Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #άσυλο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #άσυλο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Μαΐου 2018

ΣτΕ (Δ') 805/18 : Πρόσφυγες - Περιορισμός κυκλοφορίας αιτούντων ασύλου - Αίτηση ακυρώσεως. Αίτηση ακυρώσεως κατά κανονιστικής αποφάσεως της Διευθύντριας της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία επιβλήθηκε περιορισμός στην ελεύθερη κυκλοφορία των αιτούντων την χορήγηση ασύλου σε συγκεκριμένα νησιά (Λέσβος, Ρόδος, Σάμος, Κως, Λέρος, Χίος), εκδοθείσα κατ’ επίκληση της διατάξεως του άρθρου 41 παρ. 1 περ. γγ του ν. 4375/16.



ΣτΕ (Δ') 805/18 : Πρόσφυγες - Περιορισμός κυκλοφορίας αιτούντων ασύλου - Αίτηση ακυρώσεως. Αίτηση ακυρώσεως κατά κανονιστικής αποφάσεως της Διευθύντριας της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία επιβλήθηκε περιορισμός στην ελεύθερη κυκλοφορία των αιτούντων την χορήγηση ασύλου σε συγκεκριμένα νησιά (Λέσβος, Ρόδος, Σάμος, Κως, Λέρος, Χίος), εκδοθείσα κατ’ επίκληση της  διατάξεως του άρθρου 41 παρ. 1 περ. γγ του ν. 4375/16. Το θέμα του καθορισμού των συγκεκριμένων περιοχών της Χώρας στις οποίες επιβάλλεται ο περιορισμός της κυκλοφορίας των αιτούντων διεθνή προστασία, αποτελεί ειδικότερο θέμα, οπότε θεμιτώς και σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 2 εδ. β΄ του Σ., ανατέθηκε σε άλλο - εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας - όργανο, όπως εν προκειμένω στη Διευθύντρια της Υπηρεσίας Ασύλου - Ο σχετικός λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, ούτε από το κείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε από τα στοιχεία που μνημονεύονται στο προοίμιο αυτής, προκύπτουν οι νόμιμοι λόγοι που υπαγόρευσαν την επιβολή του ένδικου περιορισμού, προκειμένου να κριθεί εάν η απόφαση αυτή βρίσκεται εντός των ορίων της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 41 παρ. 1 περ. γγ του ν. 4375/16, η οποία ερμηνευόμενη υπό το φως του άρθρου 31 παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης, επιτρέπει την επιβολή στους αιτούντες διεθνή προστασία μόνο των απαραίτητων περιοριστικών μέτρων. Κριση ότι εφόσον, δεν προκύπτουν οι σοβαροί και επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος και μεταναστευτικής πολιτικής, οι οποίοι θα ηδύναντο να δικαιολογήσουν την επιβολή του περιορισμού της κυκλοφορίας των αιτούντων διεθνή προστασία που εισέρχονται στην ελληνική επικράτεια μετά τις 20 Μαρτίου 2016 στα συγκεκριμένα νησιά, ως απαραιτήτου, δε δύναται να ελεγχθεί από το Δικαστήριο εάν η προσβαλλόμενη κανονιστική απόφαση κείται εντός των ορίων της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 41 παρ. 1 περ. γγ του ν. 4375/16, καθόσον ελλείπει, εν προκειμένω το δικαιολογητικό έρεισμα της ένδικης ρύθμισης. Συνεπώς, για το λόγο αυτό, ο οποίος βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Αντίθετη μειοψηφία. Περαιτέρω, κρίνει ότι συντρέχουν λόγοι γενικού συμφέροντος που επιβάλλουν, τα αποτελέσματα της ακυρώσεως να ανατρέξουν στο χρονικό σημείο της προηγούμενης ημέρας της δημοσιεύσεως της αποφάσεως αυτής. Δέχεται την αίτηση.

Αριθμός 805/2018
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Δ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 27 Φεβρουαρίου 2018, με την εξής σύνθεση: Χρ. Ράμμος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος, Δ. Κυριλλόπουλος, Ηλ. Μάζος, Ο. Παπαδοπούλου, Χ. Σιταρά, Σύμβουλοι, Χ. Μπολόφη, Ι. Μιχαλακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ι. Παπαχαραλάμπους.
Για να δικάσει την από 19 Οκτωβρίου 2017 αίτηση:
του σωματείου με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ», που εδρεύει στην Αθήνα (...), το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο ΒΠ (Α.Μ. ...), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής, ο οποίος παρέστη με τις: α) ΑΣκουντή και β) ΟΠ, Παρέδρους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή το αιτούν σωματείο επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. οικ. 10464/31.5.2017 (ΦΕΚ Β 1977/7.6.2017) απόφαση της Διευθύντριας της Υπηρεσίας Ασύλου «Περιορισμός κυκλοφορίας των αιτούντων διεθνή προστασία».
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Δ. Κυριλλόπουλου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος σωματείου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τις αντιπροσώπους του Υπουργού, οι οποίες ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα 
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικό ....).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της οικ. 10464/31-5-2017 αποφάσεως της Διευθύντριας της Υπηρεσίας Ασύλου «Περιορισμός κυκλοφορίας αιτούντων διεθνή προστασία» (Β΄ 1977/7-6-2017), η οποία έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: «1. Στα δελτία αιτούντων διεθνή προστασία, τα οποία χορηγούνται από τις Περιφερειακές Υπηρεσίες Λέσβου, Ρόδου, Σάμου, Κω, Λέρου και Χίου και αφορούν αιτούντες οι οποίοι εισήλθαν στην ελληνική επικράτεια μετά τις 20 Μαρτίου 2016 επιβάλλεται περιορισμός κυκλοφορίας των αιτούντων στα νησιά Λέσβο, Ρόδο, Σάμο, Κω, Λέρο και Χίο αντίστοιχα. Ο ως άνω περιορισμός δεν επιβάλλεται ή αίρεται όταν παραπεμφθεί η εξέταση της υπόθεσης σε περιφερειακή υπηρεσία της Υπηρεσίας Ασύλου της ηπειρωτικής Ελλάδας. 2. Με την παρούσα απόφαση καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις της παρούσας ή ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα που αποτελούν αντικείμενό της».
3. Επειδή, με έννομο συμφέρον ασκεί την κρινόμενη αίτηση το αιτούν σωματείο, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 2 του καταστατικού του έχει ως σκοπό την «ανάπτυξη δραστηριότητας υπέρ των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο».
4. Επειδή, στο άρθρο 78 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. ενοποιημένη απόδοση: ΕΕ C 202 της 7ης Ιουνίου 2016 σελ. 47 επ.) ορίζεται ότι: «1. Η Ένωση αναπτύσσει κοινή πολιτική στους τομείς του ασύλου, της επικουρικής προστασίας και της προσωρινής προστασίας με στόχο να παρέχεται το κατάλληλο καθεστώς σε οποιονδήποτε υπήκοο τρίτης χώρας που χρήζει διεθνούς προστασίας και να εξασφαλίζεται η τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης. Η πολιτική αυτή πρέπει να συνάδει με τη Σύμβαση της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 και με το Πρωτόκολλο της 31ης Ιανουαρίου 1967 περί του καθεστώτος των προσφύγων, καθώς και με άλλες συναφείς συμβάσεις. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, λαμβάνουν μέτρα όσον αφορά κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου, στο οποίο περιλαμβάνονται: α) ενιαίο καθεστώς ασύλου υπέρ των υπηκόων τρίτων χωρών, το οποίο ισχύει σε όλη την Ένωση, β) ενιαίο καθεστώς επικουρικής προστασίας για τους υπηκόους τρίτων χωρών που χρήζουν διεθνούς προστασίας, χωρίς να τους χορηγείται ευρωπαϊκό άσυλο. γ) ...». Περαιτέρω, στον Χάρτη των Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. Ενοποιημένη απόδοση ΕΕ C 202 της 7ης Ιουνίου 2016 σελ. 389 επ.), ο οποίος είναι νομικά δεσμευτικός, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 της από 13-12-2007 Συνθήκης της Λισσαβώνας (ν. 3671/2008 - Α΄ 129), ορίζονται τα ακόλουθα: Άρθρο 6 «Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια»... Άρθρο 18 «Το δικαίωμα ασύλου διασφαλίζεται τηρουμένων των κανόνων της Σύμβασης της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 και του Πρωτοκόλλου της 31ης Ιανουαρίου 1967 περί του καθεστώτος των προσφύγων και σύμφωνα με τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ...» ... Άρθρο 51 «1 .Οι διατάξεις του παρόντος Χάρτη απευθύνονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας, καθώς και στα κράτη μέλη, μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης ...» Άρθρο 52 «1. Κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον παρόντα Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από το νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων».
5. Επειδή, στην από 28-7-1951 Διεθνή Σύμβαση της Γενεύης περί της Νομικής Καταστάσεως των Προσφύγων, η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 3989/1959 (Α΄ 201), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Άρθρο 1 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του Πρωτοκόλλου της Νέας Υόρκης της 31-1-1967, το οποίο κυρώθηκε με τον α.ν. 389/1968 - Α΄ 125, δια της απαλείψεως των λέξεων «συνεπεία γεγονότων επελθόντων προ της 1ης Ιανουαρίου 1951» και των λέξεων «συνεπεία τοιούτων γεγονότων») «1. Α. Εν τη εννοία της παρούσης συμβάσεως ο όρος «πρόσφυξ» εφαρμόζεται επί: 1. ... 2. Παντός προσώπου όπερ συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την υπηκοότητα και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης, ή εάν μη έχον υπηκοότητα τινα και ευρισκόμενον εκτός της χώρας της προηγουμένης συνήθους αυτού διαμονής, δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να επιστρέψει εις ταύτην ...» Άρθρο 26 (Ελευθέρα Κυκλοφορία) «Πάσα Συμβαλλόμενη Χώρα θα επιφυλάσση εις τους νομίμως διαμένοντας επί του εδάφους αυτής πρόσφυγας το δικαίωμα τόσον εκλογής του τόπου διαμονής αυτών, όσον και ελευθέρας κυκλοφορίας, υπό την επιφύλαξιν τυχόν υπάρξεως κανόνων εφαρμοζομένων, υπό τας ιδίας συνθήκας, εις αλλοδαπούς εν γένει». Άρθρο 31 (Πρόσφυγες παρανόμως διαμένοντες επί του εδάφους της χώρας της εισδοχής) «1. Αι Συμβαλλόμεναι Χώραι δεν θα επιβάλλουν ποινικάς κυρώσεις εις πρόσφυγας λόγω παρανόμου εισόδου ή διαμονής, εάν ούτοι, προερχόμενοι απ’ ευθείας εκ χώρας ένθα η ζωή ή η ελευθερία αυτών ηπειλείτο, εν τη εννοία του άρθρου 1, εισέρχωνται ή ευρίσκωνται ήδη επί του εδάφους αυτών άνευ αδείας, υπό την επιφύλαξιν πάντως, ότι ούτοι αφ’ ενός μεν θα παρουσιασθούν αμελητί εις τας αρχάς, αφ’ ετέρου δε θα δώσουν επαρκείς εξηγήσεις περί της παρανόμου αυτών εισόδου ή διαμονής. 2. Αι Συμβαλλόμεναι Χώραι θα εφαρμόζουν επί των κινήσεων των προσφύγων τούτων μόνον τα απαραίτητα περιοριστικά μέτρα. Τα περιοριστικά μέτρα θα εφαρμόζονται μόνον μέχρις ότου ρυθμισθεί το καθεστώς των επί του εδάφους της χώρας της εισδοχής ευρισκομένων προσφύγων ή αποκτήσουν ούτοι άδειαν εισόδου εις ετέραν χώραν. Προς λήψιν της τοιαύτης αδείας, αι Συμβαλλόμεναι Χώραι θα παράσχουν εις τους πρόσφυγας λογικάς προθεσμίας ως και απάσας τας αναγκαίας διευκολύνσεις».

Τρίτη 21 Νοεμβρίου 2017

ΔΠρΜυτ 217/2017 (Προεδρ Διαδ): Μη νόμιμη η κράτηση αιτούντος άσυλο πολίτη Συρίας με την αιτιολογία ότι στερείται ταξιδιωτικών εγγράφων, καθόσον προκύπτει ότι το διαβατήριο του έχει ήδη παραδοθεί στις αρχές



[…] 2. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Στις 11.10.2017, ο αντιλέγων οδηγήθηκε στο Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Λέσβου, ως εισελθών στην χώρα άνευ των νομίμων διατυπώσεων και, την ίδια ημέρα, με την …/11.10.2017 απόφαση του Διοικητή του ως άνω Κέντρου, αποφασίστηκε ο περιορισμός της ελευθερίας του, μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών υποδοχής και ταυτοποίησης. Στις 12.10,2017, ο αντιλέγων εξέφρασε τη βούλησή του να υπαχθεί σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, ενώ, την ίδια ημέρα, με την …/12.10.2017 εισήγησή του, ο Αναπληρωτής Προϊστάμενος του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Λέσβου εισηγήθηκε τη συνέχιση της κράτησης του αντιλέγοντος για τη διαπίστωση των πραγματικών στοιχείων της ταυτότητας ή της καταγωγής του. Ακολούθως, με την …/13.10.2017 απόφαση απέλασης αλλοδαπού βάσει διαδικασίας επανεισδοχής του διευθυντή της Διεύθυνσης Αστυνομίας Λέσβου, αποφασίστηκε, αφενός η κράτηση του αντιλέγοντος, με σκοπό την άμεση επανεισδοχή του στην Τουρκία, αφετέρου η συνέχιση της κράτησής του, μέχρι την εκτέλεση της απέλασης/επανεισδοχής, διότι κρίθηκε ύποπτος φυγής. Τέλος, ο Αναπληρωτής διευθυντής της Διεύθυνσης Αστυνομίας Λέσβου, αφού έλαβε υπόψη του την …/12.10.2017 εισήγηση του Αναπληρωτή Προϊσταμένου του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Λέσβου, εξέδωσε την …/19.10.2017 απόφαση, με την οποία αποφασίστηκε, αφενός η αναστολή της …/13.10.2017 απόφασης απέλασης αλλοδαπού βάσει διαδικασίας επανεισδοχής του διευθυντή της διεύθυνσης Αστυνομίας Λέσβου, αφετέρου η κράτηση του αντιλέγοντος, με την αιτιολογία ότι ο τελευταίος, στερούμενος ταξιδιωτικών ή άλλων βεβαιωτικών της ταυτότητάς ταυ εγγράφων, θεωρείται ύποπτος φυγής.

3. Επειδή, ο αντιλέγων προβάλλει ότι η …/19.10.2017 απόφαση ενέχει πλάνη περί τα πράγματα καθόσον ο ίδιος διαθέτει συριακό διαβατήριο. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες κρατείται είναι απάνθρωπες και εξευτελιστικές, κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), ότι αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, ότι δεν είναι ύποπτος φυγής ή επικίνδυνος μια τη δημόσια τάξη και άτι η κράτησή ταυ αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας.

4. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη: α) τις διατάξεις των άρθρων 34 και 46 του Ν.4375/2016 (ΦΕΚ Α'51). β) ότι, καταγραφείσας, στις 12.10.2017, της βούλησης του αντιλέγοντος να υπαχθεί σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, αυτός κατέστη «αιτών διεθνή προστασία», γ) ότι, ναι μεν δεν αποκλείεται η κράτηση αλλοδαπού που αιτείται διεθνή προστασία, εντούτοις, τούτο προϋποθέτει απόφαση κράτησης, η οποία λαμβάνεται υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις, που ορίζονται στο άρθρο 46 του Ν.4375/2016, δ) ότι, με την …/12.10.2017 εισήγησή του, ο Αναπληρωτής Προϊστάμενος του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Λέσβου εισηγήθηκε τη συνέχιση της κράτησης του αντιλέγοντας για τη διαπίστωση των πραγματικών στοιχείων της ταυτότητας ή της καταγωγής του, ενώ με την …/19.10.2017 απόφασή ταυ, ο Αναπληρωτής διευθυντής της Διεύθυνσης Αστυνομίας Λέσβου, αφού έλαβε υπόψη του την ως άνω εισήγηση, αποφάσισε, αφενός την αναστολή της …/13.10.2017 απόφασης απέλασης αλλοδαπού βάσει διαδικασίας επανεισδοχής του Διευθυντή της Διεύθυνσης Αστυνομίας Λέσβου, αφετέρου την κράτηση του αντιλέγοντος, με την αιτιολογία ότι ο τελευταίος, στερούμενος ταξιδιωτικών ή άλλων βεβαιωτικών της ταυτότητάς του εγγράφων, θεωρείται ύποπτος φυγής, ε) ότι ο αντιλέγων είναι κάτοχος του … διαβατηρίου το οποίο έχει εκδοθεί από τη Συριακή Δημοκρατία και λήγει στις 19.1.2018 και στ) ότι, όπως προκύπτει από το από 11.10.2017 «αποδεικτικό παράδοσης—παραλαβής τιμαλφή κρατουμένου», το ως άνω διαβατήριο έχει παραδοθεί προς φύλαξη στον Αστυφύλακα του ΠΡΟ.ΚΕ.Κ.Α. Λέσβου, …, ενώ, από τα στοιχεία του φακέλου, δεν προκύπτει ότι η Διοίκηση έχει εκφράσει επιφυλάξεις για τη γνησιότητά τουτο Δικαστήριο κρίνει ότι η …/19.10.2017 απόφαση του Αναπληρωτή Διευθυντή της Διεύθυνσης Αστυνομίας Λέσβου στερείται νόμιμης αιτιολογίας. Συνεπώς, ο αντιλέγων κρατείται παρανόμως και πρέπει να αφεθεί ελεύθερος με τον περιοριστικό όρο της μη αναχώρησής του από την Λέσβο.

------------------------------------------------------------
ΔΠρΜυτ 218/2017 (Προεδρ Διαδ): Πλημμελώς αιτιολογημένη η απόφαση κράτησης πολίτη Συρίας για το λόγο ότι «η αίτηση ασύλου υποβλήθηκε με σκοπό να καθυστερήσει τη διαδικασία επανεισδοχής»
[…] 2. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Στις 11.10.2017, ο αντιλέγων οδηγήθηκε στο Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Λέσβου, ως εισελθών στην χώρα άνευ των νομίμων διατυπώσεων και, την ίδια ημέρα, με την …/11.10.2017 απόφαση του Διοικητή του ως άνω Κέντρου, αποφασίστηκε ο περιορισμός της ελευθερίας του, μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών υποδοχής και ταυτοποίησης. Στις 12.10.2017, ο αντιλέγων εξέφρασε τη βούλησή του να υπαχθεί σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, ενώ, στις 13.10.2017, με την …/13.10.2017 απόφαση απέλασης αλλοδαπού βάσει διαδικασίας επανεισδοχής του Διευθυντή της Διεύθυνσης Αστυνομίας Λέσβου, αποφασίστηκε, αφενός η κράτηση του αντιλέγοντος, με σκοπό την άμεση επανεισδοχή του στην Τουρκία, αφετέρου η συνέχιση της κράτησής του, μέχρι την εκτέλεση της απέλασης/επανεισδοχής, διότι κρίθηκε ύποπτος φυγής. Στη συνέχεια, με την .../19.10.2017 εισήγησή του, ο Αναπληρωτής Προϊστάμενος του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Λέσβου εισηγήθηκε τη συνέχιση της κράτησης του αντιλέγοντος «διότι τεκμηριώνεται άτι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι ο αιτών υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας προκειμένου να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής»Ακολούθως, ο Αναπληρωτής Διευθυντής της Διεύθυνσης Αστυνομίας Λέσβου,αφού έλαβε υπόψη του την ως άνω εισήγηση, εξέδωσε την …/21.10.2017 απόφασημε την οποία αποφασίστηκε, αφενός η ανάκληση της …13.10.2017 απόφασης απέλασης αλλοδαπού βάσει διαδικασίας επανεισδοχής του Διευθυντή της Διεύθυνσης Αστυνομίας Λέσβου, αφετέρου η κράτηση του αντιλέγοντος.

3. Επειδή, ο αντιλέγων προβάλλει άτι η κράτησή του είναι παράνομη, διότι τόσο η 28878/19.10.2017 εισήγηση ταυ Αναπληρωτή Προϊσταμένου του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Λέσβου, άσο και η επ’ αυτής ερειδόμενη … /21.10.2017 απόφαση του Αναπληρωτή Διευθυντή της Διεύθυνσης Αστυνομίας Λέσβου είναι αναιτιολόγητες. Τέλος. υποστηρίζει ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες κρατείται είναι απάνθρωπες και εξευτελιστικές, κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), ότι αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, ότι δεν είναι ύποπτος φυγής ή επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη και ότι η κράτησή του αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας.

4. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη: α) τις διατάξεις των άρθρων 34 και 46 του Ν. 4375/2016 (ΦΕΚ Α'51), β) ότι, καταγραφείσας, στις 12.10.2017, της βούλησης του αντιλέγοντος να υπαχθεί σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, αυτός κατέστη «αιτών διεθνή προστασία», γ) ότι, ναι μεν δεν αποκλείεται η κράτηση αλλοδαπού που αιτείται διεθνή προστασία, εντούτοις, τούτο προϋποθέτει απόφαση κράτησης, η οποία λαμβάνεται υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις, που ορίζονται στο άρθρο 46 του Ν.4375/2016 και δ) ότι, με την …/19.10.2017 εισήγηση του Αναπληρωτή Προϊσταμένου του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Λέσβου, επί της οποίας ερείδεται η …/21.10.2017 απόφαση του Αναπληρωτή Διευθυντή της Διεύθυνσης Αστυνομίας Λέσβου, προτάθηκε η συνέχιση της κράτησης του αντιλέγοντος «διότι τεκμηριώνεται ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι ο αιτών υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας προκειμένου να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής», δίχως, όμως, να παρατίθενται τα αντικειμενικά κριτήρια που οδήγησαν στο σχηματισμό της εν λόγω πεποίθησηςτο Δικαστήριο κρίνει ότι η …/19.10.2017 εισήγηση του Αναπληρωτή Προϊσταμένου του  Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Λέσβου και η επ' αυτής ερειδόμενη …/21.10.2017 απόφαση του Αναπληρωτή Διευθυντή της Διεύθυνσης Αστυνομίας Λέσβου είναι πλημμελώς αιτιολογημένες. Συνεπώς, ο αντιλέyων κρατείται παρανόμως και πρέπει να αφεθεί ελεύθερος με τον περιοριστικό όρο της μη αναχώρησής ταυ από την Λέσβο.
[ΣΗΜ: Βλ. ομοίως και την υπ’ αριθμ 219/2017 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου]
πηγή : http://www.immigration.gr

Σάββατο 2 Απριλίου 2016

"Παράνομη Μετανάστευση και Πολιτικό Άσυλο" [Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη]




«Πώς σχετίζονται το Άσυλο και η Μετανάστευση;»
Η θέσπιση ενός συστήματος ασύλου «δίκαιου και αποτελεσματικού» αποτελεί αναπόσπαστο μέρος μιας σύγχρονης και ολοκληρωμένης πολιτικής της διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών. Η δίκαιη αλλά ταχεία διαδικασία του ασύλου, όπως αυτή που εφαρμόζεται τώρα στην Ελλάδα, εξασφαλίζει ότι οι αμιγώς οικονομικοί μετανάστες δεν έχουν λόγο να καταφύγουν στο σύστημα ασύλου, εφόσον γνωρίζουν πως η απόρριψη της αίτησής τους θα γίνει σύντομα, ενώ οι πραγματικοί πρόσφυγες λαμβάνουν τα ευεργετήματα που προβλέπονται από τις διεθνείς συμβάσεις και την εθνική νομοθεσία σε εύλογο χρόνο.
«Ποιος είναι πρόσφυγας;» [1]
Πρόσφυγας είναι το άτομο, το οποίο βρίσκεται έξω από την πατρίδα του, και το οποίο διατρέχει βάσιμο φόβο δίωξης, λόγω της φυλής, της θρησκείας, της εθνικότητας, της συμμετοχής του σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή των πολιτικών του πεποιθήσεων, και λόγω αυτού του φόβου δεν μπορεί να γυρίσει εκεί. Με την έννοια «δίωξη» νοείται η παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, όπως τα βασανιστήρια, η αυθαίρετη κράτηση, η διακριτική μεταχείριση που θέτει σε κίνδυνο την επιβίωση του διωκόμενου κοκ.
«Ποια είναι η διαφορά πρόσφυγα και οικονομικού μετανάστη;»
Οικονομικοί μετανάστες είναι τα πρόσωπα που εγκαταλείπουν τη χώρα τους προσβλέποντας σε καλύτερες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης, στις χώρες τελικού προορισμού τους. Πρόσφυγες, αντίθετα, είναι εκείνοι που φοβούνται για τη ζωή τους λόγω της φυλής, της θρησκείας, των πολιτικών τους πεποιθήσεων κλπ. Οι οικονομικοί μετανάστες έχουν καταρχήν τη δυνατότητα να επιστρέψουν στην πατρίδα τους όποτε το θελήσουν, σε αντίθεση με τους πρόσφυγες, που δεν μπορούν να επιστρέψουν μέχρι να αλλάξει εκεί η κατάσταση, έτσι ώστε να μπορούν να γυρίσουν και να είναι ασφαλείς. Αυτό επιτάσσει η διεθνής Σύμβαση της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων, άλλα διεθνή και ευρωπαϊκά κείμενα και η εθνική νομοθεσία. [2] Με άλλα λόγια, μόνο εάν κάποιος δεν είναι πρόσφυγας, τότε μπορεί να επιστραφεί στη χώρα του.
«Είναι αλήθεια ότι η Ελλάδα δεν πραγματοποιεί απελάσεις, ακόμη και όσων δεν είναι πρόσφυγες, με αποτέλεσμα όλοι οι αλλοδαποί, που έρχονται χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις, να παραμένουν εδώ;»
Η Ελληνική Αστυνομία υλοποιεί προγράμματα εθελοντικών και αναγκαστικών επιστροφών, σχετικές δε πληροφορίες αναρτώνται στην ιστοσελίδα της (http://www.astynomia.gr). Ωστόσο, αρκετές χώρες δεν αναγνωρίζουν τους υπηκόους τους ως τέτοιους ή δεν συνεργάζονται επαρκώς για την έκδοση ταξιδιωτικών εγγράφων, που είναι αναγκαία για την επιστροφή τους. Μπορεί ορισμένες χώρες να μην εκπροσωπούνται καν στην Ελλάδα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να καθυστερεί η διαδικασία επιστροφών.
«Μπορεί η Ελλάδα να επιστρέψει στη χώρα τους αυτούς, των οποίων το αίτημα ασύλου έχει απορριφθεί, και βρίσκονται παράνομα εδώ, έστω και χωρίς την επίσημη συγκατάθεση της χώρας αυτής;»
Η συνεργασία των χωρών καταγωγής είναι απολύτως αναγκαία. Σε διαφορετική περίπτωση υπάρχει παραβίαση των διεθνών κανόνων.


Το Άσυλο στην Ελλάδα
«Γιατί πρέπει να υπάρχει στην Ελλάδα μια διαδικασία για τη χορήγηση ασύλου ('διεθνούς προστασίας');»
Στην Ευρώπη, αλλά και σε πολλά άλλα μέρη του κόσμου (Β. Αμερική, Ν. Αφρική, Μέση Ανατολή κλπ.), καταφθάνουν πολλοί υπήκοοι άλλων χωρών με πρόθεση να παραμείνουν για κάποιο χρονικό διάστημα, έχοντας αφήσει τη χώρα τους είτε επειδή εκεί κινδυνεύει η ζωή τους, η σωματική τους ακεραιότητα ή ασφάλειά τους, είτε επειδή θέλουν να βελτιώσουν την οικονομική τους κατάσταση και εν γένει τις συνθήκες της διαβίωσής τους. Στην πρώτη περίπτωση οι χώρες στις οποίες φθάνουν, εφόσον έχουν υπογράψει τις σχετικές διεθνείς συνθήκες, έχουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις να τους παράσχουν «διεθνή προστασία», ενώ στη δεύτερη δεν έχουν συνήθως την υποχρέωση να τους δεχθούν. Οι υποχρεώσεις παροχής διεθνούς προστασίας πηγάζουν από διεθνείς συμβάσεις, το ευρωπαϊκό δίκαιο αλλά και εθνικούς κανόνες, [3] που με τη σειρά τους αποτυπώνουν και ενσωματώνουν πανάρχαιες αξίες για την προστασία του «ξένου» από τον κίνδυνο. Η Ελλάδα αποτέλεσε χώρα προέλευσης προσφύγων και μεταναστών για πολλές δεκαετίες. Τα τελευταία είκοσι χρόνια μετατράπηκε, όπως ήταν φυσιολογικό, σε χώρα προορισμού αλλά και εισόδου στην Ε.Ε., τόσο λόγω της πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας, όσο και λόγω της γεωγραφικής της θέσης, η οποία την καθιστά φυσικό σταυροδρόμι μεταξύ των χωρών της βόρειας και κεντρικής Ευρώπης και των χωρών της Ασίας και της Αφρικής. Άρα η ύπαρξη μιας αξιόπιστης διαδικασίας ασύλου ως μέρους ενός συνολικού συστήματος διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών, που να εξασφαλίζει τόσο τον πρόσφυγα από τους κινδύνους στη χώρα καταγωγής του, όσο και τη χώρα μας από τυχόν κατάχρηση της διαδικασίας αυτής από πρόσωπα που δεν δικαιούνται προστασία, είναι σημαντική.

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2016

European Court of Human Rights : CASE OF M.S.S. v. BELGIUM AND GREECE (Application no. 30696/09)


Πραγματικά περιστατικά (το κείμενο της απόφασης σε link στο τέλος του κειμένου) : 
Ο προσφεύγων, Αφγανός υπήκοος, εισήλθε στην Ευρωπαϊκή Ένωση από την Ελλάδα. Τον Φεβρουάριο του 2009 έφτασε στο Βέλγιο, όπου ζήτησε άσυλο. Σύμφωνα με τον κανονισμό Δουβλίνο (165), το βελγικό Γραφείο Αλλοδαπών ζήτησε από τις ελληνικές αρχές να αναλάβουν την ευθύνη για την αίτηση ασύλου και διέταξε τον αιτούντα να φύγει από τη χώρα. Ο προσφεύγων υπέβαλλε αίτηση για την αναστολή της απόφασης απέλασής του στην Ελλάδα, η οποία απορρίφθηκε. Στο μεσοδιάστημα, οι ελληνικές αρχές διαβίβασαν στο βελγικό γραφείο αλλοδαπών, ένα τυποποιημένο έγγραφο με το οποίο αναλάμβαναν την ευθύνη τους να εξετάσουν την αίτηση ασύλου, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι ο αιτών θα είναι σε θέση να υποβάλει αίτηση ασύλου κατά την άφιξή του στη χώρα. Ακολούθως, στις 15 Ιουνίου του 2009 ο αιτών στάλθηκε πίσω στην Ελλάδα. Κατά την άφιξή του τέθηκε αμέσως υπό κράτηση για τέσσερις ημέρες, σε ένα κτίριο δίπλα στο αεροδρόμιο, με άθλιες συνθήκες, κατά τους ισχυρισμούς του. Στις 18 Ιουνίου του 2009 απελευθερώθηκε και του χορηγήθηκε πράσινη κάρτα, με την προειδοποίηση να παρουσιαστεί στις αρμόδιες αρχές και να δηλώσει τη διεύθυνση του, ώστε να του κοινοποιηθεί η πορεία της αίτησής του. Ο αιτών, καθώς δεν είχε κατοικία και άρα διεύθυνση, δεν παρουσιάστηκε καν στις αρμόδιες αρχές και μην έχοντας κανένα μέσο επιβίωσης, έζησε στο δρόμο. Αργότερα, καθώς προσπαθούσε να φύγει παρανόμως από την Ελλάδα, συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση για μία εβδομάδα στο κτίριο δίπλα στο αεροδρόμιο, όπου φέρεται να ξυλοκοπήθηκε από την αστυνομία. Μετά την απελευθέρωσή του, συνέχισε να ζει στο δρόμο.
Όταν η κάρτα του αιτούντος άσυλο ανανεώθηκε το Δεκέμβριο του 2009, ελήφθησαν μέτρα για να βρεθεί κάποιο κατάλυμα, χωρίς κανένα όμως αποτέλεσμα. 

Το ΕΔΑΔ με την απόφασή του καταδίκασε τόσο την Ελλάδα, όσο και το Βέλγιο για παραβίαση των άρθρων 3 και 13 της ΕΣΔΑ. Την μεν Ελλάδα άμεσα, λόγω της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης που επιφυλάσσεται στους αιτούντες άσυλο στα κέντρα συγκέντρωσής τους, και ιδίως για τις συνθήκες κράτησης και διαβίωσης (166), καθώς και τις αποτυχίες της διαδικασίας ασύλου και τον κίνδυνο της απέλασης στη χώρα καταγωγής τους, χωρίς σοβαρή εξέταση της ουσίας της αίτησης τους και χωρίς πρόσβαση σε μια αποτελεσματική θεραπεία (167). 
Το δε Βέλγιο, εμμέσως, εξαιτίας της απομάκρυνσης του αιτούντος άσυλο στην Ελλάδα, όπου εκτέθηκε σε μεταχειρίσεις που είναι αντίθετες με τις εγγυήσεις της Σύμβασης. 

Η απόφαση αυτή είναι διδακτική από πολλές απόψεις. 
Καταρχάς, από πλευράς ουσίας ενισχύει τα δικαιώματα των προσώπων αιτούντων άσυλο (168), επιβεβαιώνοντας την αρχή της μη επαναπροώθησης (169). Όσον αφορά το κρίσιμο ζήτημα της ευθύνης του Βελγίου - λόγω της μεταφοράς του αιτούντος άσυλο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 παρ. 1 του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ- το Δικαστήριο, αφού παρέθεσε τις βασικές αρχές της Bosphorus (170), κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν τίθεται πεδίο εφαρμογής της, δεδομένου ότι: 
«…οι Βελγικές Αρχές θα μπορούσαν, σύμφωνα με τον Κανονισμό, να μην προωθήσουν τον προσφεύγοντα, αν είχαν θεωρήσει ότι το κράτος προορισμού, δηλαδή η Ελλάδα, δεν πληρούσε τις υποχρεώσεις της απέναντι στη Σύμβαση (…) Συνεπώς το Δικαστήριο θεωρεί ότι το επίδικο μέτρο που έλαβαν οι Βελγικές Αρχές δεν υπαγόταν αυστηρά στις διεθνείς έννομες υποχρεώσεις που δεσμεύουν το Βέλγιο». (171)
Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο στηριζόμενο στο γράμμα της παρ. 2 του άρθρου 3 του Κανονισμού, γνωστή και ως «ρήτρα κυριαρχίας», εκτίμησε ότι οι Βελγικές Αρχές διέθεταν τη διακριτική ευχέρεια - γεγονός που τις τοποθετεί αυτόματα εκτός του πεδίου της Bosphorus - να εφαρμόσουν τη ρήτρα κυριαρχίας και να εξετάσουν οι ίδιες, την αίτηση ασύλου. Επιπλέον, έλαβε δεόντως υπόψη του ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της απόφασής των αρμόδιων εθνικών αρχών, είχαν ήδη δημοσιευτεί μια σειρά από αντικειμενικά στοιχεία (172), τα οποία τους επέτρεπαν, να γνωρίζουν την επικρατούσα κατάσταση στην Ελλάδα και την έλλειψη εγγυήσεων προστασίας σε αυτή, των αιτούντων άσυλο. 

Δεν μπορεί παρά να διακρίνει κανείς τη μομφή που επιρρίπτει το Δικαστήριο, μέσω της διαπίστωσης παραβίασης σε βάρος της Ελλάδος και του Βελγίου, στο σύστημα του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ της ΕΕ και στις εγγενείς του αδυναμίες (173), επισημαίνοντας εμμέσως, πλην σαφώς, την ανάγκη τροποποίησης του (174). Το ΕΔΑΔ με την απόφασή του εφιστά την προσοχή των κρατών μελών σε ένα ζήτημα ιδιαίτερα ευαίσθητο και πολιτικά λεπτό, όπως αυτό του ασύλου. 
Από την άλλη, μια δεύτερη ανάγνωση της απόφασης αναδεικνύει κρίσιμα ζητήματα που έχουν προκαλέσει έντονη συζήτηση και προβληματισμό, στο πλαίσιο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Ένωσης στην ΕΣΔΑ. Πιο αναλυτικά, αποφαινόμενο το ΕΔΑΔ ότι οι Βελγικές Αρχές, κατ’ ενάσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας, απέκλεισαν την εφαρμογή της ρήτρας κυριαρχίας, εκ των πραγμάτων κλήθηκε να ερμηνεύσει - έστω κι ακροθιγώς - την επίμαχη διάταξη του ενωσιακού δικαίου. Και ναι μεν, η συγκεκριμένη διάταξη φάάνηκε αρκετά σαφής, ώστε εύκολα το Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμά του, όμως διερωτάται κανείς τι θα γίνει σε μια μελλοντική περίπτωση, όπου τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό πλαίσιο της υπόθεσης θα είναι πιο περίπλοκα. (175) Ο ως άνω προβληματισμός άπτεται ενός γενικότερου· εκείνου της διατήρησης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της ΕΕ (176) κατά τη διαδικασία προσχώρησης, πρωτίστως δε του αποκλειστικού προνομίου (177) του Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου να «εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου κατά την εφαρμογή και την ερμηνεία των Συνθηκών» (178).
Μαγδαληνή Ε. Γαλίτου
----------------------------------------------------
163 ΕΔΑΔ(Τμήμα μείζονος συνθέσεως) 21.01.2011, MSS/Βελγίου και Ελλάδος, 30696/09, Reports of Judgements and Décisions 2011. 
164 Το «σύστημα του Δουβλίνου» στοχεύει στην εφαρμογή ενός κοινού συστήματος ευρωπαϊκού ασύλου και καθορίζει, μεταξύ άλλων, τους κανόνες προσδιορισμού του Κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση μιας αίτησης ασύλου από υπήκοο τρίτης χώρας. Βασική επιδίωξή του είναι η εξασφάλιση ότι κάθε αιτών έχει πρόσβαση σε διαδικασία ασύλου, εμποδίζοντας την εξέταση της αίτησης από περισσότερα του ενός κράτη μέλη. Ειδικότερα, τα κριτήρια και οι μηχανισμοί καθορισμού του αρμόδιου κράτους προβλέπονται από τον υπ’ αριθμ. 343/2003 Κανονισμό του Συμβουλίου της 18.02.2003 («Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ» ΕΕ L 50 της 25.2.2003, σ. 1-10). Ο κανονισμός αυτός αντικατέστησε με πράξη κοινοτικού δικαίου, τις διατάξεις της Σύμβασης Δουβλίνου του 1990 («Δουβλίνο Ι»). 
165 Το άρθρο 3 παρ. 1 του Κανονισμού 343/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ. 1 αυτού, ορίζει ως αρμόδιο κράτος για την εξέταση της αιτήσεως ασύλου, το κράτος εκείνο στο οποίο ο αιτών εισήλθε για πρώτη φορά στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 
166 MSS,ό.π. σκ.264. 
167 MSS,ό.π. σκ.321. 
168 Ωστόσο, και λαμβάνοντας υπόψη τον απόλυτο χαρακτήρα του άρθρου 3 της Σύμβασης, έχει επισημανθεί από τον πρώην Πρόεδρο του Δικαστηρίου, Costa J. ότι «δεν είναι στις προθέσεις και στους σκοπούς του Δικαστηρίου να αποτελέσει ένα δικαστήριο επόμενου βαθμού στις υποθέσεις μεταναστευτικού χαρακτήρα από όλη την Ευρώπη, καθώς και ότι ένα διεθνές δικαστήριο δεν μπορεί να επωμιστεί ένα τέτοιο βάρος. Γι’ αυτό εναπόκειται στα κράτη μέλη να προβλέψουν και να θεσπίσουν εσωτερικές διαδικασίες που να αντιμετωπίζουν τα ζητήματα αυτά».[Costa J.P., On the Legitimacy of the European Court of Human Rights’ Judgments, EuConst:2 (2011)σ.173-182 (181)]. 169 Άρθρο 33 Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για τους πρόσφυγες, διαθέσιμη σε http://www2.ohchr.org/english/law/refugees.htm, επίσκεψη 22.11.2012 και σε Παπασιώπη-Πασιά Ζ. Δίκαιο καταστάσεως αλλοδαπών, Β’ έκδοση (2004), Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.157-158 και 177). 
170 MSS,ό.π. σκ.338. 
171 MSS,ό.π. σκ.340.
172 MSS, ό.π. σκ.347-350. Με τις σκέψεις του αυτές το Δικαστήριο δικαιολόγησε και τους λόγους που οδήγησαν το ίδιο στην αλλαγή της προηγούμενης οικείας νομολογίας του, την οποία και επικαλέστηκε η Βελγική Κυβέρνηση, σύμφωνα με την οποία: α) στην περίπτωση κράτους που έχει την ιδιότητα του μέλους της Σύμβασης και φαίνεται να έχει προβλέψει διαδικασία αιτήσεως ασύλου που τηρεί την Σύμβαση, τότε η μεταφορά αιτούντος άσυλο σε αυτό, από άλλο κράτος δεν συνιστά έμμεση επαναπροώθηση και παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του τελευταίου [ΕΔΑΔ (απόφαση παραδεκτού) 07.03.2000, Τ.Ι/Ηνωμένου Βασιλείου, 43844/1998, Reports of Judgments and Decisions 2000-III] και β) η Ελλάδα, ελλείψει αντίθετης αποδείξεως τεκμαίρεται ότι θα τηρήσει το άρθρο 3 της Σύμβασης καθώς και τις υποχρεώσεις της από το κοινοτικό δίκαιο, σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις σε θέματα διαδικασίας και υποδοχής αιτούντων άσυλο [ΕΔΑΔ (απόφαση παραδεκτού) 02.12.2008, K.R.S./Ηνωμένου Βασιλείου,32733/08, αδημ]. 
173 Βλ. τη συγκλίνουσα γνώμη στην απόφαση του δικαστή Ροζάκη, ο οποίος περιγράφει με γλαφυρό τρόπο τη σημερινή κατάσταση στα εξωτερικά σύνορα των ευρωπαϊκών χωρών, ιδίως των ελληνικών, γεγονός που φαίνεται να μη λαμβάνεται επαρκώς υπόψη από τη μεταναστευτική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου και του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ. 
174 Η πεποίθηση αυτή ότι η εν λόγω απόφαση θα ωθήσει τη διαδικασία αναθεώρησης του συστήματος ασύλου, όπως διαμορφώνεται από τον Κανονισμό Δουβλίνου σήμερα, αποκαλύπτεται με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο στην μερικώς συγκλίνουσα-μερικώς διαφωνούσα γνώμη στην απόφαση του Δικαστή Sajo, ο οποίος «χαιρετεί το μεγαλύτερο μέρος των συνεχειών που θα δοθούν κατά πάσα πιθανότητα στην απόφαση αυτή, δηλαδή την αναμενόμενη βελτίωση της διαχείρισης των διαδικασιών ασύλου που υπάγονται στο σύστημα του Δουβλίνο».
175 Αναλυτικά για το ζήτημα αυτό βλ. Jacque (2011) ό.π. σ.1013-1014. 
176 Το Πρωτόκολλο υπ’ αριθμ. 8 της Συνθήκης Λισαβόνας και συγκεκριμένα το άρθρο 1 απαιτεί η συμφωνία προσχώρησης στην ΕΣΔΑ μεταξύ της ΕΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης να «εκφράζει την ανάγκη διαφύλαξης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της ΕΕ και του δικαίου της, ιδίως όσον αφορά α) την ενδεχόμενη συμμετοχής της Ένωσης στα ελεγκτικά όργανα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, β) τα μέσα για τον προσδιορισμό στις ατομικές προσφυγές του αρμόδιου καθ’ ου ή των αρμοδίων καθ’ ων, μεταξύ της ΕΕ και ενός ή περισσότερων Κρατών Μελών. Για μια ενδελεχής παρουσίαση των ερμηνειών της σχετικής πρόβλεψης, βλ. Mahoney P. (2011), ό.π. (18-22). 
177 Πρβλ. Γνωμοδότηση 1/91 του Δικαστηρίου της 14.12.1991 σχετικά με τη σχέδιο συμφωνίας της Κοινότητας με τις Χώρες της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών και την δημιουργία Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, Συλλογή 1991, Ι-6079 με κρίσιμες σκέψεις τις 34-35. 
178 Άρθρο 19 ΣΕΕ/Λ. 

Διαβάστε την απόφαση του Δικαστηρίου : CASE OF M.S.S. v. BELGIUM AND GREECE (Application no. 30696/09)