως δεν επιδεικνύει ενδιαφέρον για το περιεχόμενο του δασικού χάρτη, περιλαμβάνονται εν τούτοις στο χάρτη ως δασικές, όταν, δηλαδή, και ο νομοθέτης θεωρεί περιττή την υποβολή αντιρρήσεων.
Σε αμφότερες τις εν λόγω περιπτώσεις η προθεσμία ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως κατά της κύρωσης του δασικού χάρτη (άρθρο 17) δεν κινείται από τη δημοσίευση της κυρωτικής απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αλλά από τη γνώση της εκ μέρους του ενδιαφερομένου
(Β) Η νομοθετική πρόβλεψη σταδίου αντιρρήσεων κατά του αναρτηθέντος δασικού χάρτη, ο οποίος καλύπτει ευρεία περιοχή και καταλαμβάνει ήδη (άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 3889/2010, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 153 παρ. Α’ του ν. 4389/2016), ως τεχνική και διοικητική μονάδα κατάρτισης, ολόκληρη τοπική ή δημοτική ενότητα (ν. 3852/2010), αποσκοπεί στην παροχή προς κάθε ενδιαφερόμενο της ευχέρειας να προβάλει ενώπιον ειδικώς κατεστημένου οργάνου ειδικούς ισχυρισμούς για την αμφισβήτηση του δασικού χαρακτήρα συγκεκριμένου τμήματος της χαρτογραφηθείσης περιοχής, συνοδευόμενους από τα αναγκαία για την υποστήριξή τους στοιχεία, προκειμένου οι ισχυρισμοί αυτοί να αξιολογηθούν από το εν λόγω όργανο, που διαθέτει τις αναγκαίες για το σκοπό αυτό τεχνικές γνώσεις και δεξιότητες, αλλά και μέσα (αναλογικά και ψηφιακά αντίγραφα δασικών χαρτών, ορθοφωτοχάρτες, αεροφωτογραφίες και αεροφωτογραφικές αναφορές κ.λπ.).
Εάν οι εν λόγω αντιρρήσεις, με τις οποίες είναι, βεβαίως, δυνατή η προβολή και τεχνικής φύσεως ισχυρισμών, ασκηθούν και απορριφθούν, η νομιμότητα της απόρριψής τους μπορεί να αμφισβητείται με αίτηση ακυρώσεως κατά της κύρωσης του δασικού χάρτη που θα διενεργηθεί κατά το άρθρο 19 του ν. 3889/2010, αφού η άσκηση αντιρρήσεων δεν επιτρέπει να συμπεριληφθούν οι αμφισβητούμενες εκτάσεις στο δασικό χάρτη που κυρώνεται κατά το άρθρο 17.
Αντικείμενο ελέγχου, στην περίπτωση αυτή, μπορεί να είναι η αιτιολογία απορρίψεως των εν λόγω ισχυρισμών, η οποία θα προκύπτει, μεταξύ άλλων, από το διοικητικό φάκελο που θα έχει σχηματισθεί κατά την εξέταση των αντιρρήσεων.
Εάν, αντιθέτως, ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος τεκμαίρεται, κατά τα προαναφερόμενα, ότι τελεί σε γνώση της ανάρτησης του δασικού χάρτη και της δυνατότητας άσκησης αντιρρήσεων κατ’ αυτού, επιλέξει να μην τις ασκήσει, με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη έκταση που τον αφορά, να συμπεριληφθεί στην απόφαση κύρωσης του δασικού χάρτη κατά το άρθρο 17 του ν. 3889/2010, δικαιούται, μεν, να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως κατά της απόφασης αυτής, με αυτήν, όμως, δεν είναι επιτρεπτή, από τη φύση του ακυρωτικού δικαστικού ελέγχου, η προβολή λόγων ακυρώσεως κατ’ επίκληση στοιχείων τεχνικής φύσεως σχετικών με τη βλάστηση της έκτασης, τα οποία θα μπορούσαν να είχαν υποβληθεί ενώπιον του αρμοδίου για την εξέταση των αντιρρήσεων διοικητικού οργάνου και να αξιολογηθούν από αυτό, τέτοιοι δε λόγοι ακυρώσεως είναι, ιδίως, οι προβαλλόμενοι κατ’ επίκληση εκθέσεων φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών κ.λπ.
Έχοντας την έννοια αυτή, οι ως άνω διατάξεις δεν καταλείπουν κενό δικαστικής προστασίας, διότι η αιτιολογία της τυχόν απορρίψεως των σχετικών λόγων από την οικεία Επιτροπή, εφόσον, βεβαίως, είχαν ασκηθεί οι προβλεπόμενες αντιρρήσεις, θα μπορούσε να αποτελέσει περιεχόμενο παραδεκτού λόγου ακυρώσεως, εξεταστέου κατ’  ουσία.
Κατά συνέπεια, οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους αμφισβητείται ευθέως ο δασικός χαρακτήρας του ακινήτου της αιτούσας κατ’ επίκληση ιδιωτικών εκθέσεων τεχνικού χαρακτήρα και εκθέσεων φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Δεν ασκεί, εξάλλου, επιρροή το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη με τη δεύτερη αίτηση ακυρώσεως τροποποιητική της αρχικής κυρώσεως του δασικού χάρτη απόφαση, ως προς την οποία και μόνο η παρούσα δίκη διατηρεί το αντικείμενό της, δεν υπεβλήθη καθ’ εαυτή στη διαδικασία των αντιρρήσεων, διότι οι προβαλλόμενοι λόγοι που αμφισβητούν το δασικό χαρακτήρα της επίμαχης έκτασης δεν επικεντρώνονται στις επελθούσες με την προσβαλλόμενη τροποποιητική πράξη μεταβολές, η δε διαδικασία των αντιρρήσεων είχε τηρηθεί, χωρίς τη συμμετοχή της αιτούσας, ως προς την αρχική κύρωση, εν αναφορά προς το περιεχόμενο της οποίας προβάλλονται οι συγκεκριμένοι λόγοι.
Πηγή: https://dasarxeio.com

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

"Νέα ενδιαφέροντα δημοσιολογικά ζητήματα μέσα από την επιβεβαίωση μίας παγιωμένης νομολογίας – Σχόλιο στην ΟλΣτΕ 2787/2015" [του Χαράλαμπου Μ. Τσιλιώτη, Επίκουρου Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Δ.Ν. – Δικηγόρου]

[αναδημοσίευση από την ΘΠΔΔ 2015, σελ. 649-656] * Η εν λόγω απόφαση της Ολομελείας του ΣτΕ, αν και δεν πρωτοτύπησε στο διατακτικό της και εν πολλοίς στο σκεπτικό της, σίγουρα χαρακτηρίζεται από μοναδικότητα ως προς το αντικείμενο που εξέτασε, τον τρόπο και κυρίως τον χρόνο διεξαγωγής της δίκης, μόλις εντός δύο ημερών από τον ορισμό δικασίμου, καθώς και τον χρόνο έκδοσης της απόφασης (εντός της ιδίας ημέρας συζήτησης της ένδικης αίτησης ακύρωσης). Βέβαια «πρωτότυπος» ήταν και ο τρόπος και κυρίως ο χρόνος διεξαγωγής του δημοψηφίσματος της 5 Ιουλίου 2015, το οποίο διεξήχθη για πρώτη φορά υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1975, όπως αυτό αναθεωρήθηκε και ισχύει, εντός έξι ημερολογιακών και πέντε εργασίμων ημερών από την προκήρυξή του με το ΠΔ 38/2015, κάτι πρωτοφανές ίσως για τα παγκόσμια χρονικά.*
—————————————–
1. Εισαγωγή – Θέση του προβλήματος
Η εν λόγω απόφαση της Ολομελείας του ΣτΕ, αν και δεν πρωτοτύπησε στο διατακτικό της και εν πολλοίς στο σκεπτικό της, σίγουρα χαρακτηρίζεται από μοναδικότητα ως προς το αντικείμενο που εξέτασε, τον τρόπο και κυρίως τον χρόνο διεξαγωγής της δίκης, μόλις εντός δύο ημερών από τον ορισμό δικασίμου, καθώς και τον χρόνο έκδοσης της απόφασης (εντός της ιδίας ημέρας συζήτησης της ένδικης αίτησης ακύρωσης). Βέβαια «πρωτότυπος» ήταν και ο τρόπος και κυρίως ο χρόνος διεξαγωγής του δημοψηφίσματος της 5 Ιουλίου 2015, το οποίο διεξήχθη για πρώτη φορά υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1975, όπως αυτό αναθεωρήθηκε και ισχύει, εντός έξι ημερολογιακών και πέντε εργασίμων ημερών από την προκήρυξή του με το ΠΔ 38/2015, κάτι πρωτοφανές ίσως για τα παγκόσμια χρονικά[1].
Αναγκαστικά, λοιπόν, το ΣτΕ ακολούθησε τον ρυθμό της Κυβέρνησης και με βάση τα άρθρα 14 παρ. 2 εδ. α΄, 20 και 21 ΠΔ 18/1989, ο προεδρεύων του Δικαστηρίου, αρχαιότερος Αντιπρόεδρος αυτού, Ν. Σακελλαρίου, ελλείποντος Προέδρου, συγκάλεσε σε συνεδρίαση την Ολομέλεια εντός του ως άνω βραχύτατου χρονικού διαστήματος, για να μην επιτρέψει να πλανάται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο άφησε αναπάντητο το ερώτημα ως προς τον έλεγχο της συνταγματικότητας και νομιμότητας του ΠΔ 38/2015, με το οποίο προκηρύχθηκε το δημοψήφισμα.
Βέβαια, εν τέλει το Δικαστήριο δεν πήρε θέση επί της ουσίας του ζητήματος, ακολουθώντας παγιωμένη επί σειρά δεκαετιών νομολογία του περί του απροσβλήτου με αίτηση ακυρώσεως κυβερνητικών πράξεων δυνάμει του άρθρου 45 παρ. 5 ΠΔ 18/1989 με την εξής καταλυτική παραδοχή ότι «… το προσβαλλόμενο διάταγμα, εκδοθέν βάσει του άρθρου 44 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως και η προσβαλλόμενη πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, αφορούν την προκήρυξη δημοψηφίσματος και συνιστούν, ως εκ τούτου, κυβερνητικές πράξεις αναγόμενες στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 5 του π.δ. 18/1989. Επομένως, οι πράξεις αυτές δεν υπόκεινται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας και, συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη»[2]. Το Δικαστήριο κλήθηκε για πρώτη φορά να εξετάσει αίτηση ακυρώσεως κατά του Διατάγματος προκήρυξης δημοψηφίσματος. Παρεμφερής, όμως, και ανάλογη είναι η περίπτωση των Προεδρικών Διαταγμάτων διάλυσης της Βουλής, προκήρυξης εκλογών και σύγκλησης νέας Βουλής, αιτήσεις ακυρώσεως κατά των οποίων το ΣτΕ εξέτασε σε πλείονες περιπτώσεις στο παρελθόν, απορρίπτοντάς τες όλες με το σταθερό επιχείρημα ότι τα Διατάγματα αυτά φέρουν τον χαρακτήρα κατ’ εξοχήν κυβερνητικής πράξεως που ανάγεται στην διαχείριση της πολιτικής εξουσίας, μη υποκείμενα, λόγω της φύσεώς τους αυτής, στον έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας[3].
Στην προκείμενη περίπτωση της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος το Δικαστήριο δεν αρκείται στην παραπάνω παραδοχή, την οποία επαναλαμβάνει με την ίδια διατύπωση αλλά προχωρεί και σε μία επάλληλη παραδοχή για να καταφάσει το απαράδεκτο της ένδικης αιτήσεως ότι «… σε κάθε περίπτωση, ο έλεγχος του κύρους και των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1 στοιχ. β΄ του Συντάγματος, στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου»[4]Με την επάλληλη αυτή παραδοχή το Δικαστήριο κάνει ένα βήμα περαιτέρω σε σχέση με την παλαιότερη νομολογία του ως προς το Διάταγμα διάλυσης της Βουλής και σε αντίθεση με τις προηγούμενες αποφάσεις αρνείται εν τέλει την δικαιοδοσία και αρμοδιότητά του, θεωρώντας ότι πέραν του μη εκτελεστού χαρακτήρα και γι αυτό μη υποκείμενου σε αίτηση ακυρώσεως κατ’ άρθρο 45 παρ. 5 ΠΔ 18/1989 του Προεδρικού Διατάγματος προκήρυξης δημοψηφίσματος, για την προκείμενη διαφορά υπάρχει δικαιοδοσία και αρμοδιότητα του ΑΕΔ σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1 περ. β΄ Σ, η οποία αποκλείει την δική του δικαιοδοσία.