Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #λαθρανασκαφή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #λαθρανασκαφή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018

"Η οικονομική κρίση και το έγκλημα της λαθρανασκαφής" [ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΒΡΕΛΛΗΣ, Ομότιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Διευθυντής του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου]




Ι. Εισαγωγή
Η λαθρανασκαφή ή παράνομη (χωρίς προηγούμενη άδεια) ανασκαφή αποτελεί την κύρια πηγή εφοδιασμού της διεθνούς αγοράς με αρχαιολογικά αντικείμενα[1] και τον μεγαλύτερο ίσως από τους κινδύνους που απειλούν την πολιτιστική κληρονομιά ενός λαού και της ανθρωπότητας ολόκληρης. Αυτό συμβαίνει, όχι μόνο γιατί με τον τρόπο που επιχειρείται η λαθρανασκαφή[2] καταστρέφονται σε πολύ μεγάλο βαθμό τόσο τα συγκεκριμένα αφαιρούμενα αντικείμενα όσο και τα εναπομένοντα τμήματα του αρχαίου μνημείου, αλλά κυρίως διότι χάνονται οριστικά, χωρίς δυνατότητα ανακτήσεως, όλες οι σημαντικές αρχαιολογικές και ιστορικές πληροφορίες που συνδέονται με την προέλευση των αντικειμένων[3]. Καθίσταται έτσι προφανής η αυξημένη ανάγκη προστασίας του δημοσίου συμφέροντος στην προκειμένη περίπτωση.
ΙΙ. Η ποινική αντιμετώπιση της λαθρανασκαφής στο ελληνικό δίκαιο
  1. Η προγενέστερη νομοθεσία
Ο παλαιότερος κωδικοποιημένος ν. 5351/1932 «περί αρχαιοτήτων» όριζε (άρθρο 46), ότι «ο άνευ προηγουμένης αδείας του Υπουργείου [Πολιτισμού] και ειδοποιήσεως της αρμοδίας αρχαιολογικής Αρχής ενεργών ανασκαφάς εν ιδίω ή αλλοτρίω κτήματι προς ανεύρεσιν αρχαιοτήτων τιμωρείται διά φυλακίσεως 1 μηνός έως 2 ετών και χρηματικής ποινής 1000-10.000 δραχμών. –Ο επί τη πράξει ταύτη καταδικασθείς εις φυλάκισιν πλέον των δύο μηνών εκπίπτει αυτοδικαίως και πάντων των εν άρθρω 21 Π.Νόμου [ήδη άρθρων 59-65 ΠοινΚ] αναγραφομένων δικαιωμάτων και πλεονεκτημάτων [αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων] επί πενταετίαν, εάν μη βραχύτερος χρόνος ορίζεται εν τη αποφάσει, όστις όμως δεν δύναται να είναι κατώτερος των έξ μηνών. […]».
  1. Ο ν. 3028/2002
Ο ν. 3028/2002 για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς, στο 9ο Κεφάλαιο (ποινικές διατάξεις, άρθρα 53 επ.), μεταξύ των διαφόρων ποινικά κολασίμων πράξεων που θίγουν τα πολιτιστικά αγαθά, όπως είναι π.χ. η παράνομη εισαγωγή και εξαγωγή πολιτιστικών αγαθών, η κλοπή, η υπεξαίρεση, η παράνομη εμπορία ή η φθορά τους, προβλέπει και τιμωρεί την λαθρανασκαφή (άρθρο 61, «παράνομη ανασκαφή ή άλλη αρχαιολογική έρευνα»).
Σύμφωνα με την διάταξη αυτή, «1. Όποιος χωρίς προηγούμενη άδεια διενεργεί ανασκαφή με σκοπό την ανεύρεση ή αποκάλυψη αρχαίων τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών. -2. Αν οι πράξεις της προηγούμενης παραγράφου τελέσθηκαν μέσα σε αρχαιολογικούς χώρους ή αν ο υπαίτιος τις επιχειρεί κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια[4], επιβάλλεται κάθειρξη [δηλ. και ισόβια]. -3. Όποιος χωρίς προηγούμενη άδεια διενεργεί άλλης μορφής παράνομη αρχαιολογική έρευνα με σκοπό την ανεύρεση ή αποκάλυψη αρχαίων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους. Αν ο δράστης διαπράττει την πράξη του προηγούμενου εδαφίου κατά συνήθεια ή κατ’ επάγγελμα, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα (10) ετών»[5].
Μερικές σύντομες παρατηρήσεις φαίνονται χρήσιμες:
(α) Το άρθρο 61 διακρίνει μεταξύ αφ’ ενός παράνομης ανασκαφής, την οποία τιμωρεί με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών ή, αν η πράξη τελέσθηκε μέσα σε αρχαιολογικό χώρο ή ο υπαίτιος τις επιχειρεί κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια, με κάθειρξη (§§ 1-2) και αφ’ ετέρου «άλλης μορφής παράνομη[ς] αρχαιολογική[ς] έρευνα[ς] με σκοπό την ανεύρεση ή αποκάλυψη αρχαίων», την οποία τιμωρεί κατ’ αρχήν με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, μόνον δε αν ο δράστης διαπράττει την τελευταία αυτή πράξη κατά συνήθεια ή κατ’ επάγγελμα, με κάθειρξη μέχρι 10 ετών.
Οι έννοιες της ανασκαφής και της άλλης αρχαιολογικής έρευνας δεν προσδιορίζονται από την άνω διάταξη. Ερμηνευτικά όμως η έννοια της ανασκαφής από μια πλευρά διευρύνεται, όταν στην έννοιά της εμπίπτει, όπως είχε γίνει δεκτό ήδη υπό την παλαιά νομοθεσία «και πάσα ενέργεια ερεύνης εν τω πυθμένι της θαλάσσης προς ανεύρεσιν αρχαιοτήτων»[6], ενώ από άλλη πλευρά συστέλλεται, όταν εκτιμάται ότι η εννοιολογική της συγκρότηση εξαρτάται από το αν επιχειρείται με κατάλληλα (πρόσφορα) σκαπτικά εργαλεία, που επιτρέπουν όχι την απλώς επιφανειακή αλλά την σε επαρκές βάθος και πλάτος απαιτούμενη για την ανεύρεση αρχαιοτήτων εκσκαφή[7].
(β) Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παράνομης ανασκαφής, σύμφωνα με τη σαφή διατύπωση του άρθρου 61 ν. 3028/ 2002, πληρούται με μόνη την (χωρίς προηγούμενη άδεια) διενέργεια της ανασκαφής, χωρίς να απαιτείται και ανεύρεση ή αποκάλυψη ή, ακόμη λιγότερο, αφαίρεση αρχαίου αντικειμένου. Αν με την παράνομη ανασκαφή ανακαλυφθεί και αφαιρεθεί από τον δράστη αρχαίο αντικείμενο, τότε, τουλάχιστον σε συστήματα, όπως το ελληνικό, που προβλέπουν ότι η κυριότητα και η νομή (στην οποία εννοιολογικά εμπεριέχεται και η κατοχή) των αρχαιοτήτων που αποτελούν ευρήματα ανασκαφών, ανήκει στο Κράτος, υπάρχει αληθής πραγματική συρροή παράνομης ανασκαφής και (ορθότερα, όχι υπεξαιρέσεως αλλά) κλοπής[8], η οποία κλοπή, εφ’ όσον το αντικείμενο αφαιρέθηκε «από χώρο ανασκαμμένο», τιμωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 53 § 1 ν.3028/2002, με κάθειρξη μέχρι 10 ετών. Σε μια τέτοια περίπτωση, η βαρύτερη ποινή του άρθρου 61 § 2 επαυξάνεται σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 94 ΠΚ.
 (γ) Η υποκειμενική υπόσταση της παράνομης ανασκαφής συνίσταται στον «σκοπό της ανευρέσεως ή αποκαλύψεως αρχαίων». Έτσι, η τυχαία ανεύρεση αρχαίου μνημείου κατά την διάρκεια εκσκαφής για ανέγερση οικοδομής[9], δεν συνιστά παράνομη ανασκαφή.
 (δ) Είναι προφανής η μεταβολή (ορθώς) επί το αυστηρότερον της απειλουμένης κατά της λαθρανασκαφής ποινικής κυρώσεως που επήλθε με τον ν. 3028/2002, εν όψει της βαρύτητος του εγκλήματος και της αυξημένης ανάγκης προστασίας του εννόμου αγαθού που απειλείται από την πράξη αυτή[10].