Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #εργαζόμενοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #εργαζόμενοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2019

ΜΠρΛασιθίου 472/18 : Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας στο Δημόσιο - Πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου εργαζόμενων στον τομέα της καθαριότητας των ΟΤΑ - Αυτοδίκαιη παράταση των εν λόγω συμβάσεων βάσει του άρθρου 167 του Ν.4099/12


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΣΙΘΙΟΥ
ΑΡΙΘΜΟΣ 472/2018

Δικαστής : Ευάγγελος Νικολάου, Πρωτοδίκης


1. Σύμφωνα με τη ρήτρα 1 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμέ­νου χρόνου, που συνήφθη την 1813.1999 (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο) και περι­λαμβάνεται στο παράρτημα της Οδη­γίας 1999/70/Ε.Κ. του Συμβουλίου, της 28ης.6.1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαί­σιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (EE L 175), σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου είναι, μεταξύ άλλων, η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτρα­πεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου, με δεδομένο ότι το ευεργέτημα της στα­θερότητας της απασχόλησης θεωρείται μείζον στοιχείο της προστασίας των ερ­γαζομένων, ενώ μόνο υπό ορισμένες πε­ριστάσεις μπορούν οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου να ανταποκριθούν στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων (Δ.Ε.Ε. της 25ης.10.2018, C-331/17 Sciotto, EU:C:2018:859, και Δ.Ε.Ε. της 8ης.3.2012, C-251/11 Huet, EU:C:2012:133).
2. Περαιτέρω, η ρήτρα 3 της συμφω­νίας-πλαισίου προσδιορίζει ως «εργαζό­μενο ορισμένου χρόνου» εκείνο το πρό­σωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζόμενου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως η παρέλευση συ­γκεκριμένης ημερομηνίας, η ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή η πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος. Σύμφωνα δε με τη ρήτρα 5, σημείο 2, της συμφωνίας-πλαισίου, ο καθορισμός, όταν χρειάζεται, των συνθηκών υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου α) θε­ωρούνται «διαδοχικές» και β) χαρακτηρί­ζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου, εναπόκειται στα κράτη-μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και στους κοινωνικούς εταί­ρους. Είναι μάλιστα αναγκαίο να σημειω­θεί πως, μολονότι αυτή η παραπομπή στις εθνικές αρχές για τον ορισμό των συγκε­κριμένων κανόνων εφαρμογής των όρων «διαδοχικές» και «αορίστου χρόνου», κατά την έννοια της συμφωνίας-πλαισίου, εξη­γείται από τη μέριμνα να διαφυλαχθεί η πολυμορφία των εθνικών ρυθμίσεων στον τομέα αυτό, το περιθώριο εκτίμησης που καταλείπεται συναφώς στα κράτη-μέλη δεν είναι απεριόριστο, καθόσον δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να φθάσει μέχρι τη δια­κύβευση του σκοπού ή της πρακτικής απο­τελεσματικότητας της συμφωνίας-πλαισίου (Δ.Ε.Κ. της 4ης.7.2006, C-212/04 Αδενέλερ κ.λπ., EU:C:2006:443, και διάταξη της 12ης.6.2008, C-364/07 Βασιλάκης κ.λπ., EU:C:2008:346).
3. Ακόμα, η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμ­φωνίας-πλαισίου ορίζει τα εξής: «1. Για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση δια­δοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη-μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθε­σία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρα­κτική, ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέ­τρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσό­τερα από τα ακόλουθα μέτρα: α) αντικει­μενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων ερ­γασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας». Όπως έχει συναφώς κριθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την έκφραση «ισοδύναμα νο­μοθετικά μέτρα» η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας-πλαισίου αποσκοπεί στο να καλύπτει κάθε μέτρο του εθνικού δικαίου που έχει ως αντικείμενο, όπως ακριβώς και τα μέτρα που θεσπίζονται με την εν λόγω ρήτρα, την αποτελεσματική πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχι­κών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορι­σμένου χρόνου, χωρίς να έχει σημασία αν το επίμαχο εθνικό μέτρο δεν προβλέπει τα ειδικά μέτρα που απαριθμούνται στη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχεία α έως γ της συμφωνίας-πλαισίου ή αν ο σκοπός της θέσπισης του μέτρου αυτού δεν ήταν ειδι­κά η προστασία των εργαζομένων από τις καταχρήσεις που οφείλονται σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή αν το πεδίο εφαρμογής του δεν περιορίζεται μόνο στις συμβάσεις αυτές. Ως εκ τούτου, εφόσον μέτρο του εθνικού δικαίου μπορεί επίσης να συμβάλλει στην αποτελεσματι­κή πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμο­ποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, διαπίστωση που ενα­πόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κάνει, πρέπει αυτό να θεωρηθεί ισοδύναμο με τα μέτρα που απαριθμούνται στη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχεία α έως γ της συμφωνίας- πλαισίου (Δ.Ε.Κ. της 23ης.4.2009, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-378/07, C-379/07 και C-380/07, Αγγελιδάκη κ.λπ., EU:C:2009:250). Άλλωστε, η ενσωμάτωση της συμφωνίας-πλαισίου στο εθνικό δίκαιο δεν μπορεί να καταλήγει να θίγει την απο­τελεσματικότητα της εν λόγω πρόληψης, όπως διασφαλιζόταν προηγουμένως από ένα «ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο» κατά την έννοια του σημείου 1 της εν λόγω ρή­τρας 5 (Αγγελιδάκη, ό.π.), πολλώ δε μάλλον καθώς τα σημεία 1 και 3 της ρήτρας 8 της συμφωνίας-πλαισίου ορίζουν αφενός μεν ότι τα κράτη-μέλη ή/και οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να διατηρήσουν ή να εισαγάγουν ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους διατάξεις και, αφετέρου, ότι η εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επαρκή αι­τιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων, στον τομέα που καλύπτεται από αυτήν.
4. Η Οδηγία 1999/70/Ε.Κ. μεταφέρθηκε στην ελληνική νομοθεσία, που εφαρμόζε­ται στο προσωπικό του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, με το προε­δρικό διάταγμα 164/2004 «Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμέ­νου χρόνου στον δημόσιο τομέα» (Φ.Ε.Κ. Α 134/19.7.2004). Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του εν λόγω προεδρικού δια­τάγματος, οι διατάξεις του εφαρμόζονται στο προσωπικό του δημόσιου τομέα, συμ­περιλαμβανομένου και του προσωπικού των Ο.Τ.Α., καθώς και στο προσωπικό των δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων, το οποίο εργάζεται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέ­ση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας. Δυνάμει δε του άρθρου 10 του εν λόγω προεδρικού διατάγματος ρητά ορίστηκε ότι αυτό δεν θίγει ρυθμίσεις ευ­νοϊκότερες για τους εργαζόμενους εν γέ­νει, καθώς και για τους εργαζόμενους με αναπηρίες.
5. Περαιτέρω, το άρθρο 5 του προεδρι­κού διατάγματος 164/2004 ορίζει τα εξής: «Διαδοχικές συμβάσεις. 1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ εξαίρεση, εφό­σον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέ­ως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3. Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που την δικαιολο­γούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφόσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυ­τήν. Κατ εξαίρεση, ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβα­σης, λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης, δεν έχει διάρκεια μεγαλύ­τερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάτα­ξη. Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησής του. 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επι­φύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου».
6. Ακόμα, το άρθρο 6 του εν λόγω δια­τάγματος ορίζει τα εξής: «Ανώτατη διάρ­κεια συμβάσεων: 1. Συμβάσεις που κα­ταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ει­δικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας απαγορεύεται να υπερβαί­νουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συν­ολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ εφαρμογήν του προ­ηγούμενου άρθρου, είτε συνάπτονται κατ εφαρμογήν άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας. 2. Συνολικός χρόνος διάρκειας απασχόλησης άνω των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών επιτρέπεται μόνον σε περιπτώ­σεις ειδικών, από τη φύση και το είδος της εργασίας τους, κατηγοριών εργαζομένων που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, όπως, ιδίως, διευθυντικά στελέχη, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή οι­ουδήποτε επιδοτούμενου ή χρηματοδο­τούμενου προγράμματος, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται για την πραγματοποίηση έργου σχετικού με την εκπλήρωση υποχρε­ώσεων που απορρέουν από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς».
7. Σε επίπεδο κυρώσεων, το άρθρο 7 του προεδρικού διατάγματος 164/2004 ορίζει τα εξής: «Συνέπειες παραβάσεων: 1. Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυ­τοδικαίως άκυρη. 2. Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται. Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργα­σίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελί­ας της συμβάσεως του. Εάν οι άκυρες συμ­βάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβά­νεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις. Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο. 3. Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγ­ματος τιμωρείται με φυλάκιση (άρθρο 5 του νόμου 1338/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 5 του νόμου 1440/1984). Αν το αδίκημα διαπράχθηκε από αμέλεια, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Η ίδια παράβαση στοιχειοθετεί παράλληλα και σοβαρό πειθαρχικό παρά­πτωμα».
8. Όπως έχει συναφώς κριθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τις παραπάνω προβλέψεις τους, τα άρ­θρα 5 και 6 του προεδρικού διατάγματος 164/2004 θέτουν σε εφαρμογή, στον δημό­σιο τομέα, όλα τα μέτρα για την πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης δια­δοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που απαριθμούνται στη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχεία α έως γ της συμφωνίας-πλαισίου (Αγγελιδάκη, ό.π.). Αντιστοίχως, οι κυρώσεις του άρθρου 7 του εν λόγω προεδρικού διατάγ­ματος θα μπορούσαν να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις διασφάλισης της πλήρους αποτελεσματικότητας των κανόνων που έχουν θεσπιστεί κατ εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου, υπό την αναγκαία προϋπόθεση, που εναπόκειται στο εθνικό δι­καστήριο να διαπιστώσει, ότι οι προϋπο­θέσεις εφαρμογής, καθώς και η εφαρμογή στην πράξη των παραπάνω κυρώσεων, καθιστούν τη διάταξη αυτή κατάλληλο μέτρο για να αποτρέπεται και, εν ανάγκη, να τιμωρείται η καταχρηστική χρησιμοποίηση από τις διοικητικές αρχές διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμέ­νου χρόνου (Αγγελιδάκη, ό.π., Βασιλάκης, ό.π., και Δ.Ε.Κ., διάταξη της 24ης.4.2009, C-519/08 Κούκου, EU:C:2009:269. Πρβλ. όμως και την απόφαση του Δ.Ε.Ε. της 21ης.11.2018, C-619/17 de Diego Porras, EU:C:2018:936, σύμφωνα με την οποία εθνι­κή διάταξη η οποία προβλέπει την υποχρε­ωτική καταβολή αποζημίωσης στους εργαζόμενους που απασχολούνται με ορισμένες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου κατά τη λήξη της χρονικής περιόδου για την οποία συνήφθησαν οι συμβάσεις αυτές δεν εμπίπτει, εκ πρώτης όψεως, σε μία από τις δύο κατηγορίες μέτρων που σκοπούν στην πρόληψη των καταχρήσεων και τα οποία αναφέρονται στη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχεία α έως γ της συμφωνίας-πλαισίου, ούτε συνιστά «ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο για την πρόληψη των καταχρήσε­ων» κατά την έννοια αυτής της διάταξης καθώς ένα τέτοιο μέτρο δεν φαίνεται ικανό να τιμωρήσει δεόντως την καταχρηστική χρησιμοποίηση συμβάσεων ή σχέσεων ερ­γασίας ορισμένου χρόνου και να εξαλείψει τις συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης).
9. Εξάλλου, ανεξάρτητα από την Οδη­γία 1999/70/Ε.Κ. και το προεδρικό διάταγ­μα 164/2004, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την κα­ταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, διά της προσχηματικής επιλογής της σύμβασης ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμε­τωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 1 και 3 του νόμου 2112/1920 (Φ.Ε.Κ. Β 11/18.3.1920), που βρίσκουν εφαρμογή σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα από το αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή τον δημόσιο τομέα, και προβλέπουν ότι «είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νό­μον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον... Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμ­βάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου».

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016

Δημόσιο: Σαρωτικές αλλαγές για τους εργαζόμενους - Τι περιλαμβάνει το νομοσχέδιο (δείτε όλο το κείμενο)


Κατατέθηκε (28-11-2016) στη Βουλή το νομοσχέδιο για την κινητικότητα των δημόσιων υπαλλήλων.
Το νομοσχέδιο αφορά διοικητικούς υπαλλήλους και η κινητικότητα θα είναι εθελούσια. Προβλέπεται να γίνεται με μία αίτηση και υπογραφή, ενώ το αρμόδιο υπουργείο θα παρουσιάσει σύστημα το οποίο θα φαίνονται οι θέσεις και το τι θα μπορεί να κάνει με τις επιλογές του.
Από τις διατάξεις του νομοσχεδίου εξαιρούνται δικαστικοί υπάλληλοι, υπάλληλοι φυλακών, του ιδρύματος Αρωγής Αρρένων Βόλου, και υπάλληλοι νοσοκομείων και ΕΚΑΒ, όπως επίσης και διοικητικοί υπάλληλοι, αλλά και σχολικοί φύλακες.
Οι υποψήφιοι προς μετάταξη δημόσιοι υπάλληλοι θα αξιολογούνται από τριμελές όργανο του φορέα υποδοχής. Αυτό θα στελεχώνεται από τον γενικό διευθυντή και τον διευθυντή της υπηρεσίας στην οποία ανήκει η προς κάλυψη θέση, καθώς και τον διευθυντή προσωπικού του φορέα. Η αξιολόγηση των υποψηφίων θα γίνεται πάνω:
α) στη συνάφεια των τυπικών και ουσιαστικών τους προσόντων με τη θέση που διεκδικούν
β) στις εκθέσεις αξιολόγησής τους
γ) στην εμπειρία τους σε συναφές αντικείμενο
δ) σε κάθε στοιχείο του προσωπικού τους μητρώου που τεκμηριώνει την καταλληλότητά τους
Συνέντευξη
Με στόχο την πληρέστερη αξιολόγηση των υποψηφίων από τον φορέα του Δημοσίου που δέχεται τους μετατασσόμενους, μετά από την αξιολόγηση των προς μετάταξη υπαλλήλων προβλέπεται η δυνατότητα συνέντευξης μεταξύ των τριών επικρατέστερων υποψηφίων.
Το νομοσχέδιο αναμένεται να έχει ψηφιστεί μέχρι την ερχόμενη Παρασκευή. 
Σύμφωνα με το Υπουργείο Διοικητικής Ανασυγκρότησης το σχέδιο Νόμου δημιουργεί ένα σαφές πλαίσιο, απλουστεύει τις διαδικασίες και εξορθολογίζει το σύστημα σε σχέση με το καθεστώς των αποσπάσεων και των μετατάξεων των τακτικών πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων από μια δημόσια υπηρεσία σε άλλη.
Η κινητικότητα στο Δημόσιο, η οποία εισάγεται με το κατατεθέν σχέδιο Νόμου,  αποτελεί ένα κρίσιμο εργαλείο για την ανασυγκρότηση της Δημόσιας Διοίκησης, έναν μοχλό για την ανακατανομή του προσωπικού βάσει των πραγματικών αναγκών τόσο των φορέων, όσο και των υπαλλήλων, αναφέρει το Υπουργείο.
Πιο αναλυτικά, το Υπ. Διοικητικής Ανασυγκρότησης σημειώνει σε σχέση με το νομοσχέδιο αυτό:
Βασική  καινοτομία του προτεινόμενου συστήματος  (Ενιαίο Σύστημα Κινητικότητας – ΕΣΚ)  είναι  ο αμιγώς εθελούσιος χαρακτήρας  της κινητικότητας και ειδικότερα  η δυνατότητα κάθε υπαλλήλου να έχει πρόσβαση στο σύνολο των προς κάλυψη  θέσεων,  βάσει  ενιαίων κανόνων  αναφορικά με τους όρους, τις προϋποθέσεις και εν γένει τις ακολουθούμενες διαδικασίες.
Για τη συμμετοχή των φορέων στο ΕΣΚ τίθενται δύο (2) απαρέγκλιτες  προϋποθέσεις: α) η ύπαρξη επικαιροποιημένων Οργανισμών σε ψηφιακή μορφή, οι οποίοι ενσωματώνονται  στο ενιαίο ψηφιακό Οργανόγραμμα της δημόσιας διοίκησης που δημιουργείται  για πρώτη φορά  και επιτρέπει την αποτύπωση της διάρθρωσης και  της στελέχωσης όλων των φορέων και, β) η κατάρτιση περιγραμμάτων θέσεων εργασίας, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η μετάταξη του υπαλλήλου διενεργείται σε κενή οργανική θέση για την οποία έχει τα προβλεπόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, όπως αυτά προκύπτουν από την "ταυτότητα" της θέσης.
Η προσωρινή μετακίνηση του υπαλλήλου (απόσπαση), χωρίς την προϋπόθεση ύπαρξης κενής οργανικής θέσης, συνιστά πλέον μία κατ΄ εξαίρεση μορφή κινητικότητας.  Για το λόγο αυτό συνδέεται με την ύπαρξη αποδεδειγμένων σοβαρών και επειγουσών υπηρεσιακών αναγκών και έχει περιορισμένη διάρκεια (ένα έτος με δυνατότητα παράτασης εκ μέρους του φορέα και με συναίνεση του υπαλλήλου   έως τρεις μήνες). Η εν λόγω επιλογή υπαγορεύθηκε από το γεγονός ότι οι επικαιροποιημένοι Οργανισμοί των φορέων θα περιλαμβάνουν το σύνολο των θέσεων ανά κλάδο και οργανική μονάδα που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση των αναγκών τους, συνεπώς η αναγκαιότητα απόσπασης  υπαλλήλων πέραν  της κάλυψης των οργανικών θέσεων θα πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς και πάντα στο πλαίσιο επειγουσών αναγκών. Επιπλέον, για πρώτη φορά εισάγεται ρητή ρύθμιση για τη σύνδεση της απόσπασης με την άσκηση καθηκόντων ορισμένου κλάδου, για τον οποίο ο υπάλληλος έχει τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στη δημοσιοποίηση των προς κάλυψη θέσεων, καθώς προβλέπεται ότι αποστέλλονται από τους φορείς στο Υπουργείο Διοικητικής Ανασυγκρότησης τρεις (3) φορές κατ΄ έτος, σε αντίστοιχους κύκλους κινητικότητας, και αναρτώνται σε ειδική ηλεκτρονική πλατφόρμα με τη μορφή Πίνακα διαθέσιμων θέσεων.
* Προβλέπεται  δημοσιοποίηση των θέσεων μέσω της διαδικτυακής ανάρτησής τους, καθώς, επιπλέον, στοιχεία που το διαφοροποιούν ριζικά από τις προϊσχύουσες μορφές κινητικότητας είναι: α) η  διαδικασία επιλογής των μετακινούμενων και η έκδοση της απόφασης διενεργείται εξ ολοκλήρου από την υπηρεσία υποδοχής και,  β) οι καθορισμένες (δεσμευτικές) προθεσμίες για την ολοκλήρωση των διαδικασιών κινητικότητας.
Αναφορικά δε με το χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης των διαδικασιών κινητικότητας υπό τη μορφή μετάταξης ή απόσπασης, για πρώτη φορά προβλέπονται ορισμένες προθεσμίες όχι μόνο για την αποστολή των αιτημάτων κάλυψης των θέσεων, τη διαδικτυακή  ανάρτησή  τους και την αξιολόγηση των υποψηφίων, αλλά και για την ίδια την έκδοση της απόφασης, καθώς  ως ανώτατο χρονικό όριο ορίζεται το τρίμηνο από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής των αιτήσεων. Επιπλέον, δεδομένου ότι η δαπάνη μισθοδοσίας του προσωπικού, εφόσον μεταταχθεί ή αποσπασθεί σε άλλο φορέα, βαρύνει τον φορέα υποδοχής προβλέπεται μέσω ορισμένης διαδικασίας η  παράλληλη ανακατανομή πιστώσεων,  προκειμένου να  επιτευχθεί   δίκαιη κατανομή πόρων από τον έναν φορέα στον άλλο.

Ειδικές ρυθμίσεις εισάγονται για τη μετάταξη/απόσπαση σε υπηρεσίες απομακρυσμένων- παραμεθόριων περιοχών καθώς και σε  ορεινούς-νησιωτικούς ΟΤΑ α΄ βαθμού, προκειμένου να υπάρχουν αυξημένα κίνητρα για τη στελέχωσή τους. Η σύντμηση του απαιτούμενου χρόνου βαθμολογικής προαγωγής, η δυνατότητα παράτασης κατά (1) ένα έτος της απόσπασης, αλλά και η δυνατότητα απευθείας μετάταξης σε κενή οργανική θέση μετά τη συμπλήρωση δύο (2) ετών απόσπασης συνεχώς,  είναι κίνητρα προς τον υπάλληλο που αποσκοπούν  στην ενίσχυση της προσφοράς για την κάλυψη των εν λόγω θέσεων.