Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

Δικαίωση δημοσιογράφου που ηχογράφησε ποινική δίκη χωρίς άδεια από τη δικαστική αρχή (ΕΔΔΑ) : AFFAIRE PINTO COELHO c. PORTUGAL (No 2) (Requête no 48718/11)


Η δημοσιογράφος, Sofia Pinto Coelho, πορτο-γαλικής εθνικότητας, γεννήθηκε το 1963 και ζει στη Λισαβόνα. Η υπό- θεση (Pinto Coelho v. Portugal no. 48718/11) αφορά πρόστιμο που επιβλήθηκε στην Coelho, για μετάδοση στο πλαίσιο τηλεοπτικής εκπομπής, ηχητικών αποσπασμάτων από την ακροαματική διαδικασία ποινικής δίκης, δίχως την προηγούμενη άδεια της δικαστικής αρχής. Συγκεκριμένα, στις 12 Νοεμβρίου 2005 το ενημερωτικό πρόγραμμα της πορτογαλικής τηλεόρασης SIC, στην οποία η προσφεύγουσα εργάστηκε ως δημοσιογράφος και ανταποκρίτρια νομικών θεμάτων, παρουσίασε ένα ρεπορτάζ της σχετικά με την ποινική καταδίκη ενός 18χρονου για κλοπή κινητού τηλεφώνου. Υπερασπιζόμενη την αθωότητα του 18χρονου και ισχυριζόμενη ότι πρόκειται για δικαστικό σφάλμα, η Pinto Coelho επιχειρηματολόγησε με συνεντεύξεις από διάφορους δικαστές. Συμπεριέλαβε στο ρεπορτάζ της σκηνές από τη δικαστική αίθουσα, αποσπάσματα από ηχογραφήσεις με υπότιτλους και τις ερωτήσεις στους μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης, στις οποίες οι φωνές τους καθώς και οι φωνές των τριών δικαστών είχαν αλλοιωθεί ψηφιακά. Τα αποσπάσματα συνοδεύονταν από σχόλια της Pinto Coehlo, στα οποία προσπαθούσε να αποδείξει ότι τα θύματα (της κλοπής) δεν είχαν αναγνωρίσει τον νεαρό κατά τη διάρκεια της δίκης, ο οποίος ήταν στην δουλειά του την ώρα του συμβάντος.

Αφότου η είδηση αυτή μεταδόθηκε, ο πρόεδρος του τμήματος που είχε δικάσει την υπόθεση υπέβαλε καταγγελία στον δημόσιο κατήγορο κατά της Pinto Coelho, αναφέροντας ότι δεν δόθηκε άδεια για την μετάδοση αποσπασμάτων της ηχογράφησης της ακροαματικής διαδικασίας και για τη μετάδοση στιγμιοτύπων από τη δικαστική αίθουσα. Ο εισαγγελέας προσέφυγε κατά της δημοσιογράφου και τριών διευθυντών του βραδινού προγράμματος ειδήσεων των 8.00, με την καταγγελία της μη συμμόρφωσης με δικαστική απόφαση, καταγγέλλοντας ότι η μη λήψη άδειας στοιχειοθετεί παραβίαση των διατάξεων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και του Ποινικού Κώδικα.
Ενώπιον του δικαστηρίου, η Pinto Coelho επικαλέστηκε παραβίαση της ελευθερίας του τύπου, ωστόσο με δικαστική απόφαση της 6ης Αυγούστου 2008 καταδικάστηκε για μη συμμόρφωση με δικαστική απόφαση και διατάχθηκε στην καταβολή προστίμου 1.500 ευρώ. Το δικαστήριο έκρινε ότι οι σκηνές από την ακροαματική διαδικασία που μεταδόθηκαν δεν ήταν ουσιώδεις για το ρεπορτάζ, ότι η ελευθερία του τύπου δεν είναι απόλυτη και ότι η μετάδοση της ακροαματικής διαδικασίας χωρίς άδεια απαγορεύεται. Η δικανική αυτή πεποίθηση στηρίχθηκε από το Εφετείο της Λισαβόνας στις 26 Μαΐου 2009. Στις 15 Φεβρουαρίου 2011, το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της δημοσιογράφου Pinto Coelho. Στηριζόμενη στο άρθρο 10 (ελευθερία της έκφρασης) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η Pinto Coelho προσέφυγε κατά της ποινικής της καταδίκης για μη εξουσιοδοτημένη χρήση της ηχογράφησης της ακροαματικής διαδικασίας.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (ΕΔΔΑ) έκρινε ότι η ελευθερία του τύπου είναι θεμέλιο της δημοκρατίας και εν προκειμένω ότι αξίζουν σεβασμού τόσο το δικαίωμα της προσφεύγουσας να ενημερώσει το κοινό όσο και το δικαίωμα του κοινού να ενημερωθεί. Το επίμαχο ρεπορτάζ σαφώς αφορούσε θέμα γενικότερου ενδιαφέροντος και η δημοσιογράφος δεν ηχογράφησε παράνομα τη διαδικασία, ενώ αλλοίωσε τη φωνή των δικαστών και μαρτύρων ώστε να μην αναγνωρισθούν από το κοινό.
Όπως επισημαίνει το Δικαστήριο, το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ προστατεύει επίσης τον τρόπο και το μέσο έκφρασης των ιδεών και των πληροφοριών και δεν μπορεί το δικαστήριο να υποδεικνύει το πώς θα παρουσιάζεται μια υπόθεση από τον Τύπο. Το ΕΔΔΑ επίσης τονίζει ότι όταν προβλήθηκε το επίμαχο ρεπορτάζ, είχε ήδη εκδοθεί η δικαστική απόφαση. Επομένως δεν ήταν δυνατό να αποδειχθεί με ποιό τρόπο η προβολή των συγκεκριμένων αποσπασμάτων μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την ομαλή λειτουργία της δικαιοσύνης.
Το δικαστήριο έπρεπε να σταθμίσει ανάμεσα στην ελευθερία της έκφρασης και στο δικαίωμα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής. Το δικαίωμα της ομιλίας στη δημόσια ακρόαση δεν είχε την ίδια βαρύτητα με το δικαίωμα υπόληψης. Η ακρόαση ήταν δημόσια και κανένας από όσων η φωνή ακούστηκε στα επίμαχα αποσπάσματα δεν υπέβαλε μήνυση ή κάποιο ένδικο μέσο κατά της προσφεύγουσας. Τέλος, σε σχέση με την αναλογικότητα της ποινής, κρίθηκε ότι, το πρόστιμο που επιβλήθηκε είχε αποτρεπτικό αποτέλεσμα για την προσφεύγουσα και εν κατακλείδι υπήρξε παράβαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ.

Το κείμενο της απόφασης στα γαλλικά εδώ : AFFAIRE PINTO COELHO c. PORTUGAL (No 2) (Requête no 48718/11)
Αναδημοσίευση από legalnews24.gr

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

"Η ΕΠΙΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΠΕΡΓΩΝ -με αφορμή την ψήφιση του ν. 4325/2015" [του Χριστόφορου Σεβαστίδη, Δ.Ν.- Προέδρου Πρωτοδικών Μέλους του Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών – Εισαγγελέων]



(δημοσιευμένο στην Ελληνική Δικαιοσύνη 2015, σελ. 1641 επ)
Ι. Εισαγωγικά
Η χρήση της «πολιτικής επιστράτευσης» ως κρατικού μέσου κατάπνιξης απεργιακών κινητοποιήσεων συμπλήρωσε ήδη έναν αιώνα, έχοντας παραμερίσει κυρωμένες διεθνείς συμβάσεις εργασίας και συνταγματικά κείμενα και αναδεικνύοντας φανερά την αδυναμία του Κράτους να σταθεί αποστασιοποιημένο και αμέτοχο σε κοινωνικούς και ταξικούς ανταγωνισμούς. Θεσμοθετήθηκε για πρώτη φορά από την Κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου με το ν. 325/1914, ως κατ’ αρχήν απάντηση στις μεγάλες απεργίες των σιδηροδρομικών, των τραμβαγιέρηδων της Αθήνας και του Πειραιά και του προσωπικού των Τ.Τ.Τ., αλλά έχοντας ως απώτερο στόχο των περιορισμό των μαχητικών δράσεων της εργατικής τάξης. Πραγματικά οι διατάξεις του παραπάνω νόμου σύντομα επεκτάθηκαν και σε άλλες κατηγορίες εργαζομένων, όπως στους μεταλλωρύχους (ν. 1120/1918), στους εργαζόμενους στον ηλεκτρισμό, στο φωταέριο και τις μεταφορές (ν.δ. 9/1918 και 13/1918) καθώς και στους σμυριδεργάτες της Νάξου (νδ 1455/1918). Η δικτατορία του Μεταξά γενίκευσε την πολιτική επιστράτευση των απεργών με τους α.ν. 245/36, 1861/39, 1984/39 και 1986/39. Μεταπολεμικά η Κυβέρνηση του Βούλγαρη εξέδωσε το ν.δ. 450/45 καθιερώνοντας και πάλι την πολιτική επιστράτευση για την αντιμετώπιση «ανωμαλιών πάσης φύσεως δυναμένων να πρακωλύσωσι την οικονομικήν ανασυγκρότησιν ή να διαταράξωσι την κρατική ή κοινωνική ζωήν της Χώρας»(1).
ΙΙ. Νομοθετικά κείμενα- Σύνταγμα- Διεθνείς Συμβάσεις
Το πρώτο μεταπολιτευτικό νομοθέτημα που άγγιξε και πάλι το ζήτημα της πολιτικής επιστράτευσης ήταν το νδ 17/1974 «περί πολιτικής σχεδιάσεως εκτάκτου ανάγκης». Θα πρέπει να θυμηθεί κανείς ότι τούτο το ν.δ. εκδόθηκε μέσα σε ανώμαλες ιστορικά περιόδους, λίγο μετά την πτώση της απριλιανής δικτατορίας και την τουρκική επέμβαση στην Κύπρο. Θεμελιώδης νόμος του Κράτους εκείνη την περίοδο ήταν το Σύνταγμα του 1952, ενώ το Σύνταγμα του 1975 τέθηκε σε ισχύ λίγους μήνες αργότερα. Εξακολούθησε ωστόσο να ισχύει το παραπάνω ν.δ. και να αποτελεί «σωσίβιο» κυβερνητικών αδιεξόδων απέναντι σε ανυποχώρητους απεργούς για άλλα 23 χρόνια, παρά την ομόφωνη σφοδρή κριτική περί αντισυνταγματικότητάς του και αντίθεσής του σε Διεθνείς Συμβάσεις, όπως θα αναλυθεί παρακάτω(2). Η εφαρμογή του βασίζονταν στην συνδυασμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 3 (ήδη παράγραφος 4) και 112 παρ. 1 του Συντάγματος. Πιο ειδικά στο άρθρο 22 παρ. 4 Σ ορίζεται ότι «Οποιαδήποτε μορφή αναγκαστικής εργασίας απαγορεύεται. Ειδικοί νόμοι ορίζουν τα σχετικά με την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών…», ενώ το άρθρο 112 παρ. 1 Σ προβλέπει ότι «Σε θέματα που για τη ρύθμισή τους προβλέπεται ρητά από διατάξεις του Συντάγματος η έκδοση νόμου, οι κατά περίπτωση νόμοι ή διοικητικές πράξεις κανονιστικού χαρακτήρα, που υπάρχουν κατά την έναρξη της ισχύος του, εξακολουθούν να ισχύουν ώσπου να εκδοθεί ο νόμος που προβλέπεται κατά περίπτωση, εκτός αν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του Συντάγματος». Η μη έκδοση λοιπόν «ειδικού νόμου» μέχρι και την ψήφιση του ν. 3536/2007 επέτρεψε την ανεμπόδιστη ισχύ και εφαρμογή του νδ 17/1974. Αγνοήθηκε ωστόσο εσκεμμένα η απαίτηση του άρθρου 112 παρ. 1 Σ να μην εφαρμόζονται εκείνες οι διατάξεις των «ειδικών νόμων», εφόσον είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του Συντάγματος και ο προφανής λόγος ήταν η «πρακτική χρησιμότητά» τους σε όλες τις μετέπειτα κυβερνήσεις.
Το νδ 17/1974 επέτρεπε την πολιτική κινητοποίηση με απόφαση του πρωθυπουργού για αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών σε καιρό ειρήνης (άρθρο 19 παρ. 1) και την συνακόλουθη πολιτική επιστράτευση προσωπικού (άρθρο 23 παρ. 1). Ως κατάσταση εκτάκτου ανάγκης θεωρούσε κάθε αιφνίδια κατάσταση που προκαλείται από φυσικά ή άλλα γεγονότα πολεμικά ή μη ή από «ανωμαλίες πάσης φύσεως» που έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ή απειλή δημιουργίας εκτεταμένων απωλειών, ζημιών και καταστροφών σε έμψυχο ή άψυχο δυναμικό ή την παρακώλυση και διατάραξη της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της Χώρας (άρθρο 2 παρ. 5). Πρόκειται σαφώς για διάταξη με πολύ πιο διευρυμένο περιεχόμενο σε σύγκριση με το άρθρο 22 παρ. 4 Σ που επιτρέπει την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών μόνο σε τέσσερις συγκεκριμένες περιπτώσεις: α) για την αντιμετώπιση αναγκών άμυνας της χώρας, β) επείγουσας κοινωνικής ανάγκης από θεομηνία, γ) ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία και δ) για την αντιμετώπιση τοπικών αναγκών των ΟΤΑ. Η «παρακώλυση και διατάραξη της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της Χώρας» του ν.δ. 17/1974 είναι μια ιδιαίτερα διευρυμένη προϋπόθεση στην οποία μπορούσαν οι κυβερνήσεις να εντάσσουν τις απεργιακές κινητοποιήσεις, αλλά που δεν μπορούσε να βρει αντιστοίχιση σε κάποια από τις περιοριστικά αναφερόμενες συνταγματικές περιπτώσεις. Πρόβλημα συμβατότητας του ν.δ. 17/1974 αναδείχθηκε και σε σχέση με τις Διεθνείς Συμβάσεις που κύρωσε η Χώρα και οι οποίες έχουν αυξημένη τυπική ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 Σ. Πιο συγκεκριμένα τα μεν άρθρα 4 και 23 παρ. 1 της ΕΣΔΑ απαγορεύουν γενικά τη δουλεία και προβλέπουν την ελευθερία της εργασίας, ενώ οι ειδικότερες Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας 29 και 105 που κυρώθηκαν από την Ελλάδα με τους νόμους 2079/1952 και ν.δ. 4221/1961 αντίστοιχα απαγορεύουν κάθε αναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία με κάθε μορφή. Η ΔΣΕ 29 εξαιρεί από την έννοια της αναγκαστικής εργασίας περιπτώσεις αντίστοιχες με αυτές του άρθρου 22 παρ. 4 β’ Σ, ενώ με μεγαλύτερη σαφήνεια η ΔΣΕ 105 θεωρεί ως αναγκαστική εργασία οποιαδήποτε «μέθοδο επιστράτευσης και χρησιμοποίησης εργατικού δυναμικού για σκοπούς οικονομικής ανάπτυξης»(3).

Κυριακή 3 Απριλίου 2016

ΝΣΚ 41/2016 : Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. (ΕΤΕ) – Απόδοση στο Δημόσιο ή αποδέσμευση ποσών που δεσμεύθηκαν, βάσει κατασχέσεων που επιβλήθηκαν εις χείρας της, και προέρχονται από αναδρομικές συντάξεις.

Πρόεδρος_Προεδρεύων: ΧΑΡΛΑΥΤΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ 
Εισηγητής_Γνωμοδοτών: ΒΑΜΒΑΚΙΔΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ



α) Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. (ΕΤΕ) υποχρεούται να αναγάγει το σύνολο των ποσών που προέρχονται από αναδρομικές συντάξεις σε μηνιαία καταβολή και να εφαρμόσει την προστατευτική ρήτρα περί μηνιαίας καταβαλλόμενης σύνταξης σε ό,τι αφορά το ακατάσχετο αυτής, κατά τα οριζόμενα στο πρώτο (α’) εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 31 του ΚΕΔΕ, όπως αυτή προστέθηκε με την περ. 4 της παρ. Α του άρθρου τρίτου του ν. 4254/2014 και το όριο τούτου (ακατάσχετου) ίσχυε, ανερχόμενο τότε στο ύψος των 1.500 ευρώ το μήνα, ενόψει του χρόνου γένεσης των επίμαχων απαιτήσεων, δηλ. πριν από την αντικατάσταση του α’ εδαφίου αυτής, με την περίπτωση 8 β’ της υποπαραγράφου Δ1 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, υπό τον όρο ότι: ι) έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία της, εκ μέρους του δικαιούχου της ως άνω προστασίας, ηλεκτρονικής υποβολής δήλωσης γνωστοποίησης, για την ύπαρξη ενός μοναδικού και αποκλειστικού λογαριασμού περιοδικής πίστωσης μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθημάτων και ιι) έχει προηγηθεί η (μερική) άρση των ως άνω επιβληθεισών κατασχέσεων μέχρι του ανωτέρω ακατάσχετου ορίου, δίχως η υποχρέωση αυτή να αναιρείται από τα οριζόμενα στο τελευταίο εδάφιο της ως άνω προστεθείσης παραγράφου 2 του άρθρου 31. 



β) Δεν προκύπτει χρονικός περιορισμός εντός του οποίου πρέπει να αναληφθούν από τον καταθέτη και οφειλέτη του Δημοσίου οι ως άνω καταλαμβανόμενες από το όριο ακατάσχετου απαιτήσεις του επί των τραπεζικών καταθέσεων (ομοφ.).


ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ : ΝΔ 356/1974Α9, ΝΔ 356/1974Α30Π1, ΝΔ 356/1974Α30Π3, ΝΔ 356/1974Α30Α, ΝΔ 356/1974Α31Π1, ΝΔ 356/1974Α31Π2, ΝΔ 356/1974Α32Π1, ΝΔ 356/1974Α33, Ν 4254/2014Α3ΠΑΠΕΡ4, Ν 4336/2015Α2ΥΠΟΔ1ΠΕΡ8α, Ν 4336/2015Α2ΥΠΟΔ1ΠΕΡ8β, ΚΠΟΛΔΑ982, Ν 3842/2010Α67Π1

Διαβάστε ολόκληρη την γνωμοδότηση εδώ ΝΣΚ 41/2016

Σάββατο 2 Απριλίου 2016

"Παράνομη Μετανάστευση και Πολιτικό Άσυλο" [Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη]




«Πώς σχετίζονται το Άσυλο και η Μετανάστευση;»
Η θέσπιση ενός συστήματος ασύλου «δίκαιου και αποτελεσματικού» αποτελεί αναπόσπαστο μέρος μιας σύγχρονης και ολοκληρωμένης πολιτικής της διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών. Η δίκαιη αλλά ταχεία διαδικασία του ασύλου, όπως αυτή που εφαρμόζεται τώρα στην Ελλάδα, εξασφαλίζει ότι οι αμιγώς οικονομικοί μετανάστες δεν έχουν λόγο να καταφύγουν στο σύστημα ασύλου, εφόσον γνωρίζουν πως η απόρριψη της αίτησής τους θα γίνει σύντομα, ενώ οι πραγματικοί πρόσφυγες λαμβάνουν τα ευεργετήματα που προβλέπονται από τις διεθνείς συμβάσεις και την εθνική νομοθεσία σε εύλογο χρόνο.
«Ποιος είναι πρόσφυγας;» [1]
Πρόσφυγας είναι το άτομο, το οποίο βρίσκεται έξω από την πατρίδα του, και το οποίο διατρέχει βάσιμο φόβο δίωξης, λόγω της φυλής, της θρησκείας, της εθνικότητας, της συμμετοχής του σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή των πολιτικών του πεποιθήσεων, και λόγω αυτού του φόβου δεν μπορεί να γυρίσει εκεί. Με την έννοια «δίωξη» νοείται η παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, όπως τα βασανιστήρια, η αυθαίρετη κράτηση, η διακριτική μεταχείριση που θέτει σε κίνδυνο την επιβίωση του διωκόμενου κοκ.
«Ποια είναι η διαφορά πρόσφυγα και οικονομικού μετανάστη;»
Οικονομικοί μετανάστες είναι τα πρόσωπα που εγκαταλείπουν τη χώρα τους προσβλέποντας σε καλύτερες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης, στις χώρες τελικού προορισμού τους. Πρόσφυγες, αντίθετα, είναι εκείνοι που φοβούνται για τη ζωή τους λόγω της φυλής, της θρησκείας, των πολιτικών τους πεποιθήσεων κλπ. Οι οικονομικοί μετανάστες έχουν καταρχήν τη δυνατότητα να επιστρέψουν στην πατρίδα τους όποτε το θελήσουν, σε αντίθεση με τους πρόσφυγες, που δεν μπορούν να επιστρέψουν μέχρι να αλλάξει εκεί η κατάσταση, έτσι ώστε να μπορούν να γυρίσουν και να είναι ασφαλείς. Αυτό επιτάσσει η διεθνής Σύμβαση της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων, άλλα διεθνή και ευρωπαϊκά κείμενα και η εθνική νομοθεσία. [2] Με άλλα λόγια, μόνο εάν κάποιος δεν είναι πρόσφυγας, τότε μπορεί να επιστραφεί στη χώρα του.
«Είναι αλήθεια ότι η Ελλάδα δεν πραγματοποιεί απελάσεις, ακόμη και όσων δεν είναι πρόσφυγες, με αποτέλεσμα όλοι οι αλλοδαποί, που έρχονται χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις, να παραμένουν εδώ;»
Η Ελληνική Αστυνομία υλοποιεί προγράμματα εθελοντικών και αναγκαστικών επιστροφών, σχετικές δε πληροφορίες αναρτώνται στην ιστοσελίδα της (http://www.astynomia.gr). Ωστόσο, αρκετές χώρες δεν αναγνωρίζουν τους υπηκόους τους ως τέτοιους ή δεν συνεργάζονται επαρκώς για την έκδοση ταξιδιωτικών εγγράφων, που είναι αναγκαία για την επιστροφή τους. Μπορεί ορισμένες χώρες να μην εκπροσωπούνται καν στην Ελλάδα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να καθυστερεί η διαδικασία επιστροφών.
«Μπορεί η Ελλάδα να επιστρέψει στη χώρα τους αυτούς, των οποίων το αίτημα ασύλου έχει απορριφθεί, και βρίσκονται παράνομα εδώ, έστω και χωρίς την επίσημη συγκατάθεση της χώρας αυτής;»
Η συνεργασία των χωρών καταγωγής είναι απολύτως αναγκαία. Σε διαφορετική περίπτωση υπάρχει παραβίαση των διεθνών κανόνων.


Το Άσυλο στην Ελλάδα
«Γιατί πρέπει να υπάρχει στην Ελλάδα μια διαδικασία για τη χορήγηση ασύλου ('διεθνούς προστασίας');»
Στην Ευρώπη, αλλά και σε πολλά άλλα μέρη του κόσμου (Β. Αμερική, Ν. Αφρική, Μέση Ανατολή κλπ.), καταφθάνουν πολλοί υπήκοοι άλλων χωρών με πρόθεση να παραμείνουν για κάποιο χρονικό διάστημα, έχοντας αφήσει τη χώρα τους είτε επειδή εκεί κινδυνεύει η ζωή τους, η σωματική τους ακεραιότητα ή ασφάλειά τους, είτε επειδή θέλουν να βελτιώσουν την οικονομική τους κατάσταση και εν γένει τις συνθήκες της διαβίωσής τους. Στην πρώτη περίπτωση οι χώρες στις οποίες φθάνουν, εφόσον έχουν υπογράψει τις σχετικές διεθνείς συνθήκες, έχουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις να τους παράσχουν «διεθνή προστασία», ενώ στη δεύτερη δεν έχουν συνήθως την υποχρέωση να τους δεχθούν. Οι υποχρεώσεις παροχής διεθνούς προστασίας πηγάζουν από διεθνείς συμβάσεις, το ευρωπαϊκό δίκαιο αλλά και εθνικούς κανόνες, [3] που με τη σειρά τους αποτυπώνουν και ενσωματώνουν πανάρχαιες αξίες για την προστασία του «ξένου» από τον κίνδυνο. Η Ελλάδα αποτέλεσε χώρα προέλευσης προσφύγων και μεταναστών για πολλές δεκαετίες. Τα τελευταία είκοσι χρόνια μετατράπηκε, όπως ήταν φυσιολογικό, σε χώρα προορισμού αλλά και εισόδου στην Ε.Ε., τόσο λόγω της πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας, όσο και λόγω της γεωγραφικής της θέσης, η οποία την καθιστά φυσικό σταυροδρόμι μεταξύ των χωρών της βόρειας και κεντρικής Ευρώπης και των χωρών της Ασίας και της Αφρικής. Άρα η ύπαρξη μιας αξιόπιστης διαδικασίας ασύλου ως μέρους ενός συνολικού συστήματος διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών, που να εξασφαλίζει τόσο τον πρόσφυγα από τους κινδύνους στη χώρα καταγωγής του, όσο και τη χώρα μας από τυχόν κατάχρηση της διαδικασίας αυτής από πρόσωπα που δεν δικαιούνται προστασία, είναι σημαντική.

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

Εκδήλωση -Συζήτηση με θέμα: «Το προσφυγικό, στην Ελλάδα και την Ευρώπη της κρίση»


Ο Δικηγορικός Σύλλογος Πατρών σας προσκαλεί στην Εκδήλωση -Συζήτηση με θέμα: «Το προσφυγικό, στην Ελλάδα και την Ευρώπη της κρίση» το Σάββατο 2 Απριλίου 2016, στην Αίθουσα Διαλέξεων Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών (Φιλοποίμενος 24, 3ος όροφος) και ώρα 19:00
Συντονιστής:
* Νικόλαος Παπάκος, Πρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών.
Ομιλητές:
* Ελίζα Βοζεμπεργκ, Ευρωβουλευτής
* Θεόδωρος Παπαθεοδώρου, Καθηγητής Πανεπιστήμιου Πελοποννήσου, Βουλευτής Αχαΐας,
* Τάκης Παπαδόπουλος, Δικηγόρος, Αντιπρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών,
* Νικήτας Κανάκης, Πρόεδρος των Γιατρών του Κόσμου
* Ευγενία Αρβανίτη, Επίκουρη Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Πατρών
* Χρυσούλα Μαρινάκη, Δικηγόρος, Πρόεδρος Ενωσης Μεταναστευτικού Δικαίου
Παρεμβαίνουν:
* Μαρία Βαμβακινού, Ομοσπονδιακή Βουλευτής Αυστραλίας, 
* Irena Guidikova, Προϊσταμένη της Διεύθυνσης για τον Διαπολιτισμικό Διάλογο του Συμβουλίου της Ευρώπης
και εκπρόσωποι φορέων της πόλης των Πατρών.
Είσοδος ελεύθερη