Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Ν. 4325/2015. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Ν. 4325/2015. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2016

"Η ρύθμιση του άρθρου 94 ΚΠολΔ μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 4335/2015" [Γ. Ορφανίδης, Καθηγητής Πολιτικής Δικονομίας στη Νομική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών]

           

     Ι. Εισαγωγή

Με το ν. 4335/2015 τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρ. 94 ΚΠολΔ που προβλέπει το θεσμό της υποχρεωτικής σύμπραξης πληρεξουσίου δικηγόρου στην πολιτική δίκη. Διευρύνεται σημαντικά το πεδίο νομικών υποθέσεων ως προς τις οποίες είναι υποχρεωτική η παράσταση των διαδίκων με πληρεξούσιο δικηγόρο. Ο αποκαλούμενος «φυσικός» διάδικος μπορεί να παρίσταται πλέον μόνος του στις δίκες για τις μικροδιαφορές (άρθρ. 466) και προκειμένου να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος (άρθρο 94 παρ. 2). ΄Ετσι αφ’ ενός μεν περιορίζεται ο κύκλος των υποθέσεων της καθ’ ύλην αρμοδιότητος του ειρηνοδικείου στις οποίες ο διάδικος μπορεί να παρασταθεί χωρίς δικηγόρο, αφ’ ετέρου δε καταργείται η εξαίρεση των ασφαλιστικών μέτρων ως περίπτωση επίσης μη υποχρεωτικής έως πρότινος παραστάσεως διαδίκου με δικηγόρο. Τροποποιείται μία ρύθμιση που  ίσχυε από την εισαγωγή του ΚΠολΔ το 1968 (άρθρο 95). Με τους ν. 3994/2011 και 4055/2012 υπήρξε ήδη ένα πρώτο ρήγμα στη ρύθμιση του άρθρ. 94. Η επέκταση της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου από τις 12.000 στις 20.000 οδήγησε στην πρόβλεψη υποχρέωσης για παράσταση του διαδίκου με δικηγόρο όταν το αντικείμενο της διαφοράς υπερβαίνει τις 12.000 ευρώ (ν. 3994/2011). Επίσης, προβλέφθηκε ότι για την κατάρτιση της έγγραφης συμφωνίας του συναινετικού διαζυγίου οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο (ν. 4055/2012).
Δεν τροποποιήθηκε πάντως η διάταξη της τρίτης παραγράφου του άρθρ. 94 κατά την οποία στις  περιπτώσεις της παρ. 2 ο δικαστής έχει δικαίωμα, εκτιμώντας τις ιδιαίτερες περιστάσεις, να υποχρεώσει το διάδικο να προσλάβει δικηγόρο.
Η ικανότητα προς το δικολογείν είναι ως γνωστόν η ικανότητα αυτοπροσώπου επιχειρήσεως διαδικαστικών πράξεων στη δίκη από τον διάδικο. Είναι προϋπόθεση για το κύρος αυτών. Ελλείπει αν ο νόμος προβλέπει την υποχρεωτική εκπροσώπηση του διαδίκου από δικηγόρο, όπως συμβαίνει κατά τα ανωτέρω κατά τον ΚΠολΔ. Ισχύει όχι μόνο για την προφορική συζήτηση, όπως ενδεχόμενα αφήνει να εννοηθεί η διάταξη του άρθρ. 94, αλλά κατ’ αρχήν για όλες τις διαδικαστικές πράξεις που συνέχονται με τη δίκη. Η έλλειψη καθιστά τη διαδικαστική πράξη απαράδεκτη ή μη έγκυρη ενώ ο αυτοπροσώπως παριστάμενος κατά τη συζήτηση διάδικος λογίζεται ως μη παριστάμενος και δικάζεται ερήμην (άρθρ. 271, 272)[1].

ΙΙ. Ιστορική αναδρομή

Κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες του ΚΠολΔ ο Σακκέτας είχε εισηγηθεί στη Συντακτική Επιτροπή του ΚΠολΔ τη διατήρηση των διατάξεων που ίσχυαν τότε και καθιέρωναν υποχρέωση παραστάσεως με δικηγόρο με ορισμένες προβλεπόμενες στο νόμο εξαιρέσεις. Το τότε ισχύον απέδιδε ο δικηγορικός κώδικας, όπως είχε θεσπισθεί με το ν.δ. της 5/20 Μαΐου 1926 και κυρωθεί με το ν.δ. της 13 Νοεμβρίου 1927 και το ν. 4627 – 3/7 Μαΐου 1930[2].  Κατά τη διάταξη του άρθρ. 35 εδ. 3 η άνευ δικηγόρου ενέργεια και παράσταση ήταν δυνατή επί ειρηνοδικειακών διαφορών και ενώπιον «πάσης δικαστικής αρχής προς αποτροπήν επικειμένου κινδύνου (άσκησις ενδίκων, διακοπή παραγραφής κλπ.)»[3]. Το δικαστήριο μπορούσε όμως και στις περιπτώσεις αυτές να υποχρεώσει το διάδικο σε πρόσληψη δικηγόρου ή δικολάβου για την περαιτέρω υπεράσπιση της υποθέσεως εάν έκρινε τούτο αναγκαίο[4]. Η ρύθμιση αυτή εισάγεται καίτοι δεν υφίσταται επαρκής αριθμός δικηγόρων σε όλη τη χώρα ενώ υπήρχε ευρεία διασπορά Ειρηνοδικείων. Σημειώνεται ότι με τη διάταξη του άρθρ. 35 εδ. 3 του Κώδικα Δικηγόρων είχε τροποποιηθεί η διάταξη του άρθρ. 637 εδ.3 ΠολΔ/1834 που επέτρεπε την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων κατά τη διαδικασία ενώπιον του προέδρου των πρωτοδικών. Η διαδικασία αυτή περιελάμβανε και τα προσωρινά μέτρα (άρθρ. 634- 634 Α ΠολΔ)[5].  Επομένως, βάσει της μεταγενέστερης διατάξεως του Κώδικα Δικηγόρων δεν επιτρεπόταν στους διαδίκους να εμφανίζονται αυτοπροσώπως στις δίκες για τα προσωρινά μέτρα. Στην εισήγησή του ο Σακκέτας πρότεινε την επέκταση της εξαιρέσεως για την αυτοπρόσωπη παράσταση του διαδίκου, μεταξύ άλλων, και στην περίπτωση της διαδικασίας ενώπιον του προέδρου των πρωτοδικών[6]. Η τελική πρότασή του προέβλεπε την υποχρεωτική παράσταση με δικηγόρο ενώπιον μόνο των πολυμελών πολιτικών δικαστηρίων. Εξαιρούνταν δηλαδή τα μονομελή πρωτοδικεία και τα ειρηνοδικεία, συμπεριλαμβανομένων προφανώς και των ασφαλιστικών μέτρων, όπως επίσης η διαδικασία ενώπιον του προέδρου του δικαστηρίου που δίκαζε κατά την επ’ αναφορά διαδικασία, δηλαδή την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 640 ΠολΔ)[7]. Τελικώς, η Συντακτική Επιτροπή αποφάσισε την υποχρεωτική παράσταση με δικηγόρο και επί μονομελών δικαστηρίων πλην του ειρηνοδικείου[8]. Αργότερα η εξαίρεση για την αυτοπρόσωπη παράσταση του διαδίκου αναδιατυπούται. Η εξαίρεση της παρ. 2β για παραστάσεις «ενώπιον του προέδρου του δικαστηρίου δικάζοντος κατά την επ΄ αναφορά διαδικασίαν» λαμβάνει  κατόπιν προτάσεως του Γ. Ράμμου το περιεχόμενο ότι οι διάδικοι δύνανται να παρίστανται «επί λήψεως προσωρινών και συντηρητικών μέτρων»[9]. Στο τελικό σχέδιο της Συντακτικής Επιτροπής του 1955 υιοθετείται ο όρος «ασφαλιστικά μέτρα» (άρθρ. 102 παρ. 2 β) στη θέση του όρου προσωρινά και συντηρητικά μέτρα.
Στο μεταξύ είχε ψηφισθεί ο Κώδικας Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) που στο άρθρο 39 προέβλεπε το θεσμό της υποχρεωτικής συμπράξεως πληρεξουσίου δικηγόρου ενώπιον δικαστηρίου. Κατά την παρ. 2 επιτρεπόταν κατ’ εξαίρεση η άνευ δικηγόρου ενέργεια και παράσταση «.α)… β) επί ειρηνοδικειακών διαφορών γ) ενώπιον πάσης δικαστικής αρχής προς αποτροπήν επικειμένου κινδύνου (άσκησις ενδίκων μέσων, διακοπή παραγραφής κλπ.)». Είχε υιοθετηθεί δηλαδή η διατύπωση του προηγούμενου Κώδικα περί Δικηγόρων. Τα ασφαλιστικά μέτρα στο βαθμό που εκδικάζονταν κατά την αποκληθείσα Προεδρική Δικαιοδοσία[10] απαιτούσαν τη σύμπραξη πληρεξουσίου δικηγόρου. Εξαίρεση δε μπορούσε να δικαιολογηθεί λόγω επείγοντος. Η θέση αυτή αιτιολογήθηκε και με τη σκέψη ότι η δίκη περί του προφυλακτικού μέτρου είναι εξάρτημα της κύριας δίκης περί του εξασφαλιστέου δικαιώματος[11].
Η Αναθεωρητική Επιτροπή για τον ΚΠολΔ κατόπιν προτάσεως του Γεωργίου Οικονομόπουλου προς το σκοπό και του συντονισμού προς τις σχετικές διατάξεις του τότε νέου Δικηγορικού Κώδικα διετύπωσε εκ νέου τις εξαιρέσεις από την υποχρέωση παραστάσεως με δικηγόρο. Κατά τη σχετική πρόταση παράσταση δικηγόρου δεν απαιτείτο  «…α) ενώπιον του Ειρηνοδικείου, β) επί ασφαλιστικών μέτρων και γ) προς αποτροπήν επικειμένου κινδύνου»[12]. Η θέση αυτή κατέστη θετικό δίκαιο (άρθρ. 95 παρ. 2/ ΚΠολΔ 1968) και διατηρήθηκε έως το 2011.

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

"Η ΕΠΙΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΠΕΡΓΩΝ -με αφορμή την ψήφιση του ν. 4325/2015" [του Χριστόφορου Σεβαστίδη, Δ.Ν.- Προέδρου Πρωτοδικών Μέλους του Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών – Εισαγγελέων]



(δημοσιευμένο στην Ελληνική Δικαιοσύνη 2015, σελ. 1641 επ)
Ι. Εισαγωγικά
Η χρήση της «πολιτικής επιστράτευσης» ως κρατικού μέσου κατάπνιξης απεργιακών κινητοποιήσεων συμπλήρωσε ήδη έναν αιώνα, έχοντας παραμερίσει κυρωμένες διεθνείς συμβάσεις εργασίας και συνταγματικά κείμενα και αναδεικνύοντας φανερά την αδυναμία του Κράτους να σταθεί αποστασιοποιημένο και αμέτοχο σε κοινωνικούς και ταξικούς ανταγωνισμούς. Θεσμοθετήθηκε για πρώτη φορά από την Κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου με το ν. 325/1914, ως κατ’ αρχήν απάντηση στις μεγάλες απεργίες των σιδηροδρομικών, των τραμβαγιέρηδων της Αθήνας και του Πειραιά και του προσωπικού των Τ.Τ.Τ., αλλά έχοντας ως απώτερο στόχο των περιορισμό των μαχητικών δράσεων της εργατικής τάξης. Πραγματικά οι διατάξεις του παραπάνω νόμου σύντομα επεκτάθηκαν και σε άλλες κατηγορίες εργαζομένων, όπως στους μεταλλωρύχους (ν. 1120/1918), στους εργαζόμενους στον ηλεκτρισμό, στο φωταέριο και τις μεταφορές (ν.δ. 9/1918 και 13/1918) καθώς και στους σμυριδεργάτες της Νάξου (νδ 1455/1918). Η δικτατορία του Μεταξά γενίκευσε την πολιτική επιστράτευση των απεργών με τους α.ν. 245/36, 1861/39, 1984/39 και 1986/39. Μεταπολεμικά η Κυβέρνηση του Βούλγαρη εξέδωσε το ν.δ. 450/45 καθιερώνοντας και πάλι την πολιτική επιστράτευση για την αντιμετώπιση «ανωμαλιών πάσης φύσεως δυναμένων να πρακωλύσωσι την οικονομικήν ανασυγκρότησιν ή να διαταράξωσι την κρατική ή κοινωνική ζωήν της Χώρας»(1).
ΙΙ. Νομοθετικά κείμενα- Σύνταγμα- Διεθνείς Συμβάσεις
Το πρώτο μεταπολιτευτικό νομοθέτημα που άγγιξε και πάλι το ζήτημα της πολιτικής επιστράτευσης ήταν το νδ 17/1974 «περί πολιτικής σχεδιάσεως εκτάκτου ανάγκης». Θα πρέπει να θυμηθεί κανείς ότι τούτο το ν.δ. εκδόθηκε μέσα σε ανώμαλες ιστορικά περιόδους, λίγο μετά την πτώση της απριλιανής δικτατορίας και την τουρκική επέμβαση στην Κύπρο. Θεμελιώδης νόμος του Κράτους εκείνη την περίοδο ήταν το Σύνταγμα του 1952, ενώ το Σύνταγμα του 1975 τέθηκε σε ισχύ λίγους μήνες αργότερα. Εξακολούθησε ωστόσο να ισχύει το παραπάνω ν.δ. και να αποτελεί «σωσίβιο» κυβερνητικών αδιεξόδων απέναντι σε ανυποχώρητους απεργούς για άλλα 23 χρόνια, παρά την ομόφωνη σφοδρή κριτική περί αντισυνταγματικότητάς του και αντίθεσής του σε Διεθνείς Συμβάσεις, όπως θα αναλυθεί παρακάτω(2). Η εφαρμογή του βασίζονταν στην συνδυασμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 3 (ήδη παράγραφος 4) και 112 παρ. 1 του Συντάγματος. Πιο ειδικά στο άρθρο 22 παρ. 4 Σ ορίζεται ότι «Οποιαδήποτε μορφή αναγκαστικής εργασίας απαγορεύεται. Ειδικοί νόμοι ορίζουν τα σχετικά με την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών…», ενώ το άρθρο 112 παρ. 1 Σ προβλέπει ότι «Σε θέματα που για τη ρύθμισή τους προβλέπεται ρητά από διατάξεις του Συντάγματος η έκδοση νόμου, οι κατά περίπτωση νόμοι ή διοικητικές πράξεις κανονιστικού χαρακτήρα, που υπάρχουν κατά την έναρξη της ισχύος του, εξακολουθούν να ισχύουν ώσπου να εκδοθεί ο νόμος που προβλέπεται κατά περίπτωση, εκτός αν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του Συντάγματος». Η μη έκδοση λοιπόν «ειδικού νόμου» μέχρι και την ψήφιση του ν. 3536/2007 επέτρεψε την ανεμπόδιστη ισχύ και εφαρμογή του νδ 17/1974. Αγνοήθηκε ωστόσο εσκεμμένα η απαίτηση του άρθρου 112 παρ. 1 Σ να μην εφαρμόζονται εκείνες οι διατάξεις των «ειδικών νόμων», εφόσον είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του Συντάγματος και ο προφανής λόγος ήταν η «πρακτική χρησιμότητά» τους σε όλες τις μετέπειτα κυβερνήσεις.
Το νδ 17/1974 επέτρεπε την πολιτική κινητοποίηση με απόφαση του πρωθυπουργού για αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών σε καιρό ειρήνης (άρθρο 19 παρ. 1) και την συνακόλουθη πολιτική επιστράτευση προσωπικού (άρθρο 23 παρ. 1). Ως κατάσταση εκτάκτου ανάγκης θεωρούσε κάθε αιφνίδια κατάσταση που προκαλείται από φυσικά ή άλλα γεγονότα πολεμικά ή μη ή από «ανωμαλίες πάσης φύσεως» που έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ή απειλή δημιουργίας εκτεταμένων απωλειών, ζημιών και καταστροφών σε έμψυχο ή άψυχο δυναμικό ή την παρακώλυση και διατάραξη της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της Χώρας (άρθρο 2 παρ. 5). Πρόκειται σαφώς για διάταξη με πολύ πιο διευρυμένο περιεχόμενο σε σύγκριση με το άρθρο 22 παρ. 4 Σ που επιτρέπει την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών μόνο σε τέσσερις συγκεκριμένες περιπτώσεις: α) για την αντιμετώπιση αναγκών άμυνας της χώρας, β) επείγουσας κοινωνικής ανάγκης από θεομηνία, γ) ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία και δ) για την αντιμετώπιση τοπικών αναγκών των ΟΤΑ. Η «παρακώλυση και διατάραξη της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της Χώρας» του ν.δ. 17/1974 είναι μια ιδιαίτερα διευρυμένη προϋπόθεση στην οποία μπορούσαν οι κυβερνήσεις να εντάσσουν τις απεργιακές κινητοποιήσεις, αλλά που δεν μπορούσε να βρει αντιστοίχιση σε κάποια από τις περιοριστικά αναφερόμενες συνταγματικές περιπτώσεις. Πρόβλημα συμβατότητας του ν.δ. 17/1974 αναδείχθηκε και σε σχέση με τις Διεθνείς Συμβάσεις που κύρωσε η Χώρα και οι οποίες έχουν αυξημένη τυπική ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 Σ. Πιο συγκεκριμένα τα μεν άρθρα 4 και 23 παρ. 1 της ΕΣΔΑ απαγορεύουν γενικά τη δουλεία και προβλέπουν την ελευθερία της εργασίας, ενώ οι ειδικότερες Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας 29 και 105 που κυρώθηκαν από την Ελλάδα με τους νόμους 2079/1952 και ν.δ. 4221/1961 αντίστοιχα απαγορεύουν κάθε αναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία με κάθε μορφή. Η ΔΣΕ 29 εξαιρεί από την έννοια της αναγκαστικής εργασίας περιπτώσεις αντίστοιχες με αυτές του άρθρου 22 παρ. 4 β’ Σ, ενώ με μεγαλύτερη σαφήνεια η ΔΣΕ 105 θεωρεί ως αναγκαστική εργασία οποιαδήποτε «μέθοδο επιστράτευσης και χρησιμοποίησης εργατικού δυναμικού για σκοπούς οικονομικής ανάπτυξης»(3).