Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2016

«Η υποχρέωση συμμόρφωσης της ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ προς ακυρωτική απόφαση του ΣτΕ ή του διοικητικού Εφετείου» [του ΑΝΤΩΝΗ Π. ΑΡΓΥΡΟΥ, Δικηγόρου]


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ : «Η  υποχρέωση συμμόρφωσης της ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ  προς ακυρωτική απόφαση του ΣτΕ ή του διοικητικού Εφετείου».


ΙΣΤΟΡΙΚΟ:
1.-Με το από (*** )διαβιβαστικό της Γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), κοινοποιήθηκε (***) επίσημο αντίγραφο της υπ’ αρ. Απόφασης (***) αμετάκλητης απόφασης του ΣτΕ  και η Διοίκηση: α) αρνείται να συμμορφωθεί σ’ αυτήν με διάφορες  προφάσεις και δικαιολογίες και β) να ανακαλέσει τις σε εκτέλεση της ακυρωθείσης ** διοικητικής πράξεως εκδοθείσες διοικητικές αποφάσεις. (***)

II. Εφαρμοστέες διατάξεις:
1.-Η υποχρέωση συμμόρφωσης[1] της διοίκησης (****) προς τις δικαστικές αποφάσεις συνιστά θεμελιώδη πτυχή και έκφραση της αρχής του κράτους δικαίου και αποτελεί Συνταγματική επιταγή (άρθρο 95, παρ. 5 του Συντάγματος): «η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της  διοίκησης».
2.- Σύμφωνα με το άρθρο 50 παρ. 4 του Προεδρικού Διάταγματος  18/1989 - ΦΕΚ 8/9-1-1989 για το ΣτΕ, οι Διοικητικές Αρχές, σε υποχρέωση τους κατά το άρθρο 95, παρ. 5 του Συντάγματος, πρέπει να συμμορφώνονται με θετική ενέργεια προς το περιεχόμενο των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας και των διοικητικών Εφετείων. Σύμφωνα με το άρθρο 50 παρ. 5 του Π.Δ. 18/1989 : «Οι αποφάσεις της Ολομελείας, ακυρωτικές και απορριπτικές, καθώς και των Τμημάτων, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε από το Συμβούλιο.»
3.- Στο άρθρο 1 του Ν.3068/2002 «Συμμόρφωση Διοίκησης προς δικαστικές αποφάσεις κλπ» (ΦΕΚ Α΄ 274), όπως ισχύει, μεταξύ άλλων, ορίζεται: «Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει ».
Στο άρθρο 2, του ίδιου νόμου ορίζεται: «1. Η αρμοδιότητα για τη λήψη των προβλεπόμενων στο άρθρο 3 μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις ανατίθεται σε τριμελές συμβούλιο: α) του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, αν πρόκειται για αποφάσεις αυτού, β) του Συμβουλίου της Επικρατείας, αν πρόκειται για αποφάσεις του δικαστηρίου αυτού, (των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και των λοιπών ειδικών δικαστηρίων......» .
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Ν. 3068/2002, η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο νόμο ή η προτροπή σε μη εκπλήρωση συνιστά ιδιαίτερο πειθαρχικό παράπτωμα για κάθε αρμόδιο υπάλληλο, η δε άσκηση κατά το άρθρο αυτό πειθαρχικής δίωξης, προκαλείται και με τη διαβίβαση στο αρμόδιο πειθαρχικό όργανο των σχετικών στοιχείων από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου του προαναφερθέντος νόμου.
4.-. Οι παραβάτες, εκτός από την δίωξη[2] του άρθρου 259 ΠΚ[3] (παράβαση καθήκοντος) υπέχουν και προσωπική ευθύνη για αποζημίωση.
5.-Δικαίωμα αποζημιώσεως, μπορεί να ζητηθεί άλλωστε σύμφωνα με τις διατάξεις του ΕισΝΑΚ 105-106[4].-
6.- Με το π.δ. 61/2004 (φ. 54), που εξεδόθη κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 8 του ως άνω ν. 3068/2002.θεσπίσθηκε διαδικασία ελέγχου της συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις. Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι η τυχόν άρνηση της Διοίκησης να προβεί στις σχετικές ενέργειες, συμμορφούμενη προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, συνεπάγεται την εφαρμογή της διαδικασίας και τη λήψη μέτρων και κυρώσεων που προβλέπονται ειδικώς από το νόμο με τις προαναφερόμενες διατάξεις. Η άρνηση δε αυτή της Διοίκησης δεν συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 4 του π.δ. 18/1989, και δεν υπόκειται σε προσβολή για ακύρωση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας[5].
7.-. Με το άρθρο 22 του ν. 4274/2014 (Α΄ 147) προστέθηκαν παράγραφοι 3α, 3β και 3γ στο άρθρο 50 του π.δ. 18/1989, ως εξής: «3α. Το δικαστήριο, αν άγεται σε ακύρωση της διοικητικής πράξης που προσβλήθηκε με αίτηση ακυρώσεως λόγω πλημμέλειας που μπορεί να καλυφθεί εκ των υστέρων και εφόσον κρίνει, ενόψει της φύσης της πλημμέλειας, και της επίδρασής της στο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης πράξης, ότι η ακύρωση της πράξης δεν είναι αναγκαία για την αποκατάσταση της νομιμότητας και για τη διασφάλιση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, καθώς και σε περίπτωση παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας του αιτούντος, μπορεί, κατ’ εκτίμηση και των εννόμων συμφερόντων των διαδίκων, να εκδώσει προδικαστική απόφαση, η οποία κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους, και να ζητήσει από την αρμόδια υπηρεσία είτε να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια ώστε να αρθεί η πλημμέλεια είτε να εκπληρώσει την οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια τάσσοντας προς τούτο αποκλειστική εύλογη προθεσμία, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα μήνα ούτε μεγαλύτερη από τρεις μήνες. Κανένα στοιχείο δεν λαμβάνεται υπόψη αν προσκομισθεί μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής. Μετά την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας και εντός δεκαπενθημέρου, οι λοιποί διάδικοι δύνανται να καταθέσουν υπόμνημα με τους ισχυρισμούς τους επί των ενεργειών της Διοίκησης και των στοιχείων που αυτή προσκόμισε. Σε περίπτωση εφαρμογής των οριζόμενων στα προηγούμενα εδάφια, η δημοσίευση της προδικαστικής απόφασης συνεπάγεται την αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης, κατά το μέρος που δεν έχει εκτελεστεί έως τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης. 3β. Σε περίπτωση αιτήσεως ακυρώσεως που στρέφεται κατά διοικητικής πράξης, το δικαστήριο, σταθμίζοντας τις πραγματικές καταστάσεις που έχουν δημιουργηθεί κατά το χρόνο εφαρμογής της, ιδίως δε υπέρ των καλόπιστων διοικουμένων, καθώς και το δημόσιο συμφέρον, μπορεί να ορίσει ότι τα αποτελέσματα της ακυρώσεως ανατρέχουν σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο του χρόνου έναρξης της ισχύος της και σε κάθε περίπτωση προγενέστερο του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης. 3γ. Η διαπίστωση παρανομίας της κανονιστικής πράξης κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχό της, για λόγους αναγόμενους στην αρμοδιότητα του εκδόντος την απόφαση οργάνου και σε παράβαση ουσιώδους τύπου είναι δυνατόν να μην οδηγήσει σε ακύρωση ατομικής πράξης, εφόσον, κατά την κρίση του δικαστηρίου, έχει παρέλθει μακρό, ανάλογα με τις περιστάσεις, χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος της κανονιστικής πράξης που ελέγχεται παρεμπιπτόντως και οι συνέπειες της παρανομίας της σε βάρος της ατομικής πράξης μπορεί να κλονίσουν την ασφάλεια του δικαίου. 3δ...».

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΡΥΘΜΙΣΕΩΣ[6]:
 «Κοινό τόπο των ρυθμίσεων αυτών αποτελεί η νομοθετική επιδίωξη για διεύρυνση των εξουσιών του ακυρωτικού δικαστή, πέραν της κατά κανόνα ισχύουσας αναδρομικής ακύρωσης της παράνομης διοικητικής πράξης ή παράλειψης. Συγκεκριμένα, με την παράγραφο 3α παρέχεται η δυνατότητα εκ των υστέρων καλύψεως πλημμελειών της προσβαλλόμενης πράξης ή εκπλήρωσης της οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας. Με την παράγραφο 3β παρέχεται η δυνατότητα στον ακυρωτικό δικαστή να περιορίσει την αναδρομικότητα των ακυρωτικών αποτελεσμάτων και να ορίσει μεταγενέστερο χρονικό σημείο έναρξης αυτών. Με την παράγραφο 3γ ορίζεται ότι η διαπίστωση τυπικών λόγων παρανομίας κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχο κανονιστικής πράξης δεν άγει αναγκαίως σε ακύρωση της επ’ αυτής ερειδόμενης ατομικής. Οι ρυθμίσεις αυτές αποδίδουν, σε επίπεδο νόμου, δυνατότητες που έχει το Δικαστήριο, κατ’ ορθή ερμηνεία, απευθείας από τη μνημονευθείσα συνταγματική διάταξη (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1422/2013, 1941/2013). Κατ’ ακολουθίαν τούτου, το Δικαστήριο έχει τη συνταγματική ευχέρεια να αποκλίνει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, από τις ειδικότερες ρυθμίσεις των ως άνω δικονομικών διατάξεων. Ειδικότερα, η ρύθμιση της περίπτωσης της παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας στην παράγραφο 3α, ερμηνευόμενη εν όψει της ένταξής της στην παράγραφο αυτή και της διαδικασίας που διαγράφει (έκδοση προδικαστικής απόφασης, προθεσμία ενέργειας για τη Διοίκηση, υποβολή υπομνήματος των λοιπών διαδίκων μετά την πάροδο της προθεσμίας, νέα συζήτηση της υπόθεσης προς έκδοση της εν τέλει οριστικής απόφασης), παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο, αφού εκτιμήσει τις συνθήκες της υπόθεσης και σταθμίσει αφ’ ενός τα έννομα συμφέροντα των λοιπών πλην της Διοίκησης διαδίκων και αφ’ ετέρου το δημόσιο συμφέρον, να διαπιστώσει, με οριστική κατά τούτο κρίση, την παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, να εκδώσει προδικαστική απόφαση και να τάξει εύλογη προθεσμία στη Διοίκηση, προκειμένου αυτή να προβεί στην οφειλόμενη ενέργεια. Στην περίπτωση αυτή, η συμμόρφωση της Διοίκησης μέσα στην ταχθείσα προθεσμία δεν απαιτείται, σύμφωνα πάντα με ειδική κρίση του Δικαστηρίου, να αναδράμει στο χρόνο συντέλεσης της παράλειψης, αλλά μπορεί να αφορά μόνο το μέλλον. Εξ άλλου, το Δικαστήριο μπορεί να τάξει μεγαλύτερη εύλογη προθεσμία στη Διοίκηση στην εξαιρετική περίπτωση που, εκτιμώντας τις συνθήκες, κρίνει ότι το τρίμηνο δεν αποτελεί επαρκές χρονικό διάστημα για την εκπλήρωση της οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας.»

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2016

ΑΠ 939/2014 : Ενδεχόμενος δόλος. "Ο κατηγορούμενος τέλεσε την ανθρωποκτονία εις βάρος του ανηλίκου J. C., με ενδεχόμενο δόλο, ήτοι ο κατηγορούμενος γνώριζε εκείνη την στιγμή, δεδομένης της μικρής ηλικίας του παιδιού (2,5 ετών), της έντασης των κτυπημάτων, του αριθμού τους, καθώς και του ιδιαίτερα ευπαθούς σημείου του σώματος του ανηλίκου που κυρίως έπληττε, ότι υπήρχε υψηλός βαθμός πιθανότητας (ενδεχόμενο) να επέλθει ο θάνατος του, αλλά αυτός κατά την κρίσιμη χρονική στιγμή, δεν απώθησε από τη συνείδηση του την παράσταση του ανωτέρω εγκληματικού αποτελέσματος και έτσι το επιδοκίμασε, αποδεχόμενος το ενδεχόμενο αυτό, το δε θύμα, λόγω της μικρής του ηλικίας, ήταν ανήμπορο να αντιδράσει στα κτυπήματα που δεχόταν και να προστατεύσει τον εαυτό του"


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ 


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Πέππα - Εισηγητή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του ΑΜ-Τ, για αναίρεση της 495, 496, 504/2013 και 23/2014 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. 
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Απριλίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 481/14.
Αφού άκουσε 
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης 


ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, ως άγνωστης διαμονής, θεωρείται, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για την δικαστική - εισαγγελική αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν είναι γνωστή σε τρίτους, όπως ακόμη και σε άλλη εισαγγελική ή αστυνομική αρχή, διότι το όργανο που έλαβε την εντολή να ενεργήσει την επίδοση, δεν έχει υποχρέωση να προσφύγει σε αυτές ή σε άλλες τυχόν πηγές πληροφοριών για να ανακαλύψει τη νέα διαμονή του αποδέκτη του εγγράφου και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται, ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση, στον τόπο της κατοικίας του αποδέκτη της επίδοσης, των αναφερόμενων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. δ του ΚΠΔ προσώπων, προς τον Δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο Δήμαρχος της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη. Τόπος δε κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή, και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση (ΑΠ 367/13). Η έννοια της κατοικίας, και κατά την ποινική δικονομία, είναι εκείνη που προβλέπεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρο 51 εδάφ. α ΑΚ), δηλαδή ο τόπος της κύριας και μόνιμης εγκατάστασης του προσώπου, που αποτελεί το κέντρο των βιοτικών, επαγγελματικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων του. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 123 παρ. 1 του ΚΠΔ, για εγκλήματα που διαπράχθηκαν στο εξωτερικό, τιμωρούνται όμως στην Ελλάδα (κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 7, 8, 9 ΠΚ), η αρμοδιότητα ορίζεται διαδοχικά από τον τόπο της κατοικίας στην Ελλάδα ή της προσωρινής διαμονής ή της σύλληψης ή της παράδοσης του κατηγορουμένου. Αν ο τόπος αυτός δεν είναι γνωστός, ή αν ο κατηγορούμενος δεν κατοίκησε, ή δεν είχε ποτέ τη διαμονή του στην Ελλάδα, ή δεν έχει συλληφθεί ... αρμόδιο είναι το δικαστήριο της πρωτεύουσας.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο, χωρίς να διαλάβει στην απόφαση του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 139 ΚΠΔ και 93 παρ. 3 του Συντάγματος ειδική αιτιολογία, απέρριψε τον νομίμως προβληθέντα από τους συνηγόρους του αναιρεσείοντος αυτοτελή ισχυρισμό, περί εξάλειψης του αξιοποίνου της διωκόμενης πράξης (ανθρωποκτονίας από πρόθεση), λόγω παραγραφής, καθόσον ακύρως είχε επιδοθεί σ' αυτόν, ως αγνώστου διαμονής, το παραπεμπτικό βούλευμα, στη συνέχεια του οποίου εκδόθηκε η περί αναστολής της διαδικασίας σχετική διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών, κατ' άρθρο 432 παρ.1 ΚΠΔ. Από την επιτρεπτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των ενσωματωμένων στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικών, προκύπτει ότι, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας κι αφού προηγήθηκε η απόρριψη της ενστάσεως περί τοπικής αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου, οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος κατέθεσαν γραπτώς και ανέπτυξαν προφορικά τον προειρημένο αυτοτελή ισχυρισμό. Προς στοιχειοθέτηση δε τούτου ισχυρίστηκαν, ότι: ι) δεν υπάρχει στη δικογραφία βεβαίωση ότι ο κατηγορούμενος στο χρόνο των επιδόσεων ήταν άγνωστης διαμονής, 2) δεν του επιδόθηκε ποτέ το παραπεμπτικό βούλευμα, αλλά μόνον απόσπασμα αυτού (αιτιάσεις που δεν επαναφέρονται με την αναίρεση) και 3) δεν υπάρχει βεβαίωση, στο χρόνο της επιδόσεως, περί του ότι δεν υφίστανται τα πρόσωπα της σειράς του άρθρου 156 ΚΠΔ. Ακολούθως, αφού ο Εισαγγελέας πρότεινε την απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού και οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος, αναφερθέντες στο περιεχόμενο του, δήλωσαν ότι εμμένουν στην αποδοχή του, το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, με την εξής αιτιολογία: "Ως προς την ένσταση ακυρότητας της επίδοσης του 3072/1998 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και εντεύθεν μη επέλευση της αναστολής, κατ' άρθρο 113 ΠΚ, με την 62/1998 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, που εκδόθηκε, στην συνέχεια, κατ' άρθρο 432 παρ.1 ΚΠΔ, και κατά συνέπεια παραγραφής της υποθέσεως λόγω παρόδου 2θετίας από την τέλεσή της ως προς το πρώτο σκέλος, λεκτέα τα ακόλουθα: Η επίδοση του 3072/21.7.1998 παραπεμπτικού Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών έγινε νομότυπα, ως αγνώστου διαμονής, στην Αθήνα, με το από 12.8.1998 αποδεικτικό επίδοσης βουλεύματος της Επιμελήτριας Δικαστηρίων ..., το οποίο αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, στον Δήμαρχο Αθηναίων και παρελήφθη από την αρμόδια προς τούτο δημοτική υπάλληλο ... . Και τούτο διότι, όπως εκτέθηκε λεπτομερώς ανωτέρω στο σκεπτικό της απόρριψης κατά τόπον αναρμοδιότητας των δικαστηρίων της πρωτεύουσας, ο κατηγορούμενος εστερείτο παντάπασιν κατοικίας στην Ελλάδα και, ειδικότερα, στο ..., με την έννοια του άρθρου 51AK, η οποία δεν ταυτίζεται απλά με την "οικία", δηλαδή του νομικού δεσμού του προς ορισμένη εδαφική περιοχή (εδώ ...), η οποία καθίσταται κατ' αυτόν τον τρόπο αφενός μεν συνδετικό στοιχείο των νομικών σχέσεων του αφετέρου δε στοιχείο εξατομικεύσεως αυτού και δικονομικά προσήκουσα για τις επιδόσεις, δηλαδή, όπου αυτός διημερεύει και κυρίως διανυκτερεύει με σταθερότητα και η διαμονή του ήταν άγνωστη, αν και ως προελέχθη, καταβλήθηκε από τις αρμόδιες Εισαγγελικές Αρχές Θεσσαλονίκης και Αθηνών η δέουσα επιμέλεια για τον εντοπισμό της κατοικίας ή διαμονής του, προκειμένου να κλητευθεί, ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να συμμετέχει αυτοπροσώπως ή εκπροσωπούμενος από δικηγόρο στην εις βάρος του διαδικασία. Επομένως, η ως άνω επίδοση είναι καθόλα έγκυρη, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν κατοίκησε και δεν είχε την διαμονή του στην Ελλάδα, γενόμενη ως αγνώστου διαμονής στην Αθήνα ως πρωτεύουσας του αρμόδιου κατά τόπον δικαστηρίου, κατ' άρθρο 123 παρ.1 ΚΠΔ και ως εκ περισσού επαναλήφθηκε η επίδοση στο ... στις 24.8.1998. Ακολούθως, με το από 248/28.7.1998 έγγραφο του Τμήματος Βουλευμάτων της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών προς το Α.Τ. Επανομής Θεσσαλονίκης, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, δόθηκε εισαγγελική παραγγελία προς επίδοση πλήρους αντιγράφου του ανωτέρω παραπεμπτικού βουλεύματος ...". Επίσης, στα πλαίσια απόρριψης της ενστάσεως του αναιρεσείοντος περί κατά τόπον αναρμοδιότητας του δικάσαντος ΜΟΕ Αθηνών και αναφορικά με την ύπαρξη γνωστής κατοικίας ή διαμονής του στην Ελλάδα, το Δικαστήριο, με την προηγηθείσα (496/13) παρεμπίπτουσα απόφαση του, είχε δεχτεί τα ακόλουθα: "... από την INTERPOL απεστάλη σήμα το έτος 1991 προς τις αρμόδιες ελληνικές αρχές, με πληροφορίες ότι ο κατηγορούμενος είχε παραπεμφθεί για να δικασθεί κατά τον ποινικό κώδικα της Πολιτείας του New Hampshire των ΗΠΑ, για την κακουργηματική πράξη της ανθρωποκτονίας δευτέρου βαθμού, πράξη την οποία εφέρετο ότι τέλεσε στις 18.11.1989 στην πολιτεία αυτή εις βάρος του αλλοδαπού ανηλίκου J. C. και ότι, ενώ η δίκη αυτή βρισκόταν σε εξέλιξη και αναμενόταν η έκδοση της ετυμηγορίας των ενόρκων, αυτός είχε διαφύγει από τις ΗΠΑ και διέμενε, πιθανώς, στον τόπο καταγωγής του στο ...



Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2016

ΚΥΑ 12205/2016: Παροχή νομικής συνδρομής σε αιτούντες διεθνή προστασία


Με κοινή απόφαση των υπουργών Εσωτερικών και Δικαιοσύνης ορίζονται η διαδικασία και όλες οι σχετικές λεπτομέρειες αναφορικά με την παροχή νομικής συνδρομής σε αιτούντες διεθνή προστασία.
Σύμφωνα με την Κοινή Υπουργική Απόφαση 12205/9.9.2016, στους αιτούντες διεθνή προστασία παρέχεται δωρεάν νομική συνδρομή στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας σε δεύτερο βαθμό σύμφωνα με τα άρθρα 61 και 62 του Ν. 4375/2016 (Α’ 51), η οποία χρηματοδοτείται χρηματοδοτούμενη από την Υπηρεσία Ασύλου.
Με τους ίδιους όρους παρέχεται νομική συνδρομή και στις διαδικασίες ενώπιον των Επιτροπών στο πλαίσιο εφαρμογής της παρ. 27 του άρθρου 80 του Ν. 4375/2016.
Η νομική συνδρομή περιλαμβάνει:
α. τη σύνταξη και κατάθεση προσφυγής, εφόσον δεν έχει ήδη ασκηθεί,
β. την παράσταση ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής Προσφυγών, εφόσον ο αιτών κληθεί σε προφορική ακρόαση,
γ. τη σύνταξη και κατάθεση υπομνήματος και κάθε άλλου απαιτούμενου εγγράφου ή στοιχείου και
δ. την πραγματοποίηση συσκέψεων με τον αιτούντα για την κατάλληλη προετοιμασία της υπόθεσης του.
Προς το σκοπό της παροχής νομικής συνδρομής σε αιτούντες διεθνή προστασία, στην Υπηρεσία Ασύλου, τηρείται Μητρώο Δικηγόρων στο οποίο εγγράφονται δικηγόροι οι οποίοι πληρούν μία σειρά από προϋποθέσεις, έπειτα και από γραπτές εξετάσεις.
Η βαθμολόγηση των γραπτών και η επιλογή διενεργείται από τριμελή Επιτροπή, η οποία συγκροτείται από έναν υπάλληλο της Υπηρεσίας Ασύλου, κατηγορίας ΠΕ με πτυχίο νομικής, ο οποίος ορίζεται από το Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου, και ασκεί τα καθήκοντα του Προέδρου, έναν εκπρόσωπο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και έναν εκπρόσωπο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, ως μέλη.
Ως προς την αμοιβή των δικηγόρων, αυτή ορίζεται σε ογδόντα (80) ευρώ πλέον ΦΠΑ ανά υπόθεση (ατομικό φάκελο αίτησης διεθνούς προστασίας) και καταβάλλεται από την Υπηρεσία Ασύλου.
Τέλος, η υπουργική απόφαση προβλέπει μία σειρά υποχρεώσεων για τους δικηγόρους, όπως η τήρηση του απορρήτου, η συμμετοχή σε εκπαιδευτικά προγράμματα και άλλες.

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2016

ΕιρΑθ 771/2016 : "Υπερχρεωμένα νοικοκυριά - Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων - Χρέη προς ασφαλιστικούς φορείς – Εξαίρεση ΟΑΕΕ - Αντισυνταγματικότητα ρύθμισης"


Αντισυνταγματική η υπαγωγή των ασφαλιστικών οργανισμών στο άρθρο 1§2β του Ν. 3869/2010 διότι αντίκειται στο άρθρο 22 του Συντάγματος που επιβάλλει την λειτουργία βιώσιμων ασφαλιστικών οργανισμών και υποχρεώνει τον νομοθέτη να προβαίνει σε ειδικές ρυθμίσεις με γνώμονα πάντοτε την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και την προαγωγή της ίδιας της κοινωνικής ασφάλισης. Πέραν αυτού σχετικά με τα χρέη προς ασφαλιστικούς φορείς προηγήθηκε της μεταρρύθμισης του Ν. 3869/2010, ειδικός νόμος γενναίας περικοπής (άρθρο 10 Ν. 4374/2016) δια της οποίας δόθηκε η δυνατότητα στους ασφαλισμένους να προβούν σε ρυθμίσεις για την ελάφρυνση τους χρέους τους. Εξαιρεί τον ΟΑΕΕ από την ρύθμιση. Δέχεται κατά τα λοιπά την αίτηση.

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ
ΑΡΘΡ.3 ΠΑΡ. 2 Ν.3869/2010

Αριθμός απόφασης 771/Φ 4195/2016 
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τον Ειρηνοδίκη Αγγελο Κανά, τον οποίο όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και τη γραμματέα Αποστολία Ιωάννου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 23.9.2016 για να δικάσει την υπόθεση:
ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ : ..., κατοίκου Δήμου Ελληνικού Αττικής, οδός ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Α Τ.
ΤΩΝ ΚΑΘ'ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ : 1) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Τράπεζα EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.» που εδρεύει στην Αθήνα κι εκπροσωπείται νόμιμα όπως μετονομάσθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.», η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της ΕΤ 2) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα κι εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία βρέθηκε απούσα 3) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία με την επωνυμία «HELLENIC POSTCREDIT Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Πιστώσεων» που εδρεύει στην Παιανία Αττικής κι εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της ΜΓ 4) του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών Ο.Α.Ε.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα κι εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή του, το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του ΔΣ 5) του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Ηλιούπολης, το οποίο παραστάθηκε δια του δικαστικού πληρεξουσίου του Ν.Σ.Κ. ΓΚ
Φέρεται προς συζήτηση η από 5.11.2015 με αρ. κατ. 4195/2015 αίτηση του άρθρ. 4 Ν. 3869/2010 με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Για τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής ορίσθηκε δικάσιμος η 10.3.2016 και ύστερα από αναβολή η ημερομηνία που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν στο ακροατήριο.
Το Δικαστήριο μετά την εκφώνηση της άνω υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1011 Β'/16.11.2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., που προσκομίζει κι επικαλείται η αιτούσα, αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην δεύτερη από τις καθ'ών, η οποία όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την ανωτέρω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο. Πρέπει, συνεπώς, να δικαστούν ερήμην, να προχωρήσει, ωστόσο, η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 754 § 2 περ. 1 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη αίτηση η αιτούσα επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της - μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και χρέη προς το Δημόσιο και φορέα κοινωνικής ασφάλισης - ζητεί τη διευθέτηση τους από το δικαστήριο με την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, κατά το προτεινόμενο από αυτήν σχέδιο.
 Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αίτηση αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του δικαστηρίου (άρθρο 3 του Ν. 3869/2010) στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία της η άνω οφειλέτρια και σύμφωνα με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 741 έως 781 σε συνδ. με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010. Για το παραδεκτό της αιτήσεως τηρήθηκαν όσα προβλέπονται στο άρθρ. 4 παρ. 2 Ν. 3869/2010 όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από την παρ.4 του άρθρου 1 της υποπαρ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015), και καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ.5 του άρθρου 2 της υποπαρ Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015), τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά τις 19.8.2015, αφού προσκομίστηκαν τα αναφερόμενα στην ανωτέρω διάταξη έγγραφα, έκθεση επίδοσης της αίτησης προς την εγγυήτρια (1018Β/16.11.2015 του αυτού δικαστικού επιμελητή) καθώς επίσης και υπεύθυνη δήλωση της αιτούσας για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων της περιουσίας και τουν εισοδημάτων της, των πιστωτών της και των απαιτήσεων τους καθώς και για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων της  κατά την τελευταία τριετία. Επίσης, από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία, προέκυψε ότι δεν εκκρεμεί άλλη σχετική αίτηση της αιτούσας, ούτε έχει εκδοθεί σε προγενέστερο χρόνο απόφαση για ρύθμιση και απαλλαγή από τις οφειλές της (άρθρο 13 παρ.2 Ν.3869/2010). 
Περαιτέρω η κρινόμενη αίτηση στην οποία περιλαμβάνονται όλα τα απαραίτητα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρ. 4 παρ. 1 Ν.3869/2010, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1,4,5,6 παρ.3, 8,9 και 11 του Ν.3869/2010, πλην του αιτήματος να ενταχθούν στη ρύθμιση και οι οφειλές της αιτούσας προς το 4ο καθ'ού ν.π.δ.δ. (φορέα κοινωνικής ασφάλισης) που πρέπει να απορριφθεί για τους παρακάτω λόγους.
Η μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων στην Ελλάδα εκδηλώνεται στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει σχετικά ότι «το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει». Με το άρθρο αυτό κατοχυρώνεται μια θεσμική εγγύηση, που οριοθετεί τη διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη. Η εγγύηση αυτή διασφαλίζει το θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης παρεμποδίζοντας την αλλοίωση του οργανωτικού πυρήνα του, χωρίς όμως να αποκλείεται η αναδιάρθρωση του, η αυστηροποίηση των προϋποθέσεων απονομής ασφαλιστικών παροχών, το ύψος ή η έκταση τους. Συνεπώς, ο κοινός νομοθέτης οφείλει να παραμείνει σύμφωνος με τις Βασικές αρχές, οι οποίες είναι σύμφυτες με την οργάνωση της κοινωνικής ασφάλισης και προσδίδουν τη διαχρονική ταυτότητα του θεσμού αυτού. Η πολιτειακή εγγύηση του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης διασφαλίζεται με τη λειτουργία Βιώσιμων ασφαλιστικών οργανισμών, που στηρίζονται σε υγιείς οικονομικές βάσεις, και υποχρεώνει το ασφαλιστικού κεφαλαίου και την προαγωγή της ίδιας της κοινωνικής ασφάλισης.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρ. 1 παρ. 2 εδ.β Ν. 3869/2010 όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με την παρ.1 του άρθρου 1 της υποπαρ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015), και καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ.5 του άρθρου 2 της υποπαρ.Α.4 του άρθρου 2 του ιδίου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του προβλέπεται ότι πλέον "Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου περιλαμβάνονται επίσης: α) οι βεβαιωμένες οφειλές στην Φορολογική Διοίκηση σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Τελωνειακό Κώδικα, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν, β) οι βεβαιωμένες οφειλές προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.T.A.) α' και β' βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, συμπεριλαμβανομένων των οφειλών που προκύπτουν από εισφορά σε χρήμα ή την μετατροπή εισφοράς γης σε χρήμα των προς ένταξη ή και των ήδη ενταγμένων ιδιοκτησιών, σύμφωνα με το ν.1337/1983 από φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και γ) ασφαλιστικές οφειλές προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής. Τα αναφερόμενα στα στοιχεία α', β' και γ' πρόσωπα, δεν επιτρέπεται να συνιστούν το σύνολο των πιστωτών του αιτούντος και οι οφειλές του προς αυτά υποβάλλονται σε ρύθμιση κατά τον παρόντα νόμο μαζί με τις οφειλές του προς τους ιδιώτες πιστωτές". Εν προκειμένω  με την νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 1 της υποπαρ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 με την οποία εντάχθηκαν στο Ν. 3869/2010 και οι ασφαλιστικές εισφορές προς τους Ο.Κ.Α. όπως έχουν διαμορφωθεί με Βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, παρέχεται η δυνατότητα σε μία κατηγορία ασφαλισμένων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και ειδικότερα σε εκείνους των οποίων οι οφειλές έναντι των εν λόγω οργανισμών  (από ασφαλιστικές εισφορές) συντρέχουν με οφειλές προς ιδιώτες πιστωτές να ζητήσουν και να επιτύχουν ακόμη και την πλήρη διαγραφή των οφειλομένων από αυτούς ασφαλιστικών εισφορών. Με το σοβαρό πλήγμα που προκάλεσε η μείωση κατά 53% (ύψους 18,7 δις ευρώ) της ονομαστικής αξίας των ομολόγων στα οποία είχαν επενδύσει τα ασφαλιστικά ταμεία η οποία και ολοκληρώθηκε με τη 2η φάση του PSI με περαιτέρω μείωση η οποία ανήλθε στο ποσό των 1,2 δις ευρώ (βλ. το υπ' αριθμ. 13.6.8.12/Β/1168 έγγραφο Γενικής Δ/νσης Οικονομικής Πολιτικής Δ/νση Πιστ. και Δημ/κών Υποθέσεων Υπουργείου Οικονομικών στο οποίο επισυνάπτεται το με αρ. πρωτ. 222/2.8.2012 έγγραφο της δ/νσης ανθρώπινου δυναμικού και οργάνωσης της Τράπεζας της Ελλάδος ) τα αποθεματικά των Ο.Κ.Α. έχουν περιοριστεί σημαντικά, ενώ στην μείωση των εσόδων και στην αύξηση των ελλειμμάτων τους που σημειώθηκε κατά τα τελευταία έτη λόγω της αύξησης των δεικτών ανεργίας, της αδήλωτης εργασίας κ.λπ. έρχεται να προστεθεί η ανωτέρω διάταξη του άρθρ. 1 παρ. 2 εδ.β περ. γ' του Ν. 3869/2010 η εφαρμογή της οποίας σημαίνει ότι θα επέλθουν  νέα σημαντικά ελλείμματα που θα οδηγήσουν σε περαιτέρω συρρίκνωση τα αποθεματικά τους. Συνακόλουθα, με την ένταξη των ασφαλιστικών οφειλών προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης στο άρθρ. 1 παρ. 2 εδ.β Ν. 3869/2010 παραβιάζεται ευθέως η πολιτειακή εγγύηση που κατοχυρώνεται στο άρθρ. 22 παρ. 5 του Συντάγματος και αφορά το θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης η οποία διασφαλίζεται με τη λειτουργία βιώσιμων ασφαλιστικών οργανισμών και υποχρεώνει το νομοθέτη να προβαίνει σε ειδικές ρυθμίσεις με γνώμονα πάντοτε την προστασία του  ασφαλιστικού  κεφαλαίου και την προαγωγή της ίδιας της κοινωνικής ασφάλισης . Για τους παραπάνω λόγους η διάταξη αυτή είναι ανίσχυρη επειδή   κρίνεται  ως αντισυνταγματική από το παρόν Δικαστήριο χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται έτσι η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, την οποία θεσπίζουν τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος (Ολ ΑΠ 3/2013, 46/2005, 9/2004). Σημειωτέον δε ότι όσον αφορά τα χρέη προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης προηγήθηκε της μεταρρύθμισης του Ν. 3869/2010 με το Ν. 4336/2010 ειδικός νόμος γενναίας περικοπής (άρθρ. 10 Ν. 4374/2016) με τον οποίο δόθηκε η δυνατότητα στα αναφερόμενα σε αυτόν πρόσωπα να προβούν σε ρυθμίσεις για την ελάφρυνση του χρέους τους προς τους φορείς αυτούς.

 Από την ανώμοτη κατάθεση της αιτούσας που περιέχεται στα πρακτικά της δίκης, από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) σε συνδυασμό με την αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων (αρ. 744 ΚΠολΔ) και την επ’ ακροατηρίου προφορική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2016

ΠΠολΘεσ 738/16 : Τράπεζες - Δάνειο σε ελβετικό φράγκο - Αλλαγή ισοτιμίας - Όροι σύμβασης. Σύναψη δανείου σε ελβετικό φράγκο. Αγωγή για αναγνώριση ακυρότητας της πράξης τροποποίησης σύμβασης στεγαστικού δανείου


ΠΠολΘεσ 738/16 : Τράπεζες - Δάνειο σε ελβετικό φράγκο - Αλλαγή ισοτιμίας - Όροι σύμβασης. Σύναψη δανείου σε ελβετικό φράγκο. Αγωγή για αναγνώριση ακυρότητας της πράξης τροποποίησης σύμβασης στεγαστικού δανείου. Για το ορισμένο της εν λόγω αγωγικής βάσης, θα πρέπει να προσβάλλονται με αυτήν συγκεκριμένα επιμέρους κονδύλια του τηρηθέντος λογαριασμού. Επίσης, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί η χορήγηση του δανείου αυτού ως επενδυτική υπηρεσία, αφού σκοπός της ένδικης σύμβασης, ήταν η λήψη δανείου σε ξένο νόμισμα με ευνοϊκούς όρους, και όχι η βέλτιστη απόδοση ορισμένου κεφαλαίου. Κρίση περί νομιμότητας των όρων της συμβάσεως. Ο όρος ξένου νομίσματος δεν προσκρούει a priori στα χρηστά ήθη, όπως απαιτεί το άρθρο 178 ΑΚ, ενώ δε συντρέχει ούτε η προϋπόθεση του άρθρου 179 ΑΚ περί δυσαναλογίας παροχής - αντιπαροχής, αφού η ρήτρα μετατροπής σε ξένο νόμισμα, στην ένδικη περίπτωση, δεν ήταν εξαρχής και per definitionem σε βάρος της ενάγουσας, αλλά η αύξηση της οφειλόμενης δόσης επήλθε μετά την ανατροπή της ισοτιμίας ευρώ - ελβετικού φράγκου.


ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 738/2016

Πρόεδρος : Θεοκτή Νικολαίδου
Εισηγητής : Αντώνιος Βαθρακοκοίλης, Πρωτοδίκης
Δικηγόροι : Απ. Λούβρος, Δέσπ. Χαραλαμπίδου

Με την ένδικη αγωγή η ενάγουσα εκθέτει, ότι συνήψε στις 19 Σεπτεμβρίου 2005 με την εναγόμενη τράπεζα, στο υποκατάστημα αυτής στη Διαγώνιο Θεσσαλονίκης, τη με αριθμό ........... σύμβαση στεγα­στικού δανείου, για την αγορά και επισκευή κατοικίας, ποσού 321.540,00 ευρώ, διάρκειας 360 μηνών από την ημερομηνία της εφάπαξ εκταμίευσης του δανειακού προϊόντος, στις 20.9.2005, με όρους που είχαν προδιατυπωθεί από την εναγομένη, κατά τους οποίους το ποσό του δανείου θα εκτοκιζόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο, όπως αναλυτικά αναφέρεται σε αυτή. Ότι, περί τα τέλη του έτους 2006, οι υπάλληλοι της εναγομένης προέτρε­ψαν αυτή να μετατρέψει το ανωτέρω δάνειο σε δάνειο με ελβετικό φράγκο, παρουσιάζοντάς της την προο­πτική αυτή ως πολύ συμφέρουσα για την ίδια, λόγω του χαμηλού επιτοκίου και της μικρότερης μηνιαίας δόσης, που θα συνεπαγόταν, τονίζοντας μάλιστα, ότι αυτή αφορούσε μόνο τους συνεπείς και ενήμερους πελάτες, χωρίς όμως να γίνει ουδεμία άλλη επισήμανση σχετικά με τους κινδύνους της μετατροπής αυτής και ιδίως ως προς τον κίνδυνο ανατροπής των συναλλαγματικών ισοτιμιών και των επιπτώσεων αυτής στο ύψος της μηνιαίας δόσης και στο υπόλοιπο του άληκτου κεφα­λαίου και χωρίς να της προταθεί πρόγραμμα αντιστάθ­μισης του συναλλαγματικού κινδύνου. 
Ότι η προσφορά αυτή διαφημιζόταν από την εναγόμενη, ακόμα και με σύντομα τηλεοπτικά διαφημιστικά φιλμ. Ότι με τον τρόπο αυτόν η εναγόμενη, εκμεταλλευόμενη την απει­ρία της ως προς τις αγορές συναλλάγματος, την έπεισε με παραπειστικό τρόπο, και με αθέμιτη παρασιώπηση των σχετικών κινδύνων, να συμφωνήσει στη μετατροπή του νομίσματος της δανειακής σύμβασης. Ότι στις 15 Δεκεμβρίου 2006, στο ίδιο παραπάνω υποκατάστημα της εναγομένης, κατήρτισε με την τελευταία, η οποία εκπροσωπούνταν από τους υπαλλήλους της, ΑΘ.Χ. και Φ.Τ., οι οποίοι όμως δεν διέθεταν πιστοποιητικό τύπου Β1, τη με αριθμό ............ πράξη τρο­ποποίησης σύμβασης στεγαστικού δανείου, με την οποία συμφωνήθηκε, ότι το υπόλοιπο του ληφθέντος δανείου, ποσού 314.000,00 ευρώ, θα μετατρεπόταν, στις 23.1.2007, στο ποσό των 509.500,94 ελβετικών φράγκων, με διάρκεια 308 μηνών, από την ημερομηνία μετατροπής, το οποίο θα εκτοκιζόταν, κατά τη διάρκεια της πρώτης τριετίας, με σταθερό επιτόκιο LIBOR, και μετά τις 23.1.2010 με κυμαινόμενο επιτόκιο LIBOR 360 ημερών. 
Ότι με τη σύναψη της εν λόγω σύμβασης επι­θυμούσε να λάβει στεγαστικό δάνειο με ευνοϊκούς όρους αποπληρωμής. Ότι δεν γνώριζε ότι με τη σύμ­βαση αυτή σε συνάλλαγμα, ήτοι σε ελβετικό φράγκο, αναλάμβανε τον κίνδυνο της διακύμανσης συναλλάγ­ματος. Ότι, μετά τη μετατροπή αυτή, το δάνειο δεν ήταν απλό στεγαστικό, αλλά όπως αντιλήφθηκε τον Απρίλιο του έτους 2014, μετά τη χορήγηση σχετικών εγγράφων από την εναγόμενη, επενδυτικό προϊόν με συναλλαγμα­τικό κίνδυνο, το οποίο απαιτούσε εξειδικευμένη ενημέρωσή της από πιστοποιημένους προς τούτο υπαλλήλους, πλην όμως οι υπάλληλοι, οι οποίοι υπέγραψαν για λογαριασμό της εναγομένης την ένδικη σύμβαση, δεν ήταν εξειδικευμένοι και δεν είχαν λάβει τη σχετική πιστοποίηση. 
Ότι η χορήγηση σε αυτήν, άνευ οποιοσ­δήποτε ενημέρωσής της, στεγαστικού δανείου σε συνάλλαγμα και χωρίς την πρόβλεψη προστασίας της έναντι του συναλλαγματικού κινδύνου, έρχεται σε αντί­θεση με τη βασική υποχρέωση της εναγομένης για ενη­μέρωση και διαφώτιση αυτής της ίδιας ως πελάτη της και παροχή συμβουλών προς όφελος της. Ότι η μηνιαία δόση που έπρεπε να καταβάλει στην εναγομένη για την αποπληρωμή του δανείου δεν ήταν σταθερή, αλλά μεταβαλλόταν κάθε μήνα, χωρίς να είναι σε θέση αυτή να γνωρίζει εκ των προτέρων το ποσό της εκάστοτε μηνιαίας δόσης, που όφειλε να καταβάλει στην εναγο­μένη. 
Ότι αν και αυτή προβαίνει με συνέπεια στις μηνι­αίες καταβολές έναντι του δανείου, εντούτοις το αρχικό κεφάλαιο αυτού δεν ελαττώνεται, λόγω της ανατροπής της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετι­κού φράγκου, η οποία δεν μπορούσε να προβλεφθεί. Ότι, εάν γνώριζε όλους τους κινδύνους, που εγκυμο­νούσε η μετατροπή του νομίσματος της δανειακής της σύμβασης, και κυρίως τη μετακύλιση του συναλλαγμα­τικού κινδύνου σε αυτή, δεν θα προέβαινε σε αυτή, αφού η σύμβαση αυτή φέρει τα χαρακτηριστικά της παροχής επενδυτικού προϊόντος, ενόψει του ότι συνδέει την οφειλή της με τη διεθνή αγορά συναλλάγματος, χωρίς να υφίστανται βεβαιώσεις αγοράς συναλλάγμα­τος και χωρίς να δύναται αυτή να καταβάλει σε αυτού­σιο συνάλλαγμα τις οφειλόμενες δόσεις, οι οποίες, σύμ­φωνα με τους συμβατικούς όρους προσδιορίζονταν στο ισάξιο σε ευρώ ποσό με βάση την τρέχουσα συναλλαγ­ματική ισοτιμία αυτού προς το ελβετικό φράγκο. 

Ότι, άλλως είναι άκυροι οι με αριθμό 3.2, 4.5, 5.1 και 8.1 όροι της επίδικης σύμβασης, που είχαν προδιατυπωθεί από την εναγόμενη, και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, και επέτρεπαν σε αυτή να προσδιο­ρίζει μονομερώς το ύψος της εκάστοτε δόσης ή του εκά­στοτε υπολοίπου του δανείου, με βάση τη συναλλαγμα­τική ισοτιμία, και να προβαίνει μονομερώς στη μετα­τροπή του νομίσματος της σύμβασης, χωρίς να έχουν ορισθεί προς τούτο ειδικά και εύλογα κριτήρια, κατά παράβαση των άρθρων 2 παρ. 6, 7 ν. 2251/1994. Ότι επί­σης ο προδιατυπωμένος συμβατικός όρος, που προ­βλέπει τον υπολογισμό του τόκου με βάση υπολογισμού το έτος των 360 ημερών, είναι άκυρος, αφού αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 ν. 2251/1994. Ότι πάσχει ακυρότητας ο προδιατυπωμένος όρος 10 της σύμβα­σης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 ν. 2251/1994, στον οποίο περιλαμβανόταν η δήλωση των συμβαλλομένων περί ενημέρωσης ως προς το περιεχό­μενο της σύμβασης και τους κινδύνους από τη συναλ­λαγματική ισοτιμία, αφού η ενημέρωση, η οποία ουδέ­ποτε έλαβε χώρα, απαιτούσε να είναι εξειδικευμένη. Ότι ένεκα της συμπεριφοράς της εναγομένης προκλήθηκε σε αυτή ηθική βλάβη, για την οποία δικαιούται χρημα­τική ικανοποίηση. Με βάση δε το ιστορικό αυτό, ζητεί, επικαλούμενη έννομο συμφέρον, και κατά ορθή εκτί­μηση του ένδικου δικογράφου: α) να αναγνωριστεί η ανυπαρξία της με αριθμό .......... πράξης τροποποίησης σύμβασης στεγαστικού δανείου και ακο­λούθως, να αναγνωριστεί, ότι δεν οφείλει το ποσό των 509.500,94 ελβετικών φράγκων, β) άλλως και όλως επικουρικώς, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ανωτέρω πράξης ως αντιβαίνουσας ι) στις ΠΔΤΕ 1955/1991, 2325/1994, ιι) στη διάταξη του άρθρου 372 ΑΚ, ιιι) στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 6,7 ν. 2251/1994, που επιφέ­ρουν ακυρότητα των με αριθμό 3.2, 4.5, 5.1, 8.1 και 10 συμβατικών όρων, και κατά το άρθρο 181 ΑΚ όλης της σύμβασης, ιν) στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ν) στις διατάξεις των άρθρων 178,179 και 281 ΑΚ, γ) άλλως και όλως επικουρικώς, να ακυρωθεί η ανωτέρω πράξη λόγω απάτης, άλλως λόγω πλάνης, άλλως λόγω εικονικότητας, δ) να ακυρωθούν οι με αριθμό 1, 4.5, 5.1, και 8.1 συμβατικοί όροι της ως άνω πράξης και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να υπολογίζει τις δόσεις με την ισοτιμία ευρώ - ελβετικού φράγκου, που ίσχυε κατά την ημέρα μετατροπής του δανείου (23.1.2007), ε) άλλως και όλως επικουρικώς, να αναπροσαρμοστεί η οφειλή της στο ποσό των 229.813,87 ευρώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ, άλλως κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, στ) να αναγνωριστεί, ότι το ποσό κεφαλαίου του χορηγηθέ­ντος από την εναγόμενη δανείου ανέρχεται στο ποσό των 321.540 ευρώ, κατά την ημέρα εκταμίευσής του, τη 19η.9.2005, το οποίο αυτή πρέπει να καταβάλει, καθώς επίσης να αναγνωριστεί, ότι η πράξη τροποποίησης σύμβασης στεγαστικού δανείου αφορά κεφάλαιο δανείου ποσού 314.800,11 ευρώ, την 20η.12.2006, ζ) να αναγνωριστεί, ότι έχει καταβάλει στην εναγόμενη, έως τις 27.1.2015, προς εξόφληση του κεφαλαίου του δανείου, το ποσό των 84.986,24 ευρώ, και ότι το άληκτο κεφάλαιο του δανείου αυτού ανέρχεται στο ποσό των 229.813,87 ευρώ, η) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικα­νοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, θ) να κηρυχθεί η τυχόν εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και ι) να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική της δαπάνη.