Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #επίταξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #επίταξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

"Η ΕΠΙΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΠΕΡΓΩΝ -με αφορμή την ψήφιση του ν. 4325/2015" [του Χριστόφορου Σεβαστίδη, Δ.Ν.- Προέδρου Πρωτοδικών Μέλους του Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών – Εισαγγελέων]



(δημοσιευμένο στην Ελληνική Δικαιοσύνη 2015, σελ. 1641 επ)
Ι. Εισαγωγικά
Η χρήση της «πολιτικής επιστράτευσης» ως κρατικού μέσου κατάπνιξης απεργιακών κινητοποιήσεων συμπλήρωσε ήδη έναν αιώνα, έχοντας παραμερίσει κυρωμένες διεθνείς συμβάσεις εργασίας και συνταγματικά κείμενα και αναδεικνύοντας φανερά την αδυναμία του Κράτους να σταθεί αποστασιοποιημένο και αμέτοχο σε κοινωνικούς και ταξικούς ανταγωνισμούς. Θεσμοθετήθηκε για πρώτη φορά από την Κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου με το ν. 325/1914, ως κατ’ αρχήν απάντηση στις μεγάλες απεργίες των σιδηροδρομικών, των τραμβαγιέρηδων της Αθήνας και του Πειραιά και του προσωπικού των Τ.Τ.Τ., αλλά έχοντας ως απώτερο στόχο των περιορισμό των μαχητικών δράσεων της εργατικής τάξης. Πραγματικά οι διατάξεις του παραπάνω νόμου σύντομα επεκτάθηκαν και σε άλλες κατηγορίες εργαζομένων, όπως στους μεταλλωρύχους (ν. 1120/1918), στους εργαζόμενους στον ηλεκτρισμό, στο φωταέριο και τις μεταφορές (ν.δ. 9/1918 και 13/1918) καθώς και στους σμυριδεργάτες της Νάξου (νδ 1455/1918). Η δικτατορία του Μεταξά γενίκευσε την πολιτική επιστράτευση των απεργών με τους α.ν. 245/36, 1861/39, 1984/39 και 1986/39. Μεταπολεμικά η Κυβέρνηση του Βούλγαρη εξέδωσε το ν.δ. 450/45 καθιερώνοντας και πάλι την πολιτική επιστράτευση για την αντιμετώπιση «ανωμαλιών πάσης φύσεως δυναμένων να πρακωλύσωσι την οικονομικήν ανασυγκρότησιν ή να διαταράξωσι την κρατική ή κοινωνική ζωήν της Χώρας»(1).
ΙΙ. Νομοθετικά κείμενα- Σύνταγμα- Διεθνείς Συμβάσεις
Το πρώτο μεταπολιτευτικό νομοθέτημα που άγγιξε και πάλι το ζήτημα της πολιτικής επιστράτευσης ήταν το νδ 17/1974 «περί πολιτικής σχεδιάσεως εκτάκτου ανάγκης». Θα πρέπει να θυμηθεί κανείς ότι τούτο το ν.δ. εκδόθηκε μέσα σε ανώμαλες ιστορικά περιόδους, λίγο μετά την πτώση της απριλιανής δικτατορίας και την τουρκική επέμβαση στην Κύπρο. Θεμελιώδης νόμος του Κράτους εκείνη την περίοδο ήταν το Σύνταγμα του 1952, ενώ το Σύνταγμα του 1975 τέθηκε σε ισχύ λίγους μήνες αργότερα. Εξακολούθησε ωστόσο να ισχύει το παραπάνω ν.δ. και να αποτελεί «σωσίβιο» κυβερνητικών αδιεξόδων απέναντι σε ανυποχώρητους απεργούς για άλλα 23 χρόνια, παρά την ομόφωνη σφοδρή κριτική περί αντισυνταγματικότητάς του και αντίθεσής του σε Διεθνείς Συμβάσεις, όπως θα αναλυθεί παρακάτω(2). Η εφαρμογή του βασίζονταν στην συνδυασμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 3 (ήδη παράγραφος 4) και 112 παρ. 1 του Συντάγματος. Πιο ειδικά στο άρθρο 22 παρ. 4 Σ ορίζεται ότι «Οποιαδήποτε μορφή αναγκαστικής εργασίας απαγορεύεται. Ειδικοί νόμοι ορίζουν τα σχετικά με την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών…», ενώ το άρθρο 112 παρ. 1 Σ προβλέπει ότι «Σε θέματα που για τη ρύθμισή τους προβλέπεται ρητά από διατάξεις του Συντάγματος η έκδοση νόμου, οι κατά περίπτωση νόμοι ή διοικητικές πράξεις κανονιστικού χαρακτήρα, που υπάρχουν κατά την έναρξη της ισχύος του, εξακολουθούν να ισχύουν ώσπου να εκδοθεί ο νόμος που προβλέπεται κατά περίπτωση, εκτός αν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του Συντάγματος». Η μη έκδοση λοιπόν «ειδικού νόμου» μέχρι και την ψήφιση του ν. 3536/2007 επέτρεψε την ανεμπόδιστη ισχύ και εφαρμογή του νδ 17/1974. Αγνοήθηκε ωστόσο εσκεμμένα η απαίτηση του άρθρου 112 παρ. 1 Σ να μην εφαρμόζονται εκείνες οι διατάξεις των «ειδικών νόμων», εφόσον είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του Συντάγματος και ο προφανής λόγος ήταν η «πρακτική χρησιμότητά» τους σε όλες τις μετέπειτα κυβερνήσεις.
Το νδ 17/1974 επέτρεπε την πολιτική κινητοποίηση με απόφαση του πρωθυπουργού για αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών σε καιρό ειρήνης (άρθρο 19 παρ. 1) και την συνακόλουθη πολιτική επιστράτευση προσωπικού (άρθρο 23 παρ. 1). Ως κατάσταση εκτάκτου ανάγκης θεωρούσε κάθε αιφνίδια κατάσταση που προκαλείται από φυσικά ή άλλα γεγονότα πολεμικά ή μη ή από «ανωμαλίες πάσης φύσεως» που έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ή απειλή δημιουργίας εκτεταμένων απωλειών, ζημιών και καταστροφών σε έμψυχο ή άψυχο δυναμικό ή την παρακώλυση και διατάραξη της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της Χώρας (άρθρο 2 παρ. 5). Πρόκειται σαφώς για διάταξη με πολύ πιο διευρυμένο περιεχόμενο σε σύγκριση με το άρθρο 22 παρ. 4 Σ που επιτρέπει την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών μόνο σε τέσσερις συγκεκριμένες περιπτώσεις: α) για την αντιμετώπιση αναγκών άμυνας της χώρας, β) επείγουσας κοινωνικής ανάγκης από θεομηνία, γ) ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία και δ) για την αντιμετώπιση τοπικών αναγκών των ΟΤΑ. Η «παρακώλυση και διατάραξη της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της Χώρας» του ν.δ. 17/1974 είναι μια ιδιαίτερα διευρυμένη προϋπόθεση στην οποία μπορούσαν οι κυβερνήσεις να εντάσσουν τις απεργιακές κινητοποιήσεις, αλλά που δεν μπορούσε να βρει αντιστοίχιση σε κάποια από τις περιοριστικά αναφερόμενες συνταγματικές περιπτώσεις. Πρόβλημα συμβατότητας του ν.δ. 17/1974 αναδείχθηκε και σε σχέση με τις Διεθνείς Συμβάσεις που κύρωσε η Χώρα και οι οποίες έχουν αυξημένη τυπική ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 Σ. Πιο συγκεκριμένα τα μεν άρθρα 4 και 23 παρ. 1 της ΕΣΔΑ απαγορεύουν γενικά τη δουλεία και προβλέπουν την ελευθερία της εργασίας, ενώ οι ειδικότερες Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας 29 και 105 που κυρώθηκαν από την Ελλάδα με τους νόμους 2079/1952 και ν.δ. 4221/1961 αντίστοιχα απαγορεύουν κάθε αναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία με κάθε μορφή. Η ΔΣΕ 29 εξαιρεί από την έννοια της αναγκαστικής εργασίας περιπτώσεις αντίστοιχες με αυτές του άρθρου 22 παρ. 4 β’ Σ, ενώ με μεγαλύτερη σαφήνεια η ΔΣΕ 105 θεωρεί ως αναγκαστική εργασία οποιαδήποτε «μέθοδο επιστράτευσης και χρησιμοποίησης εργατικού δυναμικού για σκοπούς οικονομικής ανάπτυξης»(3).