Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #απεργία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #απεργία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016

ΜονΠρΑθ 1022/16: Απεργία. Επιχείρηση που έχει αναλάβει τις εργασίες καθαρισμού λεωφορείων της εταιρίας ''Οδικές Συγκοινωνίες Α.Ε.'' - Απεργία εργαζομένων - αιτήματα.


Απεργία. Επιχείρηση που έχει αναλάβει τις εργασίες καθαρισμού λεωφορείων της εταιρίας ''Οδικές Συγκοινωνίες Α.Ε.'' - Απεργία εργαζομένων - αιτήματα. Κρίση ότι η εταιρία είναι ιδιωτική επιχείρηση κι ως εκ τούτου η μη τήρηση της τετραήμερης προθεσμίας προειδοποίησης, η μη διάθεση προσωπικού ασφαλείας και η μη κλήση της ενάγουσας σε δημόσιο διάλογο δεν καθιστά την απεργία παράνομη, καθώς οι ανωτέρω διατυπώσεις αφορούν τους φορείς δημόσιας ωφέλειας. Απορρίπτει την αγωγή.


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 1022/2016
(...) Με την κρινόμενη αγωγή, η ενάγουσα ζητεί να αναγνωρισθεί ότι είναι παράνομη και καταχρηστική η απεργία η οποία έχει κηρυχθεί στις 18-5-2016 από την εναγόμενη συνδικαλιστική οργάνωση, για το χρονικό διάστημα από 11-5-2016 και ώρα 13.30 μέχρι 15-5-2016 και ώρα 15.00 και αφορά τους εργαζομένους της επιχείρησής της που παρέχουν υπηρεσίες καθαρισμού στα αμαξοστάσια της «ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΕ», κατόπιν σχετικής συμβάσεως της ενάγουσας με την τελευταία. Επίσης η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να παραλείπει στο μέλλον την πραγματοποίηση απεργίας με τα ίδια αιτήματα, καθώς και να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να επιτραπεί η επίδοση της απόφασης και μετά την ώρα 19.00 και να καταδικασθεί η εναγομένη στη δικαστική δαπάνη της. Η αγωγή αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (και ειδικότερα εργατικών) διαφορών (αρθρ. 22 παρ. 4 εδ. α´ Ν. 1264/82 και άρθρ. 591, 614, 621, 622 ΚΠολΔ, όπως τα τελευταία αντικ. με το Ν. 4335/15) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 2, 25 παρ. 3 του Συντάγματος, 19 - 22 Ν. 1264/82, 281 ΑΚ, 68, 70, 176, 907, 908 ΚΠολΔ (βλ. ειδικά για τη νομική βασιμότητα του καταψηφιστικού αιτήματος της απαγόρευσης της επανάληψης απεργίας με ίδια αιτήματα στο μέλλον: ΑΠ 543/13 ΝοΒ 2013, 1918, ΑΠ 528/90 ΔΕΝ 1991, 455). Πρέπει, επομένως, η αγωγή να ερευνηθεί και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.
(...) Αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Η εναγομένη δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση («ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΑΣ») κοινοποίησε στην ενάγουσα, με τηλεομοιοτυπία, στις 10-5-2016, εξώδικη δήλωση με την οποία της γνωστοποίησε την κήρυξη απεργίας, για το χρονικό διάστημα από 11-5-2016 και ώρα 13.30 μέχρι 15-5-2016 και ώρα 15.00, που αφορά τους εργαζομένους της ενάγουσας που παρέχουν υπηρεσίας στο έργο καθαρισμού χώρων της «ΟΣΥ ΑΕ». Στην προαναφερόμενη δήλωση περιέχονται τα εξής αιτήματα: «Άμεση ανάκληση της απόλυσης της συναδέλφου S.C. από το αμαξοστάσιο του Πειραιά. Άμεση εξόφληση όλων των δεδουλευμένων δώρων και επιδομάτων. Άμεση διακοπή των εκφοβιστικών ενεργειών και των απειλών για απόλυση, που πραγματοποιήθηκαν στα αμαξοστάσια (Ανθούσας και Ελληνικού), λόγω της συμμετοχής των εργαζομένων στη Γενική απεργία της 6-5-2016. Τήρηση της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, της εργατικής νομοθεσίας και όλων των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας στους χώρους εργασίας». Ειδικότερα, η ενάγουσα (Λ. ΑΕ), δυνάμει της από 1-12-2014 συμβάσεως που έχει καταρτίσει με την ανώνυμη εταιρία «ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΕ» («ΟΣΥ ΑΕ»), έχει αναλάβει, ως ανάδοχος, το έργο του καθαρισμού των λεωφορείων και των χώρων των αμαξοστασίων της τελευταίας. Η ενάγουσα είναι ιδιωτική εταιρία που αναλαμβάνει έναντι ανταλλάγματος την παροχή υπηρεσιών καθαρισμού σε επιχειρήσεις και νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα. Η ενάγουσα δεν έχει έτσι η ίδια την ιδιότητα του φορέα ή επιχείρησης που περιγράφονται στο άρθρο 19 παρ. 2 Ν. 1264/82 και των οποίων η λειτουργία έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, ενώ δεν αρκεί για να της προσδώσει την ιδιότητα αυτή απλώς το γεγονός ότι έχει συμβληθεί και παρέχει υπηρεσίες καθαριότητας σε τέτοια επιχείρηση, όπως είναι η «ΟΣΥ ΑΕ» (μεταφοράς προσώπων). Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος της αγωγής, ότι η παραπάνω απεργία είναι παράνομη επειδή η εναγομένη δεν διέθεσε προσωπικό ασφαλείας για την εξυπηρέτηση των στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, ότι δεν τήρησε την τετραήμερη προθεσμία προειδοποίησης και ότι δεν κάλεσε την ενάγουσα σε δημόσιο διάλογο για τα αιτήματα της απεργίας, αφού οι υποχρεώσεις αυτές (άρθρ. 20 παρ. 2 και 21 παρ. 2 Ν. 1264/82 και 3 παρ. 1α Ν. 2224/94) αφορούν αποκλειστικά τους φορείς και επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 19 παρ. 2 Ν. 1264/82. Περαιτέρω, αβάσιμος είναι ο πρώτος λόγος και κατά το υπόλοιπο μέρος του, που αφορά τη μη διάθεση προσωπικού ασφαλείας για την ασφάλεια των εγκαταστάσεων της ενάγουσας και την πρόληψη καταστροφών και ατυχημάτων (άρθρ. 21 παρ. 1 Ν. 1264/82), αφού η διάθεση τέτοιου προσωπικού θα ήταν χωρίς αντικείμενο, δεδομένου ότι τα καθήκοντα αυτά δεν προσιδιάζουν στη φύση των παρεχομένων από τους εργαζομένους της ενάγουσας υπηρεσιών καθαρισμού, αλλά ανήκουν στην αρμοδιότητα ειδικού προς τούτο προσωπικού, όπως επιστάτες, φύλακες, κ.λπ. (βλ. ΜΠρΘεσ 13134/15 Αρμ 2015, 1204, ΜΠρΑθ 1861/90 ΕΕΔ 49, 836). Αβάσιμος είναι επίσης ο δεύτερος λόγος της αγωγής κατά το υπόλοιπο μέρος του, που αφορά τη μη τήρηση της 24ωρης προθεσμίας προειδοποίησης, αφού η παρέκκλιση στην τήρηση της προθεσμίας αυτής κατά 35´ και μόνο λεπτά της ώρας ―έπρεπε να γίνει η προειδοποίηση μέχρι ώρα 13.30 της 9-5-2016 και έγινε ώρα 14.05 της ίδιας ημέρας, σύμφωνα με την ένδειξη της σχετικής τηλεομοιοτυπίας που προσκομίζει η ενάγουσα― είναι τελείως ασήμαντη και δεν προκάλεσε οποιοδήποτε αιφνιδιασμό στην ενάγουσα. Τέλος, αβάσιμος είναι και ο τέταρτος λόγος της αγωγής, περί καταχρηστικότητος της απεργίας, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η τελευταία υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ιδία ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος των απεργών (άρθρ. 281 ΑΚ). Ειδικότερα, προέκυψε ότι η ενάγουσα έχει πράγματι διαφορές με τους εργαζομένους σ’ αυτή σχετικά με οφειλόμενες σ’ εκείνους αποδοχές, με τις συνθήκες εργασίας τους και με απειλές απόλυσής τους, οι οποίες (διαφορές) έχουν συλλογικό χαρακτήρα που υπερισχύει της νομικής φύσης των διαφορών αυτών και του διευθυντικού δικαιώματος της ενάγουσας και δικαιολογεί την άσκηση του δικαιώματος της επίδικης απεργίας (βλ. και ΑΠ 468/12 ΝοΒ 2012/2020). Δεν αποδείχθηκε επίσης ότι η επίδικη απεργία, με βάση τους λόγους αυτής, τη μορφή και τη διάρκειά της, καθώς και τα συμφέροντα των απεργών, προκαλεί στο κοινωνικό σύνολο ή στην ενάγουσα δυσανάλογη βλάβη, όπως γενικόλογα ισχυρίζεται αυτή, ενώ, τέλος, η επίδικη απεργία δεν καθίσταται καταχρηστική από το γεγονός ότι η εναγομένη είχε κηρύξει και πραγματοποιήσει κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα δύο 48ωρες απεργίες με παρόμοια (της επίδικης) αιτήματα και ειδικότερα από 25-4-2016 (...) και από 9-5-2016 (...) ―τις οποίες μάλιστα δεν προσέβαλε δικαστικώς η ενάγουσα― ούτε από το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι της ενάγουσας είχαν συμμετάσχει στη 48ωρη γενική απεργία που είχε κηρύξει η «Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος» από 6-5-2016 μέχρι 8-5-2016.
Κατόπιν όλων των παραπάνω η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (...)

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

"Η ΕΠΙΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΠΕΡΓΩΝ -με αφορμή την ψήφιση του ν. 4325/2015" [του Χριστόφορου Σεβαστίδη, Δ.Ν.- Προέδρου Πρωτοδικών Μέλους του Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών – Εισαγγελέων]



(δημοσιευμένο στην Ελληνική Δικαιοσύνη 2015, σελ. 1641 επ)
Ι. Εισαγωγικά
Η χρήση της «πολιτικής επιστράτευσης» ως κρατικού μέσου κατάπνιξης απεργιακών κινητοποιήσεων συμπλήρωσε ήδη έναν αιώνα, έχοντας παραμερίσει κυρωμένες διεθνείς συμβάσεις εργασίας και συνταγματικά κείμενα και αναδεικνύοντας φανερά την αδυναμία του Κράτους να σταθεί αποστασιοποιημένο και αμέτοχο σε κοινωνικούς και ταξικούς ανταγωνισμούς. Θεσμοθετήθηκε για πρώτη φορά από την Κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου με το ν. 325/1914, ως κατ’ αρχήν απάντηση στις μεγάλες απεργίες των σιδηροδρομικών, των τραμβαγιέρηδων της Αθήνας και του Πειραιά και του προσωπικού των Τ.Τ.Τ., αλλά έχοντας ως απώτερο στόχο των περιορισμό των μαχητικών δράσεων της εργατικής τάξης. Πραγματικά οι διατάξεις του παραπάνω νόμου σύντομα επεκτάθηκαν και σε άλλες κατηγορίες εργαζομένων, όπως στους μεταλλωρύχους (ν. 1120/1918), στους εργαζόμενους στον ηλεκτρισμό, στο φωταέριο και τις μεταφορές (ν.δ. 9/1918 και 13/1918) καθώς και στους σμυριδεργάτες της Νάξου (νδ 1455/1918). Η δικτατορία του Μεταξά γενίκευσε την πολιτική επιστράτευση των απεργών με τους α.ν. 245/36, 1861/39, 1984/39 και 1986/39. Μεταπολεμικά η Κυβέρνηση του Βούλγαρη εξέδωσε το ν.δ. 450/45 καθιερώνοντας και πάλι την πολιτική επιστράτευση για την αντιμετώπιση «ανωμαλιών πάσης φύσεως δυναμένων να πρακωλύσωσι την οικονομικήν ανασυγκρότησιν ή να διαταράξωσι την κρατική ή κοινωνική ζωήν της Χώρας»(1).
ΙΙ. Νομοθετικά κείμενα- Σύνταγμα- Διεθνείς Συμβάσεις
Το πρώτο μεταπολιτευτικό νομοθέτημα που άγγιξε και πάλι το ζήτημα της πολιτικής επιστράτευσης ήταν το νδ 17/1974 «περί πολιτικής σχεδιάσεως εκτάκτου ανάγκης». Θα πρέπει να θυμηθεί κανείς ότι τούτο το ν.δ. εκδόθηκε μέσα σε ανώμαλες ιστορικά περιόδους, λίγο μετά την πτώση της απριλιανής δικτατορίας και την τουρκική επέμβαση στην Κύπρο. Θεμελιώδης νόμος του Κράτους εκείνη την περίοδο ήταν το Σύνταγμα του 1952, ενώ το Σύνταγμα του 1975 τέθηκε σε ισχύ λίγους μήνες αργότερα. Εξακολούθησε ωστόσο να ισχύει το παραπάνω ν.δ. και να αποτελεί «σωσίβιο» κυβερνητικών αδιεξόδων απέναντι σε ανυποχώρητους απεργούς για άλλα 23 χρόνια, παρά την ομόφωνη σφοδρή κριτική περί αντισυνταγματικότητάς του και αντίθεσής του σε Διεθνείς Συμβάσεις, όπως θα αναλυθεί παρακάτω(2). Η εφαρμογή του βασίζονταν στην συνδυασμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 3 (ήδη παράγραφος 4) και 112 παρ. 1 του Συντάγματος. Πιο ειδικά στο άρθρο 22 παρ. 4 Σ ορίζεται ότι «Οποιαδήποτε μορφή αναγκαστικής εργασίας απαγορεύεται. Ειδικοί νόμοι ορίζουν τα σχετικά με την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών…», ενώ το άρθρο 112 παρ. 1 Σ προβλέπει ότι «Σε θέματα που για τη ρύθμισή τους προβλέπεται ρητά από διατάξεις του Συντάγματος η έκδοση νόμου, οι κατά περίπτωση νόμοι ή διοικητικές πράξεις κανονιστικού χαρακτήρα, που υπάρχουν κατά την έναρξη της ισχύος του, εξακολουθούν να ισχύουν ώσπου να εκδοθεί ο νόμος που προβλέπεται κατά περίπτωση, εκτός αν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του Συντάγματος». Η μη έκδοση λοιπόν «ειδικού νόμου» μέχρι και την ψήφιση του ν. 3536/2007 επέτρεψε την ανεμπόδιστη ισχύ και εφαρμογή του νδ 17/1974. Αγνοήθηκε ωστόσο εσκεμμένα η απαίτηση του άρθρου 112 παρ. 1 Σ να μην εφαρμόζονται εκείνες οι διατάξεις των «ειδικών νόμων», εφόσον είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του Συντάγματος και ο προφανής λόγος ήταν η «πρακτική χρησιμότητά» τους σε όλες τις μετέπειτα κυβερνήσεις.
Το νδ 17/1974 επέτρεπε την πολιτική κινητοποίηση με απόφαση του πρωθυπουργού για αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών σε καιρό ειρήνης (άρθρο 19 παρ. 1) και την συνακόλουθη πολιτική επιστράτευση προσωπικού (άρθρο 23 παρ. 1). Ως κατάσταση εκτάκτου ανάγκης θεωρούσε κάθε αιφνίδια κατάσταση που προκαλείται από φυσικά ή άλλα γεγονότα πολεμικά ή μη ή από «ανωμαλίες πάσης φύσεως» που έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ή απειλή δημιουργίας εκτεταμένων απωλειών, ζημιών και καταστροφών σε έμψυχο ή άψυχο δυναμικό ή την παρακώλυση και διατάραξη της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της Χώρας (άρθρο 2 παρ. 5). Πρόκειται σαφώς για διάταξη με πολύ πιο διευρυμένο περιεχόμενο σε σύγκριση με το άρθρο 22 παρ. 4 Σ που επιτρέπει την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών μόνο σε τέσσερις συγκεκριμένες περιπτώσεις: α) για την αντιμετώπιση αναγκών άμυνας της χώρας, β) επείγουσας κοινωνικής ανάγκης από θεομηνία, γ) ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία και δ) για την αντιμετώπιση τοπικών αναγκών των ΟΤΑ. Η «παρακώλυση και διατάραξη της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της Χώρας» του ν.δ. 17/1974 είναι μια ιδιαίτερα διευρυμένη προϋπόθεση στην οποία μπορούσαν οι κυβερνήσεις να εντάσσουν τις απεργιακές κινητοποιήσεις, αλλά που δεν μπορούσε να βρει αντιστοίχιση σε κάποια από τις περιοριστικά αναφερόμενες συνταγματικές περιπτώσεις. Πρόβλημα συμβατότητας του ν.δ. 17/1974 αναδείχθηκε και σε σχέση με τις Διεθνείς Συμβάσεις που κύρωσε η Χώρα και οι οποίες έχουν αυξημένη τυπική ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 Σ. Πιο συγκεκριμένα τα μεν άρθρα 4 και 23 παρ. 1 της ΕΣΔΑ απαγορεύουν γενικά τη δουλεία και προβλέπουν την ελευθερία της εργασίας, ενώ οι ειδικότερες Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας 29 και 105 που κυρώθηκαν από την Ελλάδα με τους νόμους 2079/1952 και ν.δ. 4221/1961 αντίστοιχα απαγορεύουν κάθε αναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία με κάθε μορφή. Η ΔΣΕ 29 εξαιρεί από την έννοια της αναγκαστικής εργασίας περιπτώσεις αντίστοιχες με αυτές του άρθρου 22 παρ. 4 β’ Σ, ενώ με μεγαλύτερη σαφήνεια η ΔΣΕ 105 θεωρεί ως αναγκαστική εργασία οποιαδήποτε «μέθοδο επιστράτευσης και χρησιμοποίησης εργατικού δυναμικού για σκοπούς οικονομικής ανάπτυξης»(3).