Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Δημόσιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Δημόσιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 16 Ιουλίου 2019

Εγκύκλιος της ΑΑΔΕ για το άρθρο 469 του νέου ΠΚ σχετικά με το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, του άρθρου 25 του Ν.1882/1990


Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η υπ' αριθμ. Ε. 2125/3-7-2019 Εγκύκλιος της ΑΑΔΕ, σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 469 του νέου Ποινικού Κώδικα, με το οποίο επέρχονται σημαντικές τροποποιήσεις στο άρθρο 25 του Ν.1882/1990, που προβλέπει το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, καθώς τα τελευταία χρόνια είχε παρατηρηθεί το φαινόμενο της άσκησης "διπλών" ποινικών διώξεων σε βάρος φορολογουμένων, αφού η μη καταβολή των παρακρατούμενων και αποδιδόμενων στο Δημόσιο φόρων, τελών και εισφορών – ΕΝΦΙΑ, ΦΠΑ, φόρος εισοδήματος, φόρος κύκλου εργασιών, φόρος ασφαλίστρων κ.λ.π., για την οποία προβλέπει ειδικό ποινικό αδίκημα το άρθρο 66 του Ν.4174/2013 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας) –, θεωρούνταν παράλληλα και ως αυτοτελές και ανεξάρτητο αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 25 του Ν.1882/1990, με αποτέλεσμα, τα ίδια ποσά να περιλαμβάνονται στους πίνακες χρεών που συνέτασαν οι Προϊστάμενοι των ΔΟΥ και ακολουθούσαν τις μηνυτήριες αναφορές τους και έτσι επιβάλλονταν δύο ποινές στον φορολογούμενο, καθώς και ο Άρειος Πάγος με την πιο πρόσφατη νομολογία του έκρινε ότι τα ποσά των παρακρατούμενων φόρων μπορούσαν να συμπεριληφθούν εκ νέου σε πίνακες χρεών προς το Δημόσιο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 25 του Ν.1882/1990 (αληθής και όχι φαινομενική συρροή), με συνέπεια την διπλή ουσιαστικά καταδίκη του φορολογουμένου για τα ίδια ποσά οφειλών.
Ειδικότερα και σύμφωνα με την ως άνω εγκύκλιο της ΑΑΔΕ προβλέπονται τα εξής: 
Με τη διάταξη του άρθρου 469 του νέου Ποινικού Κώδικα τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 25 του Ν.1882/1990, που προβλέπουν το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους και ειδικότερα προστέθηκε νέο εδάφιο γ στην παράγραφο 1 αυτού .
Οι νέες διατάξεις εφαρμόζονται ήδη από την 1/7/2019 και λόγω της αναδρομικής ισχύος της επιεικέστερης διάταξης του ποινικού νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ποινικού Κώδικα, οι διατάξεις αυτές καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς στο ποινικό ακροατήριο υποθέσεις του άρθρου 25 του Ν.1882/1990 .
Συγκεκριμένα:
  • Επαναρρύθμιση ποινικού αδικήματος.
Με τη διάταξη του άρθρου 469ΠΚ επαναρρυθμίζεται το προβλεπόμενο  από την διάταξη του άρθρου 25 του Ν.1882/1990 ποινικό αδίκημα, της μη καταβολής βεβαιωμένων στην Φορολογική Διοίκηση χρεών προς; το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθώς και τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Συγκεκριμένα, ρητώς ορίζεται ότι, στις νέες αιτήσεις και στον πίνακα χρεών, που υποβάλλονται προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, κατά το άρθρο αυτό, δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ποινικής ευθύνης του προσώπου οι ακόλουθες οφειλές:
Α) Χρέη που προέρχονται από τη μη εκτέλεση (αμιγώς) χρηματικών ποινών, που επιβλήθηκαν από ποινικό δικαστήριο και οι σχετικές με αυτές προσαυξήσεις, τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις.
Τούτο διότι, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της μεταβατικής αυτής διάταξης, η μη καταβολή της επιβληθείσας χρηματικής ποινής καταργείται πλέον, ως αυτοτελές αδίκημα του άρθρου 25 του Ν.1882/1990, καθώς δυνάμει της διάταξης της παραγράφου 6 του άρθρου 80 του νέου Ποινικού Κώδικα, το δικαστήριο, μαζί με την χρηματική ποινή ορίζει και ποινή στερητική της ελευθερίας, η οποία θα πρέπει να εκτιθεί από τον καταδικασθέντα, εάν δεν καταβληθεί η χρηματική ποινή .
Β) Χρέη που προέρχονται από τα φορολογικά αδικήματα, που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Ν.4174/2013 (ΚΦΔ), μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις.
Τούτο διότι, σύμφωνα με την ίδια ως άνω αιτιολογική έκθεση, θεραπεύεται το άτοπο της διπλής αξιολόγησης (τόσα κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν.1882/1990, όσο και του άρθρου 66 του Ν.4174/2013) αξιόποινων φορολογικών παραβάσεων και ως εκ τούτου, τα ποσά που αποτελούν το αποκομισθέν, ή το επιδιωχθέν προϊόν αυτών αποκλείονται πλέον από την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 25 του Ν.1882/1990, δεδομένου ότι, η μη καταβολή αυτών τυποποιείται πλέον ποινικά, από το άρθρο 66 του Ν.4174/2013, ήτοι από τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας .
Σχετικές οδηγίες, αναφορικά με τα εγκλήματα φοροδιαφυγής των άρθρων 66-71 του Ν.4174/2013, καθώς με τον τρόπο υποβολής των μηνυτήριων αναφορών για τα ως άνω εγκλήματα έχουν δοθεί με τις ΠΟΛ 1142/2016, ΠΟΛ 1209/2017 και Ε.2045/2019.
Κατόπιν των ανωτέρω επισημαίνεται ότι, για τις εκκρεμείς στο ακροατήριο υποθέσεις, μετά από αίτηση ποινικής δίωξης για συνολικό ποσό οφειλών άνω των εκατό (100.000) χιλιάδων Ευρώ, οι βεβαιώσεις περί της εξέλιξης των οφειλών επιβάλλεται να περιέχουν ρητή αναφορά για το ύψος των ως άνω επιμέρους χρεών του οικείου πίνακα, καθώς επίσης και του εναπομείναντος υπολοίπου ποσού, μετά την αφαίρεση  τους. Ομοίως, για τις νέες αιτήσεις ποινικής δίωξης που υποβάλλονται για τις περιπτώσεις τέλεσης του ποινικού αδικήματος του άρθρου 25 του Ν.1882/1990, οι οφειλές των ανωτέρω περιπτώσεων α) και β) θα πρέπει να εξαιρούνται από τον πίνακα χρεών.
Ο εντοπισμός των ανωτέρω περιπτώσεων, προς διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου, αλλά και προς αποφυγή υπηρεσιακής δυσλειτουργίας των εμπλεκομένων Αρχών, θα πρέπει να διενεργείται κατόπιν σχετικής έρευνας και συνεργασίας των Τμημάτων Ελέγχου και Δικαστική; Νομικής Υποστήριξης των Υπηρεσιών της Φορολογικής Διοίκησης. Ειδικότερα, θα πρέπει να γίνεται έλεγχος και προσυπογραφή από το Τμήμα Ελέγχου για την προηγούμενη υποβολή μηνυτήριας αναφοράς, κατά το άρθρο 66 του Ν.4174/2013, για τις συγκεκριμένες πράξεις, από τις οποίες προέρχονται τα χρέη και σε βάρος του ίδιου προσώπου, που έχει διωχθεί ποινικά, ή επίκειται η δίωξη του, κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν.1992/1990, για τις περαιτέρω άμεσες ενέργειες του Τμήματος Δικαστικού της Νομικής Υποστήριξης, προς τις αρμόδιες Εισαγγελικές Αρχές, περί της εφαρμογής, ή μη, της ανωτέρω διάταξης.
Τέλος, υπενθυμίζεται ότι, η υποχρέωση για την άμεση και ταυτόχρονα με την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς, ηλεκτρονική καταχώριση στο σύστημα Ο.Π.Σ.ELENXIS των στοιχείων των μηνυτήριων αναφορών του Ν.4174/2013, σύμφωνα με το ΔΕΛ.Β.1109213 ΕΞ 2016/18-7-2016 έγγραφο της Διεύθυνσης Ελέγχων και τις οδηγίες καταχώρισης, που έχουν αναρτηθεί στη σχετική ιστοσελίδα.

Τρίτη 18 Ιουνίου 2019

ΑρΠάγος (Β2) 188/19 : Αξιώσεις κατά Δημοσίου - Τοκοφορία - Δημόσιο συμφέρον


ΑρΠάγος (Β2) 188/19 : Αξιώσεις κατά Δημοσίου - Τοκοφορία - Δημόσιο συμφέρον.  Η ρύθμιση  με την οποία, επί υπερημερίας, αναγνωρίζεται στα ΝΠΔΔ το δικαίωμα να καταβάλλουν, με την ιδιότητα του οφειλέτη, ποσοστό τόκου 6% ετησίως, ήτοι μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή εξαίρεση υπέρ των ΝΠΔΔ, και δεν βρίσκεται σε αντίθεση ούτε προς τις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις του Συντάγματος, ούτε προς αυτές του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που προστατεύει την περιουσία παντός προσώπου. Και τούτο, διότι η προστασία της περιουσίας του ΝΠΔΔ είναι αναγκαία προκειμένου αυτό να παραμένει σε θέση να εκπληρώνει, απρόσκοπτα, τους προέχοντες καταστατικούς σκοπούς του και να εξυπηρετεί το γενικότερο δημόσιο ή κοινωνικό συμφέρον. Αναιρεί ως προς τόκους.


Αριθμός 188/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)", που εκπροσωπείται νόμιμα από το διάδοχό του - καθού η κλήση: Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής (1η Δ.Υ.Πε Αττικής)", το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ΣΜ, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. 
Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Π. - Ά. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΝΓ, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/12/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1754/2003 μη οριστική, 431/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8785/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον ΙΚΑ - ΕΤΑΜ με την από 29/5/2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 2026/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να συμπληρωθεί από τον εισηγητή έκθεση αναφορικά με το παραδεκτό και τη βασιμότητα του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Με την από 31/5/2018 κλήση της καλούσας η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 27/8/2018 συμπληρωματική έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 29.05.2007 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 8785/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος), που εκδόθηκε κατόπιν έφεσης κατά της 431/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου , έγινε στη συνέχεια δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή κατά ένα μέρος και αναγνωρίσθηκε ότι το αναιρεσείον υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναψεσίβλητη εντόκως το ποσό των δύο χιλιάδων επτά ευρώ και τριάντα τριών λεπτών (2.007,33) Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Α, Ν. 3918/2011 και άρθρα 2 και 21 παρ.9 του Ν. 4238/2014). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει, μετά την έκδοση της 2026/2017 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, με njv οποία ερευνήθηκε μόνον ο πρώτος λόγος αναίρεσης, να ερευνηθεί αυτή ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του δευτέρου λόγου της (άρθρ. 577§3 Κ.ΠολΔ).
Όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η αναιρεσίβλητη με την από 31.12.2001 αγωγή της (την οποία άσκησε μαζί με άλλους 23 συναδέλφους της, ιατρούς συνδεομένους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ιδιωτικού δικαίου) ισχυρίσθηκε ότι κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ δεν κατέβαλε σ' αυτήν τα οικογενειακά επιδόματα (γάμου και τέκνων) κατά το από 1.1.1998 μέχρι 31.12.2001 χρονικό διάστημα. Ενόψει αυτού, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι αυτό οφείλει να της καταβάλει για την ανωτέρω αιτία τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, με το νόμιμο τόκο από τότε που αυτά έχουν καταστεί απαιτητά, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 431/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς αυτήν. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 8785/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (4° Τμήμα) με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η πρωτοβάθμια απόφαση ως προς την ως άνω ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, έγινε δεκτή η αγωγή της και αναγνωρίσθηκε ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτήν (ενάγουσα) το ποσό των 2.007,33 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη του τέλους κάθε μήνα του αναφερομένου στο σκεπτικό χρονικού διαστήματος, που ήταν καταβλητέα κάθε επί μέρους παροχή. Επί της ως άνω ασκηθείσης αναιρέσεως, το Δικαστήριο αυτό με την 2026/2017 απόφασή του έκρινε ότι και επί αναγνωριστικής αγωγής οφείλονται τόκοι υπερημερίας και κατ' ακολουθία το Εφετείο Αθηνών, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου, επιδίκασε τόκους επί του παραπάνω αναφερομένου ποσού, το οποίο αναγνώρισε ότι οφείλεται στην αναιρεσίβλητη και συνεπώς ο πρώτος λόγος της ένδικης αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ.Ια ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον παραπονέθηκε για την αναγνώριση σε βάρος του τόκων υπερημερίας, είναι αβάσιμος και απέρριψε αυτόν. Περαιτέρω, το Δικαστήριο αυτό με την ως άνω απόφασή του (2026/2017) για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτή, διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως αυτής, προκειμένου, κατά την επαναληπτική συζήτηση αυτής, που θα οριζόταν με επιμέλεια των διαδίκων, να έχει συμπληρωθεί από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη η έκθεσή του αναφορικά με το παραδεκτό και την βασιμότητα τον δευτέρου λόγου της ως άνω από 29 Μαίου 2017 αιτήσεως περί αναιρέσεως.

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2019

ΜΠρΛασιθίου 472/18 : Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας στο Δημόσιο - Πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου εργαζόμενων στον τομέα της καθαριότητας των ΟΤΑ - Αυτοδίκαιη παράταση των εν λόγω συμβάσεων βάσει του άρθρου 167 του Ν.4099/12


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΣΙΘΙΟΥ
ΑΡΙΘΜΟΣ 472/2018

Δικαστής : Ευάγγελος Νικολάου, Πρωτοδίκης


1. Σύμφωνα με τη ρήτρα 1 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμέ­νου χρόνου, που συνήφθη την 1813.1999 (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο) και περι­λαμβάνεται στο παράρτημα της Οδη­γίας 1999/70/Ε.Κ. του Συμβουλίου, της 28ης.6.1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαί­σιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (EE L 175), σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου είναι, μεταξύ άλλων, η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτρα­πεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου, με δεδομένο ότι το ευεργέτημα της στα­θερότητας της απασχόλησης θεωρείται μείζον στοιχείο της προστασίας των ερ­γαζομένων, ενώ μόνο υπό ορισμένες πε­ριστάσεις μπορούν οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου να ανταποκριθούν στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων (Δ.Ε.Ε. της 25ης.10.2018, C-331/17 Sciotto, EU:C:2018:859, και Δ.Ε.Ε. της 8ης.3.2012, C-251/11 Huet, EU:C:2012:133).
2. Περαιτέρω, η ρήτρα 3 της συμφω­νίας-πλαισίου προσδιορίζει ως «εργαζό­μενο ορισμένου χρόνου» εκείνο το πρό­σωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζόμενου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως η παρέλευση συ­γκεκριμένης ημερομηνίας, η ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή η πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος. Σύμφωνα δε με τη ρήτρα 5, σημείο 2, της συμφωνίας-πλαισίου, ο καθορισμός, όταν χρειάζεται, των συνθηκών υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου α) θε­ωρούνται «διαδοχικές» και β) χαρακτηρί­ζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου, εναπόκειται στα κράτη-μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και στους κοινωνικούς εταί­ρους. Είναι μάλιστα αναγκαίο να σημειω­θεί πως, μολονότι αυτή η παραπομπή στις εθνικές αρχές για τον ορισμό των συγκε­κριμένων κανόνων εφαρμογής των όρων «διαδοχικές» και «αορίστου χρόνου», κατά την έννοια της συμφωνίας-πλαισίου, εξη­γείται από τη μέριμνα να διαφυλαχθεί η πολυμορφία των εθνικών ρυθμίσεων στον τομέα αυτό, το περιθώριο εκτίμησης που καταλείπεται συναφώς στα κράτη-μέλη δεν είναι απεριόριστο, καθόσον δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να φθάσει μέχρι τη δια­κύβευση του σκοπού ή της πρακτικής απο­τελεσματικότητας της συμφωνίας-πλαισίου (Δ.Ε.Κ. της 4ης.7.2006, C-212/04 Αδενέλερ κ.λπ., EU:C:2006:443, και διάταξη της 12ης.6.2008, C-364/07 Βασιλάκης κ.λπ., EU:C:2008:346).
3. Ακόμα, η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμ­φωνίας-πλαισίου ορίζει τα εξής: «1. Για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση δια­δοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη-μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθε­σία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρα­κτική, ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέ­τρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσό­τερα από τα ακόλουθα μέτρα: α) αντικει­μενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων ερ­γασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας». Όπως έχει συναφώς κριθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την έκφραση «ισοδύναμα νο­μοθετικά μέτρα» η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας-πλαισίου αποσκοπεί στο να καλύπτει κάθε μέτρο του εθνικού δικαίου που έχει ως αντικείμενο, όπως ακριβώς και τα μέτρα που θεσπίζονται με την εν λόγω ρήτρα, την αποτελεσματική πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχι­κών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορι­σμένου χρόνου, χωρίς να έχει σημασία αν το επίμαχο εθνικό μέτρο δεν προβλέπει τα ειδικά μέτρα που απαριθμούνται στη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχεία α έως γ της συμφωνίας-πλαισίου ή αν ο σκοπός της θέσπισης του μέτρου αυτού δεν ήταν ειδι­κά η προστασία των εργαζομένων από τις καταχρήσεις που οφείλονται σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή αν το πεδίο εφαρμογής του δεν περιορίζεται μόνο στις συμβάσεις αυτές. Ως εκ τούτου, εφόσον μέτρο του εθνικού δικαίου μπορεί επίσης να συμβάλλει στην αποτελεσματι­κή πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμο­ποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, διαπίστωση που ενα­πόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κάνει, πρέπει αυτό να θεωρηθεί ισοδύναμο με τα μέτρα που απαριθμούνται στη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχεία α έως γ της συμφωνίας- πλαισίου (Δ.Ε.Κ. της 23ης.4.2009, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-378/07, C-379/07 και C-380/07, Αγγελιδάκη κ.λπ., EU:C:2009:250). Άλλωστε, η ενσωμάτωση της συμφωνίας-πλαισίου στο εθνικό δίκαιο δεν μπορεί να καταλήγει να θίγει την απο­τελεσματικότητα της εν λόγω πρόληψης, όπως διασφαλιζόταν προηγουμένως από ένα «ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο» κατά την έννοια του σημείου 1 της εν λόγω ρή­τρας 5 (Αγγελιδάκη, ό.π.), πολλώ δε μάλλον καθώς τα σημεία 1 και 3 της ρήτρας 8 της συμφωνίας-πλαισίου ορίζουν αφενός μεν ότι τα κράτη-μέλη ή/και οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να διατηρήσουν ή να εισαγάγουν ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους διατάξεις και, αφετέρου, ότι η εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επαρκή αι­τιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων, στον τομέα που καλύπτεται από αυτήν.
4. Η Οδηγία 1999/70/Ε.Κ. μεταφέρθηκε στην ελληνική νομοθεσία, που εφαρμόζε­ται στο προσωπικό του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, με το προε­δρικό διάταγμα 164/2004 «Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμέ­νου χρόνου στον δημόσιο τομέα» (Φ.Ε.Κ. Α 134/19.7.2004). Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του εν λόγω προεδρικού δια­τάγματος, οι διατάξεις του εφαρμόζονται στο προσωπικό του δημόσιου τομέα, συμ­περιλαμβανομένου και του προσωπικού των Ο.Τ.Α., καθώς και στο προσωπικό των δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων, το οποίο εργάζεται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέ­ση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας. Δυνάμει δε του άρθρου 10 του εν λόγω προεδρικού διατάγματος ρητά ορίστηκε ότι αυτό δεν θίγει ρυθμίσεις ευ­νοϊκότερες για τους εργαζόμενους εν γέ­νει, καθώς και για τους εργαζόμενους με αναπηρίες.
5. Περαιτέρω, το άρθρο 5 του προεδρι­κού διατάγματος 164/2004 ορίζει τα εξής: «Διαδοχικές συμβάσεις. 1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ εξαίρεση, εφό­σον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέ­ως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3. Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που την δικαιολο­γούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφόσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυ­τήν. Κατ εξαίρεση, ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβα­σης, λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης, δεν έχει διάρκεια μεγαλύ­τερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάτα­ξη. Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησής του. 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επι­φύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου».
6. Ακόμα, το άρθρο 6 του εν λόγω δια­τάγματος ορίζει τα εξής: «Ανώτατη διάρ­κεια συμβάσεων: 1. Συμβάσεις που κα­ταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ει­δικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας απαγορεύεται να υπερβαί­νουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συν­ολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ εφαρμογήν του προ­ηγούμενου άρθρου, είτε συνάπτονται κατ εφαρμογήν άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας. 2. Συνολικός χρόνος διάρκειας απασχόλησης άνω των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών επιτρέπεται μόνον σε περιπτώ­σεις ειδικών, από τη φύση και το είδος της εργασίας τους, κατηγοριών εργαζομένων που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, όπως, ιδίως, διευθυντικά στελέχη, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή οι­ουδήποτε επιδοτούμενου ή χρηματοδο­τούμενου προγράμματος, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται για την πραγματοποίηση έργου σχετικού με την εκπλήρωση υποχρε­ώσεων που απορρέουν από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς».
7. Σε επίπεδο κυρώσεων, το άρθρο 7 του προεδρικού διατάγματος 164/2004 ορίζει τα εξής: «Συνέπειες παραβάσεων: 1. Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυ­τοδικαίως άκυρη. 2. Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται. Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργα­σίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελί­ας της συμβάσεως του. Εάν οι άκυρες συμ­βάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβά­νεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις. Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο. 3. Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγ­ματος τιμωρείται με φυλάκιση (άρθρο 5 του νόμου 1338/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 5 του νόμου 1440/1984). Αν το αδίκημα διαπράχθηκε από αμέλεια, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Η ίδια παράβαση στοιχειοθετεί παράλληλα και σοβαρό πειθαρχικό παρά­πτωμα».
8. Όπως έχει συναφώς κριθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τις παραπάνω προβλέψεις τους, τα άρ­θρα 5 και 6 του προεδρικού διατάγματος 164/2004 θέτουν σε εφαρμογή, στον δημό­σιο τομέα, όλα τα μέτρα για την πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης δια­δοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που απαριθμούνται στη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχεία α έως γ της συμφωνίας-πλαισίου (Αγγελιδάκη, ό.π.). Αντιστοίχως, οι κυρώσεις του άρθρου 7 του εν λόγω προεδρικού διατάγ­ματος θα μπορούσαν να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις διασφάλισης της πλήρους αποτελεσματικότητας των κανόνων που έχουν θεσπιστεί κατ εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου, υπό την αναγκαία προϋπόθεση, που εναπόκειται στο εθνικό δι­καστήριο να διαπιστώσει, ότι οι προϋπο­θέσεις εφαρμογής, καθώς και η εφαρμογή στην πράξη των παραπάνω κυρώσεων, καθιστούν τη διάταξη αυτή κατάλληλο μέτρο για να αποτρέπεται και, εν ανάγκη, να τιμωρείται η καταχρηστική χρησιμοποίηση από τις διοικητικές αρχές διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμέ­νου χρόνου (Αγγελιδάκη, ό.π., Βασιλάκης, ό.π., και Δ.Ε.Κ., διάταξη της 24ης.4.2009, C-519/08 Κούκου, EU:C:2009:269. Πρβλ. όμως και την απόφαση του Δ.Ε.Ε. της 21ης.11.2018, C-619/17 de Diego Porras, EU:C:2018:936, σύμφωνα με την οποία εθνι­κή διάταξη η οποία προβλέπει την υποχρε­ωτική καταβολή αποζημίωσης στους εργαζόμενους που απασχολούνται με ορισμένες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου κατά τη λήξη της χρονικής περιόδου για την οποία συνήφθησαν οι συμβάσεις αυτές δεν εμπίπτει, εκ πρώτης όψεως, σε μία από τις δύο κατηγορίες μέτρων που σκοπούν στην πρόληψη των καταχρήσεων και τα οποία αναφέρονται στη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχεία α έως γ της συμφωνίας-πλαισίου, ούτε συνιστά «ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο για την πρόληψη των καταχρήσε­ων» κατά την έννοια αυτής της διάταξης καθώς ένα τέτοιο μέτρο δεν φαίνεται ικανό να τιμωρήσει δεόντως την καταχρηστική χρησιμοποίηση συμβάσεων ή σχέσεων ερ­γασίας ορισμένου χρόνου και να εξαλείψει τις συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης).
9. Εξάλλου, ανεξάρτητα από την Οδη­γία 1999/70/Ε.Κ. και το προεδρικό διάταγ­μα 164/2004, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την κα­ταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, διά της προσχηματικής επιλογής της σύμβασης ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμε­τωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 1 και 3 του νόμου 2112/1920 (Φ.Ε.Κ. Β 11/18.3.1920), που βρίσκουν εφαρμογή σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα από το αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή τον δημόσιο τομέα, και προβλέπουν ότι «είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νό­μον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον... Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμ­βάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου».

Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2018

ΓνΝΣΚ 229/17 : Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα - Ν.3869/10. Είναι επιτρεπτός, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 του ν.δ. 356/1974 (A' 90, ΚΕΔΕ), ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός απαιτήσεων της οφειλέτιδας του Δημοσίου με απαιτήσεις του ιδίου κατ' αυτής, μέχρι το ύψος που αυτές καλύπτονται, εφόσον οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού συνέτρεξαν πριν από την υποβολή της αίτησης για την υπαγωγή στο Ν. 3869/2010


Γν. ΝΣΚ 229/2017
ΤΜΗΜΑ B'
Συνεδρίαση της 31ης Οκτωβρίου 2017

Σύνθεση:
Πρόεδρος : Αλέξανδρος Καραγιάννης, Αντιπρόεδρος Ν.Σ.Κ.
Μέλη : Στέφανος Δέτσης, Θεόδωρος Ψυχογυιός, Δημήτριος Χανής, Ευφροσύνη Μπερνικόλα, Αλέξανδρος Ροϊλός, Αδαμαντία Καπετανάκη, Ελένη Πασαμιχάλη, Χριστίνα Διβάνη, Διονύσιος Χειμώνας, Νομικοί Σύμβουλοι του Κράτους.
Εισηγήτρια: Νικολέτα Παπαρούνη, Πάρεδρος Ν.Σ.Κ. (γνώμη χωρίς ψήφο).
Αριθμός ερωτήματος : Το με αρ. πρωτ. Δ.ΕΙΣΠΡ.Ε 1055710 ΕΞ 2017/6-4-2017 έγγραφο της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων - (Γενική Διεύθυνση Φορολογικής Διοίκησης- Διεύθυνση Εισπράξεων - Τμ. Ε' ).

Ερώτημα: 
1. Σε περίπτωση έκδοσης προσωρινής διαταγής κατ' άρθρο 5 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει, με περιεχόμενο την προβλεπόμενη στην παράγραφο 2 αυτού «αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη και τη διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του», είναι επιτρεπτή η διενέργεια αυτεπάγγελτου συμψηφισμού κατ' άρθρο 83 του Κ.Ε.Δ.Ε. ανταπαίτησης της αιτούσας σε βάρος του Δημοσίου, με οφειλές της προς αυτό που έχουν υπαχθεί στην προσωρινή διαταγή, εμπίπτει δηλαδή η διενέργεια αυτεπάγγελτου συμψηφισμού στο πεδίο εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης;
2. Σε αρνητική περίπτωση, τίθεται θέμα αναλογικής εφαρμογής (βάσει του άρθρου 15 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει) των προβλεπόμενων στην παράγραφο 1 του άρθρου 36 του Πτωχευτικού Κώδικα προϋποθέσεων ως προς τη διενέργεια του συμψηφισμού; Αν ναι, ποιο είναι το κρίσιμο χρονικό σημείο για τη συνδρομή των προϋποθέσεων του συμψηφισμού, στο πλαίσιο αναλογικής εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης, ο χρόνος κατάθεσης της αίτησης υπαγωγής στον ν.3869/2010, ο χρόνος οριστικής υπαγωγής στη διαδικασία (άρθρο 8 του νόμου) ή τυχόν άλλο χρονικό σημείο;

Επί του ανωτέρω ερωτήματος, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Τμήμα B'), γνωμοδότησε ως εξής:

Ιστορικό.
Από το έγγραφο της ερωτώσας Υπηρεσίας και τα στοιχεία του φακέλου που το συνοδεύουν προκύπτει το ακόλουθο πραγματικό , με βάση το οποίο υποβλήθηκαν τα εξεταζόμενα ερωτήματα:
1. Η οφειλέτιδα Ε.Τ. παρέχει υπηρεσίες δικαστικού επιμελητή και έχει οφειλές προς το Δημόσιο, βεβαιωμένες στη Δ.Ο.Υ. Κατερίνης, ύψους βασικής οφειλής 14.513,83 €, πλέον προσαυξήσεων/τόκων εκπρόθεσμης καταβολής τρέχοντος ύψους (στις 6/3/2017) 4.006,56 €. Επιπροσθέτως, ευθύνεται για οφειλές από φόρο εισοδήματος οικ. ετών 2012 και 2013, που έχουν βεβαιωθεί στον Α.Φ.Μ. του πρώην συζύγου της Ι. Χ. με τα Τ.Β. υπ' αριθ. 80008/31-7-2012 και 54012/20-10-2015, ύψους βασικής οφειλής 16.786,70 €, πλέον προσαυξήσεων/τόκων εκπρόθεσμης καταβολής τρέχοντος ύψους (στις 6/3/2017) 7.041,97 €. Συνεπώς, οι συνολικές οφειλές της αιτούσας προς το Δημόσιο, στο σύνολο τους ληξιπρόθεσμες, ανέρχονται στο ποσό των 42.349,06 € (συμπεριλαμβανομένων προσαυξήσεων/τόκων εκπρόθεσμης καταβολής).
2. Την 11/8/2016 η ανωτέρω οφειλέτιδα κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κατερίνης αίτηση υπαγωγής των οφειλών της στις διατάξεις του ν. 3869/2010 περί «Ρύθμισης των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει. Η ανωτέρω αίτηση, δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η 17η/5/2017, επιδόθηκε στη Δ.Ο.Υ. Κατερίνης στις 18/8/2016.
3. Στην ως άνω αίτηση για υπαγωγή στις διατάξεις του ν. 3869/2010 περιλαμβάνεται επικουρικό αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής (σε περίπτωση μη επίτευξης προδικαστικού συμβιβασμού) για α) αναστολή κάθε καταδιωκτικού μέτρου εναντίον της απούσας, β) διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας της μέχρι την εκδίκαση της αίτησης της και την έκδοση οριστικής απόφασης υπαγωγής και ρύθμισης των οφειλών της και γ) καθορισμό μηνιαίων δόσεων κατά το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010. Στη συνέχεια του αιτητικού διατυπώνονται τα αιτήματα της οφειλέτιδας κατ' άρθρα 8 και 9 του ν. 3869/2010 περί οριστικής δικαστικής ρύθμισης των οφειλών της και εξαίρεσης περιουσιακών στοιχείων αυτής από την εκκαθάριση, τέλος δε διατυπώνεται το αίτημα «να μην παρακρατά η Εφορία τα χρήματα που είναι να μου δίνει από την εργασία μου».
4. Ακολούθως, στις 25/1/2017 η Ειρηνοδίκης Κοζάνης εξέδωσε προσωρινή διαταγή, με την οποία διέταξε την «αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων κατά της αιτούσας μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης επί της κρινόμενης αιτήσεως» και τη «διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας της μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της κρινόμενης αιτήσεως», σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010, όρισε τις υπαγόμενες απαιτήσεις προς τη Δ.Ο.Υ Κατερίνης στο ποσό των 41.383,21 ευρώ και την καταβολή προς τους πιστωτές συμμέτρως μηνιαίων δόσεων ποσού εκατόν (100) ευρώ, καταβαλλομένου εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός, έως τη συζήτηση της αίτησης και υπό τον όρο συζήτησης αυτής στην ορισθείσα δικάσιμο της 17ης/5/2017, αρχής γενομένης από το Φεβρουάριο του 2017 (Σύμφωνα με προφορική ενημέρωση την 17-5-2017 συζητήθηκε η αίτηση, χωρίς να έχει ακόμη εκδοθεί απόφαση επ' αυτής).
5. Κατόπιν αυτών, με το υπ' αρ. πρωτ. 6598/2-2-2017 έγγραφο της, η Δ.Ο.Υ. Κατερίνης αιτήθηκε από την αρμόδια Διεύθυνση Εισπράξεων (ερωτώσα υπηρεσία) την παροχή οδηγιών σχετικά με το επιτρεπτό ή μη διενέργειας αυτεπάγγελτου συμψηφισμού, κατ' άρθρο 83 του Κ.Ε.Δ.Ε., ανταπαίτησης της αιτούσας σε βάρος του Δημοσίου για υπηρεσίες που παρείχε ως δικαστική επιμελήτρια κατά τα έτη 2013 και 2014, συνολικού ύψους 18.203,34 ευρώ, με τις ως άνω απαιτήσεις του Δημοσίου σε βάρος αυτής και την έκταση τυχόν συμψηφισμού.

Παρασκευή 9 Ιουνίου 2017

ΜονΠρΑθ 1002/17 : "Δασικές εκτάσεις - έννοια - Κτήμα Βεϊκου. Δημόσιο - Κυριότητα. Έκτακτη χρησικτησία. Κτήμα Βεϊκου - Θέση ''Όμορφη Εκκλησιά'' - Ιδιοκτησιακό καθεστώς στο εν λόγω κτήμα"


ΜονΠρΑθ 1002/17 Δασικές εκτάσεις - έννοια - Κτήμα Βεϊκου. Δημόσιο - Κυριότητα. Έκτακτη χρησικτησία. Κτήμα Βεϊκου - Θέση ''Όμορφη Εκκλησιά'' - Ιδιοκτησιακό καθεστώς στο εν λόγω κτήμα. Έννοια και χαρακτηριστικά δασικής έκτασης -τεκμήριο κυριότητας Δημοσίου - Αναδασωτέες εκτάσεις. Κτήση κυριότητας επί δημοσίων κτημάτων με τις πρϋποθέσεις της χρησικτησίας. Δέχεται την αγωγή. Αναγνωρίζει στους ενάγοντες τη συγκυριότητα.


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 1002/2017

Δικαστής: Χ. Μάρκου, Πρωτόδικης

(...) ΙΙ. Οι καλούντες άσκησαν κατά του Ελληνικού Δημοσίου την από 29.4.2010 με αριθ. καταθ. …/2010 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στα πλαίσια της ανοιγείσας δίκης ο Δήμος Γαλατσίου και ο Χ υπό την ιδιότητα του Δημάρχου αλλά και για τον εαυτό του ατομικά άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Επί της ως άνω αγωγής καθώς και επί της πρόσθετης παρέμβασης εκδόθηκε η υπ΄ αριθ. 1560/2012 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία, αφού συνεκδίκασε την αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση, κηρύχθηκε καθ΄ ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε τη διαφορά στο παρόν Δικαστήριο. Ήδη οι καλούντες ενάγοντες με την από 18.5.2012 κλήση τους νόμιμα φέρουν προς συζήτηση τη διαφορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά παραπομπή από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών (46 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η υπ΄ αριθ. 1560/2012 απόφαση έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη.
III. Επειδή από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο Πρωτόκολλο της 21.2-3.2.1830 «περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος» (ιδίως στο άρθρο 5 αυτού) και στα ερμηνευτικά αυτού Πρωτόκολλα της 4/16 Ιουνίου 1830 και της 19 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1830, οε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27 Ιουνίου/9 Ιουλίου 1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως «περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος» και τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 21 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1837 «περί διακρίσεως κτημάτων» προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε, καθώς και εκείνα τα οποία κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω τριών Πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους, έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, όχι όμως και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ακολούθως κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες, με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο (ΟλΑΠ 1/2013, ΑΠ 454/2011, ΑΠ 1992/2009, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δηλαδή, με τις άνω ρυθμίσεις το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος του κάθε Οθωμανού ξεχωριστά, αλλά διαδέχθηκε το Οθωμανικό Δημόσιο μαζικά με τη γενόμενη δήμευση «πολεμικώ δικαιώματι», ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο και κατέχονταν (χωρίς σχετικό οθωμανικό τίτλο «ταπί») μόνο από Οθωμανούς κατά την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας στις 3.2.1830 και τα κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου, καθώς και στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων («μούλκια»), τα οποία ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες, εγκαταλείφθηκαν όμως από τους πρώην κυρίους τους Οθωμανούς και δεν κατέχονταν πλέον από αυτούς. Η διαδοχή όμως αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των Οθωμανών ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας («μούλκια»), που δεν είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, ούτε τα δικαιώματα διηνεκούς εξουσιάσεως («τεσσαρούφ»), τα οποία είχαν αποκτηθεί από Οθωμανούς επί των δημοσίων γαιών νόμιμα, σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο. Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16.6.1830 στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα «Βακούφια» και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το οθοτμανικό σύστημια θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (ΟλΑΠ 1/2013, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τα ίδια ισχύουν και καθόσον αφορά τα οθωμανικά κτήματα, τα ευρισκόμενα κατά το χρόνο της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους (3.2.1830) εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, αλλά εν συνεχεία παραχωρηθέντων βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως στην ελληνική κυριαρχία, όπως ειδικότερα η Αττική, η Εύβοια και τμήματα της Βοιωτίας και της Φθιώτιδας, δηλαδή όσα μεν εξ αυτών ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο, ως δημόσιες γαίες (αγροί, λειμώνες, λιβάδια, θέρετρα, ήτοι χειμερινές και θερινές βοσκές, δάση και τα παρόμοια) και δεν κατέχονταν νόμιμα (με «ταπί») από Οθωμανούς, καθώς και όσα ήσαν αδέσποτα, περιήλθαν βάσει της ίδιας πιο πάνω Συνθήκης (πρωτοτύπως) στο Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 1/2013, ΑΠ 52/2014, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ενώ όσα από τα παραπάνω κτήματα (δημόσιες γαίες) κατέχονταν από Οθωμιανούς ιδιώτες νόμιμα με «ταπί», που τους παραχωρούσε δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως «τεσσαρούφ», καθώς και όσα κτήματα ανήκαν κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας σε Οθωμανούς ιδιώτες («μούλκια» - πλήρεις ιδιοκτησίες) και δεν είχαν εγκαταλειφθεί, αλλά κατέχονταν από αυτούς, κατά τον χρόνο της υπογραφής των Πρωτοκόλλων (3.2.1830), παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους με δικαίωμα πώλησης τους εντός προθεσμίας σε Έλληνες. Όμως, όσον αφορά ία ακίνητα που βρίσκονταν εντός όλων των εδαφών, τα οποία τελικά συναποτέλεσαν το πρώτο ελληνικό κράτος, στην ελληνική ή στην τουρκική ζώνη κατοχής αδιακρίτως, κατά την ημερομηνία Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας (3.2.1830) και τα οποία κατέχονταν από Έλληνες με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό, κατά το οθωμανικό δίκαιο τίτλο, (ταπί, χοτζέτι, βουγιουρδί), αυτά αναγνωρίστηκαν ως ανήκοντα στους ιθαγενείς Έλληνες, οι οποίοι και αποτέλεσαν τους πρώτους υπηκόους του νέου Ελληνικού Κράτους (βλ. και ΑΠ 52/2014 ό.π., ΕφΑθ 5279/2008, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω κατά το Οθωμανικό Δίκαιο και ειδικότερα κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου Περί Γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (χριστιανικού έτους 1856 βλ. ΑΠ 80/2015, ΑΠ 710/2014 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) που ναι μεν δεν εφαρμόζεται στις περιοχές, όπως η Αττική, που παραχωρήθηκε στο νέο Ελληνικό Κράτος με τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης στις 31.03.1833, πλην όμως, αποδίδει το δίκαιο που ίσχυε σχετικά με τη διάκριση των γαιών, κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας), οι γαίες διακρίνονταν στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες (α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας («μούλκια» - οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξούσιαζε και μπορούσε να τις διαθέσει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, (β) τις δημόσιες γαίες («μιριγιέ» - καλλιεργήσιμα χωράφια, λιβάδια και δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), (γ) τις αφιερωμένες γαίες («βακούφια»), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, (δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες («μετρουκέ» - οι δημιόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και (ε) τις νεκρές γαίες («μεβάτ» - τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξούσιαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Οθωμανικό Δημιόσιο (ΟλΑΠ 1/2013, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1647/2016). Από τις διακρίσεις αυτές προκύπτει ότι κυριότητα μπορούσαν να αποκτήσουν οι ιδιώτες μόνο στις γαίες της πρώτης κατηγορίας και το δικαίωμα τους αυτό κυριότητας αποδεικνυόταν με τη χορήγηση «χοτζέτι», δηλαδή άτυπης μιεταβιβαστικής δικαιοπ,ραξίας, που συντασσόταν ενώπιον μουσουλμάνου ιεροδικαοτή, ο οποίος και την επικύρωνε, ενώ η κυριότητα επί των λοιπών κατηγοριών γαιών, πλην των βακουφιών (αφιερωμένων γαιών), που εθεωρούντο πράγμιατα εκτός συναλλαγής, ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ - οιονεί επικαρπίας) μπορούσε να παραχωρηθεί σε ιδιώτες, με τη χορήγηση από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο εγγράφου τίτλου, που ονομάζεται «ταπί», και στο οποίο αναγραφόταν η χρήση της έκτασης, σύμφωνα μιε τον προορισμό της (βλ. ΑΠ 449/2015, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 749/1989, ΕλλΔνη 31. 1258, Κ. Παπαδόπουλου, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, εκδ. 1989, τ. Α΄ σελ. 529), ενώ κτήση κυριότητας με χρησικτησία σε βάρος Οθωμανικού Δημοσίου δεν αναγνωριζόταν (βλ. ΑΠ 80/2015, ΑΠ 92/2014, δημι. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπί) αποκτάται το δικαίωμια εξουσιάσεως «δια ωρισμένης χρήσιν των δημοσίων γαιών», καθιέρωνει το άρθρο 78 του ανωτέρω Νόμου περί γαιών, κατά το οποίο «εάν κάποιος καταλάβη και καλλιεργήση δημοσίας και αφιερωμένος γαίας διά 10 έτη, άνευ αμφισβητήσεως (δικαστικής από το Δημόσιο), αποκτά δικαίωμα εγκαταστάσεως και είχε έχει έγκυρον τίτλον είχε δεν έχει, αι γαίαι δεν θεωρούνται σχολάζουσαι, αλλά δίδεχαι εις αυτόν δωρεάν νέος τίτλος». Από το σαφές περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου αυτού συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μόνιμης εγκατάστασης είναι όχι μόνο η συνεχής επί 10 χρόνια κατοχή αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια της γης.

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016

Δημόσιο: Σαρωτικές αλλαγές για τους εργαζόμενους - Τι περιλαμβάνει το νομοσχέδιο (δείτε όλο το κείμενο)


Κατατέθηκε (28-11-2016) στη Βουλή το νομοσχέδιο για την κινητικότητα των δημόσιων υπαλλήλων.
Το νομοσχέδιο αφορά διοικητικούς υπαλλήλους και η κινητικότητα θα είναι εθελούσια. Προβλέπεται να γίνεται με μία αίτηση και υπογραφή, ενώ το αρμόδιο υπουργείο θα παρουσιάσει σύστημα το οποίο θα φαίνονται οι θέσεις και το τι θα μπορεί να κάνει με τις επιλογές του.
Από τις διατάξεις του νομοσχεδίου εξαιρούνται δικαστικοί υπάλληλοι, υπάλληλοι φυλακών, του ιδρύματος Αρωγής Αρρένων Βόλου, και υπάλληλοι νοσοκομείων και ΕΚΑΒ, όπως επίσης και διοικητικοί υπάλληλοι, αλλά και σχολικοί φύλακες.
Οι υποψήφιοι προς μετάταξη δημόσιοι υπάλληλοι θα αξιολογούνται από τριμελές όργανο του φορέα υποδοχής. Αυτό θα στελεχώνεται από τον γενικό διευθυντή και τον διευθυντή της υπηρεσίας στην οποία ανήκει η προς κάλυψη θέση, καθώς και τον διευθυντή προσωπικού του φορέα. Η αξιολόγηση των υποψηφίων θα γίνεται πάνω:
α) στη συνάφεια των τυπικών και ουσιαστικών τους προσόντων με τη θέση που διεκδικούν
β) στις εκθέσεις αξιολόγησής τους
γ) στην εμπειρία τους σε συναφές αντικείμενο
δ) σε κάθε στοιχείο του προσωπικού τους μητρώου που τεκμηριώνει την καταλληλότητά τους
Συνέντευξη
Με στόχο την πληρέστερη αξιολόγηση των υποψηφίων από τον φορέα του Δημοσίου που δέχεται τους μετατασσόμενους, μετά από την αξιολόγηση των προς μετάταξη υπαλλήλων προβλέπεται η δυνατότητα συνέντευξης μεταξύ των τριών επικρατέστερων υποψηφίων.
Το νομοσχέδιο αναμένεται να έχει ψηφιστεί μέχρι την ερχόμενη Παρασκευή. 
Σύμφωνα με το Υπουργείο Διοικητικής Ανασυγκρότησης το σχέδιο Νόμου δημιουργεί ένα σαφές πλαίσιο, απλουστεύει τις διαδικασίες και εξορθολογίζει το σύστημα σε σχέση με το καθεστώς των αποσπάσεων και των μετατάξεων των τακτικών πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων από μια δημόσια υπηρεσία σε άλλη.
Η κινητικότητα στο Δημόσιο, η οποία εισάγεται με το κατατεθέν σχέδιο Νόμου,  αποτελεί ένα κρίσιμο εργαλείο για την ανασυγκρότηση της Δημόσιας Διοίκησης, έναν μοχλό για την ανακατανομή του προσωπικού βάσει των πραγματικών αναγκών τόσο των φορέων, όσο και των υπαλλήλων, αναφέρει το Υπουργείο.
Πιο αναλυτικά, το Υπ. Διοικητικής Ανασυγκρότησης σημειώνει σε σχέση με το νομοσχέδιο αυτό:
Βασική  καινοτομία του προτεινόμενου συστήματος  (Ενιαίο Σύστημα Κινητικότητας – ΕΣΚ)  είναι  ο αμιγώς εθελούσιος χαρακτήρας  της κινητικότητας και ειδικότερα  η δυνατότητα κάθε υπαλλήλου να έχει πρόσβαση στο σύνολο των προς κάλυψη  θέσεων,  βάσει  ενιαίων κανόνων  αναφορικά με τους όρους, τις προϋποθέσεις και εν γένει τις ακολουθούμενες διαδικασίες.
Για τη συμμετοχή των φορέων στο ΕΣΚ τίθενται δύο (2) απαρέγκλιτες  προϋποθέσεις: α) η ύπαρξη επικαιροποιημένων Οργανισμών σε ψηφιακή μορφή, οι οποίοι ενσωματώνονται  στο ενιαίο ψηφιακό Οργανόγραμμα της δημόσιας διοίκησης που δημιουργείται  για πρώτη φορά  και επιτρέπει την αποτύπωση της διάρθρωσης και  της στελέχωσης όλων των φορέων και, β) η κατάρτιση περιγραμμάτων θέσεων εργασίας, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η μετάταξη του υπαλλήλου διενεργείται σε κενή οργανική θέση για την οποία έχει τα προβλεπόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, όπως αυτά προκύπτουν από την "ταυτότητα" της θέσης.
Η προσωρινή μετακίνηση του υπαλλήλου (απόσπαση), χωρίς την προϋπόθεση ύπαρξης κενής οργανικής θέσης, συνιστά πλέον μία κατ΄ εξαίρεση μορφή κινητικότητας.  Για το λόγο αυτό συνδέεται με την ύπαρξη αποδεδειγμένων σοβαρών και επειγουσών υπηρεσιακών αναγκών και έχει περιορισμένη διάρκεια (ένα έτος με δυνατότητα παράτασης εκ μέρους του φορέα και με συναίνεση του υπαλλήλου   έως τρεις μήνες). Η εν λόγω επιλογή υπαγορεύθηκε από το γεγονός ότι οι επικαιροποιημένοι Οργανισμοί των φορέων θα περιλαμβάνουν το σύνολο των θέσεων ανά κλάδο και οργανική μονάδα που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση των αναγκών τους, συνεπώς η αναγκαιότητα απόσπασης  υπαλλήλων πέραν  της κάλυψης των οργανικών θέσεων θα πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς και πάντα στο πλαίσιο επειγουσών αναγκών. Επιπλέον, για πρώτη φορά εισάγεται ρητή ρύθμιση για τη σύνδεση της απόσπασης με την άσκηση καθηκόντων ορισμένου κλάδου, για τον οποίο ο υπάλληλος έχει τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στη δημοσιοποίηση των προς κάλυψη θέσεων, καθώς προβλέπεται ότι αποστέλλονται από τους φορείς στο Υπουργείο Διοικητικής Ανασυγκρότησης τρεις (3) φορές κατ΄ έτος, σε αντίστοιχους κύκλους κινητικότητας, και αναρτώνται σε ειδική ηλεκτρονική πλατφόρμα με τη μορφή Πίνακα διαθέσιμων θέσεων.
* Προβλέπεται  δημοσιοποίηση των θέσεων μέσω της διαδικτυακής ανάρτησής τους, καθώς, επιπλέον, στοιχεία που το διαφοροποιούν ριζικά από τις προϊσχύουσες μορφές κινητικότητας είναι: α) η  διαδικασία επιλογής των μετακινούμενων και η έκδοση της απόφασης διενεργείται εξ ολοκλήρου από την υπηρεσία υποδοχής και,  β) οι καθορισμένες (δεσμευτικές) προθεσμίες για την ολοκλήρωση των διαδικασιών κινητικότητας.
Αναφορικά δε με το χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης των διαδικασιών κινητικότητας υπό τη μορφή μετάταξης ή απόσπασης, για πρώτη φορά προβλέπονται ορισμένες προθεσμίες όχι μόνο για την αποστολή των αιτημάτων κάλυψης των θέσεων, τη διαδικτυακή  ανάρτησή  τους και την αξιολόγηση των υποψηφίων, αλλά και για την ίδια την έκδοση της απόφασης, καθώς  ως ανώτατο χρονικό όριο ορίζεται το τρίμηνο από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής των αιτήσεων. Επιπλέον, δεδομένου ότι η δαπάνη μισθοδοσίας του προσωπικού, εφόσον μεταταχθεί ή αποσπασθεί σε άλλο φορέα, βαρύνει τον φορέα υποδοχής προβλέπεται μέσω ορισμένης διαδικασίας η  παράλληλη ανακατανομή πιστώσεων,  προκειμένου να  επιτευχθεί   δίκαιη κατανομή πόρων από τον έναν φορέα στον άλλο.

Ειδικές ρυθμίσεις εισάγονται για τη μετάταξη/απόσπαση σε υπηρεσίες απομακρυσμένων- παραμεθόριων περιοχών καθώς και σε  ορεινούς-νησιωτικούς ΟΤΑ α΄ βαθμού, προκειμένου να υπάρχουν αυξημένα κίνητρα για τη στελέχωσή τους. Η σύντμηση του απαιτούμενου χρόνου βαθμολογικής προαγωγής, η δυνατότητα παράτασης κατά (1) ένα έτος της απόσπασης, αλλά και η δυνατότητα απευθείας μετάταξης σε κενή οργανική θέση μετά τη συμπλήρωση δύο (2) ετών απόσπασης συνεχώς,  είναι κίνητρα προς τον υπάλληλο που αποσκοπούν  στην ενίσχυση της προσφοράς για την κάλυψη των εν λόγω θέσεων.

Κυριακή 3 Απριλίου 2016

ΝΣΚ 41/2016 : Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. (ΕΤΕ) – Απόδοση στο Δημόσιο ή αποδέσμευση ποσών που δεσμεύθηκαν, βάσει κατασχέσεων που επιβλήθηκαν εις χείρας της, και προέρχονται από αναδρομικές συντάξεις.

Πρόεδρος_Προεδρεύων: ΧΑΡΛΑΥΤΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ 
Εισηγητής_Γνωμοδοτών: ΒΑΜΒΑΚΙΔΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ



α) Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. (ΕΤΕ) υποχρεούται να αναγάγει το σύνολο των ποσών που προέρχονται από αναδρομικές συντάξεις σε μηνιαία καταβολή και να εφαρμόσει την προστατευτική ρήτρα περί μηνιαίας καταβαλλόμενης σύνταξης σε ό,τι αφορά το ακατάσχετο αυτής, κατά τα οριζόμενα στο πρώτο (α’) εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 31 του ΚΕΔΕ, όπως αυτή προστέθηκε με την περ. 4 της παρ. Α του άρθρου τρίτου του ν. 4254/2014 και το όριο τούτου (ακατάσχετου) ίσχυε, ανερχόμενο τότε στο ύψος των 1.500 ευρώ το μήνα, ενόψει του χρόνου γένεσης των επίμαχων απαιτήσεων, δηλ. πριν από την αντικατάσταση του α’ εδαφίου αυτής, με την περίπτωση 8 β’ της υποπαραγράφου Δ1 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, υπό τον όρο ότι: ι) έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία της, εκ μέρους του δικαιούχου της ως άνω προστασίας, ηλεκτρονικής υποβολής δήλωσης γνωστοποίησης, για την ύπαρξη ενός μοναδικού και αποκλειστικού λογαριασμού περιοδικής πίστωσης μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθημάτων και ιι) έχει προηγηθεί η (μερική) άρση των ως άνω επιβληθεισών κατασχέσεων μέχρι του ανωτέρω ακατάσχετου ορίου, δίχως η υποχρέωση αυτή να αναιρείται από τα οριζόμενα στο τελευταίο εδάφιο της ως άνω προστεθείσης παραγράφου 2 του άρθρου 31. 



β) Δεν προκύπτει χρονικός περιορισμός εντός του οποίου πρέπει να αναληφθούν από τον καταθέτη και οφειλέτη του Δημοσίου οι ως άνω καταλαμβανόμενες από το όριο ακατάσχετου απαιτήσεις του επί των τραπεζικών καταθέσεων (ομοφ.).


ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ : ΝΔ 356/1974Α9, ΝΔ 356/1974Α30Π1, ΝΔ 356/1974Α30Π3, ΝΔ 356/1974Α30Α, ΝΔ 356/1974Α31Π1, ΝΔ 356/1974Α31Π2, ΝΔ 356/1974Α32Π1, ΝΔ 356/1974Α33, Ν 4254/2014Α3ΠΑΠΕΡ4, Ν 4336/2015Α2ΥΠΟΔ1ΠΕΡ8α, Ν 4336/2015Α2ΥΠΟΔ1ΠΕΡ8β, ΚΠΟΛΔΑ982, Ν 3842/2010Α67Π1

Διαβάστε ολόκληρη την γνωμοδότηση εδώ ΝΣΚ 41/2016

Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Noμολογιακές διευκρινίσεις σχετικά με την αστική ευθύνη του Δημοσίου και των νπδδ από παράνομες ευμενείς πράξεις και με το αντικείμενο της αγωγής (ΣτΕ 7/2016)


της Ευγενίας Β. Πρεβεδούρου, Αναπληρώτριας Καθηγήτριας Διοικητικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Noμολογιακές διευκρινίσεις σχετικά με την αστική ευθύνη του Δημοσίου και των νπδδ από παράνομες ευμενείς πράξεις και με το αντικείμενο της αγωγής (ΣτΕ 7/2016)
1. H απόφαση ΣτΕ 7/2016 [7_2016] επαναλαμβάνει, συστηματοποιεί και διευκρινίζει περαιτέρω τις βασικές πτυχές της θεματικής σχετικά τόσο με την αστική ευθύνη του Δημοσίου και των νπδδ από παράνομες πράξεις όσο και με το αντικείμενο της αγωγής αποζημίωσης. Κατ’αρχάς, υπενθυμίζει τις προϋποθέσεις θεμελίωσης της αστικής ευθύνης του Δημοσίου και των νπδδ, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς, ενώ αναλύει την έννοια του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ πράξης και ζημίας. Στη συνέχεια, εξειδικεύει το περιεχόμενο της αποζημίωσης, διευκρινίζοντας ότι όταν ο λόγος ευθύνης του Δημοσίου ή νπδδ είναι η έκδοση ευνοϊκής για τον ζημιωθέντα πράξης παρά την έλλειψη των νόμιμων προϋποθέσεων έκδοσής της (όπως παράνομη οικοδομική άδεια), στο κύρος της οποίας ο ζημιωθείς ανυπαιτίως πίστεψε, η ευθύνη του Δημοσίου ή του νπδδ προς αποζημίωση εκτείνεται στην αποκατάσταση του αρνητικού διαφέροντος (διαφέροντος εμπιστοσύνης), το οποίο περιλαμβάνει τόσο την αποκατάσταση της περιουσίας του ζημιωθέντος στη θέση, στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε μεσολαβήσει η έκδοση της μη νόμιμης πράξης (θετική ζημία), όσο και το κέρδος που ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε εξ άλλης αιτίας, αν αυτός δεν είχε πιστέψει ανυπαιτίως στο κύρος της πράξης (αποθετική ζημία). Στην περίπτωση αυτή δεν νοείται αποκατάσταση θετικού διαφέροντος, δηλαδή αποζημίωση για ό,τι θα αποκόμιζε ο ζημιωθείς, αν η πράξη ήταν νόμιμη και, επομένως, στην εν λόγω περίπτωση ευθύνης του Δημοσίου δεν νοείται αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη (ΣτΕ 866/2011 7μ). Εν προκειμένω, η ευθύνη είναι ανάλογη προς την κατά τον Αστικό Κώδικα ευθύνη επί αδικοπραξίας (άρθρα 914 επ.), την προσυμβατική ευθύνη (άρθρα 197 επ.) και την ευθύνη λόγω διάψευσης εμπιστοσύνης στο ότι καταρτίσθηκε έγκυρη δικαιοπραξία (άρθρα 132, 145, 153, 171 παρ. 2, 225, 231 παρ. 2, 234 κτλ).
2. Στη συνέχεια, η απόφαση αναλύει το ένδικο βοήθημα της αγωγής αποζημίωσης, αναδεικνύοντας εμμέσως τη διάκρισή του από το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ουσίας. Αντικείμενο της αγωγής μπορεί να είναι η αναγνώριση ή η καταψήφιση χρηματικής αξίωσης από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου. Επομένως, με την αγωγή δεν μπορεί να ζητηθεί η αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας εννόμων σχέσεων ή δικαιωμάτων αλλά μόνον η αναγνώριση ή καταψήφιση χρηματικής αξίωσης (ΣτΕ 2112/1995, 1468/2008 σκ. 4, ΣτΕ 3872/2009 σκ. 3, 615/2012 7μ. Βλ. συναφώς Π. Λαζαράτου, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, Θέμις, 2014, αρ. περ. 651, ο οποίος επισημαίνει ότι υπό το διαπλαστικό ένδυμα της προσβολής διοικητικής πράξης με προσφυγή ή αίτηση ακύρωσης υποκρύπτονται θετικά ή αρνητικά αναγνωριστικά αιτήματα, αλλά τονίζει ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος de lege lata στο ελληνικό διοικητικό δίκαιο για την ύπαρξη γενικής αναγνωριστικής αγωγής έννομης σχέσης διοικητικού δικαίου υπό την τυπική έννοια). Η πράξη ή παράλειψη, την οποία έχει ως βάση η χρηματική αυτή αξίωση, ελέγχεται, ως προς την νομιμότητά της, σύμφωνα με το άρθρο 80 παρ. 2 του ΚΔΔ, μόνο παρεμπιπτόντως, εφόσον δεν υφίσταται δεδικασμένο (ΣτΕ 615/2012 7μ). Περαιτέρω, δεν είναι νοητή η άσκηση αγωγής με αίτημα την αποκατάσταση ζημίας, η οποία να προέρχεται από έννομες σχέσεις ή δικαιώματα των οποίων ζητείται η αναγνώριση, παρά μόνον η άσκηση αγωγής με αίτημα την αποκατάσταση ζημίας η οποία είναι απότοκος συγκεκριμένης παράνομης πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης με την οποία εκδηλώνεται άρνηση της Διοίκησης να ικανοποιήσει συγκεκριμένο αίτημα του διοικουμένου, το οποίο προβλέπεται από διάταξη νόμου. Εν προκειμένω, όταν κατεδαφίζεται διατηρητέο κτήριο ύστερα από άδεια των αρμόδιων αρχών, αγωγή αποζημίωσης κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ με αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας που αντιστοιχεί στις δαπάνες αποκατάστασης του διατηρητέου κτίσματος, ασκείται παραδεκτώς μόνον εφόσον έχει προηγηθεί άρνηση ή έχει στοιχειοθετηθεί παράλειψη της Διοίκησης να ικανοποιήσει εν όλω ή εν μέρει σχετικό αίτημα του διοικουμένου, αίτημα, δηλαδή, για απόδοση της σχετικής δαπάνης, ύστερα από τον υπολογισμό της. Αντιθέτως, δεν είναι παραδεκτή η άσκηση ευθείας αγωγής με αίτημα την απόδοση των σχετικών δαπανών αποκατάστασης του διατηρητέου κτίσματος χωρίς να έχει προηγηθεί η υποβολή σχετικού αιτήματος ενώπιον της Διοίκησης.
3. Δεδομένου ότι η υπόθεση αφορά οικοδομή η οποία χαρακτηρίσθηκε διαδοχικά ως επικινδύνως ετοιμόρροπη και ως διατηρητέα, ενώ στη συνέχεια εκδόθηκε για το ακίνητο στο οποίο βρίσκεται η οικοδομή οικοδομική άδεια, το Δικαστήριο αναλύει τις αυτοτελείς διαδικασίες χαρακτηρισμού οικοδομών ως διατηρητέων κατά τον Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό (ΓΟΚ) και κατ’ επιταγή των άρθρων 24 παρ. 1 και 6 του Συντάγματος, αφενός, και χαρακτηρισμού οικοδομών ως επικινδύνως ετοιμόρροπων, αφετέρου, και τη μεταξύ τους σχέση. Εν προκειμένω, για το ίδιο ακίνητο εκδόθηκε στις 9.2.1995 «πρωτόκολλο αυτοψίας επικίνδυνα ετοιμόρροπης οικοδομής» από υπαλλήλους του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας Αχαΐας, με συνέπεια την υποχρέωση κατεδάφισής του εντός 3 ημερών, στις 31.3.1997 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, με την οποία χαρακτηρίσθηκαν ως διατηρητέα κτήρια που βρίσκονταν εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Πατρέων, μεταξύ δε αυτών και το επίμαχο κτήριο, και στις 5.3.1998 χορηγήθηκε από τη Διεύθυνση ΧΟΠ της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αχαΐας άδεια οικοδομής(κατόπιν της από 22.12.1997 αίτησής του) για την ανέγερση στο ως άνω ακίνητο νέας τετραώροφης οικοδομής. Η άδεια αυτή δεν μπόρεσε να υλοποιηθεί, εφόσον διατάχθηκε η διακοπή των οικοδομικών εργασιών, η οποία καταλήγει σε ανάκληση της οικοδομικής άδειας (βλ. ΣτΕ 3824/2007: η διακοπή οικοδομικών εργασιών για την ανέγερση οικοδομής πλησίον κτηρίου χαρακτηρισθέντος ως μνημείου συνιστά, ενόψει της αιτιολογίας της, ανάκληση της οικοδομικής αδείας). Πρόκειται για αντιφατική συμπεριφορά συναρμοδίων οργάνων, η οποία καταλήγει, αρχικά, στην έκδοση ευμενούς παράνομης πράξης, δηλαδή της οικοδομικής άδειας, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσής της, πράγμα που καλοπίστως αγνοεί ο ενδιαφερόμενος, και εν συνεχεία στην οιονεί ανάκλησή της. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους ως αποζημίωση το ποσό των 13.808,77 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στη δαπάνη στην οποία υποβλήθηκαν για την έκδοση της παράνομης οικοδομικής άδειας η οποία, στη συνέχεια, ανακλήθηκε (βλ. συναφώς ΣτΕ 980/2002: η μη οφειλόμενη σε υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου έκδοση της παράνομης πράξης διορισμού του και η ανάκληση της πράξης αυτής αποτελούν μία αδιάσπαστη ενότητα, η οποία περιέχει τα στοιχεία του παρανόμου και του ζημιογόνου και, επομένως, δύναται κατ’ αρχήν να θεμελιώσει αξίωση αποζημίωσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ).